All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Βόλτα Στο Πάρκο

Posted by gone4sure στο 19 Μαΐου 2018

Το «Walk In The Park» είναι ο διακόπτης που κλείνει και ανάβει τις μνήμες, μια βόλτα στην κάθαρση και πάλι πίσω για το αύριο, μία γυμναστική για να ξεμουδιάσουν οι αισθήσεις. Ή να μουδιάσουν εντελώς.

Τον Ιανουάριο του 2010 ο μουσικός Τύπος γέμισε με αποθεωτικές κριτικές του «Teen Dream» των Beach House. Οι συντάκτες προσπαθούσαν με επιμονή να καταγράψουν σε κείμενα γιατί το τρίτο album του ντουέτου από την Βαλτιμόρη ήταν ένα αριστούργημα, να το συγκρίνουν με ένα σωρό αναφορές (από τους Galaxie 500 ως τους Mazzy Star) και να πείσουν το κοινό ότι έτσι όπως οι Beach House άλλαξαν εταιρία (από την Carpark στην Sub Pop) έτσι ακριβώς αλλάζει το σκηνικό της ατμοσφαιρικής dream pop στο μουσικό προσκήνιο. Στο τέλος του 2010, στις λίστες με τα καλύτερα albums της χρονιάς, επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό. Οι Beach House βρέθηκαν στα καλύτερα albums κάθε μουσικού εντύπου σε όλο τον κόσμο με το «Teen Dream«.

Beach House

Beach House: Victoria Legrand και Alex Scally. Μια χημεία ακατανίκητη.

Έγραφα τότε για αυτούς στο Sonik: «Οι Beach House μιλούν κι εφράζονται δωρικά, απέριττα, γενναία και μελαγχολικά στις πλείστες των περιπτώσεων για τις ανθρώπινες σχέσεις, τα μύχια αισθήματα και τους φόβους που γίνονται πάντα και με μαθηματική ακρίβεια, πραγματικότητα. Η Victoria Legrand δεν είναι ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα: είναι απέριττη και γυμνή φωνητικά. Δεν προκαλεί, δεν δραματοποιεί και δεν υπερβάλλει. Φαντάζει σαν ιέρεια πεπρωμένου από την οποία θα ακούσεις όχι μόνο ευχάριστα αλλά και σκληρά πράγματα χωρίς να υψώσει τους τόνους της. Εμπνέει μια ειλικρίνεια και μια σπαρτιάτικη τρυφερότητα που εξομαλύνεται μόνο από τις στρογγυλές, υπέροχες μελωδίες. Η αγάπη που προτείνουν οι Beach House είναι αγέλαστη και αδρή. Αλλιώς, αληθινή

Η αλήθεια παραμένει ότι το «Teen Dream» των Beach House παραμένει ένα από τα καλύτερα albums της δεκαετίας του 2010 και αμφιβάλλω αν θα εκτοπιστεί από τις πρώτες θέσεις. Μετά από τα δύο πρώτα albums της στην Carpark, «Beach House» και «Devotion» που αποτελούσαν ζυμώσεις εσωτερικότητας, σαν επωασμοί των σπουδαίων έμβρυων, οι Beach House εκτοξεύτηκαν κανονικά. Η χημεία μεταξύ τους είναι σεισμική και ευτυχής από τότε που γνωρίστηκαν το 2004 στην Βαλτιμόρη ως μέλη μιας μπάντας που σύμφωνα, με τους ίδιους, περισσότερο ενδιαφέρονταν να κάνουν parties παρά να γράψουν μουσική. Η Victoria δήλωσε στην Anne Fullerton του Yen, το 2010 πώς βρέθηκε μαζί με τον Alex: «Γεννήθηκα στη Γαλλία, μετακόμισα στη Βαλτιμόρη επτά χρονών, μετά στο βόρειο Maryland και μετά στη Philadelphia. Βασικά κινιόμουνα στην Ανατολική Ακτή. Είχα φύγει από το πανεπιστήμιο και πήγα στη Γαλλία να σπουδάσω θέατρο, η μία μου κατεύθυνση ήταν το θέατρο και η άλλη ηταν η μουσική. Αγαπούσα και τα δύο αλλά απογοητεύτηκα από το θέατρο και φλέρταρα με την ιδέα να γράφω τα δικά μου κείμενα  και να νιώσω μια πιο άμεση και συναρπαστική διαδικασία. Έπαιζα μόνη μου και έγραφα. Το ένα οδήγησε στο άλλο, συνειδητοποίησα ότι ήθελα να γίνω κομμάτι όλου του κόσμου και να πάω στη Βαλτιμόρη. Μετακόμισα το 2004 στη Βαλτιμόρη. Είχα ένα φίλο από το σχολείο με τον οποίο είχαμε ένα μουσικό σχήμα και τον ακολούθησα στη Βαλτιμόρη. Ζούσα στη Γαλλία εκείνη την εποχή και ήθελα να γυρίσω στην Αμερική για να συνεχίσω τη μουσική μου. Ο φίλος μου στη Βαλτιμόρη με σύστησε στον Alex. Έψαχνα για μπασίστα εκείνη την εποχή και αυτό ήταν. Ξεκινήσαμε να παίζουμε μουσική μαζί και από τότε παίζουμε μαζί. Ο Alex είχε σπουδάσει στο Ohio αλλά είναι γέννημα θρέμμα της Βαλτιμόρης.» Ο Alex θυμήθηκε με περισσότερες λεπτομέρειες και μίλησε τον Patrick Rodgers του Nashville Scene τον Απρίλιο του 2010 για το πώς γνωρίστηκε με την Victoria: «Η Victoria μετακόμισε στην Βαλτιμόρη βασικά για να φτιάξει μουσική. Σπούδαζε θέατρο στη Γαλλία και ήρθε στη Βαλτιμόρη για να ξεκινήσει μια μπάντα -τους Daggerhearts– εγώ μπήκα στη μπάντα της όταν με κάλεσε ένα άλλο μέλος τους. Έφτιαχνα και γω μουσική, ήμασταν όλοι νέοι και παίζαμε μουσική στη Βαλτιμόρη. Αυτή η μπάντα ήταν κάπως δυσλειτουργική, κάναμε συνέχεια parties. Βγαίναμε έξω συνέχεια και όταν την γνώρισα, είχαμε αυτή την παρανοϊκή μουσική χημεία μεταξύ μας, πραγματικά αδιαμφισβήτητη. Δουλεύαμε πάνω σε διάφορα οι δυο μας και αυτό δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο που είχα βιώσει πριν. Είμαι αρκετά σίγουρος ότι δεν θα μπορούσα να έχω αυτή τη σχέση με άλλον. Ήταν πραγματική τύχη. Δε νομίζω ότι είναι σαν τις σχέσεις. Πολλές φορές έχω φίλους που είναι σπουδαίοι μουσικοί αλλά δεν δημιουργούν απαραίτητα και πολλά. Κάνουν θαυμάσια μουσική αλλά μερικές φορές πιστεύω ότι δεν έχουν βρει τον άνθρωπο που θα πάρει αυτό που κάνουν και θα το κάνει καλύτερο και θα βγει καλύτερη μουσική. Έχει να κάνει με την καλή τύχη.»

Victoria Legrand

Victoria Legrand: γεννημένη στο Παρίσι στις 28 Μαϊου 1981.

Σχετικά με τον τίτλο του δίσκου, «Εφηβικό Όνειρο» είπε η Victoria στο Thumped: «Έχει να κάνει με τη μουσική που άκουγες όταν ήσουν έφηβος, που σε ταξίδευε κάπου. Είναι πάθος. Δεν το έχουμε χάσει και αυτό είναι καλό για τη δημιουργική διαδικασία και για τα φαντασιακά σύμπαντα που δημιουργούμε, έχει να κάνει όμως και με περισσότερα από αυτό, με το πώς ζεις. Έχει να κάνει με την αγάπη για κάτι, το οποίο σε κάποιον τρίτο μπορεί να μοιάζει γελοίο αλλά έχει να κάνει με την αληθινή ουσία των πραγμάτων. Όταν μεγαλώνουμε, κάποιοι χάνουν το πάθος τους για έρωτα λόγω πολλών πραγμάτων: λόγω μιας δουλειάς εννέα με πέντε, ή για το ότι δεν γνωρίζουν τους εαυτούς τους, χάνουν τους εαυτούς τους, ή για άλλους λόγους. Πρέπει όμως να προσπαθήσεις να διατηρήσεις αυτό το αίσθημα, όσο δύσκολα και αν είναι τα πράγματα.»

Η απήχησή τους σε κοινό και κριτικούς είναι μια συντονισμένη ευλογία για τη μουσική των Beach House. «Νιώθουμε ευλογημένοι» δήλωσε ο Alex στον Patrick Rodgers του Nashville Scene τον Απρίλιο του 2010: «Δε νομίζω να έχει παιχτεί ποτέ τραγούδι μας στο ραδιόφωνο. Είμαστε μπάντα των blogs. Ξεκινήσαμε το 2005 και ήταν ακριβώς η εποχή που το διαδίκτυο γινόταν το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούσε να προωθήσει μια μπάντα. Είμαστε πολύ ευγνώμονες και πολύ τυχεροί. Δεν φτιάχνουμε ξεκάθαρα εμπορική μουσική, δεν είναι εύκολη η μουσική μας. Είμαστε τυχεροί για τους θαυμαστές μας και για το ότι έχουμε ανθρώπους που νοιάζονται για τη μουσική μας. Δεν πιστεύω ότι νιώθουμε πίεση, γιατί πάντα ήμασταν πολύ ανεξάρτητοι. Έχουμε κάνει αυτό που πάντα θεωρούσαμε καλύτερο και είμαστε πολύ τυχεροί που άρεσε στους ανθρώπους. Δεν είναι πίεση αλλά νιώθουμε ενθουσιασμένοι όταν κυκλοφορούμε κάτι που προκαλεί το ενδιαφέρον των ανθρώπων.»

Alex Scally

Alex Scally: γεννημένος στη Βαλτιμόρη στις 15 Ιουλίου 1982.

Ο όρος dream pop δεν επιλέχθηκε φυσικά από τους ίδιους για να προσδιορίσουν τη μουσική που παίζουν. Είναι απλά ένα επικοινωνιακό εργαλείο που έχει από ανάγκη συλληφθεί για να περιγραφεί ο ατμοσφαιρικός εκείνος ήχος με καταγωγή από την ψυχεδέλεια και με αμπάριζα από το shoegazing που χωράει μέσα του όλο το φάσμα από τους Cocteau Twins ως τους XX. Σχετικά με τον όρο dream pop, ο Alex είπε στον Michael Hubbard του Music Ohm τον Μάρτιο του 2010: «Ο κόσμος μας αποκαλεί dream pop αλλά δε δίνουμε σημασία σε αυτό. Μπορούν να μας αποκαλούν όπως θέλουν. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τις ταμπέλες. Όλων τα μυαλά θέλουν να ανακαλύψουν τι είναι κάτι και να το αποκαλέσουν κάπως. Νομίζω ότι ο λόγος που το αποκαλούν dream pop είναι οι ηχητικές υφές που μας εμπνέεουν και το πώς καταλήγουμε να τις χρησιμοποιούμε. Είναι ήχοι κάπως ζεστοί, περίεργοι και θορυβώδεις. Και η φωνή της Victoria είναι πραγματικά όμορφη. Έχει μέσα της αυτή την… ποιότητα.» Σχετικά πάλι με την περιγραφή της μουσικής τους ως dream pop δήλωσε πιο εκτεταμένα στον Patrick Rodgers του Nashville Scene τον Απρίλιο του 2010: «Νομίζω ότι είναι πολύ φυσικό, ένας ακροατής ή ένας κριτικός να επινοήσει μια νέα ταμπέλα. Είναι κάτι που κάνουν οι άνθρωποι. Δεν πιστεύω ότι τα μουσικά είδη υπάρχουν πλέον, ή τουλάχιστον υπάρχουν σε πολύ μικρότερο βαθμό απότι υπήρχαν παλιότερα. Οι επιρροές των ανθρώπων είναι πολύ ποικίλες, μπορεί κάποιος να ακούει Hall & Oates, Billie Holiday, Michael Jackson και Kim Deal ενόσω γράφει ένα τραγούδι. Οι πολιτισμικές μας αναφορές είναι τόσο μαζικές που, εκτός αν κάποιος αντιγράφει συνειδητά ένα μουσικό είδος, όλα ακούγονται ως μοναδικά. Αντιλαμβάνομαι όμως γιατί ο κόσμος μας αποκαλεί dream pop, επειδή πράγματι αγαπάμε pop στοιχεία, όπως την δομή του pop τραγουδιού. Όπως και σε ένα pop τραγούδι, βασίζεται ολοκληρωτικά πάνω σε μια εθιστική φωνητική μελωδία. Έχει ρεφρέν και στροφές όπως τα pop τραγούδια. Είναι κατά πολύ σαν το παραδοσιακό pop τραγούδι που ξεκίνησε στα ’60s. Αγαπώ αυτό το στιλ και νομίζω από κει προέρχεται η pop μας. Το «dream» στον όρο dream pop έρχεται από τους ήχους στους οποίους έχουμε μια κλίση. Σίγουρα μας αρέσουν συγκεκριμένοι ήχοι κιθάρας, συγκεκριμένα keyboards, συγκεκριμένα τύμπανα. Μας αρέσουν συγκεκριμένα πράγματα, είναι η αισθητική των προσωπικών μας συνισταμένων. Όταν το ακούει το κοινό δεν ακούει κάτι άγρια επιθετικό ή χορευτικό, δεν ξέρουν πώς να το καταχωρήσουν κι έτσι ονειρεύονται. Και όπως και νάχει, είναι μια χαρά.»


Queen ‎- Play The Game

Queen «Play The Game / A Human Body» (1980, EMI). Single από το album τους «The Game»

To «Play The Game» των Queen:

To 2009 μετά από τα δύο πρώτα albums τους, οι Beach House βρέθηκαν να κάνουν μια διασκευή στο «Play The Game» των Queen για την indie συλλογή «Dark Was The Night» σε παραγωγή των Aaron Dessner και Bryce Dessner από τους National, στο πλαίσιο της σειράς Red Hot σχετικά με την αφύπνιση του κοινού για το AIDS. Πάρα πολύ κόντρα επιλογή για τους Beach House, ίσως κάποιος σκεφτεί, αλλά όχι και τόσο σύμφωνα με τις δηλώσεις του Alex στον Kyle Smith του Westworld, τον Απρίλιο του 2010: «Η ομοιότητα μεταξύ της δικής μας μπάντας και των Queen είναι ότι και οι δύο βασιζόμαστε πάνω σε περίτεχνες και παραδοσιακές μελωδίες και ακκόρντα. Ξέρεις δεν είναι η τυπική μουσική συγχορδία I-IV-V, δεν είναι rock. Δηλαδή οι ακολουθίες των ακκόρντων τους είναι απίστευτες. Οι μελωδίες τους είναι σαν γραμμένες σε πιάνο. Αυτό όμως πολλές φορές υποσκιάζεται από το γεγονός ότι είναι rock μπάντα και το κοινό ακούει το εκκωφαντικό μπάσο και το ρυθμό. Δεν ακούει αυτές τις όμορφες, καλοφτιαγμένες μελωδίες που είναι τόσο τέλειες. Πάντα αγαπούσα αυτό το τραγούδι γιατί πάντα ένιωθα ότι τα ακκόρντα του είναι τόσο άγρια και όμορφα κι έτσι αποφασίσαμε να τα τονίσουμε, αφαιρώντας το ρυθμό.»

Dark Was The Night

«Dark Was The Night» (2009, 4AD)

Το τραγούδι δεν μπήκε τελικά στη διπλή συλλογή «Dark Was The Night» παρά μόνο στην ψηφιακή εκδοχή της, επειδή η EMI, η εταιρία των Queen δεν έδωσε άδεια με τη δικαιολογία ότι δεν συμμετέχει σε φιλανθρωπικές κυκλοφορίες. Το τραγούδι όμως συμπεριλήφθηκε το 2017 στην κυκλοφορία των Beach House, «B Sides And Rarities«.

To «Play The Game» των Beach House:


Την ίδια χρονιά, το 2009, η Victoria Legrand έσπευσε να ανταποκριθεί στο κάλεσμα των Grizzly Bear να ερμηνεύσει το «Slow Life» για το soundtrack του «Twilight Saga: New Moon«, μια χαμηλότονη απόδοση ενός θλιμένου τραγουδιού που στην ταινία χρησιμοποιείται για να ντύσει τη σκηνή που η Bella Swan (Kristen Stewart) πηδάει στη θάλασσα και βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του νερού.

Twilight Saga - New Moon

«Twilight Saga: New Moon» (2009, Summit Entertainment / Atlantic)

To «Slow Life» των Grizzly Bear featuring Victoria Legrand:


Τον Ιανουάριο του 2010, η Victoria μιλώντας στο Hi Fi Now, δήλωσε ότι δύο από τα τραγούδια που άκουγε εκείνη την εποχή είναι το «Reggae On Broadway» του Bob Marley και το «Day Of The Locusts» του Bob Dylan. Ενδεικτικά δεν είναι με τίποτα του ήχου των Beach House αλλά μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα ίχνη της μελωδικότητας στη σύνθεση και το χτίσιμο των τραγουδιών: γερά τραγούδια με ολοκληρωμένη ταυτότητα και μελωδίες.

Bob Marley ‎– Reggae On Broadway

Bob Marley ‎»Reggae On Broadway / Gonna Get You» (1981, Cotillion). Το τραγούδι ηχογραφήθηκε μεταξύ 1968 – 1972 και κυκλοφόρησε στη συλλογή «Chances Are» με αφορμή το θάνατό του.

Το «Reggae On Broadway» του Bob Marley:


Bob Dylan ‎- New Morning

Bob Dylan «A New Morning» (1970, Columbia)

Το «Day Of The Locusts» του Bob Dylan:


Η δημιουργική διαδικασία των τραγουδιών δεν είναι πάντα ίδια δήλωσε ο Alex στον Patrick Rodgers του Nashville Scene τον Απρίλιο του 2010: «Όλα τα τραγούδια γεννιούνται διαφορετικά. Μερικές φορές, παίζω εγώ την αφετηρία του τραγουδιού ή τη μελωδία και άλλες φορές η Victoria, αλλά πάντα τις δουλεύουμε μαζί. Κατά κάποιο τρόπο τζαμάρουμε μεθοδικά μαζί ή άλλες φορές ακολουθούμε αυτή την περίεργη διαδικασία που παίζουμε μαζί ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα και περιμένουμε να εμφανιστεί το επόμενο βήμα. Συνήθως είναι πολύ διασκεδαστική και πολύ εμπνευστική εμπειρία. Εγώ είμαι περισσότερο ο «ενορχηστρωτής», που προσθέτω στρώσεις ήχων και διάφορα άλλα και η Victoria είναι η βασίλισσα των μελωδιών. Είναι τόσο εκπληκτική να γεννάει μελωδίες από το πουθενά που πραγματικά είναι απίστευτο. Γράφουμε μαζί όμως, τίποτα ξεχωριστά. Θα τραγουδήσει μια μελωδία και εγώ θα πω «wow αυτό είναι εξαιρετικό και θα πει «ναι, το ξέρω». Κάπως έτσι πάει.» Οι Beach House πέρα από την ατμοσφαιρικότητα της dream pop τους έχουν και το συγκριτικό πλεονέκτημα των στίχων τους, πάντα εύστοχοι και κατευθείαν στην ουσία των πραγμάτων. Ο Alex είπε στο Music Ohm τον Μάρτιο του 2010: «Αυτό που ακούς είναι ότι σε όλα τα albums μας φτιάχουμε μουσική για να ακούγεται ξανά και ξανά. Παίρνεις μια αίσθηση του τραγουδιού με την πρώτη ακρόαση και ίσως κάποια λόγια και μετά με κάθε ακρόαση παίρνεις όλο και περισσότερο το νόημα. Δεν το καταλαβαίνεις με την πρώτη. Κάθε φορά που το ακούς προχωράς και λίγο παραπέρα. Μέχρι να βρεθείς στον ιστό της Victoria.»

Σχετικά με τα θέματα που πραγματεύονται στο «Teen Dream» ο Alex βρήκε δύσκολο να τα περιγράψει στην Courtney Sanders του Under The Radar τον Ιανουάριο του 2017: «Όταν μιλάμε για μουσική προσέχουμε πραγματικά πολύ να μην είμαστε συγκεκριμένοι γιατί δεν είναι αυτό η μουσική για μας και σίγουρα δεν είναι αυτό η δική μας μουσική. Τα αισθήματα που έχουν οι άνθρωποι είναι απίστευτα πολυσύνθετα και δεν μπορείς να μιλάς για αυτά με απλούς όρους. Όπως όταν κάποιος λέει «είμαι λυπημένος» μπορεί να σημαίνει ένα πολυσύνθετο συνδυασμό από περηφάνεια, απορία και νοσταλγία και άλλα. Νομίζω ότι προσπαθούμε να αντικατοπτρίσουμε τι νιώθουμε ή να αντικατοπτρίσουμε πώς νιώθουν οι άνθρωποι. Δεν είναι μια προσπάθεια να εκφράσουμε ας πούμε πώς νιώθει μια πληγωμένη καρδιά ή κάτι τόσο συγκεκριμένο, είναι μια προσπάθεια να κάνουμε μουσική εμπνευσμένη. Όταν λειτουργεί όπως πρέπει και όταν ακούγεται συναρπαστική, αυτό συμβαίνει επειδή είναι γεμάτη με ένα συναίσθημα και δεν είναι εύκολο να πεις ποιο είναι αυτό το συναίσθημα ή αν είναι το ένα ή το άλλο. Είναι μόνο αυτό που είναι γραμμένο και προσδιορίζεται από μόνο του. Προσπαθούμε να φτιάχνουμε τραγούδια σύνθετα και πολυδιάστατα. Θέλουμε να είμαστε ένας καθρέφτης της πραγματικότητας, όχι ας πούμε σαν το «Party In The U.S.A.» της Miley Cyrus, ένας χαζός παιάνας που δεν σημαίνει τίποτα.»

Chris Coady

Chris Coady: ο παραγωγός με το μαγικό άγγιγμα έχει επιμεληθεί στο στούντιο ηχογραφήσεις σχημάτων από Foals και TV On The Radio μέχρι Slowdive, Yeah Yeah Yeahs και Future Islands

Σχετικά με τη συνεργασία τους με τον Chris Coady, τον παραγωγό τους, ο Alex είπε στο Dummy τον Ιανουάριο του 2010: «Είχαμε γράψει το 100% των τραγουδιών πριν πάμε στο στούντιο. Κάθε κομμάτι, κάθε ήχο, τα πάντα μέχρι και τις λεπτομέρειες… νιώθαμε ότι έχουμε τελειώσει το δίσκο πριν πάμε στο στούντιο. Δουλειά του λοιπόν είναι… αφού έχει τεράστια εμπειρία… να χρησιμοποιήσει αυτά τα εκπληκτικά μικρόφωνα που υπήρχαν εκεί και αυτή την εκπληκτική κονσόλα και να μας βοηθήσει να ηχογραφήσουμε κάθε ήχο που είχαμε έτσι ακριβώς όπως τον είχαμε φανταστεί. Αυτό έκανε συν κάτι άλλο που το συνειδητοποίησα μετά και ήταν επίσης εκπληκτικό. Βοήθησε στον έλεγχο των ηχογραφήσεων και μας ώθησε να έχουμε την κατάλληλη ενέργεια για τα τραγούδια. Έχει τόσο καλή αίσθηση και αντίληψη για το κάθε τραγούδι… με έβαλε να παίξω και 25 φορές κάποια τραγούδια, ωθώντας με προς το κατάλληλο αίσθημα κάθε φορά. Δεν πιστεύω ότι είχαμε συνεργαστεί με κάποιον τόσο επιδέξιο στο παρελθόν. Δε δουλεύουμε ποτέ με κάποιον που είναι στενόμυαλος. Έχει κι αυτός τρελό μυαλό και πάντα προσπαθεί να δοκιμάσει κάτι καινούργιο και να ανοιχτεί… Ήταν πάντα έτοιμος να αντιληφθεί που πηγαίναμε και δεν προσπάθησε να βάλει τη στάμπα του σε αυτό, με τον τρόπο που φαντάζομαι πολύ παραγωγοί κάνουν, αφού θέλουν πάντα να επιβάλλουν το δικό τους ήχο.»

Jimmy Ruffin ‎- Sings Top Ten

Jimmy Ruffin «Sings Top Ten» (1966, Soul / Motown)

To «What Becomes Of The Broken Hearted» του Jimmy Ruffin:

Οι Beach House χρησιμοποίησαν ένα soul τραγούδι ως σημείο αναφοράς για το αίσθημα που ήθελε να έχει το «Teen Dream«. Ο Alex είπε τον Ιανουάριο του 2010 στο Dummy: «Έχω κλείσει κάπως απέναντι σε άλλες μουσικές, ίσως επειδή ήμασταν πολύ εστιασμένοι στη δική μας. Θυμάμαι όμως που είχα αυτό το όραμα, είχαμε και οι δύο αυτό το όραμα, το τραγούδι του Jimmy Ruffin, «What Becomes Of The Broken Hearted«. Είχα πάθει εμμονή με εκείνο το αίσθημα, όχι τον ήχο του τραγουδιού, αλλά το αίσθημα που βγάζει και το «Teen Dream» ήθελα να έχει αυτό το αίσθημα. Κι είναι κάπως τρελό αίσθημα που σε θέλει από τη μία να μη μείνεις στάσιμος, λέγοντας όλα αυτά τα θλιμένα πράγματα, αλλά είναι ταυτόχρονα και θριαμβικό. Είναι ένα πραγματικά μπερδεμένο αίσθημα, νιώθεις λυπημένος, νιώθεις χαρούμενος, νιώθεις κατεστραμμένος αλλά νιώθεις και… Νομίζω είχα εμμονή με αυτό το πολύμορφο αίσθημα, όπως είπε και η Victoria για το δίσκο, δεν είναι μονοδιάστατος… Ήμουν πραγματικά κατειλημμένος με αυτό το τραγούδι επί μήνες.»

Σε σχέση με το προηγούμενό τους album «Devotion«, η Victoria πιστεύει ότι το «Teen Dream» είναι μια απόδραση από την εσωτερικότητα, όπως είπε τον Ιανουάριο του 2010 στο Dummy: «Πιστεύω ότι το «Devotion» ήταν όλο κάτω από την επιφάνεια. Αυτό που περιέγραψε ο Alex με το «What Becomes Of The Broken Hearted» είναι ότι αποτελεί μια εξαιρετικά εντυπωσιακή διαφυγή από κάτι που είναι εξαιρετικά ταραχώδες και εσωτερικό. Νομίζω ότι αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε με αυτό το δίσκο είναι να χτίσουμε μεγάλα οικοδομήματα με αυτά τα αισθήματα που πάντα είχαμε και πάντα θα έχουμε, που είναι σαν βάθος, σαν ένα εσωτερικό, βαθύ στρώμα ωμής ενέργειας και συναισθήματος. Θέλαμε να εξωτερικεύσουμε αυτή την ενέργεια και νομίζουμε ότι το «What Becomes Of The Broken Hearted» παρότι είναι περίπλοκο και συναισθηματικό κομμάτι, είναι όμως και έντονο και το βιώνεις με το σώμα σου πλέον. Το να θέλεις να χορέψεις ας πούμε και να μην μπορείς, είναι ένα μέρος αυτού του πράγματος. Η μουσική κυριολεκτικά κάνει κάτι στο σώμα σου…»

Το «Walk In The Park» παραμένει ένα από τα αδιαμφισβήτητα highlights του δίσκου. Ένα μικρό κομψοτέχνημα που μοιάζει να παίρνει αμπάριζα από τον Lalo Schifrin και τον John Barry από τα ’60s, όταν έντυναν με ηρωικές μελωδίες τον James Bond ή το «Mission Impossible«. Σε μια νοητή γραμμή παράδοσης, το «Walk In The Park» περνάει από τους Mono και τους Still Corners και τους Purity Ring για να φτάσει στα πιο ρομαντικά ευρωπαϊκά τοπία του Βορρά. Ίσως παίζει έναν γονιδιακό ρόλο το ότι η Victoria είναι ανηψιά του Michel Legrand. Η Victoria τραγουδάει για την αποδέσμευση που πονάει και βρίσκει τρόπους να κρατηθεί από την πραγματικότητα όταν γύρω της ξεθωριάζει το παρελθόν.

Beach House ‎- Teen Dream

Beach House «Teen Dream» (Ιανουάριος 2010, Sub Pop)

To «Walk In The Park» των Beach House:

Πας μία βόλτα στο πάρκο
Γιατί δεν έχεις ανάγκη τίποτα
Το χέρι που κρατάς μερικές φορές
Δεν κάνει τίποτα
Το πρόσωπο που βλέπεις στην πόρτα
Δε στέκεται εκεί πλέον

 Είναι θέμα χρόνου
Να φύγει από το μυαλό μου
Μέσα κι έξω από τη ζωή μου
Θα βγεις από το μυαλό μου
Είναι θέμα χρόνου

 Το πρόσωπο που είδες στην πόρτα
Δεν κοιτάζει εσένα πλέον
Το όνομα που καλείς
Δεν περιμένει την αγκαλιά σου
Ο κόσμος που αγαπάς να aντικρίζεις
Δεν μπορεί να σε κρατήσει πια

 Είναι θέμα χρόνου
Να φύγει από το μυαλό μου
Μέσα κι έξω από τη ζωή μου
Θα βγεις από το μυαλό μου
Είναι θέμα χρόνου

 Περισσότερο, θες περισσότερο
Περισσότερο, θες περισσότερο μου λες
Περισσότερο, μόνο ο χρόνος μπορεί να με ξεπεράσει


Air ‎- Le Voyage Dans La Lune

Air «Le Voyage Dans Le Lune» (2012, Aircheology, Revolvair, Virgin Music)

Το «Seven Stars» των Air featuring Victoria Legrand:

Λίγο πριν κυκλοφορήσουν το τέταρτο album τους «Bloom» η Victoria Legrand έσπευσε στο στούντιο για να τραγουδήσει το «Seven Stars» μαζί με τους Air, μέσα από την καινούργια μουσική επένδυση στο «Voyage Dans Le Lune«, την ιστορική ταινία του Georges Méliès από το 1902.


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 3 Σχόλια »

Ούτε Φόβος , Ούτε Μίσος, Ούτε Πόνος, Ούτε Σπασμένες Καρδιές

Posted by gone4sure στο 12 Μαΐου 2018

Το «No Fear, No Hate, No Pain (No Broken Hearts)» είναι ένα από τα πρώτα trip hop αριστουργήματα πριν καν συλληφθεί ο όρος, τρομακτικό αλλά και ένα ήπιο πριν την καταιγίδα κομψοτέχνημα μελωδικής έντασης.

Στα μέσα του 1983 λίγο πριν την κυκλοφορία του «Touch», οι Eurythmics ήταν μια τελείως διαφορετική κατάσταση από κείνη τη μπάντα που σχεδόν κανά χρόνο νωρίτερα είχε αποφασίσει να δοκιμάσει την τύχη της στην pop. Τα δύο πρόσφατα singles τους «Sweet Dreams  (Are Made Of This)» και «Love Is A Stranger» είχαν ανεβεί στο top 10 της Βρετανίας και τους είχαν κάνει γνωστούς σε κάθε νοικοκυριό, κάτι που ο Dave Stewart και η Annie Lennox δεν είχαν ποτέ φανταστεί όταν ξεκινούσαν ως The Catch το 1977 και κατόπιν ως The Tourists το 1978.

Eurythmics

Eurythmics: ο Dave Stewart ως μυστήριος κονφερασιέ και η Annie Lennox ως teddy boy

Μέσα σε όλη αυτή την πρωτόφαντη θριαμβική επιτυχία βρήκαν το χρόνο να ηχογραφήσουν το «Touch«: «Το ηχογραφήσαμε πολύ γρήγορα, στον πάνω όροφο των Church Studios στο Crouch End. Το φτιάξαμε τόσο γρήγορα μάλιστα που ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί το στούντιο και ο Michael Kamen κατέληξε να διευθύνει την ορχήστρα στο διάδρομο.» O δίσκος διαθέτει μια ευρεία γκάμα επιρροών, από καραϊβικές (όπως π.χ. το «Right By Your Side«) μέχρι και τις συνήθεις ηλεκτρονικές. Η Annie Lennox αποδίδει αυτή την ευρύτητα στο γεγονός ότι λειτουργεί σαν «σφουγγάρι» ή στο ότι κατάγεται από τη βορειοανατολική Σκοτία (Aberdeen) όπου «ακόμα και η θάλασσα είναι γκρίζα» οπότε πάντα αγκάλιαζε το αντίθετο, δηλαδή το χρώμα και την ποικιλομορφία. Η εκδοχή του Dave Stewart είναι διαφορετική. «Τα πρώτα χρήματα που πήρα ήταν για το «Sweet Dreams» και πάντα ονειρευόμουνα να πάω στην Καραϊβική. Έκλεισα μια πτήση, έφτασα εκεί ανήμερα Χριστουγέννων και πέρασα όλη τη νύχτα στην παραλία και σκεφτόμουνα «τι κάνω εδώ;». Πριν από το «Touch» εστιαζόμασταν στον παγωμένο, ηλεκτρονικό, ευρωπαϊκό τύπο μουσικής και η επιτυχία του «Sweet Dreams» σήμαινε ότι μπορούμε να πειραματιστούμε. Ήμασταν ελεύθεροι στο μυαλό μας και δε χρειαζόταν να επαναληφθούμε.»

Eurhythmics - Touch

Eurythmics «Touch» (1983, RCA)

Το «Touch» ηχογραφήθηκε, μιξαρίστηκε και ολοκληρώθηκε φρενιτωδώς μέσα σε τρεις εβδομάδες, έφερε την υπογραφή στην παραγωγή του Dave Stewart και στην ηχοληψία του Jon Bavin οι οποίοι έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να εκμεταλλευτούν την καινούργια 24κάναλη κονσόλα που είχαν πάρει. Ο Dean Garcia πολύ πριν σχηματίσει τους Curve έπαιζε μπάσο, ο Dick Cuthell, πνευστά (τρομπέτα, flugelhorn και κορνέτο) και ο Michael Kamen πριν γίνει άσος στα κινηματογραφικά soundtracks διηύθηνε την Βρετανική Φιλαρμονική. Ανάμεσα στον εξοπλισμό της μπάντας υπήρχε και μια voyetra, ένα αναλογικό, πολυφωνικό synthesizer που αναπαρήγαγε «αληθινούς ήχους» όπως τα steel drums που ακούγονται στο «Right By Your Side«, το ένα από τα τρία singles που βγήκαν από το album μαζί με τα «Here Comes The Rain Again» και «Who’s That Girl«.  Οι Eurythmics άρχιζαν να πειραματίζονται με καινούργια τεχνολογία και νέους τρόπους ηχογράφησης.

Eurythmics in Suits

Eurythmics στην εποχή της ανδρογυνικής φάσης της Annie Lennox

Όταν είχαν πρωτοσχηματιστεί ως ντουέτο μετά τη διάλυση των Tourists, είχαν γράψει ένα μανιφέστο τίτλων στον τοίχο του στούντιό τους με αυτά που προτιμούν και αυτά που δεν τους αρέσουν. Ανάμεσα στις προτιμήσεις τους ήταν η Tamla Motown, η electronica, η ψυχρότητα, η ανεξαρτησία. Στο «Touch» τις χώρεσαν όλες και στα επόμενα albums τους ακόμα περισσότερο. Αυτό που έκανε τόσο ακαταμάχητη την pop των Eurythmics είναι ότι κατάφερνε κάτω από το θελκτικό στρώμα της εύλπηπτης παραγωγής να πραγματεύεται συγκρουσιακά και αντιθετικά πράγματα, να σκανδαλίζει και να θέτει ερωτήματα για διλήμματα που ποτέ δεν έχουν λυθεί, αλλά κάθε ακροατής έχει τη δική του εμπειρία και γνώμη για αυτά. To στιλ τους έμοιαζε να διαμορφώνεται τόσο από την mainstream ευρωπαϊκή pop όσο και από την ηλεκτρονική πρωτοπορία όπως είχε φανεί από το ντεμπούτο τους κιόλας «In The Garden» που ηχογραφήθηκε κάτω από την φτερούγα του Conny Plank. Από τη μία η soulful θερμότητα από την άλλη η παγωμένη πατίνα του synth. Από τη μία η θετικότητα και ο έρωτας από την άλλη η μύχια βία και η εξουσία πάνω στον άλλο. Ο Dave Stewart δήλωσε στον Kurt Loder του Rolling Stone, τον Σεπτέμβριο του 1983: «Δεν υπάρχει avant garde μουσικός που να ξέρω και να μη μου αρέσει. Δηλαδή αγαπώ τους ABBA αλλά και τον Holger Czukay (των Can) ή αγαπώ τους Velvet Underground και το «Chirpee Chirpee Cheep Cheep«, κατάλαβες; Υπάρχει κάτι σπουδαίο στην αντιθετότητα των πραγμάτων και υπάρχει κάτι σπουδαίο και στην τελειότητα επίσης. Η Anne και γω αγαπάμε αυτό το είδος διττότητας. Είναι το θέμα σχεδόν κάθε τραγουδιού που έχουμε γράψει – η διττότητα των πάντων: ένας αλήτης είναι ξαπλωμένος στη γωνιά του δρόμου ενώ κάποιος τον προσπερνάει φορώντας ένα γούνινο παλτό. Το αίσθημα της αγάπης μπερδεμένο με τρομακτικά αισθήματα ενοχής και τύψης. Όλη η ζωή είναι αυτό το είδος της συνεχούς αναταραχής. Είναι σπουδαίο, είναι τρομερό – είναι ο τρόπος που είναι φτιαγμένη η ζωή.»

Annie Lennox - Rolling Stone

Η Annie Lennox στο εξώφυλλο του Rolling Stone τον Σεπτέμβριο του 1983

Το «No Fear, No Hate, No Pain (No Broken Hearts)» μέσα στη ροή του album τους ακούγεται σαν μία βραδυνή, εφιαλτική βόλτα, τονισμένο από την γυαλάδα του synthesizer στο υπόβαθρο αλλά και από την φαντασία της ηρωίδας που νιώθει τις αντοχές της να τελειώνουν, βυθισμένη στην άχρωμη, καθημερινή ρουτίνα της. Το τραγούδι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενά της με το όπλο στα χέρια της και για μια ακόμα φορά η αντίθεση (ζεστός ήλιος – παγωμένο ατσάλι – όπλο) πρωταγωνιστούν στο σασπένς. Ένα trip hop τραγούδι πριν το Bristol εδραιώσει τον όρο, με ένα ρεφρέν ευχή που προφανώς δεν πραγματοποιείται.

Το «No Fear, No Hate, No Pain (No Broken Hearts)» των Eurythmics:

Λοιπόν το πρωί
Που ξεκινάει η μέρα μας
Και έχεις το αίσθημα του κρύου κρύου ατσαλιού
Κι όταν σηκώνεται ο ήλιος
Μοιάζει με μία ακόμα καινούργια ταραχή
Λες ότι κανένας δε σου είπε
Ότι θα ένιωθες έτσι

Ούτε φόβος , ούτε μίσος, ούτε πόνος ούτε σπασμένες καρδιές

Έχεις το φονικό όπλο
Το κρατάς στο χέρι σου
Και έχεις το αίσθημα του κρύου κρύου ατσαλιού
Κι όταν σηκώνεται ο ήλιος
Μοιάζει με μία ακόμα καινούργια ταραχή
Λες πυροβόλησε, πυροβόλησε, πυροβόλησέ το
Πυροβόλησέ το

Η Annie Lennox τραγουδάει με αυτή τη δωρική δραματικότητα που έκανε τις ερμηνείες της να ακούγονται σαν μικρές, αγωνιώδεις πράξεις στην σουρεαλιστική όπερα της καθημερινής ζωής. Συντονισμένη άψογα με την εξωτερική εμφάνισή της, η απόδοση της Annie Lennox έθετε ένα τέρμα στο πώς εκμεταλλευόταν η pop τη γυναικεία αφέλεια. Ντυμένη με κοστούμια, αγέλαστη και ίσως απειλητική, η Annie Lennox χαρακτηρίστηκε ως «ένα αμάγαλμα μεταξύ David Bowie και Judy Garland» από το Rolling Stone το 1983 και έθεσε τον ανδρογυνισμό στην καθημερινή ατζέντα όχι μόνο του ευρωπαϊκού ακροατηρίου αλλά και του αμερικανικού σοκάροντας τα ήθη της μουσικής βιομηχανίας με τη δεύτερη εισβολή των βρετανών στα αμερικανικά charts στις αρχές των 80s. Στο βιβλίο «She Bop, The Definitive History Of Women In Rock, Pop And Soul«, της Lucy O’ Brien, φιλοξενείται η δήλωση της Annie Lennox πάνω στην εικόνα της: «Ήθελα να δω αν μπορώ να ξεφορτωθώ τη γυναίκα εντελώς και σκότωσα αποφασιστικά την Annie των Tourists. Ήξερα ότι αυτό θα προκαλέσει κάποια αντίδραση – κάποιοι ύψωσαν τα φρύδια. Υπάρχει κάτι πολύ ανατρεπτικό σε αυτό που απολάμβανα. Επέλεξα τα κοστούμια όχι επειδή ήταν αλλόκοσμα αλλά επειδή είναι ουδέτερα. Θέλαμε το δυνατότερο σύμβολο της κανονικότητας που θα μπορούσαμε να βρούμε.»

Film_set_photograph_of_Marlene_Dietrich_for_Josef_Von_Sternberg_s_film_production,_Morocco._c1929._IMGUR.

Η Marlene Dietrich με κοστούμι στην ταινία «Marocco» του 1929.

Η ίδια η Lucy O’ Brien γράφει για την επανάσταση που επέφερε η Annie Lennox στο pop mainstream με το ανδρογυνικό στιλ της: «Το Κοστούμι είναι μία δυνατή φόρμα εργασίας στη γλώσσα της κορπορατικής πραγματικότητας. Οι pop stars ιστορικά έχουν καταφερθεί εναντίον όλων αυτών που αντιπροσωπεύει αλλά στη designer δεκαετία των ’80s οι Eurythmics βρέθηκαν στην εμπροσθοφυλακή μιας σκηνής  γεμάτης χειραγώγηση και ειρωνία. Είκοσι χρόνια νωρίτερα ο Bob Dylan νέρωσε το κρασί του, όταν αναζητούσε δισκογραφικό συμβόλαιο, φορώντας κοστούμι για να συναντήσει τα δισκογραφικά στελέχη. Η κίνησή του αυτή πλήρως κομφορμιστική και αφελής τον έκανε να φαίνεται σχεδόν αστείος αν αναλογιστεί κανείς την στάση διαμαρτυρίας που κράτησε αργότερα, σε σύγκριση με τους Eurythmics που υιοθέτησαν οι ίδιοι τον κώδικα του ελέγχου. Ο ρόλος της Lennox σε αυτό ήταν σημαδιακός.

Grace Jones

H Grace Jones «φιλοτεχνημένη» από τον Jean Paul Goode.

Με το κοστούμι της, σε συνδυασμό με τα κοντοκουρεμένα πορτοκαλί μαλλιά της, προχώρησε ακόμα παραπέρα από την σκανδαλιστική θεατρικότητα της Marlene Dietrich ή την Grace Jones. Με ένα αποστασιοποιημένο συναισθηματικά post punk πακέτο, έκανε δήλωση για το προϊόν, τη βιομηχανία, και τον γυναικείο καλλιτεχνικό έλεγχο.» O Jack Stevens, A&R της Annie Lennox στα πρώτα βήματά της και ένας από τους πλέον μακρόβιους ανθρώπους της δισκογραφίας στη Βρετανία, αναγνώρισε την Annie Lennox ως μια ισάξια επαγγελματία με όλους τους ικανούς ανθρώπους της βιομηχανίας: «Οι περισσότερες γυναίκες στη δισκογραφία πασχίζουν γιατί α. Είναι μια σωβινιστική βιομηχανία και β. οι γυναίκες τείνουν να θεωρούνται δεύτερης κλάσης. Η Annie ποτέ δεν συμβιβάστηκε, ήταν αποφασισμένη να προχωρήσει νε τους όρους της δικής της διανοητικότητας παρά να είναι ένα ανόητο, αφελές κορίτσι. Ως αποτέλεσμα είχε να διαθέτει μεγαλύτερη καλλιτεχνική διορατικότητα και ήταν έτοιμη να υποφέρει για αυτό. Δουλεύοντας με την Annie κατάλαβα ότι μια αποφασισμένη γυναίκα που παίρνει σοβαρά την καριέρα της είναι η καλύτερη εκδοχή από οποιαδήποτε άλλη. Όλοι μιλούν υποτιμητικά για τις γυναίκες που άγονται και φέρονται και τελικά παίρνεις περισσότερα από τους άντρες από,τι με τις γυναίκες. Δεν υπήρχε κανένα τέτοιο ηλίθιο παιχνιδάκι – με την Annie ήταν μόνο δουλειά.»

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , | 4 Σχόλια »

Η Επίσκεψη

Posted by gone4sure στο 5 Μαΐου 2018

Το «Visit (She Loved Me)» είναι η αθωότητα η ίδια, μελοποιημένη σε μια απαλή, βελούδινη ονείρωξη.  Ένα τραγούδι για την καθαρότητα, τη νοσταλγία και τις πολύτιμες μνήμες, ένα απλό αλλά καταλυτικό τραγούδι αγάπης με αρμονία και ηλιαχτίδες.

Το 1967 ήταν μια πολύ έντονη χρονιά για τους Cyrkle. Μέσα σε διάστημα μερικών μηνών βρίσκονταν από τη μία μέσα στο chart των singles του Billboard και από την άλλη στα πρόθυρα της διάλυσής τους. Το απλό και χαρμόσυνο beat pop κράμα των Cyrkle σε συνδυασμό με την sunshine pop της εποχής τους άντεξε για δύο χρόνια μέσα στον ανταγωνισμό της τρομερά ανθισμένης μουσικά περιόδου μεταξύ beatlemania και καλοκαιριού της αγάπης. Οι Cyrkle ήταν όμορφοι, καθαροί και χαμογελαστοί και δεν θα μπορούσαν να έχουν επιβιώσει περισσότερο σε μια μουσική βιομηχανία που προτιμούσε τους ζόρικους garage rockers και τους sexy ψυχεδελικούς του πλουμιστού paisley.

Cyrkle Zebra Costumes

Οι Cyrkle στυλάτοι κι έτοιμοι για την beat pop καριέρα μετά τα φοιτητικά χρόνια τους στο Lafayette College

Σχηματίστηκαν το 1961 ως Rondells στο Easton της Pennsylvania ενόσω σπούδαζαν στο κολλέγιο Lafayette, από τους δύο κιθαρίστες και τραγουδιστές Don Dannemann και Tom Dawes με τον Earl Pickens στα πλήκτρα και τον Marty Fried στα τύμπανα αλλά το μοναδικό single τους «Parkin’ At The Kokomo» / «Don’t Say That You Love Me» το 1965 στην ABC Paramount δεν κατάφερε καμία εμπορική επιτυχία. Eνόσω συζητούσαν τη διάλυσή τους ως Rondells, μια συγκυρία άλλαξε τα σχέδιά τους. «Όταν πήγα στο κολλέγιο είχα προβλέψει ότι δεν θα μου άρεσε το rock ‘n’ roll,» είπε ο Dannemann στον Barry Francos του περιοδικού Blitz τον Νοέμβριο του 1982.  Άρχισε να μου αρέσει όμως αλλά ποτέ δεν έπαιξα πραγματικά rock ‘n’ roll. Γνώρισα δύο συμφοιτητές μου στο κολλέγιο και ονομαστήκαμε The Rondells. Νομίζω υπήρχαν πολλά σχήματα με αυτό το όνομα τότε. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μου άρεσε αυτό το όνομα. Γίναμε η πιο καυτή μπάντα σε όλο το Lafayette, ήμασταν η φυσική επιλογή όλων των κολλεγιακών parties στις αδελφότητες. Αρχίσαμε να βγάζουμε πολύ καλά χρήματα, περίπου 400 δολλάρια κάθε φορά. Όταν αποφοιτήσαμε ήμασταν έτοιμοι να διαλυθούμε.» Σε μια συναυλία τους το καλοκαίρι του 1965 στο Alibi Lounge στο New Jersey τούς πλησίασε ο δικηγόρος Nat Weiss από τη Νέα Υόρκη και αφού τους δήλωσε τον θαυμασμό του κανόνισε μια συνάντηση μαζί με τον Brian Epstein μαζί με τον οποίο ετοίμαζε την ίδρυση μιας εταιρίας management για αμερικανικά σχήματα.

Brian Epstein

Ο Brian Epstein υπέγραψε τους Cyrkle, στην εταιρία management που είχε μαζί με τον νεοϋορκέζο δικηγόρο Nat Weiss

«O Nat μας κάλεσε σε ένα party στο Upper East Side του Manhattan,» δήλωσε ο Don Dannemann στον Kasey Chambers τον Μάιο του 2017. «Όταν πήγα με κατέβασε κάτω όπου βρισκόταν μια λιμουζίνα απ’ έξω. Άνοιξε την πόρτα και μέσα καθόταν ο Brian Epstein στον οποίο με σύστησε. Είπε «Brian, να σου συστήσω τον Don Dannemann, έναν από τους καλύτερους μουσικούς που γνωρίζω.» Του έσφιξα το χέρι και είπα, «Brian, χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω» και στη συνέχεια ανταλλάξαμε λίγες κουβέντες. Μετά ο Nat μού έκανε νόημα να βγω από το αυτοκίνητο, η λιμουζίνα έφυγε κι έμεινα στο πεζοδρόμιο με ανοιχτό το στόμα, μαζί με ένα φίλο που είχα μαζί μου.»

Live Beatles Poster

Η προωθητική αφίσα της συναυλίας των Beatles στην Washington με support τους Cyrkle και τις Ronettes.

Στη συνέχεια, ο Nat Weiss έφερε τον παραγωγό της Columbia, John Simon στο club Downtown στην πλατεία One Sheridan της Νέας Υόρκης και έτσι κλειδώθηκε η συνεργασία τους με την Columbia. O John Lennon βάφτισε στη συνέχεια το σχήμα από Rondells σε Cyrkle και ο Brian Epstein κανόνισε να παίξουν ως support στην επόμενη αμερικανική περιοδεία των Beatles. Eύκολα το single τους «Red Rubber Ball«, ένα κομμάτι που είχε γράψει ο Paul Simon με τον Bruce Woodley των Seekers, έφτασε ως το Νο.2 του chart στην Αμερική. Το «Red Rubber Ball» το δώρισε ο Paul Simon στον Tom Dawes όταν ο Dawes περιόδευε μαζί με τους Simon & Garfunkel στην Αμερική το 1965 και η μεγάλη επιτυχία του τούς παρότρυνε να ονομάσουν και το ντεμπούτο album τους με τον ίδιο τίτλο το 1966. Είναι κάπως ειρωνικό το ότι το τραγούδι που τους εμπόδισε να ανεβούν στην κορυφή ήταν το «Payperback Writer» των Beatles, τον Ιούλιο του 1966. Την επόμενη φορά που ο Paul Simon τούς πρόσφερε ένα τραγούδι του για να ηχογραφήσουν, οι Cyrkle δεν φάνηκαν το ίδιο σοφοί. Το τραγούδι ήταν το «The 59th Street Bridge Song (Feelin’ Groovy)«, το οποίο απέρριψαν κακώς, αφού το ερμήνευσαν οι Harper’s Bizzare και έγινε το πρώτο τραγούδι τους που ανέβασαν στο αμερικανικό chart τον Φεβρουάριο του 1967, φτάνοντας στο Νο.13. Και το δεύτερο single από το πρώτο album τους, το «Turn Down Day» έφτασε στο Νο.16 του chart, ένα κομμάτι με έντονη μπητλική επιρροή αφού περιλάμβανε σιτάρ από τον Tom Dawes.

The Cyrkle Members

Cyrkle - Neon

The Cyrkle «Neon» (1967, Columbia)

Το πρώτο τραγούδι τους που κυκλοφόρησαν σε single από το δεύτερο δίσκο τους «Neon» (1967) με καινούργιο κιμπορντίστα τον  Mike Losecamp αφού ο Earl Pickens είχε αποχωρήσει, ήταν το «Please Don’t Ever Leave Me» έφτασε μόλις μέχρι το Νο.59. Στη συνέχεια, κυκλοφόρησαν ένα ακόμα τραγούδι του Paul Simon σε single, το «I Wish You Could Be Here«, φάνηκε όμως ότι η επιτυχία τους άρχισε να φθίνει, αφού έφτασε μόλις μέχρι το Νο.70 στο αμερικανικό chart. Στη δεύτερη πλευρά όμως, υπήρχε το «Visit (She Loved Me«) ένα διαμαντάκι αρμονίας, γραμμένο από τον Bodie Chandler των Barry & The Tamerlanes και τον Edward McKendry που πραγματεύεται τον άδολο, καθαρό έρωτα και τη μνήμη του. Ο ήρωας του τραγουδιού μπερδεύει την πραγματικότητα με το όνειρό του και δεν είναι σίγουρος αν πράγματι η κοπέλα τον επισκέφθηκε ή απλά τη θυμάται από παλιά.

Cyrkle - Visit

The Cyrkle «I Wish You Could Be There» / «The Visit (She Loved Me)» (1967, Columbia)

To «Visit (She Loved Me)» των Cyrkle:

Ήταν εδώ μαζί μου σήμερα
Περπατούσαμε απαλά κρατώντας τα χέρια μας
Και νόμισα ότι την άκουσα να λέει
Ότι με αγαπούσε

Καθώς περπατούσαμε ένιωσα τα μάτια της
Να κοιτούν βαθιά μέσα στα δικά μου
Και νομίζω την άκουσα να αναστενάζει
Ότι με αγαπούσε

Και στο δρόμο μοιραστήκαμε μια – δύο σκέψεις μας
Έμοιαζε σαν να την γνωρίζω καλά
Μετά έσκυψε πάνω μου και καθώς φιλιόμασταν
Κατάλαβα ότι η καρδιά μου λύγισε

Ήταν εδώ

Τώρα είμαι χαμένος κι αναρωτιέμαι
Σαν να ξύπνησα ξαφνικά
Ήταν αλήθεια ή όνειρο;
Ήταν εδώ;

Ήταν πραγματικά εδώ σήμερα;
Ή απλά αναπολούσα
Τις μέρες που την άκουγα να λέει
Ότι με αγαπούσε

Ήταν πραγματικά εδώ σήμερα;
Με αγαπούσε
Με αγαπούσε

Poster Visit Single

Διαφημιστική καταχώριση για το single «I Wish You Could Be Here» / «The Visit (She Loved Me)»

H διασκευή τους στο «Turn Of The Century» των Bee Gees έφτασε σε ένα απογοητευτικό Νο.112, ενώ τα δύο επόμενά τους τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο του 1968 (που κυκλοφόρησαν από την εταιρία τους ενόσω είχαν ήδη διαλυθεί τον Ιανουράριο του 1968) δεν μπήκαν καν στο chart. «Διαλυθήκαμε επειδή το συγκρότημα σταμάτησε να σημειώνει επιτυχίες για δύο λόγους: ο ένας είναι ότι δεν ήμασταν συναρπαστικές προσωπικότητες. Παρότι τα πηγαίναμε καλά στο κολλέγιο, δεν προσελκύαμε πολλούς ανθρώπους στις συναυλίες μας. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν κάναμε σοφές επιλογές τραγουδιών και δεν είχαμε οργανωμένη προώθηση.» Ίσως η ιδέα της διάλυσής τους να έγινε πιο πιθανή μετά τα νέα του θανάτου του Brian Epstein στις 27 Αυγούστου 1967. Μία ακόμη κυκλοφορία το 1970 διατήρησε το όνομα των Cyrkle ζωντανό, το soundtrack της κατασκοπικής ταινίας «The Minx» (που κρίθηκε αυστηρά ακατάλληλη και προβλήθηκε σε πολύ περιορισμένο κύκλωμα αιθουσών) που υπήρχε στο συρτάρι από το 1968 χωρίς να κυκλοφορήσει, στην οποία ταινία εμφανίζονται και οι ίδιοι οι Cyrkle παίζοντας επί σκηνής με κοστούμια αλά Sgt. Peppers το «Murray The Why«.

Μετά τη διάλυσή τους, οι Don Dannemann και Tom Dawes έγιναν πετυχημένοι διαφημιστές γράφοντας μουσική και jingles για την Continental Airlines, την Swanson Foods μέχρι την Alka Seltzer, αφού είχαν ήδη κυκλοφορήσει σε single το 1966 ένα διαφημιστικό που είχαν κάνει για τους αντιπρόσωπους της Chevrolet, με τίτλο «Camaro«. Ο Marty Fried πήγε στη Νομική του Wayne State από όπου αποφοίτησε το 1972 κι έγινε πολύ πετυχημένος δικηγόρος στο Detroit και ο Earl Pickens έγινε χειρουργός στο Gainsville της Florida. Το 1986 οι Cyrkle επανασχηματίστηκαν για μια συναυλία στο κολλέγιο Lafayette από όπου ξεκίνησαν στο πλαίσιο του Hands Across America, στην εικοστή επέτειο της επιτυχίας τους «Red Rubber Ball«. To 1997 η Sundazed κυκλοφόρησε μια συλλογή τους με τίτλο «Red Rubber Ball: A Collection«. Ο Don Danneman με τη σύζυγό του Eileen κυκλοφόρησαν ένα single το 1981 μετά τη δολοφονία του John Lennon, το “Mother and Lover” / «I Did It for You«, ως φόρο τιμής, στον σπουδαίο Beatle.

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , | 5 Σχόλια »

Κάτι Ιδιαίτερο Για Σαββατόβραδο

Posted by gone4sure στο 28 Απριλίου 2018

Το «Saturday Night Special» είναι το βαλς του τρόμου. Ένα ύπουλα στροβιλιστικό και επιφανειακά, ακίνδυνο τραγούδι που εμπεριέχει όμως όλη την εκρηκτική στόφα για μια κοινωνική δομή που έχει χτιστεί πάνω σε σάπια υλικά. Παραμένει ένα από τα πιο ιδιοσυγκρασιακά και μοναδικά τραγούδια της ηλεκτρονικής πρωτοπορίας.

Fad Gadget Naked

Ο Fad Gadget ή Francis John Tovey

O Fad Gadget είχε αποφασίσει το 1981 να «στρώσει» τον ήχο του και να αποδεχτεί τη φόρμα της pop -μιας pop εκκεντρικής και ασυμβίβαστης ωστόσο- για να προχωρήσει στο δεύτερο album του. Είχε εισέλθει μόλις δύο χρόνια πριν στη δισκογραφία και είχε ήδη καταχωρηθεί στους πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής βρετανικής σκηνής και μέσα σε αυτά τα χρόνια είχε ήδη καταφέρει να στρέψει τον προβολέα πάνω του όχι μόνο με τα μουσικά εγχειρήματά του αλλά και με τις εμφανίσεις του, τον προνομιακό χώρο δράσης του, την performance art. Γεννημένος ως Francis John Tovey στο East End του Λονδίνου το 1956 θυμόταν τις μέρες που δούλευε τα Σάββατα στο κατάστημα με οστρακοειδή του πατέρα του στο Bow για να βγάζει το χαρτζιλίκι που του επέτρεπε να αγοράσει τα πρώτα μουσικά όργανά του – φλάουτο, βιολί και ηλεκτρικό πιάνο. Όπως δήλωσε αργότερα στον Steve Taylor του Face το 1980, «Όταν μάθαινα τρεις νότες, βαριόμουνα και τα παράταγα.» Ενώ τα πειράματά του με την ηλεκτρική κιθάρα ήταν ακόμα πιο καταστροφικά. «Τη βαρέθηκα κι αυτή επίσης, τη διέλυσα σε κομμάτια και τη συνέδεσα σε έναν ενισχυτή και κάτι ηχεία. Ανατινάχτηκαν όλα.» Κατά κάποιο τρόπο ήταν σαν να προοιώνιζε το industrial σκηνικό των Einstürzende Neubauten

Fad Gadget 2

O Fad Gadget ήταν ένας ακραίος performer.

Ο Frank Tovey μεγάλωσε ακούγοντας Marc Bolan, David Bowie, Iggy Pop και Lou Reed αλλά και τις εκπομπές του John Peel στο ραδιόφωνο, του άρεσαν ιδιαίτερα οι καινούργιοι ήχοι των kraut rockers Amon Düül και σύντομα άρχισε να παίζει σε διάφορες τοπικές μπάντες με όχι ιδιαίτερα αποτελέσματα. Η αποτυχία του να παίξει κιθάρα και να τραγουδήσει τον οδήγησε στην ηλεκτρονική τεχνολογία. Όπως είπε στο Smash Hits το Φεβρουάριο του 1982, «Προσπάθησα να μάθω κιθάρα αλλά δεν μπορούσα να παίξω πέρα από δύο – τρία ακκόρντα. Απλά δεν μπορούσα να παίξω όπως άλλοι και δεν μπορούσα επίσης να τραγουδήσω όσο καλά ήθελα – δεν είχα αυτοπεποίθηση με τη φωνή μου. Τότε ήταν που άρχισα να πειραματίζομαι με προηχογραφημένες λούπες και τέτοια – από απλή ανάγκη. Τα παράτησα όλα όμως όταν έφτασα στα δεκάξι μου που ανακάλυψα την τέχνη της παντομίμας και τρόπους να εκφράζομαι χωρίς να χρησιμοποιώ τη φωνή μου.» To 1974 μπήκε στην Καλών Τεχνών του St. Martin και την επόμενη χρονιά μεταπήδησε στην αντίστοιχη του Leeds στην οποία ήταν ο μόνος στην γενιά του που ειδικεύτηκε στην performance art. Στη σχολή επίσης φοιτούσε και ο Hugh Burnham των Gang Of Four με τον οποίο έγινε φίλος όπως και μια άλλη μπάντα από το Leeds, τους Mekons. Όταν αποφοίτησε, γύρισε στο Λονδίνο με τη φιλενάδα του Barbara Frost και άρχισαν να συγκατοικούν με τον Edward Pouncey που θα γινόταν πετυχημένος μουσικός δημοσιογράφος και με τον κομίστα Savage Pencil.


Η ηλεκτρονική πρωτοπορία της Βρετανίας στα τέλη των ’70s: από αριστερά, Fad Gadget «Back To Nature» (1979, Mute), Gary Numan «Are Friends Electric?» (1979, Beggars Banquet), Throbbing Gristle «United» (1978, Industrial Records), Human League «Being Boiled» (1978, Fast Product), Robert Rental «Double Heart» (1980, Mute), Cabaret Voltaire «Nag Nag Nag» (1979, RoughTrade)

Στον περιορισμένο χώρο που είχε στη διάθεσή του στο σπίτι, κατάφερε και χώρεσε ένα πιάνο και μια συσκευή ηχογράφησης μαγνητοταινιών μέσα σε μια ντουλάπα όπου κλεινόταν και πειραματιζόταν. «Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι κατά τις 11 το βράδυ άρχιζα να ζαλίζομαι και συνειδητοποιούσα ότι άρχιζα να ασφυκτιώ από την έλλειψη αέρα.» Η εμπειρία του αυτή καταγράφηκε αργότερα στο single «The Box» με τις κλειστοφοβικές τάσεις που του δημιουργούσε ο εγκλεισμός του στη ντουλάπα. Στο σπίτι, άκουγαν τη συλλογή δίσκων της Barbara Frost –Kraftwerk, David Bowie και το πρωτοποριακό «T.V.O.D.» που είχε κυκλοφορήσει ο Daniel Miller το 1979 από την Mute Records, υπό το όνομα The Normal. O Daniel Miller ήταν φίλος με τον Edward Pouncey ο οποίος έδωσε στον πρώτο ένα δοκιμαστικό του Frank Tovey. Ο Miller όπως δήλωσε στον Pouncey, στο ντοκιμαντέρ «Fad Gadget By Frank Tovey«, «Πραγματικά ξετρελλάθηκα αμέσως από τα τραγούδια του, ήταν πολύ καλύτερα από οτιδήποτε μού είχαν στείλει τους τελευταίους έξι – οκτώ μήνες». Ο Tovey υιοθέτησε το όνομα Fad Gadget επειδή υποδήλωνε ένα αναλώσιμο μικρό αντικείμενο που μπορεί να ήταν χρηστικό, μπορεί και όχι και έγινε ο πρώτος καλλιτέχνης που υπέγραψε στην Mute του Daniel Miller και έγινε με το single «Back To Nature / The Box» ένας από την πρωτοποριακή σκηνή της ανερχόμενης ηλεκτρονικής σκηνής με τους Human League, τους Cabaret Voltaire, τους Throbbing Gristle, τον Robert Rental και τον Gary Numan. Ο Rusty Egan συμπεριέλαβε το single του στο DJ set του για το Billy’s και κατόπιν το Blitz και ένας ενθουσιασμένος Boy George πριν καν ηχογραφήσει με τους Culture Club θυμάται να χορεύει με την παρέα του από νεορομαντικά παγώνια, αποθεώνοντας τον Fad Gadget…

Fad Gadget Bandaged

Ο Fad Gadget το 1980 στο Clarendon του Λονδίνου με μπαταρισμένο σπασμένο κεφάλι και αίματα στο λευκό κοστούμι του.

Ήταν ωστόσο διαφορετικός από όλους τους σύγχρονούς του. Ο Frank Tovey ήταν μία ζωντανή έκρηξη επί σκηνής, ένας καλλιτέχνης που χρησιμοποιούσε το σώμα του ως καμβά των νοημάτων του. Ο Marc Almond στο βιβλίο του «Tainted Life» αναφέρει ότι ο Frank Tovey βρισκόταν στην επόμενη από αυτόν τάξη στη σχολή στην Καλών Τεχνών του Leeds και τον θυμάται να δίνει παραστάσεις επίσης παντομίμας, σκοτεινές και υποφωτισμένες και σκανδαλώδεις (με γυμνό, σεξουαλικές εκφράσεις, αναπαράσταση σεξουαλικών πράξεων κ.λπ.). Το 1980 στην περίοδο του πρώτου album του «Fireside Opposites» ο Dave Gahan, μόλις λίγους μήνες πριν αρχίσει να ηχογραφεί με τους Depeche Mode θυμόταν ότι «Ήταν σαν αυτό που ήθελα να κάνω, αυτό που ήθελα να γίνω, αυτό το άλλο πράγμα χωρίς να χρειάζεται να είμαι ο εαυτός μου. Αντιπροσώπευε μια φαντασίωσή μου για το τι σημαίνει performer.» Η φήμη του Fad Gadget βασιζόταν τόσο στην έκκεντρη ηλεκτρονική μουσική του όσο και στις ακραίες επικίνδυνες παραστάσεις του. Στο Paradiso του Amsterdam πήδηξε από τη σκηνή στο κοινό και προσγειώθηκε με τις φτέρνες σε ένα σκαλοπάτι, σκίζοντας και τους τένοντές του και στα δύο πόδια. Ήταν τόσο γεμάτος αδρεναλίνη που δεν ένιωσε αμέσως τον πόνο και κατάφερε να συρθεί έρποντας πίσω στη σκηνή και μόνο όταν τελείωσε την εμφάνισή του και είδε τα πόδια του να πρήζονται κατάλαβε ότι δεν θα συνέχιζε την περιοδεία του. To 1980 στο Clarendon του Λονδίνου αποφάσισε να παίξει ηλεκτρονικό τύμπανο με το κεφάλι του με αποτέλεσμα να σπάσει το κεφάλι του και να αρχίσει να αιμορραγεί. Έδεσε το κεφάλι του με γάζες και συνέχισε. Με αφορμή το θάνατο του Frank Tovey το 2002 από καρδιακή προσβολή, ο Boyd Rice μεταξύ άλλων δήλωσε «Ηταν σπουδαίος performer. Ξέρεις, οι άλλοι που έφτιαχαν ηλεκτρονική μουσική στέκονταν εκεί στη σκηνή, ψυχροί και αναίσθητοι, ενώ αυτός ξεπέρναγε κάθε όριο, έτρεχε μέσα στο κοινό ουρλιάζοντας στους ανθρώπους. Δε νομίζω να έχει ξαναεμφανιστεί κάτι τέτοιο στην ηλεκτρονική σκηνή.»


Incontinent

Fad Gadget «Incontinent» (Ιούλιος 1981, Mute)

Σε μια συνέντευξή του στην Akiko Hada στο Zig Zag ο Fad Gadget έδωσε στοιχεία για τον ήχο του δεύτερου album του – «Νομίζω θα χρησιμοποιώ πολύ περισσότερο τη φωνή στο μέλλον. Θα πειραματιστώ με την μίξη της φωνής» επηρρεασμένος από το «Carmina Burana» του Carl Orff, ηχογραφημένο στα ’30s, που άκουγε εκείνη την εποχή. Το 1981 ήταν επίσης το καλοκαίρι των ταραχών σε πολλές μεγάλες βρετανικές πόλεις και αυτή η ταραχή και η βία σε συνδυασμό με την πιο διευρυμένη προσέγγισή του Fad Gadget φάνηκε στο «Incontinent» ένας τίτλος λογοπαίγνιο και αναφερόταν στην παγκόσμια περιοδεία που είχαν κάνει με την μπάντα του τους δώδεκα προηγούμενους μήνες (Incontinent = Ακράτεια, In Continent = Στην Ήπειρο). Ωστόσο όλα τα τραγούδια του δίσκου διέπονται από την σκληρή ματιά του Fad Gadget πάνω στις κοινωνικές αστάθειες και τις πολιτικές διαφθορές που το  φέρνει ως αίσθηση πολύ κοντά στο περιεχόμενο του «Ghost Town» των Specials το οποίο λίγους μήνες πριν είχε ανεβεί στο Νο.1 του chart. Τα φωνητικά της Anne Clift και της Barbara Frost ακούγονται προβεβλημένα στη μίξη, μαζί με το synthesizer και το sequencer αλλά και λιγότερο συμβατικά όργανα που χειρίζεται ο ίδιος ο Tovey, όπως το κινέζικο πνευστό shawm -περίπου σαν πίπιζα-, σαξόφωνο και φλάουτο, ενώ ο Nick Cash παίζει και επιπλέον jew’s harp και ακκορντεόν πέρα από κρουστά. Ο Robert Gotobed που θα εμφανιζόταν για τελευταία φορά στο επιτελείο μουσικών του Fad Gadget παίζει drums σε ένα κομμάτι («Manual Dexterity»). O Pete Balmer παίζει κιθάρα και μπάσο και ο David Simmonds παίζει πλήκτρα, ο John Fryer εκτός από την ηχοληψία στα Blackwing Studios, παίζει και κάθε λογής βιομηχανικά κρουστά. Το «Incontinent» αποτελεί μια μεγάλη εξέλιξη μουσικά σχετικά με το ντεμπούτο album του «Fireside Opposites«. O Fred Dellar του Smash Hits έγραψε ότι «ο Fad προσφέρει synth ήχους που σε παροτρύνουν να ακούσεις ενώ οι κρουστές εκρήξεις του σε χτυπούν στα πλευρά με έναν τρόπο που απολαμβάνεις. Και ενώ τα τραγούδια του μιλούν για τύπους που δεν γουστάρεις -φρικιά που μαζεύονται όταν γίνεται ένα ατύχημα, καλοζωισμένους που δε δίνουν δεκάρα για τα δεινά των φτωχών του κόσμου- o Fad τους παρουσιάζει με έναν τρόπο που σε κρατάει ανυπόμονο. Μπορεί ένας τύπος με μια ανέκφραστη φωνή να δημιουργήσει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα albums της χρονιάς; Έτσι φαίνεται.»

Punch & Judy

Τα λαϊκά θεάματα «Punch & Judy» που στοίχειωσαν την παιδική ηλικία του Fad Gadget, συνεχίζονται στη Βρετανία.

Για το εξώφυλλο του album αλλά και για τα εξώφυλλα των δύο singles που βγήκαν από το album, ο Tovey φωτογραφήθηκε από τον Anton Corbijn αφού ντύθηκε σαν τον Mr. Punch, την δημοφιλή εκείνη λαϊκή φιγούρα του κουκλοθέατρου, που χαρακτηρίζεται από τη βιαιότητα και τη βαρβαρότητα του χαρακτήρα του, μία απόλυτα ταιριαστή συμβολική μεταφορά για την έκφραση των καιρών. Ο Fad Gadget εξήγησε στο Smash Hits τις προθέσεις του πίσω από τη μεταμφίεσή του: «Ο Fad μεταμορφώνεται σε αυτή την δημοφιλέστατη λαϊκή φιγούρα των πανηγυριών που ταράζει στο ξύλο τη γυναίκα του Judy επειδή κουβαλάει μέσα του όλες τις αντιφάσεις που αντιπροσωπεύει αυτή η μαριονέτα. Δηλαδή ο Punch μπορεί να μας κάνει να γελάσουμε αλλά από την άλλη είναι απεχθής, σεξιστής, ρατσιστής και δέρνει αστυνομικούς. Είναι όλα όσα διδάσκει κανείς στα παιδιά του να μη γίνουν.» Στη συνέντευξη που έδωσε στον Paul Morley για το NME ο Tovey είπε «Η μητέρα μου δεν μπορούσε να με ξεκολλήσει από τις παραστάσεις «Punch & Judy«. Τις έβλεπα και έμενα μαγεμένος για μέρες. Η εικόνα της παράστασης με κρατούσε υπνωτισμένο με αυτές τις μαριονέτες που μιλούσαν, κουνιόντουσαν και χτυπούσαν η μία την άλλη. Ήταν η εικόνα του κόσμου του ίδιου, ασυνήθιστη, απίθανη, αλλά πιο αληθινή από την αλήθεια η οποία τότε μού παρουσιαζόταν με μια απεριόριστα απλοποιημένη μορφή σαν καρικατούρα για να τονίσει την γκροτέσκα και βάρβαρη αλήθεια.»

Pulcinella

Η γαλλική εκδοχή της διάσημης λαϊκής μαριονέτας Polichinelle

O Mr. Punch βασίζεται στη μαριονέτα Pulcinella, (pulcino + pollastrello δηλαδή κλωσσόπουλο και κόκκορας μαζί) που λανσαρίστηκε στην ναπολιτάνικη comedia dell arte το 1620 από τον Silvio Fiorillo. Ο Pulcinella ήταν ένας άσχημος τύπος που είχε κληρονομήσει τα χαρατηριστικά από τους δύο πατέρες του, τον Maccus και τον Bucco, ο πρώτος είρωνας, εξαιρετικά πονηρός, αγενής και βάναυσος, ο δεύτερος, εγωκεντρικός, αφελής και απατεώνας. Η φιγούρα του με γαμψή και μυτερή μύτη σαν ράμφος, με μεγάλη καμπούρα και με ξεχειλωμένη πλατιά κοιλιά διαδόθηκε στις λαϊκές παραδόσεις όλης της Ευρώπης και μεταμορφώθηκε σε Petrushka στη Ρωσία, Kasper στγ Γερμανία, Jan Klaasen στην Ολλανδία, Mester Jakel στη Δανία, Vasilache στη Ρουμανία, Mr. Punch στη Βρετανία (λανσαρίστηκε στο Covent Garden το 1622), Polichinelle στη Γαλλία, Vitéz szló στην Ουγγαρία. Μέχρι και ο τουρκικός Karagöz και κατόπιν ο ελληνικός Καραγκιόζης έχουν τις ίδιες πάνω κάτω ιδιότητες με τον Pulcinella (παρότι χρησιμοποιούνται στο θέατρο σκιών), αν και είναι προσαρμοσμένοι στις ιδιομορφίες και στις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου. Το μπαστούνι που κρατάει στο χέρι είναι κοινό σε όλες τις κουλτούρες και τις παραλλαγές του.

Το «Saturday Night Special» του Fad Gadget:

Όλοι θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να έχουν όπλο
Όλοι θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να πυροβολήσουν κάποιον
Κινηματογραφικοί ήρωες και αγρότες ακόμα προωθούν τις γνώμες τους
Όπως οι τηλεοπτικοί πολιτικοί παίζουν καουμπόηδες και ινδιάνους
Ο θείος Sam κοιμάται με το άλογό του, κρατάει το μυαλό του μέσα στο καπέλο του
Με ευκολία  βγάζει το όπλο του και rat-a-tat-tat-tat-tat

Πέτα προς τον ήλιο και η ζημιά θα γίνει

Όλοι θα έπρεπε έχουν το δικαίωμα να πάρουν μια σύζυγο
Όλοι θα έπρεπε να έχουν κάποια να μοιραστούν τις ζωές τους.
Να την κρατούν σπίτι με τα παιδιά και το μαγείρεμα
Να είναι όλα τακτοποιημένα και καθαρά όταν κοιτάζουν οι γείτονες
Είναι μητέρα και άγγελος και πόρνη ταυτόχρονα
Πάντα καυτή στην κρεβατοκάμαρα, να ντύνεται μόνο για τα μάτια σου

Πέτα προς τον ήλιο και η ζημιά θα γίνει

Όλοι θα έπρεπε έχουν το δικαίωμα να έχουν ένα γιο
Όλοι θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να διαλέξουν το παιδί τους
Ένας γιος είναι εγγύηση για το όνομα της οικογένειας
Μια κόρη όμως μπορεί να επιφέρει μόνο ανησυχία και ντροπή
Μπορείς να λύσεις όλα τα προβλήματά σου με μια μικρή εγχείριση
Προστατεύοντας τον ανδρισμό σου από την μοιραία ακύρωσή του
Πέτα προς τον ήλιο και η ζημιά θα γίνει


Saturday Night Special

Fad Gadget «Saturday Night Special (Ιανουάριος 1982, Mute)

Το 1982 ξεκίνησε με την κυκλοφορία του πέμπτου single του Fad Gadget «Saturday Night Special» ένα σκοτεινά σαρδόνειο τραγούδι με ένα αργό πιάνο που παίζει βαλς ρυθμό που αντισταθμίζεται από τα γυναικεία φωνητικά που παίρνουν το ρόλο του χορού σε αρχαία ελληνική τραγωδία, καθώς επαναλαμβάνουν το προειδοποιητικό ρεφρέν: «πέτα προς τον ήλιο και η ζημιά θα γίνει». Το τραγούδι έγραψε από κοινού ο Tovey με την Barbara Frost, με τους συγκλονιστικούς στίχους γραμμένοι μισοί – μισοί επίσης από τους δύο τους. Η παρουσία της Barbara Frost δικαιολογεί τον καυτηριασμό της σεξιστικής παράδοσης στο πατριαρχικό μοντέλο οικογένειας στην Αμερική, αφήνοντας φεμινιστικές απολήξεις. Η φωνή του Tovey ένα κράμα εφιάλτη και σεξουαλικότητας που φέρνει στο νου τις ερμηνείες του Howard Devoto, εκφέρει σε χαμηλό τόνο που μοιάζει καθησυχαστικός αλλά στην ουσία είναι εμπρηστικός, παρουσιάζοντας το βάρβαρο κοινωνικό μοντέλο της Αμερικής σαν αυτό της Άγριας Δύσης και η ακρίβεια της παρατήρησής του είναι εντυπωσιακή. Πάλι στο Smash Hits, ο Tovey έδωσε τις εξηγήσεις του: «Νιώθω ότι υπάρχει μία αμερικανική macho καουμπόικη εικόνα, εδώ, σύμφωνα με την οποία, ένας άντρας έχει τρία είδη δικαιωμάτων στη ζωή του. Ένα είναι το δικαίωμα να υπερασπίζεται τη ζωή του που εγείρει το ερώτημα κατά πόσο έχει δικαίωμα να σκοτώνει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Μετά, πάρα πολλοί άντρες πιστεύουν ότι έχουν δικαίωμα να πάρουν μία γυναίκα και νιώθουν ότι μπορούν να διαλέξουν όποια θέλουν για να τη χρησιμοποιήσουν όπως θέλουν. Τέλος, υπάρχει το δικαίωμα να μεγαλώσουν ένα γιο, κάτι που δημιουργεί ξανά τον κύκλο από την αρχή, ο γιος μεγαλώνει με την ίδια νοοτροπία και καταλήγει σε μια παράδοση που διαιωνίζεται.»

Fad Gadget Upside Down

Η ανορθόδοξη performance art του Fad Gadget. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τις εμφανίσεις του John Maus δεν είναι καθόλου συμπτωματική.

Για να προωθήσει το δίσκο, ο Fad Gadget βγήκε σε περιοδεία με την μπάντα σε όλη την Βρετανία, ως support της Toyah η οποία τότε άγγιζε το ζενίθ της επιτυχίας της και επιπλέον λάτρευε τον Fad Gadget, αν και το κοινό της δεν εντυπωσιαζόταν και τόσο από το συγκρότημα που άνοιγε τις συναυλίες της. Στο Smash Hits στις αρχές του 1982, ο Tovey δήλωσε την δική του ερμηνεία για αυτή την κακή υποδοχή που του έκανε ο κόσμος στις συναυλίες. «Όλοι ούρλιαζαν το όνομα της Toyah όσο βρισκόμασταν στην σκηνή. Στη Βρετανία ήταν εντάξει αλλά στην Ιρλανδία το πράγμα πήρε βίαιες διαστάσεις, μας έριχναν καρέκλες και κέρματα και μας έφτυναν. Στο Ulster πήδηξα μέσα στο κοινό και με έδειραν. Μου έσκισαν το πουκάμισο και μετά βγήκα έρποντας με ένα παπούτσι.» Ο Gavin Martin έγραψε το 1982 στο NME μια κριτική για μια εμφάνισή του: «Τρέχει μέσα στο κοινό, κυλιέται στο πάτωμα και χώνει το μισό μικρόφωνο στο στόμα του. Ανοίγει το παντελόνι του και ραίνει το κοινό με τρίχες από τα γεννητικά όργανά του. Γλύφει ένα hamburger και το πετάει στο πλήθος

Στο booklet που συνοδεύει την κυκλοφορία της ανθολογίας του «The Best Of Fad Gadget» (2001, Mute) o Paul Morley γράφει ένα συγκλονιστικό κείμενο για την ουσία της τέχνης του Fad Gadget και την κληρονομιά του και τους ποικίλους τρόπους που επηρρέασε ένα ολόκληρο φάσμα καλλιτεχνικής δράσης. Λίγο πριν ολοκληρωσει το κείμενό του γράφει: «Πριν τον Fad Gadget, το ερώτημα ήταν – που ήταν ο Fad Gadget; Βρισκόταν στα ίχνη των πραγμάτων που επρόκειτο να συμβούν. Μετά τον Fad Gadget το ερώτημα είναι – ποιος είναι ο Fad Gadget; Η απάντηση είναι ότι είναι κάποιος που βρίσκεται στα κενά ανάμεσα στα πάντα που έχουν συμβεί στην pop μουσική, από την εποχή των Kraftwerk, του glam, του punk, του ίδιου. Είναι το gadget στη μηχανή. Είναι η μόδα που ποτέ δεν υπήρξε και βρίσκεται ολούθε γύρω μας.. Όποιος και αν είναι, οτιδήποτε κι αν ήταν, οπουδήποτε και αν βρίσκεται, πάντα είναι έτοιμος να ανοίξει το στόμα του ξανά και να παίξει με την τέχνη και να εργαστεί στην ψυχαγωγία και να κινηθεί υπέροχα από έναν κόσμο που υπήρχε πριν από αυτόν σε έναν άλλο που είναι διαφορετικός.«

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , | 7 Σχόλια »

Καινούργιο Πρόσωπο, Ίδια Παλιά Λάθη

Posted by gone4sure στο 21 Απριλίου 2018

To «New Person, Same Old Mistakes» είναι μια υπέροχη, θεαματική, γενναιόδωρη επικύρωση ότι ο έρωτας δεν υπακούει σε καμμία λογική, κοινή ή μη, ούτε καν την προσωπική δική μας.

Tame Impala

Tame Impala: η μπάντα, μη-μπάντα του Kevin Parker

To 2015 ο Kevin Parker πραγματοποίησε το απόλυτο crossover. Από τις indie παρυφές του psych rock πέρασε στην ηλεκτρονική μετρονομία καλύπτοντας όλο το ενδιάμεσο έδαφος με συνδετικό υλικό που δεν μπορεί παρά να είναι ένα στην pop κουλτούρα: η γερή μελωδικότητα. Παρότι οι Tame Impala από την αρχή της καριέρας τους λανσαρίστηκαν ως μια psych rock μπάντα από το Perth της Αυστραλίας, ουσιαστικά ήταν πάντα ένα one man show, ήταν ο ίδιος ο Kevin Parker που έγραφε, ενορχήστρωνε, μίξαρε και έκανε παραγωγή στο υλικό του. «Πάντα έκανα μουσική μόνος μου αλλά δεν υπήρχε μια πλατφόρμα για αυτό κι έτσι σκέφτηκα ότι έπρεπε να προσποιούμαι ότι είχα μπάντα» είπε στην Elisa Bray του Independent, τον Φεβρουάριο του 2016. «Δεν είναι μπάντα όμως αλλά ντρεπόμουνα να πω «αυτό είναι δικό μου, το έκανα μόνος μου». Ένιωθα ότι έπρεπε να κρύβομαι πίσω από μία μπάντα κι έτσι ξεγελούσα τον εαυτό μου ότι ήμουν μέλος μιας μπάντας. Μόλις πρόσφατα άρχισα να τα αποκαλώ δικά μου albums.»

Τα δύο πρώτα eps του και τα δύο πρώτα albums του «Innerspeaker» (2008) και «Lonerism» (2012) κυκλοφόρησαν από την Modular Recordings ενώ το τρίτο album του «Currents» του 2015 από την Interscope. Στο «Currents» χρησιμοποίησε τους Dominic Simper (keyboards, κιθάρα), Jay Watson (κιθάρα), Cam Avery (μπάσο), Julien Barbagallo (τύμπανα) για τις ζωντανές εμφανίσεις του αλλά στην ουσία, στο στούντιο η δουλειά γίνεται όλη από τον ίδιο. Στο Perth της Αυστραλίας, ο Kevin Parker κάνει παρέα με την μπάντα των Pond κάτι που οδήγησε πολλούς πρόθυμους δημοσιογράφους ανά τον κόσμο να βιαστούν να βαφτίσουν αυτή την παρέα μια νέα psych σκηνή, κάτι που απέχει πολύ από την πραγματικότητα. «Δε νομίζω ότι υπάρχει πραγματικά μια αυστραλέζικη psych σκηνή» είπε στην Nancy Groves και την Alexandra Spring του Guardian τον Μάιο του 2015. «Έχουμε τους φίλους μας στο Perth, όπως τα παιδιά από τους Pond. Ζούσαμε όλοι μαζί σε κάποια φάση, ένας κύκλος φίλων ίσως δέκα ή δεκαπέντε ανθρώπων. Και ξέρεις τι, ο Jay Watson (από τους Pond, τους Tame Impala και τους Gum) έμενε μαζί με τον King Gizzard όταν ήταν στη Μελβούρνη και έχουν κι αυτοί την παρέα τους. Νομίζω ότι οι παρέες μας αναμείχθηκαν για λίγο εκεί. Τους έκανα παρέα για λίγο και φαίνονται εντάξει παιδιά.»

Kevin Parker

Ο κύριος Kevin Parker. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τον Rick Wakeman είναι καθαρά συμπτωματική.

Όλη η φιλολογία γύρω από το πρόσωπο του Kevin Parker έχει να κάνει με το κατά πόσο είναι θεμιτό και αυθεντικό να μεταπηδά κάποιος από τo indie rock στην pop και να παραμένει γνήσιος και εστιασμένος. Η διαμάχη είναι παλιά και παραμένη άσβεστη αν και πλέον τα επιχειρήματα της indie αλλαζονίας φαίνεται να έχουν ξεθωριάσει. Ο ίδιος ο Kevin Parker μίλησε στον Roy Rogers του Billboard τον Ιούλιο του 2015 σχετικά με αυτό: «Παλιότερα ήμουν μέρος ενός indie τρόπου ζωής, αντιμετώπιζα λοιπόν όσους ήταν πετυχημένοι εμπορικά ως ανόητους, τύπου «α θέλουν να γίνουν διάσημοι».  Το έκοψα αυτό. Αυτή τη φορά, προκάλεσα τον εαυτό μου. Δεν θόλωσα τη μελωδία. Ο παλιός μου εαυτός θα το αντιμετώπιζε αυτό ως πολύ cheesy, πολύ εμπορικό, πολύ top 40. Ο νέος μου εαυτός το αντιμετωπίζει ως αυτό που θέλει η μελωδία να κάνει.» Η ωρίμανση δεν έχει να κάνει με το ότι ένας μουσικός μεγαλώνοντας προσανατολίζεται στην κερδοσκοπική εκμετάλλευση της μουσικής του. Έχει να κάνει με πιο προσωπικές και ιδιαίτερες ζυμώσεις μέσα του που προκρίνουν και άλλα πράγματα πέραν της τυφλά «ασυγκράτητης» αδρεναλίνης που προκρίνει το rock. Μιλώντας στην Stephanie Janssen του Agolde τον Φεβρουάριο του 2017 είπε: «Διατηρώ το cool credit μου, όσο είμαι έντιμος. Φαντάζομαι ότι οι αρνητικές πεποιθήσεις των ανθρώπων για την pop κουλτούρα έχουν να κάνουν με το ότι είναι ανέντιμη κι ότι ο εναλλακτικός κόσμος είναι το αυθεντικό πράγμα. Τύπου, κάνουν μουσική για να κάνουν μουσική και ότι η pop κουλτούρα έχει να κάνει μόνο με τη λάμψη, την επιτυχία και τη φήμη. Ξεκίνησα και γω με αυτή την πεποίθηση, αλλά αρκεί μόνο να βρεθείς στα παρασκήνια μερικών φεστιβάλ για να συνειδητοποιήσεις ότι όλα αυτά είναι μαλακίες. Υπάρχουν φανατικοί τύποι που το κρατάνε τάχα αληθινό αλλά είναι υπέρτατοι μαλάκες και υπάρχουν pop stars που είναι σπουδαίοι άνθρωποι και γνήσια πιο βαθιά μέσα στη μουσική από,τι ίσως οι indie. Ακούγεται λίγο κλισέ, αλλά τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.«

Οι μελωδίες και οι αναπτύξεις του «Currents» δεν ήταν καθόλου απλές. Υπάρχει ένα στοιχείο μέσα στον Kevin Parker που τον συνδέει μουσικά με το progressive rock των 70s και άλλο ένα που τον φέρνει κοντύτερα στη groovy πλευρά του r’n’b. Στο «Lonerism» οι επιρροές του έρχονταν από τους Supertramp και τους King Crimson. Στο «Currents» έρχονται και από το μοντέρνο chillwave, τους MGMT και τους Washed Out. Τον Αύγουστο του 2015 δήλωσε στον Andrew Perry του Mojo: «Συνειδητοποίησα ότι είναι ευκολότερο να επικοινωνήσεις με το μυαλό των ανθρώπων απότι με την καρδιά τους. Όταν έγινα «rock» μουσικός θεωρούσα ότι είναι εύκολο να γράψεις pop μουσική. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι είναι το γράψεις ένα pop τραγούδι είναι το δυσκολότερο πράγμα μουσικά.» Και δεν είναι τυχαίο ότι κατάφερε να παραδώσει το πιο ολοκληρωμένο και συναισθηματικά έντονο album του όταν απαλλάχθηκε από τα ιδεοληπτικά βαρύδια του. Πάλι στον Guardian, τον Μάιο του 2015 δήλωσε: «Για μένα ήταν πάντα μια προσέγγιση τού κατά πόση θα αφήσω την αγάπη μου για την pop να εισχωρήσει στη μουσική μου. Από νωρίς, όταν έφτιαχνα το πρώτο album μου («Innerspeaker«) είχα ψηλά τις άμυνες. Έπρεπε να είναι τόση η ποσόστωση του «εναλλακτικού» σκεφτόμουνα και δεν επέτρεπα να αφήσω εκείνα τα στοιχεία που ο κόσμος θεωρεί της mainstream κουλτούρας. Μπλόκαρα τις pop επιρροές επειδή ήθελα η μουσική μου να έχει μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Μέσα στα χρόνια όμως συνειδητοποίησα ότι δεν έχει να κάνει με το μουσικό είδος ή με τα δημογραφικά του ακροατηρίου. Δεν είναι ο χώρος που κάνει τη μουσική κακή. Αν είναι κακή, είναι από μόνη της. Είδα τα πράγματα με την αληθινή αξία τους.» Και παραμένει ένας μουσικός με όραμα, βάσεις και γι’ αυτό μέλλον, αφού πιστεύει βαθιά στη δύναμη της μελωδίας. Μιλώντας στον Derrick Rossignol του Nerdist, τον Ιούνιο του 2016, είπε: «Για μένα οι pop μελωδίες είναι αυτόνομες με το δικό τους συναίσθημα και δεν ανήκουν απαραίτητα μόνο σε pop τραγούδια. Πάντα υποστήριζα ότι οι μελωδίες των Tame Impala είναι καθαρή pop. Απλά στο «Lonerism» για παράδειγμα πήραν μία εντελώς ελευθεριάζουσα, φαζαρισμένη psych rock μορφή. Για μένα όμως παραμένει pop μουσική με μια παραγωγή που μου άρεσε να έχω στη συγκεκριμένη φάση.»

Tame Impala - Currents

Tame Impala «Currents» (2015, Interscope). Ένας υπέροχος δίσκος.

Αν το «Innerspeaker» και το «Lonerism» διαπραγματεύονταν την ανεξαρτησία του και την προβληματική σχέση του με το εξωτερικό περιβάλλον, το «Currents» διαπραγματεύτηκε το χωρισμό από μία σχέση και την ανθρώπινη ευπάθεια. Όπως είπε στον David Zammitt του Loud And Clear : «Έχει να κάνει με τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις μέσα σου που σε πάνε σε διαφορετικές κατευθύνσεις ως άτομο, που σε μετασχηματίζουν, όχι ενάντια στη βούλησή σου, αλλά υποσυνείδητα. Υπάρχουν αποφάσεις που παίρνουμε για το ποιοι είμαστε και τι κάνουμε αλλά στο τέλος είναι ανεξέλεγκτο ποιοι καταλήγουμε να είμαστε και βαθιά μέσα μας ποιο άτομο γινόμαστε.» Στην ουσία σύμφωνα με τον ίδιο τον Kevin Parker αυτό που πραγματικά άλλαξε στο «Currents» είναι η εσωτερική συναισθηματική προσέγγισή του στα πράγματα και η απελευθέρωσή του όσον αφορά στην τόλμη του να δοκιμάσει μοντέρνες ενορχηστρώσεις. Τον Ιανουάριο του 2016 δήλωσε στον Mark Smith του Electronic Beats:  «Κάποιοι άνθρωποι εστιάζουν μόνο στο πώς ακούγονται οι ήχοι στα αυτιά τους. Το στιλ της παραγωγής διαμορφώνει τη γνώμη τους για το πόσο οπτιμιστικό ή πεσσιμιστικό είναι ένα album. Για μένα, το «Currents» σημαίνει το να προχωράς μπροστά με μια ξαφνική αίσθηση αυτοπεποίθησης. Ξαφνικά αυτή η εσωτερική φωνή διακηρρύσει τι είναι και τι θέλει, σε αντίθεση με τα άλλα δύο albums που έχουν να κάνουν περισσότερο με την αναζήτηση του εαυτού. Η κυρίαρχη γενική ομολογία για το «Currents» είναι ότι πρόκειται για ένα μελαγχολικό και λυπημένο album, κάτι που με μπερδεύει γιατί το «Lonerism» συγκριτικά ήταν πολύ σκυθρωπό. Οι στίχοι του ήταν για την ήττα και το «Lonerism» γενικά είχε έναν καταθλιμμένο τόνο, παρότι οι άνθρωποι έλεγαν ότι είναι πολύ ανεβαστικό και θετικό. Είναι περίεργο, αλλά έχω πάντα την αντίθετη προσέγγιση στην επεξήγηση της μουσικής μου.»

same_old_mistakes.0.0

Απόπασμα από το video του «New Person, Same Old Mistakes» των Tame Impala

Το τελευταίο τραγούδι του album του συνοψίζει απόλυτα την ωρίμανσή του, το μετασχηματισμό του από ένα θερμοκέφαλο psych rock μουσικό σε έναν ενδοσκοπικό και σοφότερο δημιουργό της pop κουλτούρας. Το «New Person, Same Old Mistakes» αποτελεί ένα κομψοτέχνημα παραγωγής και ένα μικρό θαύμα συνθετικής ικανότητας. Ο χαμηλόμπιτος ρυθμός του ακούγεται σαν μια ατέρμονη ανάβαση που ποτέ δεν καταλήγει σε κορυφή και αυτό το κάνει ακόμα πιο συναρπαστικό. Ο Parker στους στίχους του υποδύεται το διττό εαυτό του, από τη μία αυτόν που φλέγεται από το καινούργιο, που συναρπάζεται από έναν νέο έρωτα και ταυτόχρονα, από την άλλη, αυτόν που προτάσσει τη λογική του και την νοητική ανάλυση των πραγμάτων. Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρη η έκβαση αυτού του εσωτερικού αγώνα.

To «New Person, Same Old Mistakes» των Tame Impala:

 Τους ακούω τώρα «πώς μπόρεσες να μας απογοητεύσεις έτσι;»
Αλλά δεν ξέρουν πώς ένιωσα, δεν μπόρεσαν να το δουν απ’ τη μεριά μου
‘Ενιωσα να ξεπερνάω όλα όσα μισούσα, αναρωτήθηκα τι θα γίνει αν το διαπραγματευτούμε
Προσπάθησα αλλά ήταν πολύ αργά
Όλα τα σημάδια που δεν είδα, οι δυο πλευρές μου δεν μπορούν να συμφωνήσουν
Όταν ανασαίνω πολύ βαθιά, να αναζητώ αυτό που πάντα ήθελα

 Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος – Αλλά κάνεις τα ίδια λάθη
Δε με νοιάζει, είμαι ερωτευμένος – Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά
Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος – Αλλά κάνεις τα ίδια λάθη
Επιτέλους ξέρω τι είναι αγάπη – Δεν έχεις ό,τι χρειάζεται. Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά
Ξέρω ότι διακυβεύονται πολλά κάνοντας τα ίδια λάθη
Κι ακόμα δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό – Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά
Και ακόμα δεν ξέρω

Τελικά απογειώνομαι, ξέρω πιστεύεις ότι δεν είναι σωστό
Ξέρω ότι πιστεύεις ότι είναι ψεύτικο
Ίσως το ψεύτικο είναι αυτό που μου αρέσει απ’ αυτήν την πλευρά
Σκέφτομαι σαν τι, σκέφτομαι ότι αξίζει τον κόπο να παλέψω
Σύντομα θα εξαφανιστεί, θα το πετάξω αυτή τη φορά
Να αναζητώ αυτό που πάντα ήθελα

 Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος – Αλλά κάνεις τα ίδια λάθη
Δε με νοιάζει, είμαι ερωτευμένος – Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά
Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος – Αλλά κάνεις τα ίδια λάθη
Επιτέλους ξέρω τι είναι αγάπη – Δεν έχεις ό,τι χρειάζεται. Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά

Φίλε, ξέρω είναι δύσκολο να το χωνέψεις
Αλλά αυτή η αγάπη είναι τόσο διαφορετική από τις υπόλοιπες
Και ξέρω είναι δύσκολο να το αποδεχτείς
Αλλά πρέπει να το κάνεις, έχει κι αυτή τις αμφιβολίες της
Και ξέρω ότι είναι δύσκολο να το πιστέψεις
Ξέρω ότι είναι τόσο καλό όσο γίνεται
Και ξέρω ότι είναι δύσκολο να το αποδεχτείς
Αλλά έχεις κι εσύ τους δαίμονές σου, έχει κι αυτή τις αμφιβολίες της
Αλλά έχεις κι εσύ τους δαίμονές σου, έχει κι αυτή τις αμφιβολίες της

Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος
Τόσο χαρούμενος που είναι σωστό σε μια καινούργια κατεύθυνση
Τόσο χαρούμενος που τελικά με κέρδισε
Σταμάτα να σκέφτεσαι ότι η μόνη περίπτωση ήταν να
Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος
Τελικά ξέρω πώς είναι
Σταμάτα να σκέφτεσαι ότι η μόνη περίπτωση ήταν να
Τόσο χαρούμενος που τελικά με κέρδισε
Σταμάτα να σκέφτεσαι ότι η μόνη περίπτωση ήταν να
Και ξέρω είναι δύσκολο να το περιγράψεις
Σταμάτα να σκέφτεσαι ότι η μόνη περίπτωση ήταν να
Τόσο χαρούμενος που ξέρω ότι είναι το σωστό


Rihanna

H Rihanna λάτρεψε το τραγούδι του Kevin Parker και το ερμήνευσε πιστά, σύμφωνα με κάποιους σαν karaoke, κατά άλλους εξαιρετικά.

Rihanna - Anti

Rihanna «Anti» (2016, Def Jam)

To «Same Ol’ Mistakes» της Rihanna:

Δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη που η Rihanna αγάπησε το τραγούδι του Kevin Parker και θέλησε να το συμπεριλάβει στο όγδοο album της «Anti«, που υποτίθεται αποτέλεσε μια πιο εναλλακτική προσπάθειά της να μετατπίσει το καλλιτεχνικό στίγμα της σε πιο εκλεκτικά στιλ πέρα από το συμβατικό r’n’b. Η απόδοσή της στο τραγούδι του Parker, τιτλοφορήθηκε «Same Ol’ Mistakes» και παρότι ο ίδιος ο Parker θεωρεί ότι αποτελεί την βέλτιστη ερμηνεία του τραγουδιού, η αλήθεια είναι ότι δεν προσπάθησε πολύ το επιτελείο της Rihanna να παραλλάξει την αίσθηση που είχε το τραγούδι στην αυθεντική απόδοσή του. Οι πιο κακόπιστοι χαρακτήρισαν την ερμηνεία της Rihanna ως μια karaoke εκτέλεση χωρίς κανένα προσωπικό στίγμα της. Όπως δήλωσε στην Elisa Bray του Independent το Φεβρουάριο του 2016: «Αυτό παραήταν σουρεαλιστικό. Θυμάμαι διάβασα το μήνυμά του δύο φορές. Μου φαινόταν τόσο εξωπραγματικό να συμπεριλάβει η Rihanna το τραγούδι μου στο album της. Είναι πολύ αστείο όμως το ότι είχα φανταστεί αυτό το τραγούδι εξ’ αρχής ως ένα τραγούδι για r’n’b τραγουδιστή, συγκεκριμένα για τις TLC. Έτσι ξεκινούν πολλά τραγούδια των Tame Impala – ως ιδέες για τραγούδια που δυνητικά θα έδινα σε κάποιον άλλο. Τα φαντάζομαι με μια διαφορετική περσόνα στο νου μου, είναι ένας υποσυνείδητος τρόπος να μην είσαι δεσμευμένος με αυτό που νομίζεις ότι είσαι ως καλλιτέχνης. Ακούγοντας την εκτέλεση της Rihanna με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι το τραγούδι τελικά βρήκε την πλήρη απόδοση που άξιζε να έχει από την αρχή. Ολοκληρώθηκε.»

Όσο και αν είναι πρόθυμος να επικυρώσει την ερμηνεία της στο τραγούδι ο Kevin Parker, δεν παύει να είναι πιθανό ότι το κάνει για να δηλώσει την προθυμία του σε ενδεχόμενες μελλοντικές πάρα πολύ κερδοφόρες συνεργασίες μαζί της. Συνεργασίες γενικά με ένα pop κατεστημένο που ως χτες, πριν από το «Currents» φαίνονταν ως ένα πολύ μακρινό σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, ο Parker έγινε κολλητός φίλος του Mark Ronson, συνεργάστηκε μαζί του στο album του «Uptown Funk» (“Daffodils” and “Summer Breaking”), συμμετείχε στη δημιουργία του «Perfect Illusion» της Lady Gaga και μέσα στον Μάρτιο του 2018 συνεργάστηκε και με τον Steven Zhu για ένα πλήρως ηλεκτρονικό και μάλλον συμβατικό single («My Life«). Ίσως η δήλωσή του στην Stephanie Janssen του Agolde τον Φεβρουάριο του 2017 να εμπεριέχει όλη την μουσική καταγωγή του: «Μεγαλώνοντας άκουγα κυριολεκτικά λίγο απ’ όλα – Nirvana, Muse– όλος ο μουσικός κόσμος μου είναι αναποδογυρισμένος πλέον, αλλά ο Serge Gainsbourg είναι μια μεγάλη έμπνευση για μένα. Αυτός ο τύπος ο Max Martin, έμαθα για αυτόν και συνειδητοποίησα πόσο τιτάνας του μουσικού κόσμου είναι και κανένας δεν τον ξέρει, εκτός από ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας. Είναι κάπως σαν τον Darth Vader της pop.»

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , | 8 Σχόλια »