All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for the ‘Music’ Category

Η Μοναξιά Θυμάται Όσα Η Ευτυχία Ξεχνά

Posted by gone4sure στο 1 Ιουνίου 2019

Bacharach & David

Burt Bacharach και Hal David: μία αξεπέραστη συνθετική δυάδα

Δεν είναι μόνο ότι ο Morrissey αποφάσισε στο καινούργιο album του να δράσει ως «θετός γιος» της California και να διασκευάσει μια σειρά εμβληματικών τραγουδιών σε sunshine pop, ενισχύοντας ίσως την αμφισβήτηση προς το πρόσωπό του λόγω της στήριξης του στο ακροδεξιό κόμμα For Britain. Αυτό από μόνο του κάνει μια διαφορά, όταν ο πατριάρχης της συναισθηματικής οδύνης, επιλέγει λάμψεις και φως. Αυτό που ίσως έχει ένα επιπλέον νόημα για αυτό το κείμενο είναι το γεγονός ότι ένα από τα λιγότερο προβεβλημένα τραγούδια του Burt Bacharach και του Hal David, ξανάρχεται στο φως με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του Morrissey, ένα από κείνα τα τραγούδια που δεν σάρωσαν στα charts και δεν συζητήθηκαν όσο τα περιβόητα κανόνια της συνθετικής δυάδας. Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” είναι ένα μικρό αριστούργημα φυσικά. Είναι όλη η χαμένη αίγλη της κομψής, υψηλοκλασάτης pop που χάθηκε μέσα στα χρόνια, συγκεκριμένα έσβησε σχεδόν όταν στα μέσα περίπου των 70s, η έλευση της disco με τα απαιτητικά beats και του punk με την αιχμηρή επιθετικότητα, δεν άφησαν περιθώρια να ανασάνει το καλλίγραμμο, διακριτικό στιλ τραγουδιού με τις λεπτές, παστέλ αποχρώσεις.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” γράφτηκε στα τέλη των 60s από το συνθετικό δίδυμο, σε μια εξαιρετική έκλαμψη: ο Hal David εμπνεύστηκε τα λόγια από την θνησιγένεια του έρωτα και το μελαγχολικό αποτύπωμα που αφήνει η απώλειά του και ο Burt Bacharach έντυσε αυτά τα λόγια με ένα «διαβραζιλιανικό» ρυθμό -σύμφωνα με τον ίδιο- ένα “cross-brazilian” τέμπο με απίθανη μελωδική ακολουθία, μία bossa nova για μη-εξοικειωμένους με την τροπικότητα, λευκούς κυρίως, ακροατές.

Η Μοναξιά Θυμάται Ό,τι η Ευτυχία Ξεχνάει

Έπρεπε να σε χάσω για να θυμηθώ ότι η ζωή δεν είναι μόνο ηλιαχτίδες και γέλια
Η Μοναξιά Θυμάται Ό,τι η Ευτυχία Ξεχνάει
Και όταν ερωτεύεσαι τόσο γρήγορα
Η ηλιαχτίδα δεν διαρκεί για πάντα μετά από κάθε στάλα βροχής
Πρώτα ήρθε η απόλαυση μετά ο πόνος

Ήμασταν το θέμα συζήτησης στην πόλη
Ρώτα οποιονδήποτε τριγύρω και θα σου πει
Ήμασταν η φλόγα που φωτίζει τα αστέρια
Κανένας άλλος έρωτας δεν ήταν τόσο λαμπερός όσο ο δικός μας
Όλα αναποδογυρίστηκαν, χάθηκε η αγάπη που βρήκα
Έφυγες μακριά, τώρα είμαι μόνος

Η Μοναξιά Θυμάται Ό,τι η Ευτυχία Ξεχνάει
Και όταν ερωτεύεσαι τόσο γρήγορα
Η ηλιαχτίδα δεν διαρκεί για πάντα μετά από κάθε στάλα βροχής
Πρώτα ήρθε η απόλαυση μετά ο πόνος

Είναι εκπληκτικό το ότι όσες εκτελέσεις του έργου επιχειρήθηκαν, αυτές ήταν από γυναίκες, κανένας άντρας δεν τόλμησε να αποδώσει τη μελαγχολία της ερωτικής απώλειας αυτού του τραγουδιού μέχρι τον Morrissey. Αυτές είναι οι βασικές εκτελέσεις του τραγουδιού από όσες κατάφερα να βρω, πλην της σλοβάκικης διασκευής της Eva Máziková που το ερμήνευσε ως «Tieň Slnečných Hodín» το 1974.


Allison Durbin

Allison Durbin ‎- Soft & Soulful

Album: Soft & Soulful
Label: His Master’s Voice
Year: 1969
Producer: Howard Gable

Στο δεύτερο album της η Allison Durbin ερχόταν από μια τεράστια επιτυχία στην Αυστραλία, τη διασκευή της στο “I Have Loved Me A Man” που πρώτη είχε κάνει επιτυχία η Morgana King και ανάμεσα σε διάφορα άλλα soul διαμάντια της εποχής που διασκεύαζε στο album της “Soft And Soulful” ηχογραφημένο στα Bill Armstrong Studios της Μελβούρνης από τους Ern Rose και Roger Savage, επίλεξε να ερμηνεύσει και αυτό το αριστούργημα, το οποίο έφερε σε πέρας με αξιοπρεπή kiwi pop διάθεση και κοντά στο bossa nova αίσθημα το οποίο είχε αρχικά συλλάβει ο Bacharach. Τα υπόλοιπα τραγούδια του album της ήταν σχεδόν όλα δεύτερες εκτελέσεις σε τραγούδια που είχαν σημειώσει επιτυχία την τελευταία τριετία: (το “Watch Out Love” της Betty Wright από το 1968, το “Just Ain’t No Love” και το “Am I The Same Girl” της Barbara Acklin από το 1968, το “Tra La La La La” των Variations από το 1967, το “When I’m Gone” της Brenda Holloway από το 1965, το “Heaven” των Rascals από το 1969, το “Letter To Bill” της P.P. Arnold από το 1968, το “Didn’t We” του Richard Harris από το 1969, το “A Man And A Woman” της Tamiko Jones και του Herbie Mann από το 1966, το “This Is The First Time” της Truly Smith από το 1968, το “Tonight I’ll Say A Prayer” της Eydie Gormé από το 1969,  Η φωνή της απαλή και ψύχραιμη δημιουργεί μια αίσθηση που κυριαρχείται από την διάθεσή της να μοιάσει στις ερμηνεύτριες των οποίων διασκεύασε τραγούδια τους. Αυτό που πραγματικά προκαλεί εντύπωση με την εκτέλεση αυτή είναι το πώς κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν από εκείνη της Dionne Warwick, για την οποία οι Bacharach και David έγραψαν το τραγούδι. Πολύ καλά δικτυωμένος ο σύζυγος και παραγωγός της Howard Gable με επαφές με τη Νέα Υόρκη, κατάφερε να εξασφαλίσει το τραγούδι για την Durbin από το 1969 όταν ακόμα ο Bacharach ηχογραφούσε εναλλακτικά, πειραματικά δοκιμαστικά της σύνθεσης.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” της Allison Durbyn:

Allison Durbin

H Allison Ann Durbin γεννήθηκε στις 24 Μάη 1950 στο Aukland της Νέας Ζηλανδίας και μετά το ξεκίνημά της στην pop σκηνή της χώρας της με έξι singles (τέσσερα στην Zodiac και δύο στην Impact) και μια μικρή θητεία της στην μπάντα του τότε, εραστή της, Mike Perjanik στo Sydney της Αυστραλίας, υπέγραψε στην His Master’s Voice και κυκλοφόρησε σε αυτήν τέσσερα albums (1969 – 1973) κι έντεκα singles, ένα από τα οποία σε ντουέτο με τον νεαρό τότε John Farnham, το “Baby, Without You” που έφτασε ως το Νο.16 το 1970 συν ένα που έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία της στην Αυστραλία, η διασκευή της στο “Put Your Hand In The Hand” των Ocean που έφτασε ως το No.24 το 1971. Επί τρία χρόνια, από το 1969 ως το 1971, η Durbin ανακηρυσσόταν «βασίλισσα της pop» στην Αυστραλία ως Καλύτερη Γυναίκα Τραγουδίστρια. Ο γάμος της στα τέλη των 60s με τον παραγωγό και A&R τότε στην EMI Αυστραλίας, Howard Gable άρχισε να κλονίζεται όταν η Durbin σταμάτησε να σημειώνει επιτυχίες από το 1972 και μετά. Από το 1976 ως το 1983 κυκλοφόρησε οκτώ ακόμα albums στην εταιρία Hammard και το στιλ της είχε σταδιακά προχωρήσει προς την country αλλά ήδη από τα μέσα των 70s υπέφερε από κατάθλιψη και σύντομα παγιδεύτηκε στην ηρωίνη με αποτέλεσμα το διαζύγιό της από τον Howard Gable. Στα τέλη του 1984 μετά από μια υπερβολική δόση βγήκε στο δρόμο και χτυπήθηκε άσχημα από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο στο Elizabeth Bay του Sydney και επιπλέον το 1985 καταδικάστηκε με ένα πρόστιμο διακοσίων δολλαρίων το μήνα επί ένα χρόνο ως κατηγορούμενη για κατοχή, χρήση και διακίνηση ηρωίνης. Ακόμα και μετά την αποτοξίνωσή της στο Odyssey House της Μελβούρνης, η κακοτυχία της συνεχίστηκε με ένα ακόμα αυτοκινητιστικό δυστύχημα που της δημιούργησε δύο σοβαρά κατάγματα στο σαγόνι. Το 1986 παντρεύτηκε τον αστυνομικό ερευνητή Ray Giles, προσπάθησε να αναστήσει την καριέρα της το 1992 με ένα album ακόμα, το “Reckless Girl” στη Raylan Records αλλά δεν δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Το 2007 βρέθηκε μπλεγμένη με τo μαφιόζο Giuseppe Joe Barbaro στο Μελβούρνη, για καλλιέργεια κάνναβης, λαθρεμπόριο ναρκωτικών και κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος, προφυλακίστηκε για ένα χρόνο και τα ίχνη της χάθηκαν.
★★★★★★☆☆☆☆


Dionne Warwick

Dionne Warwick ‎– I'll Never Fall In Love Again

Dionne Warwick ‎- Loneliness Remembers What Happiness Forgets

Album: I’ll Never Fall In Love Again
Label: Scepter
Year: 1970
Producer: Burt Bacharach, Hal David

Υπάρχει ένα καταπληκτικό οπτικό μαγνητοσκοπημένο ντοκουμέντο με τον Burt Bacharach στο πιάνο να καθοδηγεί την Dionne Warwick και στο πλαίσιο του coaching να την ενημερώνει για τον “cross-brazilian” ρυθμό του τραγουδιού και ταυτόχρονα να την γκρουμάρει με οδηγίες για την μελωδία σε συνάρτηση με την τοποθέτηση της φωνής της και την απόδοση που πρέπει να πετύχει ενώ ταυτόχρονα την καλμάρει και την διαβεβαιώνει ότι θα της αρέσει το τραγούδι. Δύσπιστη η Warwick και ταλαιπωρημένη από την πολυδαίδαλη συνθετική πένα του αντιμετωπίζει σχεδόν καχύποπτα τις διαβεβαιώσεις του… Είναι σχεδόν συγκινητικός μέχρι δακρύων ο Bacharach όταν καθοδηγεί την τυχερή Dionne Warwick, είναι σχεδόν συγκλονιστικός στο «μάθημά του» ιδιαίτερα σε συνάρτηση με την ασχήμια μεγάλου μέρους της κατοπινής, σύγχρονης pop. Πραγματικός θησαυρός ταλέντου και γνώσης, ο Bacharach έγινε ο πατριάρχης της ευαισθησίας και της ντελικάτης λεπτότητας, έτσι όπως αυτά εκφράστηκαν στο φίνο φωνητικό στιλ της Dionne Warwick.

Ο τρόπος που καθοδηγεί την ορχήστρα του ως φλογερός μαέστρος, ο Bacharach είναι ευθέως αντίστοιχος της μοναδικής αίσθησης του τραγουδιού: μία κορυφωμένη ενορχήστρωση με οργιώδη έγχορδα που αναπαριστούν τη φλόγα του έρωτα και ξαφνικές υφέσεις που καταδεικνύουν το τέλος του έρωτα και την άφιξη της μοναξιάς. Ο διαβραζιλιανικός ρυθμός της bossa nova παντρεύεται εδώ με την καλλίγραμμη νεοϋορκέζικη pop της αστικής ευγένειας με την Dionne Warwick να παραμένει ο θελκτικός, διακριτικός εαυτός της στα A&R Recording Studios της Νέας Υόρκης, με ηχολήπτες τους Larry Levine και Phil Ramone. Είναι να απορεί κανείς γιατί το τραγούδι δεν κυκλοφόρησε σε single παρά μόνο ως b-side στο “Let Me Go To Him” (που τον Μάη του 1970 έφτασε ως το No.32 του pop chart στο Billboard). Τα άλλα δύο singles που κυκλοφόρησαν από το δέκατο τρίτο album της Dionne Warwick ήταν το ομότιτλο “I’ll Never Fall In Love Again” (Νο.6 στα pop charts) και “Paper Maché” (No.43 στα pop charts), αρκετά για να εξασφαλίσουν στο album, το Grammy Καλύτερης Pop Γυναικείας Ερμηνείας για το 1971, ένα No.23 στα pop album charts και ένα No.07 στα r’n’b charts.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” της Dionne Warwick:

Dionne Warwick

Η Marie Dionne Warwick γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1940 στο Orange του New Jersey, κόρη της Lee Drinkard, αδελφή της Dee Dee (Delia) Warwick), ανηψιά της Cissy Houston, εξαδέλφη της Whitney Houston και της Leontyne Price, ξεκίνησε από τις Drinkard Singers, συγγενείς της μητέρας της στο gospel στερέωμα και μετά τραγούδησε στις Gospelaires που μετεξελίχθηκαν στις Sweet Inspirations μέχρι που την ανακάλυψε ο Burt Bacharach και τη μετέτρεψε σε μούσα του ξεκινώντας μαζί του μια εκτυφλωτική καριέρα από το 1963 που την έφερε στο σημείο να αποτελεί μόλις τη δεύτερη star μετά την Aretha Franklin σε ρεκόρ επιτυχιών: πενήντα έξι από τα singles της μεταξύ 1963 – 1998 μπήκαν στο hot 100 του Billboard ενώ συνολικά ογδόντα τραγούδια της μπήκαν σε διάφορα charts του Billboard (r’n’b, adult contemporary κ.λπ.). Οι συνολικές πωλήσεις της ανέρχονται στα εβδομήντα πέντε εκατομμύρια singles και τα είκοσι πέντε εκατομμύρια albums, παγκοσμίως ενώ μεταξύ 1963 – 2019 έχει κυκλοφορήσει τριάντα εννέα albums κι έχει κάνει ντουέτα με Isaac Hayes, Spinners, Johnny Mathis, Luther Vandross, Glenn Jones, Barry Manilow, Jeffrey Osborne, Kashif, Howard Hewett, Celia Cruz, Ne-Yo, Billy Ray Cyrus, Blue System
★★★★★★★★☆☆


Estela Raval

Estela Raval ‎- Estela Raval

Album: Estela Raval
Label: CBS
Year: 1971
Producer: Oscar Cardozo Ocampo

Η ισπανική διασκευή του τραγουδιού σε “Ahora Me Doy Cuenta Lo Muy Feliz” ήταν η λατινοαμερικανική απάντηση της Estela Raval στην Dionne Warwick, δυναμική, επιταχυμένη και πιο χορευτική ώστε να ταιριάζει στο ταπεραμέντο των λατίνων. Ο μαέστρος Oscar Obdulio Cardozo Ocampo γεννήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου στο Buenos Aires της Αργεντινής, γιος του συνθέτη Mauricio Cardozo Ocampo, και στην καριέρα του συνόδευσε με την ορχήστρα του δεκάδες καλλιτέχνες της χώρας του σε ηχογραφήσεις από το 1966: Los In, Fedra Y Maximiliano, Eduardo Rivas, Mercedes Sosa, Nana Caymmi, María Elena Walsh, Horacio Molina, Los Fronterizos, Domenico Modugno, Teresa Parodi κ.λπ.

Το “Ahora Me Doy Cuenta Lo Muy Feliz” της Estela Raval:

Estela Raval

H Estela Raval γεννήθηκε στις 19 Μάη 1929 με το όνομα Palma Nicolina Ravalto στο Buenos Aires της Αργεντινής και ήταν η πρώτη latin pop τραγουδίστρια στη χώρα της που ξέφευγε από τα παραδοσιακά latin ιδιώματα. Έγινε η τραγουδίστρια των Cinqo Latinos από το 1957 ως το 1969 μαζί με τους Carlos Santinori, Héctor Buonsanti, Mariano Brisiglione και Ricardo Romero, κάτι σαν την αργεντίνινη εκδοχή των Platters, παίζοντας rock ‘n’ roll, doo wop και διασκευάζοντας αμερικανικές επιτυχίες στα ισπανικά. Η Estela Raval κυκλοφόρησε οκτώ προσωπικά albums από το 1971 ως το 1982 και μετά όταν επανενώθηκαν οι Cinco Latinos ηχογράφησαν μαζί άλλα τέσσερα albums μετά το 1983.Η Estela Raval πέθανε στις 6 Ιουνίου 2012 από καρκίνο.
★★★★★★☆☆☆☆


Liz Damon’s Orient Express

Liz Damon's Orient Express ‎- Try A Little Tenderness

Liz Damon's Orient Express ‎– Vol. II

Liz Damon's Orient Express ‎– Loneliness Remembers (What Happiness Forgets)

Album: II, Try A Little Tenderness
Label: Delilah / Anthem
Year: 1971
Producer: George J.D. Chun

Με έμφαση στον εξωτισμό του ρυθμού και την τροπικότητα, η εκτέλεση των Liz Damon’s Orient Express από τη Χαβάη προκρίνει τις φωνητικές αρμονίες στο τραγούδι, τις στρογγυλεμένες γωνίες και το ευχάριστο αίσθημά του, ηχογραφημένο στα Annex Studios του Hollywood με ηχολήπτη τον Dave Wiechman, μαέστρο τον Joe Eich και παραγωγό τον George J.D. Chun. Προερχόταν από το δεύτερο album των τουριστικών Liz Damon’s Orient Express που κυκλοφόρησε δύο φορές μέσα στο 1971, μία από την εταιρία Delilah και μία από την Anthem. Η Anthem μάλιστα κυκλοφόρησε και σε single το τραγούδι με το “Quiet Sound” στην δεύτερη πλευρά, μία κυκλοφορία που μπήκε στο adult contemporary chart του Billboard (τότε easy listening) ως το Νο.29, ενώ το δεύτερο single που βγήκε από το album (“All In All” / “Walkin’ Bacwards Down The Road”) δεν μπήκε καν σε κάποιο chart. Όπως και το πρώτο album τους, έτσι και το δεύτερο ήταν φυσικά γεμάτο από αρμονικές αποδόσεις γνωστών τραγουδιών της εποχής τους: “Just Another Morning” του Michael Denton (1969), «Walkin’ Backwards Down The Road» της Dionne Warwick (1968), “Time And Love” της Laura Nyro που είχε κάνει επιτυχία η Barbra Streisand (1970), «Don’t Stop Now» των Originals (1970), “Try A Little Tenderness” του Otis Redding (1966), “Where You Lead” της Carole King (1971), “Where Do I Begin (Theme From Love Story)» του Andy Williams (1971) και “All In All” των Michael Colombier και Herb Alpert (1971).

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Liz Damon’s Orient Express:

Liz Damon's Orient Express

Οι Liz Damon’s Orient Express ήταν ένα από κείνα τα αρμονικά φωνητικά σχήματα που έκαναν θραύση στην sunshine pop των 60s και 70s, ένα συγκρότημα με ηγέτιδα την Liz Damon, την αδελφή της Edda Damon και την Sydette Sakauye, η οποία μετά το δεύτερο album τους αποχώρησε και αντικαταστάθηκε από την Merri Pherson, μαζί με τρεις ασιάτες τραγουδιστές για συνοδευτικές αρμονίες οι οποίοι εναλλάσσονταν μέσα στα χρόνια. Ο λόγος που συστάθηκαν ως group ήταν για να τραγουδούν στο Garden Bar του ξενοδοχείου Hilton στην Χαβάη, μία τουριστική ατραξιόν που τελικά έκανε καριέρα στα 70s, αφού το πρώτο album τους, “At The Garden Bar” το 1970 σημείωσε επιτυχία και έβγαλε μάλιστα και ένα πολύ δημοφιλές single που ανέβηκε ως το Νο.33 του pop chart στο Billboard και στο No.4 του adult contemporary (easy listening) chart, το “1900 Yesterday” με b-side το  “You’re Falling In Love”, αμφότερα τραγούδια που είχε πρωτοηχογραφήσει η Betty Everett το 1969. Αρχικά, οι Liz Damon’s Orient Express κυκλοφόρησαν τρία albums (1970 – 1973) και μετά μετακόμισαν στο Las Vegas κυκλοφορώντας ένα ακόμα album το 1978, το “Heaven In My Heart” ή “Cartan Tours Presents Liz Damon’s Orient Express – Packaged For Pleasure” κάτι σαν διαφημιστικό συμπλήρωμα του τουριστικού γραφείου Cartan Tours. To 1979 η Edda Damon κυκλοφόρησε και το σατυρικό, κωμικό album πρόζας “This Album Could be Hazardous to Your Ego!” στο οποίο αφηγείται διάφορες αστείες ιστορίες εν είδει stand-up comedy. Ο George J.D. Chun είναι θρυλικός παραγωγός στη μουσική σκηνή της Χαβάης από τις αρχές των 60s υπογράφοντας εκατοντάδες ηχογραφήσεις των Sonny Chillingworth, Marlene Sai, Carole Kai, Society Of Seven, Danny Kapoi Trio, Karl Davis, Leinaala Haili, Kawelo, Frank & Cathy κ.λπ.
★★★★★★☆☆☆☆


Terry Baxter His Orchestra & Chorus

Terry Baxter His Orchestra & Chorus - Burt Bacharach Hal David Treasury

Album: The Burt Bacharach Hal David Treasury
Label: Columbia House
Year: 1972
Producer: Betsy Cohen, Ron Lockhart

Η βιομηχανία του easy listening δούλεψε πυρετωδώς στα 60s και στα 70s για να παράγει μαζικά συλλογές και συμπαγείς κυκλοφορίες που εσωκλείουν όσα περισσότερα hits ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν και να αποδοθούν σε generic, στρογγυλεμένο ύφος για το ενήλικο κοινό. Μία από τις ορχήστρες που συστηματικά παρήγαγαν τόνους από easy listening ήταν αυτή του Terry Baxter ο οποίος φυσικά είχε πολύ ψηλά στις προτιμήσεις του το ρεπερτόριο του Burt Bacharach αφού προσφερόταν για άνευρη στρογγυλοποίηση. Η εταιρία που φιλοξένησε την πλειονότητα των ηχογραφήσεών του ήταν η Columbia House και οι παραγωγοί που συστηματικά επιμελούνταν αυτές τις κυκλοφορίες ήταν η Betsy Cook και ο Ron Lockhart, ηχογραφημένες στο Total Sound. Οι περισσότερες από αυτές τις κυκλοφορίες ντύνονταν σε εξώφυλλα με ειδυλλιακά ζευγάρια σε εξοχές, ένα kitsch concept που έγινε εμβληματικό στα 70s για τον κόσμο του easy listening. Είναι άξιο απορίας ότι δεν υπάρχουν ευρέως φωτογραφίες ούτε του ίδιου του Terry Baxter ούτε καν της ορχήστρας του. Η εκτέλεση του τραγουδιού του Bacharach από την ορχήστρα και την χορωδία του Terry Baxter είναι πληκτικά συνταγοποιημένη, βαρετή, σχεδόν σαν παρωδία.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Terry Baxter Orchestra:

★★☆☆☆☆☆☆☆☆


Carmela Corren

Carmela Coren - Raindrops

Album: Raindrops Songs By Burt Bacharach
Label: CBS
Year: 1974
Producer: Alex Weiss

Εβραϊκή απόδοση σε στίχους της Yvonne Behar και με τίτλο “הבדידות זוכרת [האל דיויד, ברט בכרך]” από την Carmela Corren (כרמלה קורן), χαρούμενη, κυριακάτικη και απόλυτα σύμφωνη με το κλίμα της αρχικής εκτέλεσης. Στο album της φόρο τιμής στα τραγούδια του Burt Bacharach, η Corren επιλέγει ως μερίδα του λέοντος στο track list του album της  “טיפות הגשם בלהיטי ברט בכרך”, επιτυχίες της Dionne Warwick (εκτός από το “Lonelinesss Remembers” τραγουδάει τα “Walk On By”, “Do You Know The Way To San Jose”, “I Say A Little Prayer”, “Windows Of The World”, “What The World Needs Now”, “Alfie”) συν το ομότιτλο του album της (B.J. Thomas) και το “Close To You” των Carpenters.

To הבדידות זוכרת [האל דיויד, ברט בכרך] της Carmela Corren:

Carmela Corren

Η Carmela Corren γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1938 στο Tel Aviv του Ισραήλ και έκανε μεγάλη καριέρα στα 60s κυρίως τη δεκαετία στην οποία γνώρισε τις μεγαλύτερες επιτυχίες της και λιγότερο στα 70s και μετά. Το 1956 την ανακάλυψε ο Ed Sullivan στην Ιερουσαλήμ και την κάλεσε στην εκπομπή του στη Νέα Υόρκη, η ίδια περιόδευσε με τον Cliff Richard στη Νότια Αφρική, έπαιξε σε ταινίες και στην τηλεόραση και από τις αρχές των 60s γνώρισε ιδιαίτερα μεγάλη επιτυχία στην κεντρική Ευρώπη (Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία) ενώ το 1963 εκπροσώπησε την Αυστρία στην Eurovision που έγινε στο Λονδίνο, κατακτώντας την έβδομη θέση στις δεκάξι χώρες με το «Vielleicht Geschieht Ein Wunder«. Η Carmela Corren κυκλοφόρησε πάνω από πενήντα singles και οκτώ albums τραγουδώντας σε γερμανικά, αγγλικά, εβραϊκά, ιουδαϊκά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, ελληνικά, ολλανδικά, ρωσικά και πολωνικά και μεταξύ 1966 – 1970 ήταν παντρεμένη με τον αυστριακό παραγωγό Horst Geiger. O Alex Weiss (אלכס וייס), ο έμπειρος μαέστρος, πιανίστας και ακκορντεονίστας που επιμελείται την ηχογράφηση, γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1929 στην Βουδαπέστη της Ουγγαρίας και με τις ορχήστρες του Alex Weiss and his Orchestra και CBS Israel Orchestra συν την ιδιότητά του ως μόνιμος μαέστρος της CBS του Ισραήλ έδωσε πνοή σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις ισραηλινών καλλιτεχνών (Aris San, Hedva & David, Arik Einstein, Mercedes Edri, Yehoram Gaon, Yossi Banai, Shula Chen, Chava Alberstein, Yaffa Yarkoni κ.λπ.). Πέθανε στις 10 Σεπτεμβρίου 2001.
★★★★★★☆☆☆☆


Stephanie Mills

Stephanie Mills ‎- For The First Time

Album: For The First Time
Label: Motown
Year: 1975
Producer: Burt Bacharach, Hal David

Μια ακριβής επανάληψη της ηχογράφησης της Dionne Warwick σε παραγωγή ξανά του Burt Bacharach, η εκτέλεση της Stephanie Mills, επίσης στα A&R Recording Studios της Νέας Υόρκης με ηχολήπτη τον Phil Ramone, φέρει το ίδιο αίσθημα, με τη διαφορά ότι η ερμηνεία της Mills είναι πολύ πιο εύθραυστη και συναισθηματικά φορτισμένη και η ενορχήστρωση δεν γίνεται από τον Burt Bacharach αλλά από τον Dave Matthews για να διαφοροποιηθεί στο ελάχιστο τουλάχιστον από την εκτέλεση της Warwick. Ο Dave Matthews (David Richard Matthews), κιμπορντίστας και μαέστρος από τη Sonora του Kentucky που είχε ξεκινήσει από μαέστρος του James Brown, στην πορεία του, συγκεκριμένα το 1975, έγινε εσωτερικός ενορχηστρωτής στην CTI του Creed Taylor (George Benson, Esther Phillips, Grover Washington, Hank Crawford, Idris Muhammad κ.λπ.) και είχε αρκετή εμπειρία ώστε να διακρίνει το εύθραυστο και τρυφερό στη φωνή της Mills για να φτιάξει μια ανάλογη ενορχήστρωση που δεν έχει συμφωνικές κορυφώσεις, διαθέτει όμως διακριτικότητα και στιλ.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” της Stephanie Mills:

Stephanie Mills

Η Stephanie Dorthea Mills γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου 1957 στο Bedford–Stuyvesant του Brooklyn της Νέας Υόρκης και ξεκίνησε από παιδί θαύμα σε ηλικία εννέα χρόνων να εμφανίζεται στο θεατρικό musical “Flynn” στο Broadway και η φήμη της εκτοξεύτηκε ως Dorothy στο Broadway musical του “Wiz”. Κυκλοφόρησε δεκάξι albums μεταξύ 1974 – 2004, έκανε ντουέτα με τον Teddy Pendergrass (1981), τον Robert Brookins (1988) και τον J.T. Taylor (1991) και ο πρώτος γάμος της από τους τρεις συνολικά που έκανε ήταν με τον Jeffrey Daniel των Shalamar στην τριετία 1980 – 1983. Οι μεγαλύτερες επιτυχίες της στο soul στερέωμα είναι το “Whatcha Gonna Do With My Lovin’” (1979, No.22 στα pop charts και No.8 στα r’n’b charts), “Never Knew Love Like This Before” (1980, No.6 στα pop charts, Νο.12 στα r’n’b charts και No.5 στα dance charts), “Two Hearts” (1981, No.40 στα pop charts, Νο.3 στα r’n’b charts, Νο.82 στα dance charts), “Medicine Song” (1984, No.65 στα pop charts, No.8 στα r’n’b charts, No.1 στα dance charts), “I Have Learned To Respect The Power Of Love” (1986, No.1 στα r’n’b charts), “I Feel Good All Over” (1987, No.1 στα r’n’b charts), «(You’re Puttin’) A Rush on Me» (1987, No.1 στα r’n’b charts), «Something in the Way (You Make Me Feel)» (1989, No.1 στα r’n’b charts) και «Home» (1989, Νο.1 στα r’n’b charts).
★★★★★★★☆☆☆


Dionne Farris & Charlie Hunter Duo

Dionne Farris Charlie Hunter Duo ‎– DionneDionne

Album: Dionne Dionne
Label: Free & Clear / Atlanta
Year: 2014
Producer: Dionne Farris, Charlie Hunter

Ακουστική lo-fi εκτέλεση με τη φωνή της Dionne Farris που συνοδεύεται μόνο από την κιθάρα του Charlie Hunter, ένα ντουέτο που τίμησε σε ένα album την Dionne Warwick και τα τραγούδια της. Η Dionne Farris λάτρευε την Dionne Warwick και ένας λόγος που ονομάστηκε έτσι από τους γονείς της είναι για να τιμήσουν την σπουδαία αγαπημένη τους τραγουδίστρια.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Dionne Farris & Charlie Hunter:

Dionne Farris Charlie Hunter

Η Dionee Yvette Farris γεννήθηκε στις 4 Δεκέμβρη 1969 στο Plainfield του New Jersey και μετά από σπουδές στο χορό και το τραγούδι ξεκίνησε να τραγουδάει το 1992 στους Arrested Development και κατέληξε να κυκλοφορεί τέσσερα προσωπικά albums (1994 – 2013) και ένα album μαζί με τον Charlie Hunter το 2014 ενώ πρόσφερε βοηθητικά φωνητικά από το 1992 σε TLC, Xscape, El Debarge, Van Hunt, Count Bass D, Guru κ.λπ. Ο Charlie Hunter γεννήθηκε στις 23 Μαϊου 1967 στο Rhode Island, ένας jazz κιθαρίστας, συνθέτης και μαέστρος με εξαιρετική τεχνική στην κιθάρα και με μεγάλη δισκογραφική παραγωγικότητα, κυκλοφόρησε είκοσι επτά albums από το 1993 αρχικά στην Blue Note και κατόπιν στην Ropeadope, τρία ακόμα με τους Groundtruther (2004 – 2007) και συμμετείχε σε δεκάδες ηχογραφήσεις των Garage A Trois, T.J. Kirk, Disposable Heroes Of Hiphoprisy, D’ Angelo, John Mayer, Stanton Moore κ.λπ.
★★★★★★★☆☆☆


Trapece

Trapece - Trapece

Album: Trapece
Label: De Paseo
Year: 2014
Producer: Trapece

Ήπια, μελωδική bossa εκτέλεση από τους ισπανούς Trapece, μία μπάντα που κυκλοφόρησε μόλις ένα album πριν διαλυθεί και αποτελούνταν από την τραγουδίστρια και στιχουργό Chity Cario, τον κιθαρίστα και συνθέτη Carlos Aguario, τον μπασίστα Carlos Torres, τον βιμπραφωνίστα Marcel Pascual και τον drummer Jose San Martin. Η φωνή της Chity Cario δεν είναι σπουδαία, έχει μια οικεία, «καθημερινή» χροιά και απολαμβάνει το τραγούδι χωρίς να διεκδικεί αξιώσεις και περγαμηνές.

Trapece

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” των Trapece:

★★★★★☆☆☆☆☆


Noël Akchoté

Noël Akchoté ‎- Paper Maché – Plays Burt Bacharach Vol. 1

Album: Paper Maché – Plays Burt Bacharach Vol. 1
Label: Noël Akchoté Downloads
Year: 2016
Producer: Noël Akchoté

Αχρείαστη κιθαριστική βινιέτα που χρησιμοποιεί το τραγούδι μόνο ως αφετηρία για ένα κιθαριστικό ιντερλούδιο που δεν θυμίζει σε τίποτα τη μελωδία του Burt Bacharach. O κιθαρίστας Noël Akchoté γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου στο Παρίσι και κινήθηκε στην avant garde jazz σκηνή έχοντας κυκλοφορήσει από το 1994 ως σήμερα πάνω από διακόσια albums, κυρίως ψηφιακές κυκλοφορίες.

Noël Akchoté

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” του Noël Akchoté:

☆☆☆☆☆☆☆☆☆


Morrissey

Morrissey - California Son

Album: California Son
Label: Étienne
Year: 2019
Producer: Joe Chiccarelli

Ο Morrissey είναι ο πρώτος άντρας που τόλμησε να ερμηνεύσει το “Loneliness Remembers” δίνοντας μια διαφορετική διάσταση στο τραγούδι που επί πενήντα χρόνια είχε την ετικέτα του γυναικείου και όχι άδικα βέβαια, αφού ο Burt Bacharach το έγραψε πάνω στην φωνή της Dionne Warwick και ο Hal David έγραψε στίχους που υποτίθεται έχουν σχεδόν αποκλειστική προνομιακή θέση στο γυναικείο ψυχισμό. Ωστόσο, η ερμηνεία του Morrissey επιστρέφει στις αξίες του crooning και δίνει δυναμισμό στο χαρακτήρα του αντιστρέφοντας το κλισέ σχετικά με το που φωλιάζει η μοναξιά μετά την απώλεια του έρωτα. Στο δίσκο του “California Son”, ο Morrissey τιμάει εκτός από τους Bacharach και David και άλλους σπουδαίους τραγουδοποιούς και τραγουδιστές, διασκευάζοντας Jobriath, Joni Mitchell, Bob Dylan, Buffy Saint Marie, Phil Ochs, Roy Orbsion, Laura Nyro, Jerry Fuller, Carly Simon, Tim Hardin και Melanie. Η μπάντα που χρησιμοποιεί στα Sunset Studios του Los Angeles, εδώ είναι πολύ λειτουργική και με μια χημεία που χρησιμοποιεί ως συνδετικό υλικό την ενορχήστρωση του Steve Aho. Ο Boz Boorer παίζει ακουστική κιθάρα, ο Jesse Tobias, ηλεκτρική κιθάρα, ο Sean Hurley μπάσο, ο Matthew Ira Walker, drums, ο Roger Manning, keyboards και ο Gustavo Manzur, synthesizer.

Το “Loneliness Remembers What Happiness Forgets” του Morrissey:

Morrissey

Η αμφισβήτηση που έχει συγκεντρώσει ο Morrissey στο πρόσωπό του σχετικά με τις εθνικιστικές πολιτικές κλίσεις του και την υποστήριξή του στο ακροδεξιό κόμμα For Britain έχει αλλάξει σχεδόν ολοκληρωτικά τη θέση που κατείχε στις καρδιές των ακροατών του τα τελευταία σαράντα χρόνια. Ο ερμηνευτής που τολμούσε να τραγουδήσει για τη μοναξιά και την απώλεια από τους Smiths και μετά στην προσωπική καριέρα του, μοιάζει να καταστρέφει μονοκοντυλιά όσα έχτισε πάνω στο θυμικό του κοινού του και να στρέψει εναντίον του όλους εκείνους που τον είχαν στηρίξει στα media. Το “California Son” λοιπόν, με την αύρα της καλιφορνέζικης ευμάρειας αυτόματα ντύνεται έναν αέρα αφελούς δεξιάς χροιάς (ή ρεπουμπλικανικής) και είναι πραγματικά κρίμα γιατί πέρα από οτιδήποτε μπορεί να κουβαλάει στο κεφάλι του, ο Morrissey δεν μπορεί να ξεριζώσει από μέσα του μια πολύ συγκεκριμένη ευαισθησία, αυτήν που τον έστεψε βασιλιά της δυστυχίας της κρεβατοκάμαρας. Αν θεωρείται έκπτωση να κυκλοφορεί ο Morrissey έναν δίσκο με ρομαντικό crooning χωρίς αιχμές και χωρίς την καυστική προσωπική σφραγίδα στις συνθέσεις, τότε ναι, ίσως είναι αλήθεια ότι αλλοτριώθηκε και βαδίζει σε δρόμους που τον αποκόπτουν από την indie τροχιά του. Όμως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο ίδιος φαίνεται να μην έχει καθόλου ανάγκη αυτή την indie ατμόσφαιρα πια. Συνεργός σε αυτό, ένας παραγωγός που φαίνεται να ξέρει πώς να παρουσιάσει τα «δύσκολα» στο κοινό, χωρίς να χάσουν την εμπορική προοπτική τους. Ο Joe Chiccarelli από τη Βοστώνη της Μασσαχουσέτης, ηχολήπτης και παραγωγός έκανε καριέρα στο Los Angeles από το 1981 που ξεκίνησε τις παραγωγές για Robert Williams, Oingo Boingo, Willie Phoenix, Poco, Pat Benatar, Robert Tepper, Lone Justice, Stan Ridgway, Al Stewart στα 80s φτάνοντας ως τις δεκαετίες του 2000 και σε πιο εναλλακτικές rock μορφές όπως οι Steve Wynn, Shins, My Morning Jacket, Killers, Broken Social Scene κ.λπ.
★★★★★★★☆☆☆


The Dust Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

The Dust Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust Grain Four: Crosby, Stills, Nash & Young «Helpless»

The Dust Grain Five: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Six: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Seven: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Eight: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Nine: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Ten: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Eleven: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Twelve: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Thirteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fourteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Fifteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Sixteen: Propaganda «Dream Within A Dream»

The Dust Grain Seventeen: Robert Wyatt «Shipbuilding»

The Dust Grain Eighteen: Talking Heads «Listening Wind»

The Dust Grain Nineteen: Yazoo «Winter Kills»

The Dust Grain Twenty: Society «Commiserations»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Dury Dava «Dury Dava»

Posted by gone4sure στο 5 Μαΐου 2019

Dury Dava
Dury Dava

Οι Γιωργής Καρράς (ηλεκτρική κιθάρα, dilruba), Ηλίας Λιβιεράτος (τύμπανα, κρουστά), Δημήτρης Μαντζαβίνος (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα, μπουζούκι), Κάρολος Μπεράχας (μπάσο, πλήκτρα, synth), Δημήτρης Πρόκος (κλαρινέτο, νέϊ, synth) στο ντεμπούτο αυτό album τους στην Inner Ear ακούγονται ως παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί και ταυτόχρονα βουκολικοί rockers που τραγουδούν στη μητρική γλώσσα τους, μπιφχαρτικούς αυτοσχεδιασμούς (ή σχήματα που μοιάζουν με τέτοιους), jazz rock blues και διονυσιακά τελετουργικά με αναπάντεχες κορυφώσεις. Αυτή η ώθησή τους προς τα πιο ελευθεριάζοντα ηχοτοπία της κληρονομιάς του free form, η παρόρμησή τους να μη χωρέσουν σε κανένα προκαθορισμένο format rock φόρμουλας είναι η μεγαλύτερη αρετή τους. Και ίσως η πιο έντονη αδυναμία τους είναι να διαχειριστούν αυτή την ελευθερία τους, να την φέρουν σε μια βόλτα τέτοια που να κάνει μια παραπάνω αίσθηση από ένα καφτάνι που ανεμίζει στον αέρα μιας βραχώδους παραλίας κάπου στην Ελλάδα, ξερωγώ.

Dury Dava

Dury Dava: παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί Αθηναίοι

Προφανώς το ετοίμαζαν πολύ καιρό το ντεμπούτο album τους (σχηματίστηκαν το 2015 στην Αθήνα) και ακόμα προφανέστερα το φρόντισαν, το σκέφτηκαν και το δούλεψαν, σιγουρεύτηκαν για τη χημεία μεταξύ τους, άκουσαν και ξανάκουσαν τις αναφορές τους, μέτρησαν τις δεξιοτεχνίες τους και πριν αποφασίσουν ποια sessions θα κρατήσουν για το δίσκο τους, τη βασάνισαν τη σκέψη τους. Το “Dury Dava” έχει πολλές ώρες εργασίας στην ουρά του, διαθέτει και ιδρώτα και ένα βασικό concept πίσω από τις εκτεταμένες, μουσικές περιπτύξεις τους. Αυτό που δεν έχουν σε αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα -και αυτό που δεν απογειώνει το υλικό τους- είναι η σπουδή. Όχι απαραίτητα εγκεφαλική ή γνωστική σπουδή. Αλλά κυρίως συναισθηματική. Μία σπουδή που σημαίνει βιωματική καλλιέργεια. Κερδισμένη εμπειρία. Ψυχική κινητοποίηση. Κατακτημένη ακρόαση. Και αληθινές εναλλαγές ανθρώπινων διαθέσεων, έτσι όπως απαιτεί μια φυσιολογική ροή στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου.

Αυτό που εννοώ είναι ότι μοιραία, οι Dury Dava, που αναμφίβολα ιδρώνουν τη φανέλα τους, πιάνονται από τη στυλιστική στόφα των ακουσμάτων τους, από τα περιγράμματα του ατίθασου rock που αγαπάνε και ιχνηλατούν πάνω σε αυτά. Στα πλαίσια που δημιουργούν ηχητικούς χώρους και περιεχόμενα, στους αρμούς, στα «γύρω – γύρω» των αναφορών τους. Δηλαδή ναι, αλήθεια είναι ότι οι αμεσότερες αναφορές εδώ είναι οι It’s A Beautiful Day, οι Can και ο Captain Beefheart αλλά μόνο ως στιλ. Λείπει ένα γνήσια πυροδοτημένο περιεχόμενο για να κάνει τις πολυδαίδαλες αναπτύξεις τους ουσιαστικές. Λείπουν τα ολοκληρωμένα αφηγήματα, οι ακέραιες καλλιτεχνικές προτάσεις. Δεν θα μπορούσε ίσως να είναι διαφορετικά για αυτούς, αφού βρίσκονται στα είκοσι-κάτι τους και ακόμα «καίγονται» από τις ανάγκες τους να κάνουν φαντασμαγορική εντύπωση πρώτα απέναντι στους εαυτούς τους, να νοιώσουν τη φλόγα μιας rock ουτοπίας που μπορεί να τους απογειώσει πάνω από βουνά και λίμνες, πάνω από δέντρα και πλαγιές και να τους κάνει να νοιώσουν σύγχρονοι ΄Ικαροι και ας καούν.

Dury Dava - Dury Dava

Dury Dava «Dury Dava» (Μάιος 2019, Inner Ear)

Το «Σατανα» των Dury Dava:

Δεν υπάρχει τίποτα αστικό στους Dury Dava -καλό είναι αυτό- δεν υπάρχει η νεύρωση του «ανήκειν» σε κάτι, κανένα FOMO τριγύρω. Υπάρχει μόνο μια εκλεκτική ανάγκη τους να μεγαλουργήσουν με υλικά που πλέον δεν προτιμούνται από τη σύγχρονη σκηνή ως ασύμφορα. Υπάρχουν στιγμές τρομερής φιλοδοξίας μέσα στο υλικό τους όπως το “Σατανα” ή το “34522” ή άλλες στιγμές που εμπνέονται από το νεοϋορκέζικο underground (όπως η «Αταξία») που δείχνουν ότι δεν μπορεί να γλυτώσει κανείς εύκολα με τους Dury Dava, ή να τους απαξιώσει ως στείρους αναβιωτές. Από την άλλη, ο πρόθυμος ακροατής τους, αυτός που ελεύθερος από στιλιστικούς περιορισμούς, θέλει να τους παρακολουθήσει, δύσκολα θα μπορέσει να πλοηγηθεί στα πυκνά σχήματά τους – υπάρχουν κομμάτια εδώ που μοιάζουν με παρατεταμένους, ατελείωτους προλόγους – εισαγωγές σε κάτι που δεν έρχεται ποτέ παρά τις υποσχέσεις του- δύσκολα θα μπορέσει να συγκολλήσει μόνος του τα θραύσματα της αφηγηματικής παραφροσύνης τους (το μεσογειοπρεπές «Ταρλαμπασι» ας πούμε ξεκινάει και δεν φτάνει πουθενά, δεν κορυφώνεται ούτε αλλάζει τη μονότονη, διαβαράρικη ρότα του). Τι λείπει δηλαδή; Το αγκιστράκι, το hook που θα μπορούσε να συνδέσει τα έξαλλα, αφρισμένα ηχητικά μονοπάτια τους που διαπλέκονται μεταξύ τους, σε δαιδαλώδη σταυροδρόμια. Από τη μία η παλιομοδίτικη οργανική παράδοση και από την άλλη ένας κάπως αυταρχικός ευρωπαϊκός αυτοσχεδιασμός ελεύθερης φόρμας. Στη μέση του σταυροδρομιού δικαιολογείσαι να ξύσεις το κεφάλι σου με απορία.
★★★★★★✪☆☆☆

Άκου και αυτά:
Can “Tago Mago
Captain Beefheart And His Magic Band “Mirror Man
Grateful Dead “Workingman’s Dead
Sigur Rós “( )
Tom Waits “Mule Variations

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Vassilikos «Amazing Grey»

Posted by gone4sure στο 14 Απριλίου 2019

Επιτέλους καινούργιο υλικό από τον Vassilikos μετά από έξι αιώνες περίπου, επιτέλους ένα album που μετριέται στα ίσα με το σήμερα χωρίς να αναγκάζεται να καταφεύγει κανείς σε συγκρίσεις με τα πρωτότυπα του παρελθόντος. Το 2009 και το 2013 ο Vassilikos κυκλοφόρησε τα προσωπικά albums του ταμπουρωμένος πίσω από classics: στην πρώτη περίπτωση του «Vintage» ερμήνευσε κλασικά pop και rock standards και στο δεύτερο album του «Sunday Cloudy Sunday» τίμησε το ρεπερτόριο του Βασίλη Τσιτσάνη. Και όλα αυτά χωρίς να έχει καν καταθέσει προσωπικό στίγμα στη σύνθεση μετά τους Raining Pleasure. Με αυτά τα δεδομένα δεν αποτελεί έκπληξη ότι το «Amazing Grey» ακούγεται φρέσκο και καινούργιο, σαν ντεμπούτο, αφού ουσιαστικά είναι το πρώτο album του με αυθεντικό, νέο υλικό.

Vassilikos

Βασσιλικός Σακκάς: επιτέλους ένα προσωπικό album με καινούργιο υλικό.

Το «Amazing Grey» λοιπόν είναι ένα album τραγουδοποιού και τραγουδιστή, ένα ολοκληρωμένο σύνολο που φέρνει τον Vassilikos στο σήμερα με φόρα. Και με μεγαλοσύνη επίσης. Οι συνθέσεις του ακούγονται φιλόδοξες και αρκετά μεγαλόσχημες όπως και οι ιδέες στην ενορχήστρωση που φέρνουν στην επιφάνεια έναν εστετισμό καλοδεχούμενο. Στα λόγια των τραγουδιών, ο Vassilikos θέτει τον εσωτερικό εαυτό του σε ανοιχτή έκθεση, συχνά τραγουδάει σε πρώτο πρόσωπο («You Wouldn’t Last A Day In My Head«) σχηματοποιεί σε στίχους τις ιδέες που είχε κρυμμένες μέσα του που αναφέρονται στη σχέση του με τον εαυτό του και στην επίδραση που έχουν πάνω του διάφορα ερεθίσματα και πραγματοποιεί μια λίγο ή πολύ ακούσια δημόσια ψυχαναλυτική δράση. Έτσι δηλαδή όπως πρέπει να λειτουργεί μια φρέσκια art pop. Οι αναφορές του είναι πολλές και διαφορετικές αλλά καμία δεν καπελώνει το έργο του. Λειτουργούν όλες υπόγεια και εσωτερικά όπως είναι το υγιές δηλαδή και σχηματίζουν καινούργιες φόρμες με αμπάριζες από τη μπητλική παράδοση και τον Terry Hall, από τις μοντέρνες εξελίξεις στο χώρο της τραγουδοποιίας, από το σύγχρονα διαμορφωμένο τοπίο της ευρωπαϊκής κυρίως pop μελωδικότητας.

Amazing Grey

Vassilikos «Amazing Grey» (Απρίλιος 2019, Inner Ear)

Πάντα ήταν ένας εσωτερικός καλλιτέχνης ο Vassilikos και στις ερμηνείες του και στον τρόπο που έχτιζε τα τραγούδια του. Ακόμα και σε δυνατά uptempos όπως το «Tik Boom Crash» υπάρχει μια αίσθηση στην ακρόαση ότι υπάρχει κάπου μέσα στο τραγούδι ένα μυστικό που δεν αποκαλύπτεται, κρατιέται σφιχτά φυλαγμένο παρότι τα riffs και η επανάληψή τους, κάνουν τα πάντα να καταδειξουν ότι πλέον ο δημιουργός έχει αποφασίσει να κάνει μια βόλτα στον ήλιο έξω από το κέλυφός του («The Sunny Side Of It All«). Στα μισά τραγούδια βέβαια υπάρχει ο Clive Martin στην παραγωγή να προσθέτει αποφασιστικές ιδέες για το «πώς» πρέπει να ακουστεί κάτι -μία εμπειρία που δεν κρύβεται- και να δώσει μια ώθηση προς τα μπρος σε κάθε καινούργια ιδέα που «σκάει» εδώ. Έτσι στο «You Wouldn’t Last A Day In My Head» ο Vassilikos ακούγεται ως blue eyed soulman με χορευτικό mod ιδρώτα, στο «Opposite Of Love» ακούγεται σαν να βρίσκεται στα 80s στη σκηνή του Top Of The Pops και να παίζει μεταλλόφωνο δίπλα στην Alannah Currie των Thompson Twins και στο «Venus In An Ambulance» μοιάζει με δραματικό crooner με τερματισμένη, μοιραία, συναισθηματική πληγή, σε ένα μελωδικό κομμάτι με κορυφώσεις και υφέσεις που παραπέμπει στην καλύτερη παράδοση του prog (Procol Harum περισσότερο, παρά Moody Blues).

Το «Tik Boom Crash» του Vassilikos:

Και φυσικά υπάρχει και ο Vassilikos της θλιμμένης ρομαντζάδας («Blue«), μιας μελωδικότητας που ενώνει τους Smithereens με τους Pale FountainsStains On The Wall«) ή ενός υπερδραματικού, μελωδικού φινάλε όπου η νοσταλγία και η ελπίδα εναλλάσονται με γλυκόπικρη επίγευση, σε ονειρικό 70s καμβά που χαιρετίζει τον Serge GainsbourgBest Home In Years«). Η εκφορά του παραμένει εύθραυστη και λυρική, η διάθεσή του παρότι ακολουθεί τις τάσεις του κάθε τραγουδιού είναι πιο σταθερή και αποφασισμένη και η συνολική τοποθέτησή του απέναντι στα τραγούδια του είναι καθαρή και τολμηρή ίσως και επειδή ως άνθρωπος ορχήστρα παίζει τα πάντα μόνος του εδώ με περιστασιακές συμβολές εδώ κι εκεί.
★★★★★★★✪☆☆

Ακούστε κι αυτά:
– Monsieur Minimal «High Times»
– Terry Hall «Laugh»
– Woodkid «The Golden Age»
– Freedom Candlemaker «Beaming Light»
– Jack Peñate «Everything Is New«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Blend Mishkin presents Roots Evolution «Wildfire»

Posted by gone4sure στο 7 Απριλίου 2019

Roots Evolution

Roots Evolution: μία εξαιρετικά ικανή buddy μπάντα με sharp κοστούμια, pork pie καπέλα και sta prest παντελόνια. Κεντρική φιγούρα, ο top chef Blend Mishkin

Οι rude boys σε όλο τον κόσμο έχουν μεγάλο διασκελισμό, γεφυρώνουν την απόσταση ανάμεσα στις Δυτικές Ινδίες και τις Δυτικές Συνοικίες της Αθήνας, με ένα μόνο γύρισμα του dubbing: αν είσαι rudie στην καρδιά, πατρίδα σου είναι ο τόπος που σε μεγάλωσε και σε πόνεσε αλλά και ο τόπος στον οποίο καταλήγεις να ζεις και να δρας, είτε τον επίλεξες είτε αναγκάστηκες να φτάσεις σε αυτόν. Η καρδιά του Γιώργου Μαντά δηλαδή του Blend Mishkin, χτυπάει στο ρυθμό του rocksteady και της reggae πολλά χρόνια τώρα, πέρα από το beat που έχει ενσωματωμένο μέσα του από άλλα genres της μαύρης μουσικής (funk και soul, phat beats και acid jazz). Αγαπάει και κατέχει την ψύχα της rudie κουλτούρας και αυτό φαίνεται στην πιο πρόσφατη δισκογραφική πορεία του. Παράγωγο αυτής της δεκάχρονης ζύμωσης είναι οι Roots Evolution μια μπάντα που σχημάτισε για να στηρίξει τα albums του “Survival Of The Fittest” (2015) και “In Real Life” (2016), μία σχέση που φάνηκε να αποκτά την αυτονομία της που οδήγησε στην δημιουργία δίσκων στους οποίους ο προβολέας είναι πλέον στραμμένος στην μπάντα ολόκληρη. Και είναι καταπληκτική αυτή η μπάντα: Oleg Dergatsiov (κιθάρα), Αλέκος Γεωργουλόπουλος (πρόσθετη κιθάρα), Βασίλης Νιτσάκης (μπάσο), Θάνος Κοσμίδης Von Loopen (keyboards), Δημήτρης Στεργίου General Sticks (τύμπανα), Σταύρος Parceiro (κρουστά), Basement Rats (τρομπέτα, illustrations), Στέλιος Μίχας Εγγλέζος (τρομπόνι). Οι συνθέσεις είναι του Blend Mishkin όπως και η παραγωγή την οποία κάνει με τον Ekelon (Rewind Guaranteed). Είναι λοιπόν οι Roots Evolution το πιο ολοκληρωμένο ηχοσύστημα στην Ελλάδα; Αναμφισβήτητα ναι. Και η παρέα των ερμηνευτών είναι η συμπλήρωση μιας εικόνας (Gappy Ranks, Teacha Dee, Skarra Mucci, Carlton Livingston, Collieman, Jay Spaker, Daphne Bluebird, BNC The Disco Vampire, Bunna, Natural Bless) που ισορροπεί τον τουριστικό εξωτισμό από την αύρα του Kingston και το μητροπολιτικό τίτλο του πολιτιστικού χωνευτηριού από το Λονδίνο και προσθέτει rudie αξία στην Αθήνα.

cover 600

Blend Mishkin presents Roots Evolution «Wildfire» (Απρίλιος 2019, Undisputed)

Το «Wildfire» -δέκατο τρίτο album του Blend Mishkin, αν μετράω σωστά- που κυκλοφορεί από την γαλλική Undisputed, είναι απολαυστικό και ένα έμπειρο αισθητήριο μπορεί να διαπιστώσει, ότι διαπερνάει πολλές πτυχές της rudie κουλτούρας στο περιεχόμενό του, καταφέρνοντας με έναν τρόπο μαγικό, όχι μόνο να μην ακούγεται ανομοιογενές αλλά αντίθετα να δίνει και την αίσθηση του ολοκληρωμένου, συμπαγούς συνόλου, ηχητικά. Κατ’ αρχάς, συνθετικά είναι πάρα πολύ γερό και στιβαρό: οι μελωδίες πατάνε γερά στο έδαφος και οι ενορχηστρώσεις τις κυκλώνουν και τις απογειώνουν με αρμονία και ψηλή αίσθηση του γούστου. Τα τραγούδια έχουν χαρακτήρα και guts, είναι καλαίσθητα και φροντισμένα στις λεπτομέρειές τους και φανερώνουν αυτή την συγκινητική πίστη στην αυθεντική συγκολλητική ουσία που οδήγησε την φιλοσοφία του ρασταφαριανισμού της Καραϊβικής να ενσωματωθεί στο ska και το calypso και να γεννήσει κατόπιν την reggae. Ταυτόχρονα ακούγονται σημερινά, τωρινά, διαχρονικά στις ιδέες τους και πέρα για πέρα ψυχαγωγικά. Ο Jay Spaker Double Tiger από το Brooklyn της Νέας Υόρκης είναι εξαιρετικός στο «Meditation«, ένα roots reggae διαμαντάκι με εκφορά και ερμηνευτικό μέταλλο που θυμίζει πάρα πολύ τον Michael Riley των Steel Pulse αλλά διατηρεί έναν χαρακτήρα δικό του στην ερμηνεία του καθώς ελίσσεται τόσο ελαστικά γύρω από τα riffs των πνευστών στο κουπλέ. Αντίστοιχα, ο πιο έρρινος Collie Man στο «Love & Respect» ακούγεται με εναλλαγές βελούδινος και ικετευτικός -μία ερμηνευτική αξία που πάντα συνόδευε την καλύτερη reggae παράδοση- πιο κοντά στο εκφραστικό flow του Ali Campbell των UB40. Ο Skarra Mucci από την Jamaica, με το όχι τυχαία παρασημοφορημένο παρατσούκλι «The Lyric Millionaire«, που εδώ και δέκα χρόνια έχει τη δική του πορεία στην ευρωπαϊκή rasta σκηνή, ακούγεται πιο ‘δαιμονικά» ταχύς και ευέλικτος στο «Mama«, πιο κοντά στην πιο πρόσφατα -μετά τα 80s- διαμορφωμένη αισθητική του ragga και του dancehall. Ο Gappy Ranks από το Harlesden του Λονδίνου και με τζαμαϊκανή – δομινικανή καταγωγή και με καριέρα δεκαπενταετίας, στο «Greedy» είναι καταγγελτικός στη διαμαρτυρία του και η «δραματική» σχέση ελαφρού autotune και dub προσδίδει μεγαλύτερη μελαγχολική ατμόσφαιρα στο μεσόμπιτο αυτό mantra. Προσωπικό highlight στο album είναι το κάλεσμα της αθηναίας Daphne Bluebird στο πεντάστερο «Come Back To Life«, ένα αισιόδοξο, υπέροχο μελωδικό κομμάτι που σε διακτινίζει στο Notting Hill του Λονδίνου για κάποιο λόγο, με την ερμηνεύτρια να παραπέμπει στην μαγευτική Rhoda Dakar των Bodysnatchers και των Special A.K.A. και σε στιγμές να ακούγεται πιο εκφραστική και τεχνικά ικανότερη από αυτήν. Η Daphne Bluebird καλεί τον ακροατή της -έναν παραστρατημένο rudie ίσως- «να επιστρέψει στη ζωή», «να έρθει μαζί της, να βρουν μαζί μια λύση, να κάνουν ένα φρέσκο ξεκίνημα», ενόσω το όργανο χτίζει στο υπόβαθρο αυτή την ακαταμάχητη, ατμοσφαιρική «πλάτη» που κατά παράδοση, πάντα χάριζε δέος και γοητεία στις ska ηχογραφήσεις.

Roots Evolution featuring Daphne Bluebird «Come Back To Life«:

Τα προσωπικά highlights δεν έχουν τελειωμό στο «Wildfire«, κάνουν pop-up με κάθε επαναληπτικό άκουσμα του δίσκου. Το «Stop Run Maths» που ερμηνεύει ο τέρμα γοητευτικός Teecha Dee, δηλαδή ο Damion Darrel Warren και αυτός από την Jamaica επίσης, ένας ευοίωνος καλλιτέχνης με προσωπική δισκογραφική πορεία από το 2007, ακούγεται τόσο αυθεντικό και εσωτερικά χαμογελαστό rocksteady, όσο ακριβώς και pop που θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να μπουμπουνίζει σε σφοδρή επαναληπτικότητα στο ραδιόφωνο. Dub reggae με πρόσθετο βάρος στο «Doctor Please» με τον δομινικανό BNC The Disco VampireJeff Gonzalez ή Bruises ‘N’ Cats) να μεταχειρίζεται τις ιδιοτυπίες της reggae ερμηνείας με σθένος και ευθύνη και lovers rock από τον τζαμαϊκανό Carlton Livingston (επίσης πολύ μεγάλη δισκογραφική πορεία από το 1981) στο «Get Off We Spot«, αρμονικό, περιρέον με μια σημαντικά γλυκιά εκφορά – η εμπειρία δεν μπορεί να κρυφτεί. O Bunna (Vitale Bonino), κιθαρίστας και τραγουδιστής των Africa Unite από το Τορίνο της Ιταλίας, ακούγεται ως αυθεντικός rudie με «αυθάδεις» βραχνάδες, υποψίες scatting και με την street μαγκιά του βετεράνου στο «Get Tight» ενώ στο «Meditation Dub» όλη η μπάντα κυκλώνει και ολοκληρώνει το album με μία παχιά, χορταστική dub εκδοχή του τραγουδιού που ξεκινάει το δίσκο, με έναν ήχο που θα μπορούσε να έχει δονήσει τα woofers του Compass Point Studios στο Nassau στις Μπαχάμες, θα μπορούσε να φιλοξενεί την αριστοξρατική rhythm section των Sly & Robbie. Το album προλογίζει και επιλογίζει ο τζαμαϊκανός ποιητής Natural BlessWildfire Intro» και «Yaddin Get Tight Dub» αντίστοιχα).

blend mishkin _ roots evolution

Roots Evolution: rude boys στις ταράτσες της Αθήνας.

H reggae ήταν πάντα η μουσική έκφραση των απανταχού καταπιεσμένων της διασποράς, των λαϊκών περιθωριοποιημένων, των ανθρώπων που στερήθηκαν δικαιώματα και ευκαιρίες. Μέσα στα χρόνια έγινε από τη βιομηχανία, ένα τουριστικό σουβενίρ, μία ακόμα στυλιστική φόρμα με εύκολα ρεφρέν και λόγια που δεν σημαίνουν τίποτα. Ο Blend Mishkin και οι Roots Evolution καταφέρνουν σε ντόπιο επίπεδο να ξαναφέρουν στον αέρα της reggae, αξιοπρέπεια, βάθος και ουσία ενώ ταυτόχρονα, αναδεικνύουν τον ψυχαγωγικό, ευχάριστο χαρακτήρα της που δεν έχει καμία σχέση με τις ελαφρόμυαλες αφέλειες της euro-reggae pop.  Το «Wildfire» ακούγεται σαν μία όμορφη, ευάκουστη, ανοιχτή γέφυρα – αγκαλιά, μια «εαρινή σύναξη» καλλιτεχνικής συνένωσης από διαφορετικά έθνη και κουλτούρες, με αμπάριζα την Καραϊβική. Ένα album που ακούς συγκεντρωμένος για να συντονιστείς μαζί του, «ένα μήνυμα για σένα, rudie».
★★★★★★★★☆☆

Άκου και αυτά:
– Steel Pulse «Handsworth Revolution»
– Culture «Two Sevens Clash»
– Max Romeo & The Upsetters «War Ina Babylon»
– UB40 «Present Arms»
– Dennis Brown & Gregory Isaacs «Judge Not«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Συλλυπητήρια

Posted by gone4sure στο 31 Μαρτίου 2019

To «Commiserations» είναι ένα post trip hop που πραγματεύεται τον αποχωρισμό, την βίαιη εσωτερική συναισθηματική αποκόλληση και τον πρόσθετο πόνο που φέρνουν κάθε είδους συλλυπητήρια. Και επιπλέον λειτουργεί και συγκυριακά ως ιδανικός αποχαιρετισμός στον Scott Walker από έναν από τους πολλούς απογόνους του.

Φέρνοντας στο νου τους σπουδαίους μαέστρους και συνθέτες των 60s (Lalo Schifrin, John Barry) και με όλη την ατμοσφαιρική φωτοσκίαση του μοντέρνου μπριστολιανού trip hop, το «Commiserations» χτίζεται πάνω σε έναν απλωμένο καμβά, χωρίς ξεσπάσματα, κυλάει αδιατάρακτα ως ένα σταθερά ρευστό μελωδικό δημιούργημα με τη φωνή του Girdler στην κορυφή, καθαρή και εκφραστική να μελοποιεί τη λύπη του από τη ματαιότητα των κάθε είδους συλληπητηρίων που μετά το χωρισμό μόνο πρόσθετο πόνο προσφέρουν.

James Girdler

Ο ταλαντούχος mod James Girdler

Ο James Girdler, dj, παραγωγός και τραγουδοποιός από το Λονδίνο δημιούργησε υπό το όνομα Society το 2012 ένα όχημα για να εκφράσει την αγάπη του στην beat pop, την soul αλλά και τα μοντέρνα beats, το trip hop και τον ήχο της μαύρης Βρετανίας, αμέσως μετά τη διάλυση του κουαρτέτου Beggars στο οποίο ήταν μέλος μαζί με τον αδελφό του. Οι Society κυκλοφόρησαν τέσσερα singles μεταξύ 2012 και 2016 και ένα album, το «All That We’ve Become» το 2016. Η αγάπη τους για διαφορετικά στιλ και επιρροές δημιούργησε ένα πολύ ενδιαφέρον ηχητικό κράμα από beat pop και soul, από indie pop και ηλεκτρονικά beats που έκαναν πολλούς να τους χαρακτηρίσουν ως Noonday Underground των μοντέρνων καιρών ή σαν τον Richard Ashcroft να ηγείται στους Portishead. Σκοπός του James Girdler και του Brendan Lynch ήταν να κυκλοφορήσουν ένα «album με κλασικό ήχο και μοντέρνες επιρροές».

society

Society: ο James Girdler είναι το πρόσωπο του ντουέτου. Ο Brendan Lynch φυσικά, δεν φαίνεται.

Δημιουργώντας τους Society, ο Girdler μίλησε στον Patrick Mills του Line Of Best Fit τον Σεπτέμβριο του 2013: «Αυτός είναι κι ένας λόγος που ονομαστήκαμε Society. Δεν θέλαμε ένα σχήμα τραγουδιστή – τραγουδοποιού, γιατί δεν είμαστε τέτοιοι. Ήταν κάτι στο οποίο ήμασταν συνειδητοί από την αρχή. Θέλαμε να είμαστε κολλεκτίβα, αλλά δεν είχαμε και πολλούς φίλους οπότε καταλήξαμε εγώ και ο παραγωγός Brendan Lynch που έπαιζε όλα τα όργανα. Η διαδικασία των ηχογραφήσεων περιλαμβάνει και κάποιους μουσικούς που μπαίνουν και βγαίνουν. Δεν είμαστε σαν Kanye West ή κάτι τέτοιο! Είμαστε εγώ και ο Brendan που χρησιμοποιούμε τόνους από τρελά samples. Το όλο θέμα είναι να το κάνουμε να ακουστεί τραχύ και μπερδεμένο και να χρησιμοποιήσουμε πολλούς κινηματογραφικούς ήχους που μας αρέσουν. Μου αρέσουν όλα αυτά τα trip hop beats αλλά δεν είμαστε hip hop καλλιτέχνες, οπότε ακούγονται λίγο περίεργα στον ήχο μας για αυτό προσπαθούμε να τα αναμείξουμε με κινηματογραφικές μελωδίες και έγχορδα. Μου αρέσει αυτό ο παλιός, αλλόκοσμος, μεγάλος ήχος των εγχόρδων που είναι σπάνιος στις μέρες μας. Αν τον αναμείξεις με hip hop και συγκοπτόμενα drones δημιουργεί ένα αλλόκοτο ηχοσύστημα. Κάπως σαν τον Phil Spector και τον τρόπο που έκανε μεγάλους δίσκους με πάρα πολλά πράγματα μέσα στις ενορχηστρώσεις του.»

Society - All That We've Become

Society «All That We’ve Become» (2016, Universal)

Πέρα από τα τέσσερα singles των Society («All That We’ve Become«, «14 Hours«, «Protocol«, «Will To Win«) στο album των Society υπάρχει η εξαιρετική μελωδία «Commiserations«, ένα αριστούργημα μελαγχολικής, ατμοσφαιρικής trip hop στο οποίο ο Girdler τραγουδάει βασισμένος στην παράδοση των μεγάλων βρετανών της πρόσφατης ιστορίας: Scott Walker, Paul Weller, Richard Ashcroft, Martin Barnard των Alpha. Ο Girdler ακούγεται να έχει εγκαταλείψει τις προσπάθειες να δράσει για να κερδίσει αυτό που έχασε, ακούγεται να πλέει σε μια θάλασσα απώλειας.

Το «Commiserations» των Society:

Στείλε τα συλλυπητήριά σου αλλά δεν τα έχω ανάγκη τώρα
Γιατί δεν αντέχω ολομόναχος
Κι όταν ανασαίνω αρχίζω να πέφτω

Δύο καπιτονέ πόλεις και ξεκάθαρα όνειρα
Στοιχειωμένα από τους ήχους του έβδομου δρόμου

Ω τι να κάνω να τον φέρω πίσω
Σε παρακαλώ μην κλαις
Και οι δυο μας δεν θα κλάψουμε

Στείλε τα συλλυπητήριά σου αλλά δεν τα έχω ανάγκη τώρα
Γιατί δεν αντέχω ολομόναχος
Κι όταν ανασαίνω αρχίζω να πέφτω
(Αρχίζω να πέφτω, αρχίζω να πέφτω)

Οι ευγενείς ήρθαν το βράδυ και του άφησαν το περιθώριο
Να ομολογήσει στην υψηλή κοινωνία ότι δεν του αξίζει κανένας άλλος
Δένει τα κορδόνια του
Το μυαλό του περιπλανιέται σε διαφορετικά μέρη
Παλεύω το χρόνο για να κρατηθώ από αυτό που ήταν από πάντα δικό μου

Ω τι να κάνω για να τον φέρω πίσω
Σε παρακαλώ μην κλαις (Σε παρακαλώ μην κλαις)
Με το παραμικρό, νιώθω για πάντα κουρασμένος
Δεν αντέχω ολομόναχος

Στείλε τα συλληπητήριά σου
Γιατί δεν αντέχω ολομόναχος
Κι όταν ανασαίνω αρχίζω να πέφτω
(Αρχίζω να πέφτω, αρχίζω να πέφτω)

Lynchmob Productions

Brendan Lynch

Brendan Lynch: ο γεφυροποιός της mod αισθητικής ανάμεσα στην παράδοση και το μέλλον

Σε έναν δίκαιο κόσμο, το «Commiserations» θα βρισκόταν στην κορυφή των charts και ο Girdler θα ήταν δικαιωματικά pin up. Οι Society όμως δεν απασχόλησαν εκτεταμένα τον Τύπο, δεν έκαναν το θόρυβο που θα έπρεπε να έχουν προκαλέσει. Παραμένουν ένα μικρό, καλοκρυμμένο μυστικό για λίγους. Το μουσικό κράμα των Society οφείλεται εν πολλοίς στον Brendan Lynch, έναν παραγωγό που από τις αρχές των 90s ανέπτυξε ένα ηχητικό προφίλ στις παραγωγές του που έχει τεράστιο ενδιαφέρον. Παρακάτω τα είκοσι πέντε ενδεικτικά τραγούδια – παραγωγές του Brendan Lynch από ισάριθμους καλλιτέχνες λειτουργούν ως ιστορικά βήματα χρονολογικής σειράς στην παραγωγή (Lynchmob Productions) που φιλοτέχνησαν το προσωπικό στιλ παραγωγής του Brendan Lynch και οδήγησαν στους Society.

Paul Weller

Paul Weller

O modfather Paul Weller στο ξεκίνημα της προσωπικής καριέρας του.

Paul Weller - Above The Clouds

Paul Weller «Above The Clouds» (1992, Go! Discs)

Αμέσως μετά τη διάλυση των Style Council, ο Paul Weller παίρνει αμπάριζα από την soul του σχήματος και συνεχίζει στο προσωπικό ομότιτλο, ντεμπούτο album του, με μια θαυμάσια, ηδονική μελωδία, το «Above The Clouds«, το οποίο μεταξύ άλλων τάσεων στο πρώτο του album (brit rock, rhythm ‘n’ blues), συνθέτει το προφίλ του απόλυτου modfather που κυκλοφόρησε δεκατέσσερα albums μεταξύ 1992 – 2018. To «Above The Clouds» φέρει την υπογραφή του Brendan Lynch φυσικά, από κοινού με τον Chris Bangs (Christopher Paul Bangs που συμμετείχε πριν και μετά σε μια ποικιλία από σχήματα και ονόματα της βρετανικής soul και acid jazz σκηνής, (Bangs A Bongo, Extasis, Mr. Electric Triangle, Chris Bangs Project, Wild And Peaceful, Boogie Boy, Break 4 Jazz, Mercy Me, Original Soulboy, Soundscape UK, Spirit Of The Boogie, 13th Sign, Quiet Boys, Triesté, Yada Yada), ο ίδιος ο Paul Weller παίζει μπάσο, κιθάρα, keyboards και percussion και μόνο φλάουτο και σαξόφωνο παίζει ο Jacko Peake (Boogie Back Allstars, Groove Nation, Julian Locke Experience, Push, Romjack).

Young Disciples

Young Disciples

Young Disciples: από αριστερά, Femi Williams, Carleen Anderson και Marco Nelson. Το υπέροχο πρόσωπο της acid jazz.

Young Disciples - Move On (Lynch Mob Beats)

Young Disciples «Move On» EP (1992, Talkin’ Loud)

Young Disciples «Move On (Lynch Mob Beats)» (1992, Talkin’ Loud)

Καθαρό αυθεντικό rhythm ‘n’ blues με funky αίσθημα από το πρώτο και μοναδικό album των Young Disciples, δέχεται τη μεταχείριση της αναπαλαίωσης από τον Brendan Lynch. Οι Carleen Anderson (φωνή, keyboards), Femi Williams (percussion, programming) και Marco Nelson (μπάσο, κιθάρα, όργανο) ήταν ένα από τα πιο προβεβλημένα τρίο της acid jazz σκηνής και με τη βοήθεια του Dilip Harris (Demus) και του Mick Talbot στα πλήκτρα δημιούργησαν μια εναλλακτική soul πρόταση τότε το 1991 – 1992. Στο συγκεκριμένο τραγούδι που εδώ παρουσιάζεται ως instrumental, τα πνευστά έπαιζαν οι Maceo Parker (άλτο σαξόφωνο), Pee Wee Ellis (τενόρο σαξόφωνο) και Fred Wesley (τρομπέτα) ντύνοντας την ηχογράφηση με χρώματα από JB’s.

Mother Earth

Mother Earth

Mother Earth: Matt Deighton, Neil Corcoran, Christopher Michael White, Bryn Barklam. Αναβιωτικοί ρομαντικοί mods με τα rhythm ‘n’ blues στις καρδιές τους.

Mother Earth - Jesse

Mother Earth «Jesse» (1993, Acid Jazz)

Mother Earth «Jesse (7» Edit)» (1993, Acid Jazz)

Η μπάντα των Mother Earth, ήταν μια αυστηρά mod παρέα από μουσικούς: Matt Deighton (κιθάρα, από τους Wolfhounds), Neil Corcoran (μπάσο), Christopher Michael White (τύμπανα, από τους Kick), Bryn Barklam (hammond όργανο) που κυκλοφόρησαν τρία albums (και άλλα δύο με μαζέματα που ακολούθησαν) μεταξύ 1992 – 1995. Τo «Jesse» είναι μία εξαιρετική mod μελωδία με χαρακτήρα λευκής γαλανομάτας soul και την φωνή του Matt Deighton να θυμίζει τρομερά αυτήν του Al Green. Το τραγούδι ερμηνεύεται ως ντουέτο μεταξύ του Matt Deighton και της Meryl Kenton-Forbes ενώ στα βοηθητικά φωνητικά ακούγονται η D.C. Lee, o Destry Spigner και ο Obe και τα κρουστά είναι του Pablo (Michael Hunter). Ο Brendan Lynch ενίσχυσε αποφασιστικά την επτάιντση εκδοχή του τραγουδιού στην παραγωγή που είχε αναλάβει ο ίδιος ο ιδρυτής της Acid Jazz, Edward Piller, μια από τις σημαντικότερες mod φιγούρες στη λονδρέζικη σκηνή. Μετά τη διάλυση των Mother Earth, ο Matt Deighton ακολούθησε μια προσωπική καριέρα που έχει αποφέρει έξι albums (1995 – 2018) ενώ έγινε και μέλος σε σχήματα όπως οι Bench Connection και Family Silver. Ο Bryn Barklam σχημάτισε τους Captain Hammond το 2007.

Indian Vibes

Indian Vibes

Indian Vibes: Paul Weller, Marco Nelson, Crispin Taylor, Gérard Farrell. Ένα super group του mod Λονδίνου.

Indian Vibes - Mathar (Radio Mix)

Indian Vibes «Mathar» (1994, Virgin)

Indian Vibes «Mathar (Radio Mix)» (1994, Virgin)

Διασκευή του εμβληματικού soul jazz classic «Mathar» του Volker Kriegel από το 1969 που είχε κυκλοφορήσει από τους Dave Pike Set στη Γερμανία στο album «Noisy Silence – Gentle Noise» με τον ίδιο, τότε, τον Volker Kriegel να παίζει sitar και κιθάρες. Το 1994, στα Trident II Studios του Λονδίνου, μία μπάντα που απαρτίστηκε από τον Paul Weller από τους Jam και Style Council (sitar, κιθάρες), Marco Nelson από τους Young Disciples, Cool World Ensemble και Subterraneans (μπάσο), Crispin Taylor από τους Flips, Galliano και Push (τύμπανα) και τον Gérard Farrell (sitar) ηχογράφησε εκ νέου το κομμάτι με το χαρακτηριστικό ground beat των 90s στο υπόβαθρο που δίνει extra σημασία στη ρυθμική βάση και αναδεικνύει την mod αισθητική των Indian Vibes, οι οποίοι δεν ηχογράφησαν υπό αυτό το όνομα κάτι άλλο.

Atlantique

Atlantique

Atlantique Vénus Nguyen Manh Khanh μετέπειτα Atlantique Ascoli. Γαλαζοαίματο chanson και art pop

Atlantique - Les Eaux De Mars

Atlantique «Les Eaux De Mars» (1994, Philips)

Atlantique «Les Eaux De Mars» (1994, Philips)

Κόρη του βιετναμέζου μηχανικού και σχεδιαστή Quasar Nguyen Manh Khanh και της γαλλίδας μοντέλου και σχεδιάστριας μόδας Renée Georgette Jeanne Mézière (Emmanuelle Khanh) και σύζυγος του παραγωγού και ιδρυτή της Source Records, Philippe Ascoli, η Atlantique Vénus Nguyen Manh Khanh ξεκίνησε με δύο singles στην παρισινή σκηνή το 1987 – 1989 και συνέχισε με δύο albums το 1991 – 1994 για να παίξει κομψό chanson όπως σε αυτή την διασκευή στο τραγούδι του Georges Moustaki από το 1973 που συμπεριέλαβε στο δεύτερο ομότιτλο album της. Γύρω της στο στούντιο, ο Brendan Lynch που παίζει glockenspiel, sitar και ντέφι, ουσιαστικά καλεί τους συνεργάτες του από την mod και acid jazz σκηνή της εποχής: Marco NelsonMark Alan Nelson) στο μπάσο (από τους Young Disciples, Cool World Ensemble, Indian Vibes και Subterraneans), Crispin Taylor στα τύμπανα (από τους Flips, Galliano, Indian Vibes και Push), Mick Talbot (Michael Talbot) στο wurlitzer και στο mellotron (από τους Merton Parkas, Bureau, Dexy’s Midnight Runners, Backbone, Style Council, Galliano, Indian Vibes, Cool World Ensemble, Soundscape UK, Yada Yada και Players), Steve Cradock στην κιθάρα (από τους Specials, Ocean Colour Scene, Boys και Smokin’ Mojo Filters), τον Mark Feltham στην φυσαρμόνικα (από τους Nine Below Zero και Robbie McIntosh Band) και τον Pascal Benadjaoud στα κρουστά (από τους Circle In The Round).

Dana Bryant

Dana Bryant

Dana Bryant: η μοντέρνα ποιήτρια με την κομψή μουσική αίσθηση

Dana Bryant - Heat

Dana Bryant «Heat» (1996, Warner Bros.)

Dana Bryant «Heat» (1996, Warner Bros.)

Ένα εξαιρετικό ποίημα που αναφέρεται σε μία παλιά εκκλησιαστική σύναξη στην Νότια Carolina, ντύνεται με κρουστά και το πιάνο του Mick Talbot για ένα υποβλητικό, καλοφτιαγμένο funky αποτέλεσμα. Η ποιήτρια Dana Byant από το Brooklyn της Νέας Υόρκης, έκανε το ντεμπούτο της το 1991 και εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή της «Song Of The Siren» το 1995. Το ντεμπούτο album της (και το μοναδικό ως σήμερα) του 1996 είχε την αμέριστη βοήθεια από την acid jazz σκηνή του Λονδίνου, αφού εκτός από τον Brendan Lynch και τον Mick Talbot που παρουσιάζονται εδώ, τα κομμάτια είχαν μουσικό υπόβαθρο από τον Speech των Arrested Development, τους P.M. Dawn, τους Zap Mama, τον Masta Ace, την Carleen Anderson και την Jhelisa Anderson, τον Marco Nelson από τους Young Disciples κ.λπ. Ο Brendan Lynch κατέχει τη μερίδα του λέοντος στην πλειονότητα των κομματιών.

Cast

Cast

Cast: John Power, Peter Wilkinson, Liam Tyson, Keith O’Neill. Καλοφτιαγμένη, εμπορικά δυνατή brit pop.

Cast - Flying

Cast «Flying» (1996, Polydor)

Cast «Flying» (1996, Polydor)

Ένδοξη brit pop από το Liverpool, από τη σκυτάλη που έδωσαν σε δύο μέλη τους οι La’s για να δημιουργηθούν οι Cast, τους John Power (φωνή, κιθάρα) και Peter Wilkinson (μπάσο) που ενώθηκαν με τους Liam Tyson (κιθάρα) και Keith O’Neill (τύμπανα). Οι Cast ηχογράφησαν έξι albums μεταξύ 1996 – 2017 με μία διάλυσή τους ανάμεσα, το 2001 και μία σχετική ανανέωση των μελών τους μετά από αυτήν. To ep τους «Flying» με τρία τραγούδια κυκλοφόρησε ανάμεσα στα δύο πρώτα albums τους και έφερε την παραγωγή του Brendan Lynch παρότι τα δύο πρώτα albums τους είχαν ως παραγωγό τον John Leckie. Ο Brendan Lynch εδώ τονίζει τα rhythm ‘n’ blues στοιχεία του μπητλικού ήχου τους και παραμένει σε αρμονία με το πυρετώδες brit pop κλίμα της εποχής τους.

Ocean Colour Scene

Ocean Colour Scene

Ocean Colour Scene: Simon Geoffrey Fowler, Steve Cradock, Damon Minchella, Oscar Harrison. Από τις καλύτερες mod μπάντες του brit rock.

Ocean Colour Scene - The Day We Caught The Train

Ocean Colour Scene «The Day We Caught The Train» (1996, MCA)

Ocean Colour Scene «The Day We Caught The Train» (1996, MCA)

Ίσως η πιο μακρόβια mod μπάντα από τους αναβιωτές των 90s που συντάχθηκαν με το κύμα της brit pop, οι Ocean Colour Scene από το Birmingham σχηματίστηκαν από τους Simon Geoffrey Fowler (κιθάρα, φωνή, από τους Fanatics), Steve Cradock (κιθάρα, πιάνο, φωνή, από τους Boys και τους Specials), Damon Minchella (μπάσο, από τους Fanatics), Oscar Harrison (τύμπανα, πιάνο, από τους Echo Base και τους Fanatics) και μέσα σε είκοσι χρόνια κυκλοφόρησαν δέκα albums (1992 – 2013). Στο δεύτερο album τους «Moseley Shoals» που ονόμασαν έτσι ως φόρο τιμής στα κλασικά studios Muscle Shoals του Sheffield της Alabama όπου ηχογραφήθηκε μεγάλο μέρος της αμερικανικής southern soul παραγωγής, περιλάμβαναν και το «Day We Caught The Train» ένα τραγούδι μεταξύ άλλων, εξαιρετικά πιστό στον ήχο των βρετανικών rhythm ‘n’ blues των 60s με την παραγωγή του Brendan Lynch να δοξάζει τους Small Faces στο έπακρο και είναι εύλογο το ότι σκαρφάλωσε στο Νο.4 του βρετανικού chart. Μετά την αποχώρησή του από το σχήμα, ο Damon Minchella συνέχισε ως μέλος διαφόρων συγκροτημάτων στο ίδιο πνεύμα και την ίδια ηχητική στόφα (Players, Family Silver και Trio Valore).

P.P. Arnold

ZB3202_168901_0506

P.P. Arnold: μία από τις μακροβιότερες ερμηνευτριες της αγγλικής σκηνής, σύμβολο του swingin London και της mod soul των 60s

Primal Scream featuring P.P. Arnold - Understanding

Primal Scream featuring P.P. Arnold «Understanding» (1996, Nice)

Primal Scream featuring P.P. Arnold «Understanding» (1996, Nice)

Ο Brendan Lynch στο στοιχείο του, μετατρέπει ένα mod διαμαντάκι, το «Understanding» των Small Faces από το 1966 σε northern soul με την μπάντα των Primal Scream να παίζουν στο υπόβαθρο σαν rhythm ‘n’ blues μπάντα των 60s. Στη φωνή, η P.P. Arnold αυθεντική μούσα των mods, τραγουδάει ως γνήσια screamin’ ντίβα, στο πλαίσιο της συλλογής – φόρο τιμής στους Small Faces που κυκλοφόρησε το 1996 με τίτλο «Long Agos And Worlds Apart» στην οποία έδωσαν παρών επίσης διασκευάζοντας κομμάτια των Small Faces και οι Dodgy, B.L.O.W., Northern Uproar, Mantaray, Changing Man featuring Mick Talbot & Kenney Jones, 60ft Dolls featuring Martin Carr, Granny Takes A Trip, Ocean Colour Scene, Whiteout, Kenney J. All Stars, Hyperglo, Buzzcocks, Ride και Gene. Η P.P. Arnold, εμβληματική soul τραγουδίστρια στα 60s, κυκλοφόρησε δύο προσωπικά albums το 1968, άλλο ένα το 2007 με τον Dr. Robert των Blow Monkeys και ένα το 2018 συν πάνω από σαράντα singles από το 1967 και μετά, μεταξύ των οποίων συνεργασίες με τους Beatmasters, τους Loose Ends, τους Pressure Point, τους Ocean Colour Scene, τον Chip Taylor, ενώ τραγούδησε στο παρελθόν και ως μέλος των Ikettes και των Soul Sisters και ως βοηθητική τραγουδίστρια σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις από τους Small Faces και τον Nils Lofgren ως τους Summer, τον Stephen Duffy και τους Icehouse.

Primal Scream

Primal Scream

Primal Scream: Andrew Innes, Bobby Gillespie, Gary Mounfield, Martin Duffy, Paul Mulreany, Robert Young. Το χαμελαιοντικό group από το psych out ως τα phat beats της electronica.

Primal Scream - Kowalski

Primal Scream «Kowalski» (1997, Creation)

Primal Scream «Kowalski» (1997, Creation)

Σκοτεινό και έντονα επηρρεασμένο από την electronica της εποχής, ένα ένδοξο single των Primal Scream που ανέβηκε ως το Νο.8 του βρετανικού chart με μεσόρυθμο, νυχτερινό tempo και τόνους από reverb, που παραπέμπει στους Massive Attack του «Mezzanine» συν δύο samples: το ρυθμικό μοτίβο από το «Halleluhwah» των Can (1971) και τη μπασογραμμή του «Get Off Your Ass and Jam» των Funkadelic (1975). Αισθάνεται κανείς ότι στο στούντιο, ο Brendan Lynch πειραματίζεται με όποιο κουμπί βρίσκει μπρος του. Στο single τους είχαν συμπεριλάβει τις διασκευές τους στο «96 Tears» των ? & The Mysterians και στο «Know Your Rights» των Clash. Οι σκοτσέζοι Primal Scream από την Γλασκώβη κυκλοφόρησαν έντεκα albums μεταξύ 1987 – 2016 με σταδιακές αλλαγές στις ηχητικές κατευθύνσεις τους από το shoegaze ως την electronica. Το 1997 στο πέμπτο album τους «Vanishing Point» απαρτίζονταν από τους Andrew Innes (από τους Biff Bang Pow!, H2O, Los Terrorpinos, Revolving Paint Dream και Laughing Apple), Bobby Gillespie (από τους Wake και τους Jesus & Mary Chain), Gary Mounfield (από τους Stone Roses), Martin Duffy (από τους Church Of Raism, Felt, Los Terrorpinos, Charlatans), Paul Mulreany (από τους Blue Aeroplanes) και Robert Young (από τους Church Of Raism).

Carleen Anderson

Carleen Anderson

Carleen Anderson: η τεξανή λονδρέζα soul τραγουδίστρια, κόρη της Vicki Anderson και θετή κόρη του Bobby Byrd, βαφτισιμιά του James Brown και ξαδέλφη της Jhelisa Anderson και της Pamela Y. Anderson.

Carleen Anderson - Woman In Me

Carleen Anderson «Woman In Me» (1998, Virgin)

Carleen Anderson «Woman In Me» (1998, Virgin)

Η Carleen Anderson γεννήθηκε στο Houston του Texas αλλά έκανε την καριέρα της στην Βρετανία, κόρη της Vicki Anderson και θετή κόρη του Bobby Byrd, βαφτισιμιά του James Brown και ξαδέλφη της Jhelisa Anderson και της Pamela Y. Anderson, προικισμένη με μια εξαιρετική φωνή που τραγούδησε στους Brand New Heavies, Young Disciples και Smokin’ Mojo Filters. Μεταξύ 1994 – 2016 κυκλοφόρησε έξι προσωπικά albums και το «Woman In Me«, μια καλή soul μελωδία περιλαμβανόταν στο δεύτερο album της «Blessed Burden«. Η Carleen Anderson τραγουδάει και παίζει πιάνο και οι μουσικοί που καλεί ο Brendan Lynch φυσικά είναι η αφρόκρεμα της acid jazz σκηνής στο Λονδίνο: Ernie McKone στο μπάσο (ιδρυτής της Boogie Back Records και μέλος των Galliano, Push, Pama International και Soul Talk), Crispin Taylor στα τύμπανα (από τους Flips, Galliano, Indian Vibes και Push), Mark Vandergucht στην κιθάρα (από τους Children Of Judah, Galliano, Groove Nation, Julian Locke Experience, Push και Sound Stylistics), Mick Talbot (Michael Talbot) στα keyboards (από τους Merton Parkas, Bureau, Dexy’s Midnight Runners, Backbone, Style Council, Galliano, Indian Vibes, Cool World Ensemble, Soundscape UK, Yada Yada και Players), James Hunt στο σαξόφωνο (από τους Creative Jazz Orchestra, Primal Scream, Elephant, Mighty Strinth, Sound Stylistics) και Duncan McKay στην τρομπέτα (από τους Boogie Back Allstars, British Meat Scene και Primal Scream).

Asian Dub Foundation

Asian Dub Foundation

Asian Dub Foundation: Dr. Das, Chandrasonic, Deeder Zaman, Pandit G, Sun-J. Ο ήχος της Ινδίας και της Ν.Α. Ασίας στο Λονδίνο.

Asian Dub Foundation - Buzzin'

Asian Dub Foundation «Buzzin'» (1998, FFRR)

Asian Dub Foundation «Buzzin'» (1998, FFRR)

Οι Dr. Das (ή Aniruddha Das ή Churulian στο μπάσο), Chandrasonic (ή Steve Chandra Savale στην κιθάρα και στον προγραμματισμό), Deeder Zaman (ή Saidullah Zaman ή সাঈদউল্লাহ দলিল সময় ή Master D στο rappin’), Pandit G (ή John Ashok Pandit στα samplers και στα πλατό) και Sun-J (ή Sanjay Gulabhai Tailor στα synthesizers) σχηματίστηκαν εν μέσω brit pop μανίας στο Λονδίνο για να παίξουν electronica μαζί με rapcore και ινδικές επιρροές από sitar και μέσα στα οκτώ albums που κυκλοφόρησαν μέσα σε μια δεκαετία (1995 – 2015) κατάφεραν να χτίσουν το δικό τους κοινό στην Ευρώπη. Εδώ ο Brendan Lynch αναδεικνύει την αλά sitar κιθάρα και φέρνει μπροστά στην παραγωγή το αδιαπραγμάτευτο rappin’ του Deeder Zaman που συναγωνίζεται τα κρουστά αλά jungle και drum ‘n’ bass.

Massive Attack featuring Elizabeth Fraser

Massive Attack

Elizabeth Fraser: η μούσα των Cocteau Twins καλεσμένη των Massive Attack

Massive Attack - Teardrop (Scream Team Remix)

Massive Attack featuring Elizabeth Fraser «Teardrop» (1998, Virgin)

Massive Attack featuring Elizabeth Fraser «Teardrop (Scream Team Remix)» (1998, Virgin)

Από το τρίτο album των Massive Attack, «Mezzanine«, το single «Teardrop» ήταν ένα εύθραυστο, απλό και υπέροχο μελωδικό σκεύασμα του DJ Mushroom (Andrew Lee Isaac Vowles), του Daddy G (Grant Marshall) και του 3D (Robert del Naja) με καλεσμένη στα φωνητικά την Elizabeth Fraser των Cocteau Twins σε μία -τι άλλο;- εξαρετική ερμηνεία. Στα remixes που συμπεριέλαβαν στο single εκτός από το dubbing του Mad Professor, η σύμπραξη Primal Scream με τον Brendan Lynch δημιούργησε ένα πολύ πιο σκοτεινό διάκοσμο γεμάτο glitches και υπόγειους θορύβους που διαπερνούν το τραγούδι σαν σκιες, σε ένα πολύ ενδιαφέρον, πειραματικό trip που αφήνει το hop απ’ έξω. Οι Massive Attack ως σήμερα έχουν ηχογραφήσει πέντε albums και δύο soundtracks από το 1991 ως το 2010.

Liam Gallagher & Steve Cradock

Liam Gallagher & Steve Craddock

Liam Gallagher & Steve Cradock: αλλιώς, οι Oasis μαζί με τους Ocean Colour Scene

Liam Gallagher & Steve Craddock - Carnation

Liam Gallagher & Steve Cradock «Carnation» (1999, Ignition)

Liam Gallagher & Steve Cradock «Carnation» (1999, Ignition)

Περισσότερο ίσως από κάθε άλλον στο brit pop κύκλωμα, ο Liam Gallagher των Oasis κι ο Steve Cradock των Ocean Colour Scene όφειλαν να σπεύσουν πρώτοι για να υποκλιθούν στους Jam με ένα φόρο τιμής τους στους σπουδαίους mods. Από το album με τις διασκευές στο υλικό των Jam, «Fire & Skill: The Songs Of The Jam«, οι δύο τους διασκευάζουν το «Carnation» από το album των Jam «The Gift» του 1982. Ο Liam τραγουδάει με τη χαρακτηριστική συρτή χροιά του και στο υπόβαθρο, ο Brendan Lynch μαζί με τον Martin Max Hayes προσθέτουν μελωδικούς θορύβους νοσταλγίας, με reverb και ρυθμικές ενισχύσεις. Στο ίδιο album φόρο τιμής στους Jam, έσπευσαν να δηλώσουν παρών και οι Beastie Boys, Reef, Heavy Stereo, Silversun, Everything But The Girl, Buffalo Tom, Garbage, Ben Harper, Gene, Noel Gallagher και φυσικά ο ίδιος ο Paul Weller.

Smokin Mojo Filters

247999k

Smokin’ Mojo Filters: Noel Gallagher, Paul McCartney, Paul Weller, ένα super group για φιλανθρωπικό σκοπό.

Smokin Mojo Filters - Come Together

Smokin Mojo Filters «Come Together» (1995, Go! Discs)

Smokin Mojo Filters «Come Together» (1995, Go! Discs)

Σύμπραξη του ενωμένου brit rock για φιλανθρωπικό σκοπό: Carleen Anderson, Noel Gallagher, Paul McCartney, Paul Weller, Steve Cradock, Steve White ενώνονται στο studio για να ηχογραφήσουν μια απόδοση του «Come Together» των Beatles υπό το όνομα Smokin Mojo Filters, ένα απολαυστικό super group, για τις ανάγκες του project «Help«, μία συλλογή με την αφρόκρεμα του brit rock της εποχής, που συνέλαβε ο Tony Crean της Go! Discs, εμπνευσμένος από το επταήμερο πλάνο παραγωγής και κυκλοφορίας του «Instant Carma» του John Lennon: ηχογράφηση τη Δευτέρα, τύπωμα την Τρίτη, εξώφυλλο την Τετάρτη κ.λπ. Τα έσοδα του «Help» προσφέρθηκαν στην βοήθεια των προσφύγων από τον πόλεμο στην Βοσνία. Η παραγωγή του Brendan Lynch είναι γήινη και όσο αναλογική ήταν δυνατόν να παραχθεί για να μην χαθεί ο μπητλικός αέρας.

22-20s

22 20s

22-20s: Martin Trimble, Glen Bartup, James Irving, Charly Coombes. Καλογυμνασμένο brit rock.

22 20s - Shoot Your Gun

22-20s «Shoot Your Gun» (2004, Heavenly)

22-20s «Shoot Your Gun» (2004, Heavenly)

Το κουαρτέτο από το Sleaford του Lincolnshire σχηματίστηκε το 2002 από τους Martin Trimble (κιθάρα, φωνή), Glen Bartup (μπάσο), James Irving (drums) και Charly Coombes (keyboards) και μέχρι το 2012 είχαν κυκλοφορήσει τρία albums και είχαν διαλυθεί δύο φορές. Στο ντεμπούτο album τους «22 20s» το 2004 ο Brendan Lynch τόνισε τις σημαντικές ομοιότητές τους με τους Jam και έφερε στην επιφάνεια τον ηλεκτρισμό των decibels και τον τραγανό ήχο τους σε τραγούδια καλογραμμένα στην πλειονότητά τους και δοξασμένα από το ΝΜΕ κυρίως, που έβλεπε σε αυτούς μία ακόμα μπάντα που θα σώσει την αξιοπιστία του brit rock.

People’s Revolutionary Choir

People's Revolutionary Choir

People’s Revolutionary Choir: Lal Townsend, Jim Townsend, Will ‘Sweet Willy’ Fowles, John Brandham, Roshan Moliko, Kris Feldmann. Brit rockers που ζήλεψαν την δόξα των Oasis

People's Revolutionary Choir ‎- Elevate

People’s Revolutionary Choir ‎»Elevate» (2005, Outafocus Recordings)

People’s Revolutionary Choir ‎»Elevate» (2005, Outafocus Recordings)

Ένα σχήμα που βάλθηκε με σοβαρές προοπτικές να γίνει το επόμενο μεγάλο φαινόμενο αλά Oasis αλλά στο δρόμο σκάλωσε και διαλύθηκε ήταν οι People’s Revolutionary Choir (πόσο ατυχές όνομα;) που ηχογράφησαν μόλις τρία singles μεταξύ 2005 – 2007: Lal Townsend (φωνή) Jim Townsend (κιθάρα), Will ‘Sweet Willy’ Fowles (κιθάρα), John Brandham (τύμπανα), Roshan Moliko (μπάσο) και Kris Feldmann (keyboards). Από το πρώτο single τους, το «Elevate» ακούγεται σαν ένας εκκωφαντικός καταιγισμός από Oasis και Spiritualized με την φωνή του Lal Townsend να προσομοιάζει όσο γίνεται στου Liam Gallagher και τις κιθάρες να αφηνιάζουν πάνω στο ρυθμικό brit rock παραπέτασμα. O Brendan Lynch φυσικά έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να εντείνει τις ομοιότητες με τους Oasis. Είναι ειρωνία πάντως το ότι την ίδια χρονιά νικητές στην κούρσα του λάβαρου του brit rock ανακηρύχθηκαν οι Arctic Monkeys.

Dust Galaxy

Dust Galaxy

Dust Galaxy: το offshoot σχήμα του Rob Garza των Thievery Corporation και των French Toast από την Washington D.C.

Dust Galaxy - Mother Of Illusion

Dust Galaxy «Mother Of Illusion» (2007, Eighteenth Street Lounge Music)

Dust Galaxy «Mother Of Illusion» (2007, Eighteenth Street Lounge Music)

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεργασία που απέδωσε μόνο ένα album το 2007, οι Dust Galaxy είναι στην ουσία μια σύμπραξη του Rob Garza των Thievery Corporation και της μπάντας French Toast, που έρχονταν επίσης από την Washington D.C. όπως και το ντουέτο του Rob Garza με τον Eric Hilton. Δυνατό rhythm’ n’ blues με breakbeats και με τεχνολογικά powerhouse στοιχεία αλλά με βάση τη ρυθμικότητα του διονυσιακού 60s rock, το album τους περιλάμβανε αντιθετικά στοιχεία που ενώθηκαν αριστοτεχνικά από την παραγωγή του Brendan Lynch. Στο «Mother Of Illusion» παραπέμπουν στους Rolling Stones του 1967 αλλά και στους Primal Scream του 1997 παρότι τα κρουστά δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την αποφασιστικότητά τους για γνήσιο, απελευθερωτικό χορό. Ο Rob Garza τραγουδάει και οι μουσικοί δένουν εξαιρετικά μεταξύ τους, ο Ashish Vyas (μπάσο, από τους GoGoGo Airheart), o Jerry Busher (drums από τους French Toast, All Scars, Deathfix, Elevator, Fidelity Jones, Las Mordidas και Spinanes), Ben Gilligan (κιθάρα, από τους French Toast), James Canty (κιθάρα, από τους French Toast, All Scars, Cupid Car Club, SAVAK, Ted Leo & The Pharmacists, Make-Up και Nation Of Ulysses) και Didi Gutman (keyboards από τους Brazilian Girls, Me And The Other Guy, Nublu Orchestra).

Rakes

Rakes

Rakes: Alan Donohoe, Matthew Swinnerton, Jamie Hornsmith, Lasse Petersen. Βrit rockers με τσαγανό και μερικές πολύ καλές ιδέες

Rakes - The World Was A Mess But His Hair Was Perfect

Rakes «The World Was A Mess But His Hair Was Perfect» (2007, V2)

Rakes «The World Was A Mess But His Hair Was Perfect» (2007, V2)

Μία ακόμα μπάντα από το Λονδίνο που έπαιξε στα στοιχήματα για το αν θα είναι η σωτήρια του brit rock και για κάποιο καιρό, βρισκόταν ψηλά στις πιθανότητες, οι Rakes (Alan Donohoe– φωνή, κιθάρα, Matthew Swinnerton – κιθάρα, Jamie Hornsmith – μπάσο και Lasse Petersen – drums) κυκλοφόρησαν τρία albums μεταξύ 2005 – 2009 πριν διαλυθούν, έχοντας όμως σημειώσει αξιοπρεπείς επιδόσεις. Στο δεύτερο album τους «Ten New Messages» συμπεριλαμβανόταν το «The World Was A Mess But His Hair Was Perfect» ένα κομμάτι με αποφασιστικές, κοφτές κιθάρες και δεμένο, uptempo ρυθμό που εντείνεται από την καθαρότητα της παραγωγής του Brendan Lynch. Μετά τη διάλυσή τους, το 2009 ο Lasse Petersen προσχώρησε στους Wolf Gang και ο Matthew Swinnerton σχημάτισε το ντουέτο των Karras με τον Lukas Wooller των Maximo Park.

Beggars

Beggars

Beggars: James Girdler, Justin Girdler, Daniel Stargatt, Daniel Webb. Βραχύβια brit pop μπάντα.

Beggars - The Future

Beggars «The Future» (2008, Heavenly)

Beggars «The Future» (2008, Heavenly)

Το 2008 o James Girdler ήταν μέλος της μπάντας Beggars μαζί με τον αδελφό του Justin Girdler και τους Daniel Stargatt και Daniel Webb, ένα σχήμα που ξεπήδησε από την παρέα της Heavenly Records αλλά δεν ευτύχησε να κάνει καριέρα. Δύο τρία singles άφησαν πίσω τους οι Beggars παίζοντας brit pop στα χνάρια των Supergrass και των Boo Radleys. Στην παραγωγή, ο Brendan Lynch δίνει αυτό το ακαταμάχητο αίσθημα των Jam.

Findlay Brown

Findlay Brown

Findlay Brown: ένας πολύ ανήσυχος μουσικός από τους Boedekka.

Findlay Brown - Nobody Cared (Lynchmob Version)

Findlay Brown «Nobody Cared» (2009, This Is Music)

Findlay Brown «Nobody Cared (Lynchmob Version)» (2009, This Is Music)

Τρομερά ευρηματικός μουσικός ο Findlay Brown από το Yorkshire της Βρετανίας αλλά κάτοικος του Brooklyn, ένας τραγουδοποιός που ξεκίνησε με τους λονδρέζους Boedekka για δύο albums (2001 – 2004) και συνέχισε με την προσωπική καριέρα του που έχει αποφέρει μεταξύ 2009 – 2018, τέσσερα albums και τέσσερα eps. Από το δεύτερο ep του «Versus» το 2009, το «Nobody Cared» είναι ένα αφρο-βραζιλιάνικο ευοίωνο τραγούδι με ρυθμολογική κατεύθυνση από τον Brendan Lynch, που θυμίζει τον David Byrne της εποχής του «Rei Momo«. Ο ίδιος ο Findlay Brown δηλώνει ως επιρροές του για αυτό, τον αιθίοπα βιμπραφωνίστα Mulatu Astatke, την βραζιλιάνα tropicalia τραγουδίστρια Gal Costa, το nu-disco μέντορα Dimitri From Paris και τον εκκεντρικό Moondog. «Ήθελα να εκπληρώσω κάποιες επιθυμίες μου και να βγάλω κάποια πράγματα από μέσα μου, λατρεύω πάρα πολλά στοιχεία της exotica, της world μουσικής, της library μουσικής και της disco κι ήθελα να δημιουργήσω ένα μείγμα Ennio Morricone με ευρωπαϊκή disco και αφρικανικούς ρυθμούς, πράγματα που δεν χρησιμοποιώ στα albums μου.» Μαζί με τον Findlay Brown, o Matt Cousins (μπάσο, από τους By The Fireside), ο Paul Cook (τύμπανα, από τους Sex Pistols, Greedies, Professionals, Lightning Raiders, Chiefs Of Relief, Man Raze), Marcus Bonfanti (κιθάρα) και Rob Gentry (synthesizer).

Turzi

Turzi

Turzi: Arthur Rambo, Günther Rock, Judah Warsky, Romain Turzi, Sky Over. Γαλλική σοφιστικέ electronica

Turzi - Baltimore (Assault on Baltimore - Lynch Mob Remix)

Turzi «Baltimore» (2010, Record Makers)

Turzi «Baltimore (Assault on Baltimore – Lynch Mob Remix)» (2010, Record Makers)

Πενταμελής γαλλική μπάντα από τις Βερσαλλίες (Arthur Rambo, Günther Rock, Judah Warsky, Romain Turzi, Sky Over) παίζει big beats και psych out ηλεκτρονικές ριπές σε έναν καμβά που στο συγκεκριμένο remix ενισχύεται από τα πλήκτρα του Bobby Gillespie των Primal Scream και τα χαρακτηριστικά πρόσθετα reverb και θορύβους του Brendan Lynch. Οι Turzi ηχογράφησαν τέσσερα albums μεταξύ 2005 – 2015. Στο τρίτο album τους που ονομαζόταν «B» όλα τα κομμάτια είχαν τίτλους από πόλεις που το όνομά τους ξεκινάει από «B»: Beijing, Buenos Aires, Bombay, Bethlehem, Brasilia, Bangkok, Baden Baden, Bogota, Bamako και φυσικά Baltimore.

Sisters Of Transistors

Sisters Of Transistors

Sisters Of Transistors: τέσσερις οργανίστριες από το Manchester υό την μπαγκέτα του Graham Massey των 808 State: Henrietta Smith-Rolla, Mandy Wigby, Naomi Hart και Ragna Skinner

Sisters Of Transistors - Solar Disco (Lynchmob Remix)

Sisters Of Transistors «Solar Disco» (2010, This Is Music)

Sisters Of Transistors «Solar Disco (Lynchmob Remix)» (2010, This Is Music)

Εκκεντρικό γυναικείο κουαρτέτο από το Manchester υπό τις οδηγίες του Graham Massey (Professor Vernon World) των 808 State παίζει μόνο keyboards και εμπνέεται από τη ρυθμολογία της αμερικανικής παράδοσης της μαύρης μουσικής, των Chicago blues και της northern soul για να κάνει ένα φόρο τιμής στα transistors τα πρωτόλεια συστατικά της ηλεκτρονικής μουσικής, που πρόσφεραν τους πρώτους electro ήχους. Συγκεκριμένα στο Manchester ήταν που ηχογραφήθηκε η πρώτη ψηφιακή μουσική με ένα Ferranti Mark I υπολογιστή το 1951 για ένα παιδικό πρόγραμμα της τηλεόρασης, μία απόδοση του «In The Mood«. Αυτή την ηλεκτρονική παράδοση του όργανου τιμούν οι Henrietta Smith-Rolla, Mandy Wigby, Naomi Hart και Ragna Skinner στο ντεμπούτο τους το 2009 «At The Ferranti Institute«. Στο single τους «Solar Disco«, o Brendan Lynch πρόσθεσε τη χαρακτηριστική δική του πινελιά για την αναπαλαιωμένη αυτή ρυθμική φάση που ενώνει το αναλογικό με το ψηφιακό στοιχείο.

Sam Gray

Sam Gray

Samuel Gray: τραγουδοποιός και τραγουδιστής από το Hull της Βρετανίας με απίστευτη απήχηση.

Sam Gray - Cartwheel Queen (Lynchmob Remix)

Sam Gray «Cartwheel Queen» (2011, Transmission)

Sam Gray «Cartwheel Queen (Lynchmob Remix)» (2011, Transmission)

Ένας τραγουδοποιός πραγματικό φαινόμενο από το Hull της Βρετανίας, ο Samuel Gray, κατάφερε να γνωρίσει μεγάλη επιτυχία με τις συνθέσεις που έγραψε για άλλους (Hardwell, DJ Katch, Solano, Abi Phillips, Manovski, Ben Saunders, Alle Farben, Julian Martel, The Magician, Julian Perretta, Nile Rodgers και Tobtok) πριν ξεκινήσει την προσωπική καριέρα του ως καλλιτέχνης η οποία τού εχει αποφέρει δύο προσωπικά albums το 2011 – 2013. Στο πρώτο από αυτά, το «Brighter Day«, μπάσο παίζει ο Damon Minchella (Ocean Colour Scene, Players, Family Silver, Fanatics, Trio Valore) και drums ο Steve White των Style Council, μεταξύ άλλων, ενώ το single του «Cartwheel Queen» ένα uptempo με λαϊκό ρυθμό με μπάντζο δέχεται τις υπηρεσίες του Brendan Lynch στην παραγωγή, τα πρόσθετα beats του – σαν δημοτικό riverdance με ενισχυμένα μπάσα ακούγεται. Ο Sam Gray ένωσε τις δυνάμεις του με την Kaci Brown από το Los Angeles σχηματίζοντας ένα country ντουέτο με τρία singles το 2017 – 2018.

Pete & The Pirates

Pete & The Pirates

Pete & The Pirates: Thomas Sanders, Peter Cattermoul, David Thorpe, Peter Hefferan και Jonny Sanders. Ένα από τα πιο πρόσφατα σχήματα από την εσοδεία του brit rock

Pete & The Pirates - United

Pete & The Pirates «United» (2011, Stolen Recordings)

Pete & The Pirates «United» (2011, Stolen Recordings)

Και το σερί των συγκροτημάτων του περήφανου brit rock δεν έχει τελειωμό: οι Pete & The Pirates από το Reading της Βρετανίας είναι οι Thomas Sanders (φωνή), Peter Cattermoul (μπάσο, φωνή), David Thorpe (κιθάρα), Peter Hefferan (κιθάρα φωνή) και Jonny Sanders (τύμπανα) και ηχογράφησαν δύο μόλις albums το 2007 – 2011. Στο δεύτερο από αυτά, το «One Thousand Pictures» περιλαμβανόταν και το «United» ένα καλλίγραμμο και στακάτο, τίμιο brit rocker με τον Brendan Lynch να διευθύνει με «κλειστά μάτια» πλέον λόγω εμπειρίας.


The Dust Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

The Dust Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust Grain Four: Crosby, Stills, Nash & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Seventeen: Propaganda «Dream Within A Dream»

The Dust Grain Eighteen: Robert Wyatt «Shipbuilding»

The Dust Grain Nineteen: Talking Heads «Listening Wind»

The Dust Grain Twenty: Yazoo «Winter Kills»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 1 Comment »