All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Posts Tagged ‘Visage’

Πάγος

Posted by gone4sure στο 8 Ιουλίου 2018

Το «Permafrost» είναι τρομακτικό. Όσο λίγα τραγούδια του post punk. Διαθέτει το βλέμμα του ψυχρού εκτελεστή και την ατμόσφαιρα ενός μεγαλοπρεπούς φινάλε.

Magazine

Magazine: από αριστερά John Doyle, Howard Devoto, Barry Adamson, Dave Formula, John McGeoch

Όταν ο Howard Devoto αποχώρησε από τους Buzzcocks στις αρχές του 1977, ο μουσικός Τύπος εστιάστηκε πάνω στο επόμενο βήμα του με μια δίψα πρωτοφανή. Η φόρα της θετικής ενέργειας από τον Τύπο περιέβαλλε αμέσως την καινούργια μπάντα του, τους Magazine και η Virgin τους υπέγραψε μόλις μετά από πέντε συναυλίες που είχαν δώσει. Ο Devoto είχε περιφρονήσει το punk και είχε ήδη κάνει σαφείς τις διαθέσεις του να στραφεί σε πιο διανοοούμενα πεδία και σε πιο αφηρημένα θεματικά πλαίσια. Η αγγελία που είχε καρφιτσώσει στο Virgin Megastore του Manchester έγραφε ότι «Ο Howard Devoto αναζητά μουσικούς για να παίζουν και να ηχογραφούν γρήγορη και αργή μουσική. Η νοοτροπία του punk, όχι απαραίτητη. Δεκτά τα πνευστά ή η φωτιά.» Ο τρόπος που είχε συνδιαμορφωθεί ο πολιτισμός του Devoto στο Manchester, στο σπίτι της Lower Broughton Road που μοιραζόταν με τη ερωμένη του τότε Linder Sterling (Linda Mulvey), γραφίστρια και μέλος μετέπειτα της art pop μπάντας Ludus και τον Richard Boon, manager των Buzzcocks, ήταν με τις πολλαπλές ακροάσεις των αγαπημένων δίσκων τους -από kraut rockers σαν τους Can, Iggy Pop και Velvet Underground, αμερικανικό punk όπως ο Richard Hell– και την φανατική ανάγνωση βιβλίων που αντάλλαζαν μεταξύ τους με φρενήρεις ρυθμούς.

Οι Magazine εδραιώθηκαν στο σκηνικό του 1978 με το ντεμπούτο single τους «Shot By Both Sides» τον Ιανουάριο του 1978 και το album «Real Life» τον Ιούνιο του 1978. Τον Ιούλιο του 1978 ο Devoto θέλησε να δώσει το στίγμα των Magazine και την αντι-punk στάση τους: «Η ανάμειξη με το punk σήμαινε μια αντίδραση απέναντι σε όλα όσα βρίσκονταν στον αέρα εκείνη την εποχή, οπότε η δημιουργία των Magazine ήταν μια αντίδραση απέναντι στο punk… Απλά δε μου αρέσουν τα κινήματα. Είμαι απλά διεστραμμένος.» Μετά το πέρας της βρετανικής περιοδείας τους, στο τέλος του Ιουλίου 1978, ο drummer τους Martin Jackson που αργότερα θα εμφανιζόταν ως ένας από τους Swing Out Sister, αποχώρησε από το σχήμα που αποτελούνταν από τον Howard Devoto (Howard Trafford – φωνή), Barry Adamson (μπάσο), Dave Formula (David Tomlinson – πλήκτρα) και John McGeoch (κιθάρα). Τον Martin Jackson αντικατέστησε προσωρινά ο Paul Spencer από τους Speedometors για μια σειρά από συναυλίες στην Ευρώπη τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1978 και από τον Οκτώβριο του 1978, drummer τους έγινε ο John Doyle.

Magazine ‎- Give Me Everything

Magazine «Give Me Everything / I Love You, Big Dummy» (Νοέμβριος 1978, Virgin)

To «Give Me Everything» των Magazine:

Τον Νοέμβριο ηχογράφησαν το single «Give Me Everything» σε παραγωγή του Tony Wilson, ένα υπέροχο, υπόγειο post punk τραγούδι με groovy rhythm section και καταπληκτική δουλειά του Formula στα πλήκτρα που παραπέμπουν σε riff των 60s. Το «Give Me Everything» ήταν επηρρεασμένο από την beat pop αλλά ήταν και μία ένδειξη για την κατοπινή επιλογή του Devoto να διασκευάσει Sly And The Family Stone. Στο εξώφυλλο του single θα φαινόταν ξανά η αγάπη του Howard Devoto στους Συμβολιστές. Η εικόνα που επέλεξε να βάλει ήταν το έργο του γάλλου συμβολιστή και πρόδρομου των εξπρεσιονιστών, Odilon Redon, «The Cactus Man» του 1881. Είναι προφανές ότι ο Devoto αγαπούσε το έργο του Odilon Redon αφού και στο εξώφυλλο του «Shot By Both Sides» είχε βάλει την Χίμαιρα του Redon του 1891. Τον Redon θα τιμούσε ξανά ο Devoto το 2011 στο εξώφυλλο του «No Thyself» των Magazine χρησιμοποιώντας το έργο του «The Origins» του 1883 αλλά και στο εξώφυλλο του single τους «Hello Mister Curtis (With Apologies)«. To «Give Me Everything» ήταν ένας σύνδεσμος ανάμεσα στο ντεμπούτο album τους «Real Life» και το επερχόμενο δεύτερο «Secondhand Daylight» δεν προωθήθηκε καθόλου από την Virgin, κυκλοφόρησε σιωπηλά και φυσικά δεν ανέβηκε στο chart. Στη δεύτερη πλευρά υπήρχε η διασκευή τους στο «I Love You You Big Dummy» του Captain Beefheart, από το τέταρτο album του με την Magic Band, «Lick My Decals Off, Baby» του 1970. Ένα boogie του Don Van Vleet που στα χέρια των Magazine γίνεται ένα ξεκάθαρο θραυστικό punk rock χωρίς περιστροφές, που φανερώνει την επιρροή του από το αμερικανικό punk, φυσικά τους Stooges αλλά και τους Modern Lovers.

Captain Beefheart & The Magic Band ‎- Lick My Decals Off, Baby

Captain Beefheart & His Magic Band «Lick My Decals Off Baby» (1970, Bizarre / Reprise)

To «I Love You You Big Dummy» των Captain Beefheart & His Magic Band:

To «I Love You You Big Dummy» των Magazine:

Ακολούθησαν κι άλλες συναυλίες μέχρι τον Δεκέμβριο του 1978. Μετά την Πρωτοχρονιά του 1979 οι Magazine μπήκαν στα Good Earth Studios για να ξεκινήσουν την ηχογράφηση του δεύτερου album τους. Αρχικά ο Devoto ήθελε ως παραγωγό τον John Barry αλλά αυτό δεν ήταν φυσικά, δυνατόν, όπως δεν στάθηκε δυνατό να έχει και τον Tony Visconti, παραγωγό του David Bowie και για αυτό κατέληξαν στον Colin Thurston, που είχε κάνει ηχοληψία στο «Low» του Bowie και στο «Lust For Life» του Iggy Pop, αν και η επιλογή ήταν αρκετά παρακινδυνευμένη: ήταν η πρώτη παραγωγή που έκανε ο Thurston χωρίς ωστόσο να τους το πει. Το «Secondhand Daylight» κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1979 μαζί σχεδόν με το single «Rhythm Of Cruelty» / «TV Baby» και ήταν η επικύρωση της εντελώς ξεχωριστής προσωπικότητας του Devoto και της εκλεκτής θέσης που είχαν αποκτήσει οι Magazine στο προσκήνιο πριν καν κατακάτσει η σκόνη των ορδών του punk. Όχι μόνο αψηφούσαν την θραυστική ενέργεια του punk αλλά μετακινούνταν ακόμα πιο προκλητικά, μακρύτερα και από το ίδιο το ντεμπούτο album τους, ασπάζονταν τον έντεχνο γοτθισμό με τα κυρίαρχα keyboards και τις μεσόρυθμες μελωδικές συνθέσεις που δεν περιορίζονταν μόνο σε δύο ακκόρντα. Το «Secondhand Daylight» ακουγόταν υποβλητικό και μεγαλοπρεπές με μια υφέρπουσα τρομακτική υφή, πολύ αλλόκωτη για το 1979, όσο περίπου αλλόκωτη φαινόταν και η κατεύθυνση των Public Image Ltd. μετά την ισοπέδωση των Sex Pistols. Οι συνθέσεις είναι γραμμένες από διαφορετικά μέλη της μπάντας η καθεμιά, ή από συνδυασμούς δύο μελών τους και όλοι οι στίχοι ήταν γραμμένοι από τον Devoto.

Ο Nick Kent έγραψε στην κριτική του για το NME ότι «ενώ πριν είχαν δυνατότητες που εκπλήρωναν κατά το ήμισυ μόνο, υπάρχει πλέον μια αυστηρή αίσθηση κύρους στη μουσική τους. Οι Magazine είναι μια δύναμη υπολογίσιμη«, ξεχωρίζοντας τα «Feed The Enemy«, «I Wanted Your Heart«, «Back To Nature» και φυσικά το «Permafrost» ως τα αριστουργήματά τους. Ο James Truman στο Melody Maker τόνισε την ατμόσφαιρα της παρακμής και του μη ρεαλιστικού και επεκτάθηκε πάνω στην ασεξουαλικότητά του. Βρήκε το album πομπώδες και σύστησε στον Devoto «να κάνει κάποια μαθήματα φωνητικής» ενώ χαρακτήρισε την μπάντα ως «ποζάτους art rockers σε κατάσταση φουτουριστικού shock«. Βρήκε επίσης τον ήχο του album «αυταρχικό και χωρίς λόγο υπερβολικό» και κατηγόρησε τον παραγωγό Colin Thurston ότι «έθαψε τα τραγούδια κάτω από απανωτές στρώσεις δραματικών, παγωμένων υφών«. Ο Garry Bushell του Sounds βρήκε τα τραγούδια «πέμπτης διαλογής από το «Low» και δευτεροκλασάτα» και «μία επιστροφή στο ψέμα του progressive των 70s«. Ο Garry Bushell που πούσαρε το punk των Sham 69, τόνιζε ότι οι Magazine είχαν γυρίσει την πλάτη τους στο punk και ότι κατάφεραν να ξεχάσουν ότι ο λόγος που ο Howard Devoto είχε φύγει από τους Buzzcocks ήταν επειδή δεν του άρεσε να κατηγοριοποιείται ως μέρος του punk ρεύματος και ότι ως τραγουδιστής «δεν μπορεί να επικοινωνήσει τίποτα άλλο πέρα από την αδιαμφισβήτητη από τον ίδιο, ανωτερότητά του σχετικά με την υπόλοιπη ανθρωπότητα«…

Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1979 οι Magazine έκαναν ξανά μια περιοδεία που ανέβασε το album στο Νο.38 του chart ενώ τον Απρίλιο και τον Μάιο ξαναπεριόδευσαν με τους Simple Minds και από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο ταξίδεψαν στην Αμερική για να συνεχίσουν πάλι το φθινόπωρο την περιοδεία τους στην Βρετανία. Όταν οι ορδές του punk γιγαντώνονταν και είχε φανεί στην ατμόσφαιρα ότι θα κυριαρχήσουν στο προσκήνιο, ο Devoto είχε ήδη βαρεθεί. Όπως είπε στον Nick Kent, «Βασικός παράγοντας του πώς λειτουργώ είναι ότι είμαι πολύ καλός σε αυτό που θα αποκαλούσα «αρνητική ώθηση». Βαριέμαι πολύ εύκολα και αυτή η πλήξη μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μένα ώστε να συλλάβω και να πραγματοποιήσω μια καινούργια δράση. Στην ουσία, η «αρνητική ώθηση» πάντα πίστευα ότι ήταν αυτό που έπρεπε να πρεσβεύει το ήθος του punk: συνεχή αλλαγή, αποφυγή των μπαγιάτικων αλλαζονιών, το να κάνεις αυτό που θεωρείται απαράδεκτο.«

Magazine - Secondhand Daylight

Magazine «Secondhand Daylight» (Μάρτιος 1979, Virgin)

To «Permafrost» των Magazine:

Οι βροντές φέραν λίγο χαλάζι έξω από το σπίτι πάλι
Σήμερα σε ξαναείδα μπροστά μου
Δεν έχω ιδέα τι θες
Έχω όμως κάτι να πω

 Καθώς η μέρα πεθαίνει
Στο μέρος όπου έχουμε χαθεί
Θα σε σύρω και θα σε γαμήσω
Πάνω στον πάγο

 Δεν είναι και πολλά που μου λείπουν
Είμαι πολύ ξεχασιάρης σ’ αυτά
Η ζάχαρη είναι γλυκιά κάποιες φορές
Είναι δύσκολο να θυμάσαι μερικά πράγματα

 Καθώς η μέρα πεθαίνει
Στο μέρος όπου έχουμε χαθεί
Θα σε σύρω και θα σε γαμήσω
Πάνω στον πάγο


Magazine - Play

Magazine «Play» (1980, Virgin)

Το «Permafrost» των Magazine σε live εκτέλεση:

Στην εκτέλεση από το live τους «Play» από ηχογράφηση της συναυλίας τους στο Festival Hall της Μελβούρνης στην Αυστραλία στις 6 Σεπτεμβρίου 1980, το «Permafrost» δεν διαθέτει αυτή την αύρα του μυσταγωγικού τρόμου, γίνεται ελαφρώς πιο γεμάτο στην παραγωγή του, τα στοιχεία του κινηματογραφικού σασπένς μειώνονται και τα πλήκτρα του Formula αναλαμβάνουν επιπλέον πρωτοβουλίες στο διάκοσμό του. Η φωνή του Devoto ακούγεται απείρως πιο εκφραστική κι ελαστική από εκείνη της στουντιακής εκτέλεσης αλλά αυτό για την περίπτωση του «Permafrost» δεν είναι απαραίτητα θετικό.

Τα αγαπημένα τραγούδια του ίδιου του Devoto από το album όπως δήλωσε στον Nick Kent του NME, τον Απρίλιο του 1979 ήταν τα «Feed The Enemy«, «I Wanted Your Heart» και «Permafrost«. Όταν ο Nick Kent είπε στον Devoto ότι πιστεύει ότι τραγούδησε το «Permafrost» πολύ ψυχρά, ο Devoto του απάντησε ότι «για μένα είναι ζεστό. Δεν έχεις βιώσει τις άπειρες δυνατότητες ενός αδρανούς σώματος;» Το «Permafrost» συνοψίζει με μεγαλοπρέπεια το «Secondhand Daylight» ως το τελευταίο τραγούδι στη σειρά, που ολοκληρώνει το δίσκο. Ακούγεται βαρύ, μεγαλοπρεπές και με μια ανησυχητική περιρέουσα αίσθηση κινδύνου σαν ηχητική επένδυση κάποιου εγκλήματος που δεν έχει συμβεί ακόμα. Θα μπορούσε να είναι το σταθερό, αργό βήμα του δολοφόνου προς το θύμα του, ή το υπνωτισμένο περπάτημα ενός αυτόχειρα προς το θάνατό του. Θα μπορούσε να είναι ο John Barry με αντικαταθλιπτικά να επενδύει ένα υπόγειο thriller ή θα μπορούσε να είναι ο Brian Eno στη δεύτερη πλευρά του «Low» του Bowie. Χρησιμοποιώντας τον Colin Thurston ως παραγωγό, ο Devoto αυτό λαχταρούσε για το «Secondhand Daylight» που μετουσιώθηκε μοναδικά στο «Permafrost«: την ατμόσφαιρα του «Low«. Όπως δήλωσε ο Devoto άλλωστε, «το «Low» είχε μια τεράστια επίδραση πάνω μου. Ο ήχος των τυμπάνων, η μινιμαλιστική φύση της παραγωγής, όλα τα ηλεκτρονικά πράγματα που έκανε ο Eno στη δεύτερη πλευρά.» Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ένα μήνα μετά τον Ιανουάριο του 1977 που κυκλοφόρησε το «Low«, βγήκε στην αγορά το «Spiral Scratch» EP των Buzzcocks και μερικές εβδομάδες αργότερα ο Devoto έφυγε από τους Buzzcocks, διατηρώντας όμως τη φιλία του με τον Pete Shelley… Μοιάζει σαν να βρήκε ακριβώς αυτό που ήθελε και ξεκίνησε να επικεντρώνεται σε αυτό και μακριά από το αγελαίο punk… Κατά ένα σημειολογικό ή πραγματικό τρόπο, οι Stooges με το «Funhouse» στάθηκαν η αιτία να σχηματίσει τους Buzzcocks και ο David Bowie με το «Low«, η αιτία να φύγει από τους Buzzcocks για να δημιουργήσει τους Magazine. Πάλι στη συνέντευξή του στον Nick Kent στο NME τον Απρίλιο του 1979, ο Devoto είπε ότι «Ήταν μια κυριολεκτικά, στιγμή έμπνευσης, αυτό που είχα με το «Funhouse«. Αυτό που ενεργοποίησε το σχηματισμό μιας μπάντας. Όλοι είχαν μπουχτίσει με την rock μουσική σε κείνα τα φρικτά μέσα των 70s, την προ-Sex Pistols περίοδο στειρότητας. Είχα αρχίσει να ακούω jazz, κλασική και ethnic μουσική, οτιδήποτε για να ξεφύγω από το rock. Η ακρόασή μου στο rock περιοριζόταν στα τρία albums των Stooges γιατί ήταν οι μόνοι δίσκοι που μου έκαναν αίσθηση. Συν ότι ήταν μια σκατένια περίοδος στη ζωή μου. Το βρήκα τόσο υπέροχο να βουτάω στην υπερ-αρνητικότητα αυτής της μουσικής.»

Magazine Gatefold Photo

Magazine: η φωτο από το άνοιγμα του gatefold album

Στη βίβλο του post punk «Rip It Up And Start Again» ο Simon Reynolds γράφει για το «Permafrost«: «Με πυκνή παραγωγή και βαρυφορτωμένη, το «Secondhand Daylight»  ωστόσο περιείεχε ένα τουλάχιστον αριστούργημα με το «Permafrost», μία εσκεμμένα βαρύθυμη σύνθεση που τα πλεονεκτήματά της περιλαμβάνουν μία κολλώδη μπασογραμμή του Barry Adamson, ένα γεμάτο γωνίες κιθαριστικό solo του κιθαρίστα John McGeoch που θα μπορούσε να υπάρχει στο «Lodger» του David Bowie και την πιο δημοφιλή φράση του Devoto «Θα σε σύρω και θα σε γαμήσω πάνω στον πάγο.» Η απαράμιλλη γοητεία όμως του «Permafrost» απορρέει ίσως, αρχικά από τα keyboards του Dave Formula, ενός μουσικού που είχε λειτουργήσει καταλυτικά στον ήχο των Magazine. Ο κιμπορντίστας είχε διαδεχτεί τον αρχικό κιμπορντίστα της μπάντας Bob Dickinson και είχε φέρει μαζί του την εμπειρία του από τα πολλά χρόνια ύπαρξής του στο μουσικό χώρο, ξεκινώντας από τους St. Louis Union στα 60s. Ο Formula έμενε μαζί με τον Martin Hannett σε ένα διαμέρισμα στο Manchester όταν αντικατέστησε τον Bob Dickinson στους Magazine και εκείνη την εποχή έπαιζε με ένα cabaret τρίο στο Ritz Ballroom. Ο Formula, όπως έγραψε ο Simon Reynolds, «έφερε στους Magazine μια πλούσια αίσθηση δραματικότητας και αισθητικού διάκοσμου. Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς σήμερα, ότι τότε, η παρουσία των keyboards φάνταζε αμφισβητούμενη στον άμεσο απόηχο του punk – το όργανο, που ακόμα ταυτιζόταν με το progressive rock, ακουγόταν παρακμιακό με τις διακοσμητικές υπερβολές του.» Ωστόσο, όμως ο Dave Formula είχε μουσική καταγωγή από το rhythm n’ blues, δεν είχε καμία πολιτισμική σχέση με τον Keith Emerson των Emerson Lake & Palmer ή με τον Geoff Downes των Yes. Ο Formula γέμισε τον ήχο των Magazine, πρόσδωσε ατμόσφαιρα και περιπέτεια, ήταν ευέλικτος και ανοιχτόμυαλος, δεν διατηρούσε καμία αλλαζονική ή φετιχιστική σχέση με τα πλήκτρα του.

Howard Devoto & Linder Sterling

Howard Devoto & Linder Sterlng

Ο Devoto είχε σπουδάσει φιλοσοφία και λογοτεχνία στο Bolton Institute of Technology και μελετούσε τους Συμβολιστές ποιητές και το «Against Nature» του Joris Karl Huysmans, ένα βιβλίο σχετικά με έναν δανδή τον Jean Des Esseintes που προσπαθεί να μετατρέψει τη ζωή του σε έργο τέχνης, αφιερώνοντας το χρόνο και την περιουσία του στην αναζήτηση των πιο λεπτών ηδονών (όπως π.χ. ένα «οσφρητικό όργανο» που του επιτρέπει να παίζει μια συμφωνία αρωμάτων) για να καταλήξει να υποκύψει σε μια απειλητική για τη ζωή του νευρασθένεια… Κατά ένα τρόπο, ο Howard Devoto εισήγαγε με την στάση, την εξωλεκτική του, τις αισθητικές επιλογές του, τους Συμβολιστές σε ένα ευρύτερο post punk κοινό, επιβεβαιώνοντας στην ουσία ότι το αίτημα του post punk για γνήσια έκφραση του εαυτού χωρίς τους συμβατικούς και πληκτικούς περιορισμούς του παλιού rock ήταν αυτό που είχε ανάγκη η γενιά του. Δεν ήταν μόνο ο Odilon Redon που είχε γοητεύσει τη φαντασία του Devoto με τις παραμορφωμένες, σκοτεινές και δραματικές απεικονίσεις πλασμάτων, δαιμόνων και κεφαλών βγαλμένων από την πιο μύχια φαντασία. Ήταν φυσικά και οι Συμβολιστές ποιητές στα τέλη του 19ου αιώνα, αυτοί που είχαν μια τρομερή επίδραση πάνω στον ψυχισμό του. Οι γάλλοι Stéphane Mallarmé, Paul Verlaine, Arthur Rimbaud, Jules Laforgue, Henri de Régnier, René Ghil, και Gustave Kahn, οι βέλγοι Émile Verhaeren και Georges Rodenbach, ο ελληνικής καταγωγής Jean Moréas και οι αμερικανοί Francis Viélé-Griffin και Stuart Merrill, ήταν οι βασικοί Συμβολιστές στην ποίηση που εξέφρασαν με το έργο τους την προσωπική συναισθηματική εμπειρία μέσα από υπαινικτική χρήση μιας έντονα συμβολικής γλώσας, αρνούμενοι τις συμβάσεις και τους φορμαλισμούς της παλιάς ποίησης. Οι Συμβολιστές αφέθηκαν στο παιχνίδι των αισθήσεων και πάλεψαν να αντικαταστήσουν τον όρο παρακμιακός με τον όρο συμβολιστής, στο φιλολογικό λεξιλόγιο, με τον ίδιο τρόπο που οι βασικοί Συμβολιστές ζωγράφοι, Gustave Moreau, Odilon Redon, και Pierre Puvis de Chavannes έκαναν ακριβώς το ίδιο με τις απεικονίσεις τους. Στα πλάσματα που έφτιαξε ο Odilon Redon μπορεί κανείς να δει τις συνειρμικές αναγωγές στα αλλόκωτα παγώνια που πύκνωναν το Blitz Club, τους νεορομαντικούς. Θάλεγε κανείς ότι οι νεορομαντικοί εμπνεύστηκαν -συνειδητά ή ασύνειδα- τις μεταμορφώσεις τους από τις μορφές, τους δαίμονες και τα ξωτικά του Odilon Redon:

Head On A Stem

Head On A Stem του Odilon Redon

Kim Bowen

Kim Bowen: στυλίστρια και Blitz Kid

Man's Head

Man’s Head του Odilon Redon

Melissa Kaplan - Blitz Club

Melissa Kaplan: σχεδιάστρια και Blitz Kid

The flower of the swamp, A sad human head - 1885

The Flower Of The Swamp, A Sad Human Head (1885) του Odilon Redon

Michelle Clapton - St. Martin's Stephen Linard's Neo Gothic Show 1980

Michelle Clapton: σχεδιάστρια, μοντέλο του Stephen Linard για την συλλογή Neo Gothic στην Καλών Τεχνών St. Martin’s

Madness 1883

Madness (1883) του Odilon Redon

Steve Strange

Steve Strange: τραγουδιστής των Visage και πορτιέρης στο Blitz Club

Visage - Blitz Club

Visage έξω από το Blitz Club: από αριστερά Rusty Egan, John McGeoch, Barry Adamson, Billy Currie, Dave Formula, Steve Strange, Midge Ure

Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν ότι όταν οι Magazine επέστρεψαν από την περιοδεία τους στην Αμερική, τρεις από αυτούς συμμετείχαν σε ένα νέο σχήμα εκείνης της εποχής που είχε δημιουργηθεί με πρωτοβουλία του Rusty Egan drummer των Rich Kids και dj στο Billy’s Club του Soho που πραγματοποιούσε τις θρυλικές Βραδυές Bowie και του Steve Strange, πορτιέρη στο ίδιο club, ο οποίος είχε κάνει κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες στο post punk κλίμα της εποχής με τους Moors Murderers και τους Photons. Ο Dave Formula στα keyboards ήταν πρωταγωνιστικός όπως και ο Barry Adamson με το μαγικό μπάσο του και ο κιθαρίστας John McGeoch παίζοντας όμως σαξόφωνο, όλοι από τους Magazine, ενωμένοι με τον Billy Currie των Ultravox στα synthesizers, τον Midge Ure επίσης στα synths, που τότε έφευγε από τους Rich Kids για να αντικαταστήσει τον John Foxx στους Ultravox, με τον Rusty Egan να παίζει drums και τον Steve Strange να τραγουδάει. Το single που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1979 αυτό το super group υπό το όνομα Visage ήταν το «Tar» ένα τραγούδι που εστιάζει θεματικά στα δεινά του εθισμού στη νικοτίνη με δεύτερη πλευρά το synth πείραμα «Frequency 7«. Το single κυκλοφόρησε στην Radar Records αν και ο Martin Rushent είχε αρχικά ενδιαφερθεί να το κυκλοφορήσει στην Genetic Records. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ γιατί η Genetic φαλίρισε και έκλεισε. Το single ωστόσο ηχογραφήθηκε στο studio του σπιτιού του Rushent στο Berkshire. Συντονισμένο στη χορευτική κουλτούρα του Billy’s που πλέον το Σεπτέμβριο είχε μετονομαστεί σε Blitz Club, το «Tar» ήταν περήφανα νεορομαντικό, πάντρευε το post punk με την synth pop και λειτούργησε ως ένας προπομπός για τα τρία albums των Visage που θα ακολουθούσαν αλλά και όλου του νεορομαντικού ρεύματος. Το «Frequency 7» στη δεύτερη πλευρά ήταν ακόμα πιο φουτουριστικά προσανατολισμένο – μια ακριβής τομή ανάμεσα στους Kraftwerk και τους Normal του Daniel Miller, με έναν κοφτό, ψυχρό twisted disco ρυθμό και τη φωνή του Steve Strange περασμένη μέσα από ένα autotune που οι αντηχήσεις επιτείνουν την εφιαλτική δυστοπία.

Visage - Tar

Visage «Tar / Frequency 7» (Σεπτέμβριος 1979, Radar)

Το «Tar» των Visage:

Το «Frequency 7» των Visage:

Μετά το τέταρτο album τους «Magic Murder And The Weather«, οι Magazine διαλύθηκαν και επανεμφανίστηκαν μόλις το 2011 για ένα καινούργιο album, το «No Thyself«. Ο Howard Devoto κυκλοφόρησε ένα solo album το 1983, το «Jerky Versions Of A Dream«, δημιούργησε το ντουέτο Luxuria, μαζί με τον Noko για δύο albums (1988 – 1990) και ηχογράφησε και ένα album με τον Pete Shelley, το «Buzzkunst» το 2002. Ο Barry Adamson παράλληλα με τους Magazine συνεισέφερε στα δύο πρώτα albums των Visage (1979 – 1981), έγινε μέλος των Bad Seeds του Nick Cave για τέσσερα albums τους (1984 – 1987), έπαιξε στους Luxuria (1988 – 1990) και κυκλοφόρησε δώδεκα προσωπικά albums (1989 – 2016). O John McGeoch έπαιξε στους Visage (1979- 1981), στους Banshees της Siouxsie (1980 – 1982) στους Armoury Show (1983 – 1985) και στους Public Image Ltd. (1986 – 1992). Ο Dave Formula συνέχισε με τους Visage (1979 – 1981), με τους Ludus (1982 – 1987), σχημάτισε τους Angel Brothers και τους Design For Living και κυκλοφόρησε ένα προσωπικό album το 2007 και ένα με την Christine Hanson το 2011. Ο John Doyle έπαιξε στους Armoury Show (1983 – 1985).


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siiouxsie & The Banshees «Overground»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 3 Σχόλια »

Βιέννη

Posted by gone4sure στο 3 Ιουνίου 2018

Το «Vienna» είναι μία απίθανη ελεγεία στον χαμένο έρωτα ή στο χαμένο shangri la. Εκεί που δεν μπορείς να επιστρέψεις.

Midge & Rusty - Rich Kids

Rusty Egan και Midge Ure στους Rich Kids

Visage

Visage: Rusty Egan, Steve Strange, Midge Ure

Μετά τη θητεία τους στους Rich Kids, ο Midge Ure και ο Rusty Egan ένιωσαν τα synthesizers και την τεχνολογία που έρχεται από το μέλλον να τους καλούν επιτακτικά. Το super group που σχημάτισαν ονομάστηκε Visage και ήταν μια κολλεκτίβα μουσικών με τον Steve Strange, πορτιέρη του Blitz club, ως βιτρίνα, στα φωνητικά, τους Dave Formula, John McGeoch και Barry Adamson από τους Magazine και τον Billy Currie των Ultravox: «Το concept μιας καλλιτεχνικής κολλεκτίβας ήταν ριζοσπαστικό,» έγραψε στην αυτοβιογραφία του ο Midge Ure. «Η προώθηση των Visage μπορεί να αποδείχτηκε ένας λογιστικός εφιάλτης αλλά ήταν ένα στουντιακό – εικαστικό σχήμα που δεν έπαιζε ποτέ ζωντανά το υλικό σε συναυλίες και δεν έκανε καμία τηλεοπτική εμφάνιση ως σύνολο. Η χαρά ήταν που στέλναμε τον Steve Strange συνοδευόμενο από δύο χορευτές σε κάθε βαθύ και σκοτεινό σημείο της Ευρώπης για να κάνει τις τηλεοπτικές εμφανίσεις. Οι Visage έφτασαν σε χώρες που οι Ultravox δε γινόταν να φτάσουν. Οι Γάλλοι λάτρεψαν τους Visage.» Ο Midge Ure φυσικά είχε όλο το συντονιστικό ρόλο πίσω από το σχήμα και επιπλέον την παραγωγή. Μετά από δύο albums ο Midge Ure εγκατέλειψε το σχήμα αλλά είχε γίνει η σπουδαία γνωριμία του με τον Billy Currie…

Ultravox with John Foxx

Ultravox στην πρώτη φάση τους: Από αριστερά, Stevie Shears, Chris Cross, John Foxx, Warren Cann, Billy Currie

Ήταν ο Rusty Egan, φυσικά που πρώτος έριξε την ιδέα να μπει ο Midge Ure στις τάξεις των Ultravox που είχαν ήδη κυκλοφορήσει τρία albums με ηγέτη τον John Foxx. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του πρώτου album των Visage, οι Ultravox γύρισαν από μια αμερικανική περιοδεία τους, διαλυμένοι. Ο John Foxx είχε αποχωρήσει για να κάνει μια μακρά και αποδοτική καριέρα, ο κιθαρίστας Robin Simon είχε ερωτευτεί και είχε αποχωρήσει κι αυτός, επιστρέφοντας στην Αμερική και ο Billy Currie, ο Warren Cann και ο Chris Cross γυρίζοντας πίσω βρήκαν μια επιστολή από την Island Records που τους ενημέρωνε ότι δεν ανήκουν πια στο δυναμικό της εταιρίας και επιπλέον ότι χρωστούν και ένα τεράστιο ποσό χρημάτων. Μια μέρα, ο Rusty Egan είπε στον Billy Currie, «νάτος ο κατάλληλος, είναι τραγουδοποιός, τραγουδιστής, παίζει κιθάρα και μπορεί να παίξει και keyboards. Ο Midge είναι ο άνθρωπός σου.» Ο Billy Currie δεν πείστηκε αλλά είχε πέσει ο πρώτος σπόρος. Ήξερε ήδη πόσο πολύ επιθυμούσε ο Midge να βρει μια ευκαιρία να συνεργαστεί μαζί τους, πόσο πολύ ήταν ενθουσιασμένος να μπει στην μπάντα τους και να ασχοληθεί με τα keyboards και την τεχνολογία. Έγραψε αργότερα στο βιβλίο του ο Midge Ure: «Περίμενα να μου το ζητήσουν, στεκόμουνα τριγύρω περιμένοντας. Οι Ultravox υπήρχαν ήδη επί πέντε χρόνια (αρχικά ως Tiger Lily) και είχαν χτίσει ένα συμπαγές κοινό στα κολέγια με τον John Foxx, χαρισματικό ηγέτη τους. Πιστεύω ότι στο τρίτο album τους «Systems Of Romance» είχαν βρει τον εαυτό τους, το λάτρευα αυτό το album, ο Rusty έπαιζε το «Quiet Man» και το «Slow Motion» στο Blitz Club όπου αποτελούσαν μία από τις βασικές επιδράσεις. Ήταν πολύ κρίμα που διαλύθηκαν, αν και ήταν πολύ καλό για μένα».

Ultravox

Ultravox στη δεύτερη φάση τους. Από αριστερά: Billy Currie, Chris Cross, Midge Ure, Warren Cann

Η πρώτη φορά που ο Midge Ure είχε την ευκαιρία να παίξει με τους Ultravox ήταν τον Απρίλιο του 1979 σε ένα στούντιο για πρόβες στο Elephant & Castle με τον Richard James Burgess να δουλεύει στο διπλανό στούντιο. Η χημεία ανάμεσά τους έδεσε και ένιωθαν ότι αυτό που έκαναν ήταν ριζοσπαστικό και καινούργιο: synthesizers, drum machines και ηλεκτρική κιθάρα, όλα μαζί, synth μπάσο και κανονικά τύμπανα μαζί – το οργανικό μαζί με το ηλεκτρονικό που δεν είχε ξαναγίνει στο παρελθόν. Ο Midge έμαθε πολλά από τον Billy, ένα μουσικό με κλασική παιδεία πιάνου και βιόλας. Ο Midge από την άλλη, έφερε στο σχήμα τις επιρροές που έρχονταν από το Βερολίνο και την Πράγα αλλά και από το γεγονός ότι ήταν ο σκοτσέζος που λάτρευε το «All Or Nothing» των Small Faces. Μία νύχτα ο Midge Ure συζητούσε με τον παλιό manager του Gerry Hempstead που μανατζάριζε τους Rich Kids μαζί με τον Pete Walmsley. Η γυναίκα του Gerry Hampstead, Brenda πετάχτηκε και είπε στον Midge: «Αυτό που έχεις ανάγκη είναι να γράψεις ένα τραγούδι σαν το «Vienna«. Ο Midge Ure δεν καταλάβαινε καθόλου τι του λέει («This Means Nothing To Me«της απάντησε). Και η Brenda συνέχισε, «Ξέρεις, αυτό το τραγούδι των Fleetwood Mac.» Ο Ure συνέχιζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. «Όχι δεν λεγόταν «Vienna» πετάχτηκε ο Gerry. «Λεγόταν «Rhiannon«. Εκείνη τη νύχτα ο Midge Ure πήγε στο σπίτι και το «Vienna» είχε κλειδώσει στο κεφάλι του.

Thin Lizzy with Midge Ure

Οι Thin Lizzy με τον Midge Ure (δεύτερο από δεξιά) το 1979 – 1980 στο line up για την αμερικανική περιοδεία τους. Η αισθητική διαφορά είναι εμφανής: hard rockers vs. νεορομαντικός

Την επόμενη μέρα ο Midge είπε στον Billy «Έχω μια φράση καρφωμένη στο κεφάλι μου και δεν μπορώ να την ξεφορτωθώ «this means nothing to me, Vienna» κι έτσι έχτισαν το τραγούδι πάνω σε αυτή τη φράση και οι τέσσερις μαζί. «Δεν θα υπήρχε «Vienna» χωρίς τον κρουστό ήχο σαν παλμός καρδιάς που έκανε ο Warren Cann και δεν θα υπήρχε «Vienna» χωρίς το bass synth και την αιθέρια βιόλα του Billy Currie. Για κάθε άλλο τραγούδι έπρεπε να γράψουμε την μουσική πρώτα και μετά τους στίχους. Γενικά τζαμάραμε και ξαφνικά είχα μια σειρά ακκόρντα, ο Chris Cross έφτιαχνε μια γέφυρα και ο Billy συλλάμβανε μια κεντροευρωπαϊκή μελωδία. Ήμασταν πολύ δημιουργικοί. Γράψαμε ένα μεγάλο μέρος του album «Vienna» αμέσως αλλά είχαμε οικονομικά προβλήματα. Ο εξοπλισμός που χρειαζόμασταν ήταν ακριβός και ακόμα και το πιο φτηνό στούντιο για πρόβες στοίχιζε πενήντα λίρες τη μέρα. Έπρεπε να επενδύουμε ό,τι εξοικονομούσαμε. Ο Billy βγήκε για περιοδεία με τον Gary Numan και γω κάλυψα ένα κενό στους Thin Lizzy στις συναυλίες, οπότε αυτά μας επίτρεψαν να αγοράσουμε τον εξπλισμό που χρειαζόμασταν.» Ο Midge Ure ήταν καλός και σταθερός φίλος του Phil Lynott των Thin Lizzy, είχαν ήδη συνεργαστεί συνθετικά στο κομμάτι «Get Out Of Here» από το album «Black Rose» των Thin Lizzy και έτσι όταν προέκυψε η αποχώρηση του Gary Moore από το συγκρότημα, ο Midge Ure κάλυψε τη θέση του κιθαρίστα στην περιοδεία των Thin Lizzy σε Αμερική και Ιαπωνία και το 1980 στο δεύτερο σκέλος της περιοδείας, ο Midge Ure μεταπήδησε από την κιθάρα στα keyboards που τόσο πολύ τον συνάρπαζαν πλέον.

Ultravox Sleepwalk

Οι Ultravox στο εξώφυλλο του single «Sleepwalk»

Ο Midge Ure έγινε επίσημα μέλος των Ultravox την 1η Νοέμβρη 1979 και η μπάντα ξεκίνησε να παίξει τέσσερις συναυλίες στην Αγγλία, από τις οποίες, στο Boat Club του Nottingham ήταν sold out δίνοντας στο manager τους, Chris Morrison να καταλάβει ότι οι Ultravox έχουν εμπορικό μέλλον. H Chrysalis τους παρείχε χρόνο δύο ημερών σε στούντιο για να ηχογραφήσουν, οι Ultravox μπήκαν χωρίς παραγωγό, ηχογράφησαν το «Sleepwalk» και με βάση αυτό υπέγραψαν το συμβόλαιο μαζί της με καλό ποσοστό εσόδου: 16% στην λιανική τιμή που σημαίνει ότι αυτό που αντιστοιχούσε στο κάθε μέλος της μπάντας ήταν πολύ περισσότερο από όλα τα έσοδα που είχε ο Midge Ure στους Slik πέντε χρόνια νωρίτερα. Οι Utravox ήταν πλέον πολύ συνειδητοποιημένοι για το τι θέλουν, ποιον ήχο προσδοκούν και πώς θα τον πετύχουν. Νοίκιασαν χρόνο στα RAK Studios, πήραν παραγωγό τον Conny Plank, έκαναν τις ηχογραφήσεις τους μέσα σε τρεις εβδομάδες και πέταξαν για Αμβούργο στη Γερμανία στο στούντιο του Conny Plank για δέκα μέρες για να κάνουν τη μίξη. Όλη αυτή η διαδικασία κόστισε συνολικά κάτω από σαράντα χιλιάδες λίρες.

Conny Plank

Ο μάγος Conny Plank στην κονσόλα του στο Αμβούργο. Ένας δεξιοτέχνης με όραμα και ενσυναίσθηση.

Ο Conny Plank, εμπνευσμένος και δημιουργικός συνεργάτης των σημαντικότερων ηλεκτρονικών και μη ονομάτων των ’70s (Kraftwerk, Neu, La Dusseldorf, Brian Eno, David Bowie, Robert Fripp) όταν ήταν να ηχογραφήσουν το «Vienna«, άκουσε δύο φορές το κομμάτι και τους είπε «Αυτό που βλέπω όταν το ακούω είναι ένας άντρας που κάθεται στο πιάνο σε μια μεγάλη άδεια αίθουσα χορού. Παίζει την ίδια μελωδία εδώ και σαράντα χρόνια και… έχει κουραστεί.» Όταν ο Billy Currie πήγε να παίξει το δικό του μέρος για το κομμάτι, ο Conny Plank είχε διαμορφώσει μια ατμόσφαιρα ακριβώς όπως την είχε οραματιστεί, στοιχειωμένη, απόμακρη και θλιβερή. Ο Plank τοποθετούσε διάφορα πράγματα μέσα σε μικρά ηλεκτρονικά κουτιά και παραμόρφωνε τους ήχους και πετύχαινε αυτό που ήθελε στη μίξη. Οι Ultravox είχαν μπει πανέτοιμοι στα RAK Studios, είχαν προβάρει πολύ τα τραγούδια και ήταν έτοιμα την ώρα που θα τα ηχογραφούσαν, οπότε χρησιμοποιούσαν το στούντιο σαν πειραματικό εργαστήρι, π.χ. ηχογράφησαν τα τύμπανα στο μαρμάρινο διάδρομο για να πετύχουν ατμοσφαιρικό ήχο. Το «Vienna» χρειάστηκε μόνο δύο μέρες για να ηχογραφηθεί αφού δεν ήταν απαιτητικό ενορχηστρωτικά, υπήρχε μόνο πιάνο, δύο τρία synths και drum machine. Το solo της βιόλας ίσως χρειάστηκε τον περισσότερο χρόνο για να αποδοθεί σωστά ενώ ο Billy κλείστηκε μέσα στην τουαλέτα του στούντιο για να παίξει το βιολί. Τεχνικά, ήταν ένας εφιάλτης για τη μπάντα αφού τα synths δεν ανταποκρίνονταν με το synthesizer και ο ρυθμικός χρόνος άλλαζε συνέχεια και τα τύμπανα έπρεπε να ηχογραφηθούν αποσπασματικά. Έπρεπε να κόβονται οι ταινίες και να συγκολούνται μετά, κάτι που ο Conny Plank δεν έβρισκε καθόλου βαρετό.

Max Reger

Max Reger (19 March 1873 – 11 May 1916)

Στις 18 Ιουλίου 2017 ο Billy Currie μίλησε στην Caroline Sullivan του Guardian για την δημιουργία του «Vienna«: «‘Επρεπε να αξιοποιήσω την κλασική παιδεία μου και είπα στους υπόλοιπους ότι θα ήθελα να γράψω κάτι που να φέρνει στο νου τους ρομαντικούς του 19ου αιώνα όπως ο Edvard Grieg και ο Edward Elgar. Ήμασταν εξαιρετικά αλλαζόνες τότε και πολύ prog rocky. Ακούγαμε πολύ τη μουσική του γερμανού συνθέτη Max Reger ο οποίος προσπαθούσε πάρα πολύ και τελικά το παράκανε. Γι’ αυτό έπαιξα αυτό το solo βιολί που ήταν υπερβολικά βιμπράτο και ρομαντικό.«

Ultravox - Vienna LP

Ultravox «Vienna» (1980, Chrysalis)

Αρχικά το album θα τιτλοφορούνταν «Torque Point» -μια ιδέα του Billy Currie- και υπάρχουν κάποια εξώφυλλα που πρόλαβαν να τυπωθούν με αυτό τον τίτλο, καθώς δε θέλαμε να δώσουμε στο δίσκο τον τίτλο από ένα μόνο τραγούδι. Η Chrysalis όμως αρνήθηκε και αποφάσισε ότι το album θα ονομαστεί «Vienna«. Ήδη όταν το καλοκαίρι κυκλοφόρησε σε single το «Passing Strangers«, οι νεορομαντικοί είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους στο καινούργιο σκηνικό της pop στην Αγγλία και το φθινόπωρο που κυκλοφόρησε το «To Cut A Long Story Short» των Spandau Ballet όλα είχαν αλλάξει στη σχέση ήχου – εικόνας για το τελικό αποτέλεσμα των τραγουδιών στη νέα γενιά συγκροτημάτων. Ο Russell Mulcahy, πριν καν σκηνοθετήσει στο Hollywood, ανέλαβε το video του «Passing Strangers» και πήρε πολύ συγκεκριμένες οδηγίες από τους Ultravox για το τι ακριβώς θέλουν: 16mm φιλμάκι, ασπρόμαυρο, με κροπαρισμένη την πάνω και την κάτω μεριά, cinemascope, σκιες κ.λπ.

Ultravox Back Cover

Οι Ultravox στο οπισθόφυλλο του album «Vienna».

Στην αυτοβιογραφία του «If I Was…» ο Midge Ure γράφει για το «Vienna«: «Από τη στιγμή που γράφαμε το «Vienna» καταλάβαμε ότι είναι κάτι ξεχωριστό. Ήταν σαν τίποτα που είχαμε ακούσει πριν. Το παίζαμε κάθε μέρα στο τέλος των ηχογραφήσεων γιατί νιώθαμε όλο αυτό τη μεγάλη αναστάτωση ακούγοντάς το. Ήταν τόσο μοναδικό με το τεράστιο, δυναμικό ξέσπασμα στο τέλος. Ήταν το αγαπημένο κομμάτι όλων μας, αν και η δισκογραφική εταιρία δεν ήθελε να το κυκλοφορήσει σε single – πόσο μάλλον στην μεγαλοπρέπεια των πέντε λεπτών και σαράντα δευτερολέπτων στην οποία επιμέναμε να πιστεύουμε. Η διάρκεια παραήταν μεγάλη. Ξέχνα το «Bohemian Rhapsody» και το «MacArthur Park» – δεν χωρούσε στο ραδιοφωνικό φορμά. Η Chrysalis επέμενε «πρέπει να το μικρύνουμε και να το ρεμιξάρουμε». Το θέμα λύθηκε όταν ο επικεφαλής της εταιρίας Chris Wright ήρθε στο Hammersmith Odeon να δει μια sold out συναυλία μας. Το ακροατήριο ήταν πολύ ήσυχο, μέχρι που παίξαμε το «Vienna«,  σηκώθηκαν όλοι όρθιοι και δεν ξανάκατσαν. Ο Wright ήρθε μετά στα παρασκήνια και μας είπε: «Μπράβο. Έχετε δίκιο. Κυκλοφορήστε το όπως είναι.»

To «Vienna» στάλθηκε στα ραδιόφωνα δέκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 1980 όπου παιζόταν ως τον Ιανουάριο κι όταν κυκλοφόρησε ανέβηκε στο chart και έφτασε ως το Νο.2. Έμεινε στο Νο.2 για τέσσερις εβδομάδες: την πρώτη εβδομάδα στο No.1 βρισκόταν το «Woman» του John Lennon και στις τρεις επόμενες εβδομάδες το novelty τραγούδι «Shaddap Your Face» του αυστραλού Joe Dolce. Εκείνη την εποχή βρισκόταν στα charts και η ορχηστρική εκδοχή του «Tommy» από τον Lou Reizner κι έτσι ο manager των Ultravox Chris O’ Donnell σκέφτηκε ότι μια νέα ορχηστρική εκτέλεση του «Vienna» ίσως ενίσχυε το single να φτάσει στο Νο.1 Πήγαν στον De Lane Lea στο Welbley και νοίκιασαν την Royal Philarmonic Orchestra αλλά δυστυχώς αυτός που πήραν να κάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση, βρισκόταν στη Ρώμη για ένα κινηματογραφικό soundtrack αλλά και όταν γύρισε από κει αποδείχτηκε ότι είχε ένα πρόβλημα απόσπασης προσοχής, αφού η ορχήστρα με του75 μουσικούς στεκόταν άπραγη και αυτός απλά ολοκλήρωνε τις τελευταίες πινελιές της ενορχήστρωσης. Όταν τελικά την ολοκλήρωσε και βγήκε να δώσει στην ορχήστρα την παρτιτούρα, οι μουσικοί είχαν χάσει κάθε ενδιαφέρον, δεν μπορούσαν να τον πάρουν στα σοβαρά και διάβαζαν εφημερίδες. Η ενορχήστρωση αποδείχτηκε καταστροφή, κόστισε πέντε χιλιάδες λίρες και πήγε στα σκουπίδια.

Ο Midge Ure, δύο χρόνια αργότερα έκανε μια ορχηστρική εκτέλεση του «Vienna» για την εκπομπή της γερμανικής τηλεόρασης Rocknacht, με ένα κοινό στην αρένα όπου γυριζόταν, 50.000 ανθρώπων οι οποίοι περίμεναν να δουν τους Ultravox, τον Robert Palmer και κάποιους άλλους. Επειδή οι Ultravox έπαιζαν πολύ δυνατά, έπρεπε από το απόγευμα πριν από την εκπομπή να μπουν σε ένα στούντιο για να ηχογραφήσουν τα μουσικά μέρη, αλλιώς κινδύνευαν να καπελώσουν επί σκηνής την ορχήστρα των 75 μουσικών και τη χορωδία των 100 ανθρώπων. Οι καταπληκτικές ορχηστρικές διευθύνσεις του «Vienna» έγιναν από τον Eberhard Schoener, τον αντίστοιχο George Martin της Γερμανίας.

Ultravox - Vienna Single

Ultravox «Vienna / Passionate Reply» (1980, Chrysalis)

Gustav Klimt

Gustav Klimt (July 14, 1862 – February 6, 1918)

Το «Vienna» από τους Ultravox:

Περπάτησα στον κρύο αέρα
Παγωμένη ανάσα στο τζάμι του παράθυρου
Ξαπλωμένος περιμένοντας
Ένας άντρας στο σκοτάδι σε ένα φωτογραφικό κάδρο
Τόσο μυστικιστικός και soulful
Μια φωνή ακούγεται με μια διαπεραστική κραυγή
Παραμένει μέσα σου μέχρι

Το αίσθημα έχει φύγει, μόνο εσύ κι εγώ
Δε σημαίνει τίποτα για μένα
Αυτό δε σημαίνει τίποτα για μένα
Ω Βιέννη

Η μουσική υφαίνει
Στοιχειωτικές νότες, πιτσικάτο έγχορδα
Ο ρυθμός καλεί
Μόνος στη νύχτα καθώς το πρωινό φως φέρνει
Μία κρύα κενή σιωπή
Η ζέστη του χεριού σου και ένας κρύος γκρίζος ουρανός
Ξεθωριάζει στην απόσταση

Το αίσθημα έχει φύγει, μόνο εσύ κι εγώ
Δε σημαίνει τίποτα για μένα
Αυτό δε σημαίνει τίποτα για μένα
Ω Βιέννη

Αυτό δε σημαίνει τίποτα για μένα
Αυτό δε σημαίνει τίποτα για μένα
Ω Βιέννη

Με μια αποφασιστική εξομολόγησή του στην αυτοβιογραφία του, ο Midge Ure έβαλε τέλος στην παραφιλολογία σχετικά με το νόημα του «Vienna«: «Πάντα αναρωτιόντουσαν οι άνθρωποι για το τι λέει το «Vienna«. Λέγαμε ψέμματα εκείνη την εποχή σχετικά μ’ αυτό. Στις συνεντεύξεις μας στο NME μιλούσα επί ώρες για τους ζετσεσιονιστές (secessionists) και τον Gustav Klimt, όλα εκείνα που συνέβαιναν στη Βιέννη στο γύρισμα μεταξύ 19ου και 20ού αιώνα. Όλα αυτά που έλεγα ήταν βλακείες για να τραβήξω το ενδιαφέρον. Ήταν ένα ερωτικό τραγούδι, η ιστορία ενός ρομάντσου διακοπών, για κάποιον που πάει σε ένα όμορφο μέρος και γνωρίζει μια ξεχωριστή παρουσία. Είναι κάποιος που ζει αυτή την τεράστια σε ένταση ερωτική ιστορία που ορκίζεται ότι θα κρατήσει για πάντα αλλά από τη στιγμή που επιστρέφει στο σπίτι του μετά τις διακοπές και αρχίζει τη δουλειά του εννέα με πέντε ξανά, το ρομάντσο ξεθωριάζει. Μια εβδομάδα αφότου έχει επιστρέψει στο σπίτι του, το ρομάντσο έχει τρυπώσει μέσα στις σκιες. Λέει «δε σημαίνει τίποτα για μένα» αλλά ψεύδεται, νοσταλγεί τη Βιέννη, μια υπέροχη στιγμή μέσα στο χρόνο. Θα ήθελε να το έχει πίσω αλλά έχει τελειώσει – για πάντα. Δεν ήταν αληθινό. Η όλη η ιδέα του τραγουδιού κατασκευάστηκε. Δεν είχα πάει ποτέ στη Βιέννη, ούτε είχα ζήσει κανένα ρομάντσο σε διακοπές. Δεν είχα πάει καν διακοπές μέχρι που οι Slik ανέβηκαν στο Νο.1, με το «Forever And Ever» το 1976. Η πρώτη φορά που βγήκα στο εξωτερικό ήταν όταν πήγα στην Ibiza.» Το 2017 δήλωσε στον Guardian, «Υπήρχε μια παρακμιακή κομψότητα στη Βιέννη. Σε ένα τέτοιο φθαρμένο περιβάλλον, ερωτεύεται εύκολα κανείς.»

Walker Brothers - The Electrician

Walker Brothers «Electrician / Den Haague» (1978, GTO)

Αυτό που κάνει το γύρο του διαδικτύου και το αναπαράγουν οι πάντες χωρίς κανένας να αναφέρει την πηγή είναι ότι ο Midge Ure δήλωσε -σε ανύποπτο χρόνο και κανείς δεν ξέρει σε ποιόν και πότε- ότι η σύνθεση του «Vienna» επηρρεάστηκε από το «The Electrician«, το ελεγειακό μελωδικό κομμάτι του Scott Walker για το τελευταίο album των Walker Brothers που κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1978 στο album των Walker Brothers με τίτλο «Nite Flights«. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ούτε μουσικολόγος ούτε ιδιαίτερα έμπειρος ακροατής για να παρατηρήσει την συγκλονιστική επίδραση που είχε το «Electrician» πάνω στο «Vienna«, στην ανάπτυξη της μελωδίας, στη γοτθική ατμόσφαιρα, στο ρυθμικό μοτίβο, στην κλασική αύρα των εγχόρδων, στην βαριά ερμηνεία του Scott Walker που δίνει και ενδείξεις για την κατοπινή μουσική πορεία του, ένα μικρό «σκονισμένο» αριστούργημα. Και υπό αυτό το πρίσμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα διασκεύαζε το «No Regrets» του Tom Rush, ο Midge Ure, αν δεν το είχε ερμηνεύσει θεϊκά, ο Scott Walker στο ομότιτλο album των Walker Brothers το 1975… Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι ακούσια ή εκούσια το «Vienna» πάτησε πάνω στο «Electrician«…

Το «Electrician» των Walker Brothers»:

Russell Mulcahy

Russell Mulcahy

Αυτό που έκανε το «Vienna» παγκόσμια επιτυχία ήταν το video που το συνόδευε. Το συμβόλαιό τους επέτρεπε μονο δύο video από κάθε album και αρχικά η Chrysalis απέρριψε στεγνά την ιδέα για να γυριστεί video. Δεν ήθελαν να δαπανήσουν χρήματα σε κάτι που ήδη βρισκόταν στο No.2 του chart και δεν πίστευαν -κοντόφθαλμα- ότι θα κάνει καμία διαφορά. Ο Chris O’ Donnell και ο Chris Morrison συσκέφτηκαν και αποφάσισαν να γυριστεί το video. Τα πρώτα γυρίσματα ήταν μεταμεσονύκτια στο Covent Garden και η Lexi πήγε στον Chris και του είπε «μόλις μίλησα με τη δισκογραφική εταιρία και δεν έχουν ιδέα για αυτό». Έγινε μια γρήγορη διαπραγμάτευση και στο τέλος η Lexi και ο Russell συμφώνησαν να μην πάρουν προς το παρόν την αμοιβή τους. Ήξεραν ότι μπορεί να πληρώνονταν, μπορεί και όχι αλλά αν δεν γύριζαν το video θα έχαναν όλοι μια μεγάλη ευκαιρία. Γύρισαν τα περισσότερα πλάνα του video στο Gaumont State Theatre του Kilburn του οποίου η μπαρόκ διακόσμηση και η σκάλα ήταν εξαιρετικά όμορφη ενώ κάποια έγιναν και στα Searcys πίσω από τα Harrods και φυσικά στη Βιέννη. Αντί να πληρώσουν εισιτήρια πτήσης και κόστη διαμονής σε ξενοδοχεία, νοικιάσανε ένα μικρό αεροπλάνο από τον Gerry Bron και πήγαν στην Αυστρία έκαναν τα γυρίσματα κι επέστρεψαν την ίδια μέρα.

Third Man Poster

The Third Man (1949)

Πάλι από την αυτοβιογραφία του, ο Midge Ure γράφει σχετικά με το video του «Vienna«: «Ο καιρός ήταν χάλια. Έκανε πλήρη παγωνιά και όταν δε φυσούσε, χιόνιζε παντού. Τα παλτά μας δεν κρατούσαν τον αέρα που ερχόταν ειδικά για μας μάλλον από τη Σιβηρία. Αυτό δε φάνηκε να ενοχλεί τον Warren που κοιμόταν την περισσότερη ώρα. Κάθε φορά που ξυπνούσε, κόμπαζε στην Paula Yates που είχε έρθει για να καλύψει το ρεπορτάζ για το Record Mirror ότι είχε επιβιώσει τη νύχτα. Οι σκηνές που γυρίσαμε στη Βιέννη -στο νεκροταφείο του κατασκευαστή πιάνων και σε κείνο το τεράστιο σπίτι- ολοκλήρωσαν το video που κόστισε συνολικά 18.000 λίρες. Υποθέτω ότι η ταινία «Τρίτος Άνθρωπος» με τον Orson Welles ήταν μια υποσυνείδητη επιρροή για το «Vienna«, αν και δεν το συνειδητοποιούσα όταν κάναμε το video αφού είχα πάρα πολλά χρόνια να δω την ταινία.» Το «Third Man» του Carol Reed ήταν ένα αριστούργημα, noir μυστηρίου του 1949 γυρισμένο στην νυχτερινή -κυρίως- Βιέννη και μπορεί κανείς εμφανέστατα να δει την επίδραση στους συνειρμούς του Midge Ure, συνειδητούς ή υποσυνείδητους. To trivia σχετικά με το video του «Vienna» είναι ότι το μάγουλο πάνω στο οποίο ζουμάρει ο φακός επειδή πάνω του περπατάει μια ταραντούλα, ανήκει στον τολμηρό Julian Temple που δέχτηκε να ποζάρει με το τριχωτό έντομο πάνω του. O Simon Reynolds στη βίβλο του post punk 1978 – 1984, «Rip It Up And Start Again» έγραψε ότι το «Vienna» ήταν teutonica πλήρων διαστάσεων «τυλιγμένη σε μία ηχητική αντιστοιχία ξηρού πάγου, μία εξαιρετικά δυσοίωνη μελωδία, εμπνευσμένη από μια θολή ιδέα μιας αυτοκρατορίας που έκανε τον κύκλο της, αυτή των Αψβούργων, που κυλάει στην παρακμή.


Tony Fenelle

Tony Fenelle

Ultravox - Vienna 92

Ultravox «Vienna ’92 / Systems Of Love» (ZYX Records)

Το «Vienna ’92» των Ultravox:

To 1992 o Billy Currie μαζί με τον Tony Fenelle των Big Noise ως κεντρικό τραγουδιστή, υπό το όνομα Ultravox επανηχογράφησαν το «Vienna ’92» στα Berwick Street Studios με την Alison Limerick και την Jackie Williams στα βοηθητικά φωνητικά. Όσο επαρκής τραγουδιστής και αν είναι όμως ο Tony Fenelle, απέχει πολύ η ερμηνεία του από την μεγαλοπρέπεια του Midge Ure. Ένα χρόνο αργότερα, το 1993, το «Vienna» ξανακυκλοφόρησε σε single στην αυθεντική εκτέλεσή του για να προωθήσει την συλλογή «If I Was: The Very Best Of Midge Ure & Ultravox«. Για μια ακόμα φορά, το «Vienna» μπήκε στο βρετανικό chart φτάνοντας ως το Νο.13.

Ultravox - Vienna - Wastelands 1993

Ultravox «Vienna» / Midge Ure «Wastelands» (1993, Chrysalis)


Παρότι το «Vienna» παραμένει ένα άφθαρτο, κλασικό τραγούδι της βρετανικής pop κουλτούρας, ευτυχώς δεν διασκευάστηκε πολύ και όταν αυτό έγινε, για κάποιο λόγο ενέπνευσε goths, κωμικούς και κάποιους που παρήγαγαν cheesy listening τύπου γρηγοριανούς ύμνους, βλέποντας μόνο τον γοτθισμό στο τραγούδι και αγνοώντας πλήρως την παρακμιακή γοητεία. Εν γένει όσοι δοκίμασαν να δώσουν τη δική τους εκδοχή στο «Vienna» ακούγονται κατά βάση αψυχολόγητοι.

Με άριστα τα δέκα αστεράκια, μία αυστηρά προσωπική μου αξιολόγηση

Kirlian Camera

Kirlian Camera

Kirlian Camera - The Fall Of Life

Kirlian Camera «Todesengel. The Fall of Life» (1991, Blue Rain Records)

To «Vienna» από τους Kirlian Camera:

Οι Kirlian Camera από την Parma της Ιταλίας είναι ουσιαστικά ο Angelo Bergamini και για τη συγκεκριμένη περίοδο 1988 – 2002, η Emilia Lo Jacono συν διάφορες τραγουδίστριες που έμπαιναν και έβγαιναν από το σχήμα, από το 1983 που δημιουργήθηκαν. Το 1991 που κυκλοφόρησε το «Todesengel. The Fall Of Life» τραγουδίστριά τους ήταν η Bianca Hoffman Santos αλλά αυτό δεν έχει και πολύ σημασία ίσως, διότι δεν ακούγεται καθόλου η φωνή της στο κομμάτι αντίθετα ακούγεται μόνο ο Angelo Bergamini. Στα credits του album γράφει ο Angelo Bergamini «Αφιερωμένο στην Anna P.B. και όλους τους ανθρώπους (συμπεριλαμβανομένου και μένα) που υπέφεραν στις ψυχιατρικές κλινικές ή κάτω από τις βαρβαρότητες των «ψυχίατρων» σε μια παγωμένη σιωπή. Το βασανιστήριο συνεχίζεται. Ένας ατελείωτος εφιάλτης. Δόξα στην Πτώση της Ζωής». Πέρα από το ανατριχιαστικο της πραγματικής τραγωδίας, μουσικά η απόδοση του «Vienna» είναι και αψυχολόγητη και αχρείαστη, ένα αργόσυρτο, σκοτεινό synth σύρσιμο που δεν οδηγεί πουθενά, με τα υπερ-στυλιζαρισμένα goth φωνητικά του Bergamini να παρεμβαίνουν εδώ και κει με τα λόγια του τραγουδιού. Σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί πραγματικά επέλεξαν να το διασκευάσουν όπως γενικά σε κάνουν να αναρωτιέσαι πολλά απ’ αυτά που επιλέγουν να κάνουν τα σκληροπυρηνικά σχήματα του dark wave.
★★★★★★★★★


Vic Reeves

Vic Reeves

Vic Reeves - Viena

Various Artists «Ruby Trax» (1992, NME)

Το «Vienna» από τον Vic Reeves:

Πέρα από τα όρια της παρωδίας, η κωμική εκτέλεση του Vic Reeves, αλλάζει τελείως τους στίχους και γίνεται ένας καυστικός ευτελισμός των Βέλγων πάνω σε ένα νηπιακό ενορχηστρωτικό υπόβαθρο όπου μόνο ένα αρμόνιο σχολικών προδιαγραφών κάνει όλη τη μουσική συνοδεία. Μία όχι και τόσο πετυχημένη στιγμή μέσα από την τριπλή συλλογή «Ruby Trax» που είχε κυκλοφορήσει η πάλαι ποτέ κραταιή μουσική εφημερίδα New Musical Express το 1992 για να γιορτάσει τα σαράντα χρόνια λειτουργίας της. Το concept σε κείνη τη συλλογή ήταν ότι ένας καλλιτέχνης της εποχής διασκευάζει και από ένα No.1 του βρετανικού chart των σαράντα αυτών χρόνων. Το «Vienna» είναι το μόνο τραγούδι που δεν ανέβηκε στο Νο.1 και επιλέχθηκε να συμπεριληφθεί. Κι αυτό έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
★★★★★★★★


Dump

James McNew (Dump)

Dump - I Can Hear Music

Dump «I Can Hear Music» (1995, Brinkman Records)

Το «Vienna» από τους Dump:

Ο James McNew είναι ο μπασίστας των Yo La Tengo και μέσα στο 2018 έγινε και μέλος των Charnel Ground, ο οποίος κυκλοφορεί και μόνος του μουσική με το ψευδώνυμο Dump με οκτώ albums από το 1993 ως το 2016. Η δική του εκδοχή στο «Vienna» ήρθε από το «I Can Hear Music» του 1995 και είναι μία υπόθεση στην οποία παίζει όλα τα όργανα μόνος του, επιχειρεί μια αφαιρετική εκτέλεση, μία απόδοση που δεν δικαιολογεί από μόνη της την παρουσία της. Δεν υπάρχει κάποια σοβαρή ένσταση παρά μόνο μία: γιατί να αφαιρέσεις την ενορχηστρωτική μαγεία από ένα τόσο πολύπλοκο τραγούδι και να το αποδώσεις μόνο με πλήκτρα στο υπόβαθρο και μία ερασιτεχνική «σπιτική» ερμηνεία; Η αποδόμηση δεν είναι πάντα δημιουργική.
★★★★★★★★★


Clawfinger

Clawfinger

Clawfinger - A Whole Lot of Nothing

Clawfinger «A Whole Lot Of Nothing» (2001, Supersonic Records)

Το «Vienna» από τους Clawfinger:

Ίσως η πιο ολοκληρωμένη από τις εναλλακτικές αποδόσεις του «Vienna«, αυτή των Clawfinger έρχεται από μία «σχολή» rap metal από τη Στοκχόλμη της Σουηδίας που τουλάχιστον δεν πάσχει από άποψη και όραμα. Ο Zak Tell ερμηνεύει με αγωνιώδες πάθος το τραγούδι από το τέταρτο album τους «A Whole Lot Of Nothing» όπου η παραγωγή επιδίδεται σε δραματικές εκρήξεις καθώς η μελωδία αλλάζει ρότα κάθε φορά. Δεν είναι καθόλου άσχημη η άποψή τους και η διάθεσή τους φαίνεται να παίρνει αμπάριζα από την αυθεντική μεγαλοπρέπεια των Ultravox.
★★★★★1/2★★★


Franko

FranKo

FranKo - Vienna

FranKo «Vienna» (2011, Self Released)

Το «Vienna» από τους FranKo:

Μετεφηβικό emo είναι η φάση των FranKo από το δεύτερο album τους «FranKo«, ένα boy band από το Νότιο Λονδίνο που έκαναν ένα μικρό θόρυβο κερδίζοντας δύο Inline Music Awards (Καλύτερο rock σχήμα και Καλύτερο Διεθνές Σχήμα Χωρίς Συμβόλαιο) το 2011. Οι Tommy Bastow (φωνή), Richard Craker (φωνή, κιθάρες), Chris Gilbertson (μπάσο) και Richard «Ricky» Rayner (τύμπανα) δεν παίζουν άσχημα για την λίγκα τους, με κύριο ατού τους τον καθαρό ήχο τους και την θαυμάσια φωνή του Bastow, που με έναν τρόπο ταιριάζει στο «Vienna» και στην uptempo rock μεταποίησή του. Οι FranKo μετά από δύο albums (2010 – 2011) εισήλθαν σε μια περίοδο ανασυγκρότησης από την οποία δεν έχουν εξέλθει ακόμα.
★★★★★1/2★★★


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

 

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 8 Σχόλια »