All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Posts Tagged ‘Inner Ear’

Electric Litany «Under A Common Sky»

Posted by gone4sure στο 20 Οκτωβρίου 2019

Electric Litany
Under A Common Sky
Inner Ear

Electric Litany ‎– Under A Common Sky

Οι Electric Litany φτάνουν στο τρίτο μέρος της προσπάθειάς τους να προσομοιάσουν με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια γίνεται στην κυριολεξία του ονόματός τους. Ακούγονται σταθερά ηλεκτρικοί, απαρέγκλιτα λιτανευτικοί, έλκονται από το σκοτάδι και προσθέτουν θολά, θαμπά και ενίοτε θυελλώδη layers στον ήχο τους σαν να προσπαθούν να καλύψουν με στρώσεις ύφανσης κάθε ορίζοντα γύρω τους για να μην είναι ορατός ή ίσως για να είναι ορατός μόνο μέσα από τις σκιώδεις ανταύγειες που δημιουργούν. Φιλόδοξοι και μετα-αποκαλυπτικοί οι Electric Litany ακούγονται σαν να έχουν βάλει σκοπό τους κοντά δέκα χρόνια τώρα να προσθέσουν ένα progressive chamber στην υψηλή κλάση του post kraut rock. Ή πάλι, όχι.

Σε αυτή τη φάση του, το ελληνοαγγλικό σχήμα περιλαμβάνει τους Αλέξανδρο Μιάρη (φωνή, κιθάρα, πιάνο, synths, περσικό σαντούρι, προγραμματισμό), Richard Simic (drums, κρουστά, λούπες, syndrums), Benjamin Prince (synths, vocoder), Παύλος Μαυροματάκης (μπάσο) συν τον Γιώργο Μπότη (επιπλέον προγραμματισμός, synths) και το τρίτο album τους ηχογραφήθηκε στα Fish Factory Studios και στα Dada Studios στο Λονδίνο. Με βαθύ γοτθικοπρεπή ρομαντισμό στο κύτταρό τους και με μια σχεδόν ιερή σχέση με την μυσταγωγία του downtempo, οι Electric Litany ακούγονται να επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους μια τοποθέτηση πολύ σοβαρή και μεγαλόπρεπη, μέσα σε ένα πλαίσιο μοντερνισμού που χρίζει πρωταγωνιστή το synthesizer. Τα synths εδώ απλώνουν ένα τεράστιο ταπέτο πάνω στο οποίο χτίζουν την ταυτότητά τους και τις μάλλον πικρές ιστορίες τους γεμάτες μοναξιά και εγκατάλειψη, μέσα από εικόνες συμβολικές: ένας κεραυνός σε μια πόλη γεμάτη κίνδυνο, μία παλιά καρδιά που πουλιέται και αφήνει τον προκάτοχό της αβαρή, ένα λαμπερό χιόνι που δε σβήνει την ανάγκη για σκοτάδι, μία αγάπη που είναι απλά μια εντεινόμενη απόγνωση μέσα σε μια καρδιά που δεν λάμπει πια, κ.λπ. Στο μικροσύμπαν των Electric Litany, οι ανθρώπινες παρουσίες είναι σπάνιες και ακριβές και οι αντηχήσεις οποιασδήποτε ηχητικής πηγής μπορούν και θέλουν να διαστέλλονται κατά βούληση και να διαρκούν αιώνια.

Electric Litany

Electric Litany: μετα-αποκαλυπτική kraut floydtronica σε επικές downtempo μελωδικές οροσειρές.

Αδιαμφισβήτητα, η στάση τους απέναντι στη μουσική που παίζουν, απαιτεί μία συγκέντρωση και μία εστιασμένη αφοσίωση για να επικοινωνηθεί αυτή η τεράστια, μεγαλύτερη από τη ζωή ανάγκη τους να ανεβοκατεβαίνουν μελωδικές οροσειρές, να παραδίδονται σε κορυφώσεις και σε υφέσεις, να εκτιμούν τα σιωπηρά μεσοδιαστήματα πριν μια σαρωτική ενορχήστρωση αναλάβει να αφηγηθεί ένα ακόμη συναισθηματικό έπος. Η progressive αύρα τους είναι έντονη και απροκάλυπτη, χωρίς όμως τη ματαιοδοξία και την φαντασμαγορία των 70s θιασωτών του είδους. Πολυσύνθετα και περιπετειώδη, τα κομμάτια τους είναι στον αντίποδα της γρήγορης κατανάλωσης, είτε πρόκειται για αλά War On Drugs έπη (“Refugee (Under A Common Sky)”) είτε για νυχτωδικούς chamber φλοϋδισμούς (“The World Is Changing While You Sleep”), είτε ακόμα για ακούσιους φόρους τιμής στους Talk Talk (“England”), είτε για εξαιρετικές σπουδές στους CanCFU«)

