All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Posts Tagged ‘Listening Wind’

Ο αέρας που αφουγκράζεται

Posted by gone4sure στο 10 Φεβρουαρίου 2019

To «Listening Wind» είναι η συντριπτική μελοποίηση της οργής στην ψυχή ενός ανθρώπου που βλέπει τον τόπο του να εξαφανίζεται. Σε μια εποχή που οι ξεριζωμοί ανακατατάσσουν παγκόσμια πληθυσμούς και κουλτούρες, η επικοινωνία του Mojique με τον «αέρα στην καρδιά του» αποκτάει ένα καινούργιο νόημα.

Talking Heads - 1980

Talking Heads το 1980: από αριστερά, David Byrne, Jerry Harrison, Chris Frantz, Tina Weymouth

Μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας συναυλίας της οκτάμηνης περιοδείας τους το 1979 για το «Fear Of Music«, με το South Bank Show για την τηλεόραση του BBC στο Λονδίνο, οι Talking Heads ήταν μια εξαντλημένη μπάντα. Οι σχέσεις μεταξύ τους είχαν φτάσει σε ένα ακραίο σημείο και η έκθεσή τους πάνω στη σκηνή με οκτάμηνες περιοδείες κάθε χρόνο την τελευταία τετραετία τους είχε φέρει στα πρόθυρα της καταστροφής κάθε ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ τους. Το πρώτο εξάμηνο το 1980 λοιπόν αποφάσισαν να μην ασχοληθούν καθόλου με τη μπάντα και ο καθένας τους να κάνει ό,τι θέλει. Οι Chris Frantz και Tina Weymouth πήγαν στην Καραϊβική για να βρουν τον Sly Dunbar και τον Robbie Shakespeare, να παρακολουθήσουν βουντού τελετές για να μυηθούν στην αϊτινή κουλτούρα και να δοκιμάσουν τα τοπικά κρουστά όργανα. Ο Jerry Harrison πήγε στη Philadelphia και άρχισε να παίζει με άλλες μπάντες: τους Escalators από τη Νέα Υόρκη και τους Double από τον Καναδά. Όταν γύρισε στη Νέα Υόρκη έκανε παραγωγή σε κάποια δοκιμαστικά της Nona Hendryx και μπήκε στη σκηνή του προχωρημένου αστικού funk της πόλης. Στο μεταξύ ο David Byrne πήγε στο Los Angeles για να βρει τον Brian Eno και να συνεχίσουν ουσιαστικά αυτό που είχαν ξεκινήσει να κάνουν με τα «I Zimbra» και «Life During Wartime» στο album «Fear Of Music«: να εξερευνούν την αφρικανική μουσική, ξεκινώντας να ηχογραφούν το ιστορικό πλέον «My Life In The Bush Of Ghosts» χρησιμοποιώντας αποσπάσματα φωνητικών από το ραδιόφωνο πάνω σε ρυθμικές βάσεις που έρχονταν κατευθείαν από την Αφρική.

African Rhythm And African Sensibility

Το βιβλίο που επηρρέασε την afro beat αντίληψη του David Byrne: «African Rhythm And African Sensibility» του John Miller Chernoff

Ο David Byrne υποφέροντας από δυστοκία έμπνευσης αφού είχε «καεί» μέσα στην προηγούμενη τετραετία, αναζήτησε διεξόδους να την καταπολεμήσει. Είχε ήδη εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την πολυρυθμική μουσική και την αφρικανική αντίληψη του ήχου: είχε αρθρογραφήσει στο High Times αμέσως μετά την κυκλοφορία του «More Songs About Buildings And Food» σχετικά με την μουσική ανθρωπολογία και στο «Fear Of Music» ήταν έκδηλη η κατεύθυνση των Talking Heads προς το afro funk. Επιπλέον, δύο βιβλία στάθηκαν αφορμές για τον Byrne να συντονιστεί στο afro beat: το «Role Of The Artist In Primitive Society» και το «African Rhythm And African Sensibility» του John Miller Chernoff. Οι Talking Heads μετατρέπονταν σε ένα πολυρυθμικό όχημα για την λευκή Δύση, με τον ίδιο τρόπο που ο George Clinton έπαιζαν για την μαύρη αφρικανική κοινότητα της Αμερικής επί τόσα χρόνια. Σε μια συνέντευξή του στο New Musical Express στον Paul Rambali, στις 8 Νοεμβρίου 1980, είπε: «Τις στιγμές που το συγκρότημα πραγματικά λειτουργεί, η υποβόσκουσα ευαισθησία του είναι πολύ διαφορετική από ό,τι ήταν πριν, μια πραγματικά ριζική αλλαγή. Αυτή η μουσική όταν παίζεται σωστά, έχει ένα μεταμορφωτικό αίσθημα, σαν νιρβάνα κατά ένα τρόπο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην παραδοσιακή αφρικανική μουσική και στις άλλες μουσικές του τρίτου κόσμου. Είναι κάτι που δεν αποζητάται στο μεγαλύτερο μέρος της pop μουσικής. Εμείς σκοπεύουμε σε κάτι διαφορετικό, αν και κάποια από τα στοιχεία παραμένουν ίδια. Όταν λειτουργεί, νοιώθεις: ξέχνα τον εαυτό σου και γίνε μέρος της κοινότητας. Είναι υπέροχο και δεν συμβαίνει κάθε βράδυ.»

Τον Ιούλιο του 1980 άρχισαν να ηχογραφούν στα Compass Point Studios με ένα γενικό τίτλο για τις νέες ηχογραφήσεις τους «Melody Attack«, που δανείστηκαν από μια γιαπωνέζικη εκπομπή. οδηγός τους για την ατμόσφαιρα των ηχογραφήσεων ήταν το album «Afrodisiac» του Fela Kuti, ένας εκπληκτικός δίσκος νιγηριανού afro beat από το 1973. Σε μια διαδικασία που ο Eno χαρακτήρισε ως «ανθρώπινα samplers», ξεκίνησαν να γράφουν ενστικτωδώς χωρίς «αποσκευές» στο κεφάλι τους και να ακολουθούν κρουστές γραμμές και ήχους που συναρμολογούσαν από το μηδέν. Σύντομα ο παραγωγός Rhett Davies που αρχικά ήταν να είναι αυτός που θα δίνει τον τόνο της παραγωγής, εγκατέλειψε αφού δεν μπορούσε να ακολουθήσει τη λογική του Eno και τη θέση του πήρε ο Steven Stanley, γνωστός για τη δουλειά του στο Compass Point (Bob Marley κ.λπ.) Η δουλειά της σύνθεσης ανάμεσα στον David Byrne και τον Brian Eno δημιούργησε απίστευτη ένταση ανάμεσα στα μέλη του συγκροτήματος. Οι δύο σπουδαίοι μουσικοί συντονισμένοι σε ένα δικό τους μήκος κύματος, έχτιζαν τα τραγούδια στο στούντιο και συχνά οι υπόλοιποι έμεναν απ’ έξω από αυτή την τεταμένη διαδικασία. Υπήρχε ένα είδος δημιουργικού έρωτα ανάμεσα στον Byrne και στον Eno που άφηνε απ’ έξω τους υπόλοιπους οι οποίοι επίσης ένιωθαν ότι διέθεταν και αυτοί την έλξη στην πολυρυθμική αντίληψη της αφρικανικής μουσικής. Στην ίδια συνέντευξη στον Paul Rambali του New Musical Express, η Tina Weymouth είπε: «Όταν συζητούσαμε για το δίσκο, ο Brian ήθελε να μας πει ότι ήταν δικός του δίσκος, ο David έλεγε ότι ήταν δικός του δίσκος. Και οι δύο ένοιωθαν ότι ήταν το σπουδαιότερο εγχείρημα στις ζωές τους. Εμείς λέγαμε όχι, και εμείς είχαμε τις ίδιες ιδέες αλλά ο Jerry είπε όχι δεν είχαμε όλοι την ίδια ιδέα. Όλοι μας είχαμε διαφορετικές ιδέες για το τι έπρεπε να κάνουμε. Ήταν οι συλλογικές επιρροές μας που δημιούργησαν το αποτέλεσμα. Κανένας δεν έπρεπε να ισχυριστεί ότι ήταν αποκλειστικά δικό του. Σίγουρα ακούγαμε αφρικανικούς δίσκους πολύ πριν ξεκινήσουν να ακούνε τέτοιους, ο David και ο Brian, αφού εγώ και ο Chris είμαστε εστιασμένοι στο ρυθμό και είναι σπουδαίος αυτός ο ρυθμός. Τους επιστήσαμε την προσοχή σε αυτό. Είχαμε ήδη φτιάξει αυτό το τραγούδι, το «I Zimbra» κι ένοιωσα σιγουριά όταν το κάναμε. Μάλιστα είχαμε φτιάξει δύο τέτοια τραγούδια, αλλά το δεύτερο, το «Dub» δεν μπήκε στο δίσκο. Ήμουν σίγουρη ότι αυτή θα ήταν η κατεύθυνση του επόμενου δίσκου.»

David Byrne & Brian Eno

David Byrne και Brian Eno: δύο δημιουργικές ιδιοφυίες σε συνεργασία

Ο Brian Eno το 1979 είχε κάνει μια διάλεξη κατά τη διάρκεια του New Music America Festival στο πλαίσιο του New Music New York με τίτλο «Το Studio Ως Εργαλείο Σύνθεσης» στο οποίο υποστήριζε ότι το στούντιο ηχογράφησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σκηνή συναυλίας όπου οι μουσικοί πάνω στον αυτοσχεδιασμό, συλλαμβάνουν ενστικτωδώς σε παρόντα χρόνο μουσικά στοιχεία που συντονίζονται με τις γραμμές των υπόλοιπων παράγοντας αυθόρμητες μουσικές συνθέσεις. Η διαδικασία είχε τιμηθεί στα 60s από τη δουλειά των Beach Boys (στο «Pet Sounds«) και των Beatles (στο «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band«). Στη δουλειά του με τον Byrne για το «My Life In The Bush Of Ghosts» υπάρχουν φυσικά τα πρώτα στοιχεία που αναδείχθηκαν μεγαλοπρεπώς στο «Remain In Light«. Στο «Help Me Somebody» για παράδειγμα από το δίσκο της συνεργασίας τους ακούγεται ένα φλογερό θρησκευτικό κήρυγμα από έναν πάστορα που σαφέστατα επηρρέασε τον David Byrne στις ερμηνείες του στο «Remain In Light«.  Ο Eno δήλωσε ότι όπως και ο Holger Czukay των Can στο album «Movies«, έτσι και αυτός επηρρεάστηκε από τον Karlheinz Stockhausen και τον Steve Reich, ο οποίος είχε ηχογραφήσει δίσκους στα 60s με «έτοιμα» φωνητικά αποσπάσματα, τα «Come Out» και «It’s Gonna Rain» που δεν περιείχαν καθόλου όργανα, μόνο φωνητικά αποσπάσματα.

Στην ίδια συνέντευξη στο New Musical Express, η Tina Weymouth συνέχιζε: «Επιπλέον, ο Eno πάντα έλεγε ότι ήθελε να μπαίνει στο στούντιο μαζί μας χωρίς να υπάρχει έτοιμο υλικό από πριν, έτσι ώστε να μάθουμε τον τρόπο που φτιάχνει τα albums του, χτίζοντας απλά πράγματα το ένα μετά το άλλο. Δεν είναι στην πραγματικότητα καμία καινοτομία. Είναι απλά η παλιά ιδέα του αυτοσχεδιασμού, σε ένα τόνο, χωρίς αλλαγές στα ακκόρντα… κι έτσι όλοι έπαιζαν και όλοι έκαναν παραγωγή. Τα τραγούδια γράφτηκαν και από τους πέντε μας. Ο David δεν ερχόταν ποτέ με ολοκληρωμένο τραγούδι στα χέρια του. Ερχόταν με ένα riff ίσως, ή με τίποτα έτοιμο. Όλη η μπάντα το συνέθετε και μετά ο David έγραφε συγκλονιστικούς στίχους. Πραγματικά λατρεύω το πώς γράφει. Είναι τόσο καλός σε αυτό και είναι κάτι που δεν θα εγκαταλείψει όσο τραγουδάει τα τραγούδια, επειδή νοιώθει ότι μπορεί να τα τραγουδήσει με μεγαλύτερη πειστικότητα αν γνωρίζει τι λένε. Ο Eno μας δίδαξε να είμαστε χαλαροί στο στούντιο κάτι που πιστεύω ήταν από πάντα η πρόθεσή του. Ανακάλυψε ότι ήμασταν πολύ πρόθυμοι να πειραματιστούμε όσο και αυτός και ήταν πολύ ευχαριστημένος με αυτό… να δουλεύει με μια μπάντα που του επίτρεπε να επεμβαίνει στο τραγούδι του άλλου χωρίς αυτός που έγραψε κάτι να νοιώθει ότι είναι ανώτερος από τους άλλους.» Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώθηκαν στη Νέα Υόρκη, στο Sigma Sound Studio όπου ο Jerry Harrison είχε συνεργαστεί με την Nona Hendryx και είχε έρθει σε επαφή με μια σειρά μουσικών που θα ανανέωναν τον τετραμελή πυρήνα της μπάντας τελικά: τον Adrian Belew στην κιθάρα που τότε ηχογραφούσε με τον David Bowie στη Νέα Υόρκη, τον Busta Jones στο μπάσο που έπαιζε με τους Sharks και κατόπιν με τους Escalators και τους Double, τον Bernie Worrell από τους Funkadelic στα keyboards, τον Steven Scales στα κρουστά που έφερε στη μπάντα ο Bernie Worell, τον πνευστό Jon Hassell -τρομπέτα- που είχε συμμετάσχει και στους αυτοσχεδιασμούς του «My Life In The Bush Of Ghosts» και την Dolette McKay στα φωνητικά που τραγουδούσε και αυτή στους Escalators.

Remain In Light

Talking Heads «Remain In Light» (Οκτώβριος 1980, Sire)

Το «Remain In Light» ήταν ένας απίστευτος θρίαμβος. Ένα θαύμα σύνθεσης, παραγωγής και ατμόσφαιρας που έφτασε στο Νο.19 του album chart στο Billboard και στο No.21 στα βρετανικά charts, μπήκε στις λίστες με τα σημαντικότερα albums όλων των εποχών και το 2017 επιλέχθηκε να συμπεριληφθεί στο τμήμα με τους Εθνικούς Θησαυρούς της Αμερικής, τους δίσκους που είναι «πολιτισμικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντικοί για την απόδοση του τρόπου ζωής στην Αμερική». Από το δίσκο βγήκαν δύο singles, το ιστορικό «Once In A Lifetime» και το «Houses In Motion«, ενώ σιγά σιγά όλο το album κέρδισε την αποδοχή, από το φρενήρες funk «Crosseyed And Painless» και το «Great Curve» μέχρι το βαθύ, πυκνό «Born Under Punches» και το «Overload» που κλείνει μεγαλοπρεπώς το album.

Το πιο μυσταγωγικό τραγούδι όλων όμως, αυτό που ο Byrne δήλωσε ότι δεν έπαιζε στις live εμφανίσεις του συγκροτήματος, είναι το «Listening Wind«, ένα υποβλητικό αριστούργημα downtempo πολυρυθμίας, με αραβικά μουσικά στοιχεία, να περιπλέκονται στο υπόβαθρο, ενόσω ο David Byrne ερμηνεύει πάνω τους, την ιστορία του Mojique ενός από τους πρώτους ήρωες αυτοδικίας στην pop κουλτούρα που γίνεται βομβιστής για να εκδικηθεί την καταστροφή του χωριού του από τους λευκούς. H καταγωγή του Mojique δε γίνεται συγκεκριμένη, όπως και ο τόπος που διαδραματίζεται το δράμα του. Ίσως, όπως φανερώνει το όνομά του να είναι ιθαγενής ινδιάνος της Αμερικής, ή αφρικανός σε κάποια από τις χώρες που γεύτηκαν τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, ή ίσως να προέρχεται και από τη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα δίνει στο στοιχείο του αέρα τη μυστικιστική, σχεδόν παγανιστική ικανότητα να συνεργάζεται με το πνεύμα της φυλής του, να γίνεται αρωγός στην προσπάθειά του να αποτινάξει το δυνάστη από  το λαό του. Ο αέρας εμπνέει τον Mojique και ταυτόχρονα γίνεται ο κομιστής της είδησης της απελευθέρωσης του χωριού του από τους Αμερικανούς, αφού η ανάδευση του αέρα μπορεί να προέρχεται και από την έκρηξη του μηχανισμου του Mojique, που φέρνει τη σκόνη στο κεφάλι του. Αυτή την πνευματικότητα που με τόση μαεστρία απόδωσε κινηματογραφικά στο «Black Panther» ο Ryan Coogler, μετουσίωσαν οι Talking Heads σε τραγούδι τριάντα οκτώ χρόνια νωρίτερα.

To «Listening Wind» των Talking Heads:

Ο Mojique κοιτάζει το χωριό του από έναν κοντινό λόφο
Ο Mojique σκέφτεται τις μέρες πριν έρθουν οι Αμερικανοί
Βλέπει τους ξένους να αυξάνονται
Βλέπει τους ξένους σε εντυπωσιακά σπίτια
Σκέφτεται τις μέρες που μπορεί ακόμα να θυμάται… τώρα
Ο Mojique κρατάει ένα δέμα στα τρεμάμενα χέρια του
Ο Mojique στέλνει το δέμα στον Αμερικανό
Ξεγλυστράει απαλά σε δρόμους και σοκάκια
Νάτος ο αέρας που τους κάνει να τρέξουν να κρυφτούν
Νοιώθει ότι σίγουρα τώρα είναι η στιγμή ή ποτέ πια.

Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
(Έρχεται)
Να τους πάρει μακριά
Να τους πάρει μακριά

Ο Mojique αγοράζει εξοπλισμό από την αγορά
Ο Mojique φυτεύει μηχανισμούς στην ελεύθερη ζώνη της αγοράς
Νοιώθει ότι ο αέρας ανυψώνει τους ανθρώπους του
Καλεί τον αέρα να τον καθοδηγήσει στην αποστολή του
Ξέρει ότι ο φίλος του ο αέρας πάντα στέκεται κοντά
Ο Mojique μυρίζει τον αέρα που έρχεται από μακριά
Ο Mojique περιμένει τα νέα σε ένα ήσυχο μέρος
Νοιώθει την παρουσία του αέρα γύρω του
Νοιώθει τη δύναμη του παρελθόντος πίσω του
Έχει τη γνώση του αέρα για να τον καθοδηγεί

Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
(Έρχεται)
Να τους πάρει μακριά
Να τους πάρει μακριά

Δεν αποτελεί έκπληξη που ο David Byrne απέφευγε να ερμηνεύσει ζωντανά το «Listening Wind» αφού προκαλεί αμηχανία και μούδιασμα αυτή η αφήγηση, προοιωνίζοντας την τρομοκρατία που έφερε από τότε, πάρα πολλές φορές σε τόσο δύσκολη θέση τη Δύση. Ο Max Bell στην κριτική του για το album, στο New Musical Express, στις 25 Οκτωβρίου 1980 έγραψε για το «Listening Wind«: «Τα τραγούδια που κλείνουν το album, «Listening Wind» και «Overload» τα οποία αμφότερα νεύουν στο «Soon Over Babaluma» των Can, είναι ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές σε μια βινυλιακή πλευρά μουσικής που απογυμνώνει τους πρωτόλειους χορευτικούς ρυθμούς του και τους επανατοποθετεί σε ένα όμορφο οπτικό και κινηματογραφικό πλαίσιο. Το «Listening Wind» ίσως είναι το πιο περίπλοκο τραγούδι που έχει γράψει ποτέ ο Byrne. Σίγουρα στέκεται ως το καθοριστικό σημείο σε ένα δίσκο αναμφισβήτητα μεταβατικό. Ο πρωταγωνιστής, ένας ευγενής ιθαγενής που επικοινωνεί με την αύρα του αέρα, φλέγεται από μια ενστικτώδη επιθυμία να ξεφορτωθεί τους κατακτητές από τον τόπο του, που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε μεταξύ της Kinshasa και της Phnom Penh. Ο τόνος του είναι αλλόκωτα αισιόδοξος και θλιμμένος ταυτόχρονα σημαίνοντας τον τερματισμό εκείνων των χαρακτηριστικών που θα πείσουν στο τέλος τα έθνη του Τρίτου Κόσμου να εκδιώξουν τους καταπιεστές τους.» Στις 18 Νοεμβρίου 1980, στην εφημερίδα Michigan Daily, ο Fred Schill έγραψε ότι «οι χαρακτήρες στα τραγούδια κινούνται σύμφωνα με πράγματα που νοιώθουν ανεξήγητα, κινούνται με «τον αέρα στην καρδιά τους» όπως ο αντάρτης στο «Listening Wind«.»

Μέσα στα χρόνια, το «Listening Wind» επαινέθηκε όπως του άξιζε από τον Τύπο. Στην επαίτειο των τριάντα πέντε χρόνων από την κυκλοφορία του album, σε ένα track by track που έγραψε ο Kenneth Partridge στις 8 Οκτωβρίου 2015 στο Billboard έγραψε για το «Listening Wind«: «Αναπάντεχα μινιμαλιστική, αυτή η ιστορία για έναν τρομοκράτη του Τρίτου Κόσμου που ετοιμάζει μια ταχυδρομική βόμβα για έναν από τους αμερικανούς εισβολείς στη χώρα του, σηματοδοτεί μια αιχμηρή στροφή από την προσωπική θεώρηση των πραγμάτων στην παγκόσμια πολιτική. Το synthesizer αναπαριστά ταυτόχρονα φυσικούς ήχους αλλά και το ψηφιακό ηχητικό σήμα από την συσκευή που έχει φτιάξει ο Mojique για να προσαρμόσει την βόμβα και ο Byrne υιοθετεί πάλι μια μη-κριτική στάση συμπάθειας. Με έναν προφητικό σχολιασμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, το «Listening Wind» αποδεικνύει ότι οι Talking Heads δεν μπήκαν αφελώς στην αφρικανική περιπέτειά τους.» Σε μια συνέντευξή του στον Peter Ross της εφημερίδας Glasgow Sunday Herald, το 2004 o David Byrne φάνηκε να κατανοεί πλήρως γιατί δεν είναι εύκολο να παίζει το τραγούδι στις συναυλίες του: «Δεν ξέρω αν θα γλύτωνα άμα έπαιζα ζωντανά αυτό το τραγούδι… Κατανοώ γιατί η Αμερική δεν είναι παγκοσμίως αγαπητή. Αυτό μου ήταν προφανές για πάρα πολλά χρόνια, δεν είναι όμως προφανές για πάρα πολλούς Αμερικανούς. Η άμεση αντίδρασή τους είναι: «μας αγαπάνε, μας ζηλεύουν, απλά θέλουν κι αυτοί McDonald’s.» Μετά την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, ο David Byrne παρατήρησε την νοοτροπία του αμερικανικού έθνους: «Είναι όντως αυτά τα πραγματικά χρώματα της χώρας μας ή είναι ένα εξάμβλωμα; Νομίζω είναι ένα εξάμβλωμα που πλέον μπορεί να καλυφθεί από τον πυρετό του εθνικισμού, του πατριωτισμού, της ξενοφοβίας. Σε κάποιο σημείο, μπορεί να ξυπνήσουν από αυτό και να γίνουν οι θαυμάσιοι άνθρωποι που ήταν πριν. Αλλά προσοχή όσο υπνοβατούν.»


Μέσα στα χρόνια έγιναν κάποιες μελετημένες απόπειρες να αποδοθεί και από άλλους καλλιτέχνες το «Listening Wind» παρότι το ρίσκο μιας δεύτερης εκτέλεσης είναι τεράστιο για ένα τόσο εμβληματικά ιερό τραγούδι. Παρακάτω παρατίθενται κάποιες από αυτές τις απόπειρες σε χρονολογική σειρά και με μια δική μου αξιολόγηση για την καθεμιά στην κλίμακα των δέκα αστεριών για το άριστα.

Girls Under Glass

Girls Under Glass

Οι dark wavers – goths Girls Under Glass από το Αμβούργο της Γερμανίας

Girls Under Glass - Humus

Girls Under Glass «Humus» (1988, Überschall Records)

Το «Listening Wind» των Girls Under Glass:

Σχηματισμένοι στο Αμβούργο της Γερμανίας το 1986, μετά τη διάλυση των Calling Dead Read Roses, οι Thomas Lücke, Hauke Harms και Volker «Zaphor» Zacharias εντρύφησαν στο goth rock και μετεξελίχθηκαν σε industrial darkwave σχήμα. Το πρώτο κανονικό album τους «Humus» του 1988 σε παραγωγή του Christian Mevs, έκλεινε με την απόδοσή τους στο κλασικό τραγούδι των Talking Heads, πολύ στυλιζαρισμένη και σκοτεινή με τα πλήκτρα να μετατρέπονται σε βαριές αλλά φευγαλέες σκιές και την ερμηνεία του Thomas Lücke πολύ υποδεέστερη της περίστασης – σοβαροφανής και στημένη. Επιπλέον, η μετατροπή του τραγουδιού σε κάτι σαν υπόλειμμα στουντιακών συνευρέσεων των Sisters Of Mercy είναι μάλλον αχρείαστη.
★★★★☆☆☆☆☆☆


Geoffrey Oryema

Geoffrey Oryema

Geoffrey Oryema: γεννήθηκε στο Soroti της Uganda στις 16 Απριλίου 1953, πέθανε στο Παρίσι στις 22 Ιουνίου 2018

Geoffrey Oryema - Spirit

Geoffrey Oryema «Spirit» (2000, Sonodisc)

Το «Listening Wind» του Geoffrey Oryema:

Ο Geoffrey Oryema από το Soroti της Ουγκάντας πρόλαβε να ηχογραφήσει επτά albums μεταξύ 1990 και 2010 σε μια καριέρα στο Παρίσι που ξεκίνησε μετά την εξορία του από τη χώρα του λόγω ταραχών μετά τη δολοφονία του πατέρα του Erinayo Wilson Oryema το 1977 ο οποίος ήταν υπουργός στην κυβέρνηση του Idi Amin. Ο Oryema που πέθανε σε ηλικία εξήντα πέντε ετών στις 22 Ιουνίου 2018, είχε συμπεριλάβει την απόδοσή του στο «Listening Wind» στο τέταρτο album του «Spirit» σε παραγωγή του Rupert Hine που έπαιξε και keyboards, σε μια εκτέλεση, υποβλητική και αξιοπρεπή με μερικούς εξαιρετικούς μουσικούς στο πλάι του, όπως ο μπασίστας Nicolas Fiszman, ο drummer Ian Thomas, οι κιθαρίστες Phil Palmer και Robbie MacIntosh και η βοηθητική ερμηνεύτρια Miriam Stockley.
★★★★★★★☆☆☆


The Beauty Of Gemina

TBoG Final Color  - 25

Beauty Of Gemina από την Ελβετία, ένα dark pop σχήμα του Michael Sele

The Beauty Of Gemina - The Myrrh Sessions

The Beauty Of Gemina – The Myrrh Sessions (2013, TBoG Music, SPV GmbH)

Το «Listening Wind» των Beauty Of Gemina:

Οι Beauty Of Gemina είναι ένα ελβετικό σχήμα που δημιουργήθηκε από τον πολυοργανίστα Michael Sele το 2006 και από τότε έχουν κυκλοφορήσει οκτώ albums σκοτεινής folk απόχρωσης. Ο Sele ερμήνευσε βελούδινα και με μεγάλη προσοχή το «Listening Wind» το 2013 στο πέμπτο album τους, το ακουστικό «The Myrrh Sessions«, με μια ταπεινή αξιοπρέπεια και μια μελαγχολία που τονίζεται από το ατμοσφαιρικό, υποβλητικό υπόβαθρο. Ο ίδιος ο Sele παίζει πιάνο, όργανο, ακουστική κιθάρα, ισπανική κιθάρα και μπαλαλάικα ενώ μαζί του, επίσης ακουστική κιθάρα και μπαλαλάικα παίζει ο Marco Gassner, μπάσο ο David Vetsch, κρουστά ο Mac Vinzens και υπέροχα βιολιά, οι Philip Hirsiger και Rachel M Wieser.
★★★★★★★☆☆☆


Peter Gabriel

Peter Gabriel

Peter Gabriel: ο art rocker γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1950 στο Chobham, Surrey της Βρετανίας

Peter Gabriel ‎- Scratch My Back

Peter Gabriel «Scratch My Back» (2010, Real World)

Το «Listening Wind» του Peter Gabriel:

Ανάμεσα στο «Flume» του Bon Iver και το «Power Of The Heart» του Lou Reed, ο Peter Gabriel διασκεύασε και το «Listening Wind» των Talking Heads στο album διασκευών που κυκλοφόρησε το 2010, «Scratch My Back«, μία εκτέλεση που περιλαμβάνει μόνο τα έγχορδα της London Scratch Orchestra, μία ορχήστρα που σχημάτισε για τις ανάγκες των albums με τις διασκευές του σε παραγωγή του Bob Ezrin. Η ερμηνεία του Gabriel είναι άτονη, έχει αφαιρέσει τις δραματικές απολήξεις του τραγουδιού και ακούγεται κάπως εξωραϊσμένη χωρίς γωνίες. Ο ίδιος ο Byrne ανάφερε ότι η εκτέλεση του Gabriel φέρνει «μια γλυκύτητα στο τραγούδι. H φωνητική προσέγγιση του Gabriel αναποδογύρισε το τραγούδι, το ερμήνευσε από μια διαφορετική οπτική γωνία.» Όσο συγκλονιστικός ακούστηκε ο Gabriel στο φόρο τιμής του στον πραγματικό νοτιοαφρικανό μάρτυρα Steven Biko το 1980 στο τρίτο album του, τόσο διαλλακτικός και κουρασμένος ακούγεται στο «Listening Wind«.
★★★★☆☆☆☆☆☆


Dutch Head

Dutch Head

Dutch Head: το ντουέτο της βιολονίστας και εικαστικού Erica Nockhalls από τους Wonderstuff και του George Taylor από τους Fratelli Brothers

Dutch Head - Listening Wind

Dutch Head «It’s Complicated / Listening Wind» (2016, Independent Records Ltd.)

Το «Listening Wind» των Dutch Head:

Οι Dutch Head ήταν ένα ντουετο της Erica Nockhalls από το Rotherham του Νότιου Yorkshire στη Βρετανία και του George Taylor των Fratelli Brothers, που έκαναν μια βραχύβια συνεργασία για ένα ep και ένα single το 2015 – 2016, μετά την θητεία της Nockhalls στους Wonderstuff και το ντουέτο της με τον Miles Hunt. Βιολονίστα και εικαστικός, η Nockhalls έχει συνεργαστεί με τους Proclaimers, τον Fink, τους Ting Tings, τους Tronos κ.λπ. και διατηρεί τη δική της art rock μπάντα EN. Η απόδοσή της στο «Listening Wind«, πολύ στυλιζαρισμένη και «τεχνική» έχει έναν αέρα προχωρημένης art pop που δεν προσδίδει κάτι ιδιαίτερο στο τραγούδι.
★★★★★☆☆☆☆☆


Angelique Kidjo

Angelique Kidjo

Angélique Kpasseloko Hinto Hounsinou Kandjo Manta Zogbin Kidjo γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1960 στο Ouidah του Benin

Angélique Kidjo ‎- Remain In Light

Angelique Kidjo «Remain In Light» (2018, Kravenworks)

Το «Listening Wind» της Angélique Kidjo:

«Ο θρήνος για τον τρομοκράτη βομβιστή, «Listening Wind» ίσως είναι το χαρακτηριστικό κομμάτι όλου του album. Πάνω σε ένα επίμονο percussion, η Kidjo συνοψίζει το ρόλο του πρωταγωνιστή του τραγουδιού, Mojique, ενώ ο Ezra Koening των Vampire Weekend τραγουδάει στο υπόβαθρο στο μητρικό γλωσσικό ιδίωμα της Kidjo, το fon. Οι φωνές τους μπλέκονται στο ρεφρέν σε κάτι που ακούγεται ταυτόχρονα απεγνωσμένο και εμψυχωτικό, δίνοντας φωνή στον κατά τα άλλα αδύναμο πρωταγωνιστή του τραγουδιού.» Αυτά έγραψε ο Andy Beta στην κριτική του στο Pitchfork, για την απόδοση όλου του «Remain In Light» που κυκλοφόρησε η Angélique Kpasseloko Hinto Hounsinou Kandjo Manta Zogbin Kidjo ως δέκατο πέμπτο album της καριέρας της, μία καλλιτέχνιδα από το Quidah του Benin στη Δυτική Αφρική, ανάμεσα στο Togo και τη Νιγηρία που ξεκίνησε την καριέρα της στο Παρίσι στις αρχές των 80s. Η εκτέλεση της Kidjo φέρει κάτι από την αυθεντικότητα της οδύνης της αφρικανικής καταγωγής της και ακούγεται απίστευτα τίμια, καθώς η παραγωγή του Jeff Bhasker αφήνει μόνο τα κρουστά και τις φωνητικές αρμονίες να δεσπόζουν στο τραγούδι. Όπως είπε στον Cory Grow του Rolling Stone σχετικά με την απόφασή της να ερμηνεύσει ολόκληρο το «Remain In Light«: «Προσπάθησα να διατηρήσω το πνεύμα του αλλά να το φέρω και πίσω στην Αφρική.»

– Το περιοδικό Drowned In Sound μάλιστα, στην κριτική του album, από την Bekki Bemrose, έγραψε ότι «το «Listening Wind» αποδεικνύεται ένας πραγματικός θρίαμβος, που αναδεικνύει μια συναισθηματική αντήχηση όχι πλήρως εμφανή στην αποστασιοποιημένη ερμηνεία του David Byrne, αφού η Kidjo το τραγουδάει σαρωτικά.»

– Και το περιοδικό Paste στην κριτική του από την Beverly Bryan, κάνει τον παραλληλισμό μεταξύ της Angelique Kidjo και της αυθεντικής ερμηνείας του Byrne: «Η αυθεντική εκτέλεση του τραγουδιού που αφηγείται την ιστορία του Mojique, ενός θυμωμένου νεαρού από την επέλαση των αναρίθμητων ξένων που συνωστίζονται στη χώρα του, που αντεπιτίθεται τοποθετώντας βόμβες σε μια «ελεύθερη ζώνη εμπορίου» είναι στοιχειωτική και γεμάτη οργή. Στα χέρια της Kidjo όμως, ενισχύεται από ανατριχιαστική δύναμη και ηλεκτρισμό. Δημιουργεί μια καταιγίδα, μόνο και μόνο με τη φωνή της.»

– Στο ίδιο μήκος κύματος και το Pop Matters βρίσκει την ερμηνεία του «Listening Wind» από την Kidjo, απογειωτική σύμφωνα με την κριτική που έγραψε η Adriane Pontecorvo: «Στο «Listening Wind» παίρνει ξανά ένα τραγούδι που κάποτε γοήτευε με τις παγωμένες και απόμακρες ποιότητές του και το ζεσταίνει, το μεταμορφώνει σε μια πιο θερμή παλέτα προσθέτοντας αντηχήσεις από mbira. Η φωνή της βρίσκεται στην επιδέξια φόρμα της εδώ, πληθωρική και σπαραχτική

– Ο Rob Mesure από το περιοδικό MusicOmh επίσης συμφωνεί ότι «το «Listening Wind» προσθέτει στρώσεις από αντηχήσεις φωνητικών και αντικαθιστά τα τσιρίγματα της κιθάρας που ακουγόταν σαν βιολί, με μια δυναμική synth γραμμή, σε μια πιο ζεστή απόδοση (ιδιαίτερα σε σύγκριση με την σκελετική εκτέλεση του Peter Gabriel το 2010) που προσεγγίζει το θλιβερό όσο και αμφισβητούμενο θέμα του -μια απεγνωσμένη δράση τρομοκρατίας- με τιμιότητα

– Στο NPR, ο Marcus J. Moore, τόνισε στο κείμενό του τη σημασία της πολιτικής χροιάς του θέματος του τραγουδιού: «Πάνω σε ένα ευγενές μείγμα από djembe τύμπανα και ταλαντευόμενα synthesizers, η Kidjo αφηγείται την ιστορία ενός άντρα με το όνομα Mojique που βλέπει άμεσα την εισβολή αποίκων στο χωριό του. Υπάρχει μια μετρημένη μελαγχολία στη φωνή της Kidjo σαν να ζει το τραύμα η ίδια. Το τραγούδι έχει σημασία εδώ, όση είχε και το 1980. Η ανάπλαση έχει εξαπλωθεί σε όλη την Αφρική και στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις και έγχρωμοι άνθρωποι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις κοινότητές τους στις οποίες ζούσαν επί γενιές.»

– Ο Matt Vadnais στους Irish Times ταύτισε μάλιστα την Kidjo με τον ήρωα του «Listening Wind«, Mojique και τον David Byrne με τον αμερικανό παραλήπτη της φονικής βόμβας μέσω ταχυδρομείου: «Ίσως αυτονόητα, η παρουσία της Kidjo προσδίδει αξιοπιστία και βαρύτητα στην ιστορία του «Listening Wind» ενός τραγουδιού σχετικά με την αντίδραση ενός προσώπου απέναντι στην κατοχή του χωριού του από ξένους σε «φανταχτερά σπίτια». To ρεφρέν του τραγουδιού και η φράση «ο αέρας στην καρδιά μου» αποκτούν διαφορετικό νόημα όταν τραγουδιουνται από την μπενινέζικη καρδιά της Kidjo από,τι όταν τραγουδιούνται από την σκοτσεζο-αμερικανική καρδιά του David Byrne: ο αέρας που φυσάει στην καρδιά της Kidjo είναι ο ίδιος αέρας που νιώθει και ο πρωταγωνιστής του τραγουδιού να φυσάει, ενώ του Byrne ήταν μια έκφραση της αναγνώρισής του ως ανθρώπινη και εγκεκριμένη καθώς τοποθετείται ως ένας από τους Αμερικανούς που θα μπορούσε να έχει λάβει το επικίνδυνο δέμα. Εδώ η αναγνώριση που προσφέρει ο Byrne αντικαθίσταται από την προσωπική μαρτυρία της Kidjo. Είναι θρηνητικό αλλά μόνο και μόνο επειδή ερμηνεύεται από την ίδια, ακούγεται και λυτρωτικό.«

– O κριτικός Mark Ray στο Louder Than War, βρίσκει μαχητική και συμβολική της επανάστασης, την αγανάκτηση του ήρωα του τραγουδιού: «Το «Listening Wind«, αρχικά για τους Ιθαγενείς Αμερικανούς, μετατρέπεται σε μια ιστορία για τις συνέπειες της δουλείας και της λευκής επιδρομής στην Αφρική. Ο «αέρας στην καρδιά μου» που ερμηνεύεται εδώ είναι ο αφρικανικός αέρας που φυσάει σε όλη την ήπειρο βουτηγμένη στις αλυσίδες και το αίμα. Ένας τόπος και οι άνθρωποί του αλυσσοδεμένοι. Γίνεται ένα ακόμα πιο οδυνηρό τραγούδι, ένας θρήνος που εξετάζει τι είναι η τρομοκρατία και τι είναι οι μαχητές της ελευθερίας. Είναι ένα τραγούδι, στρωμένο με δάκρυα, πόνο και τελικά, μία υψωμένη γροθιά αντίστασης.»
★★★★★★★★☆☆


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Seventeen: Propaganda «Dream Within A Dream»

The Dust Grain Eighteen: Robert Wyatt «Shipbuilding»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | Leave a Comment »