All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

  • Follow All Gone on WordPress.com
  • Αρχείο Posts

    Ιουνίου 2015
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μαρ    
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  

How Long – η πορεία ενός classic 40+1 ετών και μια παρεξήγηση

Posted by gone4sure στο 14/06/2015

R-800402-1324321186.jpeg

Μία από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις στις σελίδες των 70′s και ταυτόχρονα ένα από τα πιο «εθιστικά» hits όλων των εποχών, το «How Long» έχει μια δική του ιδιαίτερη ιστορία – «πέτρα σκανδάλου» που δε μοιάζει με τις υπόλοιπες.

 Το 1974, ο Paul Carrack από το Sheffield, ένας από τους πιο πολυάσχολους τραγουδιστές της βρετανικής σκηνής, είχε μόλις βγει από την progressive rock μπάντα των Warm Dust και είχε σχηματίσει τους Ace μαζί με τον μπασίστα Terry «Tex» Comer (επίσης από τους Warm Dust) τον drummer Fran Byrne (από τους Sands Showdown και Bees Make Honey) και τους κιθαρίστες Alan «Bam» King (από τους Action και τους Mighty Baby) και Phil Harris. Οι Ace έπαιζαν ένα συμπαθητικό soft rock στιλ στο πλαίσιο της εποχής με μικρά φλερτάκια στην γαλανομάτα soul και την pop διατηρώντας το όποιο credit είχαν αποκομίσει τα μέλη τους από τα συγκροτήματα στα οποία έπαιζαν στο παρελθόν που κυμαίνονταν από την mod pop και την ψυχεδέλεια μέχρι το pub rock και το progressive rock. Ήταν ακριβώς οι εποχές πριν σκάσει το punk και το πιο cool ρεύμα στην Βρετανία ήταν το pub rock, μπάντες δηλαδή, συνήθως εκτός mainstream που έπαιζαν σε pubs, ένα μείγμα rhythm ‘n’blues και ανόθευτο, ορθόδοξο, κλασικό rock όπως το είχαν διαμορφώσει στα 60’s οι Small Faces και οι Kinks.

R-1892959-1398950573-8149.jpegΟι Ace, παρότι το πάλεψαν πέντε περίπου χρόνια, από το 1972 μέχρι το 1977 και κυκλοφόρησαν τρία, συνολικά, άλμπουμ, καταγράφηκαν στην ιστορία ως one hit wonder λόγω της μεγαλύτερης επιτυχίας τους «How Long», παρότι είχαν άλλα δύο μικρότερα hits στο ενεργητικό τους, το «I Ain’t Gonna Stand This For No More» (Νο.51 στη Βρετανία το 1974) και το «Rock & Roll Runaway» (No.71 στην Αμερική το 1975). To 1977 απογοητευμένοι από την εμπορική τύχη τους, οι Ace διαλύθηκαν και οι τρεις από αυτούς (Paul Carrack, Terry Tex Comer και Fran Byrne) μπήκαν στην μπάντα του Frankie Miller.

Το «How Long (Has This Been Going On)» καταγράφηκε στην ιστορία ως ερωτικό τραγούδι αλλά δεν ήταν καθόλου τέτοιο. Πέτρα σκανδάλου στην ιστορία είναι ο μπασίστας της μπάντας Terry «Tex» Comer ο οποίος ενώ δεν είχε αποχωρήσει από το γκρουπ, πήγαινε και έπαιζε κρυφά μπάσο σε μια άλλη μπάντα, τους Suntherland Brothers & Quiver, χωρίς να το γνωρίζει ο Carrack. Όταν έγινε γνωστό, ο Carrack έξαλλος, έγραψε το τραγούδι, εκφράζοντας την αγανάκτησή του στους στίχους, οι οποίοι αν διαβαστούν με διαφορετικό πνεύμα, μπορούν να θεωρηθούν και ερωτικοί.

Τραγουδάει λοιπόν ο Carrack, «αν οι φίλοι σου με την εντυπωσιακή πειθώ τους, δεν παραδέχονται ότι αποτελούν μέρος του κόλπου που έχετε στήσει, εγώ δε γίνεται να μην έχω τις υποψίες μου γιατί δεν είμαι τόσο χαζός όσο φαίνομαι. Και είπες ότι δεν είχες τέτοια πρόθεση να μας διαλύσεις κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν υπάρχει λόγος, όμως, να υποκρίνεσαι, θα μπορούσαμε να διαλυθούμε οποιαδήποτε μέρα. Πόσο καιρό τώρα πάει αυτή η ιστορία;» Ο Carrack κατσαδιάζει τον άτακτο Comer παρότι ο τελευταίος, παίζει τελικά μπάσο στην ηχογράφηση του τραγουδιού. Το κομμάτι ανέβηκε μέχρι το Νο.20 στη Βρετανία, μέχρι το Νο.3 στην Αμερική, συμπεριλήφθηκε στο ντεμπούτο άλμπουμ τους «Five A Side» και έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο αγαπητά… ερωτικά τραγούδια των 70’s!
★★★★★★★★✩✩


R-5424859-1393168435-2917.jpegTo 1975 o Danny Williams ένας μαύρος crooner από τη Νότια Αφρική που είχε κάνει καριέρα από τις αρχές των 60’s κυρίως με ρεπερτόριο διασκευών γνωστών επιτυχιών (η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν η Νο.1 στην Αγγλία, ερμηνεία του στο «Moon River»), ερμήνευσε το «How Long» με έναν βελούδο, ήπιο και χαρακτηριστικά brit-soul ήχο, έτσι όπως τον είχε κόψει και ράψει ο πολύς Norman Newell της EMI. Συμπεριλήφθηκε στο album του «To Know You Is To Love You» (Phillips) σε παραγωγή Gil King και ενορχήστρωση Nick Ingman, ανάμεσα σε άλλες διασκευές του, όπως το «Feel Like Making Love» (που δόξασε η Roberta Flack), ή το «Ebony Eyes» (των Stylistics). Ο Danny Williams ήταν ήδη 55 ετών όταν ηχογράφησε το «How Long» και είχε ήδη στο βιογραφικό του τον όχι απαραίτητα κολακευτικό χαρακτηρισμό «ο Johnny Mathis της Βρετανίας» λόγω της ομοιότητας που είχε με τον αμερικανό soul crooner. Βέβαια, το 1975 οι δόξες του Danny Williams είχαν ήδη παρέλθει τουλάχιστον μια δεκαετία πριν, όταν το ρεύμα των Beatles και τα beat groups είχαν εξαλείψει σχεδόν κάθε άλλο μουσικό στιλ από τα charts. Είναι ειρωνικό βέβαια το ότι στην αγγλική περιοδεία του το 1963 ο Danny Williams, που έκανε σε είκοσι πόλεις, είχε ως support σχήμα τους Beatles… O Danny Williams, πατέρας τεσσάρων παιδιών (ο ένας γιός του είναι ο γνωστός ηθοποιός Anthony Barclay) πέθανε σε ηλικία 63 ετών από καρκίνο του πνεύμονα.
★★★★★★✩✩✩✩


R-2593528-1424382466-7406.jpegTo 1976 η καριέρα του Bobby Womack από το Cleveland του Ohio, γνώριζε μια εμπορική ύφεση, αντιστρόφως ανάλογη με την καλλιτεχνική προσφορά του. Από το 1974 και μετά, όταν πέθανε ο αδελφός του Harry Womack (μπασίστας και τενόρος τραγουδιστής του οικογενειακού doo wop group τους στα 60’s, The Valentinos, ο οποίος δολοφονήθηκε από την ερωμένη του με μαχαιριά στο λαιμό, σε μία σκηνή ζηλοτυπίας) οι επιδόσεις του στο chart πήραν την κατιούσα: το album του «Bobby Womack Goes Country And Western» του 1975 δεν εμφανίστηκε καν στους καταλόγους επιτυχιών (το κοινό του Womack δεν του συγχώρησε μάλλον την μεταπήδησή του σε ένα λευκό συντηρητικό genre) όπως και το «Home Is Where The Heart Is» (Columbia) του 1976, ένα δυνατό album που έφτιαξε μαζί με την καλιφορνέζικη funk μπάντα Brotherhood, το οποίο περιλάμβανε και τη διασκευή του στο «How Long» των Ace. Ο Womack ερμηνεύει το «How Long» με έναν τραχύ, επιθετικό τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης. Μάλιστα προσθέτει επιπλέον στίχους στην αρχή του τραγουδιού για να δώσει ξεκάθαρα την αίσθηση ότι για αυτόν το «How Long» είναι ένα ερωτικό τραγούδι απιστίας:

«You’ve been foolin’ me, all the time baby,
Ι
am the last one to know,
People talk all over the town.
I got a lot of things i’d like to ask ya…»

Η κιθάρα του αφηνιάζει μαζί του και τα πνευστά της Muscle Shoals Rhythm Section βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη, σε μια special μίξη από τον Bob Merritt στο Los Angeles. Η εκτέλεση του Womack είναι πραγματικά υπέροχη με μία από τις τρεις κυρίες που τον βοηθούν στα φωνητικά (ποτέ δε θα μάθουμε ποια ακριβώς), Cassietta George, Josephine Howard και Peggy Young να τον σιγοντάρει (- «You’ve been foolin’ me» – «Yes I am!») σαν κυματοθραύστης της απίστευτης ορμής του. Αν κρίνουμε από το γεγονός ότι ευχαριστεί ιδιαίτερα και μόνο την Peggy Young στα credits του album του, μάλλον αυτή είναι που παίρνει το ρόλο της άπιστης στο τραγούδι. Μιας ορμής που στα μέσα των 70’s ενισχυόταν σφοδρά από την παράφορη συνήθειά του για την κοκαϊνη, μία συνήθεια που ξαναθυμήθηκε μετά το θάνατο του μόλις τετράχρονου γιου του Bobby Truth τον οποίο απέκτησε με την δεύτερη σύζυγό του Regina Banks που παντρεύτηκε την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το εν λόγω album, το 1976. Η προσωπική ζωή του Bobby Womack δεν τακτοποιήθηκε ποτέ, από το μπαράζ των προσωπικών περιπετειών και θυελωδών ερωτικών υποθέσεών του. Μόλις το 1970 ο Bobby Womack είχε χωρίσει την Barbara Campbell, χήρα του Sam Cooke, δέκα χρόνια μεγαλύτερή του και αιτία να περιθοριωποιηθεί ο Bobby Womack από την soul κοινότητα, να τσακωθεί με τα αδέλφια του από τους Valentinos και να ξυλοκοπηθεί άγρια από τον αδελφό της Barbara, αφού ο γάμος του μαζί της θεωρήθηκε ύβρις και σκάνδαλο στη μνήμη του «άγιου» Sam Cooke. Τι ειρωνία που στο ίδιο album ο Womack διασκευάζει το «A Change Is Gonna Come» του Sam Cooke… Η Barbara κατηγόρησε τον Bobby ότι είχε ερωτική σχέση με την κόρη της Linda Womack, καρπό του γάμου της με τον Sam Cooke. Μάλιστα η Barbara τον απείλησε και με όπλο πριν χωρίσουν και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ο γιος που έκανε με τον Bobby, ο Vincent Womack αυτοκτόνησε σε ηλικία 21 ετών το 1986… Ο Bobby Womack ένας από τους πιο αληθινούς soulmen που πέρασαν ποτέ από το αμερικανικό προσκήνιο, πέθανε σε ηλικία 70 ετών στις 27 Ιουνίου 2014 -πάσχοντας από Αλζχάιμερ- σε μια εποχή που η καριέρα του είχε αναστηθεί μετά την συνεργασία του με τους Gorillaz του Damon Albarn στο καταπληκτικό «Stylo» και το εξαιρετικό comeback album του «The Bravest Man In The Universe».
★★★★★★★✰✰✰


R-2071395-1316353019.jpegO J.J. Barnes είναι ένας από τους πιο αγαπητούς soulmen της northern soul σκηνής, δοξασμένος περισσότερο στα ιδρωμένα σκοτσέζικα clubs παρά στην πατρίδα του, το Detroit του Michigan. Το 1977 που ηχογράφησε το «How Long» για το album του «Sara Smile» (Contempo), είχε ήδη γυρίσει την πλάτη στην αγορά της πατρίδας του και είχε μετεγκατασταθεί στο Λονδίνο μετά από παρακίνηση του Edwin Starr. Πραγματικός θρύλος των επτάιντσων singles, συνθέτης και στιβαρός, εκφραστικός τραγουδιστής, ο Barnes είχε περάσει από όλες τις σημαντικές μικρές soul εταιρίες στη δεκαετία του ’60 – Rich, Mickay’s, Ring, Ric Tic, Groovesville, Revilot, Buddah, Volt– και στα 70’s – Motown και Perception– πριν ταξιδέψει στην Βρετανία, έχοντας ως μοναδική σχεδόν μεγάλη επιτυχία στις αποσκευές του το υπέροχο northern soul classic «Baby Please Come Home» του 1967. Το «How Long» ερμηνεύεται από τον James Jay Barnes σε μια «εμπύρετη» disco ατμόσφαιρα με την ενορχήστρωση του μάστορα της brit-disco, Gerry Shury που δεν είχε εμπορική τύχη στην Βρετανία και στην Αμερική έκανε μια μικρή καριέρα στα disco clubs της εποχής, αφού το κυκλοφόρησε εκεί σε single η T.K. Μέσα στο ίδιο album, ο Barnes διασκεύαζε και Darryl Hall & John Oates, το «Sara Smile» που έδωσε τον τίτλο του και στο album. O Barnes συνέχιζε να προσπαθεί να κάνει το μεγάλο crossover με ένα ακόμα album που κυκλοφόρησε στις αρχές των 90’s στην Motorcity Records ονομάζοντάς το με λαχτάρα «Try It One More Time» σε παραγωγή Ian Levine – το μόνο που κατάφερε όμως είναι να ακουστεί ως ένα αναβιωτικό back to basics. Ο J.J. Barnes είναι σήμερα 72 ετών.
★★★★★★✩✩✩✩


R-3092535-1315358487.jpegΑυτό που ξεκίνησε ο Bobby Womack με το «How Long» προσθέτοντας στην εισαγωγή κάποιους στίχους που δεν βρίσκονταν στην αρχική σύνθεση του Paul Carrack, το επέκτεινε η Barbara Mandrell το 1977 στο album της «Love’s Ups And Downs» (ABC Dot). Η Mandrell προσθέτει ολόκληρη στροφή στο δεύτερο μέρος του τραγουδιού με στίχους που προφανέστατα στοχεύουν στον «άπιστο» άντρα που εγείρει υποψίες, ένα προσφιλέστατο θέμα για το ακροατήριο της country. Η Mandrell προσθέτει ότι «δεν αντέχει να τη βλέπει να χάνει και να μένει στη θέση του άντρα της μια τρύπα και δεν αντέχει να τον βλέπει να διαλέγει άλλη και πρέπει να πάρει μια θέση απέναντι σε αυτό. Παρότι αυτός είπε ότι θα παραμείνει σταθερός και ότι δεν σχεδιάζει να φύγει, οι κουβέντες που ακούγονται από τους αποκαλούμενους φίλους του, τη δυσκολεύουν να τον πιστέψει.» Το αξιοπερίεργο με την εκτέλεση της Barbara Mandrell είναι ότι στα credits του album της, ως συνθέτης αναφέρεται μόνο ο Paul Carrack και όχι ο στιχουργός που έγραψε τους επιπλέον στίχους! Ωστόσο, η Barbara Ann Mandrell, από το Houston του Texas, ένα κορίτσι θαύμα της αμερικανικής country βιομηχανίας, ερμήνευσε το τραγούδι με την γενναιότητα μίας γνήσιας αρχοντικής country τραγουδίστριας, σε παραγωγή του Tom Collins (που είχε αναλάβει την καριέρα του Ronnie Milsap) με έναν επίμονο disco ρυθμό στο υπόβαθρο που προσάρμοζε την παραδοσιακή country στην εποχή των μέσων των 70’s όταν όλα έπρεπε να έχουν αυτή την disco μυρωδιά. Η Barbara Mandrell θριάμβευσε στην country αγορά. Όχι μόνο ήταν μια άψογη μουσικός (pedal steel κιθάρα, ακκορντεόν, μπάντζο) αλλά και μία πολύ πετυχημένη τηλεοπτική περσόνα, πρώτα με τις αδελφές της Louise και Irene (Mandrell Family Band) αλλά και μόνη της, όταν ξεχώρισε ως μουσικός στη μπάντα της Patsy Cline και του Johnny Cash και στη συνέχεια ως παρτενέρ του David Houston σε μια σειρά ντουέτων που άρεσαν πολύ στο κοινό, σε παραγωγή του ιερού τέρατος της Nashville country, Billy Sherrill. Οι μεγάλες επιτυχίες όμως και οι διακρίσεις της θα έρχονταν από το 1978 που σημείωσε το πρώτο Νο.1 hit της, «Sleeping Single In A Double Bed» και θα ακολουθούσε ένα μπαράζ επιυχιών και βραβείων ως τις 11 Σεπτέμβρη 1984 που η καριέρα της κάμφθηκε από το σοβαρό τροχαίο ατύχημα που είχε με μια μηχανή. H καριέρα της συνεχίστηκε μετά από ενάμισυ χρόνο απουσίας μέχρι και τις αρχές των 90’s και είναι ίσως αξιοσημείωτο το ότι έχει ανακηρυχθεί δύο φορές «Entertainer Of The Year» από τον επίσημο Country Music Association, η μοναδική γυναίκα που έχει διακριθεί με αυτόν τον τίτλο δύο φορές. Θα παρέμενε η μοναδική αν δεν την ισοφάριζε η Taylor Swift στη δεκαετία του 2010.
★★★★★★✰✩✩✩


R-5345387-1391099318-1183.jpegΟι Scandal είναι ένα από κείνα τα συγκροτήματα που πάσχισαν να βρουν τη θέση τους στην ιστορία του αυστραλέζικου rock στα 70’s και φυσικά δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν το πολυπόθητο crossover σε άλλες αγορές πέραν της δικής τους. Η διασκευή τους στο «How Long» ήταν ένα από τα τρία singles του ενός και μοναδικού ομότιτλου album (Mushroom) που κυκλοφόρησαν το 1978 φτάνοντας στο Νο.3 του αυστραλέζικου chart (τα άλλα δύο singles ήταν το ντεμπούτο τους «Best Deal In Town» και «Harry»). Aν κρίνει κανείς από τον τρόπο που προσέγγισαν το τραγούδι, δεν προκαλεί έκπληξη το γιατί η μπάντα δεν είχε συνέχεια. Άτολμα πιστοί στην εκτέλεση του πρωτότυπου των Ace, οι Scandal διεκπεραιώνουν με έναν πειθαρχημένο, τεχνικά αλάνθαστο τρόπο το τραγούδι, σε παραγωγή του ηχολήπτη τους Ian McKenzie χωρίς να προσθέτουν αλλά ούτε και να αφαιρούν κάτι από την αυθεντική εκτέλεση του τραγουδιού. Το κουιντέτο από την Αδελαϊδα της Αυστραλίας, έπαιξε με την αισθητική του glam και τις επιρροές του από Roxy Music και Supertramp, υιοθετώντας το ανδρογυνικό image του David Bowie από τότε που σχηματίστηκαν τον Φεβρουάριο του 1976, με τον τραγουδιστή τους Stuart Kerrisson σαφώς επηρρεασμένο από το οξυζενέ του glitter rock της εποχής. Μετά τη διάλυσή τους το Δεκέμβρη του 1978, ο τραγουδιστής μαζί με τον κιμπορντίστα Chris Harriott και τον κιθαρίστα Peter Watson σχημάτισαν τους Extractors ένα σχήμα που διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο του 1979 όταν μετονομάστηκαν ξανά σε Scandal με πρόσθετα μέλη τον κιθαρίστα Adrian Dessent, τον μπασίστα Greg Trennery (αντικατέστησε τον αρχικό μπασίστα του group Michael Smith) και τον drummer Nat De Palma (που αντικατέστησε τον αρχικό drummer Aldo Civitico). Ωστόσο, ούτε αυτό το line up γνώρισε καμία ιδιαίτερη τύχη. O Stuart Kerrisson εγκατέλειψε τη μουσική και o Adrian Dessent προσχώρησε στους Wendy & The Rockets και το 1983 στους Venetians από το Sydney.
★★★★★✰✩✩✩✩


R-1463192-1428817784-8787.jpegΟι Glass Family είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση από κείνες που δεν είναι εύκολο να καταχωρηθούν σε ένα μόνο ηχητικό ρεύμα. Ξεκίνησαν στο Los Angeles στα 60’s ως ένα σχήμα που έπαιζε instrumental surf διασκευές, με αρχηγό τον Jim Callon. Αρχικά λέγονταν Soul Survivors και μετά Carpet Baggers πριν καταλήξουν στο όνομα Glass Family δανεικό από την ομάδα των λογοτεχνικών χαρακτήρων που είχε δημιουργήσει ο J.D. Sallinger σε μια σειρά διηγημάτων του που είχαν δημοσιευτεί στον New Yorker μεταξύ 1948 – 1965. Οι Glass Family κυκλοφόρησαν το album «Electric Band» το 1967 στην Warner Bros. πλήρως συντονισμένοι στο ψυχεδελικό πνεύμα της εποχής τους και όταν το hippie party τέλειωσε ο Jim Callon επανεμφανίστηκε στα μέσα των 70’s με τελείως διαφορετικό line up στο group με πλήρη disco περιβολή για να συμμετέχει στο άλλο χορευτικό party. Ως Glass Family κυκλοφόρησαν δύο albums στην JDC το 1978 και το 1979 κυκλοφόρησαν το single που στην πρώτη πλευρά συμπεριλαμβανόταν η διασκευή του «How Long» (JDC Records) σε back to back medley με ένα δικό τους τραγούδι, το «Shake» και στη δεύτερη το επίσης δικό τους «Make Up Your Mind». Οι Glass Family, ήταν ένα από κείνα τα groups που προφανώς πήδησαν στο βαγόνι της εποχής (και την πρώτη φορά στα 60’s και στη δεύτερη στα 70’s) παίζοντας αυτό που αιτούσε η εκάστοτε εποχή. Με την Taka Boom στα φωνητικά (την γνωστή και μη εξαιρετέα αδελφή της Chaka Khan), τους John Gerlach (drums), Gary Itri (μπάσο), Dexter De Los Angeles (keyboards), David Edward (κιθάρα και synthesizer) και την Spanky McFarlane στα βοηθητικά φωνητικά (ναι, αυτήν των Spanky & Our Gang), οι Glass Family άφησαν το μισό αποτύπωμά τους στην ιστορία ως ψυχεδελικοί συνάδελφοι των Country Joe & The Fish και των Big Brother & The Holding Company και το άλλο μισό ως φρενήρεις disco μάγοι αλά Cerrone και Rinder & Lewis. Είναι σε αυτή τη δεύτερη φάση τους που περιέλαβαν το «How Long» και το μετέτρεψαν σε ένα ηλεκτρονικό disco παραλήρημα, το οποίο σημειωτέον, είναι και δύσκολο να βρεθεί στις μέρες μας (πέρα από το ότι έχει συμπεριληφθεί στις δύο ανθολογίες τους που κυκλοφόρησαν 1994 και 1996).
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-444913-1320427833.jpegΟι Lipps Inc. από την Μιννεάπολη μόνο μια φορά κατάφεραν στην πεντάχρονη καριέρα τους να πλησιάσουν κάπως την επιτυχία του σεισμικού hit τους «Funkytown» του 1979. Και αυτή η φορά ήταν με τη διασκευή τους στο «How Long» ένα χρόνο αργότερα, το 1980, ένα single από το δεύτερο album τους «Pucker Up» (Casablanca). Με τον μετρονομικό ρυθμό του Steve Greenberg (του εγκέφαλου και άνθρωπου ορχήστρα -μπάσο, τύμπανα, πλήκτρα, προγραμματισμός- πίσω από τους Lipps Inc.) προεξάρχοντα και την απίστευτη φωνή της Cynthia Johnson, μία από τις πιο άξιες screaming divas της disco, το «How Long» έκανε σε αυτή την electro disco εκδοχή του μια μικρή πορεία στα charts φτάνοντας στο Νο.4 του dance chart της Αμερικής και στο No.29 του R’n’B chart κάνοντας και μία αξιοπρεπή παρουσία στην Ευρώπη (Γερμανία, Σουηδία, Ολλανδία). Η εκτέλεση των Lipps Inc. είναι χαρακτηριστικό δείγμα της σκελετικής disco ηλεκτρονομίας της εποχής, ένα από τα τελευταία hits της disco πριν ο όρος δαιμονοποιηθεί και πάρει τη θέση του ο όρος boogie και αργότερα το post disco. Οι Lipps Inc. πέρα από τον Steve Greenberg περιλάμβαναν κορυφαίους session μουσικούς της Μιννεάπολης που αργότερα έπαιξαν ο καθένας το δικό του ρόλο μέσα ή έξω από την αυτοκρατορία του Prince και των Jimmy Jam & Terry Lewis. Στο «How Long» τον προγραμματισμό των synths κάνει από κοινού με τον Greenberg, ο Roger Dumas και κιθάρα παίζει ο David Rivkin που αργότερα θα γινόταν γνωστός ως David Z. (αδελφός του Bobby Z.), αμφότεροι επαγγελματίες της μουσικής σκηνής της πόλης τους, με τελευταία κοινή θητεία τους, στους prog rockers Solenoid το 1977. Στα βοηθητικά φωνητικά, η Melanie Rosales που στο τελευταίο album των Lipps Inc. το 1983 θα αναλάμβανε την κύρια φωνή μαζί με την Margaret Cox (την Ta Mara από τους Ta Mara & The Sheen) μετά την αποχώρηση της Cynthia Johnson.
★★★★★★★✩✰✩


R-4902090-1378925315-1361.jpegΟι Good Brothers είναι μια σχεδόν παντελώς άγνωστη στην Ευρώπη, καναδική country rock μπάντα που αποτελείται από τρία αδέλφια, τους Brian, Bruce και Larry Good από το Richmond Hill του Ontario. Παρά την μακριά δισκογραφία τους (έχουν κυκλοφορήσει δεκαπέντε albums, από το 1975 ως το 2008, με χρονολογική σειρά τέσσερα στην RCA victor, τρία στην Solid Gold, τρία στην Savannah και πέντε στην Hogtown) δεν έχουν καταφέρει να κάνουν crossover ούτε καν στο πιο ορθόδοξο rock ακροατήριο, παρότι το ξεκίνημά τους χρονολογείται στα τέλη των 60’s – αρχές των 70’s όταν με τη βοήθεια του Jack Casady των Jefferson Airplane και του Bill Kreutzmann των Greatful Dead κατάφεραν να υπογράψουν συμβόλαιο στην Columbia και να κυκλοφορήσουν ένα album ως James (Ackroyd) And The Good Brothers το 1971. Όταν ο Ackroyd αποχώρησε από τη μπάντα και μπήκε ο τρίτος αδελφός Larry Good το 1973, βρήκαν το κλασικό line up τους που τα τελευταία χρόνια έχει εμπλουτιστεί και με τους γιους τους Travis Good και Dallas Good. Συντηρητική αλλά τίμια country που θυμάται τις καταβολές της από το rock αλλά και την απομόνωσή της στα οροπέδια του Καναδά, το «How Long» (Solid Gold Records) κυκλοφόρησε μόνο ως single το 1980 (με b-side το honky tonk «Hot Knife Boogie») σε παραγωγή Bill Henderson και Brian MacLeod και δεν συμπεριλήφθηκε σε κανένα album τους, προφανώς σηματοδοτώντας την αλλαγή εταιρίας από την RCA στην Solid Gold.
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-1184487-1431907003-3833.jpegΌλη η διαφορά στην εκτέλεση που έκανε ο Rod Stewart στο «How Long» το 1981 έχει να κάνει μόνο με την ιδιαιτερότητα της φωνής του (γρέζι και πάθος, στο τσεπάκι) και όχι με την ενορχήστρωση ή την παραγωγή του Jim Cregan. Η απόδοσή του είναι μάλλον πιστή στο πρωτότυπο και ερμηνευτικά μόνο δίνει την εντελώς δική του διάθεση στο τραγούδι, φτάνοντάς το ως ένα από τα πέντε singles του album «Tonight I’m Yours» (Warner Bros.) στο Νο.49 του αμερικανικού pop chart το 1981 και στο Νο.41 του αγγλικού. Ήταν η εποχή που ο Rod Stewart έμπαινε δυναμικά στα 80’s, πειθαρχημένος στις συμβουλές του marketing προφανώς ότι θα έπρεπε να προσαρμοστεί στη νέα εποχή, ενσωματώνοντας στοιχεία από το new wave και την νέα synth pop που ερχόταν δυναμικά από το μέλλον. Η εκτέλεση των Robin Le Mesurier (κιθάρα), Kevin Savigar (πλήκτρα), Jay Davis (μπάσο), Tony Brock (τύμπανα) είναι σχεδόν πατροναρισμένη πάνω σε αυτήν των Ace – ελάχιστες είναι οι διαφορές στην προσέγγιση, μία από αυτές ίσως είναι τα τονισμένα backing vocals. Η καριέρα του Rod Stewart συνεχιζόταν ακάθεκτη σε ένα πλατινένιο δρόμο γεμάτο εμπορικά επιτεύγματα και η προσωπική ζωή του έμπαινε σε διαφορετική τροχιά ως πατέρας ήδη δύο παιδιών από το γάμο του με την Alana Hamilton που παντρεύτηκε το 1979 και θα χώριζε το 1983 για τα μάτια της Kelly Emberg.
★★★★★★✩✩✩✩


Η σκοτσέζα BaR-5675615-1399633046-4477.jpegrbara Dickson είναι η πιο πετυχημένη ερμηνεύτρια της ιδιαίτερης πατρίδας της. Με μεγάλα εμπορικά επιτεύγματα και με την αίγλη της θεατρικής ηθοποιού – τραγουδίστριας, η καριέρα της έχει να επιδείξει δεκαπέντε album μέσα στο βρετανικό chart αλλά και θεατρικά βραβεία (Olivier Awards) κινούμενη καλλιτεχνικά στο ρεπερτόριο της easy listening pop και του music hall, παρότι οι ρίζες της στα 60’s έχουν να κάνουν με την folk. Οι περισσότεροι τη θυμούνται από την No.1 μελωδία «I Know Him So Well» που τραγούδησε το 1984 μαζί με την Elaine Paige από το musical «Chess». Το 1989 η Dickson τοποθετούσε πρώτο τραγούδι το «How Long» μέσα στο album της «Coming Alive Again» (Telstar) σε παραγωγή Stewart James και Bradley James, ερμηνεύοντάς το με τη χαρακτηριστική φωνή της αλλά και κάπως διεκπεραιωτικά, με υπόβαθρο μια μάλλον συντηρητική ενορχήστρωση. Το κακό με τις επαγγελματίες ντίβες είναι ότι σπανίως δίνουν δικό τους χαρακτήρα στα τραγούδια – συνήθως τα «αλέθουν» στο brand τους σαν να τα κατακτούν για να βάλουν αγχωμένες και το δικό τους όνομα στο ιστορικό των ερμηνειών του κάθε τραγουδιού. Στο ίδιο album διασκεύαζε -όχι πολύ καλύτερα- και άλλο ένα τραγούδι του Paul Carrack, μία επιτυχία από την solo καριέρα του, το «You’re The Voice» του 1986.
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-2064967-1261919153.jpegΤο 1992 ο ήχος της αυτοκρατορίας των Stock, Aitken και Waterman είχε ήδη κατακτήσει τα βρετανικά charts και είχε δώσει τον ρυθμό στο τι σημαίνει βρετανική χορευτική pop, έχοντας ήδη γεμίσει τα ραδιόφωνα και τα clubs με κείνον το «οικονομικά» φτιαγμένο ρυθμικό μοτίβο που εφαρμοζόταν στους πάντες και τα πάντα. Οι Undercover ήταν ένα τρίο που δημιουργήθηκε με την ίδια επαγγελματική λογική που είχαν δημιουργηθεί σχήματα όπως οι Big Fun και οι Londonbeat. Τρία αγόρια εν είδη μπάντας που σχηματίστηκαν για να διασκευάσουν επί το χορευτικότερο μια σειρά από γνωστά classics και να τα παραδώσουν στα clubs για κατανάλωση. Το «How Long» φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει από την επιλογή του παραγωγού Steve Mac για το ντεμπούτο album των Undercover, «Check Out The Groove» (PWL International) που δημιουργήθηκε άρον άρον, προκειμένου να κεφαλαιοποιηθεί η τεράστια απήχηση του single «Baker Street» που έσκισε στο βρετανικό chart, μια κατάφορη ντισκοποίηση του αριστουργήματος του Gerry Rafferty από το 1978. Όπως δήλωνε και το όνομά τους, οι Undercover ήταν ένα τρίο, κυρίως, διασκευών. Ο John Matthews τραγουδούσε, ο Tim Laws έπαιζε κιθάρα και ο Jon Jules μπάσο, η Tracy Ackerman τους βοηθούσε στα φωνητικά, ο Chris Laws έπαιζε τύμπανα και ο ίδιος ο Steve Mac αναλάμβανε το μεγαλύτερο ηχητικό κομμάτι, τα keyboards και τον προγραμματισμό. Ο Matthews τραγουδάει το «How Long» σαν να απουσιάζει από το τραγούδι, είναι περίπου σαν προγραμματισμένος να ερμηνεύσει όπως τού έχει ζητηθεί, καθαρός, αμόλυντος, αθώος και φρέσκος. Και παντελώς αδιάφορος. Οι Undercover έβγαλαν μόλις δύο albums πριν μπαγιατέψουν μέχρι το 1994 και κάποια σκόρπια singles μέχρι το 2004, χρονιά που ερμήνευσαν το «Viva England», ανεπίσημο ύμνο της ομάδας της Αγγλίας στο Euro 2004.
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-295737-1133202897.jpegΗ Yazz, μια από τις πολύ συμπαθητικές παρουσίες του brit house, μετά τον χαμό του ντεμπούτου album της «Wanted» που περιλάμβανε όλη την χορευτική hip αφρόκρεμα της εποχής της του 1988 δεν είχε και πολλές πιθανότητες να βρει υλικό και στιλ που θα μπορούσε να διατηρήσει την επιτυχία αντίστοιχη του «The Only Way Is Up» και του «Doctorin’ The House». Το 1994 λοιπόν επανεμφανίστηκε με ένα album πολυσυλλεκτικής παραγωγής -από το ground beat της εποχής μέχρι brit reggae- το «One On One» (Polydor) στο οποίο δεν τα πήγαινε καθόλου άσχημα αλλά ήταν σαφές ότι το momentum είχε χαθεί. Η συνεργασία της με τους Aswad για την ερμηνεία του «How Long» ήταν ένα από τα τρία singles του album της, σε παραγωγή του τρίο Mark Jolley, Anna Jolley, Brian Harris, φτάνοντας στο Νο.31 του βρετανικού chart. Η ερμηνεία τους είναι μάλλον γειωμένη και «γλυκιά» εφαρμοσμένη πάνω σε αυτό το ελαφρύ reggae μοτίβο, ευχάριστο και χαριτωμένο καθόλου όμως ιδιαίτερο. Αντίστοιχη ερμηνεία με κείνη που επιφύλαξε στο άλλο single – διασκευή μέσα από το album, το υπέροχο «Everybody Got To Learn Sometime» των Korgis του 1980 που το μετέτρεψε σε ένα νωθρό, τεμπέλικο ground beat χωρίς χαρακτήρα. Η Yazz δε φάνηκε να βρίσκει ένα σταθερό ρυθμό στην καριέρα της. Ακολούθησε ένα ακόμη album της ίδιου ύφους το 1997 («The Natural Life») και στα 00’s δύο albums με soul gospel υλικό (2008 και 2011).
★★★★★✩✩✩✩✩


R-548705-1130180933.jpegΟι Ace Of Hearts διασκεύασαν το «How Long» (BCM Records) το 1993 σε ένα αχρείαστο euro house στιλ προφανώς για τη γερμανική αγορά σε ένα maxi single με διάφορες μίξεις από τους Crazy People. Οι Ace Of Hearts  δεν ήταν κανονικό σχήμα αλλά ένα δημιούργημα του στούντιο, προφανώς των παραγωγών Basil Kelleher και Paul Romane που υπογράφουν στην ετικέτα του δίσκου. Το maxi κυκλοφόρησε στη χορευτική εταιρία του Brian Carter και προφανώς τίποτα δεν θα άλλαζε αν δεν είχε κυκλοφορήσει ποτέ. Κανένα στοιχείο δεν υπάρχει για τραγουδιστή ή μουσικούς (προγραμματιστές) και πέρα από κάποιες συλλογές με χορευτικά hits εκείνης της χρονιάς, αυτή η διασκευή δεν έχει καταγραφεί πουθενά αλλού. Για την ιστορία, η BCM Records έπαιξε ένα γερό ρόλο στα clubs της Ευρώπης καθώς κυκλοφορούσε με license δίσκους από την αμερικανική χορευτική σκηνή -hip hop, house, synth soul, boogie κ.λπ.- και τα διέθετε στη μεγάλη γερμανική αγορά. Μαζί με singles λοιπόν των De La Soul, της Donna Allen, των Stetsasonic και του Vince Montana, η BCM κατέκλυζε τα clubs και με κείνο τον ήχο των 49ers και των Technotronic, το αντίστοιχο δηλαδή σημερινό EDM εκείνης της εποχής. Μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι ελάχιστα έχουν αλλάξει μέσα σε είκοσι χρόνια στην αντίληψη του φτηνού στουντιακού χορευτικού ήχου μεταξύ Ace Of Hearts και David Guetta
★★✩✩✩✩✩✩✩✩


R-1228287-1338215983-8993.jpegTo 1996, o ίδιος ο Paul Carrack αποφάσισε να ερμηνεύσει solo -δικαιωματικά- το «How Long» συμπεριλαμβάνοντάς το στο album του «Blue Views» (I.R.S.) αξιοποιώντας τους πολύτιμους επαγγελματίες φίλους του μουσικούς, που ενισχύουν την προσπάθειά του: στις κιθάρες ο Tim Renwick και ο Robbie McIntosh, στο μπάσο ο Pino Palladino, στα τύμπανα ο Andy Newmark, στα πλήκτρα ο Rod Argent, στα βοηθητικά φωνητικά η Katie Kissoon και η Tessa Niles και στην παραγωγή ο Peter Van Hooke. Η νέα ερμηνεία του Carrack έχει εκείνη την αυτάρεσκη αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που γνωρίζει ότι έχει γράψει ο ίδιος ένα classic και η εκτέλεση διαθέτει εκείνη την αύρα της Δυτικής Ακτής που μπλέκει την λευκή γαλανομάτα soul με το A.O.R. όχι μακριά από τον ήχο των Toto. Μετά τη διάλυση των Ace, ο Carrack περιηγήθηκε ως session μουσικός σε μια μεγάλη γκάμα σχημάτων και έπαιξε στο πλευρό κορυφαίων stars, ξεκινώντας το 1977 μετά τη διάλυση των Ace να με την Frankie Miller Band, το 1979 βρέθηκε στους Roxy Music παίζοντας πλήκτρα στην τελευταία τριλογία των albums τους, ως το 1982. Μια χρονιά πριν, το 1981 είχε αντικαταστήσει τον κιμπορντίστα Jools Holland στους Squeeze (για να αντικατασταθεί με τη σειρά του και αυτός, το 1982 από τον Don Snow). Πάλι το 1981 μπήκε στους Cowboy Outfit του Nick Lowe και έπαιξε πλήκτρα στα δύο albums τους του 1985 και 1986, και σε αυτό το πλαίσιο συμμετείχε και στα sessions για albums του John Hiatt και της Carlene Carter. Όταν διαλύθηκαν οι Cowboy Outfit, προσχώρησε στην μπάντα του Roger Waters, Bleeding Heart Band για το soundtrack της ταινίας «When The Wind Blows» και το album «Radio K.A.O.S.» (1986 – 1987) και ταυτόχρονα μπήκε και στους Mike & The Mechanics ηχογραφώντας ταυτόχρονα και solo πραγματοποιώντας και τη μεγαλύτερη προσωπική επιτυχία του «Don’t Shed A Tear» και ένα ντουέτο με την Terri Nunn των Berlin («Romance») για το soundtrack του «Sing». Το 1993 έγινε μέλος του super group Spin 1ne 2wo (μαζί με τον μπασίστα Tony Levin, τον drummer Steve Ferrone, τον κιθαρίστα Phil Palmer και τον κιμπορντίστα Rupert Hine) για να ηχογραφήσουν ένα album διασκευών σε rock standards. Ακολούθησε η μικρή θητεία του στην επανασύσταση των Eagles για το «Hell Freezes Over» το 1995, στην All Star Band του Ringo Starr το 2003 αλλά και στη μπάντα του Eric Clapton το 2015 για τον εορτασμό των 70ών γενεθλίων του… Βίος και πολιτεία ο Paul Carrack, εμπλούτισε το βιογραφικό του παράλληλα παίζοντας keyboards σε διάφορες φάσεις για τους Pretenders (1983), Smiths (1984), Elton John (1995 και 1997), B.B. King (1997), Simply Red (1998) κ.λπ.
★★★★★★✩✩✩✩


R-6729832-1425468804-6170.jpegΟι Jango, είναι ένα από κείνα τα super groups που φτιάχνονται στο Los Angeles από βετεράνους session μουσικούς για να περνάνε καλά και να έχουν ένα όχημα για να πραγματώνουν το cool που έχουν στο κεφάλι τους. Από το 1998 που οι επαγγελματίες συνθέτες Steve Le Gassick και Michael Price (αθέατος στα credits του album όπως και ο βετεράνος συμπαραγωγός Steve Barri που εμφανίζεται καταγεγραμμένος μόνο στα βοηθητικά φωνητικά) είχαν στο νου τους την smooth soul jazz η οποία διαπρέπει στον τόπο τους. Μαζί τους, ο σαξοφωνίστας Steve Nieves, ο κιθαρίστας Nick Kirgo, ο μπασίστας Leon Johnson και ο drummer Dave Beyer. Διασκεύασαν το «How Long» στο ντεμπούτο τους album «Dreamtown» (Gold Entertainment) το 1999 και το μετέτρεψαν σε ένα από κείνα τα light soul μεσόρυθμα στανταράκια, ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς από μια μπάντα βετεράνων. Συμπαθητικό αλλά και χωρίς κανένα διακύβευμα μέσα του με πιο αναγνωρίσιμο και ενδιαφέρον στοιχείο τα solos του Nick Kirgo στην κιθάρα, το «How Long» των Jango ίσως κατά μία έννοια αποτελεί το δυνητικό ιδανικό άκουσμα των συνομίληκών τους, που έχουν μία νοσταλγία για τη νεανικότητά τους και τα classics του παρελθόντος αλλά αρέσκονται και στην ιδέα ότι δεν νιώθουν παροπλισμένοι από το χρόνο. Χίμαιρες.
★★★★★★✩✩✩✩


R-7083797-1433329861-7272.jpegO Donny Osmond, τεράστιο εφηβικό είδωλο στα 60’s με τα αδέλφια του τούς Osmonds αλλά και αργότερα ως ντουέτο με την αδελφή του Marie, έκανε μια μεγάλη pop καριέρα, η οποία όμως δεν του άφησε και πολλά περιθώρια να βρει έναν σοβαρό προσανατολισμό στην ώριμη φάση του, πέρα από την τηλεόραση και το music hall. Τα δεκαπέντε περίπου albums που κυκλοφόρησε στη solo καριέρα του, με πιο πρόσφατο το album διασκευών «The Soundtrack Of My Life» του 2014 δεν τον οδήγησαν σε θριάμβους, στάθηκαν όμως ως οχήματα για τις περιβόητες τηλεοπτικές εμφανίσεις του ή στις συναυλίες του στο Las Vegas. Το 2007 ο Donny Osmond διασκεύασε το «How Long» στο album του «Love Songs Of The 70’s» (Decca), ένα ακόμα album διασκευών – από το «How Deep Is Your Love» των Bee Gees μέχρι to «I Can See Clearly Now» του Johnny Nash. Ο Donny σε παραγωγή Michael Mangini αποδίδει το τραγούδι με την ρουτίνα υποχρέωσης που θα περίμενε κάποιος από αυτόν, σαν ένα καταναγκαστικό έργο για να βάλει το σημαιάκι του σε άλλο ένα απάτητο τερέν. Δεν είναι άσχημος. Δεν έχει όμως και κανένα ενδιαφέρον. Απίστευτο επίσης παραμένει το «αγέραστο» της παρουσίας του που βάζει κάτω δέκα Cliff Richard για πλάκα – όχι μόνο στο photoshop αλλά και στο baby face value…
★★★★✩✩✩✩✩✩


R-6095627-1410954829-6631.jpegΟι Sugardaddy δεν είναι άλλοι από το ντουέτο του Tim Hutton και του Tom Findlay των Groove Armada που κυκλοφόρησαν μεταξύ των δικών τους projects ο καθένας, ένα album το 2006 με τίτλο «Its Good To Get High With The Wife», μερικά singles και μια αποκλειστική συμμετοχή στο «Late Night Tales Presents Music For Pleasure» (Late Night Tales) το 2012, ένα τεύχος της καταπληκτικής σειράς στο οποίο είχαν αναλάβει οι Groove Armada ως compilers – curators. Το «How Long» στα χέρια των Sugardaddy με τα keyboards και τα φωνητικά του Tensnake, του γερμανού Marco Niemerski δηλαδή, γίνεται ένα μάλλον νοσταλγικό των 80’s ραδιοφωνικό electro mid tempo όχι πολυ διαφορετικό από το πώς θα το έφτιαχναν ας πούμε σήμερα, οι 10CC σε παραγωγή Heaven 17. Όλες οι επιλογές των Groove Armada στο συγκεκριμένο compilation διαπνέονται από μια αλάνθαστη 80’s αύρα που προδίδει εν πολλοίς και τις άμεσες αναφορές του ήχου τους. Στο maxi single που κυκλοφόρησε το 2012 υπάρχει και μία θαυμάσια εκτέλεση – μίξη του κομματιού από τον Iron Galaxy – κατά κόσμο Adam Hodgins – house dj και παραγωγό από το Montreal του Καναδά που φυσικά το κάνει αγνώριστο – δυσκολεύεσαι να αναγνωρίσεις τη μελωδία, πόσο μάλλον χωρίς καθόλου φωνητικά.
★★★★★★✩✩✩✩


Η τελευταία εκτέR-4962533-1380719053-3846.jpegλεση του «How Long» ανήκει στην συνεργασία τριών σημαντικών μουσικών, που κυκλοφόρησε το 2013 και έμελλε να είναι και η τελευταία κυκλοφορία του ενός από αυτούς. Ο Jeff Golub ήταν ένας σπουδαίος κιθαρίστας που πέρα από τις επαγγλεματικές υπηρεσίες του σε δουλειές άλλων (π.χ. Rod Stewart) πρόλαβε να κυκλοφορήσει και 15 προσωπικά albums από το 1988 ως το 2013 πριν πεθάνει στη 1 Ιανουαρίου 2015, σε ηλικία 59 ετών από μια εκφυλιστική ασθένεια του εγκεφάλου, γνωστή ως PSP (Progressive Supranuclear Palsy) ή σύνδρομο Steele – Richardson – Olszewski. Ήδη από το Σεπτέμβρη του 2012 είχε ένα επεισόδιο, προεόρτιο της ασθένειας (έπεσε στις γραμμές του υπόγειου μετρό στη Νέα Υόρκη προσπαθώντας να προλάβει το τρένο) και από τότε έχασε το φως του μέχρι να πεθάνει. Στον τελευταίο δίσκο του, είχε την χαρά να συνεργαστεί με τον βρετανό κιμπορντίστα Brian Auger (το album «Train Keeps A Rolling» (eOne) κυκλοφόρησε ως ντουέτο των δύο τους) και στη συγκεκριμένη διασκευή του «How Long» συνεργάστηκε και με τον Christopher Cross, έναν τραγουδιστή με πολλά credits στην αμερικανική soft rock ιστορία από το 1980 και μετά. Τα τύμπανα παίζει ο Steve Ferrone και μπάσο ο Derek Frank σε ένα πλαίσιο που έχει την αύρα του επαγγελματία παλαίμαχου αλλά και του μουσικού με αξιοπιστία στη δράση του. Η εκτέλεσή τους δεν ακούγεται πολύ διαφορετική από κείνη των Jango (και εδώ ο Golub σολάρει με την κιθάρα του) αλλά η ερμηνεία του Christopher Cross παίρνει έναν πόντο παραπάνω, αφού το τραγούδι νομίζεις ότι είναι φτιαγμένο εξαρχής για τη δική του φωνή και διάθεση.
★★★★★★✰✩✰✩


Υπάρχουν κάποιες ακόμα εκτελέσεις του «How Long» αλλά αρκετά ασήμαντες για να αναφερθούν κανονικά, όπως αυτή της tribute μπάντας Another Page από την Δανία στο ep «A Tribute To Westcoast Music» (1999), η εκτέλεση του βρετανού ηθοποιού Shane Richie στο «The Album» (1997) και κάποιες live εκτελέσεις, συνήθως του ίδιου του Paul Carrack ως καλεσμένου όπως στο «Ringo Starr And His All Star Band» (2004) και στο «Farewell Budokan» (2014) του Eric Clapton.

Posted in Music | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Roisin Murphy «Hairless Toys»

Posted by gone4sure στο 24/06/2015

bf9cb1abΟκτώ χρόνια δεν είναι και λίγα για μια ντίβα για να σχεδιάσει την επιστροφή της στα εγκόσμια. Πόσο μάλλον όταν αυτή η επιστροφή σηματοδοτεί μόλις το τρίτο προσωπικό άλμπουμ της και τον ανανεωμένο εαυτό της μετά την εμπειρία της γέννας των δύο παιδιών της στο ενδιάμεσο. Η Roisin Murphy, disco ντίβα της νέας εποχής, φανατική φιγούρα – φιγουρίνι για ένα κοινό που ζει σε παροξυσμικό παραλήρημα μεταξύ ντεφιλέ μόδας και clubbing και εκφραστική τραγουδίστρια της electronica, στο τρίτο δισκάκι της, που ονομάζει «Άτριχα Παιχνίδια» (ό,τι θέλει κανείς, ας βάλει με το νου του) κάνει τα πάντα για να τσαλακώσει την λάμψη της πίστας που την έστεψε βασίλισσα με τα ποικιλώνυμα «Sing It Back» και τα «Overpowered» του παρελθόντος.

Το «Hairless Toys» είναι ένας δίσκος «πειραγμένος», «βασανισμένος» που κλωτσάει μονίμως την καρδάρα με το γάλα. Η Murphy δεν θέλει «ίσια» τραγούδια, βαριέται τις αστραφτερές παραγωγές και επίσης, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει τη χάρη σε κανέναν που θέλει να την ακούσει να ερμηνεύει καθαρά και ξάστερα. Μαζί με τον συνεργάτη της, Eddie Stevens τον οποίο ταλαιπωρεί από την εποχή των Moloko, κάθονται και στήνουν στο στούντιο ένα ηλεκτρονικό δίσκο γεμάτο υπόκωφα πονάκια, στριμμένους ρυθμούς, μικρά εσωτερικά σασπένς, πετσικαρισμένους ήχους βινυλίου («Exploitation»), άδειους ανοιχτούς χώρους – μια αραιή παραγωγή που στήνει στον τοίχο κάθε προσδοκία εύκολης ή προσβάσιμης pop. Η Roisin Murphy στο «Hairless Toys» παρουσιάζει ξάφνου μια αλλεργία στην αμεσότητα και την οικειότητα. Θέλει να τη βλέπεις μέσα από καπνούς, κουρτίνες, παραπετάσματα, εμπόδια και θολούρες. Δεν αποκαλύπτεται ποτέ ξάστερα, δεν βγαίνει στο φως ποτέ ολόκληρη.

Άλμπουμ φωτοσκιάσεων λοιπόν το «Hairless Toys» διαπνέεται από την αγωνία να μην το βρεις εύκολο. Σε κάποια σημεία μάλιστα, γίνεται τόσο θολό και νευρωτικούλι που αισθάνεσαι ότι μεριάζει τα τραγούδια για να παίξει μόνο με τις ατμόσφαιρες («Uninvited Guest») ή με κάτι blues μεταξύ νύστας και καταστολής («Exile»). Υπό άλλες συνθήκες αυτή η αντιδραστικότητα της Murphy να βγει ως κανονική ερμηνεύτρια και να πει τα τραγούδια της θα έχριζε το σύνολο μέτριο. Ωστόσο όλη η φάση εδώ παραμένει ενδιαφέρουσα ακόμα και όταν η αφεντιά της συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένη πριγκίπισσα που φεύγει από το δικό της πάρτι για να εξερευνήσει το δάσος μέσα στη νύχτα.

Πειραματικό και με ένα σοβαρό πρόβλημα στη συνοχή του, το άλμπουμ δεν είναι αυτό που θα περίμενε ο fan της αστραφτερής ντίβας. Σκοντάφτει, πλατιάζει, παραμένει στην κατατονία για κρίσιμο διάστημα (το ομότιτλο κομμάτι είναι μια ματαιότητα) αλλά έχει και δύο πολύ όμορφα καλούδια – το «Gone Fishing», εμπνευσμένο από το ντοκιμαντέρ «Paris Is Burning» περί των μειονοτήτων της χορευτικής κουλτούρας που αναγκάστηκαν να φτιάξουν το δικό τους κουκούλι για να προστατευτούν από τον έξω κόσμο, είναι απολαυστικό και το «Evil Eyes» ό,τι κοντινότερο στο φως έχει να παρουσιάσει το άλμπουμ της. Το «Unputdownable» που κλείνει το δίσκο θα μπορούσε να φέρει θετικό πρόσημο αν δεν ήταν τόσο κυκλοθυμικό.

Αν τα βρει με την εσωτερική ταραχή της η Roisin θα αποκαλύψει κάτι που έχουν όλοι ανάγκη από αυτήν. Μέχρι τότε θα βασανίζει μελωδίες που γκρινιάζουν άσκοπα.

★★★★★✩✩✩✩✩

Αν σας άρεσε αυτό ακούστε και αυτά:

Tracey Thorn «Out Of The Woods»

Beth Orton «Trailer Park«

Feist «The Reminder»

Emiliana Torrini «Me And Armini»

Keren Ann «101»

Posted in Music | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Florence And The Machine «How Big, How Blue, How Beautiful»

Posted by gone4sure στο 19/06/2015

sleeveΤρέχοντας με τα χίλια στο στάτους της υπερσταδιοδρομίας η Florence Welch φτάνει αισίως στο τρίτο άλμπουμ της, έχοντας ήδη στο ενεργητικό της, υπέρλαμπρα εμπορικά κατορθώματα με δύο πλατινένια άλμπουμ και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με μια δημοσιότητα που χειρίζεται άξια και μοναδικά – δε φαίνεται να καταβάλλεται η εξαντλητικά εργαζόμενη Florence από την υπερέκθεση και την ψυχική φθορά που παραδοσιακά επιφέρει αυτή η ιλιγγιώδης επιτυχία – με ένα «ραδιοφωνικό» προφίλ σε παγκόσμιο επίπεδο σχεδόν φαινομενικών διαστάσεων (τα ραδιόφωνα του πλανήτη την αγαπούν ως ασφαλή επιλογή – είτε παίζουν τη διασκευή της στο «You Got The Love» είτε το «Cosmic Love» είτε τις χορευτικές EDM μοντερνιές της είτε τα πιο σοφιστικέ alternative ροκάκια της), η Florence μπορεί να υπερφανευτεί ότι έχει καταφέρει όσα καμία σύγχρονή της δεν έχει ούτε καν φανταστεί.

Τώρα στο τρίτο άλμπουμ της, η Florence και η μπάντα της έχουν να αντιμετωπίσουν την πρόκληση όχι μόνο της διατήρησης του επιτεύγματος αλλά και της επέκτασής του. Η επιτυχία είναι μια αδηφάγα bitch. Φτιάχνουν λοιπόν ένα άλμπουμ που ως κοινό παρανομαστή στα τραγούδια του, έχει τον ρεαλισμό και την επιλογή της αντιμετώπισης των δυσκολιών και των «στραβών» σε αντίθεση με τα προηγούμενα δύο δισκάκια που πρόκριναν πιο πολύ την απόδραση παρά την κυνική πραγματικότητα. Και αυτό το concept φυσικά έχει να κάνει με τη θεματολογία των τραγουδιών περισσότερο.

Διότι όσον αφορά στο μουσικό μέρος, το «How Big, How Blue, How Beautiful» είναι ένα arena rock άλμπουμ φτιαγμένο από τον υπερ-παραγωγό Markus Dravs με υλικά που παραγέμισε στην υπερμεγέθη επιτυχία των Mumford & Sons και των Arcade Fire. Και όταν λέμε arena rock εννοούμε όλα εκείνα τα καλά και τα κακά που υπάρχουν στη διαδρομή μεταξύ mid-80’s Simple Minds και mid-00’s Coldplay. Ευρωστία, ανεβαστικά uptempos, δραματικές μελωδίες με μαχαίρια καρφωμένα βαθιά στις φλέβες, βιμπράτο συχνότητες που τρίζουν τζαμαρίες ή τις διαλύουν κιόλας, ορχηστράρες σε παροξυσμό, μία μπάντα που καβαλάει ενισχυτές και μία Florence στη μέση, να τελαλίζει ιαχές, αρματωμένη με ένταση και μέταλλο σαν μπουρλοτιέρης – σαν να δίνει διαταγές στο στόλο για τις μανούβρες του προκειμένου να αλώσουν την ακτογραμμή, μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι.

Άξια. Ωστόσο.

Το «How Big, How Blue, How Beautiful» είναι φτιαγμένο όχι με την ψυχή της Florence ως κίνητρο. Είναι φτιαγμένο με την προσδοκία της κάλυψης της αρένας. Ο τρόπος με τον οποίο διεκπεραιώνεται αυτή η αποστολή είναι η ψυχή της Florence. Το αποτέλεσμα που ακούμε δηλαδή έχει μέσα του αυτή την ξεσηκωτική δραματικότητα που αποτελεί την απώτατη προίκα της Florence, όμως αυτή είναι προϊόν συνειδητής προσπάθειας και όχι αυθόρμητης, πρωτογενούς έκφρασης. Αισθάνεσαι δηλαδή, ότι οι Florence And The Machine έχουν μια δουλειά να κάνουν εδώ – δεν ήρθαν για να παίξουν. Δεν ήρθαν για να υπερβούν. Και όσο κρατιέται η ισορροπία ανάμεσα στην άψογη διεκπεραίωση και τα καλά τραγούδια, δεν έχει κανείς λόγο να ξενερώσει. Τα προβλήματα του άλμπουμ ξεκινούν από το γεγονός ότι συχνά – πυκνά αισθάνεται κανείς ότι οι συνθέσεις βερμπαλίζουν για να βερμπαλίζουν, η Florence παριστάνει την υπερευαίσθητη Jeanne D’ Arc, η μπάντα νιάζεται για την A.O.R. ατμόσφαιρά της περισσότερο από το κανονικό και ίσως σε κάποια σημεία η μπαναλαρία να κρύβεται στη γωνία με κάτι αμερικανο-χασμωδίες – αναπτηράκια τύπου «Caught» που αισθάνεσαι ότι θα μπορούσαν να τις λένε οι Sixpence None The Richer ή οι Til’ Tuesday ξερωγώ. Ή με κάτι prog αναπτύξεις αλά 70’s Styx όπως στο «Mother». Πφφφ.

Σαν να αγγχώνονται μην τους ξεφύγει η αριστερή στήλη του Hot 100 του Billboard…

Όμως αν αναζητάμε το πρόσημο του συνόλου, αυτό δε θα μπορούσε παρά να είναι θετικό έστω και αναιμικά. Γιατί όταν η Florence τελαλίζει πάνω σε καλά, γερά singles («What Kind Of Man», «Ship To Wreck» ή δυνητικά, κελαριστά singles όπως το «Hiding») το κάνει υπέροχα και όταν συνοδεύεται από ορχήστρα που έχει εντολές να σεβαστεί την εύθραυστη μελωδική στιγμή όπου η Florence ατενίζει (στο ομότιτλο τραγούδι του άλμπουμ και στο «St. Jude») κι όταν κάνει συμβολικές αναφορές το κάνει στακάτα και εύλγωττα («I never knew I was a dancer till Delilah showed me how» λέει στο «Delilah») σε ένα κατακτημένο girl power κλίμα στο δρόμο μεταξύ Grace Slick και Chrissie Hynde.

To «How Big, How Blue, How Beautiful» φυσικά και θα πάει στο Νο.1 της Αμερικής και στο Νο.1 της Αγγλίας και θα γίνει πρωτοσέλιδο και εξώφυλλο και banner και όλα όσα μπορεί να γίνει. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό. Η κοπιώδης προσπάθεια της μπάντας έγινε με αυτόν τον προσανατολισμό. Όσο και αν φισκάρει όμως την αρένα, θα αφήσει ένα χώρο μέσα σου ακάλυπτο και γεμάτο υγρασία και δεν θα πολυθές μετά να την αναζητήσεις. Έτσι είναι: κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις.

★★★★★★✩✩✩✩

Αν σου άρεσε αυτό, άκου με προσοχή και αυτά:

Pretenders «The Pretenders«

– Grace Slick «Dreams«

– Pearl Harbor & The Explosions «Pearl Harbor & The Explosions«

Yeah Yeah Yeahs «Show Your Bones«

Marina & The Diamonds «Family Jewels«

Posted in Music | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Blur «The Magic Whip»

Posted by gone4sure στο 14/06/2015

blur-the-magic-whipΔώδεκα χρόνια μετά το «Think Tank» και με την brit pop να έχει πλέον βρει τη θέση της στην βρετανική μουσική πολιτιστική κληρονομιά που γίνεται αναφορά και μάθημα στους νεότερους, η επανασύνδεση των Blur για ένα όγδοο άλμπουμ ανατέλλει μπροστά σε μια καινούρια γενιά ακροατών που νιώθει στους ώμους της ένα δέος για τη μπάντα, αβίωτο στην εποχή της πυκνής δράσης της. Η καινούργια γενιά ακροατών (εννοώ τους σημερινούς έφηβους μέχρι και τους εικοσικάτιδες) αντιμετωπίζει το ερέθισμα των Blur σα μια μυθική δύναμη του παρελθόντος και μεγιστοποιεί στη φαντασία της τις ιστορίες για τα πολυήμερα ξεσαλώματα, για τα ποτά και τα ναρκωτικά, για τις κόντρες με τους Gallaghers, για την Cool Britannia και τον θρίαμβο των Blur στην ευγονική κληρονομιά των Beatles.

Εχει πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς το πώς η σύγχρονη τραγουδοποιία του Damon Albarn (όχι στην υπέροχη προσωπική κατάθεσή του πέρσι με το «Everyday Robots» αλλά στο πλαίσιο της μπάντας) γκελάρει πάνω στα φρέσκα μουτράκια των καινούργιων ακροατών των Blur. Εχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς πώς αυτό το καλομεστωμένο, ζυμωμένο μέσα στα χρόνια, brit-pop κράμα των σημερινών Blur έρχεται να διεκδικήσει τη θέση του στην μετα-Arcade Fire και μετα-National εποχή. Προκαλεί ρίγος κάπως η ιδέα ότι ένα buddy song σαν το «Go Out» (βρωμικούλι, καβλωμένο, cool γκρουβάτο αλλά και με αγάπη μέσα του για τους buddies του, τα οποία έχουν αφήσει πίσω τους την άγαρμπη έκχυση τεστοστερόνης στις pubs) ακούγεται τόσο modish, τόσο Small Faces αλλά και τόσο Vaccines ταυτόχρονα αλλά και αναδεικνύεται και νικηφόρο τελικά στις συγκρίσεις με την εποχή του, με τους επιγόνους του Albarn, με τους πάντες. Το «Magic Whip» ακούγεται σαν μια πανοραμική σύνοψη όλων των φάσεων της μπάντας -από το άγουρο νεοπαραδοσιακό buggy rock του «Leisure» μέχρι την ενδοσκοπική ματιά του «Everyday Robots«.

Το «Thought I Was A Spaceman» για παράδειγμα διαπνέεται από αυτήν την υπνωτιστική ρυθμική διακριτικότητα στο υπόβαθρο – ένα υπέροχο κομμάτι ως προς την ιδέα του, την πραγμάτωσή του και την παραγωγή του Stephen Street – που φαίνεται να έχει υιοθετήσει ο Damon Albarn από την εμπειρία του στους Gorillaz. Αμέσως μετά, το «I Broadcast» μοιάζει να επισκέπτεται την πιο glam πλευρά της brit pop -κάτι σαν τους Supergrass με βασικό τραγουδιστή τον David Bowie σε παραγωγή Paul Weller. Λίγο παρακάτω δε, στο «Ghost Ship» φτιάχνουν ένα αισθαντικό αστικό funky beat και με διάθεση να ρίξει στο κρεβάτι την γαλανομάτα soul (που τόσα χρόνια δεν του κάθεται – λίγο μόνο τον φλέρταρε στους Gorillaz). Στο «Pyongyang» μάλιστα ακούγονται εμπνευσμένοι από την αισθητική της ΝΑ Ασίας (εξ ου και το εξώφυλλο με την neon αύρα του Hong Kong) και -πείτε με τρελλό- αλλά μου θύμισε πολύ το «Canton» των Japan… Αντίστοιχα είχε ψυχωθεί και ο David Sylvian στο τελευταίο άλμπουμ των Japan, «Tin Drum» με την καντονέζικη αισθητική. Και αν όλα αυτά φαντάζουν ελαφρώς παλαβά, αυτή ακριβώς είναι και η διάθεση όλου του «Magic Whip» – ένα τεθλασμένο εναλλασόμενο χωρίς λογικούς ειρμούς κύμα από όσα άξια και απολαυστικά καλούδια μπορεί να σταχυολογήσει ο Damon από την μακρά πορεία των είκοσι πέντε χρόνων καριέρας του σε μια state of the art παραγωγή τόσο εύστοχη, τόσο καίρια και τόσο ατενίζουσα στο αύριο.

Το καταπληκτικό με το «Magic Whip» είναι ότι κάθε τραγούδι του έχει αντιμετωπιστεί από τους ίδιους τους Blur σαν μοναδικό single, σαν ένα αυτόνομο κεφάλαιο της νέας φάσης τους. Δεν υπάρχουν fillers εδώ. Πόσο cool μπορεί να είναι κανείς για να βγαίνει στο όγδοο άλμπουμ του γεμάτος ιδέες που γεμίζουν το χώρο και την ατμόσφαιρα χωρίς να ακούγεται πουθενά ότι έχει κουραστεί. Πόση ακμαιότητα μπορεί να χωρέσει ένα καινούργιο σύνολο τραγουδιών των Blur που απευθύνεται στον ακροατή του σαν να έχει να του διηγηθεί ένα σωρό καινούργια συναρπαστικά αφηγήματα; Και πόσα guts μπορεί να έχει μια μπάντα που μπαίνει στη διαδικασία να τα μετουσιώσει όλα αυτά σε ένα αποτέλεσμα που συγκινεί όχι με τα οιστρογόνα του αλλά με την καρδιά του και το κοφτερό μυαλό του.

★★★★★★★★✩✩

Αν σας άρεσε αυτό ακούστε κι αυτά:

Wild Beasts «Present Tense»

Owen Pallet «Heartland»

Antlers «Familiars»

The Good The Bad And The Queen «The Good The Bad And The Queen»

Japan «Tin Drum»

Posted in Music | Με ετικέτα: , , | 2 Comments »

08.03.2015 Diggin’ My Scene @poplieradio

Posted by gone4sure στο 12/03/2015

Fresh new releases March 2015, songs that praise women

08.03.2015 Diggin' My Scene @poplieradio by Gone4sure on Mixcloud

Posted in Music | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 120 other followers