Όλα θετικά τα πρόσημα για τους Electric Litany. Ένα μόνο στοιχείο τους μού προκαλεί ανησυχία και ίσως έναν ενστικτώδη εκνευρισμό από φόβο. Ότι κάθε στιγμή τους, κάθε μελωδικό πέρασμά τους και κάθε τους στροφή μοιάζει να είναι φτιαγμένη με διάθεση φινάλε, σαν όλα εδώ να είναι παγιδευμένα σε μια λούπα από ρέκβιεμ. Σαν λαβύρινθος που σε πετάει συνεχώς εκεί από όπου ξεκίνησες.
★★★★★★★☆☆

Το «Refugee (Under A Common Sky)» των Electric Litany:

Ακούστε και αυτά:

  • Talk Talk “The Spirit Of Eden
  • Pink Floyd “Animals
  • War On Drugs “A Deeper Understanding
  • Killing Joke “Brighter Than A Thousand Suns
  • Antlers “Familiars

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Mazoha «Μπάσταρδο»

Posted by gone4sure στο 13 Οκτωβρίου 2019

Mazoha
Μπάσταρδο
Inner Ear

Mazoha - Μπασταρδο

Μετά το “Generation Y” ο Τζίμης Πολιούδης, επιστρέφει ως Mazoha για την τρίτη κυκλοφορία του με αυτό το όνομα, μετά από ένα lp το 2017 και ένα ep το 2018, ένα όνομα που χρησιμοποιεί προφανώς για την ελληνόφωνη δραστηριότητά του. Δεν είμαι σίγουρος αν το γεγονός ότι η ελληνόφωνη δημιουργία του είναι ακριβώς αυτή που τον υποβάλλει να εκφραστεί μουσικά με πολύ πιο απλοϊκό τρόπο από αυτόν με τον οποίο εκφράζεται ως Vagina Lips. Το σίγουρο είναι ότι ως Mazoha, ο Πολιούδης μπαίνει σε ένα πολύ πιο απλουστευτικό, ηχητικό ύφος, πολύ πιο αδρό και χαραγμένο μόνο με βασικές, σκελετικές γραμμές: μεταξύ synth punk και electro pop η ατμόσφαιρα εδώ έχει μια ιδρωμένη, club επίστρωση αλλά με σχεδόν άγουρους, εφηβικούς όρους. Μοιάζει, λες και καταλαμβάνεται από ένα σύνδρομο «πίσω στα βασικά».

Η ικανότητά του, βέβαια να συλλαμβάνει στέρεες ιδέες και να τις αποτυπώνει συνθετικά, παραμένει αναλλοίωτη. Όλα τα τραγούδια του “Μπάσταρδου” είναι ευανάγνωστα, καθαρά σε riffs, προσβάσιμα και καλοχωνεμένα. Ωστόσο είναι αρκετές οι στιγμές στις οποίες νοιώθει κανείς ότι είναι αδούλευτα, ή ίσως δουλεμένα μόνο στα βασικά συστατικά τους. Προφανώς σε κάθε τραγούδι που χτίζει ο Πολιούδης φτάνει σε ένα σημείο στο οποίο σταματάει την επεξεργασία του, αφήνοντάς το ημίγυμνο και οριακά ωμό. Κι αν αυτό ακούγεται για μερικούς, ως αρετή επειδή παραμένει πιστός στο πνεύμα των Suicide, σε άλλους ακούγεται ανολοκλήρωτο. Ταυτόχρονα όμως, έχει και μια ικανότητα να παρασύρει τον ακροατή του, να τον κάνει σύμμαχό του και να τον έχει μαζί στο πλευρό του. Ο ακροατής θέλει να ακουμπήσει στα τραγούδια του Mazoha, έστω και αν συχνά νοιώθει ότι αυτά τα τραγούδια είναι άκαμπτα σαν ξύλινο υπόστρωμα όταν ξαπλώνει πάνω τους.

Mazoha

Θυμωμένος ο Τζίμης Mazoha Πολιούδης, με synth punk ριπές και αστική electro pop για ανήσυχους βασανισμένους.

Ο θυμός του στο “Μπάσταρδο” είναι πάντως εξιλεωτικός. Ακούγεται εύλογος και δίκαιος, καθώς εξαπολύει τις εσωτερικές εντάσεις του, τα βάζει με όσα στραβά και ηλίθια μαστίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά γύρω του, φτύνει -πειθαρχημένα και λελογισμένα- την αστική ασφυξία τριγύρω του με μια ταυτόχρονη ανάγκη του να προσδιοριστεί και ο ίδιος ως ταυτότητα. Στο αλά Prodigy rave-punk “Χωρίς Αύριο” με μία συλλογιστική no future του 1976 φτύνει “μού πήρε μια ζωή να βάλω σε τάξη τη ζωή μου, μού πήρε μια στιγμή να μισήσω τη φυλή μου κι είναι ψεύτικο το φιλί μου και το μόνο που είναι σίγουρο είναι η φυγή μου, η σωτηρία μου είναι η καταστροφή μου”. Αμέσως μετά, στο breakbeat “Είμαι Ο Σκλάβος Μου” επιχειρεί μια θορυβώδη ψυχαναλυτική βουτιά αυτοπροσδιορισμού λέγοντας μεταξύ άλλων στην πρόζα του “είμαι απόγονος μα όχι πρόγονος, είμαι ο διάδοχος είμαι ανάδοχος είμαι ο τιμωρός μα είμαι σε λήθαργο, είμαι όλοι οι άνθρωποι μα είναι λάθος μου”. Το πόσο εύκολα γεφυρώνεται στο “Μπάσταρδο”, η ρητορική του Johnny Lydon με την επιθετικότητα του Liam Howlett και την παρακμιακή ρομαντζάδα των Στέρεο Νόβα, είναι καταδεικτικό της τάσης του Πολιούδη να χρησιμοποιεί την εξέλιξη της breaktronica μέσα στα χρόνια για να τη μετουσιώσει μέσα σε ένα δικό του μόρφωμα. Στο “Λίπασμα” παίρνει αμπάριζα από τους Altern8 ενώ λίγο πριν στο “Κυριακή Ξημερώματα” θυμίζει τον Κωνσταντίνο Β. στην μελαγχολία της ενατένισής του όταν κοιτάζει τις τηλεοπτικές κεραίες στις ταράτσες στο Περιστέρι. Αμέσως μετά, θυμάται το ηλεκτρικό σιτάρ των Indian Vibes και τραγουδάει στο “Φόλα”: “τίποτα ή όλα, έφαγα φόλα, κι έχω απ’ όλα τα κόμπλεξ τώρα” ενώ στο πιανιστικό κλείσιμο του “Διαδρομή (Θάνατος Στη Μοναξιά)” ακούγεται χατζιδακικός με φίλτρο Penguin Café Orchestra.

Στο νοσταλγικό “Ποπ 81”, έναν φόρο τιμής στο έτος γέννησής του αλλά κυρίως στην μπασκετική ομάδα Ποπ 84 της Γιουγκοσλαβίας στα πρώτα 80s, λαχταράει “υπάρχουν κι άλλοι σαν εμένα” – αυτό είναι αναμφισβήτητο, Τζίμη. Αναρωτιέμαι όμως αν το “Ποπ 81” φέρει μέσα του την ανάμνηση σε κάποιους από τις ελάχιστες τηλεοπτικές εκπομπές του Γιάννη Πετρίδη τότε, με καλεσμένους διάφορους καλλιτέχνες -μεταξύ των οποίων και οι Soft Cell– που ειρωνικά, είχαν και τον ίδιο τίτλο με το τραγούδι του Mazoha… Από το “Μπάσταρδο” προτιμώ να κρατήσω το απολαυστικό, περιρρέον synth pop beat του “Ρημάζω” και την ολοκληρωτικά στερεονοβική “Σταγόνα”, δύο πιο ολοκληρωμένα συνθετικά τραγούδια που μπαίνουν εύκολα σε ένα synth list.
★★★★★★☆☆☆☆

H “Σταγόνα” του Mazoha:

Άκου κι αυτά:

  • Liebe “Revolution Of Love
  • Cut Copy “Zonoscope
  • Στέρεο Νόβα Ντισκολάτα
  • Alan Vega “Saturn Strip
  • Prodigy “Music For The Jilted Generation

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , | 1 Comment »

Chickn «Bel Esprit»

Posted by gone4sure στο 7 Οκτωβρίου 2019

Chickn - Bel Esprit

Chickn
Bel Esprit
(Inner Ear)

Όσο δύσκολη και επίπονα περιφραστική είναι μια απόπειρα εξήγησης του όρου Jetztzeit άλλο τόσο περίπλοκη θα ήταν μια επαρκής περιγραφή του μουσικού στίγματος των Chickn. Ως jetztzeit rock αυτοπροσδιορίζουν τη μουσική τους οι Chickn και σύμφωνα με το “Λεξικό Της Θεωρίας Της Κριτικής” του Ian Buchanan, ως jetztzeit ορίζει ο Walter Benjamin στη θέση του για την φιλοσοφία της ιστορίας, την χρονική στιγμή που είναι ώριμη για επαναστατική δράση, μία στιγμή που παραμένει αναλλοίωτη από την ιστορική συνέχεια, μία στιγμή στην οποία είναι ικανές οι συνθήκες για την πραγματοποίηση ενός σάλτου στο μέλλον. Φιλόδοξη ή όχι, η επιλογή του όρου από τους ίδιους τους Chickn παραμένει σίγουρα προκλητική και όχι μακριά από την πραγματικότητά τους. Διότι πλέον στο τρίτο album τους πράγματι ακούγονται ωριμότεροι και με τακτοποιημένη την αδρεναλίνη τους για να διαμορφώσουν μια ταυτότητα που δυσκολεύεται να βρει καθαρές ρίζες στο χτες και λαχταράει να βρει θέση στο αύριο.

Οι Chickn είναι μια μπάντα σχεδόν εστέτ που μοιάζει να παίρνει τις αμπάριζές της -σε ντόπιους όρους- από τους Baby Guru και να φεύγει μπροστά: Άγγελος Κράλλης (φωνή, κιθάρα, synthesizer), Παντελής Καρασεβδάς (τύμπανα, κρουστά), Χρήστος Μπεκίρης (κιθάρα, string machine), Άξιος Ζαφειράκος (μπάσο), Ντον Σταυρινός (τρομπέτα, κρουστά) οργανώνουν αυτή τη φορά το εγκεφαλικό σχέδιό τους να συνταιριάξουν την πλούσια κληρονομιά της avant ψυχεδέλειας με τις φόρμες που ανιχνεύει σε παγκόσμιο επίπεδο το rock για να συνεχίσει να έχει σημασία. Στο πρώτο ομότιτλο album τους (2016) και στο “Wowsers” (2018), οι Mothers του Frank Zappa ή ίσως οι Soft Machine είχαν μία έμμεση παρουσία στο πνεύμα τους, σήμερα περισσότερο οι Tame Impala και οι Atlas Sound φαίνονται ως -πάντα έμμεσες- αντιστοιχίες. Αυτή τη φορά, ακούγονται πιο απογαλακτισμένοι από τους λώρους του παρελθόντος και πιο σταθεροί στην προσπάθειά τους να βρουν διόδους προς το αύριο. Το παιχνίδι της ανίχνευσης των ηχητικών μονοπατιών που οδηγούν σε πιο διεξοδικά ξέφωτα είναι ένα αδιαμφισβήτητο ζητούμενο και τους τιμάει. Οι Chickn έτσι κι αλλιώς ακούγονται αξιότιμοι εν γένει. Και μεθυσμένοι όσο πρέπει.

CHICKN-by-George-Adamos-2-for-digital-

Οι αξιότιμοι Chickn. Φωτο: © Γιώργος Αδάμος

Η σχέση τους με τη φαντασία παραμένει στα κόκκινα, το διονυσιακό πνεύμα βρίσκεται ενεργό εδώ, η ψυχεδελικής αφετηρίας τρέλα τους, είναι παρούσα: στο “Evening Primrose” τραγουδούν μεταξύ άλλων «βρήκα ένα τρόπο να ανακουφίσω τον πόνο, τρώγοντας σύννεφα και πίνοντας βροχή». Πόσο πιο οργανική να γίνει άραγε η σχέση τους με τη ζωτικότητα των ερεθισμάτων τους, πόσο πιο κυριολεκτικά να υπηρετηθεί η ετυμολογία της ψυχεδέλειας… Και όχι μόνο. Στο “Sweet Geneva” ακούγονται σαν να έχουν ξεπεταχτεί από το “A Tonic For The Troops” των Boomtown Rats (1978), με ένα περίτεχνο, νεοκυματικό brit roller με πάρα πολύ ανήσυχα πλήκτρα και με έναν χορευτικό ρυθμό που έχει τις ρίζες του στη northern soul και τους Mighty Wah! Στο “Infrared Panda Club” ακούγονται σαν Wall Of Voodoo με μια εμβατηριακή, βαριετέ ηχητική διάθεση, κάπως σαρκαστικοί και με εκφραστική δεινότητα που αναδεικνύεται από τα έτσι κι αλλιώς πρωταγωνιστικά σε όλο το album, keyboards και τη βελούδινη γραμμή της τρομπέτας. Στο “Candle Fly” τολμούν να προσθέσουν auto tune στην ερμηνεία του Κράλλη («πώς κάποιος που έχει γεννηθεί με φτερά να προτιμά να έρπει;») ο οποίος μέσα στο γενικότερο smooth mod στιλ τους ακούγεται γλυκός και ήπιος σε ένα μελωδικό θέμα που θα μπορούσαν να έχουν κυκλοφορήσει σε single οι Style Council ή οι Animal Nightlife στα brit soul 80s. Στο “Moon Underwater” η παραπομπή τους είναι μεταξύ άλλων και στην brit pop -και Kula Shaker και Mansun και Suede– και η διάθεσή τους αγέρωχη και γενναία («Κρατάς το φεγγάρι βυθισμένο κάτω από το νερό και αυτό είναι ένα μόνιμο πρόβλημα, αυτό όμως που ανατριχιάζει τη ραχοκοκαλιά σου είναι η θηριώδης, η θηριώδης, η δική μου φωνή») σε ένα ανεβαστικό rocker απόλαυση προφανώς στις συναυλίες τους. Ως αντίστιξη, το ομότιτλο τραγούδι του album, “Bel Esprit” (καμία σχέση με το “Bel Esprit” των Pixies του 2016 – ευτυχώς) είναι μια υπόγεια, γεμάτη σασπένς μελωδία που κυλάει σε jazzy ύφος και ζεστή θερμοκρασία (λες και o Elvis Costello τραγουδάει lead στους Working Week, ένα πράγμα). Στο τέλος, το “Chickn Tribe” που εμφανίζεται σε όλα τα albums των Chickn ως σήμερα (στο ομότιτλο album ως «Chickn Tribe«, στο “Wowsers” ως “Chickn Tribe (Reprise)”), εδώ ως “Chickn Tribe (Slight Return)” μετατρέπεται σε ένα καλούδι στο οποίο η tropicalia από την βραζιλιάνικη Bahia συναντάει το bluebeat της Καραϊβικής σε oriental μοτίβα – κάτι που ίσως μόνο ο Jerry Dammers των Special A.K.A. θα μπορούσε να δέσει με τόσο νόστιμο γλάσο.

Η εξέλιξη των Chickn μέσα σε τρία μόλις χρόνια είναι κάπως συναρπαστική. Από τις παρυφές του indie rock με τις δύσκολες avant garde αναφορές ως το στιλιστικά διαμορφωμένο ύφος του “Bel Esprit” ο δρόμος που έχουν διανύσει, τους έχει πλουτίσει με εμπειρία βιωμένη και καταχωρημένη μέσα τους – μέρος της πρόσθετης καλλιτεχνικής αξίας τους είναι η πειστική αίσθηση ότι αυτά που παίζουν δεν τα μιμούνται αλλά αναβλύζουν από μέσα τους. Σε μια εποχή που η πρωτογένεια τείνει να εξαφανιστεί -και να ενοχοποιηθεί για κάποιο διεστραμμένο λόγο, ως συντηρητισμός- οι Chickn βγαίνουν τίμια μπροστά με μια φαρέτρα υλικά, μαζεμένα και επεξεργασμένα από τους ίδιους. Παραμένουν αξιότιμοι τύποι.
★★★★★★★★
☆☆

Το “Moon Underwater” των Chickn:

Άκου και αυτά:

  • Tame Impala “Currents
  • Special A.K.A. “In The Studio
  • Prins Obi “The Age Of Tourlou
  • Dury Dava “Dury Dava” ‎
  • Kraak “Kraak

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Dury Dava «Dury Dava»

Posted by gone4sure στο 5 Μαΐου 2019

Dury Dava
Dury Dava

Οι Γιωργής Καρράς (ηλεκτρική κιθάρα, dilruba), Ηλίας Λιβιεράτος (τύμπανα, κρουστά), Δημήτρης Μαντζαβίνος (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα, μπουζούκι), Κάρολος Μπεράχας (μπάσο, πλήκτρα, synth), Δημήτρης Πρόκος (κλαρινέτο, νέϊ, synth) στο ντεμπούτο αυτό album τους στην Inner Ear ακούγονται ως παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί και ταυτόχρονα βουκολικοί rockers που τραγουδούν στη μητρική γλώσσα τους, μπιφχαρτικούς αυτοσχεδιασμούς (ή σχήματα που μοιάζουν με τέτοιους), jazz rock blues και διονυσιακά τελετουργικά με αναπάντεχες κορυφώσεις. Αυτή η ώθησή τους προς τα πιο ελευθεριάζοντα ηχοτοπία της κληρονομιάς του free form, η παρόρμησή τους να μη χωρέσουν σε κανένα προκαθορισμένο format rock φόρμουλας είναι η μεγαλύτερη αρετή τους. Και ίσως η πιο έντονη αδυναμία τους είναι να διαχειριστούν αυτή την ελευθερία τους, να την φέρουν σε μια βόλτα τέτοια που να κάνει μια παραπάνω αίσθηση από ένα καφτάνι που ανεμίζει στον αέρα μιας βραχώδους παραλίας κάπου στην Ελλάδα, ξερωγώ.

Dury Dava

Dury Dava: παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί Αθηναίοι

Προφανώς το ετοίμαζαν πολύ καιρό το ντεμπούτο album τους (σχηματίστηκαν το 2015 στην Αθήνα) και ακόμα προφανέστερα το φρόντισαν, το σκέφτηκαν και το δούλεψαν, σιγουρεύτηκαν για τη χημεία μεταξύ τους, άκουσαν και ξανάκουσαν τις αναφορές τους, μέτρησαν τις δεξιοτεχνίες τους και πριν αποφασίσουν ποια sessions θα κρατήσουν για το δίσκο τους, τη βασάνισαν τη σκέψη τους. Το “Dury Dava” έχει πολλές ώρες εργασίας στην ουρά του, διαθέτει και ιδρώτα και ένα βασικό concept πίσω από τις εκτεταμένες, μουσικές περιπτύξεις τους. Αυτό που δεν έχουν σε αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα -και αυτό που δεν απογειώνει το υλικό τους- είναι η σπουδή. Όχι απαραίτητα εγκεφαλική ή γνωστική σπουδή. Αλλά κυρίως συναισθηματική. Μία σπουδή που σημαίνει βιωματική καλλιέργεια. Κερδισμένη εμπειρία. Ψυχική κινητοποίηση. Κατακτημένη ακρόαση. Και αληθινές εναλλαγές ανθρώπινων διαθέσεων, έτσι όπως απαιτεί μια φυσιολογική ροή στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου.

Αυτό που εννοώ είναι ότι μοιραία, οι Dury Dava, που αναμφίβολα ιδρώνουν τη φανέλα τους, πιάνονται από τη στυλιστική στόφα των ακουσμάτων τους, από τα περιγράμματα του ατίθασου rock που αγαπάνε και ιχνηλατούν πάνω σε αυτά. Στα πλαίσια που δημιουργούν ηχητικούς χώρους και περιεχόμενα, στους αρμούς, στα «γύρω – γύρω» των αναφορών τους. Δηλαδή ναι, αλήθεια είναι ότι οι αμεσότερες αναφορές εδώ είναι οι It’s A Beautiful Day, οι Can και ο Captain Beefheart αλλά μόνο ως στιλ. Λείπει ένα γνήσια πυροδοτημένο περιεχόμενο για να κάνει τις πολυδαίδαλες αναπτύξεις τους ουσιαστικές. Λείπουν τα ολοκληρωμένα αφηγήματα, οι ακέραιες καλλιτεχνικές προτάσεις. Δεν θα μπορούσε ίσως να είναι διαφορετικά για αυτούς, αφού βρίσκονται στα είκοσι-κάτι τους και ακόμα «καίγονται» από τις ανάγκες τους να κάνουν φαντασμαγορική εντύπωση πρώτα απέναντι στους εαυτούς τους, να νοιώσουν τη φλόγα μιας rock ουτοπίας που μπορεί να τους απογειώσει πάνω από βουνά και λίμνες, πάνω από δέντρα και πλαγιές και να τους κάνει να νοιώσουν σύγχρονοι ΄Ικαροι και ας καούν.

Dury Dava - Dury Dava

Dury Dava «Dury Dava» (Μάιος 2019, Inner Ear)

Το «Σατανα» των Dury Dava:

Δεν υπάρχει τίποτα αστικό στους Dury Dava -καλό είναι αυτό- δεν υπάρχει η νεύρωση του «ανήκειν» σε κάτι, κανένα FOMO τριγύρω. Υπάρχει μόνο μια εκλεκτική ανάγκη τους να μεγαλουργήσουν με υλικά που πλέον δεν προτιμούνται από τη σύγχρονη σκηνή ως ασύμφορα. Υπάρχουν στιγμές τρομερής φιλοδοξίας μέσα στο υλικό τους όπως το “Σατανα” ή το “34522” ή άλλες στιγμές που εμπνέονται από το νεοϋορκέζικο underground (όπως η «Αταξία») που δείχνουν ότι δεν μπορεί να γλυτώσει κανείς εύκολα με τους Dury Dava, ή να τους απαξιώσει ως στείρους αναβιωτές. Από την άλλη, ο πρόθυμος ακροατής τους, αυτός που ελεύθερος από στιλιστικούς περιορισμούς, θέλει να τους παρακολουθήσει, δύσκολα θα μπορέσει να πλοηγηθεί στα πυκνά σχήματά τους – υπάρχουν κομμάτια εδώ που μοιάζουν με παρατεταμένους, ατελείωτους προλόγους – εισαγωγές σε κάτι που δεν έρχεται ποτέ παρά τις υποσχέσεις του- δύσκολα θα μπορέσει να συγκολλήσει μόνος του τα θραύσματα της αφηγηματικής παραφροσύνης τους (το μεσογειοπρεπές «Ταρλαμπασι» ας πούμε ξεκινάει και δεν φτάνει πουθενά, δεν κορυφώνεται ούτε αλλάζει τη μονότονη, διαβαράρικη ρότα του). Τι λείπει δηλαδή; Το αγκιστράκι, το hook που θα μπορούσε να συνδέσει τα έξαλλα, αφρισμένα ηχητικά μονοπάτια τους που διαπλέκονται μεταξύ τους, σε δαιδαλώδη σταυροδρόμια. Από τη μία η παλιομοδίτικη οργανική παράδοση και από την άλλη ένας κάπως αυταρχικός ευρωπαϊκός αυτοσχεδιασμός ελεύθερης φόρμας. Στη μέση του σταυροδρομιού δικαιολογείσαι να ξύσεις το κεφάλι σου με απορία.
★★★★★★✪☆☆☆

Άκου και αυτά:
Can “Tago Mago
Captain Beefheart And His Magic Band “Mirror Man
Grateful Dead “Workingman’s Dead
Sigur Rós “( )
Tom Waits “Mule Variations

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Vassilikos «Amazing Grey»

Posted by gone4sure στο 14 Απριλίου 2019

Επιτέλους καινούργιο υλικό από τον Vassilikos μετά από έξι αιώνες περίπου, επιτέλους ένα album που μετριέται στα ίσα με το σήμερα χωρίς να αναγκάζεται να καταφεύγει κανείς σε συγκρίσεις με τα πρωτότυπα του παρελθόντος. Το 2009 και το 2013 ο Vassilikos κυκλοφόρησε τα προσωπικά albums του ταμπουρωμένος πίσω από classics: στην πρώτη περίπτωση του «Vintage» ερμήνευσε κλασικά pop και rock standards και στο δεύτερο album του «Sunday Cloudy Sunday» τίμησε το ρεπερτόριο του Βασίλη Τσιτσάνη. Και όλα αυτά χωρίς να έχει καν καταθέσει προσωπικό στίγμα στη σύνθεση μετά τους Raining Pleasure. Με αυτά τα δεδομένα δεν αποτελεί έκπληξη ότι το «Amazing Grey» ακούγεται φρέσκο και καινούργιο, σαν ντεμπούτο, αφού ουσιαστικά είναι το πρώτο album του με αυθεντικό, νέο υλικό.

Vassilikos

Βασσιλικός Σακκάς: επιτέλους ένα προσωπικό album με καινούργιο υλικό.

Το «Amazing Grey» λοιπόν είναι ένα album τραγουδοποιού και τραγουδιστή, ένα ολοκληρωμένο σύνολο που φέρνει τον Vassilikos στο σήμερα με φόρα. Και με μεγαλοσύνη επίσης. Οι συνθέσεις του ακούγονται φιλόδοξες και αρκετά μεγαλόσχημες όπως και οι ιδέες στην ενορχήστρωση που φέρνουν στην επιφάνεια έναν εστετισμό καλοδεχούμενο. Στα λόγια των τραγουδιών, ο Vassilikos θέτει τον εσωτερικό εαυτό του σε ανοιχτή έκθεση, συχνά τραγουδάει σε πρώτο πρόσωπο («You Wouldn’t Last A Day In My Head«) σχηματοποιεί σε στίχους τις ιδέες που είχε κρυμμένες μέσα του που αναφέρονται στη σχέση του με τον εαυτό του και στην επίδραση που έχουν πάνω του διάφορα ερεθίσματα και πραγματοποιεί μια λίγο ή πολύ ακούσια δημόσια ψυχαναλυτική δράση. Έτσι δηλαδή όπως πρέπει να λειτουργεί μια φρέσκια art pop. Οι αναφορές του είναι πολλές και διαφορετικές αλλά καμία δεν καπελώνει το έργο του. Λειτουργούν όλες υπόγεια και εσωτερικά όπως είναι το υγιές δηλαδή και σχηματίζουν καινούργιες φόρμες με αμπάριζες από τη μπητλική παράδοση και τον Terry Hall, από τις μοντέρνες εξελίξεις στο χώρο της τραγουδοποιίας, από το σύγχρονα διαμορφωμένο τοπίο της ευρωπαϊκής κυρίως pop μελωδικότητας.

Amazing Grey

Vassilikos «Amazing Grey» (Απρίλιος 2019, Inner Ear)

Πάντα ήταν ένας εσωτερικός καλλιτέχνης ο Vassilikos και στις ερμηνείες του και στον τρόπο που έχτιζε τα τραγούδια του. Ακόμα και σε δυνατά uptempos όπως το «Tik Boom Crash» υπάρχει μια αίσθηση στην ακρόαση ότι υπάρχει κάπου μέσα στο τραγούδι ένα μυστικό που δεν αποκαλύπτεται, κρατιέται σφιχτά φυλαγμένο παρότι τα riffs και η επανάληψή τους, κάνουν τα πάντα να καταδειξουν ότι πλέον ο δημιουργός έχει αποφασίσει να κάνει μια βόλτα στον ήλιο έξω από το κέλυφός του («The Sunny Side Of It All«). Στα μισά τραγούδια βέβαια υπάρχει ο Clive Martin στην παραγωγή να προσθέτει αποφασιστικές ιδέες για το «πώς» πρέπει να ακουστεί κάτι -μία εμπειρία που δεν κρύβεται- και να δώσει μια ώθηση προς τα μπρος σε κάθε καινούργια ιδέα που «σκάει» εδώ. Έτσι στο «You Wouldn’t Last A Day In My Head» ο Vassilikos ακούγεται ως blue eyed soulman με χορευτικό mod ιδρώτα, στο «Opposite Of Love» ακούγεται σαν να βρίσκεται στα 80s στη σκηνή του Top Of The Pops και να παίζει μεταλλόφωνο δίπλα στην Alannah Currie των Thompson Twins και στο «Venus In An Ambulance» μοιάζει με δραματικό crooner με τερματισμένη, μοιραία, συναισθηματική πληγή, σε ένα μελωδικό κομμάτι με κορυφώσεις και υφέσεις που παραπέμπει στην καλύτερη παράδοση του prog (Procol Harum περισσότερο, παρά Moody Blues).

Το «Tik Boom Crash» του Vassilikos:

Και φυσικά υπάρχει και ο Vassilikos της θλιμμένης ρομαντζάδας («Blue«), μιας μελωδικότητας που ενώνει τους Smithereens με τους Pale FountainsStains On The Wall«) ή ενός υπερδραματικού, μελωδικού φινάλε όπου η νοσταλγία και η ελπίδα εναλλάσονται με γλυκόπικρη επίγευση, σε ονειρικό 70s καμβά που χαιρετίζει τον Serge GainsbourgBest Home In Years«). Η εκφορά του παραμένει εύθραυστη και λυρική, η διάθεσή του παρότι ακολουθεί τις τάσεις του κάθε τραγουδιού είναι πιο σταθερή και αποφασισμένη και η συνολική τοποθέτησή του απέναντι στα τραγούδια του είναι καθαρή και τολμηρή ίσως και επειδή ως άνθρωπος ορχήστρα παίζει τα πάντα μόνος του εδώ με περιστασιακές συμβολές εδώ κι εκεί.
★★★★★★★✪☆☆

Ακούστε κι αυτά:
– Monsieur Minimal «High Times»
– Terry Hall «Laugh»
– Woodkid «The Golden Age»
– Freedom Candlemaker «Beaming Light»
– Jack Peñate «Everything Is New«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »