All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Blogovision 2019 – Dance If You Can

Posted by gone4sure στο 2 Νοεμβρίου 2019

Blogovision2019and2010-2019_animated-gif_595x842px

Welcome dear music freaks.

Φέτος η ψηφοφορία είναι διπλή. Μία η τρέχουσα του 2019 και μία δεκαετίας (από 1 Δεκεμβρίου 2009 ως 30 Νοεμβρίου 2019) οπότε θα πρέπει να ανασύρουμε μνήμες από σεντούκι. Το φετινό artwork ο Τάσος Παπαϊωάννου είναι χορευτικό και χαρούμενο όπως αρμόζει σε ένα θεσμό που μεγαλώνει επικίνδυνα, μπαίνει στην εφηβεία, γίνεται δώδεκα ετών και συνεχίζει ακάθεκτο. Για μια ακόμη χρονιά, αν θέλετε να παίξετε, με ένα σχόλιο σε αυτό εδώ το blog, δηλώνετε τη συμμετοχή σας, το ψευδώνυμό σας (αν έχετε), το blog ή το medium που θα χρησιμοποιήσετε για να ψηφίζετε και ένα περσινό Νο.1 σας – είτε ψηφίσατε πέρσι είτε όχι. Θα πρέπει να ψηφίζετε παράλληλα στις δύο πλατφόρμες μία για το 2019 και μία για τη δεκαετία 2010 – 2019. Η blogovision είναι όλοι όσοι ψηφίζουν κάθε χρονιά από την 1η ως την 20η Δεκέμβρη τα αγαπημένα albums τους – ένα την ημέρα με αξιολογική σειρά, από το Νο.20 ως το Νο.01. Επίσης η blogovision είναι ο Τάσος Παπαϊωάννου, ο απίστευτα εμπνευσμένος art director μας, η Αθηνά social media expert και σαν έτοιμη από πάντα, ο επαναπατρισμένος Παναγιώτης και ο πιστός από την σύλληψη της ιδέας μέχρι σήμερα northerner πλέον Άγγελος που επιμελείται το tumblr της blogovision όπου κάθε μέρα στο πρώτο 20ήμερο του Δεκέμβρη συγκεντρώνονται προσθετικά τα posts σας (μην ξεχνάτε να ανοίγετε τα feeds των blogs σας). Έχουμε και υποστηρικτή και είναι το Bastard Vinyl, το Unconventional Record Store του αγαπητού φίλου του θεσμού @papadicki.

Ρίξτε μια ματιά στις κυκλοφορίες του 2019 (τουλάχιστον κάποιες από αυτές) και μην ξεχνάτε ότι είναι έγκυρες για ψήφο και οι κυκλοφορίες του Δεκεμβρίου 2018.

Τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα ανά χρονιά για την τελευταία δεκαετία της blogovision είναι: 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017, 2018.

Επίσης μην ξεχνάτε τα social media, στο facebook, στο twitter, στο instagram

Καλή blogovision σε όλους!

Posted in Music | Με ετικέτα: , , , , , | 55 Σχόλια »

Electric Litany «Under A Common Sky»

Posted by gone4sure στο 20 Οκτωβρίου 2019

Electric Litany
Under A Common Sky
Inner Ear

Electric Litany ‎– Under A Common Sky

Οι Electric Litany φτάνουν στο τρίτο μέρος της προσπάθειάς τους να προσομοιάσουν με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια γίνεται στην κυριολεξία του ονόματός τους. Ακούγονται σταθερά ηλεκτρικοί, απαρέγκλιτα λιτανευτικοί, έλκονται από το σκοτάδι και προσθέτουν θολά, θαμπά και ενίοτε θυελλώδη layers στον ήχο τους σαν να προσπαθούν να καλύψουν με στρώσεις ύφανσης κάθε ορίζοντα γύρω τους για να μην είναι ορατός ή ίσως για να είναι ορατός μόνο μέσα από τις σκιώδεις ανταύγειες που δημιουργούν. Φιλόδοξοι και μετα-αποκαλυπτικοί οι Electric Litany ακούγονται σαν να έχουν βάλει σκοπό τους κοντά δέκα χρόνια τώρα να προσθέσουν ένα progressive chamber στην υψηλή κλάση του post kraut rock. Ή πάλι, όχι.

Σε αυτή τη φάση του, το ελληνοαγγλικό σχήμα περιλαμβάνει τους Αλέξανδρο Μιάρη (φωνή, κιθάρα, πιάνο, synths, περσικό σαντούρι, προγραμματισμό), Richard Simic (drums, κρουστά, λούπες, syndrums), Benjamin Prince (synths, vocoder), Παύλος Μαυροματάκης (μπάσο) συν τον Γιώργο Μπότη (επιπλέον προγραμματισμός, synths) και το τρίτο album τους ηχογραφήθηκε στα Fish Factory Studios και στα Dada Studios στο Λονδίνο. Με βαθύ γοτθικοπρεπή ρομαντισμό στο κύτταρό τους και με μια σχεδόν ιερή σχέση με την μυσταγωγία του downtempo, οι Electric Litany ακούγονται να επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους μια τοποθέτηση πολύ σοβαρή και μεγαλόπρεπη, μέσα σε ένα πλαίσιο μοντερνισμού που χρίζει πρωταγωνιστή το synthesizer. Τα synths εδώ απλώνουν ένα τεράστιο ταπέτο πάνω στο οποίο χτίζουν την ταυτότητά τους και τις μάλλον πικρές ιστορίες τους γεμάτες μοναξιά και εγκατάλειψη, μέσα από εικόνες συμβολικές: ένας κεραυνός σε μια πόλη γεμάτη κίνδυνο, μία παλιά καρδιά που πουλιέται και αφήνει τον προκάτοχό της αβαρή, ένα λαμπερό χιόνι που δε σβήνει την ανάγκη για σκοτάδι, μία αγάπη που είναι απλά μια εντεινόμενη απόγνωση μέσα σε μια καρδιά που δεν λάμπει πια, κ.λπ. Στο μικροσύμπαν των Electric Litany, οι ανθρώπινες παρουσίες είναι σπάνιες και ακριβές και οι αντηχήσεις οποιασδήποτε ηχητικής πηγής μπορούν και θέλουν να διαστέλλονται κατά βούληση και να διαρκούν αιώνια.

Electric Litany

Electric Litany: μετα-αποκαλυπτική kraut floydtronica σε επικές downtempo μελωδικές οροσειρές.

Αδιαμφισβήτητα, η στάση τους απέναντι στη μουσική που παίζουν, απαιτεί μία συγκέντρωση και μία εστιασμένη αφοσίωση για να επικοινωνηθεί αυτή η τεράστια, μεγαλύτερη από τη ζωή ανάγκη τους να ανεβοκατεβαίνουν μελωδικές οροσειρές, να παραδίδονται σε κορυφώσεις και σε υφέσεις, να εκτιμούν τα σιωπηρά μεσοδιαστήματα πριν μια σαρωτική ενορχήστρωση αναλάβει να αφηγηθεί ένα ακόμη συναισθηματικό έπος. Η progressive αύρα τους είναι έντονη και απροκάλυπτη, χωρίς όμως τη ματαιοδοξία και την φαντασμαγορία των 70s θιασωτών του είδους. Πολυσύνθετα και περιπετειώδη, τα κομμάτια τους είναι στον αντίποδα της γρήγορης κατανάλωσης, είτε πρόκειται για αλά War On Drugs έπη (“Refugee (Under A Common Sky)”) είτε για νυχτωδικούς chamber φλοϋδισμούς (“The World Is Changing While You Sleep”), είτε ακόμα για ακούσιους φόρους τιμής στους Talk Talk (“England”), είτε για εξαιρετικές σπουδές στους CanCFU«)

Όλα θετικά τα πρόσημα για τους Electric Litany. Ένα μόνο στοιχείο τους μού προκαλεί ανησυχία και ίσως έναν ενστικτώδη εκνευρισμό από φόβο. Ότι κάθε στιγμή τους, κάθε μελωδικό πέρασμά τους και κάθε τους στροφή μοιάζει να είναι φτιαγμένη με διάθεση φινάλε, σαν όλα εδώ να είναι παγιδευμένα σε μια λούπα από ρέκβιεμ. Σαν λαβύρινθος που σε πετάει συνεχώς εκεί από όπου ξεκίνησες.
★★★★★★★☆☆

