All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Posts Tagged ‘post punk’

Όνειρο Μέσα Σ’ Όνειρο

Posted by gone4sure στο 5 Ιανουαρίου 2019

Το «Dream Within A Dream» είναι το «διπλό όνειρο» ή το «ψεύτικο ξύπνημα» στην ψυχολογική ερμηνεία του ύπνου. Το ζήτημα παραμένει αν αυτό είναι πιο πρoτιμητέο από το ξύπνιο. Ένα τραγούδι μπορεί να σε πείσει για αυτό.

Propaganda

Propaganda: Claudia Brücken, Ralf Dörper, Suzanne Freytag, Michael Mertens

«Σκεφτόμαστε τις βολικές ιδέες των άλλων και δεν νιώθουμε ότι το καλύτερο μέρος των εαυτών μας σταδιακά πεθαίνει. Ζούμε μια νεκρή ζωή. Πνίγουμε τους εαυτούς μας»: αυτό το τσιτάτο αναγραφόταν στο εξώφυλλο του album «A Secret Wish«, μία δήλωση που είχαν χρησιμοποιήσει οι εξτρεμιστές Baader Meinhof και είχε γράψει ο γάλλος λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός Maurices Barrès το 1891. Το τσιτάτο, εμπρηστικό και αμφισβητούμενο, δεν αναγράφηκε στη γερμανική έκδοση του δίσκου αφού η δισκογραφική τους στη Γερμανία, Ariola αρνήθηκε να το κάνει… Οι Propaganda έγιναν το αντικείμενο της αμφισβήτησης, ένα σχήμα που είχε μέσα στην πράξη της δημιουργίας του την αίσθηση της αμφισβήτησης…

Οι Propaganda στα μέσα των 80s κατάφεραν να μείνουν στην pop ιστορία με ένα album -γεφύρι της Άρτας στη δημιουργία του- που κυκλοφόρησε υπό την εκλεκτική ομπρέλα εταιρία της ZTT (Zang Tumb Tumb) του Trevor Horn. Το αριστούργημα που άφησαν πίσω τους «A Secret Wish» δεν είχε συνέχεια. Mια νέα εκδοχή των Propaganda με εντελώς διαφορετικά μέλη θα επανεμφανίζονταν το 1990 για ένα ακόμη album αλλά πλέον, η μαγεία και το όραμα δεν ήταν εκεί. Οι Propaganda ήταν ένα κουαρτέτο από το Düsseldorf της Γερμανίας που σχηματίστηκαν ως ένα post punk avant garde μόρφωμα και πήραν τον τίτλο «ABBA από την κόλαση» όπως τους χαρακτήρισε στην κριτική της η Alix Sharkey στο Time Out του Λονδίνου, ή η «pop εκδοχή των Einstürzende Neubauten» όπως ήθελε ο Paul Morley. To ΝΜΕ στην κριτική για το album έγραψε ότι οι Propaganda «είναι το παιδί του Giorgio Moroder και του Fritz Lang» και το Melody Maker έγραψε ότι «είναι οι Propaganda το τελειο post punk pop σχήμα; Εύκολα, ναι.»

Propaganda Girls

Suzanne Freytag και Claudia Brücken

Ο Ralf Dörper από τους Die Krupps σχημάτισε το group στο post punk κλίμα της εποχής, μαζί με τον Andrew Thein και την Suzanne Freytag. Αργότερα προστέθηκαν η Claudia Brücken και ο μουσικός Michael Mertens και η κατεύθυνσή τους αρχικά, το 1983 ήταν πειραματική. Διασκεύασαν το «Discipline» των Throbbing Gristle ενθουσιάζοντας τον John Peel στο BBC και έγραψαν το «Dr. Mabuse» ως φόρο τιμής στον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας του Fritz Lang, «The Testament Of Dr. Mabuse» του 1923. H Claudia και η Suzanne ήταν αμφότερες μέλη του κοριτσίστικου σχήματος Topolinos στο Düsseldorf -«καπως σαν πρώιμες Bangles με synthesizers» είπε η Claudia αργότερα- το 1982, σε μια εποχή που το κλίμα στη γερμανική πόλη έβραζε από το post punk. Τον Ιανουάριο του 2013 η Claudia μίλησε στο Electronic Beats: «Σύχναζα τα βράδυα στο διάσημο bar Ratinger Hof που ήταν το επίκεντρο του NDW (Neue Deutsche Welle – Νέο Γερμανικό Κύμα) στη Γερμανία αλλά και το κατάλληλο μέρος για ζωγράφους, φωτογράφους και καλλιτέχνες από την Καλών Τεχνών του Düsseldorf. Κάθε πόλη που έχει ένα μέρος όπου συχνάζουν μουσικοί και καλλιτέχνες μπορεί να θεωρείται ευλογημένη. Στο Ratinger Hof ακούγαμε ηλεκτρονική μουσική όλη τη νύχτα. Θυμάμαι επίσης που βλέπαμε συναυλίες εκεί των D.A.F., των Der Plan, των Fehlfarben – και τα τρία σχήματα από το Düsseldorf. Ήταν κοινό το ότι όλοι ήθελαν να δημιουργήσουν μουσική ή τέχνη τότε. Είναι περίεργο. Δεν έχω ξανανιώσει τέτοια μαγική κατάσταση από τότε. Κι επειδή όλοι ήθελαν να γίνουν διάσημοι, όλοι δημιουργούσαν μια μπάντα – όπως εμείς.»

Ο δαιμόνιος Paul Morley, εκκεντρικός δημοσιογράφος του NME τότε, υπέγραψε το σχήμα στην εταιρία που τότε είχε συμβόλαιο μόλις με άλλα δύο σχήματα, τους Frankie Goes To Hollywood και τους Art Of Noise. Ο Trevor Horn φρέσκος από το θρίαμβο της παραγωγής του «Lexicon Of Love» των ABC, έκανε παραγωγή στο «Dr. Mabuse» και πέτυχε για μια ακόμα φορά να μετουσιώσει τη μεγαλοπρέπεια στον ήχο του, δημιουργώντας ένα από τα πιο ουσιαστικά τραγούδια των 80s. Οι υποχρεώσεις του όμως με το ντεμπούτο των Frankie Goes To Hollywood δεν του επίτρεψαν να συνεχίσει με την παραγωγή όλου του album κι έτσι στα όρια της διάλυσης, επιλέχθηκε η λύση του Stephen Lipson αφού και ο David Sylvian δεν μπορούσε να αναλάβει όλη την παραγωγή του album, όπως του πρότεινε ο Morley, παρότι τελικά έγραψε τη μελωδική γραμμή του «P: Machinery«. To όραμα και η σύλληψη της ιδέας των Propaganda που χτίστηκε με υπομονή και περφεξιονισμό, κόντρα στις πιο pop προθέσεις του Trevor Horn ήταν αποκλειστικά του Paul Morley κάτι που προκάλεσε τελικά και τη διάλυσή τους αφού ο Michael Mertens δεν συμφωνούσε με την ιδέα ότι οι Propaganda ήταν ένα όχημα εκπλήρωσης μιας μεγαλοπρεπούς pop φαντασίωσης του δημοσιογράφου κι επιπλέον δεν μπορούσε να αποδεχτεί το φρικτό συμβόλαιο με την εταιρία που στην ουσία απέκλειε τα μέλη της μπάντας από οποιαδήποτε προοπτική κέρδους.

Paul Morley

Paul Morley

Ο Paul Morley μίλησε στον Andrew Harrison του περιοδικού Word το 2011 με αφορμή ένα καινούργιο κείμενο που έπρεπε να προστεθεί στο booklet της επανακυκλοφορίας του album: «O Stephen Lipson δε με άφηνε να μπαίνω στο στούντιο. Μιλούσα πολύ, για πράγματα που τον τρόμαζαν αλλά από την άλλη, δεν άφηνε και κανέναν από το συγκρότημα να μπαίνει στο στούντιο ούτε όταν δούλευε με τους Frankie. Δούλευε μόνος του. Τύπου τρελός επιστήμονας. Μανιακός με τη λεπτομέρεια ήθελε να τελειοποιήσει τον ήχο των πιατινιών, ήταν σε φρενίτιδα με τον ηλεκτρονικό προγραμματισμό, συγκέντρωνε τα εφέ και έκανε υπομονετική δεξιοτεχνική δουλειά. Υπήρχε όμως ένα βασικό πλαίσιο στο album, αποτελούμενο από το όραμα, τα καινούργια τραγούδια και το εξώφυλλο και αυτό ήταν που είχε ενδιαφέρον για μένα που ήμουν μεροληπτικός στο ότι το υλικό είχε μια αποστολή να επιτελέσει, μία αφοσίωση στην ομορφιά, το μυστήριο, τον σουρεαλισμό, την ευφυία, το ασυνήθιστο. Παρότι ο Stephen ήταν αρνητικός και καχύποπτος για τις ιδέες μου για την pop, για κάθε θεωρία μου, για κάθε πεποίθησή μου ότι η pop είναι κάτι διαφορετικό από το να περνάμε την ώρα μας και να ξεσκονίζουμε με ελαφρότητα τις αναμνήσεις μας, το πλαίσιο ήταν τόσο δυνατό όσον αφορά στο υλικό, τους στίχους, την περιπέτεια, το electro στιλ, που ό,τι και να έκανε σε επίπεδο περίτεχνης επεξεργασίας του ήχου, δεν μπορούσε να το υποβιβάσει, αντίθετα το αναδείκνυε, του έδινε μια τεράστια αίσθηση post prog σημασίας στη λεπτομέρεια της μουσικής, η οποία δεν συμβαίνει συχνά να αντιμετωπίζεται με τέτοια προσοχή και φροντίδα, προσφέροντας ένα επίπεδο στουντιακής δύναμης, σχεδόν σαν του Quincy Jones, σε ιδέες και προθέσεις που ήταν ελκυστικά αιθέριες και διανοητικά περιπετειώδεις. Όποια αίγλη απολαμβάνει ο δίσκος ως χαμένο αριστούργημα, προκύπτει από αυτό. O Stephen ήταν βουτηγμένος σ’ αυτό και του είχε επιτραπεί να ξοδέψει μία μικρή περιουσία σε ένα υπέροχο, αντιεμπορικό σύνολο αλλόκοτων τραγουδιών στα οποία κανονικά δεν θα δίνονταν τόσα χρήματα και τόσο μεγάλη αίσθηση μεγαλοπρέπειας. Κατά κάποιο τρόπο, όλη η προσοχή που έδειξε ο Stephen για να διασφαλίσει ότι ο κάθε ήχος θα λειτουργούσε με κάθε τρόπο και όλη αυτή η νευρωτική ανάγκη του για την τάξη, αντισταθμίστηκε με την δουλειά των υπόλοιπων από μας όσον αφορά στην επιλογή του υλικού, την σύλληψη των μελωδιών, τη γραφή των στίχων, τη λήψη φωτογραφιών, την σύλληψη των ρυθμών. Υπήρχε και άλλη μία εκδοχή των Propaganda στο στούντιο – η δική μου. Συχνά δημιουργούσα τις δικές μου κριτικές αντιδράσεις στην πολυτέλεια και την λάμψη που είχαν οι παραγωγές του Stephen, εκφράζοντας δικές μου πιθανές εναλλακτικές, οπότε όταν ο Stephen χρησιμοποίησε τον Steve Howe των Yes σε ένα κομμάτι (προς μεγάλη μου φρίκη), εγώ αντίστοιχα έφερα τον John McGeoch των Magazine και των Banshees να παίξει στη δική μου μίξη του «P: Machinery«. Μου άρεσε ο ήχος του Steve για τους Propaganda αλλά δεν ήθελα να σβήσω τον άλλον ήχο που ήθελα για τους Propaganda, αυτόν που μπορούσες να παίξεις μαζί με τους Cocteau Twins και τους Echo & The Bunnymen για αυτό κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και μια δική μου εκδοχή για το album με τίτλο «Wishful Thinking«.

A Dream Within A Dream 1849

Το απόκομμα από τη δημοσίευση του ποιήματος «Dream Within A Dream» στο Flag Of Our Union στις 31 Μαρτίου 1849

Μέσα στο artwork του δίσκου, κάθε τραγούδι συνοδευόταν και από μια φράση, συνήθως αντλημένη από κάποια δήλωση ή απόφθεγμα γνωστών λογοτεχνών, διανοούμενων ή φιλόσοφων. Η φράση που συνοδεύει το «Dream Within A Dream» είναι παρμένη από την εισαγωγή του διηγήματος «Call Of Cthulu» του H.P. Lovecraft από το 1926 για το περιοδικό Weird Tales και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1928: «Το πιο παρήγορο πράγμα στον κόσμο, νομίζω, είναι η ανικανότητα του ανθρώπινου νου να συσχετίσει όλα τα περιεχόμενά του…» Καθόλου άσχετη η επιλογή του κειμένου του Lovecraft, αφού και οι προθέσεις του Edgar Allan Poe όταν έγραψε αυτές τις δύο ιαμβικές στροφές στο ποίημά του «Dream Within A Dream«, ήταν πεσσιμιστικές και αναφερόταν στην ψευδαίσθηση της πραγματικότητας και στην ματαιότητα του χρόνου. Για τον Poe, οι ονειροπόλοι είναι οραματιστές κι επιπλέον ξεκαθαρίζει με την διάθεσή του ότι είναι ψευδαίσθηση η μανία του ελέγχου που έχουν οι άνθρωποι, αφού ουσιαστικά δεν ελέγχουν τίποτα και δεν μπορούν καν να είναι σίγουροι ότι όσα ζουν είναι ρεαλιστικά ή ψευδαισθητικά. Ο Poe μέχρι το θάνατό του, δεν κατάφερε να ξεπεράσει το θάνατο της αγαπημένης συζύγου του και εξαδέλφης Virginia που πέθανε εννιά χρόνια μετά το γάμο τους από φυματίωση, σε ηλικία είκοσι ενός ετών… Όταν την παντρεύτηκε το 1836 η Virginia Clemm ήταν μόλις δεκατριών ετών Το ποίημα του Poe πρωτοδημοσιεύτηκε στις 31 Μαρτίου 1849 στο περιοδικό The Flag Of Our Union της Βοστώνης, της πόλης που είχε γεννηθεί το 1809. Επτά μόλις μήνες μετά τη δημοσίευσή του ο Poe πέθανε στις 7 Οκτώβρη 1949 από άγνωστη αιτία παρότι έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί, το εγκεφαλικό, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, η καρδιοπάθεια, η φυματίωση, η αυτοκτονία, η λύσσα κ.λπ.

Edgar Allan Poe

Edgar Allan Poe (January 19, 1809 – October 7, 1849)

Παρότι έχουν γίνει εκατοντάδες φορές προσπάθειες να μελοποιηθεί το «Dream Within A Dream» στην ευρύτερη pop και rock κουλτούρα, η απόδοση των Propaganda παραμένει κορυφαία αφού το ονειρικό ηχητικό οικοδόμημα πίσω από την αφήγηση της Suzanne Freytag ακούγεται ιδανικό όχι μόνο για την συνοδεία ενός ποιήματος που παίζει με την έννοια του χρόνου και της πραγματικότητας αλλά και για τη μελαγχολία που αναδίδει αυτή η ιδέα. Η Suzanne έχει έναν εκστατικό τόνο στην απαγγελία της και η χροια της δένει άψογα με την εκφραστικότητα που χρωματίζει τα λόγια, χωρίς αγωνία αλλά με έναν τόνο αναπόλησης. Ο Paul Morley μιλώντας στον Andrew Harrison του περιοδικού Word το 2011 δήλωσε για το «Dream Within A Dream«: «Η μελοποίηση του ποιήματος του Edgar Allan Poe έγινε ένας καταπληκτικός τρόπος να δοθεί έμφαση σε διάφορα στοιχεία, μουσικά και εννοιολογικά: αυτού του είδους η ενδιαφέρουσα ψευδαισθητική ατμόσφαιρα βρισκόταν στα όρια του gothic, στα όρια του electro, στα όρια του post punk και στα όρια του prog.» Τον Ιανουάριο του 2013 η Claudia μίλησε στο Electronic Beats με αφορμή την κυκλοφορία του album της με διασκευές, «The Lost Are Found» και αναφέρθηκε στην ηχογράφηση του «Dream Within A Dream«: «Η Suzanne Freytag έχει μια σπουδαία φωνή για πρόζα κι έτσι απήγγειλε το ποίημα. Πέρα από αυτό όμως, ήταν ιδέα του Paul Morley. Όπως λέει και η επωδός που πάντα έλεγε ο Stephen Lipson και ο Trevor Horn, «Όλα Είναι Δυνατόν Να Γίνουν». Αν αρχίσεις να πιστεύεις μια τέτοια φράση, δεν διστάζεις να χρησιμοποιήσεις ένα ολόκληρο ποίημα του Poe για να το κάνεις κάτι ολοκληρωτικά δικό σου. Είναι πάλι θέμα στάσης. Ακόμα και σήμερα δε διστάζω απέναντι σε τίποτα. Το ζήτημα δεν είναι ποτέ το άν θα κάνω κάτι αλλά περισσότερο πώς να το κάνω για να πετύχει.»

Propaganda ‎- A Secret Wish

Propaganda «A Secret Wish» (Ιούνιος 1985, ZTT)

Το «Dream Within A Dream» των Propaganda:

Οι στίχοι του ποιήματος σε μετάφραση Στέφανου Μπεκατώρου:

Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπό σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,
Άφησε να σου πω-
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’ όνειρο
Είναι αλήθεια, όπως το ‘λεγες
Αν, όμως, η ελπίδα πέταξε
Μες σε μια νύχτα ή μια μέρα,
Μες σ’ ένα όραμα ή μες στο τίποτα,
Είναι γι’ αυτό λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μέσα σε όνειρο…

Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό
Μιας θαλασσοδαρμένης ακτής,
Και μες στα χέρια μου κρατώ
Κόκκους χρυσούς της άμμου-
Πόσοι λίγοι! Κι όμως πώς γλιστράνε
Από τα δάχτυλά μου και βαθιά πάνε,
Καθώς θρηνώ – καθώς θρηνώ!
Θεέ μου!
Mήπως θα μπορούσα
Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;
Θεέ μου! Πώς θα κατορθώσω
Μόνο ένα απ’ το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο;

Οι μουσικές επενδύσεις του «Dream Within A Dream» στην pop κουλτούρα είναι πάρα πολλές. Συνήθως επιλέγεται από σχήματα ηλεκτρονικής μουσικής, ambient ή IDM για ευνόητους λόγους -η ατμόσφαιρα, η ονειρική αίσθηση, τα ασαφή όρια ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο φαντασιακό – όπως οι Dreadzone, o Ed Ball, ο Fredrik Klingwall κ.λπ. αλλά και folk rockers όπως οι Wyld Olde Souls οι dark wavers Circuncelion. Ανάλογα ευνόητοι είναι και οι λόγοι για τους οποίους επιλέγεται και από σχήματα dark wave, gothic και metal για να δοθεί η αίσθηση του υπερβατικού και του εξωπραγματικού. Οι αποδόσεις του «Dream Within A Dream» που ακολουθούν δεν είναι όλες όσες υπάρχουν, είναι όμως ενδεικτικές, ανά μουσικό είδος και ξεχωριστές κάποιες από αυτές για άλλους λόγους. Υπάρχουν μάλιστα και τίτλοι «Dream Within A Dream» για pop, rock, gothic, progressive, grindcore ακόμα και stoner rock τραγούδια (Spirit, Beloved, Engelsstaub, Oren Lavie, Anubis Gate, Vazhes & Northaunt, From Depths, Cancel, The Want, Two Nights, Lighthouse, Whispers In The Shadow, Punk TV, Meat Shits, Wreckage, Astral Aeon, Unbred, Crossfire, Twin Obscenity, Schwarz, Ulula, Plague, Action Action), ηλεκτρονικά ή αιθέρια goth instrumentals (Glitch Mob, Locked Groove, Shapednoise, S.P.O.C.K., üNN, Videodrones, Nox Arcana, Hoyland, Premonition Factory, Children Of Dub, Nunc Stans, Sol Ray & Dark By Design, Tom Clark, Klimt, Bing Staellites, Synaeste, Aries, Mimis Nikolopoulos) που δεν αναφέρονται τουλάχιστον άμεσα στο ποίημα του Poe άμεσα αλλά και συνθέσεις όπως το «Dream Within A Dream» που έγραψε ο Hans Zimmer για το soundtrack της ταινίας «Inception» του Christopher Nolan.

Leonardo Di Caprio

Leonado Di Caprio - Inception

To «Dream Within A Dream» σε απαγγελία του Leonardo Di Caprio:


Παρακάτω ακολουθούν συνθέσεις εμπνευσμένες από το «Dream Within A Dream» του Poe, κατά χρονολογική σειρά, με μια προσωπική αξιολόγησή μου για την καθεμιά με την κλίμακα των δέκα αστεριών.

Glass Prism

Glass Prism

Glass Prism: αμερικανική psych pop

Glass Prism ‎- Poe Through The Glass Prism

Glass Prism ‎»Poe Through The Glass Prism» (1969, RCA Victor)

Το «Dream Within A Dream» από τους Glass Prism:

Ψυχεδέλεια της ηλιαχτίδας από την χρυσή εποχή του λαχουριού, πρόσφερε το κουαρτέτο από την Pennsylvania που ξεκίνησε με το όνομα El Caminoes στις αρχές των 60s και μετονομάστηκε σε Glass Prism το 1969, όνομα που πήραν από τον τίτλο του album τους «Poe Through The Glass Prism«, ένα concept σύνολο συνθέσεων εμπνευσμένων από την ποίηση του Poe. Η τελική σύνθεση μελών τους -είχε αλλάξει κατά το ήμισυ από την αρχική των Caminoes- συμπεριλάμβανε τον Augie Christiano (φωνή, μπάσο), Carl Siracuse (κιθάρα, όργανο), Tom Varano (lead κιθάρα) και Rick Richards (τύμπανα). Η σύλληψή τους στο ντύσιμο του «Dream Within A Dream» περιλαμβάνει όλη την οπτιμιστική ματιά της ψυχεδέλειας της Ανατολικής Ακτής αλλά και το δέος στο μυστικισμό του Poe. Οι Glass Prism κυκλοφόρησαν ένα ακόμα album το 1970 και αργότερα τρία μέλη τους σχημάτισαν τους Shenandoah.
★★★★★★★★★★


Alan Parsons Project

Alan Parsons Project

Alan Parsons Project: βρετανικό art rock

Alan Parsons Project ‎»Tales Of Mystery And Imagination – Edgar Allan Poe» (1976, 20th Century Fox) και (1987, Mercury)

Το «Dream Within A Dream» (updated version 1987) από τους Alan Parsons Project:

Στο ντεμπούτο album του στη δισκογραφία, ο Alan Parsons σχημάτισε ένα στουντιακό επιτελείο με μέλη των Pilot και των Ambrosia, με πυρήνα τον ίδιο και τον Eric Woolfson και δημιούργησε ένα concept σύνολο τραγουδιών εμπνευσμένο από τη συλλογή διηγημάτων τρόμου «Tales Of Mystery And Imagination» που είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1908 και από τότε επανακυκλοφορεί κατά καιρούς. Ο Parsons κυκλοφόρησε το album του το 1976 το οποίο παραμένει και το καλύτερό του, σε ένα κλίμα που συνδυάζει τους ατμοσφαιρικούς απόηχους του prog της εποχής με την μελωδικότητα ενός rock που άλλαζε και προσαρμοζόταν στην τεχνολογία που εξελισσόταν ραγδαία και επηρρέαζε το στουντιακό περιβάλλον. Το «Dream Within A Dream» ξεκινούσε το album, μία instrumental σύνθεση με ατμοσφαιρική κλιμάκωση και φωτοσκίαση που παραμένει εμβληματική για τα 70s. Το 1987 ο Alan Parsons επανακυκλοφόρησε το album του με επικαιροποιημένη παραγωγή συμπεριλαμβάνοντας τον μπάσο gated ήχο των drums. Το «Dream Within A Dream» στην εκδοχή του 1987 προλογίζεται από τη συγκλονιστική φωνή του Orson Welles που απαγγέλει Το «No XVI» από την συλλογή του Poe «Marginalia«.
★★★★★★★★★★


Waniyetula

Waniyetula

Waniyetula: γερμανικό progressive rock

Waniyetula ‎- A Dream Within A Dream

Waniyetula «A Dream Within A Dream» (1983, Klangkunst)

To «Dream Within A Dream» των Waniyetula:

Πάρα πολύ άτυχη μπάντα οι Waniyetula από την Φρανκφούρτη της Γερμανίας: οι Heinz Kühne (φωνή, κιθάρα), Hermann Beckert (μπάσο), Norbert Abels (πλήκτρα), Stephan Remes (τύμπανα) ονομάστηκαν Waniyetula που στη γλώσα των ινδιάνων Sioux σημαίνει Χειμώνας και το 1975 ηχογράφησαν ένα album -το «Nature’s Clear Well«- για το οποίο δεν βρήκαν εταιρία να το κυκλοφορήσει. Το 1976 στρεσαρισμένοι για το μέλλον τους άρχισαν να γράφουν ένα concept album με τραγούδια εμπνευσμένα από το έργο του Poe αλλά τους πρόλαβε η κυκλοφορία του «Tales Of Mystery And Imagination» των Alan Parsons Project. Το 1978 ενδιαφέρθηκε μια αμερικανική εταιρία για το πρώτο album τους, «Nature’s Clear Well» η οποία όμως τους άλλαξε το όνομα σε Galaxy. Απογοητευμένοι από την εμπορική αποτυχία τους, επέμειναν στην αρχική ιδέα και στο αρχικό όνομά τους και το 1983 κυκλοφόρησαν το album «Dream Within A Dream«, το φόρο τιμής τους στον Edgar Allan Poe, ένας δίσκος αρκετά ενδιαφέροντας που κινήθηκε σε prog rock πλαίσιο αλλά με την αίσθηση της A.O.R. παραγωγής των ’80s κάπου ανάμεσα σε Yes και Asia. Η σύνθεσή τους για το «Dream Within A Dream«, φιλόδοξη, πολυδαίδαλη και συμπαθέστατη εντέλει αποτελεί ίσως την πιο περίτεχνη προσπάθεια του rock να μελοποιηθεί ο Poe.
★★★★★★★1/2★★


Wasteland

Wasteland - The Remnants Of A Dying Age

Wasteland «The Remnants Of A Dying Age» (1996, Self Released)

Το «Dream Within A Dream» των Wasteland:

Gothic rock από τους Ιταλούς Wasteland δηλαδή τους Fabrizio Filippi (κιθάρα), Stefano Pistone (κιθάρα, φωνή), Allessandro Guida (κιθάρα), Daniele Tartaglia (μπάσο), Vittorio Vallero (πλήκτρα) και Marco Luciano (τύμπανα) γεμάτο με όλα τα κλισέ του ιδιώματος και μάλιστα από δεύτερο χέρι. Οι Wasteland συμπεριέλαβαν τη δική τους μέτρια εκδοχή του «Dream Within A Dream» στο «The Remnants Of A Dying Age» του 1996 και τίποτα δεν άλλαξε στην πολιτιστική κληρονομιά του Poe με τη συμβολή τους.
★★★★★★★★★★


Danse Macabre

Danse Macabre

Danse Macabre: βέλγικο gothic rock metal

Danse Macabre - Totentanz

Danse Macabre «Totentanz» (1998, Mascot Records)

Το «Dream Within A Dream» των Danse Macabre:

Η βέλγικη μπάντα Dance Macabre από την Diest της φλαμανδικής Barbant εκτός από τους Gunther Theys, Jan Yrlund, Merijn Mol, Miloš Marisévić φιλοξένησε στις τάξεις της και δύο Έλληνες – τους Γιώργο Ζαχαρόπουλο και Σωτήρη Βαγενά κι έπαιζε στερεοτυπικό, μεταλλόχρωμο gothic rock στα χνάρια των Sisters Of Mercy. Κυκλοφόρησαν δύο albums το 1998 και το 2001 και αργότερα μετεξελίχθηκαν στους Satyrian. Το «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο ντεμπούτο album τους «Totentanz» και είναι όσο συντηρητικά goth μπορεί να φανταστεί κανείς ότι μπορεί να είναι και όσο μέτριο στο εκτόπισμά του μπορεί να φανταστεί κανείς.
★★★★★★★★★★


Elysian Fields

Elysian Fields

Elysian Fields: αμερικανική noir pop

Elysian Fields - Queen Of The Meadow

Elysian Fields «Queen Of The Meadow» (2000, Jetset Records)

Το «Dream Within A Dream» των Elysian Fields:

Η γοητεία του ντουέτου Elysian Fields από το Brooklyn της Νέας Υόρκης, έχει να κάνει με το ατμοσφαιρικό noir στιλ τους και την αντίστοιχη συνθετική δυναμική τους που φαίνεται να εμπνέεται από τη νοσταλγία, τη μελαγχολία και την υποφωτισμένη πλευρά των δρόμων. Ο Oren Bloedow και η Jennifer Charles ξεκίνησαν το 1995 και ως το 2016 κυκλοφόρησαν δύο eps και οκτώ albums έχοντας στο πλευρό τους την πιο σοφιστικέ μερίδα των νεοϋορκέζων μουσικών και την κριτική αποδοχή. Το «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο δεύτερο album τους «Queen Of The Meadow» του 2000 και ανάμεσα στους εξαιρετικούς μουσικούς που παίζουν σε αυτό, υπάρχει φυσικά και η φίλη τους και τακτική συνεργάτιδά τους Joan Wasser ή Joan As The Police Woman.
★★★★★★★★★★


Akin

Akin

Akin: γαλλικό metal

Akin - Verse

Akin «Verse» (2001, H.A.R.)

To «Dream Within A Dream» των Akin:

Οι Akin είναι μια metal μπάντα από την Lyon της Γαλλίας: Adeline Gurtner (φωνή), Matt Baker (ακουστική και lead κιθάρα), Julien Chometton (ρυθμική κιθάρα, εφέ), Luc Bahut (μπάσο, εφέ), Pierre Lucas (πλήκτρα), Philippe Chauviré (φλάουτο, βρυχηθμοί), Romain Fayet (τύμπανα). Έχουν κυκλοφορήσει δύο albums μεταξύ 2001 και 2011. H εκδοχή τους στο «Dream Within A Dream» μέσα από το πρώτο album τους «Verse» που είναι όλο αφιερωμένο στον Poe, ακούγεται, αρχικά, αστεία αφού ουσιαστικά, δεν υπάρχει καμμία ιδιαίτερη σύνθεση και κατά δεύτερον, η φωνή της λυρικής αλλά όχι και σπουδαίας Adeline Gurtner δεν γίνεται να δέσει με τους παροξυσμικούς metal βρυχηθμούς του Philippe Chauviré. Γενικά, το κομμάτι τους ακροβατεί μεταξύ στυλιζαρισμένου λυρισμού και μεταλλικής αποχαύνωσης χωρίς να αποφασίζουν πού θέλουν να γείρουν τελικά.
★★★★★★★★★


Cadaverous Condition

Cadaverous Condition

Cadaverous Condition: αυστριακό metal

Cadaverous Condition - A Dream Within A Dream

Cadaverous Condition «The Less Travelled Seas» (2001, Perverted Taste)

To «Dream Within A Dream» των Cadaverous Condition:

Death folk ονομάζουν οι ίδιοι οι Wolfgang Weiss, René Kramer, Peter Droneberger και Paul Droneberger από το Graz της Αυστρίας, το μεταλλικό κράμα τους και στο πλαίσιο αυτό μελοποίησαν με το δικό τους, εξεζητημένο τρόπο το ποίημα του Poe στο τρίτο album τους «The Lesser Travelled Seas» του 2001. Για ένα περίεργο λόγο η ακουστική κιθάρα τους έχει μια flamenco χροια και τα βρυχώμενα φωνητικά τους δημιουργούν αντίστιξη με κάθε είδους αρμονία που περιέχεται στην εκτέλεσή τους και το αποτέλεσμα είναι ό,τι πιο αμφιθυμικό μπορεί να προκύψει στη μαγική χώρα του metal.
★★★★★★★★★★


Jennifer Hope

Jennifer Hope

Jennifer Hope: αμερικανική goth dream pop

Jennifer Hope - Songs Of Terror

Various «Songs Of Terror: A Gothic Tribute To Edgar Allan Poe» (2001, Cleopatra)

Το «Dream Within A Dream» της Jennifer Hope:

Απόλυτα αδιάφορη και εξαιρετικά φάλτσα η ερμηνεία της Jennifer Hope η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως dream pop τραγουδοποιός με μια ιδέα goth σκοτεινιάς, προσθέτω εγώ, που έχει κυκλοφορήσει μερικά eps και αυτή την ανεκδιήγητη μπαναλαρία που έγραψε για να ντύσει την ερμηνεία της στο «Dream Within A Dream» για τη συλλογή της Cleopatra «Songs Of Terror: A Gothic Tribute To Edgar Allan Poe» του 2001. Πραγματικός τρόμος όπως φρίκη.
1/2★★★★★★★★★


Wunderkammer

Wunderkammer

Wunderkammer: νορβηγική indie art pop

Wunderkammer ‎- Today I Cannot Hear Music

Wunderkammer «Today I Cannot Hear Music» (2002, HoneyMilk Records)

Το «Dream Within A Dream» των Wunderkammer:

Οι Børge Fjordheim (κρουστά), Gjertrud Økland (βιόλα, βιολί), Johan Egdetveit (ακκορντεόν), Bengt Hansen (πιάνο), Øyvind Storesund (διπλό μπάσο), Paal Nilssen-Love (τύμπανα), Pål Jackman (φωνή, κιθάρα, ντέφι), Per Zanussi (saw), Roald Gilje (τούμπα), Tanja Orning (τσέλο) από την Νορβηγία παίζουν ένα πολύ ιδιοσυγκρασιακό δικό τους μόρφωμα από πειραματικό rock και indie καταβολές που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, τουλάχιστον έτσι όπως ακούγεται στην εκδοχή τους στο «Dream Within A Dream» μέσα από το album τους «Today I Cannot Hear Music» του 2002. Τίμια μπάντα και με κοπιαστική έμφαση στον οργανικό ήχο προς τιμή τους.
★★★★★★★★★★


Chandeen

Chandeen

Chandeen: γερμανική baroque pop

Chandeen - Echoes

Chandeen «Echoes» (2003, Kalinkaland Records)

Το «Dream Within A Dream» των Chandeen:

To 2003 είχαν παραμείνει στους Chandeen μόνο ο Harald Löwy και η Antje Schulz και πλέον είχαν καταλήξει ηχητικά σε ένα εξωραϊσμένο μελωδικό baroque pop στιλ πολύ διαφορετικό από το αρχικό dark wave του 1990 με το οποίο είχαν ξεκινήσει ως μπάντα στην Φραγκφούρτη της Γερμανίας. Το «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο album τους «Echoes» του 2003 και αποτελούσε μια από τις υπόλοιπες μελοποιήσεις λογοτεχνικών κειμένων που υπηρχαν στο δίσκο όπως το «In The Forest» του Oscar Wilde και το «Dream» του William Blake. Η συνθετική άποψη των Chandeen δεν είναι σπουδαία ούτε εμπεριέχει καμία πρωτότυπη προκληση. Η ακουστική κιθάρα του Florian Walther συνοδεύει συμβατικά την γλυκιά φωνή της Antje Schulz και τα keyboards του Harald Löwy δίνουν τον στοιχειωτικό τόνο προς το τέλος του τραγουδιού.
★★★★★★★★★★


Yardbirds

Yardbirds

Yardbirds: αγγλοαμερικανικό rock

Yardbirds - Birdland

Yardbirds «Birdland» (2003, Favored Nations)

Το «Dream Within A Dream» των Yardbirds:

Τριάντα πέντε χρόνια είχε να ηχογραφήσει καινούργιο υλικό το σχήμα των Yardbirds κι έτσι το 2016 συμμάζεψε όσους μπορούσε και κυκλοφόρησε ένα πολύ έντιμο και αξιοπρεπές album, το «Birdland» στο οποίο και μελοποίησαν τη δική τους εκδοχή στο «Dream Within A Dream«. Η νέα εκδοχή τους περιλάμβανε τους μόνους δύο από το αυθεντικό συγκρότημα, τον drummer Jim McCarty και τον κιθαρίστα Chris Dreja ενώ τα καινούργια μέλη είναι οι κιθαρίστες John Idan και Gypie Mayo και ο αρμονικίστας Alan Glen. Οι Yardbirds παίζουν το beat rock τους με τις ψυχεδελικές bluesy αποχρώσεις με σεβασμό και μαεστρία.
★★★★★★★★★★


Mara Kim

Mara Kim

Mara Kim: γερμανική pop

Mara Kim - Christopher Lee - Visionen

Various «Edgar Allan Poe Visionen» (2006, Gun Records)

Το «Dream Within A Dream» της Mara Kim:

Η Mara Kim umlein συμμετείχε με την απόδοσή της στο «Dream Within A Dream» στην συλλογή «Edgar Allan Poe Visionen» του 2006, ένα διπλό album, με το ένα μέρος να καλύπτεται από απαγγελίες – πρόζες έργων του Poe και το δεύτερο μέρος με συνθέσεις εμπνευσμένες από έργα του. Η εκτέλεση της εντελώς άγνωστης γερμανίδας Mara Kim είναι ίσως από τις πιο εμπνευσμένες, σεβάσμιες και καλόγουστες από όσες έχουν επιχειρηθεί μέχρι σήμερα, μόνο με τη φωνή της και συνοδεία εγχόρδων σε μια σύνθεση πραγματικά ουσιαστική.
★★★★★★★★★★


Christopher Lee

Christopher Lee

Christopher Lee

Το «Ein Traum In Einem Traum» του Christopher Lee:

Στην ίδια συλλογή, ο Christopher Lee απαγγέλει στα γερμανικά το «Dream Within A Dream» και ακούγεται όσο τρομακτικός και επιβλητικός γίνεται δικαιώνοντας τη φήμη του.


Sundial

Sundial

Sundial: ρωσικό metal

Sundial - Transition

Sundial «Transition» (2008, Endless Desperation)

Το «Dream Within A Dream» των Sundial:

Και goth και doom metal, αυτή τη φορά από το Kaliningrad της Ρωσίας, από τους Gabriel Wagner, Konstantine Kocyt, Max N και Max Agafonov με τρομακτικούς βρυχηθμούς και έναν άγριο ρομαντισμό που δεν συμμαζεύεται με τίποτα. Το δικό τους «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο τρίτο album τους «Transition«. Οι Sundial ονομάζονταν No Time To Cry μεταξύ 2002 – 2004, μετονομάστηκαν σε Sundial μεταξύ 2004 – 2008 και άλλαξαν σε Sunbellium το 2009.
★★★★★★★★★★


Dream Mechanics

Dream Mechanics

Dream Mechanics: ρωσικό dark wave

Dream Mechanics ‎- Screensaver

Dream Mechanics «Screensaver» (2009, Accessory Takes)

Το «Dream Within A Dream» των Dream Mechanics:

Βιομηχανικό dark wave αναμεμειγμένο με EBM από τη Ρωσία με όλα τα στερεότυπα του είδους από το κουαρτέτο των Ilya Richter, Nick Zavriev, Sergey Ledovskiy και Victor Shapovalov που επιμένουν δυστοπικά στην απόδοσή τους του «Dream Within A Dream» μέσα από το mini album τους «Screensaver» του 2009. Η ατμόσφαιρα μοιάζει σαν η μπάντα να έχει πέσει σε νιρβάνα και να αφήνει τις συχνότητες να παίζουν στον αυτόματο.
★★★★★★★★★★


Everflow

Everflow

Everflow: ελληνικό metal

Everflow - Abandoned

Everflow «Abandoned» (2011, Steel Gallery Records)

Το «Dream Within A Dream» των Everflow:

Οι Everflow από την Πτολεμαίδα της Μακεδονίας στη Βόρεια Ελλάδα, είναι οι Μάρκος Βαλαβάνης (φωνή, synths), Δημήτρης Ταϊρίδης (κιθάρα), Δημήτρης Δούνας (κιθάρα), Γιάννης Χατζηγιάννης (μπάσο), Γιάννης Ναλμπάντης (τύμπανα) και παίζουν μελωδικό power metal στο album τους «Abandoned» του 2011 κάπου μεταξύ Dream Theater και Queensryche αλλά σε ένα πλήρως επαγγελματικό επίπεδο. Το «Dream Within A Dream» αποκτά εδώ εκείνη την μεταλλική διάσταση που δεν θα μπορούσε ποτέ ίσως ο Poe να φανταστεί.
★★★★★★★★★


Moon Sun

Moon Sun

Moon Sun: γερμανορωσική μελωδική pop

Moon Sun - Silent Pieces

Moon Sun «Silent Pieces» (2012, Spinnup)

Το «Dream Within A Dream» των Moon Sun:

Οι Moon Sun είναι το ντουέτο του Τhomas Kolbin από το Tomsk της Σιβηρίας στη Ρωσία και της Susanne Scherer από το Quierschied του Saarland στην Γερμανία, αμφότεροι πρώην μέλη των Mystic Hour οι οποίοι διαλύθηκαν το 2012. Η Susanne τραγουδάει με κλασική παιδεία και ο Thomas παίζει ακουστική κιθάρα παρότι προέρχεται από τη σκηνή του metal. Η μουσική τους είναι πραγματικά βαρετή και ακούγεται σαν ένα αχρείαστο μείγμα popera και ακουστικού soft rock, με τη Susanne να τραγουδάει ψηλά ακόμα και όταν δεν χρειάζεται και με έναν ψευδολυρισμό που δεν ανταποκρίνεται ούτε στον Poe ούτε και πουθενά αλλού. Η εκδοχή τους στο «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο πρώτο album τους «Silent Pieces» το 2012.
★★★★★★★★★★


Loredana

Loredana

Loredana: ρουμανική κοσμική pop

Loredana ‎- Dragoste

Loredana «Dragoste» (2012, MediaPro Music)

Το «Dream Within A Dream» από την Loredana:

Η εκρηκτική Loredana Groza από το Onești του Bacău της Ρουμανίας είναι μια τραγουδίστρια, ηθοποιός, χορεύτρια, τηλεοπτική περσόνα, μοντέλο και celebrity που ηχογραφεί από το 1988 και μέχρι το 2017 έχει κυκλοφορήσει είκοσι albums. Πραγματικά, δεν υπάρχει κανένας αποχρώντας λόγος να ακούσει κανείς το «Dream Within A Dream» μέσα από το album της «Dragoste» του 2012: είναι απορίας άξιο το τι την οδήγησε να πάρει την απόφαση να τραγουδήσει στίχους του Poe με αυτήν την πανάλαφρη, ξέγνιαστη και ηλιόλουστη διάθεση – εντελώς ξανθιά και εντελώς αχρείαστη.
★★★★★★★★★★


4th Sign Of The Apocalypse

4th Sign Of The Apocalypse

4th Sign Of The Apocalypse: αμερικανική avant garde

4th Sign Of The Apocalypse ‎- All The Children Love

4th Sign Of The Apocalypse «All The Children Love» (2013, Old Europa Cafe)

Το «Dream Within A Dream» των 4th Sign Of The Apocalypse:

Βαθιά avant garde από τον Bryin Dall, έναν καλλιτέχνη που έχει πειραματιστεί με τα drones, το industrial, την αφηρημένη electronica και έχει στο ενεργητικό του ηχογραφήσεις με μια σειρά ονομάτων όπως A Murder Of Angels, Boodle Boy, Dream Into Dust, Hirsute Pursuit, Loretta’s Doll, Of Unknown Origin και φυσικά Thee Majesty με τον Genesis P. Orridge. Ως 4th Sign Of The Apocalypse συμπεριέλαβε μια εκτέλεση στο «Dream Within A Dream«, εφιαλτικά σκοτεινή, γεμάτη glitches και ζόφο στο δεύτερο album αυτού του project, το «All The Children Love 4th Sign Of The Apocalypse» του 2013
★★★★★★★★★★


Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows

Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows

Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows: γερμανικό goth

Sopor Aeternus - Poetica

Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows ‎»Poetica» (2013, Apocalyptic Vision)

Το «Dream Within A Dream» των Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows:

H Anna Varney Cantodea που ηγείται του μουσικού σχήματος Sopor Aeternus πρέπει να είναι η πιο καταθλιπτική και η πιο κατεθλιμμένη γυναίκα όχι μόνο στην πόλη της την Φρανκφούρτη αλλά σε όλη τη Γερμανία, ίσως και στην Ευρώπη. Δραματική και μονίμως κρυμμένη πίσω από κολοσσιαία κοστούμια που παραπέμπουν σε Νύφη του Δράκουλα ή σε ork από τη Μέση Γη, η Cantodea μόλις το 2013 αξιώθηκε να κυκλοφορήσει ένα album – φόρο τιμής στον Edgar Allan Poe, το «Poetica» στο οποίο φυσικά συμπεριέλαβε την σπαρακτική, υποβλητική εκτέλεσή της στο «Dream Within A Dream» το οποίο ερμηνεύει φυσικά υποφέροντας με τη συνοδεία ενός σχήματος πνευστών και εγχόρδων που σπάνε τις σιωπές μόνο όταν χρειάζεται.
★★★★★★★★★★


First Jason

First Jason

First Jason: αμερικανικό horror rock

First Jason - Heed My Warning

First Jason «Heed My Warning» (2013, Self Released)

Το «Dream Within A Dream» του First Jason:

Η αλήθεια είναι ότι ο First Jason πράγματι ήταν ο πρώτος Jason, ο κινηματογραφικός, της πρώτης ταινίας «Friday the 13th» του 1980 και λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν -τουλάχιστον πέρα από τη Νέα Υόρκη και τα κολλέγια της Αμερικής- ότι είναι και punk metal μουσικός. Ο First Jason είναι ο Ari Lehman και βιοπορίζεται μεταφέροντας το horror show του παντού στην Αμερική, κυκλοφορεί δίσκους και έχει γιατα καλά κλειδώσει την παράδοση του Alice Cooper για τον εαυτό του. Η εκτέλεσή του στο «Dream Within A Dream» από το ep του 2013, «Heed My Warning» ακούγεται όπως θα έπρεπε να ακούγεται κάθε διασκεδαστική, πρωτοεπίπεδη αλλά πραγματικά δυνατή κολλεγιακή punk metal απόδοση του ποιήματος του Poe.
★★★★★★★★★★


Lyriel

Lyriel

Lyriel: γερμανικό metal

Lyriel ‎- Skin And Bones

Lyriel «Skin And Bones» (2014, AFM Records)

Το «Dream Within A Dream» των Lyriel:

Το λυρικό folk μεταλλίζον rock των Lyriel ακούγεται πολύ μπανάλ και καθόλου πρωτότυπο, προφανώς όμως έχει βρει το δικό του κοινό για την μπάντα από το Gummersbach της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας στη Γερμανία. Οι Lyriel έχουν κυκλοφορήσει έξι albums και μία συλλογή από το 2005 ως το 2015 και συμπεριέλαβαν τη δική τους εκδοχή στο «Dream Within A Dream» στο album τους «Skin And Bones» του 2014 με την Jessica Thierjung να τραγουδάει μεν με όμορφη χροια, πιο συμβατικά δε και από το ίδιο το κλισέ που θέλει την φιλαρέσκεια των κοριτσιών του βουκολικού metal να ακούγονται πιο αφελή από την αφέλεια. Η στιλιζαρισμένη εκτέλεση των Lyriel πλαισιώνεται από μια μπάντα που περιλαμβάνει τους Tim Sonnenstuhl (κιθάρα), Oliver Thierjung (μπάσο), Linda Laukamp (τσέλο), Joon Laukamp (βιολί) και Markus Fidorra (τύμπανα) οι οποίοι παίζουν σαν να έχουν μπροστά τους το κοινό της Eurovision.
★★★★★★★★★★


Enjoy Sarma

Enjoy Sarma

Enjoy Sarma: σερβικό thrash metal

Enjoy Sarma - Social Disorder

Enjoy Sarma «Social Disorder» (2016, Nocturne Media)

Το «Dream Within A Dream» των Enjoy Sarma:

Το κουαρτέτο των Enjoy Sarma από το Kovin της Vojvodina της Σερβίας, υπήρχε από το 1993 και από το 2000 ως το 2014 κυκλοφορησαν τρία albums ζόρικου thrash metal. Το «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο τρίτο album τους «Social Disorder» του 2014 και δεν διαφέρει πολύ από το δυστοπικό αίσθημα των υπόλοιπων μεταλλικών προσεγγίσεων. Το τελευταίο line up τoυς αποτελούνταν από τους Darko Hablik Drnje (φωνή), Dušan Arsenov (κιθάρα), Nenad Vulić (μπάσο) και Darko Antonić (τύμπανα)
★★★★★★★★★★


Janara

Janara

Janara: ιταλικό indie rock

Janara - God Is Goth

Various «God Is Goth» (2014, Wave Records)

Το «Dream Within A Dream» των Janara:

Οι Janara από την Bologna της Ιταλίας είναι ο κιθαρίστας Davide Grimaldi (από τους Diathriba, τους Thelema και τους Volta Lux), η τραγουδίστρια Francesca de Filippis, ο μπασίστας Damiano Pecile και ο κιθαρίστας Davide Borghi (από τους Diathriba) παίζουν dark wave και και ηχογράφησαν μια εκδοχή του «Dream Within A Dream» για τη συλλογή «God Is Goth» του 2014 που κυκλοφόρησε στη Βραζιλία. Η αποψή τους είναι τυπικά σκοτεινή και η φωνή της Francesca de Filippis δεν είναι ιδιαίτερα θελκτική.
★★★★★★★★★★


A7IE

A7IE

A7IE: γαλλικό industrial

A7IE ‎- Occidere Mundi

Α7ΙΕ «Occidere Mundi» (2015, Advoxya)

Το «Dream Within A Dream» των A7IE:

Σκληρή industrial προσέγγιση από το πέμπτο album του σχήματος A7IE, «Occidere Mundi» του 2015, με έδρα τη Γαλλία που ηχογραφούν όμως σε ουγγρική εταιρία και αντιμετωπίζουν το ποίημα του Poe με την αγχωτική μηχανιστική ένταση που προκύπτει από την απαισιοδοξία του κάτι σαν Ministry του καινούργιου αιώνα. Το στυλιζάρισμα είναι τεράστιο εδώ και η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα αποπνικτική, όχι πολύ μακριά από το αυθεντικό αίσθημα του ποιήματος του Poe.
★★★★★★★★★★


Colder Sea

Colder Sea

Colder Sea: γερμανική indie electronica

Colder Sea ‎- Future Skies

Colder Sea «Future Skies» (2015, Self Released)

Το «Dream Within A Dream» των Colder Sea:

Οι Sarah και Daniel Egger από το Αννόβερο της Γερμανίας αγαπούν τα synthesizers αλλά και την indie pop και στο μείγμα τους προσθέτουν άφθονο δραματικό συναισθηματισμό. Στο ντεμπούτο τους mini album «Future Skies» του 2015 συμπεριέλαβαν την δική τους εκδοχή στο «Dream Within A Dream«, μία αρκετά ενδιαφέρουσα αλλά άγουρη απόδοση. Ο Daniel Egger τραγουδάει με σχεδόν καμμία ψυχική εμπειρία τους τόσο βαρείς και απαισιόδοξους στίχους και ακούγεται τελικά κάπως στυλιζαρισμένος σε σχέση με την ειδική ποιότητα του ποιήματος.
★★★★★★★★★★


Roald van Oosten

Roald van Oosten

Roald van Oosten: βελγική art pop

Roald van Oosten - A Dream Within A Dream

Roald van Oosten «A Stir Is In The Air» (2017, V2)

Το «Dream Within A Dream» του Roald van Oosten:

Ο Roald van Oosten είναι ένας βέλγος τραγουδοποιός που είχε ξεκινήσει από το θρυλικό indie rock τρίο του Amsterdam, Caesar ηχογραφώντας πέντε albums μαζί τους από το 1996 ως το 2003, στη συνέχεια κυκλοφόρησε ένα album με τους Ghost Trucker το 2006 και στη συνέχεια ακολούθησε προσωπική καριέρα που έχει αποφέρει τρία albums μέχρι τώρα. Το τελευταίο από αυτά, το «A Stir Is In The Air» του 2017 περιλαμβάνει τη συμπαθέστατη, πιασάρικη indie pop απόδοσή του στο «Dream Within A Dream«, διακριτικά και έμπειρα ενορχηστρωμένη με ψηλή καλαισθησία και στιλ.
★★★★★★★★★★


Steel Seal

Steel Seal

Steel Seal: ιταλικό metal

Steel Seal ‎- The Lion's Den

Steel Seal «The Lion’s Den» (2017, Underground Symphony)

Το «Dream Within A Dream» των Steel Seal:

Άλλη μια μαζική power metal επίθεση, η εκτέλεση των Steal Seal, ακολουθεί όλα τα γνωστά κλισέ του είδους, με αυξημένα επίπεδα στρες και αδρεναλίνης, καθόλου κακό αλλά και καθόλου πρωτότυπο, μέσα από το τρίτο album τους «The Lion’s Den» του 2017. Αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι έχεις μονίμως την αίσθηση ότι τραγουδάει ο Richie Blackmore, οι Steel Seal από τη Ρώμη της Ιταλίας, δηλαδή οι Marco Valerio Zangani (φωνή, κιθάρα), Roberto Fasciani (μπάσο), Adriano Rossi (keyboards) και Luca Iovieno (τύμπανα) προφανώς και έχουν μέλλον μπροστά τους με προοπτικές διαιώνισης του μεσογειακού, αδιαπραγμάτευτου power metal ήχου τους.
★★★★★★★★★★


Tomorrow’s Eve

Tomorrow's Eve

Tomorrow’s Eve: γερμανικό metal

Tomorrow's Eve ‎- Mirror Of Creation III

Tomorrow’s Eve «Mirror Of Creation III Project Ikaros» (2017, Dr. Music Distribution)

Το «Dream Within A Dream» των Tomorrow’s Eve:

Οι Martin Lemar (φωνή), Oliver Schwickert (πλήκτρα), Chris Doerr (μπάσο), Rainer Grund (κιθάρα) και Tom Diener (τύμπανα) από τη Γερμανία, παίζουν progressive metal έχουν κυκλοφορήσει έξι albums, το πιο πρόσφατο από τα οποία, το τρίτο μέρος της τριλογίας «Mirror Of Creation III» με τίτλο «Project Ikaros» κυκλοφόρησε το 2018 και περιέχει την απόδοσή τους στο «Dream Within A Dream«, φανφαρόνικη, λουσάτη, επική και πάρα πολύ επιδεικτική.
★★★★★★★★★★


Tiger Lillies

Tiger Lillies

Tiger Lillies: αγγλικό θεατρικό music hall

Tiger Lillies - Edgar Allan Poe's Haunted Palace

Tiger Lillies «Edgar Allan Poe’s Haunted Palace» (2017, Misery Guts Music)

Το «Dream Within A Dream» των Tiger Lillies:

Υποτίθεται ότι το show που τόσα χρόνια περιφέρουν οι Tiger Lillies ταιριάζει ιδανικά στην ποιητική του Edgar Allan Poe, οπότε το 2017 κυκλοφόρησαν τις δικές τους εκδοχές στο έργο του με τον γενικό τίτλο «Edgar Allan Poe’s Haunted Palace«. Όλο αυτό το γκροτέσκο πάντρεμα του goth τρόμου με τα τσιγγάνικα ακούσματα και τις θεατρικές ερμηνείες ίσως πλέον ακούγεται όμως, εξαιρετικά παρωχημένο. Το δικό τους «Dream Within A Dream» είναι απλά προβλεπτό.
★★★★★★★★★★


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»


 

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Πάγος

Posted by gone4sure στο 8 Ιουλίου 2018

Το «Permafrost» είναι τρομακτικό. Όσο λίγα τραγούδια του post punk. Διαθέτει το βλέμμα του ψυχρού εκτελεστή και την ατμόσφαιρα ενός μεγαλοπρεπούς φινάλε.

Magazine

Magazine: από αριστερά John Doyle, Howard Devoto, Barry Adamson, Dave Formula, John McGeoch

Όταν ο Howard Devoto αποχώρησε από τους Buzzcocks στις αρχές του 1977, ο μουσικός Τύπος εστιάστηκε πάνω στο επόμενο βήμα του με μια δίψα πρωτοφανή. Η φόρα της θετικής ενέργειας από τον Τύπο περιέβαλλε αμέσως την καινούργια μπάντα του, τους Magazine και η Virgin τους υπέγραψε μόλις μετά από πέντε συναυλίες που είχαν δώσει. Ο Devoto είχε περιφρονήσει το punk και είχε ήδη κάνει σαφείς τις διαθέσεις του να στραφεί σε πιο διανοοούμενα πεδία και σε πιο αφηρημένα θεματικά πλαίσια. Η αγγελία που είχε καρφιτσώσει στο Virgin Megastore του Manchester έγραφε ότι «Ο Howard Devoto αναζητά μουσικούς για να παίζουν και να ηχογραφούν γρήγορη και αργή μουσική. Η νοοτροπία του punk, όχι απαραίτητη. Δεκτά τα πνευστά ή η φωτιά.» Ο τρόπος που είχε συνδιαμορφωθεί ο πολιτισμός του Devoto στο Manchester, στο σπίτι της Lower Broughton Road που μοιραζόταν με τη ερωμένη του τότε Linder Sterling (Linda Mulvey), γραφίστρια και μέλος μετέπειτα της art pop μπάντας Ludus και τον Richard Boon, manager των Buzzcocks, ήταν με τις πολλαπλές ακροάσεις των αγαπημένων δίσκων τους -από kraut rockers σαν τους Can, Iggy Pop και Velvet Underground, αμερικανικό punk όπως ο Richard Hell– και την φανατική ανάγνωση βιβλίων που αντάλλαζαν μεταξύ τους με φρενήρεις ρυθμούς.

Οι Magazine εδραιώθηκαν στο σκηνικό του 1978 με το ντεμπούτο single τους «Shot By Both Sides» τον Ιανουάριο του 1978 και το album «Real Life» τον Ιούνιο του 1978. Τον Ιούλιο του 1978 ο Devoto θέλησε να δώσει το στίγμα των Magazine και την αντι-punk στάση τους: «Η ανάμειξη με το punk σήμαινε μια αντίδραση απέναντι σε όλα όσα βρίσκονταν στον αέρα εκείνη την εποχή, οπότε η δημιουργία των Magazine ήταν μια αντίδραση απέναντι στο punk… Απλά δε μου αρέσουν τα κινήματα. Είμαι απλά διεστραμμένος.» Μετά το πέρας της βρετανικής περιοδείας τους, στο τέλος του Ιουλίου 1978, ο drummer τους Martin Jackson που αργότερα θα εμφανιζόταν ως ένας από τους Swing Out Sister, αποχώρησε από το σχήμα που αποτελούνταν από τον Howard Devoto (Howard Trafford – φωνή), Barry Adamson (μπάσο), Dave Formula (David Tomlinson – πλήκτρα) και John McGeoch (κιθάρα). Τον Martin Jackson αντικατέστησε προσωρινά ο Paul Spencer από τους Speedometors για μια σειρά από συναυλίες στην Ευρώπη τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1978 και από τον Οκτώβριο του 1978, drummer τους έγινε ο John Doyle.

Magazine ‎- Give Me Everything

Magazine «Give Me Everything / I Love You, Big Dummy» (Νοέμβριος 1978, Virgin)

To «Give Me Everything» των Magazine:

Τον Νοέμβριο ηχογράφησαν το single «Give Me Everything» σε παραγωγή του Tony Wilson, ένα υπέροχο, υπόγειο post punk τραγούδι με groovy rhythm section και καταπληκτική δουλειά του Formula στα πλήκτρα που παραπέμπουν σε riff των 60s. Το «Give Me Everything» ήταν επηρρεασμένο από την beat pop αλλά ήταν και μία ένδειξη για την κατοπινή επιλογή του Devoto να διασκευάσει Sly And The Family Stone. Στο εξώφυλλο του single θα φαινόταν ξανά η αγάπη του Howard Devoto στους Συμβολιστές. Η εικόνα που επέλεξε να βάλει ήταν το έργο του γάλλου συμβολιστή και πρόδρομου των εξπρεσιονιστών, Odilon Redon, «The Cactus Man» του 1881. Είναι προφανές ότι ο Devoto αγαπούσε το έργο του Odilon Redon αφού και στο εξώφυλλο του «Shot By Both Sides» είχε βάλει την Χίμαιρα του Redon του 1891. Τον Redon θα τιμούσε ξανά ο Devoto το 2011 στο εξώφυλλο του «No Thyself» των Magazine χρησιμοποιώντας το έργο του «The Origins» του 1883 αλλά και στο εξώφυλλο του single τους «Hello Mister Curtis (With Apologies)«. To «Give Me Everything» ήταν ένας σύνδεσμος ανάμεσα στο ντεμπούτο album τους «Real Life» και το επερχόμενο δεύτερο «Secondhand Daylight» δεν προωθήθηκε καθόλου από την Virgin, κυκλοφόρησε σιωπηλά και φυσικά δεν ανέβηκε στο chart. Στη δεύτερη πλευρά υπήρχε η διασκευή τους στο «I Love You You Big Dummy» του Captain Beefheart, από το τέταρτο album του με την Magic Band, «Lick My Decals Off, Baby» του 1970. Ένα boogie του Don Van Vleet που στα χέρια των Magazine γίνεται ένα ξεκάθαρο θραυστικό punk rock χωρίς περιστροφές, που φανερώνει την επιρροή του από το αμερικανικό punk, φυσικά τους Stooges αλλά και τους Modern Lovers.

Captain Beefheart & The Magic Band ‎- Lick My Decals Off, Baby

Captain Beefheart & His Magic Band «Lick My Decals Off Baby» (1970, Bizarre / Reprise)

To «I Love You You Big Dummy» των Captain Beefheart & His Magic Band:

To «I Love You You Big Dummy» των Magazine:

Ακολούθησαν κι άλλες συναυλίες μέχρι τον Δεκέμβριο του 1978. Μετά την Πρωτοχρονιά του 1979 οι Magazine μπήκαν στα Good Earth Studios για να ξεκινήσουν την ηχογράφηση του δεύτερου album τους. Αρχικά ο Devoto ήθελε ως παραγωγό τον John Barry αλλά αυτό δεν ήταν φυσικά, δυνατόν, όπως δεν στάθηκε δυνατό να έχει και τον Tony Visconti, παραγωγό του David Bowie και για αυτό κατέληξαν στον Colin Thurston, που είχε κάνει ηχοληψία στο «Low» του Bowie και στο «Lust For Life» του Iggy Pop, αν και η επιλογή ήταν αρκετά παρακινδυνευμένη: ήταν η πρώτη παραγωγή που έκανε ο Thurston χωρίς ωστόσο να τους το πει. Το «Secondhand Daylight» κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1979 μαζί σχεδόν με το single «Rhythm Of Cruelty» / «TV Baby» και ήταν η επικύρωση της εντελώς ξεχωριστής προσωπικότητας του Devoto και της εκλεκτής θέσης που είχαν αποκτήσει οι Magazine στο προσκήνιο πριν καν κατακάτσει η σκόνη των ορδών του punk. Όχι μόνο αψηφούσαν την θραυστική ενέργεια του punk αλλά μετακινούνταν ακόμα πιο προκλητικά, μακρύτερα και από το ίδιο το ντεμπούτο album τους, ασπάζονταν τον έντεχνο γοτθισμό με τα κυρίαρχα keyboards και τις μεσόρυθμες μελωδικές συνθέσεις που δεν περιορίζονταν μόνο σε δύο ακκόρντα. Το «Secondhand Daylight» ακουγόταν υποβλητικό και μεγαλοπρεπές με μια υφέρπουσα τρομακτική υφή, πολύ αλλόκωτη για το 1979, όσο περίπου αλλόκωτη φαινόταν και η κατεύθυνση των Public Image Ltd. μετά την ισοπέδωση των Sex Pistols. Οι συνθέσεις είναι γραμμένες από διαφορετικά μέλη της μπάντας η καθεμιά, ή από συνδυασμούς δύο μελών τους και όλοι οι στίχοι ήταν γραμμένοι από τον Devoto.

Ο Nick Kent έγραψε στην κριτική του για το NME ότι «ενώ πριν είχαν δυνατότητες που εκπλήρωναν κατά το ήμισυ μόνο, υπάρχει πλέον μια αυστηρή αίσθηση κύρους στη μουσική τους. Οι Magazine είναι μια δύναμη υπολογίσιμη«, ξεχωρίζοντας τα «Feed The Enemy«, «I Wanted Your Heart«, «Back To Nature» και φυσικά το «Permafrost» ως τα αριστουργήματά τους. Ο James Truman στο Melody Maker τόνισε την ατμόσφαιρα της παρακμής και του μη ρεαλιστικού και επεκτάθηκε πάνω στην ασεξουαλικότητά του. Βρήκε το album πομπώδες και σύστησε στον Devoto «να κάνει κάποια μαθήματα φωνητικής» ενώ χαρακτήρισε την μπάντα ως «ποζάτους art rockers σε κατάσταση φουτουριστικού shock«. Βρήκε επίσης τον ήχο του album «αυταρχικό και χωρίς λόγο υπερβολικό» και κατηγόρησε τον παραγωγό Colin Thurston ότι «έθαψε τα τραγούδια κάτω από απανωτές στρώσεις δραματικών, παγωμένων υφών«. Ο Garry Bushell του Sounds βρήκε τα τραγούδια «πέμπτης διαλογής από το «Low» και δευτεροκλασάτα» και «μία επιστροφή στο ψέμα του progressive των 70s«. Ο Garry Bushell που πούσαρε το punk των Sham 69, τόνιζε ότι οι Magazine είχαν γυρίσει την πλάτη τους στο punk και ότι κατάφεραν να ξεχάσουν ότι ο λόγος που ο Howard Devoto είχε φύγει από τους Buzzcocks ήταν επειδή δεν του άρεσε να κατηγοριοποιείται ως μέρος του punk ρεύματος και ότι ως τραγουδιστής «δεν μπορεί να επικοινωνήσει τίποτα άλλο πέρα από την αδιαμφισβήτητη από τον ίδιο, ανωτερότητά του σχετικά με την υπόλοιπη ανθρωπότητα«…

Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1979 οι Magazine έκαναν ξανά μια περιοδεία που ανέβασε το album στο Νο.38 του chart ενώ τον Απρίλιο και τον Μάιο ξαναπεριόδευσαν με τους Simple Minds και από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο ταξίδεψαν στην Αμερική για να συνεχίσουν πάλι το φθινόπωρο την περιοδεία τους στην Βρετανία. Όταν οι ορδές του punk γιγαντώνονταν και είχε φανεί στην ατμόσφαιρα ότι θα κυριαρχήσουν στο προσκήνιο, ο Devoto είχε ήδη βαρεθεί. Όπως είπε στον Nick Kent, «Βασικός παράγοντας του πώς λειτουργώ είναι ότι είμαι πολύ καλός σε αυτό που θα αποκαλούσα «αρνητική ώθηση». Βαριέμαι πολύ εύκολα και αυτή η πλήξη μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μένα ώστε να συλλάβω και να πραγματοποιήσω μια καινούργια δράση. Στην ουσία, η «αρνητική ώθηση» πάντα πίστευα ότι ήταν αυτό που έπρεπε να πρεσβεύει το ήθος του punk: συνεχή αλλαγή, αποφυγή των μπαγιάτικων αλλαζονιών, το να κάνεις αυτό που θεωρείται απαράδεκτο.«

Magazine - Secondhand Daylight

Magazine «Secondhand Daylight» (Μάρτιος 1979, Virgin)

To «Permafrost» των Magazine:

Οι βροντές φέραν λίγο χαλάζι έξω από το σπίτι πάλι
Σήμερα σε ξαναείδα μπροστά μου
Δεν έχω ιδέα τι θες
Έχω όμως κάτι να πω

 Καθώς η μέρα πεθαίνει
Στο μέρος όπου έχουμε χαθεί
Θα σε σύρω και θα σε γαμήσω
Πάνω στον πάγο

 Δεν είναι και πολλά που μου λείπουν
Είμαι πολύ ξεχασιάρης σ’ αυτά
Η ζάχαρη είναι γλυκιά κάποιες φορές
Είναι δύσκολο να θυμάσαι μερικά πράγματα

 Καθώς η μέρα πεθαίνει
Στο μέρος όπου έχουμε χαθεί
Θα σε σύρω και θα σε γαμήσω
Πάνω στον πάγο


Magazine - Play

Magazine «Play» (1980, Virgin)

Το «Permafrost» των Magazine σε live εκτέλεση:

Στην εκτέλεση από το live τους «Play» από ηχογράφηση της συναυλίας τους στο Festival Hall της Μελβούρνης στην Αυστραλία στις 6 Σεπτεμβρίου 1980, το «Permafrost» δεν διαθέτει αυτή την αύρα του μυσταγωγικού τρόμου, γίνεται ελαφρώς πιο γεμάτο στην παραγωγή του, τα στοιχεία του κινηματογραφικού σασπένς μειώνονται και τα πλήκτρα του Formula αναλαμβάνουν επιπλέον πρωτοβουλίες στο διάκοσμό του. Η φωνή του Devoto ακούγεται απείρως πιο εκφραστική κι ελαστική από εκείνη της στουντιακής εκτέλεσης αλλά αυτό για την περίπτωση του «Permafrost» δεν είναι απαραίτητα θετικό.

Τα αγαπημένα τραγούδια του ίδιου του Devoto από το album όπως δήλωσε στον Nick Kent του NME, τον Απρίλιο του 1979 ήταν τα «Feed The Enemy«, «I Wanted Your Heart» και «Permafrost«. Όταν ο Nick Kent είπε στον Devoto ότι πιστεύει ότι τραγούδησε το «Permafrost» πολύ ψυχρά, ο Devoto του απάντησε ότι «για μένα είναι ζεστό. Δεν έχεις βιώσει τις άπειρες δυνατότητες ενός αδρανούς σώματος;» Το «Permafrost» συνοψίζει με μεγαλοπρέπεια το «Secondhand Daylight» ως το τελευταίο τραγούδι στη σειρά, που ολοκληρώνει το δίσκο. Ακούγεται βαρύ, μεγαλοπρεπές και με μια ανησυχητική περιρέουσα αίσθηση κινδύνου σαν ηχητική επένδυση κάποιου εγκλήματος που δεν έχει συμβεί ακόμα. Θα μπορούσε να είναι το σταθερό, αργό βήμα του δολοφόνου προς το θύμα του, ή το υπνωτισμένο περπάτημα ενός αυτόχειρα προς το θάνατό του. Θα μπορούσε να είναι ο John Barry με αντικαταθλιπτικά να επενδύει ένα υπόγειο thriller ή θα μπορούσε να είναι ο Brian Eno στη δεύτερη πλευρά του «Low» του Bowie. Χρησιμοποιώντας τον Colin Thurston ως παραγωγό, ο Devoto αυτό λαχταρούσε για το «Secondhand Daylight» που μετουσιώθηκε μοναδικά στο «Permafrost«: την ατμόσφαιρα του «Low«. Όπως δήλωσε ο Devoto άλλωστε, «το «Low» είχε μια τεράστια επίδραση πάνω μου. Ο ήχος των τυμπάνων, η μινιμαλιστική φύση της παραγωγής, όλα τα ηλεκτρονικά πράγματα που έκανε ο Eno στη δεύτερη πλευρά.» Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ένα μήνα μετά τον Ιανουάριο του 1977 που κυκλοφόρησε το «Low«, βγήκε στην αγορά το «Spiral Scratch» EP των Buzzcocks και μερικές εβδομάδες αργότερα ο Devoto έφυγε από τους Buzzcocks, διατηρώντας όμως τη φιλία του με τον Pete Shelley… Μοιάζει σαν να βρήκε ακριβώς αυτό που ήθελε και ξεκίνησε να επικεντρώνεται σε αυτό και μακριά από το αγελαίο punk… Κατά ένα σημειολογικό ή πραγματικό τρόπο, οι Stooges με το «Funhouse» στάθηκαν η αιτία να σχηματίσει τους Buzzcocks και ο David Bowie με το «Low«, η αιτία να φύγει από τους Buzzcocks για να δημιουργήσει τους Magazine. Πάλι στη συνέντευξή του στον Nick Kent στο NME τον Απρίλιο του 1979, ο Devoto είπε ότι «Ήταν μια κυριολεκτικά, στιγμή έμπνευσης, αυτό που είχα με το «Funhouse«. Αυτό που ενεργοποίησε το σχηματισμό μιας μπάντας. Όλοι είχαν μπουχτίσει με την rock μουσική σε κείνα τα φρικτά μέσα των 70s, την προ-Sex Pistols περίοδο στειρότητας. Είχα αρχίσει να ακούω jazz, κλασική και ethnic μουσική, οτιδήποτε για να ξεφύγω από το rock. Η ακρόασή μου στο rock περιοριζόταν στα τρία albums των Stooges γιατί ήταν οι μόνοι δίσκοι που μου έκαναν αίσθηση. Συν ότι ήταν μια σκατένια περίοδος στη ζωή μου. Το βρήκα τόσο υπέροχο να βουτάω στην υπερ-αρνητικότητα αυτής της μουσικής.»

Magazine Gatefold Photo

Magazine: η φωτο από το άνοιγμα του gatefold album

Στη βίβλο του post punk «Rip It Up And Start Again» ο Simon Reynolds γράφει για το «Permafrost«: «Με πυκνή παραγωγή και βαρυφορτωμένη, το «Secondhand Daylight»  ωστόσο περιείεχε ένα τουλάχιστον αριστούργημα με το «Permafrost», μία εσκεμμένα βαρύθυμη σύνθεση που τα πλεονεκτήματά της περιλαμβάνουν μία κολλώδη μπασογραμμή του Barry Adamson, ένα γεμάτο γωνίες κιθαριστικό solo του κιθαρίστα John McGeoch που θα μπορούσε να υπάρχει στο «Lodger» του David Bowie και την πιο δημοφιλή φράση του Devoto «Θα σε σύρω και θα σε γαμήσω πάνω στον πάγο.» Η απαράμιλλη γοητεία όμως του «Permafrost» απορρέει ίσως, αρχικά από τα keyboards του Dave Formula, ενός μουσικού που είχε λειτουργήσει καταλυτικά στον ήχο των Magazine. Ο κιμπορντίστας είχε διαδεχτεί τον αρχικό κιμπορντίστα της μπάντας Bob Dickinson και είχε φέρει μαζί του την εμπειρία του από τα πολλά χρόνια ύπαρξής του στο μουσικό χώρο, ξεκινώντας από τους St. Louis Union στα 60s. Ο Formula έμενε μαζί με τον Martin Hannett σε ένα διαμέρισμα στο Manchester όταν αντικατέστησε τον Bob Dickinson στους Magazine και εκείνη την εποχή έπαιζε με ένα cabaret τρίο στο Ritz Ballroom. Ο Formula, όπως έγραψε ο Simon Reynolds, «έφερε στους Magazine μια πλούσια αίσθηση δραματικότητας και αισθητικού διάκοσμου. Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς σήμερα, ότι τότε, η παρουσία των keyboards φάνταζε αμφισβητούμενη στον άμεσο απόηχο του punk – το όργανο, που ακόμα ταυτιζόταν με το progressive rock, ακουγόταν παρακμιακό με τις διακοσμητικές υπερβολές του.» Ωστόσο, όμως ο Dave Formula είχε μουσική καταγωγή από το rhythm n’ blues, δεν είχε καμία πολιτισμική σχέση με τον Keith Emerson των Emerson Lake & Palmer ή με τον Geoff Downes των Yes. Ο Formula γέμισε τον ήχο των Magazine, πρόσδωσε ατμόσφαιρα και περιπέτεια, ήταν ευέλικτος και ανοιχτόμυαλος, δεν διατηρούσε καμία αλλαζονική ή φετιχιστική σχέση με τα πλήκτρα του.

Howard Devoto & Linder Sterling

Howard Devoto & Linder Sterlng

Ο Devoto είχε σπουδάσει φιλοσοφία και λογοτεχνία στο Bolton Institute of Technology και μελετούσε τους Συμβολιστές ποιητές και το «Against Nature» του Joris Karl Huysmans, ένα βιβλίο σχετικά με έναν δανδή τον Jean Des Esseintes που προσπαθεί να μετατρέψει τη ζωή του σε έργο τέχνης, αφιερώνοντας το χρόνο και την περιουσία του στην αναζήτηση των πιο λεπτών ηδονών (όπως π.χ. ένα «οσφρητικό όργανο» που του επιτρέπει να παίζει μια συμφωνία αρωμάτων) για να καταλήξει να υποκύψει σε μια απειλητική για τη ζωή του νευρασθένεια… Κατά ένα τρόπο, ο Howard Devoto εισήγαγε με την στάση, την εξωλεκτική του, τις αισθητικές επιλογές του, τους Συμβολιστές σε ένα ευρύτερο post punk κοινό, επιβεβαιώνοντας στην ουσία ότι το αίτημα του post punk για γνήσια έκφραση του εαυτού χωρίς τους συμβατικούς και πληκτικούς περιορισμούς του παλιού rock ήταν αυτό που είχε ανάγκη η γενιά του. Δεν ήταν μόνο ο Odilon Redon που είχε γοητεύσει τη φαντασία του Devoto με τις παραμορφωμένες, σκοτεινές και δραματικές απεικονίσεις πλασμάτων, δαιμόνων και κεφαλών βγαλμένων από την πιο μύχια φαντασία. Ήταν φυσικά και οι Συμβολιστές ποιητές στα τέλη του 19ου αιώνα, αυτοί που είχαν μια τρομερή επίδραση πάνω στον ψυχισμό του. Οι γάλλοι Stéphane Mallarmé, Paul Verlaine, Arthur Rimbaud, Jules Laforgue, Henri de Régnier, René Ghil, και Gustave Kahn, οι βέλγοι Émile Verhaeren και Georges Rodenbach, ο ελληνικής καταγωγής Jean Moréas και οι αμερικανοί Francis Viélé-Griffin και Stuart Merrill, ήταν οι βασικοί Συμβολιστές στην ποίηση που εξέφρασαν με το έργο τους την προσωπική συναισθηματική εμπειρία μέσα από υπαινικτική χρήση μιας έντονα συμβολικής γλώσας, αρνούμενοι τις συμβάσεις και τους φορμαλισμούς της παλιάς ποίησης. Οι Συμβολιστές αφέθηκαν στο παιχνίδι των αισθήσεων και πάλεψαν να αντικαταστήσουν τον όρο παρακμιακός με τον όρο συμβολιστής, στο φιλολογικό λεξιλόγιο, με τον ίδιο τρόπο που οι βασικοί Συμβολιστές ζωγράφοι, Gustave Moreau, Odilon Redon, και Pierre Puvis de Chavannes έκαναν ακριβώς το ίδιο με τις απεικονίσεις τους. Στα πλάσματα που έφτιαξε ο Odilon Redon μπορεί κανείς να δει τις συνειρμικές αναγωγές στα αλλόκωτα παγώνια που πύκνωναν το Blitz Club, τους νεορομαντικούς. Θάλεγε κανείς ότι οι νεορομαντικοί εμπνεύστηκαν -συνειδητά ή ασύνειδα- τις μεταμορφώσεις τους από τις μορφές, τους δαίμονες και τα ξωτικά του Odilon Redon:

Head On A Stem

Head On A Stem του Odilon Redon

Kim Bowen

Kim Bowen: στυλίστρια και Blitz Kid

Man's Head

Man’s Head του Odilon Redon

Melissa Kaplan - Blitz Club

Melissa Kaplan: σχεδιάστρια και Blitz Kid

The flower of the swamp, A sad human head - 1885

The Flower Of The Swamp, A Sad Human Head (1885) του Odilon Redon

Michelle Clapton - St. Martin's Stephen Linard's Neo Gothic Show 1980

Michelle Clapton: σχεδιάστρια, μοντέλο του Stephen Linard για την συλλογή Neo Gothic στην Καλών Τεχνών St. Martin’s

Madness 1883

Madness (1883) του Odilon Redon

Steve Strange

Steve Strange: τραγουδιστής των Visage και πορτιέρης στο Blitz Club

Visage - Blitz Club

Visage έξω από το Blitz Club: από αριστερά Rusty Egan, John McGeoch, Barry Adamson, Billy Currie, Dave Formula, Steve Strange, Midge Ure

Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν ότι όταν οι Magazine επέστρεψαν από την περιοδεία τους στην Αμερική, τρεις από αυτούς συμμετείχαν σε ένα νέο σχήμα εκείνης της εποχής που είχε δημιουργηθεί με πρωτοβουλία του Rusty Egan drummer των Rich Kids και dj στο Billy’s Club του Soho που πραγματοποιούσε τις θρυλικές Βραδυές Bowie και του Steve Strange, πορτιέρη στο ίδιο club, ο οποίος είχε κάνει κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες στο post punk κλίμα της εποχής με τους Moors Murderers και τους Photons. Ο Dave Formula στα keyboards ήταν πρωταγωνιστικός όπως και ο Barry Adamson με το μαγικό μπάσο του και ο κιθαρίστας John McGeoch παίζοντας όμως σαξόφωνο, όλοι από τους Magazine, ενωμένοι με τον Billy Currie των Ultravox στα synthesizers, τον Midge Ure επίσης στα synths, που τότε έφευγε από τους Rich Kids για να αντικαταστήσει τον John Foxx στους Ultravox, με τον Rusty Egan να παίζει drums και τον Steve Strange να τραγουδάει. Το single που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1979 αυτό το super group υπό το όνομα Visage ήταν το «Tar» ένα τραγούδι που εστιάζει θεματικά στα δεινά του εθισμού στη νικοτίνη με δεύτερη πλευρά το synth πείραμα «Frequency 7«. Το single κυκλοφόρησε στην Radar Records αν και ο Martin Rushent είχε αρχικά ενδιαφερθεί να το κυκλοφορήσει στην Genetic Records. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ γιατί η Genetic φαλίρισε και έκλεισε. Το single ωστόσο ηχογραφήθηκε στο studio του σπιτιού του Rushent στο Berkshire. Συντονισμένο στη χορευτική κουλτούρα του Billy’s που πλέον το Σεπτέμβριο είχε μετονομαστεί σε Blitz Club, το «Tar» ήταν περήφανα νεορομαντικό, πάντρευε το post punk με την synth pop και λειτούργησε ως ένας προπομπός για τα τρία albums των Visage που θα ακολουθούσαν αλλά και όλου του νεορομαντικού ρεύματος. Το «Frequency 7» στη δεύτερη πλευρά ήταν ακόμα πιο φουτουριστικά προσανατολισμένο – μια ακριβής τομή ανάμεσα στους Kraftwerk και τους Normal του Daniel Miller, με έναν κοφτό, ψυχρό twisted disco ρυθμό και τη φωνή του Steve Strange περασμένη μέσα από ένα autotune που οι αντηχήσεις επιτείνουν την εφιαλτική δυστοπία.

Visage - Tar

Visage «Tar / Frequency 7» (Σεπτέμβριος 1979, Radar)

Το «Tar» των Visage:

Το «Frequency 7» των Visage:

Μετά το τέταρτο album τους «Magic Murder And The Weather«, οι Magazine διαλύθηκαν και επανεμφανίστηκαν μόλις το 2011 για ένα καινούργιο album, το «No Thyself«. Ο Howard Devoto κυκλοφόρησε ένα solo album το 1983, το «Jerky Versions Of A Dream«, δημιούργησε το ντουέτο Luxuria, μαζί με τον Noko για δύο albums (1988 – 1990) και ηχογράφησε και ένα album με τον Pete Shelley, το «Buzzkunst» το 2002. Ο Barry Adamson παράλληλα με τους Magazine συνεισέφερε στα δύο πρώτα albums των Visage (1979 – 1981), έγινε μέλος των Bad Seeds του Nick Cave για τέσσερα albums τους (1984 – 1987), έπαιξε στους Luxuria (1988 – 1990) και κυκλοφόρησε δώδεκα προσωπικά albums (1989 – 2016). O John McGeoch έπαιξε στους Visage (1979- 1981), στους Banshees της Siouxsie (1980 – 1982) στους Armoury Show (1983 – 1985) και στους Public Image Ltd. (1986 – 1992). Ο Dave Formula συνέχισε με τους Visage (1979 – 1981), με τους Ludus (1982 – 1987), σχημάτισε τους Angel Brothers και τους Design For Living και κυκλοφόρησε ένα προσωπικό album το 2007 και ένα με την Christine Hanson το 2011. Ο John Doyle έπαιξε στους Armoury Show (1983 – 1985).


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siiouxsie & The Banshees «Overground»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Πάνω Από Τη Γη

Posted by gone4sure στο 1 Ιουλίου 2018

Το «Overground» λαχταράει την έξοδο από την σκοτεινιά του υπογείου, ενώ ξέρει ότι και στον υπέργειο κόσμο, ο αέρας παραμένει ασφυκτικός. Όσο αντι-punk μπορεί να φανταστεί κανείς, μια ένδοξη πρωθιέρεια του punk, ανεβαίνει τη σκάλα προς ένα φως που την κάνει χειρότερη από τον εαυτό της.

Siouxsie & The Banshees

Siouxsie & The Banshees από το 1977

Οι Banshees είχαν πάρει το όνομά τους από την ταινία «Cry Of The Banshee» του 1970 του Gordon Hessler, με τον Vincent Price και στις 20 Σεπτέμβρη 1976 εδωσαν μια συναυλία στο πλαίσιο του Punk Rock Fetival στο Club 100 ως Suzy & The Banshees με τη Siouxsie στη φωνή, τον Marco Pirroni στην κιθάρα και τον Sid Vicious στα τύμπανα παίζοντας μια εικοσάλεπτη βελβετική, αυτοσχεδιαστική εκτέλεση του «Lord’s Prayer» που περιλάμβανε αποσπάσματα από το «Twist And Shout» και το «Knocking On Heaven’s Door«. Η συναυλία ήταν καταστροφική, η μπάντα κατέβηκε από την σκηνή, πριν την ώρα της και περιγράφηκε ως «ανυπόφορη και κανονικός θόρυβος για τα αυτιά όλων.» Η Siouxsie (αρχικά ονομαζόταν Candy Sue) και ο Severin, μαζί με τον Billy Idol και την Sue Catwoman μεταξύ άλλων ακολουθούσαν τους Sex Pistols στα live τους και πόζαραν επιδεικτικά για τις εφημερίδες, δημιούργησαν μια δημοσιότητα αρχικά, που φαινόταν να παράγεται για λάθος λόγους, όταν η Caroline Coon, δημοσιογράφος, φωτογράφος και μοντέλο, αυτή που είχε «βαφτίσει» την παρέα Bromley Contingent, έγραφε στο Melody Maker για το χρώμα των μαλλιών της Siouxsie και για τα ρούχα της και για το πώς είχε υιοθετήσει την εικόνα της από το «Κουρδιστό Πορτοκάλι«. Η Siouxsie και ο Severin που είχαν γνωριστεί σε μια συναυλία των Roxy Music τον Οκτώβριο του 1975, ως παιδιά των προαστίων που είχαν αγκαλιάσει το glam για να ξεφύγουν από την πλήξη τους, έγιναν οι συμβολικές φιγούρες της μόδας του punk: είχαν εμφανιστεί στο επεισοδιακό τηλεοπτικό show του Bill Grundy.

Είχε ήδη ξεκινήσει να δέχεται τον θόρυβο της αμφισβήτησης για το περιβραχιόνιο με τη σβάστικα που είχε φορέσει ξεσηκώνοντας μια ανυπόστατη παραφιλολογία περί ναζιστικών αναφορών. Η Siouxsie είχε πάρει μια σβάστικα από τον Malcolm McLaren που τις πούλαγε στο κατάστημα Sex από τότε που το κατάστημα λεγόταν Too Fast Too Live Too Young To Die στην King’s Road, την οποία φορούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1976 και απολογήθηκε για αυτό. Τον Ιανουάριο του 2005 η Siouxsie μιλώντας στον Simon Goddard του Uncut, ξεκαθάρισε ακόμα πιο λεπτομερώς τη σχέση της με όλη αυτή την υπόθεση με την σβάστικα: «Η κουλτούρα εκείνη την εποχή είχε να κάνει με τους Monty Python, τον Basil Fawlty (από την τηλεοπτική σειρά «Fawlty Towers» που ξεκίνησε το 1975), τον Freddie Starr (κωμικός διασκεδαστής και ηθοποιός), την ταινία «Producers» (1967 του Monty Python) και το «Springtime For Hitler» (ένα επινοημένο musical μέσα στην ταινία «Producers» σχετικά με τον Hitler και την Eva Brown). Η φάση ήταν πολύ «Salon Kitty» (ταινία του 1976 του Tinto Brass, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Peter Norden που προκρίνει αισθητικά το ναζιστικό chic), το χρησιμοποιούσαν σαν στοιχείο glamour, σα μόδα και ξέρεις κάτι; Πρέπει να είμαι ειλικρινής και να παραδεχτώ ότι μου αρέσει πολύ η στολή των ναζί. Δεν θα έπρεπε να το λέω αλλά είναι μια πολύ όμορφη στολή. Ξέρω είναι σαν να λες, «έλα τώρα, οι ναζί είναι υπέροχοι.» Η πολιτική ορθότητα γίνεται καταπιεστική. Είναι από μόνη της πολύ ναζί. Και είναι ειρωνικό ότι αυτή η πολιτική ορθότητα είναι πολύ ναζί. Στην Αμερική είναι ιδιαίτερα εύθικτοι σχετικά με τους ναζί και πας στο Los Angeles και είναι φυλετικά διαχωρισμένο. Είναι πολύ ναζί και η ειρωνία είναι ότι δεν το καταλαβαίνουν. Δεν συνειδητοποιούν ότι είναι πολύ ναζιστικό να προσβάλλεσαι όταν κάποιος αναφέρει τη λέξη ναζί.»

Siouxsie - Punk Festival - Club 100

Siouxsie και Severin έξω από το Club 100 την ημέρα του Punk Festival φωτογραφημένοι από την Caroline Coon.

Εντέλει με το τέλος του 1976 τελείωσε και η περίοδος της Siouxsie ως punk celebrity του Malcolm McLaren όταν η Siouxsie έκανε το πρώτο εξώφυλλό της στην Daily Mirror ως ξωτικό punk κορίτσι (με υπέρτιτλους όπως «Siouxsie Is A Punk Shocker«). «Δεν το απόλαυσα, ούτε το ευχαριστήθηκα» είπε η Siouxsie στο Uncut. «Συνειδητοποίησα γρήγορα πόσο γελοίο ήταν και πήγαιναν να το μετατρέψουν σε αυτό που ήθελαν: σε cartoon. Στις αρχές του 1977 το όλο πράγμα είχε τελειώσει γιατί η υπόθεση με τον Bill Grundy το είχε σκοτώσει. Το εκμεταλλεύτηκαν και το μετέτρεψαν σε επίδειξη φρικιών.» Ο βαθμός της δημοφιλίας της Siouxsie στην λονδρέζικη σκηνή ως it girl φαίνεται και από το τραγούδι της punk μπάντας London (Riff Regan – φωνή, Dave Wight – κιθάρα, Steve Voice – μπάσο, Jon Moss – τύμπανα), με manager τον Simon Napier Bell, που κυκλοφόρησαν το «Siouxsie Sue» το 1977 από το ep τους «Summer Of Love«.

London - Summer Of Love

London «No Time / Siouxsie Sue / Summer Of Love / Friday On My Mind» (MCA, 1977)

Το «Siouxsie Sue» των London:

Στις αρχές του 1978 οι Banshees ήδη είχαν χτίσει το μυθικό status τους, πριν καν υπογράψουν συμβόλαιο με δισκογραφική, πριν καν ηχογραφήσουν, επίσημα, υλικό τους. Oι Banshees είχαν δώσει τις πρώτες συναυλίες τους σε όλη τη διάρκεια του 1977: στο Lyceum, το Vortex, το Music Machine, στο Rainbow (τον Οκτώβρη του 1977 όπου μετά το support που έκαναν στους Heartbreakers, η Siouxsie και ο Kenny Morris, συνελήφθησαν από την αστυνομία για παρακώλυση έργου) Επιπλέον, οι εκτελέσεις τους σε πρώιμα τραγούδια τους στο BBC είχαν ήδη αρχίσει να τυπώνονται σε ανεπίσημους bootleg δίσκους και να κυκλοφορούν στο περιορισμένο αρχικά κύκλώμα της αγοράς του Λονδίνου, κάνοντας τον manager τους Nil Stevenson να συζητάει σοβαρά με τον παραγωγό του John Peel, τον John Waters στο BBC το ενδεχόμενο να κυκλοφορήσουν επίσημα αυτές τις ηχογραφήσεις για να σώσουν ό,τι μπορούν από τα διαφυγόντα κέρδη τους από την παράνομη αγορά. Οι Banshees ήταν ήδη ένας μύθος πριν καν φτάσουν στην τελική σύνθεση των μελών τους, αυτή που έπαιξε στο ντεμπούτο album τους και είχαν απασχολήσει τις βασικές μουσικές εφημερίδες (New Musical Express, Melody Maker και Sounds) αλλά και τα ποικιλώνυμα fanzines της punk εποχής. Είχαν ψηφιστεί ως η καλύτερη μπάντα χωρίς συμβόλαιο στο περιοδικό Zig Zag, η Siouxsie έκανε το πρώτο εξώφυλλό της στο Sounds το Δεκέμβρη του 1977 ως Η Πριγκίπισσα των Πάγων της Νέας Ψυχρής Μουσικής Γενιάς.

Siouxsie - Sounds cover

Siouxsie: Ice Queen Στο εξώφυλλο του Sounds (Δεκέμβρης 1977)

Είναι καταπληκτική αυτή η αντίθεση: το ακροατήριο στις ασφυκτικά γεμάτες συναυλίες τους ήταν αντιστρόφως ανάλογο της επιφυλακτικότητας των δισκογραφικών εταιριών να τους υπογράψουν. Με ένα μπαράζ κοντόφθαλμης ανικανότητας, οι άνθρωποι των δισκογραφικών εταιριών επίδειξαν την αμηχανία τους απέναντι στην καινούργια σκηνή και τον ελαττωματικό συντηρητισμό τους. Οι Banshees ήταν απαιτητικοί και μπέρδευαν τους A&R των εταιριών: φαίνονταν και φέρονταν ως punks αλλά η μουσική και οι δηλώσεις τους ήταν όσο αντι-punk μπορούσαν να είναι. Αρχικά η Anchor, η εταιρία που είχε υπογράψει τους Adverts, τους απέρριψε επειδή όπως είπαν οι άνθρωποι της εταιρίας, «οι Banshees δεν είναι αρκετά rock ‘n’ roll». Μετά, ο John Darnley της EMI ήταν έτοιμος να τους υπογράψει όταν τον φρέναραν άνωθεν στελέχη επειδή «είχαν δεύτερες σκέψεις» Είπαν ότι θα τους υπέγραφαν αν μπορούσε η εταιρία να έχει τον έλεγχο των στίχων… Η RCA απέρριψε επίσης τους Banshees επειδή όπως είπε «δεν ήταν συμβατοί με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες της εταιρίας». Σημειωτέον, προτίμησαν να υπογράψουν τους goth punks Gloria Mundi που την ίδια εποχή πάσχιζαν να γεμίσουν μια συναυλία στο Vortex Club (με προσέλευση είκοσι ατόμων) ενώ οι Banshees γέμιζαν το Greyhound στο Croydon με πάνω από 900 ανθρώπους… H Chrysalis τους απέρριψε με τη σειρά της και κατά πώς τους είπε ο A&R Chris Briggs «ξέρουμε ότι θα πουλήσετε πολλούς δίσκους αλλά δεν αρέσετε σε κανέναν εδώ». O Dave Dee της Atlantic τούς απέρριψε επειδή όπως είπε «το punk έχει τελειώσει». Όπως είπε ο Nils Stevenson, στον Pete Silverton του Sounds, «Ο Dave Dee δεν ήξερε καν ότι το punk έχει ξεκινήσει. Αυτός είχε απορρίψει τους Sex Pistols.» H Arista δεν μπήκε καν στον κόπο να πάει σε συναυλία της μπάντας γιατί δεν της άρεσε το όνομα Banshees και η Decca τους πρότεινε ένα εξευτελιστικό συμβόλαιο, με μόλις 5% μερίδιο από τα έσοδα και 2000 λίρες προκαταβολή. Κάποιοι διοργανωτές συναυλιών όπως ο Harvey Goldsmith στο Lyceum έφτασαν στο σημείο να πουν στον manager των Banshees ότι «η στάση των Banshees είναι παλιομοδίτικη. Περσινά νέα. Αυτού του είδους η ασυμβίβαστη στάση πέθανε όταν διαλύθηκαν οι Sex Pistols.» Και ο Paul Lowesby, συνεργάτης τού Harvey Goldsmith, είπε ότι οι Banshees «δεν έχουν κανένα κύρος.» Όπως είχε γράψει τότε ο συντάκτης του Sounds, στον επίλογο του άρθρου του για τους Banshees απευθυνόμενους στους A&R των εταιριών, αναρωτήθηκε «μήπως τα αυτιά σας είναι βουλωμένα ή κάτι τέτοιο; Γιατί δεν πάτε να υπογράψετε τους Banshees για να μπορούμε και μεις να ακούμε κάτι διαφορετικό από bootleg κασέτες με ηχογραφήσεις που έκανε η Siouxsie με τα παιδιά στην εκπομπή του John Peel;»

Siouxsie - NME Cover

Siouxsie στο εξώφυλλο του New Musical Express (1978)

Οι ίδιοι οι Banshees μιλώντας στον Kris Needs του Zig Zag τον Ιούλιο του 1978 πρόσθεσαν επιπλέον και την Virgin στις εταιρίες που τους απέρριψαν κατηγορώντας την ότι ήταν τόσο αδιάφορη όσο και οι υπόλοιπες εταιρίες. «Η Virgin θέλει μόνο μπάντες σαν τους XTC και τους Magazine που είναι σαν ένα βολικό συνολικό πακέτο για αυτούς,» είπε η Siouxsie. «Είναι σίγουρο ποντάρισμα αυτές οι μπάντες. Προφανώς avant garde αλλά ωστόσο ασφαλείς επιλογές.» O drummer τους Kenny Morris, στην ίδια συνέντευξη είπε «Κάποιοι μας λένε συχνά πράγματα όπως «Πώς και είχατε όλη αυτή την ταλαιπωρία ενώ μπάντες σαν τους Devo, δεν την είχαν;» Οι Devo είναι ένα τόσο βολικό πακέτο. Τα έχουν όλα εκεί, μία εκκεντρικότητα που δεν είναι εκκεντρικότητα. Είναι τόσο απόλυτα βολικοί.» Και ο Steven Severin μιλώντας στον Ian Birch του Melody Maker τον Οκτώβριο του 1978, είπε «Για πολύ καιρό, νομίζω αυτός ήταν ο λόγος που δεν μας πρόσφεραν συμβόλαιο. Δεν ήμασταν ούτε έτσι ούτε αλλιώς. Δεν ήμασταν ούτε αλλόκωτοι, ούτε σαν τους Sham 69.» Και η Siouxsie ξανά δεν έχασε ευκαιρία να κατηγορήσει τη νοοτροπία της Virgin για την στερεοτυπική new wave ταυτότητα: «Η Virgin βιάστηκε να υπογράψει πολλές μπάντες που παρίσταναν τους αλλόκωτους και επίσης μπάντες που όπως οι Jam και οι Sham 69 -πραγματικές rock ‘n’ roll μπάντες- επειδή μπορούσε να τις λανσάρει στην αγορά πολύ εύκολα. Μπορούν πάντα να πουλήσουν κάτι αν διαρκέσει κανά χρόνο ή δύο γιατί είναι πολύ άμεσο και δεν χρειάζεται να σκεφτούν περισσότερο για αυτό.»

Siouxsie & The Banshees 2

Siouxsie & The Banshees το 1978. Από αριστερά: Steve Severin, Siouxsie Sioux, John McKay, Kenny Morris

Στις 9 Ιουνίου του 1978 μετά από ενάμισυ χρόνο δραστηριότητας της μπάντας χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο, επιτέλους, η Polydor υπέγραψε τους Banshees με τη μπάντα να εξασφαλίζει πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο πάνω στο υλικό της αλλά και στο marketing της εταιρίας, τις διαφημίσεις, τις επιλογές των τραγουδιών κ.λπ. Όπως δήλωσε ο George McManus, διευθυντής marketing της εταιρίας, για το βιβλίο «Siouxsie & The Banshees: The Authorised Biography» του 2003: «Θυμάμαι που να πηγαίνω στη δουλειά και να βλέπω στους τοίχους γραμμένο με spray, «Υπογράψτε τους Banshees«. (Το είχε γράψει ο φανατικός τότε fan της μπάντας, Les Mills που αργότερα έγινε manager των Psychedelic Furs). Ήξερα ότι κάποιος θα έπρεπε να το κάνει και ήταν ο διευθυντής του A&R, Alan Black που πάλευε μόνος του. Νομίζω ότι η φράση στον τοίχο βοήθησε αρκετά αλλά όταν ακούσαμε το «Hong Kong Garden» τρελαθήκαμε όλοι. Ήταν σπουδαίος δίσκος. Η μπάντα είχε σημαντικές αξίες -Κανένας Μουσικός Συμβιβασμός. Είχαν μια γνήσια αυτοπεποίθηση. Γινόταν επανάσταση στη δισκογραφική βιομηχανία με ένα καινούργιο κόσμο να ανατέλλει και συνειδητοποιήσαμε ότι δεν υπήρχε νόημα στο να πούμε εμείς σε μια μπάντα που ξέρει ακριβώς τι είναι, τι να κάνει.» To «Hong Kong Garden» με b side το «Voices (On The Air)» κυκλοφόρησε στις 18 Αυγούστου 1978 και ανέβηκε στο Νο.07 του βρετανικού chart αποσπώντας δικαιωματικά διθυραμβικές κριτικές, αφού η παραγωγή του Steve Lillywhite (τον είχε προσκαλέσει ο Nils Stevenson όταν τον είχε δει να κάνει ηχοληψία στο δίσκο του Johnny Thunders) φαινόταν να αναδεικνύει το συγκριτικό πλεονέκτημα του συγκροτήματος σε αντίθεση με την πρώτη απόπειρα παραγωγής του single από τον Bruce Albertine έναν παραγωγό και ηχολήπτη που είχε κάνει μόλις την ηχοληψία στο album των J.B.’s του James Brown, «Mutha’s Nature» του 1977, ένας αμερικανός άνθρωπος του στούντιο που τους είχε συστήσει η εταιρία και ήταν μια καταστροφή. Στη δεύτερη πλευρά του single ωστόσο, η μπάντα διατήρησε την παραγωγή του Bruce Albertine ως είχε.

Modern Lovers ‎- The Modern Lovers

The Modern Lovers «The Modern Lovers» (1976, Home Of The Hits)

To «Roadrunner» των Modern Lovers:

Velvet Underground ‎- White Light White Heat

Velvet Underground «White Light White Heat» (1968, Verve)

Το «White Light White Heat» των Velvet Underground:

Στις 13 Νοεμβρίου 1978 κυκλοφόρησε το ντεμπούτο album τους «The Scream» και πριν καν βγει στην αγορά θεωρήθηκε ένα ορόσημο του post punk. Έφτασε ως το Νο.12 του βρετανικού chart και η μπάντα, η Siouxsie Sioux (Janet Susan Ballion) στα φωνητικά, o Steven Severin (Steven John Bailey) στο μπάσο, ο John McKay στην κιθάρα και ο Jenny Morris στα τύμπανα έγιναν οι ήρωες μια παράξενης αντι-punk λίγκας που άνοιγε το δρόμο για το goth rock και πιο σκοτεινά μονοπάτια. Το album ηχογραφήθηκε σε παραγωγή του Steve Lillywhite μέσα σε μια εβδομάδα και η μίξη του διήρκεσε άλλες επτά και η ίδια η Siouxsie περιέγραψε τη μουσική στο δίσκο, «ψυχρή, μηχανιστική αλλά και παθιασμένη ταυτόχρονα.» Στη βιογραφία της μπάντας, η Siouxsie είπε για την ηχογράφηση του «Scream«: «Είχα αποκτήσει πολύ περισσότερη αυτοπεποίθηση όταν τραγουδούσα στο studio αλλά ακόμα δεν είχα βρει το μοχλό του ελέγχου όλης αυτής της ενέργειας και της έντασης μέσα μου που ήθελα να βγάλω. Παρέμενα ακόμα πολύ ακατέργαστη αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι το τραγούδι ήταν εξορκισμός για μένα. Ο Steve Lillywhite ήταν πολύ ενθαρρυντικός. Οι περισσότεροι έλεγαν «Δεν είναι τραγούδι αυτό, είναι απλά ένας φρικαλέος θόρυβος.» Ο Steve Severin στην ίδια βιογραφία μίλησε για το πώς δημιουργήθηκαν οι συνθήκες της ηχογράφησης, για το πώς χτίστηκε η ατμόσφαιρα: «Μπήκα στο RAK studio τη μέρα που αρχίσαμε να δουλεύουμε το «Scream» και υπήρχαν ντουζίνες μαγνητοταινιών στιβαγμένες στην κονσόλα. Ήταν ηχογραφήσεις των Yes που ίσως θα κατέληγαν να γεμίσουν ένα τετραπλό album. Αυτό για το οποίο μετάνιωσα περισσότερο είναι ότι δεν είχα την επιφοίτηση να τις απομαγνητίσω και να σβήσω τα πάντα. Θα είχα γλυτώσει τον κόσμο από πάρα πολλές οδύνες. Η Siouxsie είχε φέρει μαζί της το πρώτο album του Jonathan Richman και των Modern Lovers και είπε στον Lillywhite «Κάνε τα tom toms να ακούγονται έτσι.» Επειδή δεν ήμασταν εκπαιδευμένοι μουσικοί το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε είναι να χρησιμοποιούμε δίσκους που μας αρέσουν, ως σημεία αναφοράς. Έφερε και το «White Light White Heat» των Velvet Underground επίσης και είπαμε ότι θέλουμε αυτόν τον ήχο στην κιθάρα. Ο Steve Lillywhite είχε τις αναφορές του για να δουλέψει με αυτές, αλλά για μένα δεν ήταν αρκετά ριζοσπαστικός. Ήταν κάπως εμπορικός και αυτό ήταν ανάθεμα για μας.» O Kenny Morris συμπληρώνει: «Ο Lillywhite ήταν νεαρός, ενθουσιώδης και πάντα χαμογελαστός. Όταν καθόταν στην κονσόλα έμοιαζε με disc jockey, κουνιόταν και χόρευε, ελέγχοντας τα πάντα. Ο John McKay και γω το εκτιμούσαμε αυτό. Τον εμπιστευόμασταν.» Τον Οκτώβριο του 1978 η Siouxsie είπε στον Ian Birch του Melody Maker: «Δεν μπορώ να πω ότι κάθε τραγούδι που κάνουμε είναι απαραίτητα μια εξέλιξη… Ο βασικός σύνδεσμος ανάμεσα στα τραγούδια έχει να κάνει με το ότι είναι διαφορετικά μεταξύ τους αλλά εξαιρετικά δυναμικά – είτε είναι ελαφρώς αργά επίτηδες για να δείξουν την ελεγχόμενη δύναμη είτε είναι ανεξέλεγκτα για να δείξουν ότι μπορούμε απλά να νιώσουμε πράγματα, περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον. Δεν υπάρχει ούτε ένα τραγούδι στο album που πιστεύουμε, ότι το βάλαμε για να καλύψουμε ένα κενό. Είναι όλα δυναμικά και… σπουδαία. Και δεν το λέω αυτό με εγωιστικό μανιακό τρόπο.»

Steve Lillywhite

Steve Lillywhite: ο παραγωγός

Ο Severin μίλησε στη βιογραφία τους για το εκτελεστικό επίπεδο της μπάντας την περίοδο της ηχογράφησης του «Scream«: «Μπορούσαμε πλέον να παίζουμε τα όργανα κάτι που βοηθούσε. Είναι εκπληκτικό πόσο γρήγορα εξοικειωθήκαμε με την διαδικασία της σύνθεσης τραγουδιών και της ηχογράφησης. Θυμάμαι πολύ ζωντανά που έπαιζα μπάσο μια μέρα και σκεφτόμουνα «Είναι τόσο εύκολο. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για κανέναν να γράψει ένα κακό τραγούδι.» Τόσο απλό μου φαινόταν. Όταν μεγάλωνα είχα μάθει ότι αν θες να είσαι σε ένα συγκρότημα έπρεπε να περνάς χρόνια, αντιγράφοντας τον Eric Clapton. Ήταν ανακούφιση να συνειδητοποιείς ότι όλο αυτό ήταν ψέμα. Δεν ξέρω αν η μουσική που κάναμε ήταν απαραίτητα πιο σοφιστικέ από αυτήν των υπόλοιπων συγχρόνων μας, σίγουρα όμως είχαμε πιο σοφιστικέ γούστα. Bowie, Roxy Music, Marc Bolan, Velvets, Captain Beefheart και Frank Zappa είχαν επιδράσει πάνω μας, αν και δεν είχαμε κανένα σχέδιο να γράψουμε αποφασισμένοι πιο σοφιστικέ τραγούδια. Μπορεί ακόμα να πασχίζαμε να παίξουμε τα όργανα, ωστόσο επεκτείναμε τη φαντασία μας. Σκεφτόμασταν περισσότερο τις ενορχηστρώσεις και τους ρυθμούς απότι οι άλλες μπάντες, απλά επειδή δε θέλαμε να φτιάξουμε κοινότοπα τραγούδια. Μας πήρε αιώνες να αποφασίσουμε την σειρά των τραγουδιών στις δύο πλευρές του album, από το χαρακτηριστικό ουρλιαχτό του «Pure» στην εκδοχή περί της Manson Family του «Helter Skelter» και στη δεύτερη πλευρά ξεκινώντας με το ακουστικό «Mirage» και καταλήγοντας με το «Switch«, ένα σημάδι για το πού κατευθυνόμαστε. Από την αρχή προσπαθήσαμε να είμαστε διαχρονικοί. Κανένα από τα τραγούδια δεν μιλούσε για επίκαιρα θέματα. Αυτό ήταν εσκεμμένο, αφού το θεωρούσα ως το λόγο απαρακμής πάρα πολλών αποκαλούμενων punk σχημάτων. Όταν ακούω το «Scream» ακούω μια μπάντα που πασχίζει να παίξει τα τραγούδια που είχαν προέλθει από τις φαντασίες μας και αυτή η ένταση είναι μια από τις μεγάλες δυνάμεις αυτού του δίσκου. Επίσης στο album μπήκε πάρα πολλή παραγωγή – είναι η μίξη του ακατέργαστου και του σοφιστικέ που του δίνει ισχύ. Είναι ένα τέλειο στιγμιότυπο τού πού βρισκόμασταν εκείνη την εποχή και όταν το κοιτάς προς τα πίσω, το ότι περιμέναμε τόσο πολύ για να φτιάξουμε το δίσκο ήταν απόλυτη ευλογία.»

Η Siouxsie αναφέρεται στον τίτλο και κατ’ επέκταση στο εξώφυλλο του album: «Όλοι νόμιζαν ότι ο τίτλος του album είναι εμπνευσμένος από τον πίνακα του (Νορβηγού εξπρεσιονιστή ζωγράφου του 1893) Edvard Munch αλλά είχε προέλθει από μια ταινία με τον Burt Lancaster που είχα δει με τίτλο «The Swimmer» του 1968, σχετικά με έναν τύπο που κολυμπάει διαπερνώντας όλη την Αμερική, μέσα από τις πισίνες των σπιτιών. Έχει αυτή την υπέροχη τελική σκηνή στην οποία είναι εντελώς εξαντλημένος και κολυμπάει μέσα σε μια πισίνα γεμάτη παιδιά που πηδάνε γύρω του. Ήταν το τελευταίο μέρος ενός τεράστιου ταξιδιού και μια γιρτή κατά κάποιο τρόπο αλλά μια γιορτή μέσα σε μια κακοφωνία θορύβου και δραστηριότητας, υπερκόπωσης και σχεδόν πνιγμού. Αυτό ήταν το πνεύμα που ήθελα να έχει το album.» Πάλι από τη συνέντευξη των Banshees στον Ian Birch του Melody Maker τον Οκτώβριο του 1978, η Siouxsie είπε: «Η λέξη «Scream» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε τραγούδι του album με διαφορετικούς τρόπους. Οι άνθρωποι έχουν διαφορετικούς τρόπους για να ουρλιάζουν για βοήθεια. Απλά τους συνοψίζουμε.» Και ο John McKay επιβεβαίωσε στην ίδια συνέντευξη ότι «το «Scream» ήταν πάρα πολύ πάθος που ασφυκτιούσε και βγήκε έξω.» Ο Steve Severin στη βιογραφία τους ήταν ξεκάθαρος για τις προθέσεις της μπάντας σχετικά με το εξώφυλλο του album: «Το album είχε εσκεμμένα ένα εντελώς αντι-punk εξώφυλλο. Δεν είχαμε καμία διάθεση να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα τυπογραφικά που χρησιμοποιούν οι επιστολές των εκβιαστών, αυτά που χρησιμοποίησαν οι Sex Pistols στο εξώφυλλό τους. Θέλαμε κάτι καθαρό και λιτό που ταίριαζε με την εικόνα της μπάντας. Εκείνη την εποχή φορούσαμε όλοι μαύρα. Η Siouxsie ίσως να φορούσε πού και πού καμία πινελιά λευκού ή γαλάζιου αλλά μέχρι εκεί. Κανένα άλλο χρώμα δεν επιτρεπόταν. Μου άρεσε όλη αυτή η κατάσταση σαν τους beats που φορούσαν μαύρα. Ήταν ο τρόπος που ντύνονταν οι Velvets και πάντα πίστευα ότι φαίνονται φοβεροί. Είναι πολύ συνθισμένη εικόνα σήμερα αλλά τότε ήταν ασυνήθιστη και μας διαχώριζε από όλους τους άλλους. Αν νιώθαμε ως η απόλυτα εμβληματική rock μπάντα; Ναι εντελώς. Όταν κοιτάζω σήμερα εκείνες τις φωτογραφίες, μου φαίνονται εμβληματικές. Βρήκαμε το στιλ μας πολύ γρήγορα. Η δυσκολία ήταν στο πώς να συνεχίσουμε αυτή την πρώτη επιτυχία και να δουλέψουμε την προσέγγιση του δεύτερου album αφού είχαμε περάσει δύο χρόνια δουλεύοντας το πρώτο.»

Siiouxsie - Zig Zag Cover

Siouxsie στο εξώφυλλο του Zig Zag (Ιούλιος 1978)

Ο Τύπος λάτρεψε το ντεμπούτο album των Banshees κι επινόησε διάφορους ευφάνταστους τρόπους να περιγράψει το θαυμασμό του. Ο καταπληκτικός John Savage του Sounds έγραψε τον Ιούνιο του 1978, πριν καν κυκλοφορήσει το album τους: «Μαζί με μερικούς άλλους, οι Banshees απορρίπτουν τις κυρίαρχες τάσεις της απάθειας ή της μονοδιάστατης «πραγματικότητας» που απλοποιείται για την καταναλωτική σου απόλαυση, ενώ ταυτόχρονα κάνουν και μια επιδιόρθωση στην νοσηρή κατάβασή μας στην παρακμή. Προσπαθώντας να χτίσουν μέσα από την σήψη, να ανοίξουν τα μυαλά των ανθρώπων… ακόμα προσπαθούν. Πλησιάζοντας περισσότερο από ποτέ να το καταφέρουν. Δε στο κοπανάνε στο κεφάλι ούτε το απλοποιούν για να το επαναλάβουν σαν παπαγάλοι: ίσως εσείς πρέπει να το δουλέψετε μόνοι σας. Η μουσική των Banshees είναι δομημένη, ακριβής, πάντα στοχεύει σε κάτι που είναι πέρα από τις δυνατότητές της. Αν και το πολύ ελεγχόμενο, το πλούσιο αίσθημα, καταπιεσμένο, ξεσπά ακόμα δυνατότερα για να φτάσει το δικό τους και το δικό σου κέντρο. Δεν είναι το τι κάνουν, είναι το ποιοι είναι. Αποφεύγουν το λάθος που τόσοι άλλοι κάνουν, να εξισώσουν την ελευθερία με το κανάκεμα του εαυτού τους: συχνά μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την πειθαρχία.» Ο Chris Westwood του Record Mirror έγραψε τον Δεκέμβριο του 1978 ότι «έχουν ηχογραφήσει έναν σπουδαίο, σπουδαίο δίσκο, τόσο σημαντικό όσο δύσκολα θα βρεθεί άλλος μέσα από το Κύμα: μουσικά έχουν εξελιχθεί σε μία ώριμη, ανίκητη δύναμη. Ο ήχος των Banshees: μια μαζική, κραυγαστική, απεγνωσμένη σύγκρουση, όπου μια απλή αλλαγή ακόρντου μπορεί να διαλύσει, να συνθλίψει. Τόση είναι η ένταση. Ο Kenny Morris παίζει τύμπανα σαν ενθουσιώδης πειραματιστής, χρησιμοποιώντας ουσιαστικά την drums. Νομίζω θαυμάζει την Palmolive (των Slits). Το μπάσο του Severin είναι μια συγκρατημένη, ύπουλη αναγκαιότητα και ο John McKay έχει καταφέρει κάτι εντελώς μοναδικό με την κιθάρα του… μια καινούργια, «γνήσια» ταυτότητα. Η φωνή της Siouxsie παρουσιάζει πού και πού κάποιες πινελιές από την Nico και είναι άβολα λειτουργική, μία από τις πραγματικά αυθεντικές και ουσιαστικές κοριτσίστικες ερμηνεύτριες της δεκαετίας. Η επιθετική ένταση της φωνής της ίσως απωθήσει κάποιους όσους ίσως γοητεύσει αλλά εμείς, εμείς ξέρουμε.» Και ο Paul Morley τον Δεκέμβριο του 1978 στο NME έγραφε ότι «Τα οικοσυστήματα που κατακεραυνώνουν κι εξετάζουν είναι εκείνα του καθιστικού στο σπίτι και του μυαλού – το ίδιο πράγμα: περιορισμός. Η μουσική καθρεφτίζει αυτό το ιδιωτικό, κλινικό οικοσύστημα, τις εντάσεις και τις ευφορικές στιγμές της καθημερινής ζωής. Υπάρχει ένα διαστροφικό πάθος αλλά όχι συμπόνοια και αυτό είναι ανησυχητικό: τα κομμάτια του δίσκου φαίνονται σχεδόν ως η ησυχία πριν την καταιγίδα – η οποία μπορεί κανείς να πει ότι είναι το τελευταίο τραγούδι του album, το «Switch«, όπου ακόμα και μια νοητική κατάρρευση παρουσιάζεται με απαθή αφήγηση, με τη φωνή της Siouxsie να παρωδεί αηδιαστικά και προσβλητικά, την διανοητική κατάρρευση. Το συγκρότημα γνωρίζει τη ματαιότητα των περισσότερων μέσων «ανακούφισης» από την πλήξη, τα οποία αποτυχαίνουν να προσδώσουν ξανά ζωή στον άνθρωπο -τα βαθύτερα αισθήματά του, τη φαντασία του- σαν μια χορταστική τροφή χωρίς καμία διατροφική αξία. Ο άνθρωπος συνεχίζει να νιώθει άδειος και ασυγκίνητος σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αναισθητοποιώντας αυτό το δυσάρεστο συναίσθημα με στιγμιαίες απολαύσεις: «εξάψεις», «διασκέδαση», «αλκοόλ» και «sex». Η πλήξη παραμένει: μία πλήξη που μπορεί να ξεσπάσει σε βία, επιθετικότητα, αυτοκτονία, κατάρρευση, διαστροφή. Αυτό απεικονίζουν οι Banshees αντλώντας από τον τρόπο που οι ίδιοι μεγάλωσαν, αδιάφορα «άνετα» και μεσοαστικά.» Ακόμα και ο Kurt Loder στην κριτική του για αμερικανικό Rolling Stone τον Οκτώβριο του 1979, έγραψε «Στο λιτό αλλά εντυπωσιακό ντεμπούτο album τους, οι Άγγλοι Siouxsie & The Banshees μπλέκουν επιδέξια το θανατερό κροτάλισμα της κιθάρας και τα εκκωφαντικά τύμπανα των καλύτερων post punk σχημάτων με τα απογειωμένα φωνητικά και τα τρεμάμενα δυναμικά ακκόρντα των συχνά υποτιμημένων πρώιμων Jefferson Airplane. Ανάμεσα στις πολυάριθμες θετικές κριτικές, το Νοέμβριο του 1978, το «Scream» δέχτηκε μια οξύτατη επίθεση από την Julie Burchill και το NME. Η διάσημη «σκύλα» της δημοσιογραφίας επιτέθηκε και σε προσωπικό επίπεδο στην Siouxsie κατηγορώντας την για κλώνο του Bowie, για φλερτ με το φασισμό, για υποκρισία στο στιλ της μόνο και μόνο για να σοκάρει. Ουσιαστικά, η Burchill δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου στη μουσική του «Scream». Τον επόμενο μήνα, η συνέντευξη του Paul Morley στην Siouxsie για την ίδια εφημερίδα, το NME είχε τον τίτλο «Προς υπεράσπιση των Siouxsie & The Banshees».

Siouxsie & The Banshees 1978 pic by Ray Stevenson

Siouxsie & The Banshees το 1978

Και ο Simon Reynolds στο «Rip It Up And Start Again«, τη βίβλο του post punk 1979 – 1984 περιγράφει τους Siouxsie & The Banshees ως αρχετυπικούς goth rockers: «Η μητέρα σαράντα χιλιάδων gothettes, η Siouxsie αποκρυστάλλωσε το πνεύμα του κινήματος όταν διακήρυξε την πρόθεσή της να γίνει «ένα αγκάθι στο πλευρό της μετριότητας«. Στις αρχές τους ωστόσο οι Banshees ήταν υποδειγματικοί μπροστάρηδες του post punk, αναβλύζοντας τη ρητορική του «το rock πέθανε» εκείνης της εποχής. Ο μπασίστας Steve Severin συνιδρυτής των Banshees έβλεπε το rock ως «αναιμικό και διεθαρμένο» και σε συνεντεύξεις του ανέφερε παρόμοιες επιρροές -Velvets, Roxy, Can, Beefheart- όπως και οι σύγχρονοί τους. Ο ήχος των Banshees σχηματίστηκε μέσω μιας διαδικασίας αφαίρεσης και απόρριψης. «‘Ηταν επειδή ξέραμε τι δεν θέλαμε, πετώντας έξω κάθε κλισέ,» είπε ο Severin. «Ποτέ ένα κιθαριστικό solo, ποτέ τελείωμα τραγουδιού με δυνατά θραυστικά τύμπανα. Σε κάποια φάση, η Siouxsie απλά απομάκρυνε τα πιατίνια από την drums του Kenny Morris. Το αποτέλεσμα αποτυπώθηκε στο ντεμπούτο album τους «Scream» αυστηρό και αιχμηρό, μία τιμωρία του rock: μία καινούργια, βάρβαρη γεωμετρία που δημιουργήθηκε μέσα στην φόρμα «κιθάρα – μπάσο – τύμπανα» αλλά και ενάντια σε αυτήν. H Siouxsie ήθελε έναν κιθαριστικό ήχο «σαν μία τομή των Velvet Underground και την σκηνής στο μπάνιο του «Psycho«, λέει ο Severin.»

Siouxsie & The Banshees - The Scream

Siouxsie & The Banshees «The Scream» (Νοέμβριος 1978, Polydor)

Το «Overground» των Siouxsie & The Banshees:

Πρέπει να ξεφύγω από τη ζωή σ’ αυτή την κόλαση
Πρέπει να ανεβώ εκεί που ο αέρας είναι πνιγηρός
Και να ζήσω μια ζωή με χαρές
Να αναμειχθώ με τις μοντέρνες οικογένειες.

Πάνω από τη γη – μακριά από την ανωμαλία
Πάνω από τη γη – σε μια ταυτότητα
Πάνω από τη γη – στην κανονικότητα
Πάνω από τη γη – σε μια ταυτότητα

Αυτή η εκκρεμότητα δεν είναι χώρος
Να είσαι ένα ψηφίο σε ένα άλλο σύμπαν
Σε ένα άλλο πλήθος
Είσαι καταδικασμένος στην ανωνυμία

Πάνω από τη γη – μακριά από την ανωμαλία
Πάνω από τη γη – σε μια ταυτότητα
Πάνω από τη γη – στην κανονικότητα
Πάνω από τη γη – σε μια ταυτότητα

Πάνω από τη γη – θα ‘μαι χειρότερος από τον εαυτό μου
Πάνω από τη γη – είναι ξεκάθαρο
Θα ‘μαι χειρότερος από τον εαυτό μου

Το «Overground» είναι ένα αριστούργημα των Banshees. Αρχικά μάλιστα υπήρχε η σκέψη να γίνει αυτό το πρώτο single τους, αλλά επιλέχθηκε το «Hong Kong Garden» ως πολύ πιο εθιστικό. Διαθέτει αυτό το ρυθμικό μοτίβο που μοιάζει με κοπιαστική ανάβαση, σαν διψασμένος που σκαρφαλώνει σε κακοτράχαλα μέρη για να πιει νερό σε μια πηγή. Η κλιμάκωση του τραγουδιού δεν κορυφώνεται ποτέ, επιστρέφει συνέχεια στην αφετηρία για να ξεκινήσει ξανά την ανάβαση και αυτή η κυκλωτική διάσταση ίσως, το κάνει να ακούγεται τόσο συμβολικό και γοητευτικό. Ένα πικρό τραγούδι, συνειδητοποιημένο στους στόχους του, δεν τρέφει καμία αυταπάτη περί underground και mainstream αποδοχής, αφού φαίνεται να γνωρίζει ότι είναι και οι δύο κόσμοι γεμάτοι προβλήματα και αδιέξοδα. Στο «Overground» οι επιλογές που τραγουδάει η Siouxsie δεν είναι δελεαστικές, καμία από τις δύο -είτε underground, είτε «πάνω από τη γη». Θέλει να ξεφύγει από το περιθώριο του υπόγειου κόσμου αλλά από την άλλη γνωρίζει ότι ο υπέργειος κόσμος που έχει μια ταυτότητα, ανασαίνει ασφυκτικό αέρα. Ο δρόμος από την ανωμαλία στην ομαλότητα δεν διαθέτει ουσιαστικά δελεαστικά κίνητρα. Όπως δήλωσε ο Severin στον Ian Birch του Melody Maker, τον Οκτώβριο του 1978, «Το «Overground» έχει να κάνει με την επιλογή. Μπορείς να πας με τον τρόπο που είναι τα πράγματα ή… Είναι πολύ προσωπικό τραγούδι για την μπάντα σε ένα επίπεδο. Όλη αυτή η υπόθεση με τους ασυμβίβαστους Banshees. Λέει ότι μπορούμε να αλλάξουμε, να ανεβούμε πάνω από τη γη αλλά ταυτόχρονα ξέρουμε ότι θα είμαστε χειρότεροι από τους εαυτούς μας. Στο τέλος του τραγουδιού, την ώρα που αποκλιμακώνεται το τραγούδι, το μπάσο ξαναξεκινάει σαν να αρχίζει ξανά όλο το τραγούδι. Είναι η ιδέα του fade in και του fade out έτσι ώστε να συνεχίζεται το τραγούδι για πάντα. Είναι σαν να κάθεσαι και να σκέφτεσαι «βρίσκομαι σε λούπα». Λες αυτά τα πρώτα λόγια και μοιάζουν με τη διαδικασία της σκέψης – μία σκέψη πάνω στη σκέψη.» To «Overground» είναι ένα τραγούδι που συνοψίζει την κούραση και την απογοήτευση μιας μπάντας που περίμενε ενάμισυ χρόνο για να υπογράψει ένα δισκογραφικό συμβόλαιο παρότι γνώριζε ότι ένα συμβόλαιο δεν θα κάνει ρόδινη την πορεία της μέσα στο χρόνο. Όπως είπε ο Kenny Morris στον Kris Needs τον Ιούλιο του 1978 στο περιοδικό Zig Zag, «Θα είναι ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση το ότι υπογράψαμε. Δεν είναι ένα στρώμα με ροδοπέταλα όπως ίσως θα νόμιζε κάποιος απ’ έξω. Εντελώς το αντίθετο, γιατί θα υπάρχουν περισσότερα προβλήματα, περισσότερες πιέσεις.» Στην ίδια συνέντευξη η Siouxsie, είπε: «Δεν καταλαβαίνω τις μπάντες που είναι ερωτευμένες με την ιδέα να παραμείνουν στο underground. Αν έχουν κάτι να προσφέρουν γιατί δεν το εμφανίζουν στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο; Είναι κάπως σαν ερωτική σχέση του στιλ «αν παραμείνουμε στο underground θα έχουν κάποιο κύρος.» Αν εμείς πάμε στο Νο.1 του Top Of The Pops, θα είναι ένα σπουδαίο επίτευγμα. Είναι μια αρχή και αυτό για το οποίο πασχίζουμε.» Όταν ο Chris Westwood του Record Mirror στη συνέντευξη που πήρε από τους Banshees, τον Δεκέμβριο του 1978, είπε ότι το «Overground» είναι ένας παιάνας στην απόδραση από τις δυσκολίες του καταθλιπτικού αστικού περιθωρίου, ο Severin απάντησε ότι «Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Γράφτηκε σε μια εποχή που ήμασταν απεγνωσμένοι για ένα συμβόλαιο… και έχει να κάνει με το γιατί θέλαμε ένα δισκογραφικό συμβόλαιο με μεγάλη εταιρία.» Ο Chris Westwood απάντησε ότι αντιλαμβάνεται το τραγούδι ως δηλωτικό της απομόνωσης της μπάντας. Ο John McKay απάντησε ότι «Νιώθουμε συνέχεια απομόνωση και αυτός είναι ο λόγος που βρισκόμαστε ουσιαστικά σε αυτήν την μπάντα. Απομονωμένοι από την κοινωνία και την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Πού και πού νιώθεις την ανάγκη να «ενωθείς» με τους άλλους, να γίνεις χειρότερος από τον εαυτό σου.» Το να ενώνεσαι σημαίνει να συμβιβάζεσαι και το να συμβιβάζεσαι σημαίνει να παραδέχεσαι την ήττα σου, ήταν η ανταπάντηση του δημοσιογράφου. Ο Severin συνέχισε την συζήτηση λέγοντας «Φτάνεις σε ένα σημείο που πρέπει να ενωθείς, είτε εσκεμμένα είτε ακούσια. Όπως οι νεαροί οργισμένοι των ’50s που διευθύνουν τώρα δισκογραφικές εταιρίες.» Και ο John McKay συνέχισε: «Από τη στιγμή που βρίσκεσαι στο περιθώριο, ποτέ δεν ενώνεσαι ολοκληρωτικά. Αν δεν το ένιωθα καθόλου… Αν παρίστανα ότι δεν μου αρέσει καθόλου το «Grease«, δεν θα βρισκόμουν σε αυτή την μπάντα, δεν θα μπορούσα να διατηρήσω την έντασή μου. Πάντα θα είμαι στο περιθώριο.»

Siouxsie - Peel Sessions EP

Siouxsie And The Banshees – The Peel Sessions (The Second Session). Ηχογραφήθηκαν στο Studio Maida Vale 4 στις 6 Φεβρουαρίου 1978, μεταδόθηκαν στον αέρα του ραδιοφώνου του BBC στις 23 Φεβρουαρίου 1978 και κυκλοφόρησαν το 1989

Οι Banshees μεταβολίστηκαν σε μια καινούργια μπάντα από τις 7 Σεπτεμβρίου 1979, όταν ο κιθαρίστας John McKay και ο drummer Kenny Morris, απλά δεν εμφανίστηκαν στην σκηνή της συναυλίας των Banshees στο Aberdeen. Η Siouxsie έβγαλε όλη την απογοήτευσή της για τους δύο τους που εγκατέλειψαν την μπάντα στο «Drop Dead Celebration«, το b-side για το single «Happy House» του 1980 και δήλωσε στον Simon Goddard του Uncut ότι «αν ο John και ο Kenny δεν είχαν φύγει, δεν θα είχα γνωρίσει τον σύζυγό μου.» H Siouxsie είχε ήδη τερματίσει την ερωτική σχέση της με τον Steve Severin όταν προσέλαβαν τον drummer Peter Clarke ή Budgie, από τις Slits και σχεδόν αμέσως η Siouxsie και ο Budgie έγιναν ζευγάρι. Η έλευση του Budgie έφερε και τον John McGeoch από τους Magazine στο συγκρότημα, στη θέση του κιθαρίστα μέχρι το 1983 που το πρόβλημα του αλκοολισμού του McGeoch τον οδήγησε εκτός της μπάντας. Ο Robert Smith κάλυψε τη θέση του πρόσκαιρα – ακούγεται στη διασκευή τους στο «Dear Prudence» των Beatles και στη συνέχεια, οι Banshees, όταν τους εγκατέλειψε ο Robert Smith για να αφοσιωθεί στους Cure, το 1984 προσέλαβαν τον John Valentine Carruthers από τους Clock DVA που παρέμεινε μαζί τους για τρία χρόνια πριν αντικατασταθεί από τον Jon Klein το 1987.

Siouxsie & The Banshees - Thorn EP

Siouxsie & The Banshees «The Thorn EP» (Οκτώβριος 1984, Polydor)

Siouxsie & The Banshees - Overground

Siouxsie & The Banshees «Overground / Placebo Effect» (1984, Polydor)

To «Overground (Orchestral)» των Siouxsie & The Banshees:

Τον Οκτώβριο του 1984 κυκλοφόρησε ένα ep με τίτλο «The Thorn» στο οποίο οι Banshees έπαιζαν τέσσερα τραγούδια τους με ορχηστρική παραγωγή και τονισμένα έγχορδα, σε παραγωγή Mike Hedges. Ένα από τα τραγούδια είναι και το «Overground» που αξιοποιείται ακόμη περισσότερο απότι στην εκτέλεση του «Scream«, με τα έγχορδα των Anne Stephenson, Bill McGee, Ginny Ball και Martin McCarrick να πρωταγωνιστούν και να δίνουν ακόμη μεγαλύτερη δραματική μεγαλοπρέπεια σε αυτήν την ατμόσφαιρα της αέναης ανάβασης που διέπει το τραγούδι. Στην επίσημη βιογραφία τους, δήλωσε ο Steve Severin: «Σκεφτήκαμε ότι το «Thorn EP» με επανεκτελέσεις παλιότερων τραγουδιών των Banshees θα ήταν ένα καλό λανσάρισμα του Carruthers. Ο Mike Hedges αποφάσισε να το ηχογραφήσουμε στην Βαυαρία όπου το μόνο μέρος για να φας ήταν ένα τοπικό ξενοδοχείο το οποίο σέρβιρε μόνο κρέας. Συμβιβαζόσουν και έτρωγες χοιρινό σουβλάκι.» Η Siouxsie επίσης ήταν θετική στην ιδέα του «Thorn EP«: «Πίστευα ότι θα ήταν υπέροχο να κάνουμε κάτι βασισμένο στα έγχορδα από τα να τα ηχογραφήσουμε την τελευταία στιγμή όπως κάναμε συνήθως. Τα έγχορδα ταίριαζαν στους Banshees. Πάντα μου άρεσε η ασύμβατη ένταση που νιώθεις με τα βιολιά στις ορχήστρες. Κι επιπλέον, χρησιμοποιώντας έγχορδα, έφευγε η έμφαση από τον John (Severin).»


Curve - Rare & Unreleased

Curve «Rare And Unreleased» (2010, Self Released)

Το «Overground» των Curve:

Οι Curve, δηλαδή η Toni Halliday και ο Dean Garcia ηχογράφησαν με το δικό τους τρόπο το «Overground» το 2000 αλλά το κυκλοφόρησαν μόλις το 2010 στο «Rare And Unreleased«. H Toni Halliday δεν είναι σίγουρα Siouxsie αλλά σίγουρα έχει επηρρεαστεί από αυτήν. Η Halliday ερμηνεύει το «Overground» χαμηλότονα και διακριτικά -με συναισθηματικές απώλειες στο δρόμο- και ο Garcia χτίζει ένα πανομοιότυπο με των Banshees ηχητικό σκηνικό στο υπόβαθρο. Δεν είναι ξεκάθαρο το γιατί επέλεξαν να το διασκευάσουν πέρα από το ότι τους αρέσει και δεν δικαιώνεται σίγουρα από το αποτέλεσμά τους αυτή η κίνηση.
★★★★★☆☆☆☆☆


Unwomen - Uncovered Vol 2.5

Unwoman «Uncovered Volume 2.5»

Το «Overground» της Unwoman:

Η τσελίστρια και τραγουδοποιός Erica Mulkey από το San Francisco ονομάστηκε Unwoman από το χαρακτήρα που έπλασε η Margaret Atwood στο «Handmaid’s Tale» και από το 2001 έχει ηχογραφήσει δώδεκα albums ιδιοσυγκρασιακής avant pop με goth και πειραματικές τάσεις χωρίς να έχει βρει μια περίοπτη θέση στο προσκήνιο. Το 2013 κυκλοφόρησε ένα ψηφιακό ep με διασκευές συμπληρωματικές στο album «Lemniscate» (Uncovered Vol.2)» με διασκευές που είχε κυκλοφορήσει την ίδια χρονιά. Η απόδοσή της είναι πολύ σπινθηροβόλα και προσωπική, με πάθος και ένα προσωπικό drive στην ερμηνεία της που αναδεικνύει αρκούντως το classic της Siouxsie.
★★★★★★★☆☆☆


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , | 4 Σχόλια »

07.06.2014 Diggin’ My Scene @poplieradio

Posted by gone4sure στο 9 Ιουνίου 2014

Some new releases and some flashbacks in the post punk era with delightful obscurities

Posted in Music | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »