Tweet είναι, tweet ήταν
Το timeline μου στο tweeter είναι ταπεινό σε συχνότητα και εστιασμένο στην πλειονότητά του σε ένα μουσικόφιλο αλισβερίσι. Οι ακόλουθοί μου και αυτοί που ακολουθώ εγώ έχουν μία ευρύτερη μουσικοφιλική διάθεση που περιλαμβάνει όλα τα πλοκάμια της pop κουλτούρας. Οι περισσότεροι από αυτούς, είναι καλωδιωμένοι απότι έχω παρατηρήσει όλη μέρα και όταν δεν κατεβάζουν τηλεοπτικές σειρές, βρίσκονται σε κάποιο site με mems και gifs και άλλα μονοσύλλαβα της νέας εποχής, ή κατεβάζουν μουσική από καινούργια γκρουπάκια τα οποία είναι τόσο φρέσκα, τα περισσότερα, που δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα ότι λειτουργούν ως groups… Κατεβάζουν ταινίες –αυτές του Sundance και αυτές του Hollywood-, comics, οδηγίες για δημιουργικά τεστ περί χιπστεροσυνης – γενικά κατεβάζουν ό,τι μπορεί να κατεβεί από το internet. Το timeline μου στο tweeter είναι ένα αδηφάγο τέρας, καταπίνει αμάσητη πληροφορία της pop κουλτούρας και μοιάζει να μη χορταίνει ποτέ.
Έχει ένα αρκετά μεγάλο ζόρι η προσαρμογή μου στην επικοινωνία του tweeter: όχι όσον αφορά στην γρήγορη ατακαριστή πληροφορία των 140 χαρακτήρων, όσο στο ότι η πραγματική ουσία της ανταλλαγής πληροφορίας και εμπειριών στο tweeter παραμένει πάντα στο επίπεδο μιας διαρκούς, ρολαριστής ειδησεογραφίας που σχετίζεται με κάθε πιθανό και απίθανο στιγμιότυπο της καθημερινότητας: από το πώς αντιμετωπίζουν ένα ρατσιστικό επεισόδιο στο λεωφορείο, μέχρι τις κόπιτσες στο φόρεμα της Anne Hathaway στο κόκκινο χαλί του Auditorium και από το πόσο “σπέρνει” το καινούργιο album του Bonobo μέχρι μία καινούργια Κυριακίλα mix της Ακουαυτό. Η πληροφορία στο timeline μου σκρολάρεται με τόσο επίμονη μανία, που κάθε καινούργιο tweet καθιστά το αμέσως προηγούμενο παλιό. Στο timeline μου δεν προλαβαίνω να σκεφτώ για δεύτερη φορά το αν μου άρεσε το τάδε group που μου έστειλαν σε link να ρίξω μία ματιά, διότι το αμέσως επόμενο έχει εμφανιστεί σπαρταριστό.
Η αρχή της μοντέρνας επικοινωνίας είναι καθ’όλα σεβαστή και ευπρόσδεκτη. Καμία αμφιβολία. Αλλά αν πρόκειται να βιώνω τις πληροφορίες με αυτή την “πρίμα” διάθεση, αν πρόκειται να ακούω τη μουσική που μου αρέσει με τη μόνιμη αίσθηση της ουράς –άλλα τριάντα albums σε αναμονή που περιμένουν να ακουστούν και να επικοινωνηθούν στιγμιαία- αν πρόκειται να βλέπω τα επεισόδια της καλής καινούργιας σειράς του HBO με την ψυχή στο στόμα, αν πρόκειται να καταναλώνω περισσότερη ενέργεια στις διαδικασίες “κατεβάσματος” και “αρχειοθέτησης” παρά σε αυτή καθ’εαυτή την εμπειρία της μουσικής ή της θέασης, να μου λείπει: σωπαίνω το timeline μου, παρότι έχω μάθει να το αγαπώ στους λίγους μήνες που το έχω δημιουργήσει. Το σωπαίνω τουλάχιστον τόσο, όσο χρειάζεται μία εμπειρία να “κατεβεί” μέσα μου, όσο χρειάζεται για να γίνει η αίσθηση, αίσθημα. Και μετά πάλι με την απόχη καινούργια ερεθίσματα και νέες προκλήσεις.
Κάτι σαν απόρροια της Blogovision παρά σαν πρωτογενή μου ανάγκη να συμμετάσχω σε ένα ακόμη κοινωνικό medium, το tweeter έχει καταφέρει να μου δημιουργήσει την εντύπωση ότι όλα ακουμπάνε ελαφρά την επιδερμίδα – κανένα δεν εισχωρεί σε αυτή. Έχω εκπλαγεί από την αναλωσιμότητα σπουδαίων πληροφοριών –άλλοτε θα ήταν events- και αναρωτιέμαι αν και κατά πόσο καταγράφονται στο ψυχικό δυναμικό των συμμετεχόντων στο timeline μου. Για τους ανθρώπους του οποίου, μόνο τα καλύτερα έχω να πω.
Σκέφτομαι φωναχτά.
Justin Timberlake “The 20/20 Experience”
Το μικρότερο τραγούδι στο καινούργιο album του Justin έχει διάρκεια μόλις 4:47. Στο νέο του πόνημα, επτά χρόνια κιόλας μετά το “Futuresex/Lovesounds”, ο τριανταδυάχρονος star από το Memphis αντιμετωπίζει την pop σαν απλωμένη, γενναιόδωρη, φιλόδοξη, σινεματική – σχεδόν progressive- καλλιτεχνική πλατφόρμα, μία pop soul που ως χτες λειτουργούσε ως μία σύμβαση τρίλεπτων πυροτεχνημάτων.
Όχι πια.
Το μεγαλύτερο τραγούδι στο καινούργιο album του Justin έχει διάρκεια μόλις 8:05. Στο νέο του τρίτο solo πόνημα, ο Justin φτιάχνει στην πλειονότητα των τραγουδιών του, εκείνο το είδος της έντεχνης –κεντημένης σε ψιλό – ψιλό καμβά- γαλανομάτας neo-soul που σε αφήνει χωρίς πολλές αντιστάσεις να περιηγείσαι μέσα της και πού και πού να πιάνεσαι από τα ρεφρέν της σαν από χειρολαβές για να μη γλυστρήσεις σε αυτό το παχύρευστο, θερμό, πλούσιο σε ελέη και μυρωδιές υπόστρωμα και βυθιστείς για πάντα στην κινούμενη άμμο. Η ανανεωμένη soul του Justin φαίνεται ότι δεν έχει πάτο στο βαρέλι της.
Αν το “Off The Wall” του Michael Jackson, ένα επίτευγμα του ίδιου και του Quincy Jones το 1979, άλλαξε τον τρόπο που η disco, το boogie και η soul θα καθόριζαν την χρωματιστή μουσική των ‘80s, το “20/20 Experience” καθορίζει εν πολλοίς το πώς η νέα soul, αυτή που αποζητά να αντιμετωπίσει την πρόκληση του αύριο, οφείλει να ακούγεται και να “φοριέται” από τους ακροατές της. Το νέο album του Justin κοινώς είναι ένα άλμα μπροστά – στον παρθένο κόσμο του αύριο. Είναι προχωρημένο και λαμπερό. Σύγχρονο και μορφωμένο. Απολαυστικό και δύσκολο. Απαιτητικό και κλασάτο. Το “20/20 Experience” διαθέτει όλα εκείνα τα πρωτερήματα ενός δίσκου πολυεπίπεδου και ιδιαίτερου, από αυτούς που μένουν στη ροή της ιστορίας της soul ως εξέχοντες για τις προτάσεις τους. Ο Justin, δεν απαρνιέται πουθενά τον ψυχαγωγικό ρόλο του – παραμένει ένας σπουδαίος ερμηνευτής, μία καταλυτική φυσική παρουσία. Ωστόσο, δεν χρησιμοποιεί την pop όπως την ήξερες. Χρησιμοποιεί υφάνσεις και μοτίβα, σύνθετα. Μπαινοβγαίνει στην παράδοση της soul και αφήνεται να πατινάρει πάνω στις κληρονομιές της. Αυτή η καλειδοσκοπική ποικιλομορφία στα στιλ μαζί με την απίθανη παραγωγή του Timbaland –ένα κανονικό state of the art που ακυρώνει οποιαδήποτε “ευκολία”- κάνει το “20/20 Experience” ένα album βραδύκαυστο, ένα κάστρο που αφήνει τις πολλές κυκλικές τάφρους του να κατακτώνται σταδιακά και αργά.
Είναι ένα σπουδαίο επίτευγμα το γεγονός ότι πουθενά μέσα στα –κυρίως- επτάλεπτα κατά μέσο όρο, τραγούδια αυτού του album, ο Justin δεν χαρίζει ένα εύκολο ρεφρέν, έτσι ώστε ο ακροατής να νιώσει οικειότητα εύκολα. Τα κομμάτια χτίζονται σε διεσταλμένους χρόνους, μαγευτικά και απολαμβάνονται σε μακρές πνοές. Οποιαδήποτε βουλιμική και σπιντάτη διάθεση είναι εξ ορισμού καταδικασμένη εδώ. Ο ίδιος ο Justin (με εξελιγμένο φαλτσέτο που λιώνει πάγους) συμπεριφέρεται ως ένας διακριτικά κινούμενος πλοηγός, ένας οικοδεσπότης που αντιμετωπίζει την αίσθηση του ακροατή του με την ίδια σημαντικότητα –το ίδιο δέος και το ίδιο κύρος- που αντιμετωπίζει την ίδια την διαδικασία της δημιουργίας των τραγουδιών του. Αν ο Timbaland νιώθει την σπουδαιότητα του Quincy στο πετσί του, ο Justin νιώθει το χαμένο κόστος ευκαιρίας του Michael Jackson. Ο Justin μοιάζει να παίρνει αμπάριζα από τα καλλιτεχνικά ζενίθ του Michael Jackson και να συνεχίζει από κει και μετά στο αύριο, προτείνοντας ταυτόχρονα και την ολοκληρωμένη πρόταση που θα είχε ανάγκη ως βήμα καριέρας σήμερα ο Jacko αν ζούσε.
Από την υπνωτιστική soul του “Pusher Love Girl” που ξεκινάει το album μέχρι την ψυχεδελική, ωκεάνεια αίσθηση του ασπόνδυλου “Blue Ocean Floor”, ακούγονται μέσα όλα όσα δεν πρόλαβε να φτιάξει ο Donny Hathaway, όσα έχασε στο δρόμο του ο Maxwell, όσα δεν έχει φτάσει ακόμα ο John Legend.
Νιώθω ότι 8 στους 10 soulmen θα πέσουν σε βαθιά περίσκεψη και άλλοι τόσοι θα χάσουν τον ύπνο τους με τούτο το απολαυστικό επίτευγμα.
8/10
Rhye “Woman”
Ούτε ο καναδός Mike Milosh ούτε ο δανός Robin Hannibal –δηλαδή οι δύο Rhye- είναι καινούργιοι στο στερέωμα: παλεύουν με το δικό τους τρόπο ο καθένας από τα ‘00s στα ελαφρώς ρυθμικά, downtempo λημέρια και το ότι βρέθηκαν μαζί για να στήσουν το κομψό, electro – soul ντουέτο των Rhye μόνο μπροστά τους πηγαίνει. Και τους ίδιους και το στιλ που εξυπηρετούν. Το “Woman” είναι ένα “ντεμπούτο” ονειρικό, εξαιρετικά στιλάτο, πολιτισμένα ηδονικό και αισθαντικό: εν πολλοίς στο ίδιο μοτίβο που κινήθηκε η pop στο ντεμπούτο της Jessie Ware. Ακούγονται όλα θελκτικά, αυτά.
Το δυνατότερο χαρτί στην μουσική των Rhye είναι αναμφισβήτητα, η φωνή του Robin Hannibal, με ένα άφυλο αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά αισθησιακό μέταλλο που οδηγεί το άκουσμα σε ένα ρευστό, χωροχρονικό τόπο, σε μία ατμόσφαιρα φωτεινής, ευοίωνης soul νιρβάνας, εν πολλοίς παρόμοιας με εκείνη των δύο πρώτων album του Maxwell ή και των Sweetback του Stuart Matthewman, του πρωτοπαλίκαρου του ήχου της Sade. Ωστόσο, οι Rhye βασίζονται περισσότερο στο gender bendering παρά στην δύναμη των τραγουδιών τους – φαντάζεται κανείς ότι πρόθεσή τους είναι να φτιάξουν περισσότερο μουσική για άχραντα χερουβίμ, παρά για καθημερινούς φθαρτούς –και φθαρμένους- ανθρώπους. Υπό αυτή την έννοια, το “Woman” –ένας τίτλος μάλλον, μυθικής εξειδανίκευσης, παρά χειροπιαστής, ανθρώπινης έμπνευσης- περιέχει μουσική για πλάσματα που κατοικούν σε ένα Shangri-La. Κι όχι σε ένα ρεαλιστικό προάστιο ή σε μία ξεχασμένη κωμόπολη.
Μετά από κάποιο σημείο (το ποίο διαφέρει από ακροατή σε ακροατή), το “Woman” ακούγεται σαν αιθέρας χωρίς ραχοκοκκαλιά. Υπάρχουν συνθέσεις εδώ που δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν τραγούδια (το “One Of Those Days” ακούγεται σαν καλοκαιρινό new age overdose αρμονιών) και άλλα που σου γεννούν υποψίες για την αυθεντικότητα των κινήτρων τους: το ομότιτλο κομμάτι “Woman” ακούγεται σαν sunshine pop αιρετικής σέχτας με τόσα επίμονα, άναρθρα δοξαστικά επιφωνήματα.
Αν εξαιρέσει κανείς το ακραία ρομαντικό στιλιζάρισμά τους (ακριβώς αντίστοιχο της ασπρόμαυρης αισθητικής των φωτογραφιών αλά Bruce Webber που συνοδεύουν τις κυκλοφορίες τους με εξιδανικευμένες λεπτομέρειες – φετίχ γυμνών κορμιών, με χοντρό κόκκο) οι Rhye, παρέχουν ωστόσο παραπάνω από αρκετούς λόγους για να εξασφαλίσουν θετικό πρόσημο στην ωκεάνεια, υγρή pop τους: το “Fall” είναι ένα πέρα από λόγια, λατρεμένο κομψοτέχνημα –ένα wall of sound με υπερβατική ενορχήστρωση- το “Last Dance” είναι το “Just An Illusion” των Imagination για τη γενιά των “κοινωνικών δικτύων”, το “3 Days” είναι electro για ανθρώπους που έχουν νιώσει κουρασμένοι από τον ίδιο τον έρωτά τους και το “Hunger” είναι ένα χορευτικό καλούδι για όσους έχουν πεθυμήσει τους Beloved του “Sweet Harmony”.
Το “Woman”, ένα εγχείρημα ελεγειακής pop πάνω στον έρωτα και στα στάδια μίας σχέσης, στέκεται στα πόδια του –πόδια από φυσητό γυαλί σαν installation στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Louisiana στη Δανία- με έναν τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για την αίσθησή του και προκαλεί με την πλήρως απογειωμένη διάθεσή του πέρα και πάνω από οποιαδήποτε γήινη, ρεαλιστική κατάσταση. Απευθύνεται ένδοξα στα πλάσματα που ίπτανται πάνω από τα κεφάλια του καθένα, αυτά που είναι αόρατα και αισθητά μόνο από τους δημιουργούς τους.
Επτά φορές συμφώνησα μαζί τους – τα πλάσματά τους συνάντησαν τα δικά τους. Άλλες τρεις όμως, φορές ένιωσα και μόνος μου.
7/10
Depeche Mode “Delta Machine”
Το νέο album των Depeche Mode ξεκινάει με ένα David Gahan στο “Welcome To My World” να βρίσκεται σε διάθεση κιμπάρικη, προσκλητική και γενναιόδωρη. Γίνεται ο ίδιος η φωνή της πρέζας, ή όποιου άλλου παραμυθιαστικού μπορεί να φανταστεί κανείς και απευθύνεται με μουδιαστική φωνή στο θύμα του:
“Καλωσήλθες στον κόσμο μου
Πέρνα το κατώφλι μου
Άσε τα ηρεμιστικά σου στο σπίτι
Δεν τα χρειάζεσαι πια…”
Δεν περίμενα ποτέ ότι οι Depeche Mode θα είχαν ποτέ τόσο –έστω συμβολικά- πετύχει διάνα στην περιγραφή της ρεαλιστικής κατάστασής τους: αφήστε τα ηρεμιστικά στο σπίτι. Με το “Delta Machine” δεν θα σας χρειαστούν. Ούτε πρέζα παίζει εδώ ούτε τίποτα αμαρτωλό. Παίζει μόνο μία μίμηση του “ζόρικου”, “σκοτεινού”, “παρακμιακού” εαυτού των Depeche Mode της “Μαύρης Γιορτής”. Παίζει μόνο μία στυλιστική αναπαράσταση των μαυροφορεμένων με δερμάτινα τύπων που κάποτε ευθύνθηκαν για την γέννηση του EBM.
Σήμερα, οι Depeche Mode αναμοχλεύουν την θεματολογία του αιώνιου δράματος Ενοχή – Λύτρωση και Άγγελος – Διάβολος, σαν πρωτοετείς φοιτητές σκηνοθεσίας. Είναι εντυπωσιακό ότι ο Gahan σε όλη τη διάρκεια του νέου album τους, καλεί να “παραδοθούμε στην θέλησή του”, να “καβαλήσει τα σπασμένα μας φτερά”, να “υπερχειλήσουμε τις αισθήσεις μας” γενικά να κάνουμε τα πάντα, σε υπερθετικό βαθμό, με μία μόνιμη σκιά διαβόλου στο κεφάλι μας (το μπαχάρι της υπόθεσης) με μία ενοχική διάθεση χαμένου, με έναν υπερδραματικό στόμφο… Ποτέ άλλοτε ο David Gahan δεν τραγούδησε με τόσο επαρμένη rock god μαγκιά, ποτέ άλλοτε δεν είχε ενδώσει τόσο απεγνωσμένα στα δέλεαρ του macho star που θέλει να δείχνει ότι “δεν αστειεύεται”. Ξεχάστε την ρομαντική χροια του μετάλλου του, ξεχάστε την λεπτότητα της φωνής του. Αντικαταστήστε όλες τις ποιότητες της ερμηνείας του, όπως την είχατε αγαπήσει ως σήμερα, μόνο με ένταση και με το στανιό guts. Σχεδόν ακούγονται τα σάλια του. Και αυτό τώρα είναι credit;
Μαζί με την απουσία της κομψότητας στη φωνή του Gahan, προσθέστε και τη μεγαλύτερη απώλεια που θα μπορούσε να συμβεί ποτέ στην καριέρα τους: την αυθεντικότητα – στις προθέσεις, στα κίνητρα, στο αποτέλεσμα. Το “Delta Machine” ακούγεται ως ένα album που φτιάχτηκε για να υποστηρίξει μία μαμούθ περιοδεία στην υδρόγειο και αυτός είναι ο κινητήριος μοχλός πίσω του. Καμία ανάγκη των δημιουργών του δεν καλύπτει και καμία επιπρόσθετη πτυχή τους δεν αποκαλύπτει. Είναι ένα album εν πολλοίς αναίσθητο και δήθεν. Μοιάζει να κατατρύχεται από την αγωνία του group να δικαιώσει την προσδοκία των θαυμαστών του – και κει το χάνει: είναι δυνατόν οι άνθρωποι που αγάπησαν τους Depeche Mode μέσα στα τριάντα τελευταία χρόνια να συγκινηθούν με μελωδικές απομιμήσεις των θριάμβων τους και διεκπαιρεωτικές καντάδες στο “μαύρο”; Μόνο και μόνο για να βάλουν το σημαιάκι τους σε μια επικαιρότητα που τους έχει ξεθωριάσει;
Κατά τ’ άλλα, στο “Delta Machine” θα ακούσετε τον Gahan να ξανανακαλύπτει τα πρωτόλεια synthesizers που τα τελευταία χρόνια αγόραζε από το e-bay (μοντέλα των πρώτων Roland που είχαν βγει στη μαζική αγορά στα τέλη των ‘70s) και αποθήκευε στην California. Θα τον ακούσετε να παράγει αυτά τα αρχαία bleeps λες και πρόκειται για την ανακάλυψη του τροχού. Θα τον ακούσετε επίσης να γράφει μερικά από τα χειρότερα τραγούδια της καριέρας του (το “Soft Touch / Raw Nerve” μοιάζει με μία γυμνασιακού επιπέδου τομή ανάμεσα στους Velvet Underground και τους Cabaret Voltaire), μερικά από τα πιο βαρετά (το “Secret To The End” δύσκολα το λες τραγούδι), κάποια από τα πιο λαϊκά (πόσο πιο “Personal Jesus” να ακουστεί το “Soothe My Soul”). Οι μόνες στιγμές που καβαλάνε τη μετριότητα και κάνουν πως την αφήνουν πίσω τους είναι το “Slow”, ένα swamp blues κανονικό με τα όλα του, το “Heaven” ένα “Condemnation” για απαίδευτους και το “Secret To An End” που θα ήταν πολύ πιο της προκοπής αν στις γέφυρές του δεν πάθαινε Ry Cooder.
Τόσο φτωχή συγκομιδή τραγουδιών και τόσο πλήρη έλλειψη γνησιότητας, μόνο στο “Exciter” είχα ακούσει από τους Depeche Mode (μέχρι φέτος, το χειρότερο album τους), ούτε καν στο φιλότιμο “Sounds Of The Universe” του 2009.
Mήπως το clue της πολυαναμενόμενης περιοδείας τους να ήταν να μην παίξουν ούτε ένα τραγούδι από το καινούργιο album τους; Ή έστω το πολύ τρία;
3/10
Foals “Holy Fire”
Στο “Antidotes” και στο “Total Life Forever”, στα δύο προηγούμενα albums τους, οι Foals από την Οξφόρδη έφεραν τη φρέσκια αναενωτική ματιά τους στο τι σημαίνει ανεξάρτητη, φουτουριστική pop. Αν ήταν στην εποχή του new wave θα ήταν μέχρι και οι XTC. Οι Foals έφτιαξαν ένα δικό τους νεοκυματικό στιλ που επιβραβεύτηκε με την αποδοχή των κριτικών και ενός κοινού που είναι πολύ μικρό για να ξέρει τι θα πει “νεοκυματικό”…
Στο “Holy Fire” οι Foals στρέφονται προς μία επική θεματολογία με παραγωγούς τον Flood και τον Alan Moulder που θυμίζει επέλαση σε αμερικανική αρένα, κάπως με τον ίδιο τρόπο που είχαν κάνει οι Simple Minds με το “Sparkle In The Rain” και οι U2 με το “Unforgettable Fire”. Οι Foals δεν κρατιούνται να βρεθούν μέσα στο γήπεδο, ξεκινώντας από τον τίτλο του album κιόλας: όταν ακούς κάποιον να επικαλείται “ιερές φωτιές” και τα ρέστα, κάτι μαζικό έρχεται.
Έτσι, οι Foals ακούγονται στο “Holy Fire” σαν Killers χωρίς το πολύ glamour. Τίποτα κακό δεν θα υπήρχε σε αυτό αν τα τραγούδια τους είχαν και μερικές πιο γερές αξίες από την γηπεδική φύση τους και από τα συνθηματολογικά ρεφρέν. Ο Γιάννης Φιλιππάκης, ως μπροστάρης των Foals ακούγεται σαν Ευρωπαίος που έχει έτοιμες τις βαλίτσες του για να βαφτιστεί πολίτης του κόσμου. Αλλά ξαφνικά, η φωνή του δεν ακούγεται επαρκώς χαρισματική για αυτή τον ρόλο – όχι τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο που ακουγόταν το 1986 ο Jim Kerr με το “Once Upon A Time”. Είναι ίσως επειδή, η γεμάτη νευρώσεις χροια του, ταιριάζει πιο πολύ στα βρετανοκεντρικά σχήματα που σκάρωσαν στο “Total Life Forever” παρά στα μεγαλόπνοα του “Holy Fire”.
Μέσα στο album, η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν μερικά πολύ ιδιαίτερα κομμάτια όπως το εξαιρετικό “My Number”, το “Everytime” και το “Providence” που τους βγάζουν από τη λίγκα των αμερικανολιγούρηδων. Διαθέτουν ορμή, αυτή την twisted, συναισθηματική αγωνία και ρυθμούς εντυπωσιακούς που προκαλούν δέος. Στα περισσότερα όμως καινούργια τραγούδια τους, οι Foals δεν γλυτώνουν από τον ιό της μεγαλομανίας. Ξεκινούν με ένα “Prelude” που μοιάζει με τον Jeff Beck να κουρδίζει την κιθάρα του για συναυλία των U2. Στο “Inhaler” ακούγονται σαν τους Mission. Χωρίς πλάκα. Στο “Bad Habbit” φτιάχνουν ένα lighter – anthem για να φάει τη σκόνη τους ο Brandon Flowers. Όταν χαμηλώνουν τους τόνους (“Stepson”) για να ακουστούν ατμοσφαιρικοί και οριακά μελαγχολικοί, προδίδονται από την υπερδαματική ενορχήστρωση του Flood (κυκλωτικά βιολιά που εντείνουν ένα σασπένς πολύ στιλιστικό για να ακουστεί ειλικρινές).
Οι Foals ακούγονται σαν να έχουν θυσιάσει τα βασικά τους συγκριτικά πλεονεκτήματα, υπέρ μίας δυνητικής υπερεπιτυχίας που θα τους ανυψώσει στο επιτελείο των ισχυρών της βιομηχανίας. Με το ένα πόδι στην παράδοση του καλοτεχνίτη βρετανού και με το άλλο μέσα στη μπότα του ιππέα της αμερικανικής περιοδείας με τους πενήντα σταθμούς σε βασικές πόλεις της επικράτειας, δεν είναι ένας διχασμός με μέλλον.
Δεν είναι και να αγανακτείς με την μεγαλομανία που τους έχει δείρει ανελέητα, αλλά ακριβώς τα μισά –πεντέμισυ δηλαδή- κομμάτια ενός album με έντεκα συνολικά κομμάτια, είναι περίπου αναλώσιμα.
5/10
-
Αρχείο
- Απριλίου 2013 (3)
- Μαρτίου 2013 (4)
- Φεβρουαρίου 2013 (4)
- Ιανουαρίου 2013 (11)
- Δεκεμβρίου 2012 (24)
- Νοεμβρίου 2012 (8)
- Οκτωβρίου 2012 (1)
- Αυγούστου 2012 (3)
- Ιουλίου 2012 (2)
- Ιουνίου 2012 (3)
- Μαΐου 2012 (1)
- Απριλίου 2012 (2)
-
Κατηγορίες
-
RSS
Καταχωρήσεις RSS
Σχόλια RSS