Το «Refugee (Under A Common Sky)» των Electric Litany:

Ακούστε και αυτά:

  • Talk Talk “The Spirit Of Eden
  • Pink Floyd “Animals
  • War On Drugs “A Deeper Understanding
  • Killing Joke “Brighter Than A Thousand Suns
  • Antlers “Familiars

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Mazoha «Μπάσταρδο»

Posted by gone4sure στο 13 Οκτωβρίου 2019

Mazoha
Μπάσταρδο
Inner Ear

Mazoha - Μπασταρδο

Μετά το “Generation Y” ο Τζίμης Πολιούδης, επιστρέφει ως Mazoha για την τρίτη κυκλοφορία του με αυτό το όνομα, μετά από ένα lp το 2017 και ένα ep το 2018, ένα όνομα που χρησιμοποιεί προφανώς για την ελληνόφωνη δραστηριότητά του. Δεν είμαι σίγουρος αν το γεγονός ότι η ελληνόφωνη δημιουργία του είναι ακριβώς αυτή που τον υποβάλλει να εκφραστεί μουσικά με πολύ πιο απλοϊκό τρόπο από αυτόν με τον οποίο εκφράζεται ως Vagina Lips. Το σίγουρο είναι ότι ως Mazoha, ο Πολιούδης μπαίνει σε ένα πολύ πιο απλουστευτικό, ηχητικό ύφος, πολύ πιο αδρό και χαραγμένο μόνο με βασικές, σκελετικές γραμμές: μεταξύ synth punk και electro pop η ατμόσφαιρα εδώ έχει μια ιδρωμένη, club επίστρωση αλλά με σχεδόν άγουρους, εφηβικούς όρους. Μοιάζει, λες και καταλαμβάνεται από ένα σύνδρομο «πίσω στα βασικά».

Η ικανότητά του, βέβαια να συλλαμβάνει στέρεες ιδέες και να τις αποτυπώνει συνθετικά, παραμένει αναλλοίωτη. Όλα τα τραγούδια του “Μπάσταρδου” είναι ευανάγνωστα, καθαρά σε riffs, προσβάσιμα και καλοχωνεμένα. Ωστόσο είναι αρκετές οι στιγμές στις οποίες νοιώθει κανείς ότι είναι αδούλευτα, ή ίσως δουλεμένα μόνο στα βασικά συστατικά τους. Προφανώς σε κάθε τραγούδι που χτίζει ο Πολιούδης φτάνει σε ένα σημείο στο οποίο σταματάει την επεξεργασία του, αφήνοντάς το ημίγυμνο και οριακά ωμό. Κι αν αυτό ακούγεται για μερικούς, ως αρετή επειδή παραμένει πιστός στο πνεύμα των Suicide, σε άλλους ακούγεται ανολοκλήρωτο. Ταυτόχρονα όμως, έχει και μια ικανότητα να παρασύρει τον ακροατή του, να τον κάνει σύμμαχό του και να τον έχει μαζί στο πλευρό του. Ο ακροατής θέλει να ακουμπήσει στα τραγούδια του Mazoha, έστω και αν συχνά νοιώθει ότι αυτά τα τραγούδια είναι άκαμπτα σαν ξύλινο υπόστρωμα όταν ξαπλώνει πάνω τους.

Mazoha

Θυμωμένος ο Τζίμης Mazoha Πολιούδης, με synth punk ριπές και αστική electro pop για ανήσυχους βασανισμένους.

Ο θυμός του στο “Μπάσταρδο” είναι πάντως εξιλεωτικός. Ακούγεται εύλογος και δίκαιος, καθώς εξαπολύει τις εσωτερικές εντάσεις του, τα βάζει με όσα στραβά και ηλίθια μαστίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά γύρω του, φτύνει -πειθαρχημένα και λελογισμένα- την αστική ασφυξία τριγύρω του με μια ταυτόχρονη ανάγκη του να προσδιοριστεί και ο ίδιος ως ταυτότητα. Στο αλά Prodigy rave-punk “Χωρίς Αύριο” με μία συλλογιστική no future του 1976 φτύνει “μού πήρε μια ζωή να βάλω σε τάξη τη ζωή μου, μού πήρε μια στιγμή να μισήσω τη φυλή μου κι είναι ψεύτικο το φιλί μου και το μόνο που είναι σίγουρο είναι η φυγή μου, η σωτηρία μου είναι η καταστροφή μου”. Αμέσως μετά, στο breakbeat “Είμαι Ο Σκλάβος Μου” επιχειρεί μια θορυβώδη ψυχαναλυτική βουτιά αυτοπροσδιορισμού λέγοντας μεταξύ άλλων στην πρόζα του “είμαι απόγονος μα όχι πρόγονος, είμαι ο διάδοχος είμαι ανάδοχος είμαι ο τιμωρός μα είμαι σε λήθαργο, είμαι όλοι οι άνθρωποι μα είναι λάθος μου”. Το πόσο εύκολα γεφυρώνεται στο “Μπάσταρδο”, η ρητορική του Johnny Lydon με την επιθετικότητα του Liam Howlett και την παρακμιακή ρομαντζάδα των Στέρεο Νόβα, είναι καταδεικτικό της τάσης του Πολιούδη να χρησιμοποιεί την εξέλιξη της breaktronica μέσα στα χρόνια για να τη μετουσιώσει μέσα σε ένα δικό του μόρφωμα. Στο “Λίπασμα” παίρνει αμπάριζα από τους Altern8 ενώ λίγο πριν στο “Κυριακή Ξημερώματα” θυμίζει τον Κωνσταντίνο Β. στην μελαγχολία της ενατένισής του όταν κοιτάζει τις τηλεοπτικές κεραίες στις ταράτσες στο Περιστέρι. Αμέσως μετά, θυμάται το ηλεκτρικό σιτάρ των Indian Vibes και τραγουδάει στο “Φόλα”: “τίποτα ή όλα, έφαγα φόλα, κι έχω απ’ όλα τα κόμπλεξ τώρα” ενώ στο πιανιστικό κλείσιμο του “Διαδρομή (Θάνατος Στη Μοναξιά)” ακούγεται χατζιδακικός με φίλτρο Penguin Café Orchestra.

Στο νοσταλγικό “Ποπ 81”, έναν φόρο τιμής στο έτος γέννησής του αλλά κυρίως στην μπασκετική ομάδα Ποπ 84 της Γιουγκοσλαβίας στα πρώτα 80s, λαχταράει “υπάρχουν κι άλλοι σαν εμένα” – αυτό είναι αναμφισβήτητο, Τζίμη. Αναρωτιέμαι όμως αν το “Ποπ 81” φέρει μέσα του την ανάμνηση σε κάποιους από τις ελάχιστες τηλεοπτικές εκπομπές του Γιάννη Πετρίδη τότε, με καλεσμένους διάφορους καλλιτέχνες -μεταξύ των οποίων και οι Soft Cell– που ειρωνικά, είχαν και τον ίδιο τίτλο με το τραγούδι του Mazoha… Από το “Μπάσταρδο” προτιμώ να κρατήσω το απολαυστικό, περιρρέον synth pop beat του “Ρημάζω” και την ολοκληρωτικά στερεονοβική “Σταγόνα”, δύο πιο ολοκληρωμένα συνθετικά τραγούδια που μπαίνουν εύκολα σε ένα synth list.
★★★★★★☆☆☆☆

H “Σταγόνα” του Mazoha:

Άκου κι αυτά:

  • Liebe “Revolution Of Love
  • Cut Copy “Zonoscope
  • Στέρεο Νόβα Ντισκολάτα
  • Alan Vega “Saturn Strip
  • Prodigy “Music For The Jilted Generation

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Chickn «Bel Esprit»

Posted by gone4sure στο 7 Οκτωβρίου 2019

Chickn - Bel Esprit

Chickn
Bel Esprit
(Inner Ear)

Όσο δύσκολη και επίπονα περιφραστική είναι μια απόπειρα εξήγησης του όρου Jetztzeit άλλο τόσο περίπλοκη θα ήταν μια επαρκής περιγραφή του μουσικού στίγματος των Chickn. Ως jetztzeit rock αυτοπροσδιορίζουν τη μουσική τους οι Chickn και σύμφωνα με το “Λεξικό Της Θεωρίας Της Κριτικής” του Ian Buchanan, ως jetztzeit ορίζει ο Walter Benjamin στη θέση του για την φιλοσοφία της ιστορίας, την χρονική στιγμή που είναι ώριμη για επαναστατική δράση, μία στιγμή που παραμένει αναλλοίωτη από την ιστορική συνέχεια, μία στιγμή στην οποία είναι ικανές οι συνθήκες για την πραγματοποίηση ενός σάλτου στο μέλλον. Φιλόδοξη ή όχι, η επιλογή του όρου από τους ίδιους τους Chickn παραμένει σίγουρα προκλητική και όχι μακριά από την πραγματικότητά τους. Διότι πλέον στο τρίτο album τους πράγματι ακούγονται ωριμότεροι και με τακτοποιημένη την αδρεναλίνη τους για να διαμορφώσουν μια ταυτότητα που δυσκολεύεται να βρει καθαρές ρίζες στο χτες και λαχταράει να βρει θέση στο αύριο.

Οι Chickn είναι μια μπάντα σχεδόν εστέτ που μοιάζει να παίρνει τις αμπάριζές της -σε ντόπιους όρους- από τους Baby Guru και να φεύγει μπροστά: Άγγελος Κράλλης (φωνή, κιθάρα, synthesizer), Παντελής Καρασεβδάς (τύμπανα, κρουστά), Χρήστος Μπεκίρης (κιθάρα, string machine), Άξιος Ζαφειράκος (μπάσο), Ντον Σταυρινός (τρομπέτα, κρουστά) οργανώνουν αυτή τη φορά το εγκεφαλικό σχέδιό τους να συνταιριάξουν την πλούσια κληρονομιά της avant ψυχεδέλειας με τις φόρμες που ανιχνεύει σε παγκόσμιο επίπεδο το rock για να συνεχίσει να έχει σημασία. Στο πρώτο ομότιτλο album τους (2016) και στο “Wowsers” (2018), οι Mothers του Frank Zappa ή ίσως οι Soft Machine είχαν μία έμμεση παρουσία στο πνεύμα τους, σήμερα περισσότερο οι Tame Impala και οι Atlas Sound φαίνονται ως -πάντα έμμεσες- αντιστοιχίες. Αυτή τη φορά, ακούγονται πιο απογαλακτισμένοι από τους λώρους του παρελθόντος και πιο σταθεροί στην προσπάθειά τους να βρουν διόδους προς το αύριο. Το παιχνίδι της ανίχνευσης των ηχητικών μονοπατιών που οδηγούν σε πιο διεξοδικά ξέφωτα είναι ένα αδιαμφισβήτητο ζητούμενο και τους τιμάει. Οι Chickn έτσι κι αλλιώς ακούγονται αξιότιμοι εν γένει. Και μεθυσμένοι όσο πρέπει.

CHICKN-by-George-Adamos-2-for-digital-

Οι αξιότιμοι Chickn. Φωτο: © Γιώργος Αδάμος

Η σχέση τους με τη φαντασία παραμένει στα κόκκινα, το διονυσιακό πνεύμα βρίσκεται ενεργό εδώ, η ψυχεδελικής αφετηρίας τρέλα τους, είναι παρούσα: στο “Evening Primrose” τραγουδούν μεταξύ άλλων «βρήκα ένα τρόπο να ανακουφίσω τον πόνο, τρώγοντας σύννεφα και πίνοντας βροχή». Πόσο πιο οργανική να γίνει άραγε η σχέση τους με τη ζωτικότητα των ερεθισμάτων τους, πόσο πιο κυριολεκτικά να υπηρετηθεί η ετυμολογία της ψυχεδέλειας… Και όχι μόνο. Στο “Sweet Geneva” ακούγονται σαν να έχουν ξεπεταχτεί από το “A Tonic For The Troops” των Boomtown Rats (1978), με ένα περίτεχνο, νεοκυματικό brit roller με πάρα πολύ ανήσυχα πλήκτρα και με έναν χορευτικό ρυθμό που έχει τις ρίζες του στη northern soul και τους Mighty Wah! Στο “Infrared Panda Club” ακούγονται σαν Wall Of Voodoo με μια εμβατηριακή, βαριετέ ηχητική διάθεση, κάπως σαρκαστικοί και με εκφραστική δεινότητα που αναδεικνύεται από τα έτσι κι αλλιώς πρωταγωνιστικά σε όλο το album, keyboards και τη βελούδινη γραμμή της τρομπέτας. Στο “Candle Fly” τολμούν να προσθέσουν auto tune στην ερμηνεία του Κράλλη («πώς κάποιος που έχει γεννηθεί με φτερά να προτιμά να έρπει;») ο οποίος μέσα στο γενικότερο smooth mod στιλ τους ακούγεται γλυκός και ήπιος σε ένα μελωδικό θέμα που θα μπορούσαν να έχουν κυκλοφορήσει σε single οι Style Council ή οι Animal Nightlife στα brit soul 80s. Στο “Moon Underwater” η παραπομπή τους είναι μεταξύ άλλων και στην brit pop -και Kula Shaker και Mansun και Suede– και η διάθεσή τους αγέρωχη και γενναία («Κρατάς το φεγγάρι βυθισμένο κάτω από το νερό και αυτό είναι ένα μόνιμο πρόβλημα, αυτό όμως που ανατριχιάζει τη ραχοκοκαλιά σου είναι η θηριώδης, η θηριώδης, η δική μου φωνή») σε ένα ανεβαστικό rocker απόλαυση προφανώς στις συναυλίες τους. Ως αντίστιξη, το ομότιτλο τραγούδι του album, “Bel Esprit” (καμία σχέση με το “Bel Esprit” των Pixies του 2016 – ευτυχώς) είναι μια υπόγεια, γεμάτη σασπένς μελωδία που κυλάει σε jazzy ύφος και ζεστή θερμοκρασία (λες και o Elvis Costello τραγουδάει lead στους Working Week, ένα πράγμα). Στο τέλος, το “Chickn Tribe” που εμφανίζεται σε όλα τα albums των Chickn ως σήμερα (στο ομότιτλο album ως «Chickn Tribe«, στο “Wowsers” ως “Chickn Tribe (Reprise)”), εδώ ως “Chickn Tribe (Slight Return)” μετατρέπεται σε ένα καλούδι στο οποίο η tropicalia από την βραζιλιάνικη Bahia συναντάει το bluebeat της Καραϊβικής σε oriental μοτίβα – κάτι που ίσως μόνο ο Jerry Dammers των Special A.K.A. θα μπορούσε να δέσει με τόσο νόστιμο γλάσο.

Η εξέλιξη των Chickn μέσα σε τρία μόλις χρόνια είναι κάπως συναρπαστική. Από τις παρυφές του indie rock με τις δύσκολες avant garde αναφορές ως το στιλιστικά διαμορφωμένο ύφος του “Bel Esprit” ο δρόμος που έχουν διανύσει, τους έχει πλουτίσει με εμπειρία βιωμένη και καταχωρημένη μέσα τους – μέρος της πρόσθετης καλλιτεχνικής αξίας τους είναι η πειστική αίσθηση ότι αυτά που παίζουν δεν τα μιμούνται αλλά αναβλύζουν από μέσα τους. Σε μια εποχή που η πρωτογένεια τείνει να εξαφανιστεί -και να ενοχοποιηθεί για κάποιο διεστραμμένο λόγο, ως συντηρητισμός- οι Chickn βγαίνουν τίμια μπροστά με μια φαρέτρα υλικά, μαζεμένα και επεξεργασμένα από τους ίδιους. Παραμένουν αξιότιμοι τύποι.
★★★★★★★★
☆☆

Το “Moon Underwater” των Chickn:

Άκου και αυτά:

  • Tame Impala “Currents
  • Special A.K.A. “In The Studio
  • Prins Obi “The Age Of Tourlou
  • Dury Dava “Dury Dava” ‎
  • Kraak “Kraak

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Η Μοναξιά Θυμάται Όσα Η Ευτυχία Ξεχνά

Posted by gone4sure στο 1 Ιουνίου 2019

Bacharach & David

Burt Bacharach και Hal David: μία αξεπέραστη συνθετική δυάδα

Δεν είναι μόνο ότι ο Morrissey αποφάσισε στο καινούργιο album του να δράσει ως «θετός γιος» της California και να διασκευάσει μια σειρά εμβληματικών τραγουδιών σε sunshine pop, ενισχύοντας ίσως την αμφισβήτηση προς το πρόσωπό του λόγω της στήριξης του στο ακροδεξιό κόμμα For Britain. Αυτό από μόνο του κάνει μια διαφορά, όταν ο πατριάρχης της συναισθηματικής οδύνης, επιλέγει λάμψεις και φως. Αυτό που ίσως έχει ένα επιπλέον νόημα για αυτό το κείμενο είναι το γεγονός ότι ένα από τα λιγότερο προβεβλημένα τραγούδια του Burt Bacharach και του Hal David, ξανάρχεται στο φως με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του Morrissey, ένα από κείνα τα τραγούδια που δεν σάρωσαν στα charts και δεν συζητήθηκαν όσο τα περιβόητα κανόνια της συνθετικής δυάδας. Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” είναι ένα μικρό αριστούργημα φυσικά. Είναι όλη η χαμένη αίγλη της κομψής, υψηλοκλασάτης pop που χάθηκε μέσα στα χρόνια, συγκεκριμένα έσβησε σχεδόν όταν στα μέσα περίπου των 70s, η έλευση της disco με τα απαιτητικά beats και του punk με την αιχμηρή επιθετικότητα, δεν άφησαν περιθώρια να ανασάνει το καλλίγραμμο, διακριτικό στιλ τραγουδιού με τις λεπτές, παστέλ αποχρώσεις.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” γράφτηκε στα τέλη των 60s από το συνθετικό δίδυμο, σε μια εξαιρετική έκλαμψη: ο Hal David εμπνεύστηκε τα λόγια από την θνησιγένεια του έρωτα και το μελαγχολικό αποτύπωμα που αφήνει η απώλειά του και ο Burt Bacharach έντυσε αυτά τα λόγια με ένα «διαβραζιλιανικό» ρυθμό -σύμφωνα με τον ίδιο- ένα “cross-brazilian” τέμπο με απίθανη μελωδική ακολουθία, μία bossa nova για μη-εξοικειωμένους με την τροπικότητα, λευκούς κυρίως, ακροατές.

Η Μοναξιά Θυμάται Ό,τι η Ευτυχία Ξεχνάει

Έπρεπε να σε χάσω για να θυμηθώ ότι η ζωή δεν είναι μόνο ηλιαχτίδες και γέλια
Η Μοναξιά Θυμάται Ό,τι η Ευτυχία Ξεχνάει
Και όταν ερωτεύεσαι τόσο γρήγορα
Η ηλιαχτίδα δεν διαρκεί για πάντα μετά από κάθε στάλα βροχής
Πρώτα ήρθε η απόλαυση μετά ο πόνος

Ήμασταν το θέμα συζήτησης στην πόλη
Ρώτα οποιονδήποτε τριγύρω και θα σου πει
Ήμασταν η φλόγα που φωτίζει τα αστέρια
Κανένας άλλος έρωτας δεν ήταν τόσο λαμπερός όσο ο δικός μας
Όλα αναποδογυρίστηκαν, χάθηκε η αγάπη που βρήκα
Έφυγες μακριά, τώρα είμαι μόνος

Η Μοναξιά Θυμάται Ό,τι η Ευτυχία Ξεχνάει
Και όταν ερωτεύεσαι τόσο γρήγορα
Η ηλιαχτίδα δεν διαρκεί για πάντα μετά από κάθε στάλα βροχής
Πρώτα ήρθε η απόλαυση μετά ο πόνος

Είναι εκπληκτικό το ότι όσες εκτελέσεις του έργου επιχειρήθηκαν, αυτές ήταν από γυναίκες, κανένας άντρας δεν τόλμησε να αποδώσει τη μελαγχολία της ερωτικής απώλειας αυτού του τραγουδιού μέχρι τον Morrissey. Αυτές είναι οι βασικές εκτελέσεις του τραγουδιού από όσες κατάφερα να βρω, πλην της σλοβάκικης διασκευής της Eva Máziková που το ερμήνευσε ως «Tieň Slnečných Hodín» το 1974.


Allison Durbin

Allison Durbin ‎- Soft & Soulful

Album: Soft & Soulful
Label: His Master’s Voice
Year: 1969
Producer: Howard Gable

Στο δεύτερο album της η Allison Durbin ερχόταν από μια τεράστια επιτυχία στην Αυστραλία, τη διασκευή της στο “I Have Loved Me A Man” που πρώτη είχε κάνει επιτυχία η Morgana King και ανάμεσα σε διάφορα άλλα soul διαμάντια της εποχής που διασκεύαζε στο album της “Soft And Soulful” ηχογραφημένο στα Bill Armstrong Studios της Μελβούρνης από τους Ern Rose και Roger Savage, επίλεξε να ερμηνεύσει και αυτό το αριστούργημα, το οποίο έφερε σε πέρας με αξιοπρεπή kiwi pop διάθεση και κοντά στο bossa nova αίσθημα το οποίο είχε αρχικά συλλάβει ο Bacharach. Τα υπόλοιπα τραγούδια του album της ήταν σχεδόν όλα δεύτερες εκτελέσεις σε τραγούδια που είχαν σημειώσει επιτυχία την τελευταία τριετία: (το “Watch Out Love” της Betty Wright από το 1968, το “Just Ain’t No Love” και το “Am I The Same Girl” της Barbara Acklin από το 1968, το “Tra La La La La” των Variations από το 1967, το “When I’m Gone” της Brenda Holloway από το 1965, το “Heaven” των Rascals από το 1969, το “Letter To Bill” της P.P. Arnold από το 1968, το “Didn’t We” του Richard Harris από το 1969, το “A Man And A Woman” της Tamiko Jones και του Herbie Mann από το 1966, το “This Is The First Time” της Truly Smith από το 1968, το “Tonight I’ll Say A Prayer” της Eydie Gormé από το 1969,  Η φωνή της απαλή και ψύχραιμη δημιουργεί μια αίσθηση που κυριαρχείται από την διάθεσή της να μοιάσει στις ερμηνεύτριες των οποίων διασκεύασε τραγούδια τους. Αυτό που πραγματικά προκαλεί εντύπωση με την εκτέλεση αυτή είναι το πώς κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν από εκείνη της Dionne Warwick, για την οποία οι Bacharach και David έγραψαν το τραγούδι. Πολύ καλά δικτυωμένος ο σύζυγος και παραγωγός της Howard Gable με επαφές με τη Νέα Υόρκη, κατάφερε να εξασφαλίσει το τραγούδι για την Durbin από το 1969 όταν ακόμα ο Bacharach ηχογραφούσε εναλλακτικά, πειραματικά δοκιμαστικά της σύνθεσης.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” της Allison Durbyn:

Allison Durbin

H Allison Ann Durbin γεννήθηκε στις 24 Μάη 1950 στο Aukland της Νέας Ζηλανδίας και μετά το ξεκίνημά της στην pop σκηνή της χώρας της με έξι singles (τέσσερα στην Zodiac και δύο στην Impact) και μια μικρή θητεία της στην μπάντα του τότε, εραστή της, Mike Perjanik στo Sydney της Αυστραλίας, υπέγραψε στην His Master’s Voice και κυκλοφόρησε σε αυτήν τέσσερα albums (1969 – 1973) κι έντεκα singles, ένα από τα οποία σε ντουέτο με τον νεαρό τότε John Farnham, το “Baby, Without You” που έφτασε ως το Νο.16 το 1970 συν ένα που έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία της στην Αυστραλία, η διασκευή της στο “Put Your Hand In The Hand” των Ocean που έφτασε ως το No.24 το 1971. Επί τρία χρόνια, από το 1969 ως το 1971, η Durbin ανακηρυσσόταν «βασίλισσα της pop» στην Αυστραλία ως Καλύτερη Γυναίκα Τραγουδίστρια. Ο γάμος της στα τέλη των 60s με τον παραγωγό και A&R τότε στην EMI Αυστραλίας, Howard Gable άρχισε να κλονίζεται όταν η Durbin σταμάτησε να σημειώνει επιτυχίες από το 1972 και μετά. Από το 1976 ως το 1983 κυκλοφόρησε οκτώ ακόμα albums στην εταιρία Hammard και το στιλ της είχε σταδιακά προχωρήσει προς την country αλλά ήδη από τα μέσα των 70s υπέφερε από κατάθλιψη και σύντομα παγιδεύτηκε στην ηρωίνη με αποτέλεσμα το διαζύγιό της από τον Howard Gable. Στα τέλη του 1984 μετά από μια υπερβολική δόση βγήκε στο δρόμο και χτυπήθηκε άσχημα από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο στο Elizabeth Bay του Sydney και επιπλέον το 1985 καταδικάστηκε με ένα πρόστιμο διακοσίων δολλαρίων το μήνα επί ένα χρόνο ως κατηγορούμενη για κατοχή, χρήση και διακίνηση ηρωίνης. Ακόμα και μετά την αποτοξίνωσή της στο Odyssey House της Μελβούρνης, η κακοτυχία της συνεχίστηκε με ένα ακόμα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που της δημιούργησε δύο σοβαρά κατάγματα στο σαγόνι. Το 1986 παντρεύτηκε τον αστυνομικό ερευνητή Ray Giles, προσπάθησε να αναστήσει την καριέρα της το 1992 με ένα album ακόμα, το “Reckless Girl” στη Raylan Records αλλά δεν δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Το 2007 βρέθηκε μπλεγμένη με τo μαφιόζο Giuseppe Joe Barbaro στο Μελβούρνη, για καλλιέργεια κάνναβης, λαθρεμπόριο ναρκωτικών και κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος, προφυλακίστηκε για ένα χρόνο και τα ίχνη της χάθηκαν.
★★★★★★☆☆☆☆


Dionne Warwick

Dionne Warwick ‎– I'll Never Fall In Love Again

Dionne Warwick ‎- Loneliness Remembers What Happiness Forgets

Album: I’ll Never Fall In Love Again
Label: Scepter
Year: 1970
Producer: Burt Bacharach, Hal David

Υπάρχει ένα καταπληκτικό οπτικό μαγνητοσκοπημένο ντοκουμέντο με τον Burt Bacharach στο πιάνο να καθοδηγεί την Dionne Warwick και στο πλαίσιο του coaching να την ενημερώνει για τον “cross-brazilian” ρυθμό του τραγουδιού και ταυτόχρονα να την γκρουμάρει με οδηγίες για την μελωδία σε συνάρτηση με την τοποθέτηση της φωνής της και την απόδοση που πρέπει να πετύχει ενώ ταυτόχρονα την καλμάρει και την διαβεβαιώνει ότι θα της αρέσει το τραγούδι. Δύσπιστη η Warwick και ταλαιπωρημένη από την πολυδαίδαλη συνθετική πένα του αντιμετωπίζει σχεδόν καχύποπτα τις διαβεβαιώσεις του… Είναι σχεδόν συγκινητικός μέχρι δακρύων ο Bacharach όταν καθοδηγεί την τυχερή Dionne Warwick, είναι σχεδόν συγκλονιστικός στο «μάθημά του» ιδιαίτερα σε συνάρτηση με την ασχήμια μεγάλου μέρους της κατοπινής, σύγχρονης pop. Πραγματικός θησαυρός ταλέντου και γνώσης, ο Bacharach έγινε ο πατριάρχης της ευαισθησίας και της ντελικάτης λεπτότητας, έτσι όπως αυτά εκφράστηκαν στο φίνο φωνητικό στιλ της Dionne Warwick.

Ο τρόπος που καθοδηγεί την ορχήστρα του ως φλογερός μαέστρος, ο Bacharach είναι ευθέως αντίστοιχος της μοναδικής αίσθησης του τραγουδιού: μία κορυφωμένη ενορχήστρωση με οργιώδη έγχορδα που αναπαριστούν τη φλόγα του έρωτα και ξαφνικές υφέσεις που καταδεικνύουν το τέλος του έρωτα και την άφιξη της μοναξιάς. Ο διαβραζιλιανικός ρυθμός της bossa nova παντρεύεται εδώ με την καλλίγραμμη νεοϋορκέζικη pop της αστικής ευγένειας με την Dionne Warwick να παραμένει ο θελκτικός, διακριτικός εαυτός της στα A&R Recording Studios της Νέας Υόρκης, με ηχολήπτες τους Larry Levine και Phil Ramone. Είναι να απορεί κανείς γιατί το τραγούδι δεν κυκλοφόρησε σε single παρά μόνο ως b-side στο “Let Me Go To Him” (που τον Μάη του 1970 έφτασε ως το No.32 του pop chart στο Billboard). Τα άλλα δύο singles που κυκλοφόρησαν από το δέκατο τρίτο album της Dionne Warwick ήταν το ομότιτλο “I’ll Never Fall In Love Again” (Νο.6 στα pop charts) και “Paper Maché” (No.43 στα pop charts), αρκετά για να εξασφαλίσουν στο album, το Grammy Καλύτερης Pop Γυναικείας Ερμηνείας για το 1971, ένα No.23 στα pop album charts και ένα No.07 στα r’n’b charts.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” της Dionne Warwick:

Dionne Warwick

Η Marie Dionne Warwick γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1940 στο Orange του New Jersey, κόρη της Lee Drinkard, αδελφή της Dee Dee (Delia) Warwick), ανηψιά της Cissy Houston, εξαδέλφη της Whitney Houston και της Leontyne Price, ξεκίνησε από τις Drinkard Singers, συγγενείς της μητέρας της στο gospel στερέωμα και μετά τραγούδησε στις Gospelaires που μετεξελίχθηκαν στις Sweet Inspirations μέχρι που την ανακάλυψε ο Burt Bacharach και τη μετέτρεψε σε μούσα του ξεκινώντας μαζί του μια εκτυφλωτική καριέρα από το 1963 που την έφερε στο σημείο να αποτελεί μόλις τη δεύτερη star μετά την Aretha Franklin σε ρεκόρ επιτυχιών: πενήντα έξι από τα singles της μεταξύ 1963 – 1998 μπήκαν στο hot 100 του Billboard ενώ συνολικά ογδόντα τραγούδια της μπήκαν σε διάφορα charts του Billboard (r’n’b, adult contemporary κ.λπ.). Οι συνολικές πωλήσεις της ανέρχονται στα εβδομήντα πέντε εκατομμύρια singles και τα είκοσι πέντε εκατομμύρια albums, παγκοσμίως ενώ μεταξύ 1963 – 2019 έχει κυκλοφορήσει τριάντα εννέα albums κι έχει κάνει ντουέτα με Isaac Hayes, Spinners, Johnny Mathis, Luther Vandross, Glenn Jones, Barry Manilow, Jeffrey Osborne, Kashif, Howard Hewett, Celia Cruz, Ne-Yo, Billy Ray Cyrus, Blue System
★★★★★★★★☆☆


Estela Raval

Estela Raval ‎- Estela Raval

Album: Estela Raval
Label: CBS
Year: 1971
Producer: Oscar Cardozo Ocampo

Η ισπανική διασκευή του τραγουδιού σε “Ahora Me Doy Cuenta Lo Muy Feliz” ήταν η λατινοαμερικανική απάντηση της Estela Raval στην Dionne Warwick, δυναμική, επιταχυμένη και πιο χορευτική ώστε να ταιριάζει στο ταπεραμέντο των λατίνων. Ο μαέστρος Oscar Obdulio Cardozo Ocampo γεννήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου στο Buenos Aires της Αργεντινής, γιος του συνθέτη Mauricio Cardozo Ocampo, και στην καριέρα του συνόδευσε με την ορχήστρα του δεκάδες καλλιτέχνες της χώρας του σε ηχογραφήσεις από το 1966: Los In, Fedra Y Maximiliano, Eduardo Rivas, Mercedes Sosa, Nana Caymmi, María Elena Walsh, Horacio Molina, Los Fronterizos, Domenico Modugno, Teresa Parodi κ.λπ.

Το “Ahora Me Doy Cuenta Lo Muy Feliz” της Estela Raval:

Estela Raval

H Estela Raval γεννήθηκε στις 19 Μάη 1929 με το όνομα Palma Nicolina Ravalto στο Buenos Aires της Αργεντινής και ήταν η πρώτη latin pop τραγουδίστρια στη χώρα της που ξέφευγε από τα παραδοσιακά latin ιδιώματα. Έγινε η τραγουδίστρια των Cinqo Latinos από το 1957 ως το 1969 μαζί με τους Carlos Santinori, Héctor Buonsanti, Mariano Brisiglione και Ricardo Romero, κάτι σαν την αργεντίνινη εκδοχή των Platters, παίζοντας rock ‘n’ roll, doo wop και διασκευάζοντας αμερικανικές επιτυχίες στα ισπανικά. Η Estela Raval κυκλοφόρησε οκτώ προσωπικά albums από το 1971 ως το 1982 και μετά όταν επανενώθηκαν οι Cinco Latinos ηχογράφησαν μαζί άλλα τέσσερα albums μετά το 1983.Η Estela Raval πέθανε στις 6 Ιουνίου 2012 από καρκίνο.
★★★★★★☆☆☆☆


Liz Damon’s Orient Express

Liz Damon's Orient Express ‎- Try A Little Tenderness

Liz Damon's Orient Express ‎– Vol. II

Liz Damon's Orient Express ‎– Loneliness Remembers (What Happiness Forgets)

Album: II, Try A Little Tenderness
Label: Delilah / Anthem
Year: 1971
Producer: George J.D. Chun

Με έμφαση στον εξωτισμό του ρυθμού και την τροπικότητα, η εκτέλεση των Liz Damon’s Orient Express από τη Χαβάη προκρίνει τις φωνητικές αρμονίες στο τραγούδι, τις στρογγυλεμένες γωνίες και το ευχάριστο αίσθημά του, ηχογραφημένο στα Annex Studios του Hollywood με ηχολήπτη τον Dave Wiechman, μαέστρο τον Joe Eich και παραγωγό τον George J.D. Chun. Προερχόταν από το δεύτερο album των τουριστικών Liz Damon’s Orient Express που κυκλοφόρησε δύο φορές μέσα στο 1971, μία από την εταιρία Delilah και μία από την Anthem. Η Anthem μάλιστα κυκλοφόρησε και σε single το τραγούδι με το “Quiet Sound” στην δεύτερη πλευρά, μία κυκλοφορία που μπήκε στο adult contemporary chart του Billboard (τότε easy listening) ως το Νο.29, ενώ το δεύτερο single που βγήκε από το album (“All In All” / “Walkin’ Bacwards Down The Road”) δεν μπήκε καν σε κάποιο chart. Όπως και το πρώτο album τους, έτσι και το δεύτερο ήταν φυσικά γεμάτο από αρμονικές αποδόσεις γνωστών τραγουδιών της εποχής τους: “Just Another Morning” του Michael Denton (1969), «Walkin’ Backwards Down The Road» της Dionne Warwick (1968), “Time And Love” της Laura Nyro που είχε κάνει επιτυχία η Barbra Streisand (1970), «Don’t Stop Now» των Originals (1970), “Try A Little Tenderness” του Otis Redding (1966), “Where You Lead” της Carole King (1971), “Where Do I Begin (Theme From Love Story)» του Andy Williams (1971) και “All In All” των Michael Colombier και Herb Alpert (1971).

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Liz Damon’s Orient Express:

Liz Damon's Orient Express

Οι Liz Damon’s Orient Express ήταν ένα από κείνα τα αρμονικά φωνητικά σχήματα που έκαναν θραύση στην sunshine pop των 60s και 70s, ένα συγκρότημα με ηγέτιδα την Liz Damon, την αδελφή της Edda Damon και την Sydette Sakauye, η οποία μετά το δεύτερο album τους αποχώρησε και αντικαταστάθηκε από την Merri Pherson, μαζί με τρεις ασιάτες τραγουδιστές για συνοδευτικές αρμονίες οι οποίοι εναλλάσσονταν μέσα στα χρόνια. Ο λόγος που συστάθηκαν ως group ήταν για να τραγουδούν στο Garden Bar του ξενοδοχείου Hilton στην Χαβάη, μία τουριστική ατραξιόν που τελικά έκανε καριέρα στα 70s, αφού το πρώτο album τους, “At The Garden Bar” το 1970 σημείωσε επιτυχία και έβγαλε μάλιστα και ένα πολύ δημοφιλές single που ανέβηκε ως το Νο.33 του pop chart στο Billboard και στο No.4 του adult contemporary (easy listening) chart, το “1900 Yesterday” με b-side το  “You’re Falling In Love”, αμφότερα τραγούδια που είχε πρωτοηχογραφήσει η Betty Everett το 1969. Αρχικά, οι Liz Damon’s Orient Express κυκλοφόρησαν τρία albums (1970 – 1973) και μετά μετακόμισαν στο Las Vegas κυκλοφορώντας ένα ακόμα album το 1978, το “Heaven In My Heart” ή “Cartan Tours Presents Liz Damon’s Orient Express – Packaged For Pleasure” κάτι σαν διαφημιστικό συμπλήρωμα του τουριστικού γραφείου Cartan Tours. To 1979 η Edda Damon κυκλοφόρησε και το σατυρικό, κωμικό album πρόζας “This Album Could be Hazardous to Your Ego!” στο οποίο αφηγείται διάφορες αστείες ιστορίες εν είδει stand-up comedy. Ο George J.D. Chun είναι θρυλικός παραγωγός στη μουσική σκηνή της Χαβάης από τις αρχές των 60s υπογράφοντας εκατοντάδες ηχογραφήσεις των Sonny Chillingworth, Marlene Sai, Carole Kai, Society Of Seven, Danny Kapoi Trio, Karl Davis, Leinaala Haili, Kawelo, Frank & Cathy κ.λπ.
★★★★★★☆☆☆☆


Terry Baxter His Orchestra & Chorus

Terry Baxter His Orchestra & Chorus - Burt Bacharach Hal David Treasury

Album: The Burt Bacharach Hal David Treasury
Label: Columbia House
Year: 1972
Producer: Betsy Cohen, Ron Lockhart

Η βιομηχανία του easy listening δούλεψε πυρετωδώς στα 60s και στα 70s για να παράγει μαζικά συλλογές και συμπαγείς κυκλοφορίες που εσωκλείουν όσα περισσότερα hits ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν και να αποδοθούν σε generic, στρογγυλεμένο ύφος για το ενήλικο κοινό. Μία από τις ορχήστρες που συστηματικά παρήγαγαν τόνους από easy listening ήταν αυτή του Terry Baxter ο οποίος φυσικά είχε πολύ ψηλά στις προτιμήσεις του το ρεπερτόριο του Burt Bacharach αφού προσφερόταν για άνευρη στρογγυλοποίηση. Η εταιρία που φιλοξένησε την πλειονότητα των ηχογραφήσεών του ήταν η Columbia House και οι παραγωγοί που συστηματικά επιμελούνταν αυτές τις κυκλοφορίες ήταν η Betsy Cook και ο Ron Lockhart, ηχογραφημένες στο Total Sound. Οι περισσότερες από αυτές τις κυκλοφορίες ντύνονταν σε εξώφυλλα με ειδυλλιακά ζευγάρια σε εξοχές, ένα kitsch concept που έγινε εμβληματικό στα 70s για τον κόσμο του easy listening. Είναι άξιο απορίας ότι δεν υπάρχουν ευρέως φωτογραφίες ούτε του ίδιου του Terry Baxter ούτε καν της ορχήστρας του. Η εκτέλεση του τραγουδιού του Bacharach από την ορχήστρα και την χορωδία του Terry Baxter είναι πληκτικά συνταγοποιημένη, βαρετή, σχεδόν σαν παρωδία.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Terry Baxter Orchestra:

★★☆☆☆☆☆☆☆☆


Carmela Corren

Carmela Coren - Raindrops

Album: Raindrops Songs By Burt Bacharach
Label: CBS
Year: 1974
Producer: Alex Weiss

Εβραϊκή απόδοση σε στίχους της Yvonne Behar και με τίτλο “הבדידות זוכרת [האל דיויד, ברט בכרך]” από την Carmela Corren (כרמלה קורן), χαρούμενη, κυριακάτικη και απόλυτα σύμφωνη με το κλίμα της αρχικής εκτέλεσης. Στο album της φόρο τιμής στα τραγούδια του Burt Bacharach, η Corren επιλέγει ως μερίδα του λέοντος στο track list του album της  “טיפות הגשם בלהיטי ברט בכרך”, επιτυχίες της Dionne Warwick (εκτός από το “Lonelinesss Remembers” τραγουδάει τα “Walk On By”, “Do You Know The Way To San Jose”, “I Say A Little Prayer”, “Windows Of The World”, “What The World Needs Now”, “Alfie”) συν το ομότιτλο του album της (B.J. Thomas) και το “Close To You” των Carpenters.

To הבדידות זוכרת [האל דיויד, ברט בכרך] της Carmela Corren:

Carmela Corren

Η Carmela Corren γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1938 στο Tel Aviv του Ισραήλ και έκανε μεγάλη καριέρα στα 60s κυρίως τη δεκαετία στην οποία γνώρισε τις μεγαλύτερες επιτυχίες της και λιγότερο στα 70s και μετά. Το 1956 την ανακάλυψε ο Ed Sullivan στην Ιερουσαλήμ και την κάλεσε στην εκπομπή του στη Νέα Υόρκη, η ίδια περιόδευσε με τον Cliff Richard στη Νότια Αφρική, έπαιξε σε ταινίες και στην τηλεόραση και από τις αρχές των 60s γνώρισε ιδιαίτερα μεγάλη επιτυχία στην κεντρική Ευρώπη (Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία) ενώ το 1963 εκπροσώπησε την Αυστρία στην Eurovision που έγινε στο Λονδίνο, κατακτώντας την έβδομη θέση στις δεκάξι χώρες με το «Vielleicht Geschieht Ein Wunder«. Η Carmela Corren κυκλοφόρησε πάνω από πενήντα singles και οκτώ albums τραγουδώντας σε γερμανικά, αγγλικά, εβραϊκά, ιουδαϊκά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, ελληνικά, ολλανδικά, ρωσικά και πολωνικά και μεταξύ 1966 – 1970 ήταν παντρεμένη με τον αυστριακό παραγωγό Horst Geiger. O Alex Weiss (אלכס וייס), ο έμπειρος μαέστρος, πιανίστας και ακκορντεονίστας που επιμελείται την ηχογράφηση, γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1929 στην Βουδαπέστη της Ουγγαρίας και με τις ορχήστρες του Alex Weiss and his Orchestra και CBS Israel Orchestra συν την ιδιότητά του ως μόνιμος μαέστρος της CBS του Ισραήλ έδωσε πνοή σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις ισραηλινών καλλιτεχνών (Aris San, Hedva & David, Arik Einstein, Mercedes Edri, Yehoram Gaon, Yossi Banai, Shula Chen, Chava Alberstein, Yaffa Yarkoni κ.λπ.). Πέθανε στις 10 Σεπτεμβρίου 2001.
★★★★★★☆☆☆☆


Stephanie Mills

Stephanie Mills ‎- For The First Time

Album: For The First Time
Label: Motown
Year: 1975
Producer: Burt Bacharach, Hal David

Μια ακριβής επανάληψη της ηχογράφησης της Dionne Warwick σε παραγωγή ξανά του Burt Bacharach, η εκτέλεση της Stephanie Mills, επίσης στα A&R Recording Studios της Νέας Υόρκης με ηχολήπτη τον Phil Ramone, φέρει το ίδιο αίσθημα, με τη διαφορά ότι η ερμηνεία της Mills είναι πολύ πιο εύθραυστη και συναισθηματικά φορτισμένη και η ενορχήστρωση δεν γίνεται από τον Burt Bacharach αλλά από τον Dave Matthews για να διαφοροποιηθεί στο ελάχιστο τουλάχιστον από την εκτέλεση της Warwick. Ο Dave Matthews (David Richard Matthews), κιμπορντίστας και μαέστρος από τη Sonora του Kentucky που είχε ξεκινήσει από μαέστρος του James Brown, στην πορεία του, συγκεκριμένα το 1975, έγινε εσωτερικός ενορχηστρωτής στην CTI του Creed Taylor (George Benson, Esther Phillips, Grover Washington, Hank Crawford, Idris Muhammad κ.λπ.) και είχε αρκετή εμπειρία ώστε να διακρίνει το εύθραυστο και τρυφερό στη φωνή της Mills για να φτιάξει μια ανάλογη ενορχήστρωση που δεν έχει συμφωνικές κορυφώσεις, διαθέτει όμως διακριτικότητα και στιλ.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” της Stephanie Mills:

Stephanie Mills

Η Stephanie Dorthea Mills γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου 1957 στο Bedford–Stuyvesant του Brooklyn της Νέας Υόρκης και ξεκίνησε από παιδί θαύμα σε ηλικία εννέα χρόνων να εμφανίζεται στο θεατρικό musical “Flynn” στο Broadway και η φήμη της εκτοξεύτηκε ως Dorothy στο Broadway musical του “Wiz”. Κυκλοφόρησε δεκάξι albums μεταξύ 1974 – 2004, έκανε ντουέτα με τον Teddy Pendergrass (1981), τον Robert Brookins (1988) και τον J.T. Taylor (1991) και ο πρώτος γάμος της από τους τρεις συνολικά που έκανε ήταν με τον Jeffrey Daniel των Shalamar στην τριετία 1980 – 1983. Οι μεγαλύτερες επιτυχίες της στο soul στερέωμα είναι το “Whatcha Gonna Do With My Lovin’” (1979, No.22 στα pop charts και No.8 στα r’n’b charts), “Never Knew Love Like This Before” (1980, No.6 στα pop charts, Νο.12 στα r’n’b charts και No.5 στα dance charts), “Two Hearts” (1981, No.40 στα pop charts, Νο.3 στα r’n’b charts, Νο.82 στα dance charts), “Medicine Song” (1984, No.65 στα pop charts, No.8 στα r’n’b charts, No.1 στα dance charts), “I Have Learned To Respect The Power Of Love” (1986, No.1 στα r’n’b charts), “I Feel Good All Over” (1987, No.1 στα r’n’b charts), «(You’re Puttin’) A Rush on Me» (1987, No.1 στα r’n’b charts), «Something in the Way (You Make Me Feel)» (1989, No.1 στα r’n’b charts) και «Home» (1989, Νο.1 στα r’n’b charts).
★★★★★★★☆☆☆


Dionne Farris & Charlie Hunter Duo

Dionne Farris Charlie Hunter Duo ‎– DionneDionne

Album: Dionne Dionne
Label: Free & Clear / Atlanta
Year: 2014
Producer: Dionne Farris, Charlie Hunter

Ακουστική lo-fi εκτέλεση με τη φωνή της Dionne Farris που συνοδεύεται μόνο από την κιθάρα του Charlie Hunter, ένα ντουέτο που τίμησε σε ένα album την Dionne Warwick και τα τραγούδια της. Η Dionne Farris λάτρευε την Dionne Warwick και ένας λόγος που ονομάστηκε έτσι από τους γονείς της είναι για να τιμήσουν την σπουδαία αγαπημένη τους τραγουδίστρια.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Dionne Farris & Charlie Hunter:

Dionne Farris Charlie Hunter

Η Dionee Yvette Farris γεννήθηκε στις 4 Δεκέμβρη 1969 στο Plainfield του New Jersey και μετά από σπουδές στο χορό και το τραγούδι ξεκίνησε να τραγουδάει το 1992 στους Arrested Development και κατέληξε να κυκλοφορεί τέσσερα προσωπικά albums (1994 – 2013) και ένα album μαζί με τον Charlie Hunter το 2014 ενώ πρόσφερε βοηθητικά φωνητικά από το 1992 σε TLC, Xscape, El Debarge, Van Hunt, Count Bass D, Guru κ.λπ. Ο Charlie Hunter γεννήθηκε στις 23 Μαϊου 1967 στο Rhode Island, ένας jazz κιθαρίστας, συνθέτης και μαέστρος με εξαιρετική τεχνική στην κιθάρα και με μεγάλη δισκογραφική παραγωγικότητα, κυκλοφόρησε είκοσι επτά albums από το 1993 αρχικά στην Blue Note και κατόπιν στην Ropeadope, τρία ακόμα με τους Groundtruther (2004 – 2007) και συμμετείχε σε δεκάδες ηχογραφήσεις των Garage A Trois, T.J. Kirk, Disposable Heroes Of Hiphoprisy, D’ Angelo, John Mayer, Stanton Moore κ.λπ.
★★★★★★★☆☆☆


Trapece

Trapece - Trapece

Album: Trapece
Label: De Paseo
Year: 2014
Producer: Trapece

Ήπια, μελωδική bossa εκτέλεση από τους ισπανούς Trapece, μία μπάντα που κυκλοφόρησε μόλις ένα album πριν διαλυθεί και αποτελούνταν από την τραγουδίστρια και στιχουργό Chity Cario, τον κιθαρίστα και συνθέτη Carlos Aguario, τον μπασίστα Carlos Torres, τον βιμπραφωνίστα Marcel Pascual και τον drummer Jose San Martin. Η φωνή της Chity Cario δεν είναι σπουδαία, έχει μια οικεία, «καθημερινή» χροιά και απολαμβάνει το τραγούδι χωρίς να διεκδικεί αξιώσεις και περγαμηνές.

Trapece

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Trapece:

★★★★★☆☆☆☆☆


Noël Akchoté

Noël Akchoté ‎- Paper Maché – Plays Burt Bacharach Vol. 1

Album: Paper Maché – Plays Burt Bacharach Vol. 1
Label: Noël Akchoté Downloads
Year: 2016
Producer: Noël Akchoté

Αχρείαστη κιθαριστική βινιέτα που χρησιμοποιεί το τραγούδι μόνο ως αφετηρία για ένα κιθαριστικό ιντερλούδιο που δεν θυμίζει σε τίποτα τη μελωδία του Burt Bacharach. O κιθαρίστας Noël Akchoté γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου στο Παρίσι και κινήθηκε στην avant garde jazz σκηνή έχοντας κυκλοφορήσει από το 1994 ως σήμερα πάνω από διακόσια albums, κυρίως ψηφιακές κυκλοφορίες.

Noël Akchoté

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” του Noël Akchoté:

☆☆☆☆☆☆☆☆☆


Morrissey

Morrissey - California Son

Album: California Son
Label: Étienne
Year: 2019
Producer: Joe Chiccarelli

Ο Morrissey είναι ο πρώτος άντρας που τόλμησε να ερμηνεύσει το “Loneliness Remembers” δίνοντας μια διαφορετική διάσταση στο τραγούδι που επί πενήντα χρόνια είχε την ετικέτα του γυναικείου και όχι άδικα βέβαια, αφού ο Burt Bacharach το έγραψε πάνω στην φωνή της Dionne Warwick και ο Hal David έγραψε στίχους που υποτίθεται έχουν σχεδόν αποκλειστική προνομιακή θέση στο γυναικείο ψυχισμό. Ωστόσο, η ερμηνεία του Morrissey επιστρέφει στις αξίες του crooning και δίνει δυναμισμό στο χαρακτήρα του αντιστρέφοντας το κλισέ σχετικά με το που φωλιάζει η μοναξιά μετά την απώλεια του έρωτα. Στο δίσκο του “California Son”, ο Morrissey τιμάει εκτός από τους Bacharach και David και άλλους σπουδαίους τραγουδοποιούς και τραγουδιστές, διασκευάζοντας Jobriath, Joni Mitchell, Bob Dylan, Buffy Saint Marie, Phil Ochs, Roy Orbsion, Laura Nyro, Jerry Fuller, Carly Simon, Tim Hardin και Melanie. Η μπάντα που χρησιμοποιεί στα Sunset Studios του Los Angeles, εδώ είναι πολύ λειτουργική και με μια χημεία που χρησιμοποιεί ως συνδετικό υλικό την ενορχήστρωση του Steve Aho. Ο Boz Boorer παίζει ακουστική κιθάρα, ο Jesse Tobias, ηλεκτρική κιθάρα, ο Sean Hurley μπάσο, ο Matthew Ira Walker, drums, ο Roger Manning, keyboards και ο Gustavo Manzur, synthesizer.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” του Morrissey:

Morrissey

Η αμφισβήτηση που έχει συγκεντρώσει ο Morrissey στο πρόσωπό του σχετικά με τις εθνικιστικές πολιτικές κλίσεις του και την υποστήριξή του στο ακροδεξιό κόμμα For Britain έχει αλλάξει σχεδόν ολοκληρωτικά τη θέση που κατείχε στις καρδιές των ακροατών του τα τελευταία σαράντα χρόνια. Ο ερμηνευτής που τολμούσε να τραγουδήσει για τη μοναξιά και την απώλεια από τους Smiths και μετά στην προσωπική καριέρα του, μοιάζει να καταστρέφει μονοκοντυλιά όσα έχτισε πάνω στο θυμικό του κοινού του και να στρέψει εναντίον του όλους εκείνους που τον είχαν στηρίξει στα media. Το “California Son” λοιπόν, με την αύρα της καλιφορνέζικης ευμάρειας αυτόματα ντύνεται έναν αέρα αφελούς δεξιάς χροιάς (ή ρεπουμπλικανικής) και είναι πραγματικά κρίμα γιατί πέρα από οτιδήποτε μπορεί να κουβαλάει στο κεφάλι του, ο Morrissey δεν μπορεί να ξεριζώσει από μέσα του μια πολύ συγκεκριμένη ευαισθησία, αυτήν που τον έστεψε βασιλιά της δυστυχίας της κρεβατοκάμαρας. Αν θεωρείται έκπτωση να κυκλοφορεί ο Morrissey έναν δίσκο με ρομαντικό crooning χωρίς αιχμές και χωρίς την καυστική προσωπική σφραγίδα στις συνθέσεις, τότε ναι, ίσως είναι αλήθεια ότι αλλοτριώθηκε και βαδίζει σε δρόμους που τον αποκόπτουν από την indie τροχιά του. Όμως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο ίδιος φαίνεται να μην έχει καθόλου ανάγκη αυτή την indie ατμόσφαιρα πια. Συνεργός σε αυτό, ένας παραγωγός που φαίνεται να ξέρει πώς να παρουσιάσει τα «δύσκολα» στο κοινό, χωρίς να χάσουν την εμπορική προοπτική τους. Ο Joe Chiccarelli από τη Βοστώνη της Μασσαχουσέτης, ηχολήπτης και παραγωγός έκανε καριέρα στο Los Angeles από το 1981 που ξεκίνησε τις παραγωγές για Robert Williams, Oingo Boingo, Willie Phoenix, Poco, Pat Benatar, Robert Tepper, Lone Justice, Stan Ridgway, Al Stewart στα 80s φτάνοντας ως τις δεκαετίες του 2000 και σε πιο εναλλακτικές rock μορφές όπως οι Steve Wynn, Shins, My Morning Jacket, Killers, Broken Social Scene κ.λπ.
★★★★★★★☆☆☆


The Dust Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

The Dust Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust Grain Four: Crosby, Stills, Nash & Young «Helpless»

The Dust Grain Five: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Six: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Seven: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Eight: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Nine: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Ten: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Eleven: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Twelve: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Thirteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fourteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Fifteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Sixteen: Propaganda «Dream Within A Dream»

The Dust Grain Seventeen: Robert Wyatt «Shipbuilding»

The Dust Grain Eighteen: Talking Heads «Listening Wind»

The Dust Grain Nineteen: Yazoo «Winter Kills»

The Dust Grain Twenty: Society «Commiserations»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »