All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for the ‘Music’ Category

Man From Managra «King Time»

Posted by gone4sure στο 17 Μαρτίου 2019

Η μουσική του αγαπητού Coti K. ως Man From Managra διαθέτει μια συγκεκριμένη θαμπάδα από τότε που ξεκίνησε να ηχογραφεί δίσκους με αυτό το όνομα, δηλαδή το 2014. Η θαμπάδα αυτή στην αίσθησή της χρησιμοποιείται πολλαπλά ως στιλβωτικό, ως άμυνα στις εξωτερικά φαινόμενα, ως παραπέτασμα για να κρατιούνται απ’ έξω οι επιδράσεις που προκαλούν σύγχιση και θόρυβο. Είναι εκείνη η συγκεκριμένη θαμπάδα που χρησιμοποιούν πολύ οι τραγουδοποιοί από τις αμερικανικές μεσοδυτικές πολιτείες ή από τα βρετανικά midlands, ιδιοσυγκρασιακοί τύποι που διαφυλλάσουν τους προσωπικούς κόσμους τους αλώβητους από τους θορύβους της πόλης. Φαίνεται πως η οργανικότητα και η «βιολογική» καλλιέργεια του ήχου αποκτάει πολύτιμες διαστάσεις στον κόσμο τους και πρέπει με κάθε μέσον να διαφυλαχτεί για να προκύψει ένα εγγυημένο αποτέλεσμα χωρίς τοξικότητες. Έτσι, ο Coti K. στην Managra ξεκινάει και τελειώνει στην καθημερινότητά του, τις δραστηριότητές του χωρίς περισπασμούς και χωρίς περιττά FOMO. Η Managra ίσως ονομάζεται στον πραγματικό κόσμο Τήνος. Ίσως όμως ονομάζεται και οποιοδήποτε νησί του χάρτη. Ίσως πάλι Managra να είναι αναγραμματισμός του Anagram (inception!) ή απλά να προέρχεται από το βιβλίο του Stephen Marley «The Man From Managra» (1995,  Virgin Books), βασισμένο στον τηλεοπτικό «Doctor Who«

Man From Managra

Κωνσταντίνος Λουκάς Ρολάνδος Κυριάκος a.k.a. Coti K

Το τρίτο album του Man From Managra έχει ένα ανακουφιστικό, laid back αίσθημα, μία χαλαρότητα στην εξέλιξή του που αψηφά τις πειθαρχημένες εντάσεις και το κυνήγι του χρόνου. Κυλάει ήπια, με ελεγχόμενα ψύχραιμη διάθεση, μάλλον καλοδιάθετα και διαλλακτικά σε ένα μεσόρυθμο μελωδικό σύστημα με ράγες πάνω στις οποίες κυλάει το μουσικό τρενάκι του χωρίς να επιταχύνει και χωρίς να σχίζει τον αέρα. Έχει μια μεσόκοπη σοφία στις αποσκευές του, αμφίσημη: άλλος την ερμηνεύει ως χαμηλό παλμό και άλλος ως κατακτημένη συναισθηματική ισορροπία. Η αφηγηματική διάσταση του δίσκου, η ικανότητα του Coti να εκθέτει τις σκέψεις και τα λόγια του κατατείνουν στη συνθεση και των δύο ερμηνειών. Αυτό που δημιουργεί λοιπόν είναι ένας χάρτης της μετα-λύπης, ένα αποτύπωμα που εκφράζει χρονικά τη συγκεκριμένη περίοδο της καλλιτεχνικής ζωής του, διυλισμένα συναισθήματα που μπορούν να κατακάτσουν, να αξιολογηθούν και να επικοινωνηθούν με έναν αποτελεσματικό τρόπο. Είναι κάπως σαν ένα μετα-ψυχαναλυτικό σύστημα συναισθημάτων και ιδεών. Το τι πέτυχε ο καθένας μας σκάβοντας μέσα του, το τι ανακάλυψε στην οδυνηρή πορεία, το πώς διαχειρίστηκε τη συνύπαρξη είναι το ένα αποτέλεσμα. Το άλλο είναι ότι ανεξάρτητα από την επιτυχία των προσπαθειών, μια διαδικασία ολοκληρώνεται και αφήνει πίσω της ένα αποτύπωμα. Αυτό το αποτύπωμα είναι το «King Time«.

CK_MANAGRA_12_Cover_3mmspine_DieCut

Man From Managra «King Time» (Inner Ear)

Το «King Time» κυλάει πολύ αρμονικά και με μια κλάση ιδιαίτερη στα αυτιά. Εμπεριέχει μελωδικές ιδέες που ολοκληρώνονται πολύ πιο αποτελεσματικά από όσο λειτουργούσαν στο προηγούμενο album του «Half A Century Sun» και ακούγεται σαν να μην πτοείται από το σαράκι της φιλοδοξίας. Είναι αβίαστα τα τραγούδια του Coti εδώ, απλά στις συλλήψεις τους και με ένα περίβλημα προστατευμένα (η θαμπάδα που λέγαμε) που τα καθιστά αλώβητα στις προκλήσεις του σήμερα, των συρμών, των ποικίλων περισπασμών. Αν είχε χρώμα θα ήταν γκριζογάλανο αυτό το μουσικό σύμπαν με κάποια pop-up χρώματα σε λεπτομέρειες που λειτουργούν ως φάροι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι φωνητικές αρμονίες που δημιουργεί συνοδευτικά στο υπόβαθρο, η Ρένα Ρασούλη είναι ένα pop up χρώμα πάρα πολύ ευχάριστο. Και η μπάντα είναι από την άλλη ακολουθεί την πλεύση του Coti με την Λαμπρινή Γρηγοριάδου (μπάσο, τενόρο κιθάρα), τη Θάλεια Ιωαννίδου (τρομπέτα) και τον Πάνο Γαλάνη (τύμπανα). Η Σtella τραγουδάει μαζί με τον Coti σε ένα ντουέτο στο «Tonight» ένα τραγούδι που θα έπρεπε να ανθολογηθεί κάποια στιγμή στα ντουέτα με τις πιο ιδιαίτερες συναισθηματικές αποχρώσεις.

Το «Tonight» του Man From Managra featuring Σtella:

★★★★★★★☆☆☆

Ακούστε και αυτά:

– Destroyer «Kaputt»
– Lou Reed «Blue Mask»
– Marlon Williams «Make Way For Love»
– Lightning Seeds «Cloudcuckooland»
– Elliott Smith «XO«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Steams «Wild Ferment»

Posted by gone4sure στο 10 Μαρτίου 2019

Διαθέτει μια αλλόκωτη αμφισημία το καινούργιο album των αθηναίων Steams: από τη μία αναδίδουν όλο το δράμα αυτού του ντουνιά (και ίσως του γαλαξία μας τριγύρω), πολύ βαρύ, υποβλητικό και αβάσταχτο και από την άλλη νιώθουν και να «γαργαλιούνται» από την ψυχαγωγική φύση του rock στο οποίο εστιάζουν (το οργανικό, βιολογικής ωρίμανσης, σκληρό και με αμερικανικές ρίζες). Από τη μία, έχουν μια στενοχώρια στον τρόπο που εκφράζουν την χίπικη, νεοπαραδοσιακή αφηγηματικότητά τους σαν να θέλουν να παραμείνουν πιστοί στις λύπες του καλιφορνέζικου Laurel Canyon και από την άλλη έχουν και μια πινελιά εξωστρέφειας από αυτές που καταδεικνύουν ότι το rock, εκτός από την υποχρέωση της σωτηρίας του κόσμου τούτου να βαραίνει στις πλάτες του, έχει και μια φύση πιο διασκεδαστική και αλέγκρα.

Steams

Η μπάντα των Steams δίνει σημασία στην αυθεντικότητα

Είναι αλλόκωτα ενδιαφέρον λοιπόν το «Wild Ferment«, το καινούργιο album τους έτσι όπως μετεωρίζεται μεταξύ ηλεκτρισμού και παστοραλικής φυσικότητας. Σαν να έχεις απέναντί σου σε δύο παράλληλες σκηνές ενός φεστιβάλ, τους Crosby, Stills, Nash And Young και τους Steppenwolf. Ταυτόχρονα. Οι Steams αν μη τι άλλο βρίσκονται στη μέση με έναν τίμιο τρόπο και αντηχούν αυτήν την πολύ ταλαιπωρημένη ποιότητα που ονομάζεται «αυθεντικότητα» που τείνει να εξαφανιστεί από τα λεξικά των νεόκοπων rockers. Οι Steams νιώθουν πολύ βολικότερα στο πλαίσιο του roots rock και αυτού που ονομάστηκε μέσα στα χρόνια classic rock παρά σε οποιαδήποτε κατοπινή υβριδιακή μορφή του. Άντε και psych rock. Μέχρι εκεί. Η επιμονή τους να αφηγούνται τελετουργικά και με θεατρικό δέος τις ιστορίες τους, ο τρόπος τους να αποτυπώνουν τις εντυπώσεις και τις ιδέες τους στη θεματολογία των τραγουδιών τους, αποπνέει την άδολη, αθώα και «καθαρή» φάση του rock, στη χρονική ακριβώς περίοδο δηλαδή πριν το μασήσει και το φτύσει η πρέζα και πριν οι rockers αντιληφθούν τις οικονομικές δυνατότητες της μαζικότητάς τους. Αυτή είναι η φάση των Steams. Αθώα, περήφανη και ρομαντικά πληθωρική. Οι συνειρμοί που δημιουργούνται στην ακρόαση, από τα τραγούδια τους έχουν να κάνουν με τη φύση περισσότερο παρά με αστικά τοπία: «Το Μπλε Των Φιορδ«, «Μαύρη Άμμος«, «Ο Θερισμός«, «Τέλειες Καταιγίδες Από Μακριά«… Όλα μοιάζουν με περιήγηση φυσιοδιφών σε ανοιχτά αλώνια με κυκλοθυμικές συννεφιές. Ακόμα και όταν παίζουν hard rock («Ephemeral Joys«) το κάνουν σαν τους Mountain ξερωγώ ή σαν τους Savoy Brown, με μια υπεύθυνη συναίσθηση απέναντι στα blues, χωρίς ποτέ να «γκραντζάρουν» ή να ξεφεύγουν σε ένταση. Προς τιμή τους. Όταν καλούν τον Ψαραντώνη δε με τη λύρα του («Perfect Storms From Afar«) για κάποιο λόγο ακούγεται αυτή η συνεργασία πολύ αγαστή, λες και περίμενε εκεί κάπου έξω για να πραγματοποιηθεί. Έχει μια μεσογειακή λεβεντιά, μία οριενταλιστική rock διονυσιακή φάση, αυτό το κομμάτι, πολύ απέρριτη και δωρική με την οποία δε γίνεται παρά να συνταχθείς μαζί.

Steams - Wild Ferment

Steams «Wild Ferment» (Self Released)

To «Fjordian Blue» των Steams:

Ο Πάνος Δημητρόπουλος τραγουδάει τελετουργικά και με μια αντι-αστική ποιότητα τα λόγια που γράφει ενώ παίζει και ηλεκτρική κιθάρα όπως και ο Αντρέας Κοκοβίκας παίζει ηλεκτρική κιθάρα ενώ ο Simon Esnafides και ο Gustav Penka αναλαμβάνουν την rhythm section (μπάσο και κρουστά αντίστοιχα) με στιβαρή αυτοπεποίθηση τέτοια που αρμόζει στις επικές περιπέτειες των θεμάτων τους («Amdajitr (The Odyssey Of Young)«). Και ως επιστέγασμα; Ένα εξώφυλλο που ό,τι και να λέτε εμένα μου θύμισε την αγωνιώδη ανάβαση του «Houses Of The Holy» των Led Zeppelin.
★★★★★★★1/2☆☆

Ακούστε και αυτά:
Fleet Foxes «Fleet Foxes»
– Love «Da Capo»
– Frijid Pink «Frijid Pink»
– Electric Prunes «Release Of An Oath»
– Neutral Milk Hotel «In The Aeroplane Over The Sea«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Freedom Candlemaker «Beaming Light»

Posted by gone4sure στο 2 Μαρτίου 2019

Το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι για το δεύτερο προσωπικό του album που κυκλοφορεί από την Inner Ear (χώρια τα τρία albums του ως J. Kriste, Master of Disguise 2005 – 2012, την εμπλοκή του στους Trio Tekke με δύο albums 2009 – 2011, τους εξαιρετικούς Σωτήρες το 2016 και την παραγωγή του στο ντεμπούτο album της βερολινέζας – κύπριας Eleni Era το 2019) ο ελληνοκύπριος Λευτέρης Μουμτζής βαφτίζεται με την κυριολεκτική μετάφραση του ονόματός του: Freedom Candlemaker. Ελάχιστοι ίσως θα γνωρίζουν ότι η λέξη μουμτζής (από το περσικό mum που σημαίνει κερί απ’ όπου προκύπτει και η mumya – μούμια) σημαίνει κηροποιός – ούτε εγώ το ήξερα αλλά το ανακάλυψα σε μια παραπομπή στο βιβλίο της Βασιλικής Νικολάτου «Οι Άρχοντες της Λίμνης«, σχετικά με τους γουναράδες της Καστοριάς. Η παραπομπή αναφέρεται σε διάφορες ονομασίες τεχνιτών, με λέξεις που κατάγονται από το μεσαίωνα κιόλας ή την τουρκοκρατία: καζαντζής είναι ο χαλκουργός, δουλγέρης ο χτίστης κ.λπ.

Freedom Candlemaker

Ο Λευτέρης Μουμτζής στα γυρίσματα του clip για το «Astral Body» σε σκηνοθεσία Filep Motwary.

Η ιδέα του Λευτέρη Μουμτζή να αγγλοποιήσει το επώνυμό του είναι συνεπής με τη δουλειά που κάνει ως συνιδρυτής της Λουβάνα, της κυπριακής δισκογραφικής εταιρίας που έχει μεγάλη δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, ο Freedom Candlemaker (ο Ελευθέριος Κηροποιός δηλαδή) μεταχειρίζεται την art pop που παίζει στο «Beaming Light» με την καλλιτεχνική διάθεση που έχει ανάγκη ένας πραγματικός κηροποιός για να «χτίσει» τα κεριά στον πάγκο του. Χρειάζεται γλυπτική δεξιότητα, σημασία στη λεπτομέρεια, αρμονία και υπομονή για να παράγει αποτελέσματα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή, διαθέτει και ως μουσικός, ο Μουμτζής στο εξαιρετικά πολιτισμένο και κομψό αυτό album με τις πολλές διαθέσεις και τα εναλασσόμενα ατμοσφαιρικά ηχοτοπία που δηλώνουν κυκλοθυμία και ανησυχία.

Καλλιτέχνης που έχει κοσμογυρίσει (Birmingham και Λονδίνο στην Βρετανία, Βοστώνη στις Η.Π.Α.) ο Μουμτζής έχει κατακτήσει ένα αναφαίρετο πλεονέκτημα στην υγιή μελωδικότητα: το πόσο όμορφα κυλάει το album του είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Τόσο εντυπωσιακό που αφήνει σε δεύτερη μοίρα το ότι υφολογικά διαπερνάει με ελευθεριότητα ένα μεγάλο εύρος ηχητικών στιλ αφήνοντας μάλιστα την αίσθηση ότι τα κάνει όλα δικά του – από το chillwave μέχρι το λεπταίσθητο prog. Η μπάντα στο δίσκο (Λευτέρης Μουμτζής – μπάσο, πιάνο, κιθάρα, synths. Μιχάλης Καπηλίδης -τύμπανα, Δημήτρης Χατζηζήσης – κιθάρες, βιολιά, Βασίλης Βλαχάκος – κιθάρες, πιάνο, Φώτης Σιώτας -βιολιά, Ορέστης Μπενέκας και Χρίστος Χατζηχρίστου – synths) γίνεται κυριολεκτικά ένα ελαστικό πολυεργαλείο που εξυπηρετεί όλες τις ανάγκες της ηχητικής κατάστασης μέσα στο δίσκο, προφανώς μαζί με την συμπαραγωγή του Άλεξ Μπόλπαση για ένα αποτέλεσμα που ακούγεται ως ηχητικό κατόρθωμα σαν τις καλύτερες στιγμές του ήχου των Tears For Fears.

Gatefold LP 12_DieCut_FRCANDLE_PRINT

Freedom Candlemaker «Beaming Light» (Inner Ear)

Το «Playground» του Freedom Candlemaker:

Μέσα στο «Beaming Light» υπάρχει εξυπνάδα μαζί με ομορφιά, ο συνδυασμός που εγγυάται ψηλή κλάση: τα τραγούδια του είναι τολμηρά και δε φοβούνται να γίνουν πολυδαίδαλα κι εστέτ όπως το «Playground» που ανεβοκατεβαίνει δυσπρόσιτες κορυφές και ξαφνικά μελωδικά ισώματα με ερεθιστική άνεση παραπέμποντας ίσως στις πιο εμπνευσμένες στιγμές του progressive rock. Δεν φοβούνται να σκοτεινιάσουν («Frost«), να σκαρφαλώσουν σε φιλόδοξες αλά Avalon πλαγιές με hi tech περηφάνεια («Journey«), να διεκδικήσουν μερίδιο από την πίτα μιας glitter μαζικότητας («Astral Body«) και space rock περιπέτειας («Of The Universe«) ή να μελαγχολήσουν λυρικά και με οριενταλιστικό άρωμα («Silent Song«) και ταυτόχρονα να ακούγονται σε κάθε ακρόαση εξελίξιμα και με αξιώσεις που δεν σπαταλιούνται σε πρώτες εντυπώσεις. Το «Beaming Light» δηλαδή θέλει να προσφέρει art pop απολαυστικής βραδυφλεγίας και ηχητικής πολυπλοκότητας με κάθε τραγούδι του να ολοκληρώνεται εντελώς διαφορετικά από το πώς ξεκίνησε και τα καταφέρνει χωρίς να κομπάζει για αυτό. Αξία ανεκτίμητη η ψύχραιμη αντιμετώπιση του υλικού από τον καλλιτέχνη, η τοποθέτησή του σε ρεαλιστικές διαστάσεις και η διαχείριση της φαντασίας του με συναίσθηση και επίγνωση.
★★★★★★★1/2☆☆

 Άκου και αυτά:

MGMT «Oracular Spectacular»
Gotye «Making Mirrors»
Woodkid «The Golden Age»
Σωτήρες «Σωτήρες»
Prefab Sprout «Let’s Change The World With Music«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

O Χειμώνας Σκοτώνει

Posted by gone4sure στο 24 Φεβρουαρίου 2019

Το «Winter Kills» είναι τα κρύα πλήκτρα του πιάνου και η μετα-τραυματική φωνή  που ακούγεται ψύχραιμη γιατί δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει.

Yazoo 2

Yazoo: ένα ντουέτο με μηδενική χημεία μεταξύ των μελών του

Όταν o Vince Clarke έφυγε από τους Depeche Mode μετά το ντεμπούτο τους album «Speak And Spell» και απάντησε στην αγγελία της Alison Moyet στο Melody Maker, ήξερε ότι δεν τον πολυενδιαφέρει το «rootsy blues» υλικό, το οποίο ανέφερε η Alison. Ήξερε επίσης από πριν ποια είναι η Alison Moyet – ένα κορίτσι από το Basildon του Essex όπου έμεναν και οι δύο, που τραγουδούσε σκληρό pub rock και τραχύ rhythm ‘n’ blues σε μετεφηβικές μπάντες όπως οι Vandals και οι Screamin’ Ab Dabs. Ο Vince Clark ήθελε απλά κάποια τραγουδίστρια για να ερμηνεύσει καλά το «Only You«, το μοναδικό τραγούδι που είχε γράψει. Δεν σκόπευε να φτιάξει μια μόνιμη μπάντα μαζί της, ήθελε απλά να αποδείξει στον Daniel Miller της Mute ότι υπάρχει ζωή μετά τους Depeche Mode και επίσης να αποδείξει στην προηγούμενη μπάντα του ότι δεν τέλειωσε ο κόσμος του με την αποχώρησή του. Αντίστοιχα, η Alison δέχτηκε την ευκαιριακή συνεργασία γιατί ήθελε να έχει στα χέρια της ένα επαγγελματικό δοκιμαστικό για να δίνει σε πιθανούς συνεργάτες και μπάντες, να «δειγματίζει» τη φωνή της. «To punk είχε κάνει τον κύκλο του κι είχε αρχίσει να γίνεται αποδεκτό από το Top Of The Pops» είπε στον Nick Lowrey του Quietus, τον Μάϊο του 2011. «Είχαν αρχίσει οι διχοτομήσεις στην punk σκηνή, στους νεορομαντικούς και τους pub rockers -τη σκηνή του new wave, δηλαδή- μουσικοί σαν τον Elvis Costello και τον Ian Dury που μου άρεσαν περισσότερο. Αυτό που δε μου άρεσε στους νεορομαντικούς ήταν ότι όσοι punks ακολούθησαν αυτό το δρόμο είχαν εγκαταλείψει όλες τις αξίες τους οι οποίες δεν είχαν να κάνουν με την οικονομική επιφάνεια. Επίσης ήταν πολύ ωραιοποιημένοι για μένα ενώ η pub rock σκηνή στο Canvey Island (Dr. Feelgood, Wilko Johnson) μου φαίνονταν μια πιο φυσική εξέλιξη για το πού πήγαινα μουσικά. Κατέληξα λοιπόν στην rhythm ‘n blues σκηνή στο Νοτιοανατολικό Λονδίνο, σε αντίθεση με την κατεύθυνση των Depeche Mode που ήταν οι νεορομαντικοί.»

Η χημεία ανάμεσα στον Vince και την Alison, στον ενάμισυ χρόνο που έμειναν μαζί ως ντουέτο δεν υπήρξε ποτέ: δεν υπήρξε βαθύτερη γνωριμία μεταξύ τους, δεν ανέπτυξαν την επαγγελματική σχέση τους σε ένα άλλο επίπεδο. Ήταν μια καθαρή συνεργασία αμοιβαίων συμφερόντων που φάνηκε μετά το «Only You» να πηγαίνει ρολόι μεταξύ τους, οπότε έμειναν για δύο albums μαζί όχι επειδή ένιωθαν το δέσιμο μεταξύ τους αλλά επειδή δεν είχε λόγο κανείς από τους δύο να αποχωρήσει από κάτι πετυχημένο. Η συνεργασία τους μουσικά απόδωσε αλλά δεν υπήρχε το συνδετικό υλικό μεταξύ τους. Το Μάιο του 2011 η Alison μιλώντας στον Nick Lowrey του Quietus δήλωσε ότι με τον Vince «Είχαμε αυτή την πολύ περίεργη σχέση στην οποία αυτός μού έφερνε ένα τραγούδι του ή του πήγαινα εγώ ένα τραγούδι μου και έκανε ό,τι έκανε χωρίς να με ρωτήσει τίποτα και γω έκανα ό,τι έκανα χωρίς να τον ρωτήσω τίποτα… δεν υπήρχε συζήτηση. Έγραφα ένα τραγούδι και αυτός το ενορχήστρωνε στο μεγαλύτερο μέρος του, μετά το τραγουδούσα ή μού έπαιζε στην κιθάρα ένα τραγούδι και γω έπαιζα με τη μελωδία ή δεν έκανα τίποτα άλλες φορές, πρόσθετα τα φωνητικά μέρη και έκανα ό,τι ήθελα. Δεν κουβεντιάζαμε αν κάποιο τραγούδι είναι χορευτικό ή πιο τρυφερό, τραγουδούσα όπως πίστευα ότι του ταιριάζει.«

Alison Moyet

Alison Moyet: στα μετεφηβικά χρόνια της δεν ήταν το σύνηθες pin up κορίτσι από τα pop charts. Άκουγε Dr. Feelgood και τραγουδούσε σκληρό rhythm ‘n’ blues.

Ωστόσο, το «Upstairs At Eric’s» το ντεμπούτο τους έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά synth pop albums της εποχής του, ίσως ακριβώς επειδή δημιουργήθηκε με τόσο συγκρουόμενα υλικά – από τη μία η ανάγκη του Vince να εκφράσει λακωνικές ιδέες με bleeps των πλήκτρων του και μερικά απαράμιλλα «αγκιστράκια» που συνιστούν την πεμπτουσία της pop και από την άλλη η ανάγκη της Alison να εκφραστεί μέσα από την post punk πλευρά που πατούσε στο pub rock και στο rhythm ‘n’ blues. Το πώς ενώθηκαν οι Kraftwerk με τους Dr. Feelgood μέσα στο ίδιο album είναι το αξιοθαύμαστο που κάνει το «Upstairs At Eric’s» δραματικό και ακαταμάχητο. Ο διάκοσμος του δίσκου ήταν πλήρως ηλεκτρονικός και η φωνή στεντόρεια, συναισθηματική και soulful. μια φωνή που ζυμώθηκε στην σκληρή punk σκηνή και όχι στα σαλόνια. Η Alison δεν ήθελε να είναι μέρος της pop σκηνής. Είχε μάθει να τραγουδάει αντρικά rhythm ‘n blues. «Δεν ήταν το είδος του blues τραγουδιού όπως το εννοεί σήμερα ο κόσμος. Ήταν πολύ πιο βρώμικο απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Μιλούσαν για μένα σαν να είμαι jazz blues τραγουδίστρια και αυτό ακούγεται με έναν πολύ πιο «εκπαιδευμένο» αέρα σχετικά με αυτό που πραγματικά ήταν. Ήταν ουσιαστικά πολύ θορυβώδες: thrashy punk blues rock. Η ερμηνεία μου βασιζόταν περισσότερο σε αντρικές ερμηνείες παρά σε κομψές γυναικείες ερμηνείες και αυτό ήταν που ήθελε ο Vince να κάνω στους Yazoo. Αν άκουγες πώς μου έπαιξε ο Vince το «Don’t Go» την πρώτη φορά, είχε μια πολύ απλή μελωδία, σαν το «Just Can’t Get Enough«. Οι αλλαγές στη μελωδία που ακούς στην ηχογραφημένη εκδοχή του τραγουδιού είναι από αυτά που είχα φέρει εγώ από την δική μου αίσθηση τού πώς είναι τα rhythm ‘n blues.«

Vince Clarke

Vince Clarke: λάτρης της απλής pop ιδέας και των synthesizers. Όχι ο πιο επικοινωνιακός άνθρωπος της show biz.

Ο Vince Clarke τον Αύγουστο του 2012 μιλώντας στον John Freeman του Quietus χαρακτήρισε ως αφέλεια τον τρόπο που εκείνα τα τραγούδια του «Upstairs At Eric’s» ηχογραφήθηκαν στα Blackwing Studios του Eric Radcliffe τις πολύ πρωινές ώρες, αφού την ίδια εποχή στο στούντιο ηχογραφούνταν το τρίτο album του Fad Gadget, «Under The Flag«. «Η συνθετική ικανότητά μου γινόταν καλύτερη με το χρόνο, αλλά δεν έγραφα τραγούδια συγκεκριμένα για τη φωνή της Alison, απλά έγραφα αυτά που εκείνη την περίοδο θεωρούσα ότι ήταν καλά να γράψω. Ήξερα ότι και η Alison είχε επίσης κάποιες ιδέες για τραγούδια – παίζει πιάνο καλύτερα από μένα – και βρισκόμασταν κι έβγαινε στην πραγματικότητα μια σαλάτα. Δεν υπήρχε κεντρική ιδέα ή ένα θέμα που διατρέχει όλο το album. Απλά πειραματιζόμασταν στο στούντιο. Ένα μέρος της γοητείας του album είναι η αφέλειά του. Δεν ήξερα πραγματικά τι έκανα στο στούντιο και η Alison δεν είχε πολύ μεγάλη εμπειρία σε στούντιο, οπότε όλα μας φαίνονταν καινούργια. Φτιάχναμε έναν ήχο και μας φαινόταν σπουδαίος οπότε δεν μπαίναμε στον κόπο να φτιάξουμε κι άλλους. Δεν ήμασταν σε διαρκή διαδικασία βελτίωσης του ήχου ή επιμονής στην παραγωγή επειδή όλα εκείνη την εποχή ήταν φρέσκα. Γι’ αυτό πολλά τραγούδια έχουν μόνο οκτώ ή εννιά στοιχεία.«

Yazoo - Upstairs At Eric's

Yazoo «Upstairs At Eric’s» (Αύγουστος 1982, Mute)

Το «Winter Kills» είναι από τα τραγούδια που έγραψε η Alison Moyet στο ντεμπούτο album των Yazoo. Έχει αυτή την παγωμένη ατμόσφαιρα και το θλιμένο σασπένς που συνάδει περισσότερο με το rhythm ‘n’ blues που ήθελε αρχικά να τραγουδήσει η Moyet πριν βρεθεί να τραγουδάει electro pop με τον Vince Clarke. To «Winter Kills» έχει να κάνει με το πώς ένα ζευγάρι τρώει τις σάρκες του. Και πώς σκοτώνει ο χειμώνας. Είναι η αποτυχία και η επίγευσή της. Είναι οι προσδοκίες που προδίδονται. Και η ανωριμότητα που δεν βοηθάει τις σχέσεις. Αφαιρετική και σκληρή όταν παρατηρεί, η Alison Moyet φτάνει το μαχαίρι της στο κόκκαλο και «χαρακώνει αναζητώντας την αδύνατη φλέβα».

Το «Winter Kills» των Yazoo:

Άγουρος στην αγάπη σου
Τις λαμπερές μέρες κατεβάζεις τέντα
Με πέρασες για αγενή όταν σου θύμισα
Πώς σκοτώνει ο χειμώνας

Χαμένος σε όνειρα μες στη μέρα
Οδήγησες πολύ γρήγορα και δεν έφτασες πουθενά
Ταξίδεψες με μισό εισιτήριο όταν τρόμαξες πολύ
Πώς σκοτώνει ο χειμώνας

 Με χαρακώνεις, αναζητάς πιο αδύναμες φλέβες

Πόνος στα μάτια σου
Με κάνει σκληρή, με κάνει κακιά
Τα δάκρυα είναι απολαυστικά
Καλοσωρίζουν το σούρουπο

 Σε χαρακώνω, αναζητώ πιο αδύναμες φλέβες

Toν Ιούνιο του 2013 η Alison μιλώντας στον Chi Ming Lai του Electronically Yours, είπε ότι τα αγαπημένα της τραγούδια από τον μικρό κατάλογο των Yazoo είναι το «Ode To Boy» και το «Winter Kills» «προφανώς επειδή ήταν τραγούδια που έγραψα μόνη μου και οι ενορχηστρώσεις δεν τα απομάκρυναν από αυτό που είχα γράψει. Ήταν ακέραια. Για να είμαι δίκαιη, όλα τα τραγούδια που γράψαμε είναι ακέραια αλλά έχω μεγαλύτερους δεσμούς με αυτά τα δύο ως καλλιτέχνιδα παρά με κάποια άλλα που έγραψα τα οποία είναι μόνο της εποχής τους.«

Αντίθετα, αγαπημένα τραγούδια του Vince Clarke, όπως δήλωσε στον John Freeman του Quietus τον Αύγουστο του 2010 είναι «το «Only You» ίσως επειδή είναι το πρώτο τραγούδι που γράφτηκε και θυμάμαι να συλλαμβάνεται πολύ εύκολα. Εκτός από αυτό, είναι και το «Midnight» που έγραψε η Alison. Το είχε ήδη έτοιμο και πίστευα ότι ήταν πραγματική πρόκληση να το ενορχηστρώσω και να γράψω μουσική γι’ αυτό. Δεν το εκτιμούσα εκείνη την εποχή και σίγουρα δεν εκτιμούσα τη φωνητική ερμηνεία της σ’ αυτό. Σήμερα το εκτιμώ.»

Yazoo - Reconnected EP

Yazoo «Reconnected EP» (Μάιος 2008, Mute)

Στις 26 Μαϊου 2008 οι Yazoo αποφάσισαν να κάνουν μια μίνι περιοδεία μαζί για να παίξουν ζωντανά και το «You And Me Both» το δεύτερο album τους που δεν το είχαν ανεβάσει ποτέ σε συναυλίες. Μετά το album της «Voice» το 2007 η Alison έστειλε ένα e-mail στον Vince και αυτό ήταν. Οι συναυλίες έγιναν σε Ευρώπη κι Αμερική και κυκλοφόρησε και ένα live album από τις εμφανίσεις τους, το εύλογα τιτλοφορημένο «Reconnected Live«. Με τον ίδιο τίτλο, «Reconnected EP» είχε κυκλοφορήσει στις 9 Ιουνίου 2008, με τέσσερα τραγούδια τους ρεμιξαρισμένα από άλλους καλλιτέχνες, δύο από τα οποία ήταν -καθόλου τυχαία- τα αγαπημένα της Alison: το «Ode To Boy» και το «Winter Kills«. Το δεύτερο στο remix των Electronic Periodic που ονομάστηκε Sub Piano Mix.

Το «Winter Kills (Electronic Periodic’s Sub/Piano Remix)» των Yazoo:

Τον Οκτώβριο του 2010, ο Vince Clarke δήλωσε στον Dan MacIntosh του Songfacts ότι δεν μετάνιωσε για τη διάλυση των Yazoo: «Το πρόβλημα με τους Yazoo ήταν ότι δεν είχαμε ποτέ τις βάσεις μεταξύ μας για μια σχέση. Κάναμε ένα single και η δισκογραφική μας είπε «γιατί δεν κάνετε κι ένα album;» Κι έτσι κάναμε κι ένα album και μετά άλλο ένα. Δεν υπήρχε βάση ή ιστορία στην μπάντα. Κάπως διαλυθήκαμε και δεν μετανιώνω γι’ αυτό. Ήταν στενάχωρο αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί χωρίς ίσως να πνίξουμε ο ένας τον άλλο.» Κατά τη διάρκεια της μικρής επανένωσής τους για τη μικρή περιοδεία των Yazoo, ο Vince μίλησε στην Kate Burt του Independent, τον Ιούνιο του 2008: «Ποτέ δεν είχαμε πραγματικά γνωριστεί μεταξύ μας. Δεν ήμασταν φίλοι. Υπήρχε ένταση ναι. Νομίζω ότι με τρόμαζε η Alison. Είχε μια μεγάλη προσωπικότητα, τραγουδούσε δυνατά, εγώ ήμουνα πιο χαμηλότονος. Το γεγονός ότι ποτέ δε μιλούσαμε, δεν βγαίναμε έξω μαζί, σήμαινε ότι όταν παρουσιάζονταν προβλήματα δεν ξέραμε πώς να επικοινωνήσουμε και να τα λύσουμε. Ακούγεται περίεργο αλλά δουλεύαμε συνέχεια. Εμένα μου άρεσε πολύ να βρίσκομαι στο στούντιο οπότε η ιδέα να βγω έξω για ένα ποτό μου φαινόταν σαν χάσιμο χρόνου. Έγινα καλός στα synthesizers αλλά χάλια στο να μιλάω. Επιπλέον ήμασταν μόνο 21. Μας οδήγησε στην παράνοια.«

Yazoo

Οι Yazoo το 2008

Μετά το δεύτερο album τους το 1983 «You And Me Both«, φτιαγμένο με πολύ ένταση, ψυχρότητα και ασυνενοησία, ο Vince Clarke ανακοίνωσε στην Alison Moyet ότι «απλά δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο«. Μια από τις αφορμές στάθηκε το «Happy People» ένα κομμάτι του δεύτερου album που μισούσε η Alison και αρνήθηκε να το τραγουδήσει κι έτσι έγινε το μόνο που τραγούδησε ο Vince Clarke στους Yazoo. Η Alison έχτισε μια προσωπική καριέρα με διαρκή και κυκλοθυμική πορεία -από το συμβατικό στο υπέροχο και από το lounge jazzy στο ηλεκτρονικό- και ο Vince Clarke πριν καταλήξει στους Erasure μαζί με τον Andy Bell, το 1986, κυκλοφόρησε δύο ακόμα singles, ένα ως Assembly μαζί με τον Eric Radcliffe και καλεσμένο τραγουδιστή τον Feargal Sharkey το 1983 («Never Never«) και ένα μαζί με τον Paul Quinn το 1985 («One Day«).


The Dust Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

The Dust Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust Grain Four: Crosby, Stills, Nash & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Seventeen: Propaganda «Dream Within A Dream»

The Dust Grain Eighteen: Robert Wyatt «Shipbuilding»

The Dust Grain Nineteen: Talking Heads «Listening Wind»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , | 1 Comment »

Sediment Bruise «In Between»

Posted by gone4sure στο 16 Φεβρουαρίου 2019

Οι Sediment Bruise από τη Θεσσαλονίκη φτάνοντας μετά από είκοσι χρόνια παρουσίας, στο  τρίτο album τους που κυκλοφορεί από την Ikaros Records, βρίσκονται σε ένα τόπο μεταξύ progressive rock κινηματογραφικής δυστοπίας και ενός πολυδαίδαλου έντεχνου alt.rock που εμπνέεται περισσότερο από σκιές. Οι Βαγγέλης Μουδούρης (φωνητικά), Μιχαήλ-Άγγελος Νικολαΐδης (πλήκτρα, φωνητικά), Νίκος Νικολαΐδης (κιθάρα), Παναγιώτης Γιαννούδης (μπάσο), Γιώργος Μούκος (τύμπανα) και Σωτήρης Φωτεινήτσογλου (βιολί) επιλέγουν έναν δύσκολο δρόμο για να παίξουν τη μουσική τους, ανηφορικό και συχνά δύσβατο. Το album τους «In Between» ακούγεται στριφνό, συχνά αντικοινωνικό, με γκριζαρισμένες πόρτες που ορθώνονται μπροστά στον ακροατή σαν επιβλητικά, γοτθικά φόβητρα. Ωστόσο αν καταφέρει να εισέλθει κανείς, ενδεχομένως να ανακαλύψει ενδιαφέροντα ευρήματα στα χορταριασμένα παρτέρια του κήπου τους.

Sediment-Bruise-photo

Το βασικό στοιχείο του «In Between«, αυτό που του προσδίδει την ταυτότητα και ίσως τις αδυναμίες του, είναι το δράμα που εκτυλίσσεται ανάμεσα στην πάλη για το περιεχόμενο (η θεματολογία τους, η ανάγκη έκφρασης των νοημάτων τους) και την ατμόσφαιρα (περίπλοκη και στυλιζαρισμένη, σκιασμένη, με υφέσεις και εκρήξεις). Το περιεχόμενο πολεμάει την ατμόσφαιρα σε μία μάταιη μάχη από την οποία μόνο το δραματικό στοιχείο τους δεν βγαίνει κερδισμένο, αυτό το πολυπόθητο δράμα στο οποίο εναποθέτουν όλη την ενέργειά τους, όλη την δύναμη του πυρήνα τους ως μπάντα. Μοιάζουν οι Sediment Bruise να μην έχουν αποφασίσει αν επιθυμούν περισσότερο να εντυπωσιάσουν ή να συγκινήσουν. Συχνά μετεωρίζονται ανάμεσα στην εντύπωση και στη συγκίνηση και οι απολαβές τους από τον κάθε στόχο μοιάζουν λιγότερες από τις προσδοκώμενες. Ακόμα συχνότερα ακροβατούν ανάμεσα στο prog rock και το post rock.

Οι Sediment Bruise γράφουν φιλότιμα, αλλά όχι πάντα στέρεα τραγούδια εμπνέονται κυρίως από τα ανεξάρτητα 90s (ακούς και τους dEUS και τους Puressence στον ήχο τους και στις αναπτύξεις τους ίσως και τους Sigur Ros) αλλά πολύ συχνά, ασύνειδα καταλήγουν να παραπέμπουν σε φιλόδοξα σχήματα όπως οι Marillion στρώνοντας πιο καθαρά τις ηχητικές παραπομπές τους στο prog. Οι συνθέσεις τους στο «In Between» παίρνουν την αμπάριζά τους από τη θεματική που προκύπτει από την κεντρική ιδέα του «ενδιάμεσου χρόνου», των διαστημάτων ανάμεσα σε διαφορετικές καταστάσεις, τη μετάβαση. Εγκλωβισμένοι στο «ανάμεσα», οι Sediment Bruise (ένα όνομα που σημαίνει το ίχνος ενός τραύματος σε έναν οργανισμό) καταδεικνύουν τους ισχυρούς μουσικούς δεσμούς μεταξύ τους, παίζουν δεμένα και αφοσιωμένα ως σύνολο και εξασφαλίζουν τη μαγιά τους για να «βγουν» ως μία ακέραιη μπάντα. Συνήθως όμως οι αδυναμίες τους στις συνθέσεις τούς κρατούν προσγειωμένους στο έδαφος.

Sediment Bruise -The In Between

Το «Shore» των Sediment Bruise:

Και η παραγωγή; Εδώ ο Clive Martin, αυτός ο τύπος που επιμελήθηκε θριάμβους στα 90s (Hunters And Collectors, Strangelove, Echobelly, Reef, Puressence και μια μεραρχία ακόμα από περήφανους brit rockers κυρίως) φαίνεται να τους βάζει στον αυτόματο πιλότο της εμπειρίας του από την παραγωγή του σε ελληνικά σύνολα, αφού από το 2007 περίπου έχει αναλάβει μια ποικλία ηχογραφήσεων από Fuzzy Nerds, Raining Pleasure, Rosebleed, Theodore, Vassilikos κ.λπ.. Η παραγωγή του είναι θαμπή και σε στιγμές φλερτάρει με το μπανάλ όπως στο υπερστυλιζαρισμένο «State Of Mind» για παράδειγμα, ενώ σε άλλες, όπως στο «Shore«, οι Sediment Bruise ακούγονται πιο ισχυροί από τη μεταχείριση που τους επιφυλάσσεται, στο «No Bonds Between Us» αφήνονται να πλεύσουν όπου τους οδηγεί ο γοτθισμός τους ή στο «Deliquency» κάνουν δειλά βήματα προς τα γκρουπάκια με τις καμπανιστές κιθάρες του C86. Παντού όμως, το «In Between» πάσχει από ένα έξυπνο, τραγανό editing και μία έλλειψη αυστηρής λακωνικότητας που θα το έκανε πιο νευρώδες και ζωντανό, λείπει μια σκληρή πειθαρχία που θα έφερνε στην επιφάνεια το εκφραστικό mojo της μπάντας.

★★★★★☆☆☆☆☆

Ακούστε και αυτά:

Marillion «Fugazi»
Magazine «The Correct Use Of Soap»
Puressence «Puressence»
dEUS «The Ideal Crash»
Wolfgang Press «The Burden Of Mules«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »