All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Posts Tagged ‘k.d. lang’

Απασχολημένος Με Τη Μελαγχολία Μου

Posted by gone4sure στο 10 Ιουνίου 2018

Το «Busy Being Blue» είναι η επιτομή του παράπονου. Είναι η άρνηση να προχωρήσεις και να αφήσεις πίσω σου μια απώλεια, είναι η προσκόλληση στη μελαγχολία της νοσταλγίας. Πόση ετοιμότητα χρειάζεται για να πάρεις την απόφαση να γυρίσεις σελίδα όταν νιώθεις ότι δεν έχεις ξεμπερδέψει με το παρελθόν;

k.d. lang with guitar

k.d. lang: γεννημένη στις 2 Νοεμβρίου 1961 στο Edmonton της Alberta του Καναδά

Η kathrine dawn lang (που επιμένει να γράφει με πεζά το όνομά της) μετά το τρίτο album της με τους Reclines είχε κατέβει από το Edmonton του Καναδά στο Nashville, το 1987 σε μια συντονισμένη προσπάθεια της εταιρίας της Sire, να εκτεθεί στο δύσκολο πυρηνικό κοινό της πρωτεύουσας του country και να αποδείξει ότι ο καινούργιος αέρας που έφερνε δεν αποτελούσε κίνδυνο για το παγιωμένο μουσικό στιλ, ίσα ίσα ήταν ιδανική για να ανανεώσει το είδος. Το μεγαλύτερο εμπόδιο φυσικά στο δρόμο της ήταν το ανδρογυνικό στιλ της. Οι άνθρωποι του Nashville, συνηθισμένοι στα στανταρισμένα πρότυπα του άντρα και της γυναίκας, δεν θα μπορούσαν εύκολα να αποδεχτούν ένα τόσο περίεργο στην όψη, πλάσμα. Οι αμφιβολίες κάμφθηκαν όταν η k.d. έπαιξε στο Grand Ole Opry, τη Μέκκα της country του Nashville. Το κοινό φυσικά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη φωνή της και επιπλέον η καλλιτεχνική κοινότητα εκεί άμεσα λάτρεψε το καινούργιο αυτό κορίτσι, που όπως της είπε ο οικοδεσπότης του Opry, «μοιάζει σαν αγόρι, ντύνεται σαν κορίτσι και τραγουδάει σαν πουλί». Η k.d. lang προσκλήθηκε από την μπάντα του Hank Williams Jr να παίξουν μαζί στη σκηνή για τα Country Music Awards και άλλη μια πρόσκληση την ένωσε με την Loretta Lynn, τις Judds και τον Randy Travis για να τραγουδήσει μαζί τους για το τηλεοπτικό πρόγραμμα των CMA. Οι δημοσιογράφοι που βιάστηκαν να κατατάξουν το στιλ της στους «νεοπαραδοσιακούς» της country (Rosanne Cash, Dwight Yoakam) συνάντησαν την αντίσταση της k.d. που τους αντιπρότεινε τον όρο «νεοπροοδευτικοί«. Αντί για το cowpunk, τον όρο που είχαν επινοήσει για να ομαδοποιήσουν τους country καλλιτέχνες που επηρρεάστηκαν από τα νέα ήθη που είχε φέρει το punk, η k.d. τους αντιπρότεινε τον όρο torch and twang επειδή «όπως είπε «είμαι πολύ επηρρεασμένη από την torchy jazz ερμηνεία αλλά και από το hillbilly twang της country και γι’ αυτό τα συνδυάζω και τα δύο» Όσο για την εικόνα της, που ήταν σίγουρα ασυνήθιστη, όταν ρωτήθηκε για αυτήν, η k.d. είπε απλά «Έτσι είμαι. Νομίζω η country μουσική έχει μια παράδοση στο να προωθεί την τιμιότητα και τους έντιμους, προσγειωμένους ανθρώπους και παρότι ίσως δεν προέρχομαι από αυτή τη γη, είμαι έντιμη.«

Hiding Out

Various «Hiding Out» (1987, Virgin) Original Soundtrack της ταινίας του Bob Giraldi

Στα τέλη του 1987 ο Roy Orbison δούλευε πάνω στο soundtrack της ταινίας «Hiding Out» όταν ρωτήθηκε από έναν παραγωγό της ταινίας, πώς θα του φαινόταν η ιδέα να κάνει ένα ντουέτο με την k.d. lang, την οποία είχε παρακολουθήσει σε μια συναυλία της στο Los Angeles. Ο Orbison δεν είχε καν σκεφτεί να επανηχογραφήσει το «Crying» – ήταν πολύ ικανοποιημένος πάντα από την αρχική εκτέλεσή του. Η ιδέα όμως να τραγουδήσει μαζί με την k.d. lang στο στούντιο τον ιντρίγκαρε κι έτσι συμφώνησε να την καλέσει. Ο Roy Orbison ήταν ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που είχε καταφέρει πετυχημένα να ξεπεράσει το φράχτη της country και να σημειώσει επιτυχία και στον κόσμο της pop. Για κάποια διαστήματα έμενε στο Hendersonville, ένα προάστιο του Nashville, ακριβώς δίπλα από το σπίτι του καλού φίλου του Johnny Cash κι έτσι για πολλούς στην πόλη, ο Orbison θεωρούνταν δικός τους αλλά και επίσης ένας από τους σπουδαιότερους συνθέτες στην ιστορία της pop και rock μουσικής. Κατά πολλούς τρόπους αυτή η γεφύρωση που είχε καταφέρει ο Orbison ανάμεσα στην country και την pop ήταν αυτό που είχε ακριβώς στο νου της να πραγματοποιήσει και η k.d. lang και θα μάθαινε πολλά σχετικά με αυτό από τον Orbison. Ωστόσο, όταν της ζητήθηκε να συνεργαστεί μαζί του, σχεδόν απέρριψε την πρόταση. «Ήθελαν να είναι ντουέτο και εγώ απάντησα ότι είτε θα τραγουδάει αυτός είτε εγώ,» εξομολογήθηκε. «Δεν πίστευα ότι έπρεπε να είναι ντουέτο. Μετά όμως ξύπνησα και σκέφτηκα, «με τον Roy Orbison σου λένε να τραγουδήσεις, ηλίθια!».

k.d. lang & Roy Orbison

k.d. lang & Roy Orbison: μια σύντομη αλλά ποιητική συνεργασία

Η συνεργασία τους υπήρξε σύντομη αλλά ποιητική: πέταξε ως το σπίτι του στη Βοστώνη για να ηχογραφήσει τα φωνητικά της και αυτός πέταξε ως το Vancouver για να ηχογραφήσει τα δικά του. Μερικά μέρη ηχογραφήθηκαν μαζί και τότε μόνο η k.d. συνειδητοποίησε τη μαγεία των στιγμών. Καθώς στέκονταν μαζί και τραγουδούσαν, η k.d. μαγεύτηκε τόσο πολύ που ξέχασε τα λόγια της, οι στιγμές όμως που θυμάται περισσότερο είναι όταν ακουμπούσαν τα μάγουλά τους τραγουδώντας, καθώς έπρεπε να είναι τόσο κοντά μπροστά στο μικρόφωνο. «Γέρναμε και οι δύο πολύ κοντά στα μικρόφωνα. Όταν στέκεσαι τόσο κοντά σε έναν τραγουδιστή, νιώθεις τον αέρα του όταν κινείται, το σώμα του που αντηχεί, τα πάντα. Και ο Roy ήταν πολύ οπερατικός οπότε ο αέρας γύρω του κινούνταν πάρα πολύ και παρότι φαίνεται πράος, χρησιμοποιούσε πολύ το σώμα του το για να καταφέρει αυτή την απόδοση. Τα μάγουλά μας ακουμπούσαν και τραγουδούσαμε, το μάγουλό του ήταν τόσο μαλακό κι ωστόσο το σώμα του παρήγαγε αυτόν τον τεράστιο ήχο κι έμοιαζε σαν να είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία.»

k.d. lang & Roy Orbison - Crying

k.d. lang & Roy Orbison «Crying / Falling» (1987, Virgin)

Το «Crying» των k.d. lang & Roy Orbison:

Η ταινία για την οποία ηχογραφήθηκε το ντουέτο τους, το «Hiding Out» ήταν τεράστια εμπορική αποτυχία αλλά το «Crying» ανέβηκε ως το Νο.42 του country chart στο Billboard τον Ιανουάριο του 1988. Την άνοιξη του 1988 τραγούδησε μαζί με τον Orbison στο show «A Black And White Night» μαζί με τους Elvis Costello, Tina Weymouth, Bruce Springsteen και Bonnie Raitt και το «Crying» της χάρισε την πρώτη υποψηφιότητά της για βραβείο Grammy. Όταν ο Orbison πέθανε το Δεκέμβρη του 1988 η k.d. τον χαρακτήρισε «Μίδα για την καριέρα της», της πρόσφερε μια καταπληκτική ώθηση προς τα μπρος και το «Crying» έγινε το διαβατήριό της για τον κόσμο της pop. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στη μεταθανάτια κυκλοφορία του Roy Orbison «King Of Hearts«.


Patsy Cline

Patsy Cline: η μυθική φιγούρα που έγινε εμμονή για την k.d. lang

Το 1948, η Patsy Cline, η μητέρα της και ένας οικογενειακός φίλος διέσχισαν από την Virginia τα βουνά Blue Ridge κι έφτασαν στο Nashville. Η Patsy μόλις δεκάξι ετών και αποφασισμένη να γίνει star, κοιμόταν στα ξύλινα παγκάκια του πάρκου του Nashville γιατί δεν άντεχε οικονομικά να νοικιάζει δωμάτιο σε ξενοδοχείο. Λίγο μετά την άφιξή της, ο Roy Acuff την άκουσε να τραγουδάει και της πρότεινε δουλειά, δεν πληρωνόταν όμως αρκετά και όταν της τελείωσαν τα χρήματα γύρισε πίσω στο σπίτι της. Θα χρειάζονταν άλλα οκτώ χρόνια για να επιστρέψει η Patsy Cline στο Nashville και να γνωρίσει τον Owen Bradley, τον άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος για τον «ήχο του Nashville». Ο Owen Bradley μαζί με τον επίσης παραγωγό Chet Atkins είχαν προσληφθεί από την Decca Records στα μέσα των 50s για να «ραφινάρουν» τον ήχο σε δύο από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες της εταιρίας, τον Red Foley και τον Ernest Tubb σε μια προσπάθεια να τους κάνουν πιο ελκυστικούς εμπορικά. Χρησιμοποιώντας πλήρεις ορχήστρες εγχόρδων, χορωδίες και άλλες τεχνικές της pop μουσικής, οι Bradley και Atkins σύντομα ανέπτυξαν ένα πλούσιο, λουστραρισμένο μουσικό στιλ που θα γινόταν στανταρισμένη διαδικασία για καλλιτέχνες της country που ήθελαν να κατακτήσουν και τον pop κόσμο στις αρχές των ’60s, όπως ο Eddy Arnold και η Peggy Lee. Σύντομα η country θα έβγαινε από τα λαϊκά honky tonks και θα έμπαινε στο mainstream τοποθετώντας το Nashville για πρώτη φορά στο μουσικό χάρτη της βιομηχανίας. Είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι αν δεν υπήρχε ο Bradley, δεν θα υπήρχε καν το Music Row, η γειτονιά στο νοτιοδυτικό Nashville που στέγαζε όλη την country βιομηχανία. Ως παραγωγός, διαμόρφωσε και έδωσε το στίγμα στους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες του Nashville, στα ’50s, ’60s και ’70s, με ενορχηστρώσεις πολυσύνθετες, πολυτελείς και περιρέουσες, ποτέ όμως εκκωφαντικές, σχεδιασμένες ιδανικά για την ανάδειξη της φωνητικής ερμηνείας, όπως η Kitty Wells και η Loretta Lynn. Από όλους τους καλλιτέχνες όμως που συνεργάστηκαν μαζί του, το διαμάντι στο στέμμα του Bradley, ήταν η Patsy Cline. Από τη στιγμή που η k.d. το συνειδητοποίησε αποφάσισε να βάλει στόχο της να συνεργαστεί μαζί του.

k.d. lang - angel with a lariat

H k.d. lang στο εξώφυλλο του «Angel With A Lariat«, του album που περιλάμβανε το «Three Cigarettes In An Ashtray«, μια εκτέλεση που συγκλόνισε τον Owen Bradley.

Οι άνθρωποι της εταιρίας της, Sire Records αγκάλιασαν την ιδέα να συνεργαστεί με τον καθιερωμένο παραγωγό, ξέροντας ότι το όνομα του Bradley θα πρόσδιδε στην k.d. άμεση αίγλη στο Nashville. Ήταν κάτι που καταλάβαιναν κι αυτοί, ότι η k.d. είχε ανάγκη μετά τη χαμηλή εμπορική απόδοση του «Angel With A Lariat» και επιπλέον το να δουλέψει μαζί με έναν βετεράνο της πραγματικής country θα ήταν μια σπουδαία εμπειρία εκπαίδευσης για την k.d. Δυστυχώς, ο Owen Bradley είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση από το 1980 και ακόμα χειρότερα, το 1987 είχε πάθει ένα ισχυρό καρδιακό έμφραγμα που τον άφησε αδύναμο και δεν του επέτρεπε να επιστρέψει στη δουλειά. Πριν ακόμα από το έμφραγμα, η k.d. είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί του αρκετές φορές αλλά ο Bradley δεν απαντούσε. Ένα ζεστό βράδυ όμως του Ιουνίου του 1987 ενόσω ο Bradley βρισκόταν ακόμα στο νοσοκομείο, είδε στην τηλεόραση μια εμφάνιση της k.d. στην εκπομπή του Johnny Carson, να τραγουδάει το «Three Cigarettes In An Ashtray» που είχε δοξάσει η Patsy Cline. Ο Bradley κόλλησε το βλέμμα του στην τηλεόραση κι ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του, συγκλονισμένος από τη δύναμη και την ενέργεια της φωνής αυτής της νεαρής τραγουδίστριας. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε τι ήταν αυτό που θα τον έκανε να αναρρώσει πιο γρήγορα από οτιδήποτε του είχε συνταγογραφήσει ο γιατρός. Έκανε αμέσως σχέδια να ανοίξει το Bradley’s Barn, τα φημισμένα στούντιο ηχογράφησης που είχε στη φάρμα του στον Mt. Juliet του Tennessee. Μετά τηλεφώνησε στην Sire Records. «Η Mary Martin που τον γνώριζε μού τηλεφώνησε και μου είπε «Αστράφτει το μάτι του, τηλεφώνησέ του». Κι έτσι κατέληξα να πετάω για Nashville να τον δω. Κάτσαμε και παίξαμε κάποια τραγούδια στο πιάνο και πριν καν το καταλάβω, βρεθήκαμε στο στούντιο για να ηχοραφήσουμε.»

Αρχικά, η k.d. και ο Bradley δεν είχαν καμία υποχρέωση να δημιουργήσουν ένα album, αφού οι άνθρωποι στην Sire Records ήθελαν να δώσουν στους δύο τους το χρόνο να γνωριστούν μουσικά. Αν προέκυπτε ένα album μετά από κάποιο χρόνο που θα περνούσαν μαζί οι δύο τους, θαυμάσια. Αν όχι, τότε τουλάχιστον η k.d. θα κέρδιζε μια εμπειρία εκπαίδευσης. Όπως και να είχε, η Sire δεν θέλησε να βιάσει την κατάσταση κι έτσι τους έστειλε στο στούντιο για να δει τι θα προκύψει από αυτό. Όταν η k.d. και ο Bradley έκατσαν στο πιάνο, δεν προέκυψε country αλλά jazz. Ο Bradley που ήταν μαέστρος σε ορχήστρα πριν γίνει παραγωγός, είχε αναπτύξει μια αγάπη για τα standards των καπνισμένων clubs και η k.d. που πάντα ονειρευόταν να τραγουδήσει jazz είχε αδυναμία στο lounge στιλ του Las Vegas. Τελικά, ο καθένας τους επίλεξε από δύο αγαπημένα του για να δουλέψουν, όπως το «Black Coffe» και το «I Wish I Didn’t Love You So«. Επίσης, το «Shadowland» ένα κομμάτι που η μπάντα του Bradley απολάμβανε να παίζει πολλά χρόνια νωρίτερα και ένα παλιό κομμάτι της Roberta Sherwood, με τίτλο «Tears Don’t Care Who Cries Them«.

k.d. lang & Owen Bradley

k.d. lang & Owen Bradley στη διάρκεια των ηχογραφήσεων στα Bradley’s Barn Studios

Ξεκίνησαν ενορχηστρώνοντας τα τραγούδια στο πιάνο, ο Bradley έπαιζε και η k.d. τραγουδούσε. Πρόβαραν αυτά τα τραγούδια, μόνο δύο ή τρεις φορές τη μέρα και περνούσαν το υπόλοιπο βράδυ ακούγοντας jazz τραγουδίστριες όπως οι Carmen McRae, Ella Fitzgerald και Peggy Lee. Άκουγαν επίσης προσεκτικά μια σειρά από hillbilly τραγουδιστές και σαξοφωνίστες όπως οι Jimmy Hodges και Ben Webster. Για τον καθένα από αυτούς, συζητούσαν εκτεταμένα τι τους άρεσε και τι όχι στο κάθε ερμηνευτικό στιλ. Μετά από αρκετές εβδομάδες βγήκαν από το στούντιο με ένα δοκιμαστικό που περιείχε έξι κομμάτια – ούτε ένα country τραγούδι ανάμεσα σε αυτά. Όταν η k.d. έπαιξε τα τραγούδια στην Sire, οι A&R της εταιρίας τα λάτρεψαν αμέσως και συμφώνησαν πρόθυμα ότι αυτό που κρατούσε η k.d. στα χέρια της ήταν το πρώτο μισό ενός πετυχημένου δίσκου. Ενθουσιασμένοι οι καλλιτέχνες επέστρεψαν στο στούντιο, αυτή τη φορά μαζί και μερικά country standards μεταξύ των οποίων, το «Lock, Stock And Teardrops» του Roger Miller και η επιτυχία του 1953 για τον Slim Willet, «Don’t Let The Stars Get In Your Eyes» συν δύο νεότερα τραγούδια, το «Western Stars» του Chris Isaak και το «Busy Being Blue» ένα κομμάτι που είχε γράψει ο Stu MacDougall από την μπάντα της k.d., τους Reclines και είχε συμπεριληφθεί στο ντεμπούτο album της «A Truly Western Experience» το 1984.

Ενόσω η k.d. βρισκόταν στο Nashville, η μπάντα της, οι Reclines, ξεθώριαζαν όλο και περισσότερο από τους προβολείς, παρότι είχαν ένα εκτόπισμα στον Καναδά, αλλά μόνο εκεί, στην Αμερική ήταν παντελώς άγνωστοι, πόσο μάλλον στο Nashville, όπου ο κεντρικός τραγουδιστής απολαμβάνει όλης της προσοχής ενώ οι μουσικοί θεωρούνται αναλώσιμοι. Ήταν λοιπόν δύσκολη η στιγμή για την k.d. όταν συνειδητοποίησε ότι ο Bradley δεν είχε σκοπό να συνεργαστεί με τους μουσικούς της μπάντας της. Η ίδια σκόπευε να τους χρησιμοποιήσει αλλά ο παραγωγός της δεν ήθελε να σπαταλήσει χρόνο για να μάθει τους κώδικες επικοινωνίας ανάμεσα στους πέντε μουσικούς. Επιπλέον το να χρησιμοποιήσει τους Reclines στην ηχογράφηση σήμαινε ότι δεν θα χρησιμοποιούσε τους στουντιακούς μουσικούς που ήταν εκπαιδευμένοι στον «ήχο του Nashville» στους οποίους βασιζόταν ο Bradley και είτε της άρεσε είτε όχι, ήταν αυτοί οι βασικοί παράγοντες της επιτυχίας της φόρμουλας. Όταν ανακοίνωσε στην μπάντα της τα νέα, αυτοί το δέχτηκαν ήρεμα, καταλαβαίνοντας ότι δεν έχουν επιλογή. Ο κιθαρίστας της Gordie Matthews δικαιολόγησε πλήρως την επιλογή του Bradley: «Δούλευε με τον Owen Bradley – δηλαδή ήταν μεγαλύτερος star από,τι ήταν αυτή τότε- και εμείς δεν θα μπορούσαμε να φτιάξουμε το δίσκο όπως αυτοί. Για να καταφέρει να έχει το δίσκο που επιθυμούσε ο Bradley, θα ήταν πολύ αλλόκωτο να δουλέψει με μια ομάδα σαν τη δική μας, που σε μεγάλο βαθμό ήμασταν αρκετά άπειροι. Οπότε δεν του καταλογίζω απολύτως τίποτα. Θα ήθελα να παίξω σε αυτό το δίσκο αλλά κατανοώ γιατί συνέβησαν έτσι τα πράγματα.» Στη θέση των Reclines βρέθηκε ένα επιτελείο μουσικών και ερμηνευτών που είχαν συνεργαστεί με τον Bradley πολλές φορές μέσα στα τριάντα προηγούμενα χρόνια, ο Hargus «Pig» Robbins στο πιάνο, ο Buddy Harman στα τύμπανα και ο αδελφός του Owen, Harold Bradley στο μπάσο. Τα βοηθητικά φωνητικά πρόσφεραν δύο διαφορετικά χορωδιακά σχήματα, οι Jordanaires και οι Tennessee και έγχορδα πρόσφερε η Nashville String Machine ως συνοδεία σε διάφορα κομμάτια. Τέλος, ο Buddy Emmons, έπαιξε το αγαπημένο όργανο της k.d., την steel κιθάρα. Όλοι αυτοί οι μουσικοί, βετεράνοι όλοι τους, εντυπωσιάστηκαν από το ερμηνευτικό ταλέντο της k.d. αν και όλοι είχαν σοκαριστεί από την εικόνα της. «Είχε μία τόσο μεγάλη γκάμα πραγμάτων που μπορούσε να κάνει,» είπε ο Emmons. «Πριν καν τη γνωρίσω, ο Owen μού είχε δώσε μια κασέτα με κάτι που είχε φτιάξει μαζί της, κάπως προσανατολισμένα στην jazz κι ακουγόταν όσο καλή ακούγεται οποιαδήποτε jazz τραγουδίστρια ξέρω. Μετά όταν ήρθε να ηχογραφήσει country, πραγματικά έμεινα έκπληκτος.» Φυσικά η μεγαλύτερη έκπληξή του ήταν αρχικά αν ήταν αγόρι ή κορίτσι. «Δεν ήξερα τι ήταν η k.d. οπότε δεν ήξερα τι να πω» γελάει.

Buddy Emmons

Buddy Emmons: ο βετεράνος steel κιθαρίστας που λάτρευε η k.d. lang

Αντίθετα από τη συνεργασία της με τον Dave Edmunds ο οποίος είχε κάνει παραγωγή στο δεύτερο album της «Angel With A Lariat«, ο χρόνος που πέρασε με τον Bradley ήταν ήρεμος και άνετος. Στο μεγαλύτερο μέρος του χρόνου ήταν ικανοποιημένη απλά να στέκεται και να παρατηρεί σιωπηλά, ρουφώντας σαν σφουγγάρι τις στιγμές. Έκανε άλλη μία προσπάθεια να χωρέσει το «Pine And Stew‘ στον καινούργιο δίσκο της ελπίζοντας να εξασφαλίσει την υποστήριξη του Bradley μετά την ήττα των προσπαθειών της να το συμπεριλάβει στο «Angel With A Lariat«. Ο Bradley όμως ήξερε ότι το τραγούδι ήταν ένα novelty κομμάτι και δεν ενδιαφερόταν να το συμπεριλάβει στη συλλογή των τραγουδιών που ετοίμαζε. «Του άρεσαν οι στίχοι να είναι άμεσοι και τα νοήματα να γίνονται κατανοητά από όλους», εξηγούσε η k.d. «Είναι σχεδόν εντελώς διαφορετική σχολή σκέψης από κει που έρχομαι εγώ. Ως παιδί μελετούσα την Joni Mitchell ως στιχουργό με την πολύ ενδοσκοπική γραφή της. Ο τύπος των στίχων που πρόκρινε ο Bradley ήταν πολύ γενικός για να μπορούν να ταυτίζονται όλοι μαζί τους.» Όσο για τη συνύπαρξή τους στο στούντιο, η k.d. βρήκε τον Bradley πολύ φιλόξενο, προσεκτικό και χαρούμενο. Ο Bradley προτιμούσε να στέκεται στο χώρο ελέγχου στο στούντιο και να ακούει, παρεμβάλλοντας τις σκέψεις του μόνο εκεί που ένιωθε ότι χρειάζεται για να διατηρηθεί η ατμόσφαιρα ακέραιη. «Ο Owen προσπαθούσε να πηγαίνει τα πράγματα στην κατεύθυνση που θεωρούσε καλύτερη αλλά εμένα μου φαινόταν ότι και η k.d. είχε μεγάλη συμβολή στο αποτέλεσμα,» είπε ο Emmons για τη συνεργασία τους ο οποίος μάλιστα εκπλησσόταν από την αποφασιστικότητα της k.d. «Σταματούσε αρκετές φορές και βρισκόταν στο όριο να απαιτεί πράγματα και εγώ σκεφτόμουνα ότι είναι πολύ νωρίς για να τραβάει την κατάσταση τόσο. Αλλά αυτό ήταν το στιλ της. Ήθελε να γίνονται τα πράγματα με ένα συγκεκριμένο τρόπο μουσικά, κάτι που δεν είναι καθόλου κακό – όλοι οι καλλιτέχνες έχουν ένα δικαίωμα για αυτό. Απλά ήταν ο τρόπος που το έκανε. Ας πούμε ότι ήταν λίγο πιο επιθετική από τους περισσότερους καλλιτέχνες, ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο της καριέρας της. Ήταν πεισματάρα και ήθελε από μας να το κάνουμε με το δικό της τρόπο.»

Η k.d. είχε πείσμα και όπως όλοι όσοι συνεργάζονταν μαζί τους, ήξεραν, δεν ήταν από αυτούς που συμβιβάζονταν. Ο Owen όμως ήταν συνηθισμένος στις πεισματάρες γυναίκες. Και η Patsy επίσης ήταν πολύ αποφασιστική και ο τρόπος της πολλές φορές παρεξηγιόταν για καταπιεστικός, αποκτώντας τη φήμη της δύσκολης στις συνεργασίες. Ένα μέρος του ταλέντου του Bradley ήταν το γεγονός ότι ήταν τόσο καλός στο να κατευνάζει τα εγώ των καλλιτεχνών όσο καλός ήταν και στο να ραφινάρει τον ήχο τους και επίσης δεν επίτρεπε ποτέ τσακωμούς μέσα στο στούντιο. Όπως εξήγησε ο Emmons, «Ο Owen το έκανε αυτό για πάρα πολύ καιρό ώστε να ξέρει πώς να κρατήσει τα πνεύματα των ηχογραφήσεων σε ένα επίπεδο με το οποίο όλοι να είναι ικανοποιημένοι. Αν υπήρχαν προβλήματα, συζητιούνταν αφού είχαμε φύγει. Δεν μπορείς να το αφήσεις να συμβαίνει αυτό κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Δεν μπορείς να τσακώνεσαι μπρος πίσω, γιατί ταράζει την συγκέντρωση όλων των άλλων.» Τα ηχογραφημένα μέρη χρειάστηκαν έξι μέρες να μονταριστούν και άλλες τέσσερις χρειάστηκε η μίξη. Η όλη διαδικασία τελείωσε γρήγορα χάρη στην επιμονή του Bradley να ηχογραφούν ζωντανά μέσα στο στούντιο – μια τεχνική που γεννήθηκε στις μέρες που οι παραγωγοί δεν είχαν τίποτα άλλο παρά μόνο μια δικάναλη κονσόλα και ένα μείκτη, με τις χαρτονένιες αυγοθήκες να κρέμονται από τα ταβάνια για ηχομόνωση. Απολάμβανε αυτή την παλιά τεχνική ηχογράφησης γιατί αισθανόταν ότι διατηρεί αυτή την ιδιαίτερη ενέργεια που υπάρχει ανάμεσα στον τραγουδιστή και τους μουσικούς. «Δε χτίζεται αυτή η μαγεία αλλιώς. Όταν δουλεύεις ένα τραγούδι επί τρεις μήνες, το μόνο που νιώθεις τελικά είναι «συχάθηκα να το ακούω».

Honky Tonk Angels

Honky Tonk Angels: από αριστερά, k.d. lang, Brenda Lee, Owen Bradley, Kitty Wells, Loretta Lynn

Αντίστοιχα, ζωντανή ήθελε να είναι και η ηχογράφηση των τριών κυριών που κάλεσε ο Bradley στο στούντιο για να τραγουδήσουν μαζί με την k.d. lang, το «Honky Tonk Medley», το κομμάτι που κλείνει το δίσκο. Η Loretta Lynn, η Kitty Wells και η Brenda Lee δεν είχαν συνεργαστεί μεταξύ τους, ξανά στο παρελθόν, όλες τους απολάμβαναν τον τίτλο της βετεράνου country ντίβας και φυσικά όλες τους ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Bradley με προθυμία αφού η καθεμιά τους είχε να συνεργαστεί μαζί του πάνω από μια δεκαετία πριν και επιπλέον είχαν ακούσει εντυπωσιακά σχόλια για την k.d. Το medley που ηχογράφησαν ήταν ένα μείγμα τριών standards που ξετρύπωσε ο Bradley: «In The Evening When The Sun Goes Down» που είχε τραγουδήσει η Ella Fitzgerald μεταξύ άλλων, το «You Nearly Lose Your Mind» του Ernest Tubbs και το «Blues Stay Away From Me» των Delmore Brothers. Ο τίτλος του τραγουδιού προήλθε από την επιτυχία της Kitty Wells του 1952, «It Wasn’t God Who Made Honky Tonk Angels«, μία ταιριαστή περιγραφή των τεσσάρων προσωπικοτήτων που απολάμβαναν η μία την παρέα της άλλης. Είναι πολύ ειρωνικό όμως ότι αρχικά, η k.d. είχε αντιδράσει στην ιδέα να κληθούν οι τρεις ντίβες για να ηχογραφήσουν όλες μαζί. Η k.d. θεωρούσε ότι η εκτυφλωτική αίγλη των τραγουδιστριών θα επισκίαζε την ίδια. «Κάναμε έναν μεγάλο καυγά σχετικά με αυτό» είπε η k.d. αργότερα θυμίζοντας ότι όταν ο Bradley της το πρότεινε για πρώτη φορά, η k.d. σηκώθηκε κι έφυγε από το στούντιο. «Πήγα στη λίμνη για να το «κουβεντιάσω» με την Patsy και να κατανοήσω τελικά γιατί ο Bradley επέμενε τόσο πολύ. Και φυσικά είχε δίκιο που επέμενε.»

Δεν ήταν η πρώτη φορά που το όνομα της Patsy Cline ερχόταν στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του «Shadowland». Αρχικά, η k.d. είχε ορκιστεί να κρατήσει το πάθος της για την Patsy Cline μέσα της, ξέροντας ότι και ο Bradley και η Loretta Lynn και οι άλλες ήταν πολύ κοντά στην Cline. Η k.d. σκεφτόταν ότι οι φίλοι της Cline θα προσβάλλονταν αν άκουγαν ότι κάποιος βρίσκεται σε επικοινωνία με το πνεύμα της Patsy Cline. Τελικά η k.d. δεν άντεξε και άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες στο στούντιο όταν η k.d. διέκοπτε μια ηχογράφηση και έβγαινε έξω να «συμβουλευτεί» την πνευματική της καθοδηγήτρια. Η k.d. ήταν πολύ προσεκτική να μην προκαλέσει κανέναν και όταν διάφοροι τη ρωτούσαν για την Patsy Cline, αυτή υποβίβαζε το θέμα επίτηδες. Όταν ένας δημοσιογράφος τη ρώτησε κατά πόσο η k.d. πίστευε ότι το πνεύμα της Patsy ήταν παρόν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η k.d. απάντησε ότι όλοι οι καλλιτέχνες στο album της είναι επηρρεασμένοι από αυτήν. «Αν είναι να μιλήσουμε για το θέμα με την Patsy Cline, πρέπει να πούμε ότι όλοι οι καλλιτέχνες, άντρες ή γυναίκες, έχουν επηρρεαστεί από αυτήν. Όλοι έχουμε μεγάλο πάθος μαζί της.» Σε προσωπικές στιγμές τους όμως, η k.d. ικέτευε τον Bradley να της διηγηθεί κάθε λεπτομέρεια για την ηρωίδα της. «Είχε μερικές δικές της απόψεις για την Patsy και ίσως τις κατέστρεψα κάποιες από αυτές,» είπε ο Bradley. «Η φαντασία είναι συνήθως καλύτερη από την πραγματικότητα.» Ο Bradley επίσης προσπάθησε πολύ να συγκρατεί την k.d. από το να παρασύρεται από το πάθος της για την Patsy Cline. Όπως είπε η k.d. «Μιλήσαμε με τον Owen σχετικά με το ότι δεν πρέπει να μιμούμαι την Patsy, η παρουσία της όμως ήταν τόσο ισχυρή που μου φαινόταν αδύνατον να μην παραδίνομαι στην ενέργειά της. Η εμμονή μου με την Patsy ήταν πολύ πραγματική και δεν αστειευόμουν ποτέ όταν το συζητούσα. Η δημιουργία αυτού του δίσκου ήταν στο όριο κάποιας κατάστασης, κάποιου τομέα της ζωής και του θανάτου και της ενέργειας. Ήταν εξαιρετικά συναισθηματικό και με ταρακούνησε ειλικρινά και χρειάστηκε λίγο να συνέλθω μετά από αυτό το δίσκο.» Όπως εξομολογήθηκε στον Liam Lacey, «ξέρω ότι ακούγεται περίεργο αλλά όταν τελείωσα αυτό το album, η όλη υπόθεση με την Patsy τελείωσε. Θα είναι πάντα σπουδαία για μένα, αλλά όχι η εμμονή που είχα. Νομίζω ότι το «Shadowland‘ ήταν ο μόνος λόγος που είχα την εμμονή με την Cline και πλέον μπορώ να είμαι ξανά η k.d. lang.»

O Τύπος ενθουσιάστηκε με το «Shadowland«. Ο Jimmy Gutterman έγραψε «Πόση διαφορά κάνει ο σωστός συνεργάτης! Το «Shadowland» είναι πολύ πιο ζωντανό και χαλαρό από το προηγούμενο album της καναδής σειρήνας της country.» Η Holly Gleason του Musician έγραψε: «Ο Bradley χρησιμοποιεί τη μαεστρία του για να βγάλει τον καλύτερο εαυτό από την lang. Απλώνει τη φωνή της πειστικά γύρω από το επιλεγμένο υλικό και φωτίζει τις σκοτεινότερες γωνίες της απόγνωσης και της οδύνης του έρωτα με μερικές συλλαβές που αφήνει να εκπνεύσουν.» Το πρώτο single από το album, το «I’m Down To My Last Cigarette» που είχε γράψει ο Harlan Howard άρχισε να παίζεται στους σταθμούς της country με αποτέλεσμα να ανεβεί στο Νο.21 του country chart στο Billboard. Το album ανέβηκε ως το Νο.9 του album chart και έμεινε μέσα στο chart 121 εβδομάδες συμπαρασύροντάς το και στο pop chart όπου έφτασε ως το Νο.73. Τα υπόλοιπα singles που κυκλοφόρησαν στην αγορά μέσα από το album, ήταν το «Lock, Stock And Teardrops» και το «Sugar Moon» ενώ το «Busy Being Blue» κυκλοφόρησε μόνο σε promo single για τα ραδιόφωνα.

k.d. lang & The Reclines - A Truly Western Experience

k.d. lang & The Reclines «A Truly Western Experience» (1984, Bumstead Records)

Το «Busy Being Blue» των k.d. lang & The Reclines:

Το «Busy Being Blue» είναι ένα τραγούδι γραμμένο από τον πιανίστα των Reclines, Stu MacDougall που είχε εμφανιστεί στο ντεμπούτο album τους «A Truly Western Experience» το 1984 σε μία παραγωγή της ίδιας της k.d. lang και του οργανίστα Jamie Kidd – κατόπιν μέλος των Nowhere Blossoms. Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού παρότι αυθεντική και τίμια δεν είναι αυτή που αναδεικνύει την έντονη άρνηση της ηρωίδας των στίχων να παλαίψει τις οδύνες της απώλειάς της και να προχωρήσει μπροστά, επιμένει να πενθεί και να νοσταλγεί στην αναπόλησή της, ό,τι έχασε παρά να ενθουσιαστεί με όσα ενδεχομένως θα έρθουν στο μέλλον.

Θα είχα χρόνο στα χέρια μου
Χρόνο για να κάνω μερικά σχέδια
Χρόνο για να αλλάξω την άποψή μου στα πράγματα
Χρόνο για να πάω μια βόλτα
Χρόνο για να κάτσω και να κουβεντιάσω
Αλλά ξέρεις, είμαι πολύ απασχολημένη με το να είμαι μελαγχολική

Θα είχα χρόνο για να χασομερήσω
Χρόνο για να βάψω όλη την πόλη
Χρόνο για να περνάω κάθε νύχτα με κάποιον διαφορετικό
Χρόνο για να είμαι μόνη μου

Και χρόνο για να μένω έξω όλη τη νύχτα
Αλλά ξέρεις, είμαι πολύ απασχολημένη με το να είμαι μελαγχολική
Θα είχα χρόνο να αφήσω πίσω μου
Και σένα και όλη τη φάρα σου
Χρόνο να αφήσω πίσω μου τον κόσμο όπως τον ξέραμ
Αλλά είμαι ακόμα κατειλημμένη
Από το να θυμάμαι πώς κλαίγαμε
Αλλά ξέρεις, είμαι πολύ απασχολημένη με το να είμαι μελαγχολική

k.d. lang - Shadowland

k.d. lang «Shadowland» (1988, Sire)

Το «Busy Being Blue» της k.d. lang:

Ωστόσο, στην εκτέλεση του «Shadowland«, η k.d. απογειώνει το τραγούδι με μια από τις πιο σπουδαίες ερμηνείες της στα ’80s, χάρη στην παραγωγή και στον διάκοσμο που στήνει γύρω της ο Owen Bradley προκειμένου να βγάλει από μέσα της όλη την κορύφωση της οδύνης αλλά και την άρνηση της ηρωίδας των στίχων να προχωρήσει. Με τοποθέτηση γνήσιας ντίβας της country, η k.d. κυριολεκτικά σκίζει το τραγούδι και το περνάει στην ιστορία.

Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του «Shadowland«, η k.d. lang έδωσε μια συναυλία στο Fan Fair του Nashville για να παρουσιάσει το υλικό και το κοινό την αποθέωσε. Συνέχισε με μια μικρή περιοδεία μαζί με τον Lyle Lovett (Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Los Angeles) και με ένα μπαράζ συνεντεύξεων για την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τον Τύπο, ενώ έκανε και την τέταρτη εμφάνισή της στο show του Johnny Carson μέσα σε ένα χρόνο και συμμετείχε στην εκπομπή Country Music: A New Tradition του HBO μαζί με τους νεοπραδοσιακούς (Rosanne Cash, Rodney Crowell, Judds) αλλά και την παλιότερη γενιά της country (Waylon Jennings, Carl Perkins, Merle Haggard, Bill Monroe). Η k.d. τραγούδησε μαζί με τους Jordanaires το «Lock, Stock And Teardrops» και μαζί με την Rosanne Cash ένα ντουέτο στο «You Ain’t Woman Enough To Take My Man» της Loretta Lynn. Έλαβε μέρος στον Καναδά στην Περιοδεία της Διεθνούς Αμνηστίας (μαζί με Sting, Peter Gabriel, Tracy Chapman, Youssou N’ Dour) και επέστρεψε στο Nashville για την τελετή των 22ων Ετήσιων Βραβείων της Country. Στην πατρίδα της τον Καναδά, κέρδισε δύο βραβεία, το Entertainer της χρονιάς και το Τραγουδίστρια της χρονιάς, έλαβε δύο βραβεία Juno ως Καλύτερη Country Τραγουδίστρια (για το «Shadowland«) και Τραγουδίστρια της χρονιάς (για το «Crying«), έναν τίτλο που για τα επτά προηγούμενα συνεχόμενα χρόνια κέρδιζε η Anne Murray. Τον Ιανουάριο του 1989 ήρθαν και οι υποψηφιότητές της για τα Grammy στην κατηγορία Καλύτερη Country Τραγουδίστρια (για το «I’m Down To My Last Cigarette«) και δύο υποψηφιότητες στην κατηγορία Καλύτερη Country Συνεργασία, μία για το «Crying» με τον Roy Orbison και μία για το «Honky Tonk Angels Medley» με τις Kitty Wells, Brenda Lee και Loretta Lynn. Βραβεύτηκε για το «Crying«.

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 6 Σχόλια »

Αβοήθητοι

Posted by gone4sure στο 14 Απριλίου 2018

Το «Helpless» είναι το πιο αφοπλιστικά απλό τραγούδι – ωδή στην μνήμη εκείνη στην οποία αποδρούμε για να κρατήσουμε το νου μας αλύγιστο όταν όλα γύρω καταρρέουν.

CSNY

Οι όχι και τόσο χαρμόσυνες μέρες του τέλους των 60s. Από αριστερά: Graham Nash, David Crosby, Stephen Stills, Neil Young

Οι Crosby Stills Nash & Young στην ουσία δεν υπήρξαν ποτέ ενιαία μπάντα. Ήταν περισσότερο, ένα καλοσχεδιασμένο άθροισμα των μελών τους, στιβαγμένα στο στενό πλαίσιο ενός σχήματος, που πάλευαν μεταξύ τους για να κυριαρχήσει ο καθένας πάνω στους άλλους. Τέσσερα ταλαντούχα εγώ σε ένα ταμπλό σκάκι που αναζητούσαν τη μοιραία στρατηγική κίνηση ρουά ματ ο καθένας απέναντι στους αντιπάλους του. Η κόλαση της δημιουργίας του δεύτερου album τους «Vu» περιείχε τα πάντα: κατάχρηση ηρωίνης, κοκαϊνης, αλκοόλ, παράνοια, μεγαλομανία, ίντριγκες, ομηρικούς καυγάδες ανταγωνισμού μεταξύ των μελών για επικράτηση, τραγωδίες και θάνατο. Όλα καταγράφηκαν καταπληκτικά στο βιβλίο «Hotel California» από τον Barney Hoskyns.

Μετά το ντεμπούτο album τους «Crosby Stills & Nash» οι τρεις τους είχαν βρεθεί στη δύσκολη θέση να πρέπει να μεταφέρουν επί σκηνής τον ήχο που είχαν παράγει στο στούντιο, γεμάτος στρώσεις και πολύπλοκες υφές. Ο Stephen Stills άρχισε να ζυμώνει στο μυαλό του την ιδέα που είχε ρίξει ο Ahmet Ertegun, να μπει στο σχήμα ο Neil Young για να ενισχύσει την δύναμή τους στις συναυλίες παρότι οι δρόμοι τους είχαν χωρίσει επεισοδιακά στους Buffalo Springfield. O Elliot Roberts της Lookout Management δεν μπορoύσε να πιστέψει ότι ο Stills θεώρησε καν πιθανό να συμβεί κάτι τέτοιο. «Πάντα θα με σοκάρει το γεγονός ότι ο Stephen προσκάλεσε τον Neil να επιστρέψει στο σχήμα από τη στιγμή που ήξερε ότι δεν θα μπορούσε πια να τον εκφοβίσει.» Από την δική του πλευρά, ο Graham Nash ένιωσε τρομοκρατημένος με την ιδέα της επιστροφής του Neil Young στο σχήμα. Πάνω που είχε βρει το απόλυτα αρμονικό τρίο, ξαφνικά, ο παλιός συνεργάτης του Stephen Stills στους Buffalo Springfield έμπαινε στην εικόνα. Όπως είπε ο δημοσιογράφος Ben Fong Torres «Ενώ οι περισσότερες ομάδες είναι ικανοποιημένες να έχουν δύο παίκτες να ρίχνουν τη μπάλα, οι CSNY είχαν τέσσερις.»

Ο Neil Young έγινε αισθητός πριν καν μπει στο σχήμα: έδωσε οδηγίες στον manager του Elliot Roberts να ενημερώσει το τρίο ότι δεν ήταν διαπραγματεύσιμη η «ίση μεταχείριση των τεσσάρων». Όπως εξήγησε ο Neil Young στον Jimmy McDonough «Όλοι προσπαθούσαν να κάνουν το δικό τους. Δεn πίστευα καν από την αρχή κιόλας ότι θα  ήταν μπάντα.» Όταν συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές του Young από το σχήμα ήταν ένα πολύ γερό ποσοστό των εσόδων τους, ο drummer Dallas Taylor επαναστάτησε και δε βοηθούσε καθόλου το γεγονός ότι ήταν ένας από τους πρώτους ηρωινομανείς στην rock σκηνή του Los Angeles. Στις συναυλίες προσπαθούσε να βγάλει τον Neil Young εκτός ρυθμού κατά τη διάρκεια των solos του κιθαρίστα. Ο Young κανόνισε να αποβληθεί ο Taylor από την μπάντα.

David Geffen - Elliot Roberts - Neil Young

David Geffen (αριστερά) και Elliot Roberts (κέντρο) διόγκωναν την αλλαζονία των CSNY και συνέβαλαν στον τυφλό ανταγωνισμό μεταξύ τους

Η απόφαση του Young να μπει στους CSNY αποδόθηκε εκείνη την εποχή στον ενθουσιασμό που ένιωθε όταν μονομαχούσε με τον Stills επί σκηνής. Μια πιο πιστευτή ερμηνεία της απόφασής του είναι ότι το συγκρότημα τού παρείχε μεγαλύτερη προβολή από αυτή που θα είχε ως solo καλλιτέχνης (είχε ήδη κυκλοφορήσει τα δύο πρώτα albums του, το 1968 – 1969, το δεύτερο με τους Crazy Horse), αφού ο Young κυνηγούσε τόσο τα χρήματα όσο και ο David Geffen, manager του μαζί με τον Elliot Roberts. Κατανόησε πλήρως τον τρόπο που είχε ο Geffen να βγάζει χρήματα από τις πλάτες των καλλιτεχνών που φαινομενικά δεν τους ένοιαζε καθόλου η κερδοσκοπία. Αυτή ήταν η στρατηγική του Δούρειου Ίππου για την εκμετάλλευση του rock: να πουλάει αντικαπιταλισμό στα παιδιά, τους μακρυμάλληδες, τους περιθωριακούς. «Δεν θα πω ότι δε μ’ αρέσουν τα λεφτά», είπε ο Young στον Richie Yorke. «Μου αρέσουν τα λεφτά και θα βγάλω πολλά και σίγoυρα αυτό παίζει ένα ρόλο στο να βρίσκομαι εδώ.»

Η έλευση του Neil Young στους CSNY έφερε μία ολόκληρη επιπλέον διάσταση κινδύνου και απρόβεπτων συνεπειών.. Η έντασή του φάνηκε στα προσωπικά τραγούδια που έφερε στο συγκρότημα. Οι παρατεταμένες εκτελέσεις τραγουδιών σαν το «Down By The River» ήταν το έδαφος για τον Neil Young και τον Stephen Stills να επιδοθούν σε ένα τυφλό ανταγωνισμό μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια αυτών των εμφανίσεων, ο Graham Nash ήταν υποχρεωμένος να στέκεται στην άκρη της σκηνής και να χτυπάει ένα ντέφι. Ωστόσο ο Stills αισθανόταν ότι ο Neil Young τον προκαλούσε από την αυξανόμενη αυτοπεποίθησή του. Οι ανασφάλειές του βγήκαν εκτός ελέγχου όταν στα παρασκήνια, μετά τη συναυλία τους στο Fillmore East της Νέας Υόρκης, ξέσπασε ένας άσχημος καυγάς μεταξύ τους. Σημειωτέον, οι CSNY είχαν ήδη παίξει ως support στην Joni Mitchell στο Chicago στις 16 Αυγούστου 1969, δύο μέρες αργότερα στο Woodstock και ένα μήνα αργότερα στο Big Sur Folk Festival στις 13 και 14 Σεπτέμβρη.

Το γεγονός ότι ο Geffen, ο Roberts και οι λακέδες τους ενίσχυαν την αυταρέσκειά τους μπορεί να έφερε αποτελέσματα στα καλλιτεχνικά τους προϊόντα και στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους αλλά δεν ήταν και τόσο ηθική η στάση τους. «Αυτό ήταν που τους ξέκοψε από την πραγματικότητα και τους εαυτούς τους,» είπε ο Nurit Wilde, φωτογράφος στο Laurel Canyon. «Ερέθιζε ακόμα περισσότερο την αυξανόμενη μεγαλομανία τους και την πεποίθησή τους ότι ήταν θεοί.» Το κουκούλι που τους είχε χτίσει ο Elliot Roberts στο Wally Heider Studio του San Francisco όταν ηχογραφούσαν το δεύτερο album τους «Vu» έκανε τους ανταγωνισμούς τους ακόμα πιο κλειστοφοβικούς. «Όταν φτιάχναμε τον πρώτο δίσκο των CSN ήμασταν πολύ ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο και ο ένας με τη μουσική του άλλου,» είπε ο Graham Nash στον Robert Sandall. «Μέχρι τo «Vu» όλο αυτό είχε μετρατραπεί σε μία φρίκη.»

Inlay puzzle

Το κολλάζ στο εσώφυλλο του «Déjà Vu»: χάος

Η ένταση ανάμεσα στον Stills, μανιακό με τον έλεγχο και τον τεμπέλη αλλά πολυλογά David Crosby ήταν ιδιαίτερα τοξική. Η αλλαζονία του Stills και η απόφασή του ότι αυτός ήταν ο αρχηγός των CSNY δημιουργούσε την περισσότερη ένταση στο συγκρότημα. «Οι διαμάχες τότε ήταν μεταξύ εμένα και του Stills, μεταξύ του Nash και του Stills και λίγο μεταξύ του Young και του Stills,» θυμόταν ο Crosby. «Ο Stephen ένιωθε λες και ο Neil τού είχε κλέψει το συγκρότημα κατά το ένα ή τον άλλο τρόπο, αν και ο Stephen ήταν αυτός που είχε καλέσει αρχικά τον Neil να έρθει στο σχήμα.» Ο Young ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος με τις υπερ-πολύπλοκες ενορχηστρώσεις των CSN. «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να ακούμε από μια σκοπιά απλότητας,» γκρίνιαζε καθώς έβλεπε τον Stills να δουλεύει με τον ηχολήπτη Bill Harveston. «Σκέψου ότι μπορούμε να το κάνουμε ακόμα μεγαλύτερο αν το απλοποιήσουμε.» Σε κάποια στιγμή η ατμόσφαιρα στο Wally Heider έγινε τόσο φρικτή που ο Nash κάλεσε τη μπάντα για μια συνάντηση. Καθώς προσπαθούσε να εκφράσει την απογοήτευσή του από τις δύσθυμες κακίες που ανταλάσσονταν ανάμεσα στα μέλη του σχήματος, ξέσπασε σε κλάμματα. «Ο Nash έπρεπε να προσπαθήσει πολύ σκληρά για να γίνει ο διπλωμάτης που θα κρατήσει το συγκρότημα μαζί,» είπε ο παραγωγός Denny Bruce. «Είπε ότι κάποιες μέρες ο Stills θα μπορούσε να θεωρηθεί παράφρονας ή άλλα τέτοια λόγια ανάλογης σοβαρότητας. Και ο Geffen είπε ότι ποτέ δεν είχε δει κάποιον να χάνει την ψυχραιμία του όπως ο Stills. Είπε ότι οι φλέβες στο λαιμό του πετάγονταν έξω μέχρι κάτω στους ώμους του.»

Ο Nash που είχε νοσταλγήσει την αγάπη μεταξύ τους στο πρώτο album ήταν επίσης ενοχλημένος από την απροθυμία του Young να προσαρμοστεί και να αφοσιωθεί στους CSNY, αλλά και από αυτό που αργότερα περιέγραψε ως την «αχόρταγη ανάγκη του Neil για έλεγχο.» Ο Nash ως ένας μουσικός που πάντα υποσκέλιζε το δικό του εγώ για το κοινό μουσικό καλό, ένιωσε την υπομονή του να εξαφανίζεται με τον Young. Επιπλέον, υπήρχε ένα πολιτικό σχίσμα ανάμεσα στον Crosby και τον Nash από τη μία μεριά και τον Stills και τον Young από την άλλη. Όταν ο Hugh Wavy Gravy Romney προσκάλεσε τους CSNY να παίξουν σε μια συναυλία υποστήριξης στους «Επτά του Chicago», στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών το 1968, ο Stills και ο Young -αδιάφοροι πολιτικά- αρνήθηκαν να συμμετέχουν. Το τραγούδι του Nash, «Chicago» του 1971 ήταν μια ευθεία ικεσία στα άλλα μέλη του συγκροτήματος να ακολουθήσουν τις συνειδήσεις τους.

Nash - Mitchell

Graham Nash και Joni Mitchell: η Joni «ασφυκτιούσε στη συμβίωσή της με τον Graham.

Stills - Collins

Stephen Stills και Judy Collins: ο χωρισμός τους συνέβαλε στην μανία για έλεγχο του Stephen στο στούντιο και στη σκηνή.

Crosby - Hinton

David Crosby και Christine Hinton: ο θάνατος της Christine βύθισε τον David σε κατάθλιψη και ακόμη πιο φανατικά στην ηρωίνη.

Κι επίσης, δε βοηθούσε ότι το «Vu» ηχογραφήθηκε με φόντο την απώλεια και την τραγωδία. Ο Stills είχε χωρίσει από την Judy Collins, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο στοχοθετημένο και μονομανή στο στούντιο. Ο Nash είχε προβλήματα στη σχέση του με την Joni Mitchell η οποία ένιωθε εγκλωβισμένη από τη συμβίωσή τους. Ακόμα χειρότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου 1969 η ερωμένη του Crosby, Christine Hinton σκοτώθηκε σε μια μετωπική σύγκρουση ενώ έτρεχε για μια δουλειά κοντά στο σπίτι τους στο Marin County. Ο θάνατός της δημιούργησε τόσο μεγάλη κατάθλιψη στον Crosby που την κουβαλούσε σε όλη τη ζωή του και επιπλέον ο εθισμός του στην ηρωίνη αυξήθηκε κατακόρυφα, αποδρώντας από τη θλίψη του που θα τον ξανάβρισκε αργότερα.

Η ηρωίνη και η κοκαϊνη έπαιξαν το δικό τους ρόλο στα προβλήμτα γύρω από το «Déjà Vu«. Ο Dallas Taylor που ισχυριζόταν ότι ο Crosby και ο Keith Richards είχαν κυλήσει το «μισό Hollywood» στην πρέζα, έκανε χρήση και στο στούντιο. Ο Stills εντωμεταξύ έπινε αλκοόλ και σνίφαρε μανιακά κόκα για να αντέξει στους ολονύκτιους μαραθώνιους στο στούντιο. «Πάρα πολλές φορές, οι CSNY βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί,» είπε ο Young, «σε σημείο που όλοι έδειχναν καμμένοι εντελώς.» Μέσα σε αυτήν την κολασμένη παράνοια, το «Vu» ολοκληρώθηκε στα μέσα του Νοέμβρη του 1969 κι ακουγόταν πιο πομπώδες από το πρώτο, με ένα σέπια εξώφυλλο που εικονίζονται και αναγράφονται εκτός από τους τέσσερίς τους κι ο drummer Dallas Taylor και ο μπασίστας Greg Reeves σε μια φωτογραφία που μοιάζει να κατάγεται από τον αμερικανικό εμφύλιο. Η Atlantic μετά την επιτυχία του πρώτου album τύπωσε εκατομμύρια αντίτυπα και οι ίδιοι οι CSNY ανέπτυξαν μια αυτοεικόνα τόσο σπουδαιοφανή σαν να ήταν οι αμερικανοί Beatles. «Το θέμα με μας είναι ότι είμαστε μαζικοί καλλιτέχνες» είπε ο Crosby στον Ben Fong Torres. «Δεν υπηρξε ποτέ στο παρελθόν κάτι σαν και μας μέχρι πίσω στον Γουτεμβέργιο

CSNY - Deja Vu

Crosby, Stills, Nash & Young «Déjà Vu» (Μάρτιος 1970, Atlantic)

Μέσα σε όλη αυτήν την παρανοϊκή κόλαση το «Helpless» μέσα στο δίσκο αποκτούσε λυτρωτική διάσταση. Το τραγούδι ήταν γραμμένο στις αρχές του 1969 από τον Neil Young στο πλαίσιο της μπάντας του Crazy Horse και μπήκε στο ρεπερτόριο των CSNY όταν τον έπεισαν οι υπόλοιποι να το ηχογραφήσουν μαζί. Αφού το τραγούδησε με τη λιγνή, τριμαρισμένη φωνή του πέρασε στο στούντιο από σαράντα κύματα ιδεών όσον αφορά τους προτιμόμενους τρόπους ενορχήστρωσής του, κατέληξε ευτυχώς στην απλή ακουστική μορφή του με τον Neil Young να τραγουδάει το βασικό μέρος του κομματιού και τους υπόλοιπους να τραγουδούν την αρμονία στο ρεφρέν. Ο τρόπος που επαναλαμβάνεται στο ρεφρέν η λέξη «Αβοήθητοι» εντείνει δραματικά την αίσθηση της απόγνωσης – άλλωστε τα «γαλάζια παράθυρα πίσω από τα αστέρια μπορεί να είναι και μελαγχολικά παράθυρα (blue). Στο πλαίσιο της ασφυκτικής διαδικασίας που επικρατούσε στις ηχογραφήσεις του album τους, το «Helpless» ακουγόταν σαν μία απέλπιδα προσπάθεια σωτηρίας τους από την φρίκη, μία τρυφερή επίκληση μιας ανάμνησης που θα τους οδηγούσε σε μια διέξοδο. Ο Neil Young αποκάλυψε στον Nick Kent για το Mojo το 1995, ότι αυτή η πόλη στο βόρειο Ontario του Καναδά που αναφέρει στον πρώτο στίχο, είναι το χωριό Omemee, βάζοντας την στο χάρτη του πάνθεου της rock κουλτούρας αφού διαθέτει και μουσείο Neil Young καθώς ο σπουδαίος καναδός τραγουδοποιός εκεί πέρασε μέρος της παιδικής ηλικίας του με τη μητέρα του.

Neil Young Museum - Omemee

Το μουσείο Neil Young στο χωριό Omemee στο Ontario. Το Omemee είναι η πόλη που εννοεί στον πρώτο στίχο του «Helpless».

Neil Young - Helpless Single

Crosby, Stills, Nash & Young «Woodstock / Helpless» 7» Single (1970, Atlantic)

Το «Helpless» από τους Crosby, Stills, Nash & Young:

Είναι μια πόλη στο βόρειο Ontario
Ονειρική ανακουφιστική ανάμνηση για ν’ ανατρέχεις
Και στο νου μου έχω ανάγκη ακόμα ένα μέρος να πάω
Όλες οι αλλαγές μου συνέβησαν εκεί

 Γαλάζια, γαλάζια παράθυρα πίσω από τα αστέρια
Κίτρινο φεγγάρι στην ανατολή του
Μεγάλα πουλιά πετάνε στον ουρανό
Ρίχνοντας σκιες στα μάτια σου

 Μας αφήνουν

 Αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους
Μωρό μου, μπορείς να με ακούσεις τώρα;
Οι αλυσίδες είναι δεμένες και κλειδωμένες στην πόρτα
Μωρό μου, τραγούδησε μαζί μου με κάποιο τρόπο

 Γαλάζια, γαλάζια παράθυρα πίσω από τα αστέρια
Κίτρινο φεγγάρι στην ανατολή του
Μεγάλα πουλιά πετάνε στον ουρανό
Ρίχνοντας σκιες στα μάτια σου

 Μας αφήνουν

 Αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους


Neil Young + The Band

Rick Danko, Robbie Robertson και Neil Young επί σκηνής στις 25 Νοεμβρίου 1976 στο San Francisco για το «Last Waltz» ερμηνεύουν το «Helpless»

Band - The Last Waltz

The Band «The Last Waltz» (1978, Warner Bros. Records)

To «Helpless» από τον Neil Young, τους Band και την Joni Mitchell:

O Neil Young ερμήνευσε ξανά το «Helpless» στο πλαίσιο της αποχαιρετιστήριας συναυλίας των Band στο San Francisco στις 25 Νοεμβρίου 1976, με όλη την αφρόκρεμα του roots rock (Eric Clapton, Ringo Starr, Bob Dylan, Ronnie Wood, Muddy Waters, Neil Diamond, Van Morrison, Bobby Charles, Dr. John, Paul Butterfield, Emmylou Harris, Ronnie Hawkins, Joni Mitchell, The Staple Singers) που συμπεριλήφθηκε σε ένα τριπλό album και μια ταινία σκηνοθετημένη από τον Martin Scorsese με τον τίτλο «The Last Waltz«, ένα συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ που χρονικά ισοδυναμεί με το τέλος της αθωότητας στη Δυτική Ακτή. Η εκτέλεση αυτή, διαπνέεται από την πολύ πιο ηδονική και γιορτινή ατμόσφαιρα της συναυλίας, με τον Neil Young να συνοδεύεται από τον Robbie Robertson και τον Rick Danko των Band πάνω στη σκηνή και από την βοηθητική φωνητική συνοδεία της Joni Mitchell από τα παρασκήνια, καθώς δεν ήθελε να βγει μαζί τους επί σκηνής επειδή θα αποδυνάμωνε τη δική της εμφάνιση που ακολουθούσε στο πρόγραμμα της συναυλίας. Σημειολογικά, η εκτέλεση αυτή ακούγεται σαν λύτρωση και σαν δικαίωση από την έξοδο από τη στενωπό των CSNY και πάνω σε αυτή την εμφάνιση βασίστηκαν οι δεκάδες καλλιτέχνες που ερμήνευσαν αργότερα το «Helpless» επί σκηνής με καλεσμένους τους όπως ο Ryan Adams μαζί με την Gillian Welch, ο Elton John με τον Leon Russell, την Sheryl Crow και την Neko Case, οι Cowboy Junkies, οι Arcade Fire κ.λπ.
★★★★★★★★★★


Neil Young - Unplugged

Neil Young «Unplugged» (1993, Reprise)

Το «Helpless» από τον Neil Young στην live unplugged εκτέλεσή του:

Ο Neil Young θα συμπεριλάμβανε διάφορες ακόμα φορές το «Helpless» σε δίσκους του με πιο σημαντική από αυτές την ζωντανή unplugged εκτέλεσή του στις 7 Φεβρουαρίου 1993 που κυκλοφόρησε στις 15 Ιουνίου 1993. Ο Neil Young τελειομανής και αδιαπραγμάτευτος για το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα ταλαιπώρησε πολύ τους μουσικούς του μέχρι να πετύχουν τις εκτελέσεις που ήθελε, η γκρίνια δεν έλειψε καθόλου από αυτά τα sessions. Οι Nils Lofgren (κιθάρα, ακκορντεόν, autoharp), Ben Keith (ντόμπρο), Spooner Oldham (πιάνο, όργανο), Tim Drummond (μπάσο), Oscar Butterworth (τύμπανα) και οι Astrid Young και Nicolette Larson στα φωνητικά, ζυμώθηκαν αρκετά υπό την καθοδήγηση του Young για να αποδώσουν το τελικό αποτέλεσμα.
★★★★★★★★★


Μέσα στα χρόνια το τραγούδι αποδόθηκε κατά κόρον από διάφορους καλλιτέχνες που επικαλούνταν τη γήινη, τρυφερή αύρα του για να προσθέσουν ένα credit στο ενεργητικό τους. Οι ακόλουθες δέκα και μία είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες αν και όχι πάντα αξιόλογες, σε χρονολογική παράθεση με μια συγκριτική βαθμολόγηση – με άριστα τα δέκα αστεράκια– κάτω από την καθεμιά:

Buffy Sainte Marie

Buffy Saint Marie

Buffy Sainte-Marie ‎- She Used To Wanna Be A Ballerina

Buffy Saint Marie «She Used To Wanna Be A Ballerina» (1971, Vanguard)

Το «Helpless» από την Buffy Saint Marie:

Ακριβώς ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του «Déjà Vu» και του «Helpless» η Buffy Saint Marie ηχογράφησε το τραγούδι το 1971, με όλο το επιτελείο του Neil Young και των Crazy Horse στο υπόβαθρο και τον Jack Nitzsche στην παραγωγή όπως ακριβώς και στο album του Neil Young, «After The Gold Rush«. Επιπλέον, στο album της «She Used To Wanna Be A Ballerina«, η Buffy Saint Marie είχε επιστρατεύσει τον Ry Cooder και τον Jesse Ed Davis στις κιθάρες και την καταπληκτική Merry Clayton στα βοηθητικά φωνητικά. Ωστόσο η εταιρία της Vanguard που στην ουσία πατρόναρε όλη την ηχογράφηση του δίσκου της Saint Marie, επειδή είχε μεγάλες εμπορικές προσδοκίες από αυτήν, δεν ικανοποιήθηκε από την επίδοσή του στο chart – έφτασε μόλις στο Νο.182 του αμερικανικού chart. Η Buffy Saint Marie, τραγούδησε πολύ στυλιζαρισμένα και κάπως βεβιασμένα το classic του Neil Young και παρά το θαυμάσιο rhythm ‘n’ blues folk υπόβαθρο δεν κατάφερε να το απογειώσει.
★★★★★★1/2★★★


Fosterchild

Fosterchild

Fosterchild - On The Prowl

Fosterchild «On The Prowl» (1980, Vera Kruz Records)

To «Helpless» από τους Fosterchild:

Το «Helpless» από το κουαρτέτο από το Calgary του Καναδά, αποδόθηκε το 1980 στο τρίτο και τελευταίο album τους, «On The Prowl«, με την ευλάβεια που έπρεπε αλλά όχι και με κάποια σπουδαία διαφοροποίηση στην τυπικά rock με country επιρροές εκτέλεσή τους η οποία ακολουθεί πιστά και λίγο φοβικά τον οδηγό χρήσης του είδους. Πολύ κοντά στο πνεύμα και στο στιλ του A.O.R. που έκανε θραύση στην εποχή εκείνη, οι Fosterchild είχαν απομείνει μετά από αλλαγές στα μέλη της rhythm section, οι Jim Foster (κιθάρα, φωνή), Vern Wills (κιθάρα, μπάσο, φωνή), Peter Sweetzir (πλήκτρα) και Gerry Wand (τύμπανα). Το 1981 ο Jim Foster προσχώρησε στους One Horse Blue και οι άλλοι τέσσερις πρόσφεραν τις session υπηρεσίες τους στην καναδική rock σκηνή της περιόδου (Loverboy κ.λπ.)
★★★★★1/2★★★★


Yukihiro Takahashi

Yukihiro Takahashi

Bill Nelson

Bill Nelson

Yukiiro Takahashi - Helpless

Yukihiro Takahashi «Wild & Moody» (1984, Yen Records)

To «Helpless» από τους Yukihiro Takahashi και Bill Nelson:

Το «Helpless» στα χέρια του Yukihiro Takahashi από το «Wild And Moody» του 1984 παίρνει ίσως την πιο μοντέρνα, ηλεκτρονική μορφή του, μια αργόμπιτη, ατμοσφαιρική εκτέλεση με τον Bill Nelson (από τους Be Bop Deluxe και τους Red Noise) στην πιο ενορατική, νεορομαντική περίοδό του στην κιθάρα και στα φωνητικά να δίνει στο τραγούδι μια ερμηνεία εξίσου λυπημένη αλλά όχι απελπισμένη. Ο Takahashi, ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες μουσικούς από τα 70s και μετά θήτευσε στους Sadistic Mika Band, τους Yellow Magic Orchestra, τους Beatniks κ.λπ. και κυκλοφόρησε είκοσι επτά προσωπικά albums μεταξύ 1977 – 2013 ενώ συνεργάστηκε με τον ανθό της art pop, από τον Steve Jansen των Japan, μέχρι τον Iva Davies των Icehouse, αμφότεροι παρόντες στο album του «Wild And Moody».
★★★★★★1/2★★★


Lisa Lagoda

Lisa Lagoda

Lisa Lagoda - Helpless

Lisa Lagoda «Helpless / Don’t Think It Over» (1986, WEA)

To «Helpless» από την Lisa Lagoda:

Το 1986 εμφανίστηκε αυτό το single από την Lisa Lagoda με τη διασκευή της στο «Helpless» στην πρώτη πλευρά και ένα άλλο τραγούδι, το «Don’t Think It Over» στη δεύτερη. Η Lisa Lagoda το ερμηνεύει με έναν χαλαρό ηδονιστικό τρόπο, με hi tech pop ενορχήστρωση, παραγωγή από τον έμπειρο περφεξιονίστα Malcolm Luker (που είχε ξεκινήσει από τους Smoke στα ’60s) και τον ήχο που δόξασε ο Bryan Ferry στα ’80s, μία δεξιοτεχνική pop υψηλών τεχνοκρατικών προδιαγραφών αλλά χαμηλής συναισθηματικής έντασης. Η Lisa Lagoda τραγουδάει με έναν τρόπο σαν να μην κατανοεί καν τους στίχους, το ωραιοποιεί και το περνάει στη σφαίρα της generic, smooth art pop σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Η Lisa Lagoda έκανε μια καριέρα με singles στη γερμανική αγορά των ’80s, κυκλοφόρησε ένα album το 1989 και είναι απορία άξιο αν βρήκε ποτέ ένα ακροατήριο να τη στηρίξει.
★★★★★★★★★★


Nick Cave

Nick Cave

Nick Cave - The Bridge A Tribute To Neil Young

Various «The Bridge: A Tribute To Neil Young» (1989, Caroline Records)

Το «Helpless» από τον Nick Cave:

Το 1989 κυκλοφόρησε η συλλογή «The Bridge: A Tribute To Neil Young» υπό το συντονισμό του ιστορικού στελέχους της δισκογραφίας Terry Tolkin, με σκοπό, μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις της να διατεθεί στη σχολή Bridge που καταπιανόταν με τεχνολογικές εφαρμογές για τη βοήθεια των ανάπηρων παιδιών. Η πρωτοβουλία σεβαστή όπως και η προθυμοποίηση της εναλλακτικής κοινότητας να ανταποκριθεί στο κάλεσμα, οι περισσότεροι καλλιτέχνες από τους οποίους ηχογράφησαν τα αγαπημένα τραγούδια τους από το ρεπερτόριο του Neil Young μέσα στο 1988: Soul Asylum, Victoria Williams, Flaming Lips, Nikki Sudden, Loop, Pixies, Sonic Youth, Psychic T.V., Dinosaur Jr., Henry Kaiser, Bongwater, B.A.L.L. αλλά και φυσικά ένας αγέρωχος Nick Cave που πρόσδωσε στο τραγούδι μια ερμηνευτική εκδοχή από τη μεριά του ανθρώπου που βρίσκεται μετά την απελπισία. Μαζί του φυσικά «κεντάει» σε ένα σχεδόν spiritual υπόβαθρο η slide κιθάρα του Kid Congo Powers και η rhythm section που χειρίζεται μόνος του ο Mick Harvey.
★★★★★★★★★★


Nazareth

Nazareth

Nazareth - Snakes 'N' Ladders

Nazareth «Snakes ‘N Ladders» (1989, Vertigo)

Το «Helpless» των Nazareth:

Στο δέκατο έβδομο album τους το 1989, θυμήθηκαν οι σκοτσέζοι hard rockers Nazareth να διασκευάσουν το «Helpless» και να το μετατρέψουν σε «αναπτηράκι» για τις αρένες με τη γνωστή στυλιζαρισμένη παραπονιάρικη φωνή του Dan McCafferty που σέρνει πάνω στη μελωδία τη φωνή του, όχι πολύ συμπαθητικά ενόσω ο Manny Carlton στο υπόβαθρο ελέγχει τον προγραμματισμό των υπολογιστών, τα πλήκτρα και τις κιθάρες ώστε η ατμόσφαιρα να προκύπτει αρκούντως υπομεταλλική, o Peter Agnew παίζει το μπάσο και ο Darrell Sweet τα τύμπανα. Το brand Nazareth μετά από δεκάδες αλλαγών μελών έχει διαρκέσει μέχρι το 2014 ξεκινώντας να ηχογραφεί από το 1971 και ενώ έχει διαπρέψει στο hard rock των 70s και κατόπιν στις power μπαλάντες με έναν ήχο που πια έχει γεράσει, έχει παραμείνει στο παρελθόν και επιστρέφει στο τώρα σαν αντήχηση που προσπαθεί να διασωθεί.
★★★1/2★★★★★★


Trip Shakespeare

Trip Shakespeare

Trip Shakespeare ‎- Volt

Trip Shakespeare «Volt» (1992, Black Hole Records)

Το «Helpless» από τους Trip Shakespeare:

Το «Volt» έμελλε να είναι η τελευταία κυκλοφορία της μπάντας από την Minneapolis της Minnesota, το 1992, ένα ep με έξι διασκευές τους σε classics, το οποίο η εταιρία τους A&M «δεν βρήκε λόγο» να κυκλοφορήσει και γι’ αυτό βγήκε από την ανεξάρτητη Twin Tone πριν διαλυθούν. Τα αδέλφια Matt Wilson (κιθάρα, φωνή), Dan Wilson (κιθάρα, πιάνο), Elaine Harris (τύμπανα, κρουστά) και John Munson (μπάσο) αποδίδουν το «Helpless» με αναπαλαιωμένο χιπισμό χωρίς να προσθέτουν ιδιαίτερη αίγλη στο τραγούδι και με τη λιγνή φωνή του Matt Wilson να μην επιφέρει σπουδαία συναισθηματική δύναμη στα λόγια του. Οι Trip Shakespeare κατάφεραν να κυκλοφορήσουν τέσσερα albums πριν τους διώξει η A&M λόγω του ότι το grunge που κυριαρχούσε στην εποχή το 1991 δεν άφηνε περιθώρια για κλασικές rock περιπτύξεις. Ο Dan Wilson και ο John Munson σχημάτισαν τους Semisonic και ακόμα πιο μετά ο Dan Wilson έγινε ένας προβεβλημένος συνθέτης της αμερικανικής pop και rock βιομηχανίας.
★★★★★1/2★★★★


kd lang

k.d. lang

kd lang - Hymns Of The 49th Parallel

k.d. lang «Hymns Of The 49th Parallel» (2004, Nonesuch)

Το «Helpless» από την k.d. lang:

Στο ένατο album της «Hymns Of The 49th Parallel» το 2004, η καναδή Kathryn Dawn Lang από το Edmonton της Alberta του Καναδά, πρόσφερε ένα φόρο τιμής στους αγαπημένους της πατριώτες Καναδούς τραγουδοποιούς, όπως η Joni Mitchell, η Jane Sibbery, ο Bruce Cockburn, ο Leonard Cohen και ο Ron Sexsmith. Φυσικά δεν θα μπορούσε να παραλείψει τον Neil Young με δύο επιλογές από αυτόν, το «After The Gold Rush» και το «Helpless» το οποίο ερμηνεύει με αφοπλιστικά έμπειρη και πάντα βελούδινη, ιαματική φωνή, μπροστά από την ενορχήστρωση του Eumir Deodato (τα έγχορδα ακούγονται σαν αέρας), τις κιθάρες του Ben Mink και τα πλήκτρα του Teddy Borowiecki. Από όσους καλλιτέχνες μετά τον Neil Young αποφάσισαν να ερμηνεύσουν το «Helpless» η k.d. lang φαντάζει ως η πιο κατάλληλη από ύφος και ήθος να το τραγουδήσει και πράγματι του έδωσε μια άλλη αίσθηση η οποία δεν ξεφεύγει από το λυτρωτικό αλλά σίγουρα αγκαλιάζει και μία λεπτή δεξιοτεχνία που δεν είναι όλοι σε θέση να φτάσουν.
★★★★★★★1/2★★


Needle

Needle

Needle - Songs Your Mother Never Sang You

Needle «Songs Your Mother Never Sang You» (2006, Online Rock Records)

Το «Helpless» από τους Needle:

Ίσως η πιο πρωτότυπη, μυσταγωγική και ιδιαίτερη εκτέλεση από όσες έχουν γίνει στο «Helpless«, έρχεται από το 2006 και ένα σχήμα, άγνωστο σχετικά, τους Needle από το San Francisco, οι οποίοι με την απόδοσή τους, δικαιώνουν θαυμάσια την έννοια της διασκευής μέσα από το album τους «Songs Your Mother Never Sang You«. Ο Stephen Beck παίζει κιθάρα, μπάσο, drums, ξυλόφωνο και keyboards και η Julie Cornett τραγουδάει, παίζει κιθάρα, drums, ξυλόφωνο και keyboards και η Christine Banks τραγουδάει σε αυτό το ατμοσφαιρικό κράμα, από συμφωνική μινιμαλιστική chamber pop αναδεικνύοντας ίσως τον βαθύ χαρακτήρα του τραγουδιού με έναν τρόπο υψηλής καλαισθησίας και άποψης. Οι Needle έχουν κυκλοφορήσει τρία albums στα 00s και παραμένουν κρυφό μυστικό στην αμερικανική Δυτική Ακτή.
★★★★★★★★★★


Patti Smith

Patti Smith

Patti Smith - Twelve

Patti Smith «Twelve» (2007, Columbia)

To «Helpless» από την Patti Smith:

Το 2007 η Patti Smith έφτανε στο δέκατο album της και αποφάσισε να φτιάξει ένα album με αποδόσεις σε δώδεκα αγαπημένα της classics από Nirvana, Doors, Paul Simon, Bob Dylan, Allman Brothers, Stevie Wonder, Beatles, Jefferson Airplane, Tears For Fears, Jimi Hendrix Experience, Rolling Stones και CSNY συν ένα δέκατο τρίτο bonus των R.E.M. Η Patti Smith τρoφοδοτεί με όση τρυφερότητα είναι δυνατόν να επιστρατεύσει για την ακουστική εκτέλεσή της, παρέα με την κιθάρα του Lenny Kaye και το ακκορντεόν του Jay Dee Daugherty. Οι λυγμοί σε κάποιες απολήξεις της προσθέτουν αυτήν την διαφορετικότητα που κατά κάποιους είναι αναμενόμενο να διαθέτει η Patti Smith όταν τραγουδάει ένα κομμάτι που έμεινε στην ιστορία για τη λύπη του και την αναζήτηση της σωτηρίας. Η Patti το δίνει με ελπίδα και καθησυχαστική ομορφιά.
★★★★★★★★★★


Black Label Society

Black Label Society

Black Label Society - The Song Remains Not The Same

Black Label Society «The Song Remains Not The Same» (2011, eOne)

Το «Helpless» από τους Black Label Society:

To 2011 οι Black Label Society κυκλοφόρησαν το «The Song Remains Not The Same«, ένα σύνολο επεξεργασμένων τραγουδιών σε ακουστικές εκτελέσεις από διασκευές τους ή bonus τραγουδιών τους από albums τους, κυρίως από το προηγούμενο album τους του 2010 «Order Of The Black«. Ο Zakk Wylde τραγουδάει με τη σκαμμένη φωνή του επιστρατεύοντας όλη το σεβασμό του για το classic του Neil Young με συνοδεία μόνο από το πιάνο που παίζει ο ίδιος. Ο drummer John DeServio και ο μπασίστας Will Hunt δεν έχουν σπουδαίο ρόλο στην ηχογράφηση. Οι σκληροί rockers από το Los Angeles έχουν διαγράψει μια πολύ εντυπωσιακή πορεία που τους έχει αποφέρει μεγάλη εμπορική επιτυχία  στα charts. O Zakk Wylde είναι ο κιθαρίστας του Ozzy Osbourne και έχει κυκλοφορήσει δύο προσωπικά albums, ένα με τους Pride & Glory και δεκατρία με τους Black Label Society.
★★★★★★★★★★


Rachael Sage & Judy Collins

Rachael Sage & Judy Collins

Rachael Sage - Blue Roses

Rachael Sage «Blue Roses» (2015, MPress Records)

To «Helpless» από την Rachael Sage και την Judy Collins:

Η Rachael Sage από το Port Chester της Νέας Υόρκης στο ενδέκατο album της το 2015 συμπεριέλαβε μια «γυναικεία» εκτέλεση του «Helpless» καλώντας και την θρυλική Judy Collins να το ερμηνεύσουν μαζί, μία αρκετά πετυχημένη ιδέα, αφού η αντίστιξη ανάμεσα στην χυμώδη, γεμάτη ψήγματα λαχτάρας και άγχους, φωνή της Sage, δένει εξαιρετικά με την κραταιότητα της folk εμπειρίας της αειθαλούς Collins. Η Rachael Sage εκτός από καλή τραγουδοποιός είναι και ένα υπόδειγμα ανεξάρτητης καλλιτέχνιδας αφού κυκλοφορεί μόνη της το υλικό της από την προσωπική δισκογραφική εταιρία της και επιπλέον είναι και ζωγράφος. Όχι γνωστή στην Ευρώπη, παρότι θα έπρεπε έχει κυκλοφορήσει δώδεκα albums από το 1995 ως το 2016. Για κάποιο λόγο, μέσα στην ίδια χρονιά, δύο άλλες κυρίες, η Donna Lewis στο album της «Brand New Day» και η Ida Sand στο «Young At Heart» διασκεύσασαν το «Helpless» συμπαθητικά, ίσως για να γιορτάσουν τα 45 χρόνια από την πρώτη ηχογράφησή του.
★★★★★★★★★★


 

The Dust Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

The Dust Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , | 13 Σχόλια »