All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

  • Follow All Gone on WordPress.com
  • Αρχείο Posts

    Ιουλίου 2015
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Ιουν    
     12345
    6789101112
    13141516171819
    20212223242526
    2728293031  

Specials – Ghost Town – Αφιέρωμα σε ένα μονίμως επίκαιρο αριστούργημα

Posted by gone4sure στο 11 Ιουλίου 2015

Το εξώφυλο του ep "Ghost Town"

Το εξώφυλο του ep «Ghost Town»

34 καλοκαίρια ακριβώς πριν, στις 11 Ιουλίου 1981, το «Ghost Town» ανέβαινε στο Νο.1 της Αγγλίας μετατρέποντας σε τραγούδι μια από τις χειρότερες, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, χρονιές της χώρας που γεννήθηκε. Σήμερα φαντάζει  επίκαιρο στην ελληνική πραγματικότητα σαν να μην έχει αλλάξει ούτε ένα κομμάτι του τρομακτικού παζλ από την Βρετανία των 1970′s στην Ελλάδα των 2010′s.

H Ελλάδα της μεταμνημονιακής εποχής θα μπορούσε να είναι η έμπνευση του Jerry Dammers των Specials για να γράψει μια καινούργια Πόλη Φαντασμάτων, όπως έκανε τότε 35 χρόνια πριν που γύρω του διαλύονταν τα πάντα (η χώρα του, οι φίλοι του μέχρι και η ίδια η μπάντα του) που κάρφωσε επί τρεις εβδομάδες στο Νο.1 του chart κάπως ειρωνικά αφού το σχήμα είχε ήδη διαλυθεί ακόμα και τη στιγμή που έπαιζαν στο Top Of The Pops – στα παρασκήνια της εμφάνισής τους, ο Terry Hall με τον Lynval Golding και τον Neville Staple ήδη είχαν συμφωνήσει τη δημιουργία των Fun Boy Three

 

To «Ghost Town» εκτός από ένα δυστοπικό classic που συνοψίζει σαν σε μια κάψουλα όλο το περιβάλλον και το κλίμα μιας εποχής, ένα αντανακλαστικό soundtrack της πραγματικότητας, είναι και ένα αριστούργημα της παράδοσης των rudies. Ακούγεται φρέσκο, σημερινό, παλλόμενο σαν μια παρακαταθήκη για το μέλλον και ίσως μια «ενοχλητική» υπενθύμιση της παρακμής της δυτικής κοινωνίας. Ο πολύς κριτικός και συγγραφέας Dave Marsh το χαρακτήρισε ως απάντηση στο «Street Fighting Man» των Rolling Stones και το κατέταξε στα 1000 σημαντικότερα τραγούδια όλων των εποχών, στο βιβλίο του «The Heart Of Rock & Soul» και οι τρεις μουσικές εφημερίδες της Βρετανίας, New Musical Express, Melody Maker και Sounds, το ανακήρυξαν καλύτερο single της χρονιάς και έμελλε να γίνει ένας εμβληματικός εθνικός αντι-ύμνος για ένα έθνος που υπέφερε.

To σεπτέτο από το Coventry: διαδοχικά ονομάστηκαν Coventry Automatics, Automatics, Specials και Special A.K.A.

To σεπτέτο από το Coventry: διαδοχικά ονομάστηκαν Coventry Automatics, Automatics, Specials και Special A.K.A.

Οι Specials από το Coventry ξεκίνησαν ως Automatics το 1977 και πήραν το τελικό όνομά τους μέχρι το 1979 που κυκλοφόρησαν το ομότιτλο ντεμπούτο τους, σχηματισμένοι από τον Jerry Dammers μία από τις πιο σημαντικές φιγούρες του βρετανικού post punk που ευθύνεται στο μεγαλύτερο βαθμό για την αναβίωση του τζαμαϊκανού ska, την ανάσυρση στην επιφάνεια του τέλους των 70’s, των blue beat και brit reggae ηχογραφήσεων των 60’s, την μόδα των neo-mods και των rudies και φυσικά την δημιουργία της ανεξάρτητης 2-Tone. Όταν το «Ghost Town» πήγε στο Νο.1 της Αγγλίας το καλοκαίρι του 1981, οι Specials είχαν ήδη στο ενεργητικό τους, δύο albums, μία σειρά από πετυχημένα singles (το ντεμπούτο τους «Gangsters» και το «Too Much Too Young» κορυφαία εμβλήματα μιας εποχής) και μία πολύ σημαντική, επιδραστική παρουσία στο post punk σκηνικό, έχοντας συγκεντρώσει γύρω τους σχήματα όπως οι Selecter, οι Madness, οι Beat, οι Bad Manners, οι Bodysnachers και οι Swinging Cats που οδηγούσαν το neo-ska – mod ρεύμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με την στήριξη του κινήματος Rock Against Racism και Anti-Nazi League κατά του φασιστικού Εθνικού Μετώπου που στα μέσα των 70’s αύξανε ανησυχητικά τις δυνάμεις του. Ίσως όλη η ιστορία του Rock Against Racism που σχεδόν ταυτίζεται στην εποχή του τέλους των 70’s με την ίδρυση, τη δράση και την επιτυχία της 2-Tone, ξεκίνησε… με αφορμή έναν προκλητικό μεθυσμένο rock star και έναν ακροδεξιό πολιτικό.

Οι εμπρηστικές δηλώσεις του Eric Clapton στη συναυλία του στο Odeon του Birmingham στις 5 Αυγούστου 1976 έγινε η αφορμή για τη δημιουργία του Rock Against Racism

Οι εμπρηστικές δηλώσεις του Eric Clapton στη συναυλία του στο Odeon του Birmingham στις 5 Αυγούστου 1976 έγινε η αφορμή για τη δημιουργία του Rock Against Racism

«Εχουμε καθόλου ξένους στο κοινό σήμερα;» Ο Eric Clapton ανέβηκε στη σκηνή του Οdeon στο Birmingham στις 5 Αυγούστου 1976 μεθυσμένος και όσο περνούσε η βραδυά γινόταν όλο και χειρότερα. «Αν υπάρχουν, παρακαλώ να σηκώσουν τα χέρια τους. Νομίζω ότι σήμερα πρέπει να ψηφίσουμε υπέρ του Enoch Powell.» Επί σκηνής στο Odeon του Birmingham, στην καρδιά της μεταναστευτικής περιοχής της μέσης Βρετανίας, ο κιθαρίστας, γνωστός και ως Θεός, δήλωσε ανοιχτά την υποστήριξή του στον ακρδεξιό πολιτικό που έγινε περισσότερο γνωστός για την υποστήριξή του στην αναγκαστική απέλαση του μαύρου πληθυσμού της Βρετανίας (ο ίδιος πολιτικός που έμεινε στην ιστορία για την ομιλία του περί «ποταμών αίματος», εμπνεόμενος από την Αινειάδα του Βιργίλιου: «όπως βλέπω στο μέλλον, έχω μια προαίσθηση, σαν τον Ρωμαίο, βλέπω «τον Τίβερη ξεχειλισμένο στο αίμα»). Μέσα στη βραδυά ακούστηκαν διάφορα τσιτάτα από το στόμα του Clapton: «πετάξτε τους αράπηδες έξω», «κρατήστε την Βρετανία λευκή» και «στείλτε τους όλους πίσω».

Ο Clapton έριχνε άλλο ένα κούτσουρο στη φωτιά της έκρηξης του punk που ερχόταν. Την επόμενη εβδομάδα και οι τρεις μεγάλες μουσικές εφημερίδες, το Sounds, το Melody Maker και το New Musical Express δημοσίευσαν μία επιστολή των Red Saunders, David Widgery και Syd Shelton: «Έλα Eric, μαζέψου» έγραφε η επιστολή. «Η μισή μουσική σου είναι μαύρη. Είσαι ο μεγαλύτερος αποικιοκράτης του rock. Θέλουμε να οργανώσουμε ένα κίνημα των χαμηλών στρωμάτων ενάντια στο ρατσιστικό δηλητήριο στη μουσική. Προσφέρουμε την υποστήριξή μας στο Rock Ενάντια στο Ρατσισμό.» Ως υστερόγραφο η επιστολή απευθυνόταν στον Clapton ειρωνικά, σχετικά με τη μεγάλη επιτυχία που είχε κανει διασκευάζοντας, ένα χρόνο πριν, το «I Shot The Sherriff» που είχε γράψει ο Bob Marley και είχε κυκλοφορήσει με τους Wailers, το 1973 στο album «Burnin’«: «Ποιος πυροβόλησε το σερίφη, Eric; Σίγουρα, όχι εσύ…» Μέσα στις επόμενες επτά μέρες, η επιστολή είχε 140 απαντήσεις από το κοινό.

Αυθεντική κονκάρδα με το λογότυπο του Rock Against Racism

Αυθεντική κονκάρδα με το λογότυπο του Rock Against Racism

Μέσα στα επόμενα επτά χρόνια, άλλαξε το πρόσωπο της Βρετανίας. Το Rock Against Racism (RAR) παραμένει η πιο αποφασιστική δράση για πολιτική αλλαγή στην ιστορία της μουσικής. Συντασσόμενο τόσο νωρίς και τόσο δυναμικά με τις δυνάμεις του punk rock, έγινε αναπόσπαστο μέρος του, ένα εστιακό σημείο τόσο δυνατό που ακόμα και όταν όλες οι punk ιδέες κατέρρεαν και γινόταν ταχύτατα φανερό ότι η ανεργία, η φτώχεια και η πείνα δεν θα ήταν ηλεκτρικές κιθάρες, το RAR θριάμβευσε. Ίσως ο ρατσισμός να μην εξολοθρεύθηκε. Αλλά η κουλτούρα της άγνοιας (και της αδιαφορίας), η οποία αποτελεί το πιο γόνιμο έδαφος για το ρατσισμό, σίγουρα πλήγηκε καίρια και στερήθηκε κατά πολύ την πρώτη ύλη της.

Ο Eric Clapton έσπευσε να αναθεωρήσει. Ήταν μεθυσμένος είπε, έκανε πλάκα. Τελικά ακόμα και οι πιο λυσσώδεις πολέμιοί του συμφώνησαν ότι μερικές φορές, κάποιος μπορεί να πει πράγματα που είναι εντελώς άκυρα, συνήθως επειδή γιατί δεν έχει κάτσει να τα σκεφτεί από πριν. Ο Clapton αντέδρασε σε ένα προσωπικό περιστατικό που συνέβη (ένας Άραβας τσίμπησε τον πισινό της γυναίκας του) αλλά όταν παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος, δεν ζήτησε ποτέ συγνώμη. Διότι, με την τόσο βάρβαρη ανακίνηση ενός θέματος που σιγόκαιγε κάτω από την επιφάνεια της βρετανικής κοινωνίας για πάνω από είκοσι χρόνια, βοήθησε την ίδια αυτή κοινωνία να κάνει ένα βήμα το οποίο επί τόσα χρόνια «ενσυνείδητης πολιτείας» δεν είχε καταφέρει να πραγματοποιήσει.

Skinheads του φασιστικού Εθνικού Μετώπου

Skinheads του φασιστικού Εθνικού Μετώπου

Το ρατσιστικό ζήτημα που ανακινήθηκε στα μέσα των 70’s έγινε άλλοθι για τις μεθόδους καταστολής της κυβέρνησης αργότερα προκειμένου να παταχθεί η εγκληματικότητα. Στην ουσία όμως, αυτό που φαινόταν σαν διαμάχη μεταξύ λευκών και μαύρων από τα media ήταν μια ακόμα έκφανση της πολιτικής αστάθειας, της κοινωνικής απόγνωσης και της απελπισίας ενός έθνους σε πλήρες αδιέξοδο. Μέχρι το 1981, οι διαμάχες σε διαδηλώσεις μεταξύ Rock Against Racism και του φασιστικού Εθνικού Μετώπου κιλήδωναν σχεδόν κάθε συναυλία της 2-Tone που συγκέντρωνε ένα μεικτό ακροατήριο από rudies, mods και skinheads. To 1981 μέσα σε 12 μόλις μήνες, τα νούμερα της ανεργίας ήταν αμείλικτα: οι άνεργοι αυξήθηκαν από 1,5 εκατομμύριο σε 2,5 ενώ το ποσοστό ανεργίας στις εθνικές μειονότητες αυξήθηκε στο 82% τον ίδιο χρόνο.

Αστυνομικοί συλλαμβάνουν νεαρό που συμμετείχε στην εξέργερση του 1981 στο Brixton.

Αστυνομικοί συλλαμβάνουν νεαρό που συμμετείχε στην εξέργερση του 1981 στο Brixton.

Μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Απριλίου 1981 η αστυνομία του Brixton επέβαλλε μια πολιτική που έμεινε στην ιστορία με το μνημειώδες θατσερικό διάταγμα «Operation Swamp ’81» παίρνοντας το όνομά του από τη θρυλική δήλωση της Margaret Thatcher το 1978 ότι η «Βρετανία θα βούλιαζε στο βάλτο από ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων». Μέσα σε έξι μέρες 943 άνθρωποι εξετάστηκαν στο δρόμο από αστυνομικούς ντυμένους με πολιτικά ρούχα. Στις 10 Απριλίου ξέσπασε η πρώτη ταραχή στο Brixton. Μέσα στις επόμενες δέκα μέρες πάνω από 100 άνθρωποι συνελλήφθησαν και 15 αστυνομικοί τραυματίστηκαν σε συμπλοκές στο Finsbury Park, το Forest Gate και το Ealing. Άλλες 350 συλλήψεις έγιναν εκτός Λονδίνου. Στο Coventry την πατρίδα των Specials, ένας ασιάτης έφηβος, ο Samtam Gill σκοτώθηκε σε μια ρατσιστική επίθεση και στις ταραχές που ακολούθησαν μεταξύ skinheads και εθνικών μειονοτήτων έγιναν 80 συλλήψεις. Με αφορμή την κυκλοφορία του «Ghost Town» ο Dammers είχε κανονίσει να δώσουν οι Specials συναυλία στη γεννέτειρά τους στο Coventry στις 20 Ιουνίου αλλά φημολογούμενη επίθεση του Εθνικού Μετώπου είχε ως αποτέλεσμα να είναι μισοάδειος ο χώρος.

Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό οι Specials αντιμετώπιζαν τρομερές εντάσεις και διαμάχες μεταξύ τους, επί έξι μήνες είχαν σταματήσει να δουλεύουν ως σχήμα για να πάρουν τις αποστάσεις τους αλλά η φλόγα του Dammers να φτιάξει το απόλυτο τραγούδι τους, αυτό που θα στεφάνωνε την δράση τους τα τελευταία πέντε χρόνια, δεν είχε σβήσει. Λέγεται ότι η πρώτη ύλη που είχε ο Jerry Dammers για να συνθέσει το «Ghost Town» ήταν το «7 Wonders Of The World» των Prince Buster’s All Stars, ένα στοιχειωτικό instrumental που κυκλοφόρησε στην Blue Beat το 1967…

Ο παραγωγός του "Ghost Town", John Collins

Ο παραγωγός του «Ghost Town», John Collins

Ο John Collins, παραγωγός και ιδιοκτήτης της reggae εταιρίας Local Records εξηγεί αναλυτικά τη διαδικασία της παραγωγής του «Ghost Town»: «Ξεκίνησε με ένα τηλεφώνημα του Jerry Dammers τον Μάρτιο του 1981. Είχε ακούσει έναν reggae δίσκο που είχα φτιάξει στο σπίτι μου στο Tottenham, το «At The Club» του Victor Romero Evans και με ρώτησε αν θα ενδιαφερόμουν να κάνω παραγωγή στους Specials. Καχύποπτος ότι μπορεί να είναι φάρσα, δέχτηκα ωστόσο να πάω μέχρι το Coventry δύο μέρες μετά για να γνωρίσω την μπάντα και ήταν μεγάλη η έκπληξή μου όταν διαπίστωσα ότι σοβαρολογούσαν. Και αυτή εξεπλάγησαν επειδή ήμουν λευκός. Υπήρχαν ξεκάθαρα εντάσεις μεταξύ τους, είχαν ανάγκη να τους ενώσει και φαίνονταν πρόθυμοι να συνεργαστούμε. Ο Jerry ήταν απογοητευμένος από την τεχνολογία και τα ακριβά στούντιο και του άρεσε η σπιτική προσέγγισή μου και η δράση μου στη reggae. Είχε βρει ένα οχτακάναλο στούντιο στο Leamington και ενώ ήταν μόλις δύο βήματα από τους Specials ήταν και ένα βήμα από το δικό μου τετρακάναλο στούντιο που είχα στο σπίτι. Αποφασίστηκε να πάμε εκεί να ηχογραφήσουμε τρία τραγούδια για το επόμενο single της μπάντας. Μου έδωσαν ένα συμβόλαιο με 2% μερίδιο και 1500 λίρες προκαταβολή, που είναι καλή συμφωνία για έναν άγνωστο παραγωγό. Κι έτσι ξεκίνησε το πείραμα. Την πρώτη μέρα στο στούντιο ήθελα να ηχογραφήσουμε τα ρυθμικά μέρη: τύμπανα, μπάσο, ρυθμική κιθάρα και όργανο. Οι Specials συνήθως ηχογραφούσαν όλοι μαζί παίζοντας ζωντανά αλλά εγώ είχα συνηθίσει να χτίζω το μουσικό υπόβαθρο του τραγουδιού κομμάτι – κομμάτι. Έτσι κι αλλιώς δεν θα χωρούσαν και οι επτά στο στούντιο.»

O John Collins έπαιξε στον drummer John Brudbury ένα κομμάτι του Gregory Isaacs, το «Oh What A Feeling» σε παραγωγή Sly & Robbie για να συλλάβει το αίσθημα. Ακολούθησαν και οι υπόλοιποι μουσικοί στο στούντιο, ο μπασίστας Horace Panter, ο Jerry Dammers με ένα Hammond όργανο που υπήρχε στο στούντιο, η lead κιθάρα του Roddy Radiation Byers και η ρυθμική κιθάρα του Lynval Golding, συν τα πνευστά του Rico Rodriguez (τρομπόνι) και του Dick Cuthell (fluegelhorn). Τα βοηθητικά φωνητικά στο υπόβαθρο, των Neville Staple, Jerry Dammers, Terry Hall και Lynval Golding ηχογραφήθηκαν σε όλη τη διάρκεια των ρυθμικών μερών του κομματιού έτσι ώστε να μπορεί αργότερα να μιξάρει όπου και όπως θέλει ο John Collins. Ηχογραφήθηκε και ένα rap μέρος του Terry Hall ως toasting αλλά δε βρήκε τη θέση του στην τελική μίξη γιατί ο Collins ήθελε να κρατήσει την επτάιντση εκτέλεση του κομματιού κοντά στα τρία λεπτά. Για αυτό και το solo στο τρομπόνι του Rico Rodriguez συμπεριλήφθηκε μόνο στην δωδεκάιντση εκτέλεση. Ο Collins αναγκάστηκε να «χωρέσει» και το φλάουτο του Paul Heskett από τους Swinging Cats, που ο Dammers το ήθελε οπωσδήποτε. Χρειάστηκε άλλες τρεις εβδομάδες μίξης του τραγουδιού στο σπίτι του στο Tottenham και στο τέλος πρόσθεσε και το εφέ του φαντάσματος από το Transcendent synthesizer στην εισαγωγή και στο κλείσιμο του τραγουδιού.

Ο Dave Thompson στο βιβλίο του «Wheels Out Of Gear: 2 Tone The Specials And A World In Flame» το 2004 συνόψισε με υποδειγματικό τρόπο το συναρπαστικό αφήγημα που γέννησε το «Ghost Town» στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του, πριν από τον επίλογο, ολοκληρώνοντας έτσι την καταγραφή του περιπετειώδους χρονικού των Specials και μαζί με αυτούς, την χαρτογράφηση μιας ολόκληρης, συγκλονιστικής εποχής.

«Στις 5 Ιουνίου 1981, η 2-Tone κυκλοφόρησε το πρώτο single της για τους τελευταίους έξι μήνες, το «Ghost Town» των Specials. Ηχογραφήθηκε στο Leamington τον Απρίλη, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης των Specials εκεί για τη συναυλία της Αντι-ρατσιστικής Επιτροπής αλλά η διαδικασία της ηχογράφησης ήταν απλά μια κατάληξη αυτού που ο Terry Hall περιέγραψε ως «μήνες γεμάτοι πρόβες στο στούντιο», μία περίοδος γεμάτη διαφωνίες, αντιδικίες και αδιεξοδικές αρνήσεις. Ο ίδιος ο Dammers έφευγε από τις πρόβες πολλές φορές έξαλλος όταν κάποιος απέρριπτε τις ιδέες που είχε.

Η κατάσταση ήταν περίπλοκη λόγω της ίδιας της φύσης του τραγουδιού. Σύμφωνα με τον Roddy Radiation, «ο Jerry τα είχε σχεδιάσει όλα μόνος του στο κεφάλι του». Ο Dammers συμφωνεί: «Το «Ghost Town» δεν ήταν ένας αυτοσχεδιασμός με ελεύθερη για όλους συμβολή σε αυτό» δήλωσε στην Guardian το 2002. «Κάθε του κομματάκι είχε δουλευτεί και μελετηθεί.» Ισχυρίστηκε ότι είχε ξεκινήσει να δουλεύει το τραγούδι, τουλάχιστον ένα χρόνο νωρίτερα, με σκοπό να δημιουργήσει κάτι που θα συνόψιζε όλα όσα είχαν κάνει οι Specials ή όλα θα μπορούσαν να έχουν κάνει. Ήξερε πόσο σκληρά αντιδρούσαν τα μέλη της μπάντας στη δικτατορία του. Αν μπορούσε να τους αποδείξει ότι ήξερε τι έκανε, παραδίδοντας τον καλύτερο δίσκο που ο καθένας τους είχε ποτέ του φανταστεί, ίσως τα πράγματα να επανερχόντουσαν στο κανονικό.

Ο Jerry Dammers προσπαθούσε να ισορροπήσει τις εντάσεις στις τάξεις των Specials. Τα υπολοιπα μέλη τον κατηγορούσαν για ολοκληρωτικό και συγκεντρωτικό.

Ο Jerry Dammers προσπαθούσε να ισορροπήσει τις εντάσεις στις τάξεις των Specials. Τα υπολοιπα μέλη τον κατηγορούσαν για ολοκληρωτικό και συγκεντρωτικό.

Η ανταρσία όμως, είχε προχωρήσει πολύ μακριά. Ο Neville Staples απαντούσε στις απαιτήσεις του Dammers με ένα ειρωνικά δουλοπρεπές «Ναι, Αφέντη…«, ο Radiation σε κάποια στιγμή του αμόλησε ένα «Jawol mein Fuehrer«. Τα πράγματα γινόντουσαν αλλά με έναν ρυθμό σαλιγκαριού σε σημείο που υπήρχαν στιγμές που φαινόταν ότι το τραγούδι δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ – διότι ακόμα και αν ολοκληρωνόταν, πάντα κάποιος θα περίμενε στη γωνία να το σαμποτάρει. Ο Dammers θυμάται μια περίπτωση που, όταν ηχογραφούσαν τα πνευστά με το παράφωνο jazz άρωμα, ο Golding ξαφνικά εισέβαλλε στο χώρο της κονσόλας και παραπονέθηκε ότι ακουγόταν εντελώς λάθος. Μια άλλη στιγμή, είπε, ο Radiation άρχισε να κλωτσάει τον τοίχο του στούντιο της κονσόλας σαν να προσπαθεί να διαπεράσει τον τοίχο και να βγει από την άλλη. Χρειάστηκαν πολλές πυρετώδεις παρακλήσεις από τον Dammers και η επιμονή του ότι έφτιαχναν τον «καλύτερο δίσκο που έχει γίνει στην ιστορία γενικά» για να πείσει τον εξαγριωμένο ηχολήπτη John Rivers να μην τους πετάξει όλους έξω από το στούντιο.

Μόνο όταν τελείωσαν την ηχογράφηση ομολόγησε ο Hall ότι «φαινόταν ότι θα διαρκέσει για πάντα (όμως) ήταν μία φανταστική διαδικασία η ηχογράφηση αυτού του δίσκου. Ακουγόταν τόσο αλλόκωτος…» Χτισμένο πάνω σε μια ενορχήστρωση που έμοιαζε κατά το ήμισυ σαν καμπαρέ της Βαϊμάρης και κατά το άλλο μισό σαν εισαγωγή στο σκοτεινό «Jonah» του reggae star, Keith Hudson, το «Ghost Town» ήταν ένας στοιχειωτικός και στοιχειωμένος θρήνος για μια πόλη, μια χώρα, έναν τρόπο ζωής που είχαν σφραγιστεί από την φτώχεια, την ανεργία, το φόβο και την κυβέρνηση. Ο Dammers εξήγησε τη γέννηση των πικρών στίχων: «Η χώρα διαλυόταν. Ταξίδευες από πόλη σε πόλη και αυτό που συνέβαινε ήταν τρομερό. Στο Liverpool όλα τα καταστήματα ήταν διαλυμένα, όλα έκλειναν. Η Margaret Thatcher προφανώς είχε αποτρελλαθεί, έκλεινε όλες τις βιομηχανίες, πετώντας εκατομμύρια ανθρώπων στην ανεργία. Το βλέπαμε μπροστά μας γιατί περιοδεύαμε τότε. Ένιωθες την αγωνία και την οργή στο ακροατήριο. Στην Γλασκώβη είδαμε κάτι ηλικιωμένες κυρίες στους δρόμους να πουλάνε το νοικοκυριό τους, τα φλυτζάνια τους, τους δίσκους τους. Ήταν απίστευτο. Ήταν σαφές ότι κάτι πήγαινε πάρα πάρα πολύ λάθος.»

Σύμφωνα με τον αρχιαστυνόμο Kenneth Oxford οι περισσότεροι μαύροι του Liverpool ήταν αποτέλεσμα της συνεύρευσης από λευκές πόρνες και μαύρους ναυτικούς.

Σύμφωνα με τον αρχιαστυνόμο Kenneth Oxford οι περισσότεροι μαύροι του Liverpool ήταν αποτελέσματα των συνευρέσεων που ειχαν λευκές πόρνες και μαύροι ναυτικοί.

Αρχικά, ο δίσκος φάνηκε να πέφτει σε κουφά αυτιά. To ραδιόφωνο στην αρχή ξεκάθαρα το αγνόησε όσο μπορούσε και μεσολάβησαν δύο εβδομάδες πριν το τραγούδι μπει στο βρετανικό chart. Όταν μπήκε όμως φαινόταν ασταμάτητο. Νο.21 στις 20 Ιουνίου, την επόμενη εβδομάδα στο Νο.6 και όταν οι Specials έπαιζαν συναυλία στο Leeds ανέβηκε στο Νο.2 συμπιεσμένο ανάμεσα στο «One Day In Your Life» του Michael Jackson και το φρενήρες χορευτικό «Can Can» των Bad Manners – η έκτη συνεχόμενη επιτυχία τους. Την επόμενη Τρίτη -την ίδια μέρα που 250 νεαροί επέλασαν στο προάστιο του βόρειου Λονδίνου, Wood Green, σπάζοντας παράθυρα καταστημάτων και πολεμώντας με την αστυνομία, την ίδια μέρα που ο αρχιαστυνόμος της πόλης, Kenneth Oxford έβαλε το λιθαράκι του στις φυλετικές σχέσεις διακηρύσσοντας ότι οι περισσότεροι μαύροι κάτοικοι του Liverpool ήταν το «αποτέλεσμα των σχέσεων που έκαναν οι λευκές πόρνες με τους μαύρους ναυτικούς»- το «Ghost Town» έφτασε στο Νο.1 του chart, αποτελώντας εκ των συνθηκών, πνευματικά και πλέον αναπόφευκτα το soundtrack στο πιο βάρβαρο καλοκαίρι που γνώρισε ποτέ η σύγχρονη Βρετανία. Το ξέσπασμα του Oxford ήταν συγκλονιστικό. Προφανώς προσπαθώντας να επιβεβαιώσει όλους εκείνους που έτρεμαν στην ιδέα ότι οι προφητείες του Enoch Powell δεν θα έβγαιναν αληθινές, διακήρυξε ότι οι «κλέφτες και οι απατεώνες» που εδρεύουν στο Toxteth και μόνο αυτοί, ήταν υπεύθυνοι για το ξεκίνημα των ταραχών, ότι «οι ανεύθυνοι γονείς» είναι αυτοί που φταίνε επειδή αφήνουν τα παιδιά τους να βγαίνουν στο δρόμο για να συμβάλλουν στο μακελειό. «Δεν έχω καμία αμφιβολία» επέμεινε, ότι «αυτές δεν είναι ρατσιστικές ταραχές».

Το κακό ήταν, τουλάχιστον όσο αφορά στην τελευταία του διακήρυξη, ότι είχε δίκιο. Ή ίσως, δεν ήταν λάθος.

Μέσα στην χιονοστιβάδα της οικονομικής αστάθειας και της κοινωνικής σύγχισης που χαρακτήρισαν την Βρετανία των 70’s, σε μια κοινωνία που το έγκλημα στους δρόμους, ο πληθωρισμός, η εργασιακή ανασφάλεια, οι διαμάχες των εργατών και η διαφθορά σε κάθε επίπεδο του κατεστημένου είχε γίνει η μόνη πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπων, οι φυλετικές σχέσεις έγιναν θέμα όχι επειδή η ίδια η κοινωνία ήταν απαραίτητα ρατσιστική αλλά επειδή όλοι οι άνθρωποι σε μία κρίση, τείνουν να συνασπίζονται για αλληλεγγύη. Περιοχές όπως το Southall, το Brixton, το Handsworth, το Toxteth και το St. Paul’s έχουν καταγραφεί ως γκέτο. Δικαίως. Όμως γκετοποιημένοι δεν είναι και οι πλούσιοι γείτονές τους στα εξοχικά τους και στους πύργους τους; Και η μεσαία τάξη δεν είναι κλεισμένη σε κλουβιά στα προάστια και στις πόλεις – κοιμητήρια; Το ίδιο δε συμβαίνει σε όλη την κλίμακα της κοινωνίας; Δεν αντιδρούν αυτές οι ομάδες με την ίδια καχυποψία όταν μπαίνουν ξένοι στις περιοχές τους; «Πάει η γειτονιά μας» (There Goes The Neighborhood) ακουγόταν παντού στο Hackney όταν εγκαταστάθηκαν εκεί οι yuppies, το ίδιο και στο Notting Hill όταν κατέφτασαν οι πρώτοι μετανάστες από τις Δυτικές Ινδίες.

Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η Βρετανία είναι μια εγγενώς μη ανεκτική χώρα. Απλά χρειάζεται να ρίξεις μια ματιά στις φυλετικές ταραχές του τέλους των 50’s -ή του τέλους των 90’s- για να καταλάβεις ότι οι μαύροι ίσως θεωρούσαν τους εαυτούς τους πιο ανεπιθύμητους κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Ελισσάβετ Β’ απότι 400 χρόνια νωρίτερα. Η τωρινή βασίλισσα κάποτε παραπονέθηκε ανοιχτά ότι «αρκετοί μαύροι σκλάβοι έχουν εγκατασταθεί στο βασίλειο και είναι ήδη πολλοί τέτοιου είδους άνθρωποι πλέον». Συγκριτικά με την εμπειρία άλλων δυτικοποιημένων εθνών, τα σοβαρότερα φυλετικά περιστατικά της Βρετανίας είναι σποραδικά και έχουν αποφασιστικά εξαλειφθεί – όπως απέδειξε η ύπαρξη των κινημάτων Rock Against Racism και του Anti-Nazi League. Οι δημοσκοπήσεις του 1979 συνέτριψαν το Εθνικό Μέτωπο και μέσα σε τρία χρόνια σχεδόν εξολοθρεύθηκε, μία νίκη που επέτρεψε στο Anti Nazi League να διαλυθεί και επίσημα το 1982. Οι πολιτικοί στόχοι του Εθνικού Μετώπου θα εμφανίζονταν ξανά, φυσικά αλλά για κάθε δράση υπάρχει και μια αντίδραση, για κάθε δηλητήριο υπάρχει ένα αντίδοτο. Λέγεται Κοινωνία. Αν ήταν όλοι να συμφωνούσαμε με όλους, θα είχαμε παρανοήσει από την πλήξη.

Το εξώφυλλο του single "Cast Of Thousands" των Adverts (1979)

Το εξώφυλλο του single «Cast Of Thousands» των Adverts (1979)

Φυσικά υπήρχαν ρατσιστές σε θέσεις εξουσίας και γινόταν κατάχρηση αυτής της εξουσίας από τους ανθρώπους που τις κατείχαν. Οι ίδιες αυτές θέσεις εξουσίας καλύπτονταν συχνά από εγκληματίες, ψεύτες, κλέφτες και απατεώνες και όλοι τους απολάμβαναν αυτή την κατάχρηση και όλοι τους φέρουν προσωπικές ευθύνες για την κόλαση στην οποία έπεσαν μεγάλες μερίδες της βρετανικής κοινωνίας. Ανεργία, πληθωρισμός, αστυνομική βαρβαρότητα, λίστες αναμονής σε νοσοκομεία και ο κατάλογος με τα βασανιστήρια συνεχίζεται. Όταν κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1979, σε μια χρυσή εποχή που ήδη έμοιαζε μακρινή, το ομότιτλο τραγούδι που έκλεινε το δεύτερο album «Cast Of Thousands» των Adverts με έναν ζοφερό κατάλογο από τις καθημερινές αγωνίες του κόσμου, που καθεμιά αναφερόταν σαν πηχιαίος τίτλος εφημερίδας, όλες όμως πολύ φρικτές για να αναφερθούν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο: «βιασμοί, νοικοκυρές που εγκαταλείπουν τους συζύγους τους, ζωές των άλλων, σεισμοί, πλυμμήρες, άνθρωποι στη λάσπη, νοσοκομειακά περιστατικά, βρετανικά όπλα σε άλλες χώρες…» και το πιο φρικτό όλων «όλοι οι ανθρώπινοι δαυλοί στη φωτιά, ειδικά για σένα.» Το αυθεντικό εξώφυλλο του δίσκου της μπάντας εικόνιζε τον βουδιστή μοναχό που αυτοπυρπολήθηκε διαμαρτυρόμενος για τον πόλεμο του Βιετνάμ το 1964 αλλά η δισκογραφική εταιρία τους, RCA, το απέρριψε με το επιχείρημα της δημόσιας αιδούς. Πόσο θλιβερό ήταν που άλλοι φύλακες του εθνικού ήθους δεν σοκάρονταν με τον ίδιο τρόπο όταν έκαναν δικές τους τερατωδίες.

Το μεγαλύτερο κακό που έβλεπαν οι λευκοί που βρίσκονταν στην εμπροσθοφυλακή κατά τη διάρκεια των μεγαλύτερων πολιτικών διαμαχών στα τέλη των 70’s, ήταν η απειλή του Εθνικού Μετώπου. Αλλά για τους ανθρώπους που απειλούνταν περισσότερο από τους φασίστες, το Εθνικό Μέτωπο ήταν απλά άλλο ένα μέτωπο του κακού που είχε ήδη συμβεί – του συστήματος. Στην Red Lion Square, στο Lewisham και στο Southall, οι λευκοί διαδηλωτές πίστευαν ότι μάχονται για τα δικαιώματα των μαύρων. Στο Toxteth, στο Brixton και στο St. Paul’s οι μαύροι ταραξίες ήξεραν ότι μάχονταν για τα δικαιώματα των πάντων. Οπότε, ναι η Thatcher και ο Oxford και οι λοιποί είχαν δίκιο. Ήταν η απόγνωση και όχι το μίσος που κατάκαιγε τη Βρετανία – η κυβέρνηση εγκατέλειπε τη νεολαία στο ράφι. Οι άνθρωποι εξοργίζονταν. Την ίδια εβδομάδα που το «Ghost Town» έφτανε στην κορυφή του chart και το πικρό και επιθετικό «Funeral Pyre» των Jam ενίσχυαν τη φωτιά με τη δική τους δυσαρέσκεια, οι UB40 κυκλοφόρησαν το νέο single τους «One In Ten» με τον τίτλο του παρμένο από τους βρετανούς εργάτες που έμεναν χωρίς δουλειά εκείνο το καλοκαίρι. Τα μέσα ενημέρωσης πάντα έτοιμα με μια πιασάρικη παραλλαγή της είδησης, τους αποκάλεσαν τα «εκατομμύρια της Maggie«. Τώρα περνούσαν στην αντεπίθεση.

Στις 8 Ιουλίου, μετά από μια σύλληψη ενός νεαρού μαύρου, πάνω από 1000 διαδηλωτές επιτέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα του Moss Side του Manchester, την αντίστοιχη γειτονιά του Toxteth στο Liverpool, ξεκινώντας έτσι δύο μέρες ταραχών. Την επόμενη μέρα περισσότεροι από 300 αστυνομικοί κινητοποιήθηκαν για να αντιμετωπίσουν τις ταραχές στους δρόμους του Woolwich στο νότιο Λονδίνο. Εκείνο το Σαββατοκύριακο, καθώς το Brixton ξαναπαραδινόταν στις φλόγες, ταραχές ξέσπασαν στο Battersea, στο Dalston, στο Southall, στο Streatham και στο Walthamastow στο Λονδίνο, στην περιοχή του Handsworth στο Liverpool, στο Chapeltown στο Leeds και στο Highfields του Leicester. Και φυσικά σε κάθε κέντρο πόλης σε όλη την επικράτεια: Aldershot, Bedford, Blackburn, Chester, Derby, Εδιμβούργο, το λιμάνι του Ellesmere, High Wycombe, Huddersfield, Luton, Newcastle, Nottingham, Portsmouth, Preston, Reading, Sheffield, Southampton, Stockport και Wolverhampton.

Ταραχές στο Moss Side το 1981

Ταραχές στο Moss Side το 1981

Το σκηνικό επαναλαμβανόταν σε κάθε περίπτωση. Οι σειρήνες ηχούσαν κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού, με τον ανησυχητικό ήχο τους να συνοδεύεται από το τρίξιμο που κάνει το σπασμένο τζάμι και τα πρώτα κροταλίσματα της φωτιάς. Πολύ πριν το βραδινό δελτίο ειδήσεων ανακοινώσει τα γεγονότα, όσοι ενδιαφέρονταν να μάθουν βρίσκονταν ήδη στον κεντρικό δρόμο, οι πιο ανήσυχοι παρακολουθούσαν από τις γωνίες ή μέσα στα αυτοκίνητά τους και οι πιο ακραίοι έμπαιναν κι έβγαιναν από τις ανοιχτές τζαμαρίες που έμοιαζαν τόσο θελκτικές σαν ανοιχτές καρότσες νταλίκας. Υπήρχε μια περίεργη τάξη στο πλιάτσικο. Οι περισσότεροι προτιμούσαν τις μεγάλες αλυσσίδες καταστημάτων, αυτές με παραρτήματα σε εθνικό επίπεδο που μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις απώλειες χωρίς καν να το καταλάβουν – αν μπορείς να πληρώνεις ενοίκια για 50 διαφορετικά υποκαταστήματα, αντέχεις οικονομικά τη ζημιά του εμπορεύματος σε ένα από αυτά. Οι τηλεοράσεις, τα ηχοσυστήματα, τα κασετόφωνα έκαναν φτερά. Αργότερα, αναρωτιόσουν τι στο καλό θέλει να κάνει αυτός ο χοντρός τύπος με ένα σπασμένο κομμάτι της ταμπέλας από neon, που κραδαίνει θριαμβευτικά μέσα στο πλήθος αλλά ίσως δεν ήθελε να κάνει κάτι συγκεκριμένο. Ήταν ένα αναμνηστικό, ένα τρόπαιο που προφανώς θα κατέληγε στο καθιστικό του σπιτιού του δίπλα στα άλλα κάδρα, έτσι ώστε όταν τα εγγόνια του τον ρωτούσαν τι έκανε στον πόλεμο θα τους έδειχνε την ταμπέλα και θα τους έλεγε. Διότι αυτό ήταν πόλεμος. Αν και τα ίδια σκηνικά είχαν συμβεί στο παρελθόν δεν μπορούσες να πιστέψεις ότι δεν θα χρειαζόταν να ξανασυμβούν.

Οι rudies εξεγέρθηκαν. Μαύροι με λευκούς και ασιάτες με όλους, μία ολόκληρη γενιά ενωμένη από την αγωνία της και την οργή και το θυμό και το κυριότερο, την αχρήστευσή της. Ήταν λες και όλη η χώρα βρισκόταν στους δρόμους, για να τους επανακτήσει, εξεγερμένη ενάντια στους Καρόλους και τις Νταϊάνες και τις Thatcher και τους ακόλουθούς τους, ενάντια στους απρόσωπους γραφειοκράτες που μιλούσαν για οικονομία αλλά ξόδευαν και 40 εκατομμύρια το χρόνο για να πετούν το Concorde, αυτοί που μιλούσαν για σφιχτά ζωνάρια αλλά άφηναν χαλαρά τα δικά τους παντελόνια. Δεν είχαν όλες οι ταραχές σχέση με συγκεκριμένες αδικίες. Κάποιοι σαματάδες ήταν ξεσπάσματα ανόητου βανδαλισμού και βίας, εκμεταλλευόμενοι τα τεντωμένα νεύρα της αστυνομίας που βρισκόταν σε σημείο κατάρρευσης. Οι Αρχές όμως δεν ρίσκαραν.

Η προγραμματισμένη περιοδεία της Thatcher στα απομεινάρια του Toxteth ακυρώθηκε επειδή δε γινόταν να εγγυηθεί η ασφάλειά της. Στο Λονδίνο μια ολική απαγόρευση επιβλήθηκε στις πολιτικές διαδηλώσεις και πορείες για τον υπόλοιπο μήνα – ανάμεσα στις παραβάσεις της απαγόρευσης, λες και ήθελαν να προβάλλουν τη δίκαιη μεταχείριση που κάνει το καθεστώς, ήταν η πορεία του Εθνικού Μετώπου στο Chelsea και μια κηδεία για τα θύματα της εμπρηστικής επίθεσης στο Walthamastow.

Η επόμενη μέρα μετά τις ταραχές στο Liverpool το 1981.

Η επόμενη μέρα μετά τις ταραχές στο Liverpool το 1981.

To «Ghost Town» έπαιζε πάνω από όλα αυτά τα γεγονότα. Ήταν ήδη στο No.1 του chart όταν η κυβέρνηση ζήτησε από το BBC και τα ανεξάρτητα δίκτυα να κάνουν ένα de facto blackout σε οποιαδήποτε πιθανή μελλοντική «εστία φωτιάς» για να αποφύγουν την πιθανότητα να προσελκύσουν κι άλλους εξεργερμένους και να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να αναπαράγουν την ανταρσία. Το τραγούδι βρισκόταν ακόμα στο Νο.1 όταν η διαταγή της κυβέρνησης τέθηκε άμεσα σε εφαρμογή καθώς η αστυνομία εισέβαλλε σε μια σειρά κατοικιών στο Brixton αναζητώντας μια φημολογούμενη γιάφκα παραγωγής βομβών πετρελαίου. Δεν βρήκαν καμία γιάφκα αλλά τα πλήθη συνέρρευσαν έτσι κι αλλιώς για να διώξουν τους εισβολείς αστυνομικούς από τους δρόμους τους. Το «Ghost Town» παιζόταν ακόμα καθώς η αστυνομία συγκρουόταν με χίλιους μοτοσυκλετιστές στον παράδεισο της Lake District στο Keswick στις 25 Ιουλίου και συνέχιζε να παίζεται όταν τζαμαρίες έσπαγαν και ληστεύονταν περιουσίες ακόμα και τη μέρα των Βασιλικών Γάμων. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι κανένα άλλο τραγούδι στην ιστορία δεν έχει σφραγίσει τα κοινωνικά γεγονότα της επικαιρότητας με τόση ακρίβεια όσο το «Ghost Town» συνέλλαβε το πνεύμα των καιρών του.

Ο TV Smith το 1977 μέλος τότε των Adverts.

Ο TV Smith το 1977 μέλος τότε των Adverts.

Σύμφωνα με τον πρώην τραγουδιστή των Adverts, τον TV Smith το τραγούδι του, «Wheels Out Of Gear» γράφτηκε ενόσω οι πόλεις καίγονταν εκείνο το καλοκαίρι: «Άκουσα για πρώτη φορά το «Ghost Town» όταν ήμασταν σε περιοδεία, στο Birmingham, στο Leeds και στο Manchester, σε όλα εκείνα τα μέρη που συνέβαινε η έκρηξη εκείνο το καλοκαίρι και η κατάσταση έμοιαζε λες και παίζαμε σε ταινία. Κοίταζες έξω από το παράθυρο σε αυτές τις γκρίζες, καταθλιπτικές πόλεις και είχαν κατεβάσει τα ρολά τους και είχαν απομονωθεί. Το «Ghost Town» άρχιζε να ακούγεται στο ραδιόφωνο και κοίταζες την εφημερίδα που είχε τη Maggie να λέει πόσο τέλεια ήταν όλα. Ήταν προφανές ότι κάτι θα συνέβαινε. Φυσικά, η μουσική δεν προκάλεσε τις ταραχές. Τραγούδια όμως όπως το «Ghost Town» βοηθούσαν τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι κάτι λάθος συνέβαινε στη χώρα και όταν συνειδητοποιείς ότι κάτι πάει λάθος θες να κάνεις κάτι για αυτό.»

Με μια συμμετρία που θα ήταν ανατριχιαστική αν δεν ήταν τόσο τέλεια, ο θρήνος των Specials για μία πόλη και μια ολόκληρη χώρα που είχε σφαλιστεί και είχε παραδοθεί στους αρουραίους και στα χαλάσματα, έμεινε στο Νο.1 για τρεις μεγάλες, φλεγόμενες εβδομάδες. Και πράγματι οι Specials έπρεπε να διαλυυθούν σχεδόν αμέσως μετά, γιατί δεν θα μπορούσαν να ξαναφτάσουν στο ίδιο επίπεδο.»

Στον απόηχο του τραγουδιού, πρωταγωνιστές και παρατηρητές της εποχής μίλησαν στον Independent πριν από τέσσερα χρόνια στα τριαντάχρονα του τραγουδιού:

Η Pauline Black τραγουδίστρια των Selecter δήλωσε:

Pauline Black τραγουδίστρια των Selecter«Δεν ήταν έκπληξη το ότι το τραγούδι έφτασε στο Νο.1 – τα περισσότερα της 2 Tone έγιναν επιτυχίες. To «Ghost Town» ήταν η επιτομή της ιδέας της 2-Tone ότι το μαύρο και το λευκό μπορούν να λειτουργήσουν στην ίδια μονάδα και να μιλήσουν στους νέους. Η αίσθηση της μελαγχολίας που αναδίδει μίλησε καθαρά: υπήρχαν οι νόμοι για το Operation Swamp και περί «ύποπτων» (sus law), τα κέντρα των πόλεων δεν λειτουργούσαν, ο ρατσισμός δίχαζε την εργατική τάξη. Υπήρχαν ταραχές στις συναυλίες μας και πολλοί από το Εθνικό Μέτωπο τριγύρω. Υπήρχε και αγωνία για την 2 Tone που διαλυόταν. Ήμασταν 70’s μπάντες σε μια εποχή που κυριαρχούσαν τα ντουέτα της synth pop. Οι δισκογραφικές εταιρίες χαίρονταν που άφηναν πίσω τους τα προβλήματα της 2 Tone.»

Ο Pete Waterman, διετέλεσε και manager των Specials, πριν γίνει ο πετυχημένος pop παραγωγός:

article-1080535-01359D3200001005-356_224x319«Ήμουν manager των Specials το 1978 – 1979 όταν λέγονταν ακόμα Automatics: ο Neville και ο Lynval ήταν μόνιμοι θαμώνες στο club Locarno όπου έπαιζα ως dj. Το μανατζάρισμά τους ήταν δύσκολη δουλειά: η reggae δεν ήταν punk και η βιομηχανία δεν την αποδέχτηκε αρχικά, ήξερα όμως ότι θα τα κατάφερναν. Το «Ghost Town» δημιούργησε μεγάλη δυσαρέσκεια στο Coventry εκείνη την εποχή: γράφτηκαν θυμωμένες επιστολές στην τοπική εφημερίδα που έλεγαν «το Coventry δεν είναι έτσι», αλλά φυσικά, έτσι ακριβώς ήταν. Θυμάμαι ότι αν βάζαμε τιμές πάνω από 50 πένες στο Locarno δεν ερχόταν κανένας γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν. Οι στίχοι του Jerry ήταν μοντέρνα ποίηση.»

Ο Tom Watson ήταν βουλευτής των Εργατικών από το Δυτικό Bromwich East:

Tom-Watson«Ήμουν 14 ετών το καλοκαίρι μετά τoν θρυλικό προϋπολογισμό των Tories. Το «Ghost Town» μού μίλησε όπως και σε κάθε άλλο έφηβο. Θυμάμαι τον δάσκαλο στο σχολείο που ήταν υπεύθυνος επαγγελματικού προσανατολισμού που μου έλεγε ότι αν δε βάλω μυαλό δεν θα έβρισκα δουλειά στο ντόπιο εργοστάσιο χαλιών. Η δική μου «Ghost Town» ήταν το Kidderminster αλλά θα μπορούσαν να είναι οποιαδήποτε άλλη πόλη στη μέση Βρετανία. Φορούσαμε όλοι τα Fred Perry μας και λατρεύαμε τους Specials. 25 χρόνια αργότερα ο Συντηρητικός Sir Peter Tapsell είπε ότι αυτό που έκαναν η Thatcher και ο αντιπρόεδρος Geoffrey Howe το 1981 ήταν «οικονομικά και λογιστικά αδαές». «Αντε γαμήσου» σκέφτηκα όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα του γραφείου επαγγελματικού προσανατολισμού. Μπήκα στο κόμμα των Εργατικών.»

Ο Les Black, καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Goldsmiths στο Λονδίνο:

sddefault«Το «Ghost Town» συλλαμβάνει με μεγάλη λεπτομέρεια αλλά με τρομακτική αποτελεσματικότητα, την αστική παρακμή της Βρετανίας το 1981. Είναι η διακήρυξη του θανάτου των βιομηχανικών πόλεων. Επίσης κατέδειξε στο μέσον αυτού του μετα-βιομηχανικού κόσμου, μία ευαισθησία της 2 Tone που αντλούσε από τους ρυθμούς του rocksteady των τζαμαϊκανών καλλιτεχνών όπως οι Wailers συνδυασμένη με την κιθαριστική ενέργεια του punk. Είναι ένας δίσκος που τόσο τέλεια συνέλλαβε τη στιγμή της εποχής και έγινε διαχρονικό. Το «Lucille» του Little Richard που κυκλοφόρησε το 1957 έχει αυτή την ποιότητα και το «God Save The Queen» των Sex Pistols, το 1977.»

O Paul Williams, συγγραφέας του βιβλίου «You’re Wondering Now: A History Of The Specials«:

51CUnn4c3TL._SY344_BO1,204,203,200_«Το ότι το «Ghost Town» κατάφερε να ηχογραφηθεί σε βινύλιο είναι κατόρθωμα, όπως επίσης και το ότι εσωκλείει τη βία και την παράνοια που υπήρχε στην μπάντα. Ο Jerry ήταν τελειομανής και ήθελε να το φτιάξει με το δικό του τρόπο. Το ρεφρέν ηχογραφήθηκε στο διαμέρισμα του παραγωγού John Collins στην Tottenham Court Road στο Λονδίνο. Η μουσική και τα ρυθμικά μέρη ηχογραφήθηκαν στο Leamington Spa. Το τραγούδι μπήκε σε ένα ep και δεν συμπεριλήφθηκε σε album, έτσι δούλευαν τότε. Ήθελαν να προσφέρουν μία αξία στα προϊόντα. Τους είδα στο Bridlington Spa: ήμουν 13 και θυμάμαι όλους εκείνους τους γιγάντιους skinheads. Ήταν άγριο. Αλλά σε έκανε να χορεύεις. Σε έκανε να σκέφτεσαι.»

O συγγραφέας Alex Wheatle:

ALEX-WHEATLE-PORTRAIT-small-«Νομίζω ήμουν στη φυλακή όταν ανέβηκε στο Νο.1, για μια συμπλοκή κατά τη διάρκεια των ταραχών του Brixton. Ήμουν 18 ετών εκείνη τη χρονιά και ασχολιόμουν με τα ηχοσυστήματα. Όλοι οι φίλοι μου ήταν άνεργοι. Ήμουν θαυμαστής της reggae – η reggae μιλούσε για όλων των ειδών τα προβλήματα. Οι εξεγέρσεις του 1981 έγιναν εν μέρει των σκοτεινών στίχων καλλιτεχνών όπως ο Peter Tosh, ο Dennis Brown και ο Barrington Levy. Πίστευα ότι οι Specials ήταν κάπως πιο μαλακοί. Και εντελώς ξαφνικά μιλούσαν για το πρόβλημά μου. Οι στίχοι του «Ghost Town» είναι φανταστικοί. Είδα ζωντανά τους Specials δύο χρόνια πριν (το 2009). Τα ‘σπαγαν.»

John Rivers ήταν ηχολήπτης στο «Ghost Town»:

ClassicTracks_05-1111«Η ηχογράφηση των τριων τραγουδιών του ep κράτησε περίπου 10 μέρες. Θυμάμαι τον παραγωγό, τον John Collins που έκανε μόνο μια πρόταση σε όλη τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, έκανε όμως τη μίξη, που είναι σπουδαία. Εγώ ήμουν μέσα στη δυστυχία – υπήρχαν προβλήματα με τους ανθρώπους που ήταν «ανήμποροι». Θυμάμαι πολύ έντονα εκείνο το φωνητικό μέρος στο μέσον του τραγουδιού – όταν ο Jerry άρχισε να μας το μουρμουρίζει νομίζαμε ότι αποτρελλάθηκε. Ήταν όμως αποφασισμένος και είχε δίκιο. Είναι ευφυές. Και το φλάουτο ηχογραφήθηκε στο χολ του σπιτιού μου. Ο Horace Panter, ο John Bradbury και ο Lynval Golding ήταν η καλύτερη rhythm section που έχω δουλέψει ποτέ μου.»

O Jerry Dammers ήταν κιμπορντίστας των Specials και συνθέτης του «Ghost Town»:

Jerry-Dammers«Έγινε μια εξέργερση στο Brixton περίπου έναν χρόνο πριν την κυκλοφορία του δίσκου. Έγραφα το τραγούδι εν μέρει για αυτό. Επίσης η Βρετανία διαλυόταν. Η βιομηχανία αυτοκινήτων έκλεινε στο Coventry. Περιοδεύαμε και για αυτό είδαμε πολλά. Το Liverpool και η Γλασκώβη ιδιαίτερα ήταν σε κακή κατάσταση. H γενική αίσθηση που ήθελα να περάσω ήταν αυτή μιας επικείμενης καταστροφής. Υπήρχαν αλλόκωτα, φθίνοντα ακκόρντα. Συγκεκριμένα μέλη της μπάντας συχαίνονταν το κομμάτι και ήθελαν τα απλά ακκόρντα που έπαιζαν στο πρώτο album. Είναι δύσκολο να εξηγήσω πόσο δυνατό ακουγόταν. Μας είχαν σχεδόν ξεγράψει μέχρι που εμφανίστηκε το «Ghost Town» από το πουθενά.»

O Horace Panter μπασίστας των Specials

tumblr_m6ls8qmZ8w1qb0vb5o1_400«Ήταν εποχή της reggae αλλά είχε αυτή τη μελωδία από τη Μέση Ανατολή. Όταν κυκλοφόρησε, το Melody Maker έγραψε ότι είναι σπουδαίο αλλά το NME και το Sounds έγραψαν ότι δεν ήταν και τόσο καλό. Δεν έγινε αμέσως επιτυχία – ήταν αρκετά σκοτεινό. Είμαι συνεπαρμένος που ηχογραφήθηκε σε ένα μικρό υπόγειο σε ένα από τα οικήματα ενός δρόμου στο Leamington. Ήταν εκείνη η εποχή που οι μπάντες πήγαιναν στο Montserrat για να ηχογραφήσουν σε στούντιο 96 καναλιών. Οι Specials πήγαν σε μια μικρή πόλη στα Midlands και ηχογράφησαν σε οχτακάναλο. Την εβδομάδα μετά την κυκλοφορία του έγιναν ταραχές και κοινωνική ανταρσία σε όλη τη χώρα. Ήταν περίεργη εποχή.»

Ο Simon Price είναι rock κριτικός του κυριακάτικου Independent

Simon-Price«17 μήνες χωρίζουν τα δύο Νo.1 singles των Specials και ένα εκατομμύριο μουσικά μίλια. Το πρώτο τους, μία live ηχογράφηση του «Too Much Too Young» στην ουσία ήταν το «Bodies» των Sex Pistols σε ska αλλά στην ενδιάμεση χρονιά οι Specials εγκατέλειψαν αυτή την punky reggae συνταγή. Ο Jerry Dammers πειραματίστηκε με το lounge noir στο δεύτερο album τους, προκαλώντας εσωτερικές διαμάχες στη μπάντα. Το «Ghost Town» ξεκίνησε ένα χαρμάνι στοιχειωμένης βρετανικής pop που μετεξελίχθηκε στο trip hop του Tricky και των Portishead και το dubstep του Burial και του James Blake


Το «Ghost Town» αρνείται φυσικά να γεράσει μέσα στα χρόνια. Αναδύεται κάθε τόσο με διαφορετική, πιο μοντέρνα μορφή από γνωστούς και αγνώστους καλλιτέχνες αν και γενικά, υπάρχει μια συστολή στο να τολμήσει κάποιος να το διασκευάσει:

steve-nieve-playboyTo 1987 o Steve Nieve, κιμπορντίστας των Attractions του Elvis Costello αλλά και των JB All Stars, του group που σχημάτισε ο drummer των Specials, John Bradbury όταν διαλύθηκαν, στην 2-Tone, κυκλοφόρησε το 1987 το album «Playboy» στην Demon, παίζοντας σε «κλασικές γραμμές» στο πιάνο του γνωστά classics, με ένα εξώφυλλο που μοιάζει σκανδαλωδώς με Bryan Ferry. Η εκτέλεση του Nieve στο «Ghost Town» δεν έχει popular value, έχει όμως βιρτουοζιτέ καθώς ο ικανότατος μουσικός διατρέχει τα πλήκτρα του προκειμένου να αποδώσει την oriental μελωδία που είχε η αυθεντική εκτέλεση με το Hammond.


R-2974538-1310459666.jpegΤο 1995, ο Terry Hall, ο τραγουδιστής των Specials, είχε ήδη διανύσει μια πορεία στην pop με τους Fun Boy Three το 1982, τους Colourfield το 1985, το τρίο Terry, Blair & Anouchka το 1990, το ντουέτο των Vegas το 1992 με τον Dave Stewart και είχε προλάβει να κυκλοφορήσει και το ντεμπούτο solo album του «Home» το 1994 και να συνεργαστεί με τον Ian Broudie των Lightning Seeds. Την επόμενη χρονιά, το 1995 κυκλοφόρησε το ep «Rainbows» στην Anxious Records και συμπεριλάμβανε ως τέταρτο και τελευταίο κομμάτι του εκεί, μια ιδιαίτερη εκτέλεση του «Ghost Town» που είχε αποδώσει live στο Shepherd’s Bush Empire του Λονδίνου στις 3 Αυγούστου 1995 μαζί με τον Tricky. Η εκτέλεση του Tricky είναι βαριά, υπομεταλλική, έρπουσα και ενδεικτική μετά το σεισμό του «Maxinquaye». Ο Hall τραγουδάει πολύ αυτάρεσκα και με ένα μια χάρη που δεν ήθελε να έχει στις μέρες των Specials. Ένα χρόνο μετά, το 1996 ο Terry Hall ήταν καλεσμένος του Tricky σε δύο κομμάτια στο ομότιτλο project του Nearly God.


R-377200-1386324892-8025.jpegTo 2002 οι Prodigy συμμετέχοντας στο charity compilation «NME & Warchild Presents 1 Love» διασκεύασαν το «Ghost Town» φέρνοντάς το στην γενιά των bleeps. Η εκτέλεσή τους δεν είναι καθόλου ιδιαίτερη αλλά καταδεικνύει έμπρακτα το πόσο fan των Specials είναι ο Liam Howlett. «Η 2-Tone ήταν πραγματικά σημαντική για μένα επειδή ήταν η πρώτη μουσική που αγόρασα. Ιδιαίτερα οι Specials που ντύνονταν με τα καπελάκια κι όλα αυτά, με επηρρέασαν πολύ. Αυτό που μ’ άρεσε ήταν ότι έμοιαζαν με συμμορία, ο Jerry Dammers δεν είχε καν δόντια. Έδειχναν ακριβώς όπως ήθελα να είμαι στα 12 χρόνια μου – μια σκληρή cool συμμορία που δεν ήθελες να πειράξεις,» δήλωνε ο Liam Howlett στο Mojo για την επετειακή έκδοση του περιοδικού περί ska.


bemannTo 2007 o B.E. Mann (Bringing Entertainment Man) ερμήνευσε με έναν αρκετά αυθεντικό τρόπο το «Ghost Town» στο album του «Cool Runnings: UK Tribute Inna Reggae Style». Με ένα flow εξαιρετικό ο B.E. Mann εκφέρει τα λόγια σαν toaster θυμίζοντας πολύ το lovers rock στιλ του Gregory Isaacs αλλά και μπάντες όπως οι Steel Pulse στον τρόπο που αποδίδουν την brit-reggae. Ο ήχος του δεν είναι χαρακτηρισμένος από την επικαιρότητα της εποχής του, ανήκει σε ένα διαχρονικό στιλ που δεν τροποποιείται ποτέ από ελεύσεις μόδας.


R-2424191-1283512907.jpegTo 2009, οι Smoke City και οι Shrift είχαν πια παροπλιστεί κι έτσι η αγγλο-βραζιλιάνα Nina Miranda μαζί με τον συνεργάτη της από τα groups αυτά, τον γερμανό Chris Franck σχημάτισαν τους Zeep για να παίξουν ελεύθεροι bossa nova που αγαπούν και tropicalia που λατρεύουν. Στο πλαίσιο αυτό και στο δεύτερο album τους, «People And Things» διασκεύασαν στα βραζιλιάνικα το «Ghost Town» μετατρέποντάς το σε «Isso Não Da«. Όσο όμορφο και εξωτικό και αν ακούγεται δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να αποδεχτώ άνετα την τουριστικοποίηση ενός εμβληματικού ύμνου που σφράγισε πολιτικά και κοινωνικά την εποχή του.


R-4468991-1365744905-4741.jpegTo 2009 οι Aggrolites, μία ska reggae μπάντα από το Los Angeles, φτιαγμένη το 2003 από τη σύζευξη δύο άλλων σχημάτων, των Vessels και των Rhythm Doctors, ηχογράφησαν τη δική τους διασκευή στο «Ghost Town» αλλά δεν την συμπεριέλαβαν σε κάποιο από τα πέντε albums τους μεταξύ 2003 – 2011 αλλά στο soundtrack της ταινίας «Endless Bummer» μεταξύ άλλων σχημάτων όπως οι Pennywise που διασκεύαζαν Iggy Pop και η Katy Perry που διασκεύαζε Outfield! Οι Aggrolites έχουν έναν πολύ καλό, στιβαρό τραγουδιστή και κιθαρίστα, τον Jesse Wagner που αναδεικνύει το τραγούδι στην καλιφορνέζικη εκδοχή του, όπως πρέπει, με τόσο – όσο macho και η μπάντα δίνει μια πιο ορθόδοξη reggae εκτέλεση. Στο ίδιο soundtrack οι Aggrolites διασκεύαζαν και το «Pass The Dutchie» των Musical Youth μαζί με τον General Smiley.


R-2602091-1292631741.jpegΣτις 22 Αυγούστου 2009 οι επανενωμένοι Specials θα ανέβαιναν στη σκηνή του φεστιβάλ Chelmsford στο Hylands Park για να τραγουδήσουν μετά από τόσα χρόνια το «Ghost Town» μόνο που θα είχαν μαζί τους και την Amy Winehouse, φιγούρα που χωρίς να προσφέρει ερμηνευτικά και πολλά πράγματα στη σκηνή, η παρουσία της παίζει ρόλο… To live single κυκλοφόρησε ως Specials featuring Amy Winehouse σε bootleg φυσικά, από μια 2 Good Records και διανεμήθηκε σε 500 συλλεκτικά αντίτυπα. Παρότι ο Terry Hall και ο Neville Staple ως φιγούρες δεν θυμίζουν τους ντελικάτους rudies των πρώτων 80’s, φωνητικά είναι θαυμάσιοι και ας πασχίζουν…


R-1827941-1246105209.jpegΤο 2009 ο Dean J. Grenier ή αλλιώς DJG από το San Francisco, έναν dj και παραγωγό που αγαπάει το dubstep, το μετέτρεψε σε ένα χορευτικότερο mid tempo, έδωσε βάθος στο όργανο του Dammers και ανέδειξε στο full τα μπάσα του τραγουδιού. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε bootleg βέβαια επειδή κανένα εργοστάσιο κοπής δεν αναλάμβανε να το αναπαράγει χωρίς άδεια. Ονομάστηκε «Ghost Town Bootleg» και είναι ένα dub καλούδι που φυσικά δεν μπορεί κανείς να προμηθευτεί επίσημα. Ο Dean J. Grenier συνεχίζει μια μακριά παράδοση από το χώρο του dub και της χορευτικής μουσικής που αντιμετώπισε το κομμάτι των Specials ως πηγή έμπνευσης για να το διασκευάσουν επί το ηλεκτρονικότερο φέρνοντάς το κοντά στα ακροατήρια που δεν γνώρισαν την αναλογική εποχή.


hqdefaultTo 2011 η Swing Easy Orchestra κυκλοφόρησε ένα πάρα πολύ περίεργο album, το «In The Mood For Ska Plays Punk New Wave Classics» στην εταιρία Swing Easy. Την Ορχήστρα Swing Easy κατά πάσα πιθανότητα απαρτίζουν γιαπωνέζοι που φαίνεται ότι αγαπούν όχι μόνο το ska αλλά και το punk και τη nu pop, αφού έχουν επιλέξει με τόσο ιδιαίτερη άποψη το τι θα διασκευάσουν από εκείνη την περίοδο. Vibrators, Slits, Clash, UB40, Sex Pistols και Cure από τη μία αλλά και Style Council και Thompson Twins. Συν φυσικά το «Ghost Town» των Specials στο οποίο δίνουν μια γενναία εκτέλεση 5:29 λεπτών αρκετά γοητευτική και με μια επίφαση vintage αυθεντικότητας. Σολίστας στα keyboards, ο Hakase Sun.


CS2040479-02A-BIGΤο 2012 οι Hot Brass 8 Band από την Νέα Ορλεάνη το προσέγγισαν με την πνευστή άποψη που ταιριάζει τέλεια στο κομμάτι στο album τους «The Life And Times Of…» που κυκλοφόρησε στην Tru Thoughts. Στο βίντεο που έφτιαξαν για την αυθόρμητη σπιτική εκτέλεσή τους συμπεριέλβαν πλάνα από την καταστροφή που έφερε στην πόλη τους ο τυφώνας Κατρίνα το 2005. Η δική τους Πόλη Φαντασμάτων είναι η Νέα Ορλεάνη. Αρχηγός της μπάντας είναι ο Bennie «Big Peter» Pete (tuba) και συνιδρυτικά μέλη ο τρομπονίστας Jerome «Baybay» Jones και ο Harry «Swamp Thang» Cook που παίζει bass drum. Κοντά τους, οι τρομπέτες (Terrell «Burger» Batiste, Alvarez «B.I.G. AL» Huntley, Raymond «Dr. Rackle» Williams), κι άλλα τρομπόνια (Keith «Wolf» Anderson, Jereau «Cousin» Fournett) και φυσικά το σαξόφωνο (Wendell «Cliff» Stewart).


R-3833237-1351074934-2273.jpegTo 2012 οι Phoenix City All Stars κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο album τους, «Two Tone Gone Ska» στην Phoenix City / Cherry Red, έναν φόρο τιμής στην 2-Tone και στους ska βετεράνους (Specials, Madness, Selecter, κ.λπ.) παίζοντας standards της brit-ska περιόδους αλλά και διασκευές αυθεντικών τραγουδιών που έγιναν επιτυχίες ξανά από ska εκτελέσεις όπως το «One Step Beyond» (του Prince Buster που έκαναν γνωστό οι Madness), το «Tears Of A Clown» (των Smokey Robinson & The Miracles που ξανάγινε επιτυχία από τους Beat) ή το «I Can’t Stand Up For Falling Down» (των Sam & Dave) που έκανε επιτυχία ο Elvis Costello με τους Attractions και μάλιστα ήταν και το μοναδικό single που κυκλοφόρησε στην 2-Tone. Οι Phoenix City All Stars καθοδηγούνται από τον Sean Flowerdew (των Pama Intl) και τον Lenny Bignell (των Sidewalk Doctors) και μαζί τους παίζει μια κολλεκτίβα βετεράνων μουσικών από Specials, The Loafers, Big Boss Man, Kasabian, Dub Vendor All-stars, The Bongolian, Forest Hillbillies, Intensified, The Delegators συν καλεσμένους τραγουδιστές όπως οι Dave Barker (Dave & Ansel Collins), AJ Franklin (The Chosen Few/The Federals), Freddie Notes κ.λπ. Χαρακτηρίζουν τον ήχο τους ως The Sound Of Young Jamaica (κατά το The Sound Of Young America της Motown) και εδρεύουν στο Λονδίνο.


R-5869581-1409540525-8282.jpegΣτις 16 Σεπτεμβρίου 2013 ο Elvis Costello μαζί με τους Roots το ανέβασαν στην σκηνή του Brooklyn Bowl στη Νέα Υόρκη. Η εκτέλεσή τους που κυκλοφόρησε το 2014 δεν είναι σπουδαία αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι τιμητική. Ο Elvis Costello που κυκλοφόρησε ένα single στην 2-Tone του Jerry Dammers το 1981 βρισκόταν πάντα κοντά στην σκηνή των rudies και του Rock Against Racism. Ήταν αυτός που έκανε παραγωγή στο ντεμπούτο album των Specials και ένας από τους πιο θερμούς καλλιτέχνες για την ανάμειξη του new wave, του pub rock και του rocksteady. Το καταπληκτικό στην ανεπίσημη αυτή κυκλοφορία του «Ghost Town» είναι ότι έχει διατηρηθεί η ασιθητική της ετικέτας της 2-Tone (έχει μεταλλαχθεί σε 2 Wise) μόνο που η φιγούρα του Walt Jabsco με μια αντίστοιχη που θυμίζει τον Ahmir Questlove Thompson


a0456211191_10Οι Holophonics είναι μια εξαμελής ska μπάντα από το Denton του Texas που σχηματίστηκε ενόσω τα μέλη της σπούδαζαν ακόμα στο πανεπιστήμιο του Βόρειου Texas. Φανατικοί θιασώτες της αμερικανικής σκηνής του «τρίτου ska κύματος» οι Holophonics δηλώνουν επηρρεασμένοι περισσότερο από τους Mighty Mighty Bosstones παρά από τους Madness… Το «Ghost Town» στη δική τους εκδοχή είναι μία ska punk σπίντα που στη μέση του τραγουδιού αλλάζει αψυχολόγητα, ρότα και γίνεται ένα σοφιστικέ dub. Δύσκολο να πάρεις στα σοβαρά την μάλλον καρτουνίστικη άποψη των Holophonics, όσο δύσκολο είναι να μην διαβάσεις με ελληνικό μάτι τον τίτλο του album τους «MaSkaRades Vol.7: Skalloween» που κυκλοφόρησαν το 2014 συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτό και τη διασκευή τους. Eric Daino (κιθάρα, φωνή), Harrell Petersen (τρομπέτα, φωνητικά), Willie Basler (τρομπόνι), Tyler Waguespack (μπάσο), Will Huebner (τύμπανα), Lydia Low (φωνητικά).


R-6907760-1429274785-5631.pngKάτι σαν φόρος τιμής στην μνήμη του 44χρονου Stephen Samuel Gordon ή Space Ape που πέθανε στις 2 Οκτωβρίου 2014 από καρκίνο, το «Ghost Town» που κυκλοφόρησε από την Hyperdub στην Record Store Day στις 18 Απριλίου 2015 στην ουσία αποτελεί και την τελευταία συνεργασία του σκοτσέζου Steve Goodman (του Kode 9), με τον Space Age, μια κοινή καλλιεχνική πλεύση που μέτρησε δέκα χρόνια κυκλοφοριών και ανήσυχου, σκοτεινού, φανατικά αστικού dubstep. O Space Ape, ποιητής και ζοφερός αφηγητής απλώνει την πρόζα του με τα λόγια του τραγουδιού πάνω σε ένα τρομακτικό ατμοσφαιρικό «νυχτόραμα» που φτιάχνει ο Kode 9 θυμίζοντας πόσο σχετικά και κοντινά μπορούν να είναι τα ερεθίσματα και οι εμπνεύσεις μέσα στο σκηνικό της πόλης. Το κείμενο στο single είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Jerry Dammers και τα έσοδα από την κυκλοφορία πήγαν στην οικογένεια του Gordon.

Posted in Music | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

How Long – η πορεία ενός classic 40+1 ετών και μια παρεξήγηση

Posted by gone4sure στο 14 Ιουνίου 2015

R-800402-1324321186.jpeg

Μία από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις στις σελίδες των 70′s και ταυτόχρονα ένα από τα πιο «εθιστικά» hits όλων των εποχών, το «How Long» έχει μια δική του ιδιαίτερη ιστορία – «πέτρα σκανδάλου» που δε μοιάζει με τις υπόλοιπες.

 Το 1974, ο Paul Carrack από το Sheffield, ένας από τους πιο πολυάσχολους τραγουδιστές της βρετανικής σκηνής, είχε μόλις βγει από την progressive rock μπάντα των Warm Dust και είχε σχηματίσει τους Ace μαζί με τον μπασίστα Terry «Tex» Comer (επίσης από τους Warm Dust) τον drummer Fran Byrne (από τους Sands Showdown και Bees Make Honey) και τους κιθαρίστες Alan «Bam» King (από τους Action και τους Mighty Baby) και Phil Harris. Οι Ace έπαιζαν ένα συμπαθητικό soft rock στιλ στο πλαίσιο της εποχής με μικρά φλερτάκια στην γαλανομάτα soul και την pop διατηρώντας το όποιο credit είχαν αποκομίσει τα μέλη τους από τα συγκροτήματα στα οποία έπαιζαν στο παρελθόν που κυμαίνονταν από την mod pop και την ψυχεδέλεια μέχρι το pub rock και το progressive rock. Ήταν ακριβώς οι εποχές πριν σκάσει το punk και το πιο cool ρεύμα στην Βρετανία ήταν το pub rock, μπάντες δηλαδή, συνήθως εκτός mainstream που έπαιζαν σε pubs, ένα μείγμα rhythm ‘n’blues και ανόθευτο, ορθόδοξο, κλασικό rock όπως το είχαν διαμορφώσει στα 60’s οι Small Faces και οι Kinks.

R-1892959-1398950573-8149.jpegΟι Ace, παρότι το πάλεψαν πέντε περίπου χρόνια, από το 1972 μέχρι το 1977 και κυκλοφόρησαν τρία, συνολικά, άλμπουμ, καταγράφηκαν στην ιστορία ως one hit wonder λόγω της μεγαλύτερης επιτυχίας τους «How Long», παρότι είχαν άλλα δύο μικρότερα hits στο ενεργητικό τους, το «I Ain’t Gonna Stand This For No More» (Νο.51 στη Βρετανία το 1974) και το «Rock & Roll Runaway» (No.71 στην Αμερική το 1975). To 1977 απογοητευμένοι από την εμπορική τύχη τους, οι Ace διαλύθηκαν και οι τρεις από αυτούς (Paul Carrack, Terry Tex Comer και Fran Byrne) μπήκαν στην μπάντα του Frankie Miller.

Το «How Long (Has This Been Going On)» καταγράφηκε στην ιστορία ως ερωτικό τραγούδι αλλά δεν ήταν καθόλου τέτοιο. Πέτρα σκανδάλου στην ιστορία είναι ο μπασίστας της μπάντας Terry «Tex» Comer ο οποίος ενώ δεν είχε αποχωρήσει από το γκρουπ, πήγαινε και έπαιζε κρυφά μπάσο σε μια άλλη μπάντα, τους Suntherland Brothers & Quiver, χωρίς να το γνωρίζει ο Carrack. Όταν έγινε γνωστό, ο Carrack έξαλλος, έγραψε το τραγούδι, εκφράζοντας την αγανάκτησή του στους στίχους, οι οποίοι αν διαβαστούν με διαφορετικό πνεύμα, μπορούν να θεωρηθούν και ερωτικοί.

Τραγουδάει λοιπόν ο Carrack, «αν οι φίλοι σου με την εντυπωσιακή πειθώ τους, δεν παραδέχονται ότι αποτελούν μέρος του κόλπου που έχετε στήσει, εγώ δε γίνεται να μην έχω τις υποψίες μου γιατί δεν είμαι τόσο χαζός όσο φαίνομαι. Και είπες ότι δεν είχες τέτοια πρόθεση να μας διαλύσεις κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν υπάρχει λόγος, όμως, να υποκρίνεσαι, θα μπορούσαμε να διαλυθούμε οποιαδήποτε μέρα. Πόσο καιρό τώρα πάει αυτή η ιστορία;» Ο Carrack κατσαδιάζει τον άτακτο Comer παρότι ο τελευταίος, παίζει τελικά μπάσο στην ηχογράφηση του τραγουδιού. Το κομμάτι ανέβηκε μέχρι το Νο.20 στη Βρετανία, μέχρι το Νο.3 στην Αμερική, συμπεριλήφθηκε στο ντεμπούτο άλμπουμ τους «Five A Side» και έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο αγαπητά… ερωτικά τραγούδια των 70’s!
★★★★★★★★✩✩


R-5424859-1393168435-2917.jpegTo 1975 o Danny Williams ένας μαύρος crooner από τη Νότια Αφρική που είχε κάνει καριέρα από τις αρχές των 60’s κυρίως με ρεπερτόριο διασκευών γνωστών επιτυχιών (η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν η Νο.1 στην Αγγλία, ερμηνεία του στο «Moon River»), ερμήνευσε το «How Long» με έναν βελούδο, ήπιο και χαρακτηριστικά brit-soul ήχο, έτσι όπως τον είχε κόψει και ράψει ο πολύς Norman Newell της EMI. Συμπεριλήφθηκε στο album του «To Know You Is To Love You» (Phillips) σε παραγωγή Gil King και ενορχήστρωση Nick Ingman, ανάμεσα σε άλλες διασκευές του, όπως το «Feel Like Making Love» (που δόξασε η Roberta Flack), ή το «Ebony Eyes» (των Stylistics). Ο Danny Williams ήταν ήδη 55 ετών όταν ηχογράφησε το «How Long» και είχε ήδη στο βιογραφικό του τον όχι απαραίτητα κολακευτικό χαρακτηρισμό «ο Johnny Mathis της Βρετανίας» λόγω της ομοιότητας που είχε με τον αμερικανό soul crooner. Βέβαια, το 1975 οι δόξες του Danny Williams είχαν ήδη παρέλθει τουλάχιστον μια δεκαετία πριν, όταν το ρεύμα των Beatles και τα beat groups είχαν εξαλείψει σχεδόν κάθε άλλο μουσικό στιλ από τα charts. Είναι ειρωνικό βέβαια το ότι στην αγγλική περιοδεία του το 1963 ο Danny Williams, που έκανε σε είκοσι πόλεις, είχε ως support σχήμα τους Beatles… O Danny Williams, πατέρας τεσσάρων παιδιών (ο ένας γιός του είναι ο γνωστός ηθοποιός Anthony Barclay) πέθανε σε ηλικία 63 ετών από καρκίνο του πνεύμονα.
★★★★★★✩✩✩✩


R-2593528-1424382466-7406.jpegTo 1976 η καριέρα του Bobby Womack από το Cleveland του Ohio, γνώριζε μια εμπορική ύφεση, αντιστρόφως ανάλογη με την καλλιτεχνική προσφορά του. Από το 1974 και μετά, όταν πέθανε ο αδελφός του Harry Womack (μπασίστας και τενόρος τραγουδιστής του οικογενειακού doo wop group τους στα 60’s, The Valentinos, ο οποίος δολοφονήθηκε από την ερωμένη του με μαχαιριά στο λαιμό, σε μία σκηνή ζηλοτυπίας) οι επιδόσεις του στο chart πήραν την κατιούσα: το album του «Bobby Womack Goes Country And Western» του 1975 δεν εμφανίστηκε καν στους καταλόγους επιτυχιών (το κοινό του Womack δεν του συγχώρησε μάλλον την μεταπήδησή του σε ένα λευκό συντηρητικό genre) όπως και το «Home Is Where The Heart Is» (Columbia) του 1976, ένα δυνατό album που έφτιαξε μαζί με την καλιφορνέζικη funk μπάντα Brotherhood, το οποίο περιλάμβανε και τη διασκευή του στο «How Long» των Ace. Ο Womack ερμηνεύει το «How Long» με έναν τραχύ, επιθετικό τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης. Μάλιστα προσθέτει επιπλέον στίχους στην αρχή του τραγουδιού για να δώσει ξεκάθαρα την αίσθηση ότι για αυτόν το «How Long» είναι ένα ερωτικό τραγούδι απιστίας:

«You’ve been foolin’ me, all the time baby,
Ι
am the last one to know,
People talk all over the town.
I got a lot of things i’d like to ask ya…»

Η κιθάρα του αφηνιάζει μαζί του και τα πνευστά της Muscle Shoals Rhythm Section βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη, σε μια special μίξη από τον Bob Merritt στο Los Angeles. Η εκτέλεση του Womack είναι πραγματικά υπέροχη με μία από τις τρεις κυρίες που τον βοηθούν στα φωνητικά (ποτέ δε θα μάθουμε ποια ακριβώς), Cassietta George, Josephine Howard και Peggy Young να τον σιγοντάρει (- «You’ve been foolin’ me» – «Yes I am!») σαν κυματοθραύστης της απίστευτης ορμής του. Αν κρίνουμε από το γεγονός ότι ευχαριστεί ιδιαίτερα και μόνο την Peggy Young στα credits του album του, μάλλον αυτή είναι που παίρνει το ρόλο της άπιστης στο τραγούδι. Μιας ορμής που στα μέσα των 70’s ενισχυόταν σφοδρά από την παράφορη συνήθειά του για την κοκαϊνη, μία συνήθεια που ξαναθυμήθηκε μετά το θάνατο του μόλις τετράχρονου γιου του Bobby Truth τον οποίο απέκτησε με την δεύτερη σύζυγό του Regina Banks που παντρεύτηκε την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το εν λόγω album, το 1976. Η προσωπική ζωή του Bobby Womack δεν τακτοποιήθηκε ποτέ, από το μπαράζ των προσωπικών περιπετειών και θυελωδών ερωτικών υποθέσεών του. Μόλις το 1970 ο Bobby Womack είχε χωρίσει την Barbara Campbell, χήρα του Sam Cooke, δέκα χρόνια μεγαλύτερή του και αιτία να περιθοριωποιηθεί ο Bobby Womack από την soul κοινότητα, να τσακωθεί με τα αδέλφια του από τους Valentinos και να ξυλοκοπηθεί άγρια από τον αδελφό της Barbara, αφού ο γάμος του μαζί της θεωρήθηκε ύβρις και σκάνδαλο στη μνήμη του «άγιου» Sam Cooke. Τι ειρωνία που στο ίδιο album ο Womack διασκευάζει το «A Change Is Gonna Come» του Sam Cooke… Η Barbara κατηγόρησε τον Bobby ότι είχε ερωτική σχέση με την κόρη της Linda Womack, καρπό του γάμου της με τον Sam Cooke. Μάλιστα η Barbara τον απείλησε και με όπλο πριν χωρίσουν και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ο γιος που έκανε με τον Bobby, ο Vincent Womack αυτοκτόνησε σε ηλικία 21 ετών το 1986… Ο Bobby Womack ένας από τους πιο αληθινούς soulmen που πέρασαν ποτέ από το αμερικανικό προσκήνιο, πέθανε σε ηλικία 70 ετών στις 27 Ιουνίου 2014 -πάσχοντας από Αλζχάιμερ- σε μια εποχή που η καριέρα του είχε αναστηθεί μετά την συνεργασία του με τους Gorillaz του Damon Albarn στο καταπληκτικό «Stylo» και το εξαιρετικό comeback album του «The Bravest Man In The Universe».
★★★★★★★✰✰✰


R-2071395-1316353019.jpegO J.J. Barnes είναι ένας από τους πιο αγαπητούς soulmen της northern soul σκηνής, δοξασμένος περισσότερο στα ιδρωμένα σκοτσέζικα clubs παρά στην πατρίδα του, το Detroit του Michigan. Το 1977 που ηχογράφησε το «How Long» για το album του «Sara Smile» (Contempo), είχε ήδη γυρίσει την πλάτη στην αγορά της πατρίδας του και είχε μετεγκατασταθεί στο Λονδίνο μετά από παρακίνηση του Edwin Starr. Πραγματικός θρύλος των επτάιντσων singles, συνθέτης και στιβαρός, εκφραστικός τραγουδιστής, ο Barnes είχε περάσει από όλες τις σημαντικές μικρές soul εταιρίες στη δεκαετία του ’60 – Rich, Mickay’s, Ring, Ric Tic, Groovesville, Revilot, Buddah, Volt– και στα 70’s – Motown και Perception– πριν ταξιδέψει στην Βρετανία, έχοντας ως μοναδική σχεδόν μεγάλη επιτυχία στις αποσκευές του το υπέροχο northern soul classic «Baby Please Come Home» του 1967. Το «How Long» ερμηνεύεται από τον James Jay Barnes σε μια «εμπύρετη» disco ατμόσφαιρα με την ενορχήστρωση του μάστορα της brit-disco, Gerry Shury που δεν είχε εμπορική τύχη στην Βρετανία και στην Αμερική έκανε μια μικρή καριέρα στα disco clubs της εποχής, αφού το κυκλοφόρησε εκεί σε single η T.K. Μέσα στο ίδιο album, ο Barnes διασκεύαζε και Darryl Hall & John Oates, το «Sara Smile» που έδωσε τον τίτλο του και στο album. O Barnes συνέχιζε να προσπαθεί να κάνει το μεγάλο crossover με ένα ακόμα album που κυκλοφόρησε στις αρχές των 90’s στην Motorcity Records ονομάζοντάς το με λαχτάρα «Try It One More Time» σε παραγωγή Ian Levine – το μόνο που κατάφερε όμως είναι να ακουστεί ως ένα αναβιωτικό back to basics. Ο J.J. Barnes είναι σήμερα 72 ετών.
★★★★★★✩✩✩✩


R-3092535-1315358487.jpegΑυτό που ξεκίνησε ο Bobby Womack με το «How Long» προσθέτοντας στην εισαγωγή κάποιους στίχους που δεν βρίσκονταν στην αρχική σύνθεση του Paul Carrack, το επέκτεινε η Barbara Mandrell το 1977 στο album της «Love’s Ups And Downs» (ABC Dot). Η Mandrell προσθέτει ολόκληρη στροφή στο δεύτερο μέρος του τραγουδιού με στίχους που προφανέστατα στοχεύουν στον «άπιστο» άντρα που εγείρει υποψίες, ένα προσφιλέστατο θέμα για το ακροατήριο της country. Η Mandrell προσθέτει ότι «δεν αντέχει να τη βλέπει να χάνει και να μένει στη θέση του άντρα της μια τρύπα και δεν αντέχει να τον βλέπει να διαλέγει άλλη και πρέπει να πάρει μια θέση απέναντι σε αυτό. Παρότι αυτός είπε ότι θα παραμείνει σταθερός και ότι δεν σχεδιάζει να φύγει, οι κουβέντες που ακούγονται από τους αποκαλούμενους φίλους του, τη δυσκολεύουν να τον πιστέψει.» Το αξιοπερίεργο με την εκτέλεση της Barbara Mandrell είναι ότι στα credits του album της, ως συνθέτης αναφέρεται μόνο ο Paul Carrack και όχι ο στιχουργός που έγραψε τους επιπλέον στίχους! Ωστόσο, η Barbara Ann Mandrell, από το Houston του Texas, ένα κορίτσι θαύμα της αμερικανικής country βιομηχανίας, ερμήνευσε το τραγούδι με την γενναιότητα μίας γνήσιας αρχοντικής country τραγουδίστριας, σε παραγωγή του Tom Collins (που είχε αναλάβει την καριέρα του Ronnie Milsap) με έναν επίμονο disco ρυθμό στο υπόβαθρο που προσάρμοζε την παραδοσιακή country στην εποχή των μέσων των 70’s όταν όλα έπρεπε να έχουν αυτή την disco μυρωδιά. Η Barbara Mandrell θριάμβευσε στην country αγορά. Όχι μόνο ήταν μια άψογη μουσικός (pedal steel κιθάρα, ακκορντεόν, μπάντζο) αλλά και μία πολύ πετυχημένη τηλεοπτική περσόνα, πρώτα με τις αδελφές της Louise και Irene (Mandrell Family Band) αλλά και μόνη της, όταν ξεχώρισε ως μουσικός στη μπάντα της Patsy Cline και του Johnny Cash και στη συνέχεια ως παρτενέρ του David Houston σε μια σειρά ντουέτων που άρεσαν πολύ στο κοινό, σε παραγωγή του ιερού τέρατος της Nashville country, Billy Sherrill. Οι μεγάλες επιτυχίες όμως και οι διακρίσεις της θα έρχονταν από το 1978 που σημείωσε το πρώτο Νο.1 hit της, «Sleeping Single In A Double Bed» και θα ακολουθούσε ένα μπαράζ επιυχιών και βραβείων ως τις 11 Σεπτέμβρη 1984 που η καριέρα της κάμφθηκε από το σοβαρό τροχαίο ατύχημα που είχε με μια μηχανή. H καριέρα της συνεχίστηκε μετά από ενάμισυ χρόνο απουσίας μέχρι και τις αρχές των 90’s και είναι ίσως αξιοσημείωτο το ότι έχει ανακηρυχθεί δύο φορές «Entertainer Of The Year» από τον επίσημο Country Music Association, η μοναδική γυναίκα που έχει διακριθεί με αυτόν τον τίτλο δύο φορές. Θα παρέμενε η μοναδική αν δεν την ισοφάριζε η Taylor Swift στη δεκαετία του 2010.
★★★★★★✰✩✩✩


R-5345387-1391099318-1183.jpegΟι Scandal είναι ένα από κείνα τα συγκροτήματα που πάσχισαν να βρουν τη θέση τους στην ιστορία του αυστραλέζικου rock στα 70’s και φυσικά δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν το πολυπόθητο crossover σε άλλες αγορές πέραν της δικής τους. Η διασκευή τους στο «How Long» ήταν ένα από τα τρία singles του ενός και μοναδικού ομότιτλου album (Mushroom) που κυκλοφόρησαν το 1978 φτάνοντας στο Νο.3 του αυστραλέζικου chart (τα άλλα δύο singles ήταν το ντεμπούτο τους «Best Deal In Town» και «Harry»). Aν κρίνει κανείς από τον τρόπο που προσέγγισαν το τραγούδι, δεν προκαλεί έκπληξη το γιατί η μπάντα δεν είχε συνέχεια. Άτολμα πιστοί στην εκτέλεση του πρωτότυπου των Ace, οι Scandal διεκπεραιώνουν με έναν πειθαρχημένο, τεχνικά αλάνθαστο τρόπο το τραγούδι, σε παραγωγή του ηχολήπτη τους Ian McKenzie χωρίς να προσθέτουν αλλά ούτε και να αφαιρούν κάτι από την αυθεντική εκτέλεση του τραγουδιού. Το κουιντέτο από την Αδελαϊδα της Αυστραλίας, έπαιξε με την αισθητική του glam και τις επιρροές του από Roxy Music και Supertramp, υιοθετώντας το ανδρογυνικό image του David Bowie από τότε που σχηματίστηκαν τον Φεβρουάριο του 1976, με τον τραγουδιστή τους Stuart Kerrisson σαφώς επηρρεασμένο από το οξυζενέ του glitter rock της εποχής. Μετά τη διάλυσή τους το Δεκέμβρη του 1978, ο τραγουδιστής μαζί με τον κιμπορντίστα Chris Harriott και τον κιθαρίστα Peter Watson σχημάτισαν τους Extractors ένα σχήμα που διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο του 1979 όταν μετονομάστηκαν ξανά σε Scandal με πρόσθετα μέλη τον κιθαρίστα Adrian Dessent, τον μπασίστα Greg Trennery (αντικατέστησε τον αρχικό μπασίστα του group Michael Smith) και τον drummer Nat De Palma (που αντικατέστησε τον αρχικό drummer Aldo Civitico). Ωστόσο, ούτε αυτό το line up γνώρισε καμία ιδιαίτερη τύχη. O Stuart Kerrisson εγκατέλειψε τη μουσική και o Adrian Dessent προσχώρησε στους Wendy & The Rockets και το 1983 στους Venetians από το Sydney.
★★★★★✰✩✩✩✩


R-1463192-1428817784-8787.jpegΟι Glass Family είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση από κείνες που δεν είναι εύκολο να καταχωρηθούν σε ένα μόνο ηχητικό ρεύμα. Ξεκίνησαν στο Los Angeles στα 60’s ως ένα σχήμα που έπαιζε instrumental surf διασκευές, με αρχηγό τον Jim Callon. Αρχικά λέγονταν Soul Survivors και μετά Carpet Baggers πριν καταλήξουν στο όνομα Glass Family δανεικό από την ομάδα των λογοτεχνικών χαρακτήρων που είχε δημιουργήσει ο J.D. Sallinger σε μια σειρά διηγημάτων του που είχαν δημοσιευτεί στον New Yorker μεταξύ 1948 – 1965. Οι Glass Family κυκλοφόρησαν το album «Electric Band» το 1967 στην Warner Bros. πλήρως συντονισμένοι στο ψυχεδελικό πνεύμα της εποχής τους και όταν το hippie party τέλειωσε ο Jim Callon επανεμφανίστηκε στα μέσα των 70’s με τελείως διαφορετικό line up στο group με πλήρη disco περιβολή για να συμμετέχει στο άλλο χορευτικό party. Ως Glass Family κυκλοφόρησαν δύο albums στην JDC το 1978 και το 1979 κυκλοφόρησαν το single που στην πρώτη πλευρά συμπεριλαμβανόταν η διασκευή του «How Long» (JDC Records) σε back to back medley με ένα δικό τους τραγούδι, το «Shake» και στη δεύτερη το επίσης δικό τους «Make Up Your Mind». Οι Glass Family, ήταν ένα από κείνα τα groups που προφανώς πήδησαν στο βαγόνι της εποχής (και την πρώτη φορά στα 60’s και στη δεύτερη στα 70’s) παίζοντας αυτό που αιτούσε η εκάστοτε εποχή. Με την Taka Boom στα φωνητικά (την γνωστή και μη εξαιρετέα αδελφή της Chaka Khan), τους John Gerlach (drums), Gary Itri (μπάσο), Dexter De Los Angeles (keyboards), David Edward (κιθάρα και synthesizer) και την Spanky McFarlane στα βοηθητικά φωνητικά (ναι, αυτήν των Spanky & Our Gang), οι Glass Family άφησαν το μισό αποτύπωμά τους στην ιστορία ως ψυχεδελικοί συνάδελφοι των Country Joe & The Fish και των Big Brother & The Holding Company και το άλλο μισό ως φρενήρεις disco μάγοι αλά Cerrone και Rinder & Lewis. Είναι σε αυτή τη δεύτερη φάση τους που περιέλαβαν το «How Long» και το μετέτρεψαν σε ένα ηλεκτρονικό disco παραλήρημα, το οποίο σημειωτέον, είναι και δύσκολο να βρεθεί στις μέρες μας (πέρα από το ότι έχει συμπεριληφθεί στις δύο ανθολογίες τους που κυκλοφόρησαν 1994 και 1996).
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-444913-1320427833.jpegΟι Lipps Inc. από την Μιννεάπολη μόνο μια φορά κατάφεραν στην πεντάχρονη καριέρα τους να πλησιάσουν κάπως την επιτυχία του σεισμικού hit τους «Funkytown» του 1979. Και αυτή η φορά ήταν με τη διασκευή τους στο «How Long» ένα χρόνο αργότερα, το 1980, ένα single από το δεύτερο album τους «Pucker Up» (Casablanca). Με τον μετρονομικό ρυθμό του Steve Greenberg (του εγκέφαλου και άνθρωπου ορχήστρα -μπάσο, τύμπανα, πλήκτρα, προγραμματισμός- πίσω από τους Lipps Inc.) προεξάρχοντα και την απίστευτη φωνή της Cynthia Johnson, μία από τις πιο άξιες screaming divas της disco, το «How Long» έκανε σε αυτή την electro disco εκδοχή του μια μικρή πορεία στα charts φτάνοντας στο Νο.4 του dance chart της Αμερικής και στο No.29 του R’n’B chart κάνοντας και μία αξιοπρεπή παρουσία στην Ευρώπη (Γερμανία, Σουηδία, Ολλανδία). Η εκτέλεση των Lipps Inc. είναι χαρακτηριστικό δείγμα της σκελετικής disco ηλεκτρονομίας της εποχής, ένα από τα τελευταία hits της disco πριν ο όρος δαιμονοποιηθεί και πάρει τη θέση του ο όρος boogie και αργότερα το post disco. Οι Lipps Inc. πέρα από τον Steve Greenberg περιλάμβαναν κορυφαίους session μουσικούς της Μιννεάπολης που αργότερα έπαιξαν ο καθένας το δικό του ρόλο μέσα ή έξω από την αυτοκρατορία του Prince και των Jimmy Jam & Terry Lewis. Στο «How Long» τον προγραμματισμό των synths κάνει από κοινού με τον Greenberg, ο Roger Dumas και κιθάρα παίζει ο David Rivkin που αργότερα θα γινόταν γνωστός ως David Z. (αδελφός του Bobby Z.), αμφότεροι επαγγελματίες της μουσικής σκηνής της πόλης τους, με τελευταία κοινή θητεία τους, στους prog rockers Solenoid το 1977. Στα βοηθητικά φωνητικά, η Melanie Rosales που στο τελευταίο album των Lipps Inc. το 1983 θα αναλάμβανε την κύρια φωνή μαζί με την Margaret Cox (την Ta Mara από τους Ta Mara & The Sheen) μετά την αποχώρηση της Cynthia Johnson.
★★★★★★★✩✰✩


R-4902090-1378925315-1361.jpegΟι Good Brothers είναι μια σχεδόν παντελώς άγνωστη στην Ευρώπη, καναδική country rock μπάντα που αποτελείται από τρία αδέλφια, τους Brian, Bruce και Larry Good από το Richmond Hill του Ontario. Παρά την μακριά δισκογραφία τους (έχουν κυκλοφορήσει δεκαπέντε albums, από το 1975 ως το 2008, με χρονολογική σειρά τέσσερα στην RCA victor, τρία στην Solid Gold, τρία στην Savannah και πέντε στην Hogtown) δεν έχουν καταφέρει να κάνουν crossover ούτε καν στο πιο ορθόδοξο rock ακροατήριο, παρότι το ξεκίνημά τους χρονολογείται στα τέλη των 60’s – αρχές των 70’s όταν με τη βοήθεια του Jack Casady των Jefferson Airplane και του Bill Kreutzmann των Greatful Dead κατάφεραν να υπογράψουν συμβόλαιο στην Columbia και να κυκλοφορήσουν ένα album ως James (Ackroyd) And The Good Brothers το 1971. Όταν ο Ackroyd αποχώρησε από τη μπάντα και μπήκε ο τρίτος αδελφός Larry Good το 1973, βρήκαν το κλασικό line up τους που τα τελευταία χρόνια έχει εμπλουτιστεί και με τους γιους τους Travis Good και Dallas Good. Συντηρητική αλλά τίμια country που θυμάται τις καταβολές της από το rock αλλά και την απομόνωσή της στα οροπέδια του Καναδά, το «How Long» (Solid Gold Records) κυκλοφόρησε μόνο ως single το 1980 (με b-side το honky tonk «Hot Knife Boogie») σε παραγωγή Bill Henderson και Brian MacLeod και δεν συμπεριλήφθηκε σε κανένα album τους, προφανώς σηματοδοτώντας την αλλαγή εταιρίας από την RCA στην Solid Gold.
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-1184487-1431907003-3833.jpegΌλη η διαφορά στην εκτέλεση που έκανε ο Rod Stewart στο «How Long» το 1981 έχει να κάνει μόνο με την ιδιαιτερότητα της φωνής του (γρέζι και πάθος, στο τσεπάκι) και όχι με την ενορχήστρωση ή την παραγωγή του Jim Cregan. Η απόδοσή του είναι μάλλον πιστή στο πρωτότυπο και ερμηνευτικά μόνο δίνει την εντελώς δική του διάθεση στο τραγούδι, φτάνοντάς το ως ένα από τα πέντε singles του album «Tonight I’m Yours» (Warner Bros.) στο Νο.49 του αμερικανικού pop chart το 1981 και στο Νο.41 του αγγλικού. Ήταν η εποχή που ο Rod Stewart έμπαινε δυναμικά στα 80’s, πειθαρχημένος στις συμβουλές του marketing προφανώς ότι θα έπρεπε να προσαρμοστεί στη νέα εποχή, ενσωματώνοντας στοιχεία από το new wave και την νέα synth pop που ερχόταν δυναμικά από το μέλλον. Η εκτέλεση των Robin Le Mesurier (κιθάρα), Kevin Savigar (πλήκτρα), Jay Davis (μπάσο), Tony Brock (τύμπανα) είναι σχεδόν πατροναρισμένη πάνω σε αυτήν των Ace – ελάχιστες είναι οι διαφορές στην προσέγγιση, μία από αυτές ίσως είναι τα τονισμένα backing vocals. Η καριέρα του Rod Stewart συνεχιζόταν ακάθεκτη σε ένα πλατινένιο δρόμο γεμάτο εμπορικά επιτεύγματα και η προσωπική ζωή του έμπαινε σε διαφορετική τροχιά ως πατέρας ήδη δύο παιδιών από το γάμο του με την Alana Hamilton που παντρεύτηκε το 1979 και θα χώριζε το 1983 για τα μάτια της Kelly Emberg.
★★★★★★✩✩✩✩


Η σκοτσέζα BaR-5675615-1399633046-4477.jpegrbara Dickson είναι η πιο πετυχημένη ερμηνεύτρια της ιδιαίτερης πατρίδας της. Με μεγάλα εμπορικά επιτεύγματα και με την αίγλη της θεατρικής ηθοποιού – τραγουδίστριας, η καριέρα της έχει να επιδείξει δεκαπέντε album μέσα στο βρετανικό chart αλλά και θεατρικά βραβεία (Olivier Awards) κινούμενη καλλιτεχνικά στο ρεπερτόριο της easy listening pop και του music hall, παρότι οι ρίζες της στα 60’s έχουν να κάνουν με την folk. Οι περισσότεροι τη θυμούνται από την No.1 μελωδία «I Know Him So Well» που τραγούδησε το 1984 μαζί με την Elaine Paige από το musical «Chess». Το 1989 η Dickson τοποθετούσε πρώτο τραγούδι το «How Long» μέσα στο album της «Coming Alive Again» (Telstar) σε παραγωγή Stewart James και Bradley James, ερμηνεύοντάς το με τη χαρακτηριστική φωνή της αλλά και κάπως διεκπεραιωτικά, με υπόβαθρο μια μάλλον συντηρητική ενορχήστρωση. Το κακό με τις επαγγελματίες ντίβες είναι ότι σπανίως δίνουν δικό τους χαρακτήρα στα τραγούδια – συνήθως τα «αλέθουν» στο brand τους σαν να τα κατακτούν για να βάλουν αγχωμένες και το δικό τους όνομα στο ιστορικό των ερμηνειών του κάθε τραγουδιού. Στο ίδιο album διασκεύαζε -όχι πολύ καλύτερα- και άλλο ένα τραγούδι του Paul Carrack, μία επιτυχία από την solo καριέρα του, το «You’re The Voice» του 1986.
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-2064967-1261919153.jpegΤο 1992 ο ήχος της αυτοκρατορίας των Stock, Aitken και Waterman είχε ήδη κατακτήσει τα βρετανικά charts και είχε δώσει τον ρυθμό στο τι σημαίνει βρετανική χορευτική pop, έχοντας ήδη γεμίσει τα ραδιόφωνα και τα clubs με κείνον το «οικονομικά» φτιαγμένο ρυθμικό μοτίβο που εφαρμοζόταν στους πάντες και τα πάντα. Οι Undercover ήταν ένα τρίο που δημιουργήθηκε με την ίδια επαγγελματική λογική που είχαν δημιουργηθεί σχήματα όπως οι Big Fun και οι Londonbeat. Τρία αγόρια εν είδη μπάντας που σχηματίστηκαν για να διασκευάσουν επί το χορευτικότερο μια σειρά από γνωστά classics και να τα παραδώσουν στα clubs για κατανάλωση. Το «How Long» φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει από την επιλογή του παραγωγού Steve Mac για το ντεμπούτο album των Undercover, «Check Out The Groove» (PWL International) που δημιουργήθηκε άρον άρον, προκειμένου να κεφαλαιοποιηθεί η τεράστια απήχηση του single «Baker Street» που έσκισε στο βρετανικό chart, μια κατάφορη ντισκοποίηση του αριστουργήματος του Gerry Rafferty από το 1978. Όπως δήλωνε και το όνομά τους, οι Undercover ήταν ένα τρίο, κυρίως, διασκευών. Ο John Matthews τραγουδούσε, ο Tim Laws έπαιζε κιθάρα και ο Jon Jules μπάσο, η Tracy Ackerman τους βοηθούσε στα φωνητικά, ο Chris Laws έπαιζε τύμπανα και ο ίδιος ο Steve Mac αναλάμβανε το μεγαλύτερο ηχητικό κομμάτι, τα keyboards και τον προγραμματισμό. Ο Matthews τραγουδάει το «How Long» σαν να απουσιάζει από το τραγούδι, είναι περίπου σαν προγραμματισμένος να ερμηνεύσει όπως τού έχει ζητηθεί, καθαρός, αμόλυντος, αθώος και φρέσκος. Και παντελώς αδιάφορος. Οι Undercover έβγαλαν μόλις δύο albums πριν μπαγιατέψουν μέχρι το 1994 και κάποια σκόρπια singles μέχρι το 2004, χρονιά που ερμήνευσαν το «Viva England», ανεπίσημο ύμνο της ομάδας της Αγγλίας στο Euro 2004.
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-295737-1133202897.jpegΗ Yazz, μια από τις πολύ συμπαθητικές παρουσίες του brit house, μετά τον χαμό του ντεμπούτου album της «Wanted» που περιλάμβανε όλη την χορευτική hip αφρόκρεμα της εποχής της του 1988 δεν είχε και πολλές πιθανότητες να βρει υλικό και στιλ που θα μπορούσε να διατηρήσει την επιτυχία αντίστοιχη του «The Only Way Is Up» και του «Doctorin’ The House». Το 1994 λοιπόν επανεμφανίστηκε με ένα album πολυσυλλεκτικής παραγωγής -από το ground beat της εποχής μέχρι brit reggae- το «One On One» (Polydor) στο οποίο δεν τα πήγαινε καθόλου άσχημα αλλά ήταν σαφές ότι το momentum είχε χαθεί. Η συνεργασία της με τους Aswad για την ερμηνεία του «How Long» ήταν ένα από τα τρία singles του album της, σε παραγωγή του τρίο Mark Jolley, Anna Jolley, Brian Harris, φτάνοντας στο Νο.31 του βρετανικού chart. Η ερμηνεία τους είναι μάλλον γειωμένη και «γλυκιά» εφαρμοσμένη πάνω σε αυτό το ελαφρύ reggae μοτίβο, ευχάριστο και χαριτωμένο καθόλου όμως ιδιαίτερο. Αντίστοιχη ερμηνεία με κείνη που επιφύλαξε στο άλλο single – διασκευή μέσα από το album, το υπέροχο «Everybody Got To Learn Sometime» των Korgis του 1980 που το μετέτρεψε σε ένα νωθρό, τεμπέλικο ground beat χωρίς χαρακτήρα. Η Yazz δε φάνηκε να βρίσκει ένα σταθερό ρυθμό στην καριέρα της. Ακολούθησε ένα ακόμη album της ίδιου ύφους το 1997 («The Natural Life») και στα 00’s δύο albums με soul gospel υλικό (2008 και 2011).
★★★★★✩✩✩✩✩


R-548705-1130180933.jpegΟι Ace Of Hearts διασκεύασαν το «How Long» (BCM Records) το 1993 σε ένα αχρείαστο euro house στιλ προφανώς για τη γερμανική αγορά σε ένα maxi single με διάφορες μίξεις από τους Crazy People. Οι Ace Of Hearts  δεν ήταν κανονικό σχήμα αλλά ένα δημιούργημα του στούντιο, προφανώς των παραγωγών Basil Kelleher και Paul Romane που υπογράφουν στην ετικέτα του δίσκου. Το maxi κυκλοφόρησε στη χορευτική εταιρία του Brian Carter και προφανώς τίποτα δεν θα άλλαζε αν δεν είχε κυκλοφορήσει ποτέ. Κανένα στοιχείο δεν υπάρχει για τραγουδιστή ή μουσικούς (προγραμματιστές) και πέρα από κάποιες συλλογές με χορευτικά hits εκείνης της χρονιάς, αυτή η διασκευή δεν έχει καταγραφεί πουθενά αλλού. Για την ιστορία, η BCM Records έπαιξε ένα γερό ρόλο στα clubs της Ευρώπης καθώς κυκλοφορούσε με license δίσκους από την αμερικανική χορευτική σκηνή -hip hop, house, synth soul, boogie κ.λπ.- και τα διέθετε στη μεγάλη γερμανική αγορά. Μαζί με singles λοιπόν των De La Soul, της Donna Allen, των Stetsasonic και του Vince Montana, η BCM κατέκλυζε τα clubs και με κείνο τον ήχο των 49ers και των Technotronic, το αντίστοιχο δηλαδή σημερινό EDM εκείνης της εποχής. Μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι ελάχιστα έχουν αλλάξει μέσα σε είκοσι χρόνια στην αντίληψη του φτηνού στουντιακού χορευτικού ήχου μεταξύ Ace Of Hearts και David Guetta
★★✩✩✩✩✩✩✩✩


R-1228287-1338215983-8993.jpegTo 1996, o ίδιος ο Paul Carrack αποφάσισε να ερμηνεύσει solo -δικαιωματικά- το «How Long» συμπεριλαμβάνοντάς το στο album του «Blue Views» (I.R.S.) αξιοποιώντας τους πολύτιμους επαγγελματίες φίλους του μουσικούς, που ενισχύουν την προσπάθειά του: στις κιθάρες ο Tim Renwick και ο Robbie McIntosh, στο μπάσο ο Pino Palladino, στα τύμπανα ο Andy Newmark, στα πλήκτρα ο Rod Argent, στα βοηθητικά φωνητικά η Katie Kissoon και η Tessa Niles και στην παραγωγή ο Peter Van Hooke. Η νέα ερμηνεία του Carrack έχει εκείνη την αυτάρεσκη αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που γνωρίζει ότι έχει γράψει ο ίδιος ένα classic και η εκτέλεση διαθέτει εκείνη την αύρα της Δυτικής Ακτής που μπλέκει την λευκή γαλανομάτα soul με το A.O.R. όχι μακριά από τον ήχο των Toto. Μετά τη διάλυση των Ace, ο Carrack περιηγήθηκε ως session μουσικός σε μια μεγάλη γκάμα σχημάτων και έπαιξε στο πλευρό κορυφαίων stars, ξεκινώντας το 1977 μετά τη διάλυση των Ace να με την Frankie Miller Band, το 1979 βρέθηκε στους Roxy Music παίζοντας πλήκτρα στην τελευταία τριλογία των albums τους, ως το 1982. Μια χρονιά πριν, το 1981 είχε αντικαταστήσει τον κιμπορντίστα Jools Holland στους Squeeze (για να αντικατασταθεί με τη σειρά του και αυτός, το 1982 από τον Don Snow). Πάλι το 1981 μπήκε στους Cowboy Outfit του Nick Lowe και έπαιξε πλήκτρα στα δύο albums τους του 1985 και 1986, και σε αυτό το πλαίσιο συμμετείχε και στα sessions για albums του John Hiatt και της Carlene Carter. Όταν διαλύθηκαν οι Cowboy Outfit, προσχώρησε στην μπάντα του Roger Waters, Bleeding Heart Band για το soundtrack της ταινίας «When The Wind Blows» και το album «Radio K.A.O.S.» (1986 – 1987) και ταυτόχρονα μπήκε και στους Mike & The Mechanics ηχογραφώντας ταυτόχρονα και solo πραγματοποιώντας και τη μεγαλύτερη προσωπική επιτυχία του «Don’t Shed A Tear» και ένα ντουέτο με την Terri Nunn των Berlin («Romance») για το soundtrack του «Sing». Το 1993 έγινε μέλος του super group Spin 1ne 2wo (μαζί με τον μπασίστα Tony Levin, τον drummer Steve Ferrone, τον κιθαρίστα Phil Palmer και τον κιμπορντίστα Rupert Hine) για να ηχογραφήσουν ένα album διασκευών σε rock standards. Ακολούθησε η μικρή θητεία του στην επανασύσταση των Eagles για το «Hell Freezes Over» το 1995, στην All Star Band του Ringo Starr το 2003 αλλά και στη μπάντα του Eric Clapton το 2015 για τον εορτασμό των 70ών γενεθλίων του… Βίος και πολιτεία ο Paul Carrack, εμπλούτισε το βιογραφικό του παράλληλα παίζοντας keyboards σε διάφορες φάσεις για τους Pretenders (1983), Smiths (1984), Elton John (1995 και 1997), B.B. King (1997), Simply Red (1998) κ.λπ.
★★★★★★✩✩✩✩


R-6729832-1425468804-6170.jpegΟι Jango, είναι ένα από κείνα τα super groups που φτιάχνονται στο Los Angeles από βετεράνους session μουσικούς για να περνάνε καλά και να έχουν ένα όχημα για να πραγματώνουν το cool που έχουν στο κεφάλι τους. Από το 1998 που οι επαγγελματίες συνθέτες Steve Le Gassick και Michael Price (αθέατος στα credits του album όπως και ο βετεράνος συμπαραγωγός Steve Barri που εμφανίζεται καταγεγραμμένος μόνο στα βοηθητικά φωνητικά) είχαν στο νου τους την smooth soul jazz η οποία διαπρέπει στον τόπο τους. Μαζί τους, ο σαξοφωνίστας Steve Nieves, ο κιθαρίστας Nick Kirgo, ο μπασίστας Leon Johnson και ο drummer Dave Beyer. Διασκεύασαν το «How Long» στο ντεμπούτο τους album «Dreamtown» (Gold Entertainment) το 1999 και το μετέτρεψαν σε ένα από κείνα τα light soul μεσόρυθμα στανταράκια, ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς από μια μπάντα βετεράνων. Συμπαθητικό αλλά και χωρίς κανένα διακύβευμα μέσα του με πιο αναγνωρίσιμο και ενδιαφέρον στοιχείο τα solos του Nick Kirgo στην κιθάρα, το «How Long» των Jango ίσως κατά μία έννοια αποτελεί το δυνητικό ιδανικό άκουσμα των συνομίληκών τους, που έχουν μία νοσταλγία για τη νεανικότητά τους και τα classics του παρελθόντος αλλά αρέσκονται και στην ιδέα ότι δεν νιώθουν παροπλισμένοι από το χρόνο. Χίμαιρες.
★★★★★★✩✩✩✩


R-7083797-1433329861-7272.jpegO Donny Osmond, τεράστιο εφηβικό είδωλο στα 60’s με τα αδέλφια του τούς Osmonds αλλά και αργότερα ως ντουέτο με την αδελφή του Marie, έκανε μια μεγάλη pop καριέρα, η οποία όμως δεν του άφησε και πολλά περιθώρια να βρει έναν σοβαρό προσανατολισμό στην ώριμη φάση του, πέρα από την τηλεόραση και το music hall. Τα δεκαπέντε περίπου albums που κυκλοφόρησε στη solo καριέρα του, με πιο πρόσφατο το album διασκευών «The Soundtrack Of My Life» του 2014 δεν τον οδήγησαν σε θριάμβους, στάθηκαν όμως ως οχήματα για τις περιβόητες τηλεοπτικές εμφανίσεις του ή στις συναυλίες του στο Las Vegas. Το 2007 ο Donny Osmond διασκεύασε το «How Long» στο album του «Love Songs Of The 70’s» (Decca), ένα ακόμα album διασκευών – από το «How Deep Is Your Love» των Bee Gees μέχρι to «I Can See Clearly Now» του Johnny Nash. Ο Donny σε παραγωγή Michael Mangini αποδίδει το τραγούδι με την ρουτίνα υποχρέωσης που θα περίμενε κάποιος από αυτόν, σαν ένα καταναγκαστικό έργο για να βάλει το σημαιάκι του σε άλλο ένα απάτητο τερέν. Δεν είναι άσχημος. Δεν έχει όμως και κανένα ενδιαφέρον. Απίστευτο επίσης παραμένει το «αγέραστο» της παρουσίας του που βάζει κάτω δέκα Cliff Richard για πλάκα – όχι μόνο στο photoshop αλλά και στο baby face value…
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-6095627-1410954829-6631.jpegΟι Sugardaddy δεν είναι άλλοι από το ντουέτο του Tim Hutton και του Tom Findlay των Groove Armada που κυκλοφόρησαν μεταξύ των δικών τους projects ο καθένας, ένα album το 2006 με τίτλο «Its Good To Get High With The Wife», μερικά singles και μια αποκλειστική συμμετοχή στο «Late Night Tales Presents Music For Pleasure» (Late Night Tales) το 2012, ένα τεύχος της καταπληκτικής σειράς στο οποίο είχαν αναλάβει οι Groove Armada ως compilers – curators. Το «How Long» στα χέρια των Sugardaddy με τα keyboards και τα φωνητικά του Tensnake, του γερμανού Marco Niemerski δηλαδή, γίνεται ένα μάλλον νοσταλγικό των 80’s ραδιοφωνικό electro mid tempo όχι πολυ διαφορετικό από το πώς θα το έφτιαχναν ας πούμε σήμερα, οι 10CC σε παραγωγή Heaven 17. Όλες οι επιλογές των Groove Armada στο συγκεκριμένο compilation διαπνέονται από μια αλάνθαστη 80’s αύρα που προδίδει εν πολλοίς και τις άμεσες αναφορές του ήχου τους. Στο maxi single που κυκλοφόρησε το 2012 υπάρχει και μία θαυμάσια εκτέλεση – μίξη του κομματιού από τον Iron Galaxy – κατά κόσμο Adam Hodgins – house dj και παραγωγό από το Montreal του Καναδά που φυσικά το κάνει αγνώριστο – δυσκολεύεσαι να αναγνωρίσεις τη μελωδία, πόσο μάλλον χωρίς καθόλου φωνητικά.
★★★★★★✩✩✩✩


Η τελευταία εκτέR-4962533-1380719053-3846.jpegλεση του «How Long» ανήκει στην συνεργασία τριών σημαντικών μουσικών, που κυκλοφόρησε το 2013 και έμελλε να είναι και η τελευταία κυκλοφορία του ενός από αυτούς. Ο Jeff Golub ήταν ένας σπουδαίος κιθαρίστας που πέρα από τις επαγγλεματικές υπηρεσίες του σε δουλειές άλλων (π.χ. Rod Stewart) πρόλαβε να κυκλοφορήσει και 15 προσωπικά albums από το 1988 ως το 2013 πριν πεθάνει στη 1 Ιανουαρίου 2015, σε ηλικία 59 ετών από μια εκφυλιστική ασθένεια του εγκεφάλου, γνωστή ως PSP (Progressive Supranuclear Palsy) ή σύνδρομο Steele – Richardson – Olszewski. Ήδη από το Σεπτέμβρη του 2012 είχε ένα επεισόδιο, προεόρτιο της ασθένειας (έπεσε στις γραμμές του υπόγειου μετρό στη Νέα Υόρκη προσπαθώντας να προλάβει το τρένο) και από τότε έχασε το φως του μέχρι να πεθάνει. Στον τελευταίο δίσκο του, είχε την χαρά να συνεργαστεί με τον βρετανό κιμπορντίστα Brian Auger (το album «Train Keeps A Rolling» (eOne) κυκλοφόρησε ως ντουέτο των δύο τους) και στη συγκεκριμένη διασκευή του «How Long» συνεργάστηκε και με τον Christopher Cross, έναν τραγουδιστή με πολλά credits στην αμερικανική soft rock ιστορία από το 1980 και μετά. Τα τύμπανα παίζει ο Steve Ferrone και μπάσο ο Derek Frank σε ένα πλαίσιο που έχει την αύρα του επαγγελματία παλαίμαχου αλλά και του μουσικού με αξιοπιστία στη δράση του. Η εκτέλεσή τους δεν ακούγεται πολύ διαφορετική από κείνη των Jango (και εδώ ο Golub σολάρει με την κιθάρα του) αλλά η ερμηνεία του Christopher Cross παίρνει έναν πόντο παραπάνω, αφού το τραγούδι νομίζεις ότι είναι φτιαγμένο εξαρχής για τη δική του φωνή και διάθεση.
★★★★★★✰✩✰✩


Υπάρχουν κάποιες ακόμα εκτελέσεις του «How Long» αλλά αρκετά ασήμαντες για να αναφερθούν κανονικά, όπως αυτή της tribute μπάντας Another Page από την Δανία στο ep «A Tribute To Westcoast Music» (1999), η εκτέλεση του βρετανού ηθοποιού Shane Richie στο «The Album» (1997) και κάποιες live εκτελέσεις, συνήθως του ίδιου του Paul Carrack ως καλεσμένου όπως στο «Ringo Starr And His All Star Band» (2004) και στο «Farewell Budokan» (2014) του Eric Clapton.

Posted in Music | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Roisin Murphy «Hairless Toys»

Posted by gone4sure στο 24 Ιουνίου 2015

bf9cb1abΟκτώ χρόνια δεν είναι και λίγα για μια ντίβα για να σχεδιάσει την επιστροφή της στα εγκόσμια. Πόσο μάλλον όταν αυτή η επιστροφή σηματοδοτεί μόλις το τρίτο προσωπικό άλμπουμ της και τον ανανεωμένο εαυτό της μετά την εμπειρία της γέννας των δύο παιδιών της στο ενδιάμεσο. Η Roisin Murphy, disco ντίβα της νέας εποχής, φανατική φιγούρα – φιγουρίνι για ένα κοινό που ζει σε παροξυσμικό παραλήρημα μεταξύ ντεφιλέ μόδας και clubbing και εκφραστική τραγουδίστρια της electronica, στο τρίτο δισκάκι της, που ονομάζει «Άτριχα Παιχνίδια» (ό,τι θέλει κανείς, ας βάλει με το νου του) κάνει τα πάντα για να τσαλακώσει την λάμψη της πίστας που την έστεψε βασίλισσα με τα ποικιλώνυμα «Sing It Back» και τα «Overpowered» του παρελθόντος.

Το «Hairless Toys» είναι ένας δίσκος «πειραγμένος», «βασανισμένος» που κλωτσάει μονίμως την καρδάρα με το γάλα. Η Murphy δεν θέλει «ίσια» τραγούδια, βαριέται τις αστραφτερές παραγωγές και επίσης, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει τη χάρη σε κανέναν που θέλει να την ακούσει να ερμηνεύει καθαρά και ξάστερα. Μαζί με τον συνεργάτη της, Eddie Stevens τον οποίο ταλαιπωρεί από την εποχή των Moloko, κάθονται και στήνουν στο στούντιο ένα ηλεκτρονικό δίσκο γεμάτο υπόκωφα πονάκια, στριμμένους ρυθμούς, μικρά εσωτερικά σασπένς, πετσικαρισμένους ήχους βινυλίου («Exploitation»), άδειους ανοιχτούς χώρους – μια αραιή παραγωγή που στήνει στον τοίχο κάθε προσδοκία εύκολης ή προσβάσιμης pop. Η Roisin Murphy στο «Hairless Toys» παρουσιάζει ξάφνου μια αλλεργία στην αμεσότητα και την οικειότητα. Θέλει να τη βλέπεις μέσα από καπνούς, κουρτίνες, παραπετάσματα, εμπόδια και θολούρες. Δεν αποκαλύπτεται ποτέ ξάστερα, δεν βγαίνει στο φως ποτέ ολόκληρη.

Άλμπουμ φωτοσκιάσεων λοιπόν το «Hairless Toys» διαπνέεται από την αγωνία να μην το βρεις εύκολο. Σε κάποια σημεία μάλιστα, γίνεται τόσο θολό και νευρωτικούλι που αισθάνεσαι ότι μεριάζει τα τραγούδια για να παίξει μόνο με τις ατμόσφαιρες («Uninvited Guest») ή με κάτι blues μεταξύ νύστας και καταστολής («Exile»). Υπό άλλες συνθήκες αυτή η αντιδραστικότητα της Murphy να βγει ως κανονική ερμηνεύτρια και να πει τα τραγούδια της θα έχριζε το σύνολο μέτριο. Ωστόσο όλη η φάση εδώ παραμένει ενδιαφέρουσα ακόμα και όταν η αφεντιά της συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένη πριγκίπισσα που φεύγει από το δικό της πάρτι για να εξερευνήσει το δάσος μέσα στη νύχτα.

Πειραματικό και με ένα σοβαρό πρόβλημα στη συνοχή του, το άλμπουμ δεν είναι αυτό που θα περίμενε ο fan της αστραφτερής ντίβας. Σκοντάφτει, πλατιάζει, παραμένει στην κατατονία για κρίσιμο διάστημα (το ομότιτλο κομμάτι είναι μια ματαιότητα) αλλά έχει και δύο πολύ όμορφα καλούδια – το «Gone Fishing», εμπνευσμένο από το ντοκιμαντέρ «Paris Is Burning» περί των μειονοτήτων της χορευτικής κουλτούρας που αναγκάστηκαν να φτιάξουν το δικό τους κουκούλι για να προστατευτούν από τον έξω κόσμο, είναι απολαυστικό και το «Evil Eyes» ό,τι κοντινότερο στο φως έχει να παρουσιάσει το άλμπουμ της. Το «Unputdownable» που κλείνει το δίσκο θα μπορούσε να φέρει θετικό πρόσημο αν δεν ήταν τόσο κυκλοθυμικό.

Αν τα βρει με την εσωτερική ταραχή της η Roisin θα αποκαλύψει κάτι που έχουν όλοι ανάγκη από αυτήν. Μέχρι τότε θα βασανίζει μελωδίες που γκρινιάζουν άσκοπα.

★★★★★✩✩✩✩✩

Αν σας άρεσε αυτό ακούστε και αυτά:

Tracey Thorn «Out Of The Woods»

Beth Orton «Trailer Park«

Feist «The Reminder»

Emiliana Torrini «Me And Armini»

Keren Ann «101»

Posted in Music | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Florence And The Machine «How Big, How Blue, How Beautiful»

Posted by gone4sure στο 19 Ιουνίου 2015

sleeveΤρέχοντας με τα χίλια στο στάτους της υπερσταδιοδρομίας η Florence Welch φτάνει αισίως στο τρίτο άλμπουμ της, έχοντας ήδη στο ενεργητικό της, υπέρλαμπρα εμπορικά κατορθώματα με δύο πλατινένια άλμπουμ και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με μια δημοσιότητα που χειρίζεται άξια και μοναδικά – δε φαίνεται να καταβάλλεται η εξαντλητικά εργαζόμενη Florence από την υπερέκθεση και την ψυχική φθορά που παραδοσιακά επιφέρει αυτή η ιλιγγιώδης επιτυχία – με ένα «ραδιοφωνικό» προφίλ σε παγκόσμιο επίπεδο σχεδόν φαινομενικών διαστάσεων (τα ραδιόφωνα του πλανήτη την αγαπούν ως ασφαλή επιλογή – είτε παίζουν τη διασκευή της στο «You Got The Love» είτε το «Cosmic Love» είτε τις χορευτικές EDM μοντερνιές της είτε τα πιο σοφιστικέ alternative ροκάκια της), η Florence μπορεί να υπερφανευτεί ότι έχει καταφέρει όσα καμία σύγχρονή της δεν έχει ούτε καν φανταστεί.

Τώρα στο τρίτο άλμπουμ της, η Florence και η μπάντα της έχουν να αντιμετωπίσουν την πρόκληση όχι μόνο της διατήρησης του επιτεύγματος αλλά και της επέκτασής του. Η επιτυχία είναι μια αδηφάγα bitch. Φτιάχνουν λοιπόν ένα άλμπουμ που ως κοινό παρανομαστή στα τραγούδια του, έχει τον ρεαλισμό και την επιλογή της αντιμετώπισης των δυσκολιών και των «στραβών» σε αντίθεση με τα προηγούμενα δύο δισκάκια που πρόκριναν πιο πολύ την απόδραση παρά την κυνική πραγματικότητα. Και αυτό το concept φυσικά έχει να κάνει με τη θεματολογία των τραγουδιών περισσότερο.

Διότι όσον αφορά στο μουσικό μέρος, το «How Big, How Blue, How Beautiful» είναι ένα arena rock άλμπουμ φτιαγμένο από τον υπερ-παραγωγό Markus Dravs με υλικά που παραγέμισε στην υπερμεγέθη επιτυχία των Mumford & Sons και των Arcade Fire. Και όταν λέμε arena rock εννοούμε όλα εκείνα τα καλά και τα κακά που υπάρχουν στη διαδρομή μεταξύ mid-80’s Simple Minds και mid-00’s Coldplay. Ευρωστία, ανεβαστικά uptempos, δραματικές μελωδίες με μαχαίρια καρφωμένα βαθιά στις φλέβες, βιμπράτο συχνότητες που τρίζουν τζαμαρίες ή τις διαλύουν κιόλας, ορχηστράρες σε παροξυσμό, μία μπάντα που καβαλάει ενισχυτές και μία Florence στη μέση, να τελαλίζει ιαχές, αρματωμένη με ένταση και μέταλλο σαν μπουρλοτιέρης – σαν να δίνει διαταγές στο στόλο για τις μανούβρες του προκειμένου να αλώσουν την ακτογραμμή, μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι.

Άξια. Ωστόσο.

Το «How Big, How Blue, How Beautiful» είναι φτιαγμένο όχι με την ψυχή της Florence ως κίνητρο. Είναι φτιαγμένο με την προσδοκία της κάλυψης της αρένας. Ο τρόπος με τον οποίο διεκπεραιώνεται αυτή η αποστολή είναι η ψυχή της Florence. Το αποτέλεσμα που ακούμε δηλαδή έχει μέσα του αυτή την ξεσηκωτική δραματικότητα που αποτελεί την απώτατη προίκα της Florence, όμως αυτή είναι προϊόν συνειδητής προσπάθειας και όχι αυθόρμητης, πρωτογενούς έκφρασης. Αισθάνεσαι δηλαδή, ότι οι Florence And The Machine έχουν μια δουλειά να κάνουν εδώ – δεν ήρθαν για να παίξουν. Δεν ήρθαν για να υπερβούν. Και όσο κρατιέται η ισορροπία ανάμεσα στην άψογη διεκπεραίωση και τα καλά τραγούδια, δεν έχει κανείς λόγο να ξενερώσει. Τα προβλήματα του άλμπουμ ξεκινούν από το γεγονός ότι συχνά – πυκνά αισθάνεται κανείς ότι οι συνθέσεις βερμπαλίζουν για να βερμπαλίζουν, η Florence παριστάνει την υπερευαίσθητη Jeanne D’ Arc, η μπάντα νιάζεται για την A.O.R. ατμόσφαιρά της περισσότερο από το κανονικό και ίσως σε κάποια σημεία η μπαναλαρία να κρύβεται στη γωνία με κάτι αμερικανο-χασμωδίες – αναπτηράκια τύπου «Caught» που αισθάνεσαι ότι θα μπορούσαν να τις λένε οι Sixpence None The Richer ή οι Til’ Tuesday ξερωγώ. Ή με κάτι prog αναπτύξεις αλά 70’s Styx όπως στο «Mother». Πφφφ.

Σαν να αγγχώνονται μην τους ξεφύγει η αριστερή στήλη του Hot 100 του Billboard…

Όμως αν αναζητάμε το πρόσημο του συνόλου, αυτό δε θα μπορούσε παρά να είναι θετικό έστω και αναιμικά. Γιατί όταν η Florence τελαλίζει πάνω σε καλά, γερά singles («What Kind Of Man», «Ship To Wreck» ή δυνητικά, κελαριστά singles όπως το «Hiding») το κάνει υπέροχα και όταν συνοδεύεται από ορχήστρα που έχει εντολές να σεβαστεί την εύθραυστη μελωδική στιγμή όπου η Florence ατενίζει (στο ομότιτλο τραγούδι του άλμπουμ και στο «St. Jude») κι όταν κάνει συμβολικές αναφορές το κάνει στακάτα και εύλγωττα («I never knew I was a dancer till Delilah showed me how» λέει στο «Delilah») σε ένα κατακτημένο girl power κλίμα στο δρόμο μεταξύ Grace Slick και Chrissie Hynde.

To «How Big, How Blue, How Beautiful» φυσικά και θα πάει στο Νο.1 της Αμερικής και στο Νο.1 της Αγγλίας και θα γίνει πρωτοσέλιδο και εξώφυλλο και banner και όλα όσα μπορεί να γίνει. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό. Η κοπιώδης προσπάθεια της μπάντας έγινε με αυτόν τον προσανατολισμό. Όσο και αν φισκάρει όμως την αρένα, θα αφήσει ένα χώρο μέσα σου ακάλυπτο και γεμάτο υγρασία και δεν θα πολυθές μετά να την αναζητήσεις. Έτσι είναι: κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις.

★★★★★★✩✩✩✩

Αν σου άρεσε αυτό, άκου με προσοχή και αυτά:

Pretenders «The Pretenders«

– Grace Slick «Dreams«

– Pearl Harbor & The Explosions «Pearl Harbor & The Explosions«

Yeah Yeah Yeahs «Show Your Bones«

Marina & The Diamonds «Family Jewels«

Posted in Music | Με ετικέτα: , , | 1 Comment »

Blur «The Magic Whip»

Posted by gone4sure στο 14 Ιουνίου 2015

blur-the-magic-whipΔώδεκα χρόνια μετά το «Think Tank» και με την brit pop να έχει πλέον βρει τη θέση της στην βρετανική μουσική πολιτιστική κληρονομιά που γίνεται αναφορά και μάθημα στους νεότερους, η επανασύνδεση των Blur για ένα όγδοο άλμπουμ ανατέλλει μπροστά σε μια καινούρια γενιά ακροατών που νιώθει στους ώμους της ένα δέος για τη μπάντα, αβίωτο στην εποχή της πυκνής δράσης της. Η καινούργια γενιά ακροατών (εννοώ τους σημερινούς έφηβους μέχρι και τους εικοσικάτιδες) αντιμετωπίζει το ερέθισμα των Blur σα μια μυθική δύναμη του παρελθόντος και μεγιστοποιεί στη φαντασία της τις ιστορίες για τα πολυήμερα ξεσαλώματα, για τα ποτά και τα ναρκωτικά, για τις κόντρες με τους Gallaghers, για την Cool Britannia και τον θρίαμβο των Blur στην ευγονική κληρονομιά των Beatles.

Εχει πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς το πώς η σύγχρονη τραγουδοποιία του Damon Albarn (όχι στην υπέροχη προσωπική κατάθεσή του πέρσι με το «Everyday Robots» αλλά στο πλαίσιο της μπάντας) γκελάρει πάνω στα φρέσκα μουτράκια των καινούργιων ακροατών των Blur. Εχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς πώς αυτό το καλομεστωμένο, ζυμωμένο μέσα στα χρόνια, brit-pop κράμα των σημερινών Blur έρχεται να διεκδικήσει τη θέση του στην μετα-Arcade Fire και μετα-National εποχή. Προκαλεί ρίγος κάπως η ιδέα ότι ένα buddy song σαν το «Go Out» (βρωμικούλι, καβλωμένο, cool γκρουβάτο αλλά και με αγάπη μέσα του για τους buddies του, τα οποία έχουν αφήσει πίσω τους την άγαρμπη έκχυση τεστοστερόνης στις pubs) ακούγεται τόσο modish, τόσο Small Faces αλλά και τόσο Vaccines ταυτόχρονα αλλά και αναδεικνύεται και νικηφόρο τελικά στις συγκρίσεις με την εποχή του, με τους επιγόνους του Albarn, με τους πάντες. Το «Magic Whip» ακούγεται σαν μια πανοραμική σύνοψη όλων των φάσεων της μπάντας -από το άγουρο νεοπαραδοσιακό buggy rock του «Leisure» μέχρι την ενδοσκοπική ματιά του «Everyday Robots«.

Το «Thought I Was A Spaceman» για παράδειγμα διαπνέεται από αυτήν την υπνωτιστική ρυθμική διακριτικότητα στο υπόβαθρο – ένα υπέροχο κομμάτι ως προς την ιδέα του, την πραγμάτωσή του και την παραγωγή του Stephen Street – που φαίνεται να έχει υιοθετήσει ο Damon Albarn από την εμπειρία του στους Gorillaz. Αμέσως μετά, το «I Broadcast» μοιάζει να επισκέπτεται την πιο glam πλευρά της brit pop -κάτι σαν τους Supergrass με βασικό τραγουδιστή τον David Bowie σε παραγωγή Paul Weller. Λίγο παρακάτω δε, στο «Ghost Ship» φτιάχνουν ένα αισθαντικό αστικό funky beat και με διάθεση να ρίξει στο κρεβάτι την γαλανομάτα soul (που τόσα χρόνια δεν του κάθεται – λίγο μόνο τον φλέρταρε στους Gorillaz). Στο «Pyongyang» μάλιστα ακούγονται εμπνευσμένοι από την αισθητική της ΝΑ Ασίας (εξ ου και το εξώφυλλο με την neon αύρα του Hong Kong) και -πείτε με τρελλό- αλλά μου θύμισε πολύ το «Canton» των Japan… Αντίστοιχα είχε ψυχωθεί και ο David Sylvian στο τελευταίο άλμπουμ των Japan, «Tin Drum» με την καντονέζικη αισθητική. Και αν όλα αυτά φαντάζουν ελαφρώς παλαβά, αυτή ακριβώς είναι και η διάθεση όλου του «Magic Whip» – ένα τεθλασμένο εναλλασόμενο χωρίς λογικούς ειρμούς κύμα από όσα άξια και απολαυστικά καλούδια μπορεί να σταχυολογήσει ο Damon από την μακρά πορεία των είκοσι πέντε χρόνων καριέρας του σε μια state of the art παραγωγή τόσο εύστοχη, τόσο καίρια και τόσο ατενίζουσα στο αύριο.

Το καταπληκτικό με το «Magic Whip» είναι ότι κάθε τραγούδι του έχει αντιμετωπιστεί από τους ίδιους τους Blur σαν μοναδικό single, σαν ένα αυτόνομο κεφάλαιο της νέας φάσης τους. Δεν υπάρχουν fillers εδώ. Πόσο cool μπορεί να είναι κανείς για να βγαίνει στο όγδοο άλμπουμ του γεμάτος ιδέες που γεμίζουν το χώρο και την ατμόσφαιρα χωρίς να ακούγεται πουθενά ότι έχει κουραστεί. Πόση ακμαιότητα μπορεί να χωρέσει ένα καινούργιο σύνολο τραγουδιών των Blur που απευθύνεται στον ακροατή του σαν να έχει να του διηγηθεί ένα σωρό καινούργια συναρπαστικά αφηγήματα; Και πόσα guts μπορεί να έχει μια μπάντα που μπαίνει στη διαδικασία να τα μετουσιώσει όλα αυτά σε ένα αποτέλεσμα που συγκινεί όχι με τα οιστρογόνα του αλλά με την καρδιά του και το κοφτερό μυαλό του.

★★★★★★★★✩✩

Αν σας άρεσε αυτό ακούστε κι αυτά:

Wild Beasts «Present Tense»

Owen Pallet «Heartland»

Antlers «Familiars»

The Good The Bad And The Queen «The Good The Bad And The Queen»

Japan «Tin Drum»

Posted in Music | Με ετικέτα: , , | 2 Comments »

 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 121 ακόμα followers