All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Posts Tagged ‘Inner Ear’

Post Lovers «Post Lovers»

Posted by gone4sure στο 14 Ιανουαρίου 2019

Όσο συμπαθητικά και αν βρίσκω εγώ τα τραγούδια των Post Lovers, δηλαδή της Ελένης Καραγεώργου από την Αθήνα (δεν είχα ακούσει το σχήμα των Household στους οποίους συμμετείχε το 2014 – 2015), όσο καλοβαλμένες και προσεκτικές και αν είναι οι ιδέες της, όσο κοντά στους Byrds από τα 60s και τους Bluetones από τα 90s και αν ακούγονται, αισθάνομαι ότι δεν θα βρουν εύκολα ένα κοινό που θα τις υποστηρίξει – πέρα από, απρόθυμα να τις εγκρίνει. Το ομότιτλο album των Post Lovers κυλάει απλοϊκά περισσότερο, παρά απλά. Είναι μάλλον στεγνό και υποφέρει από την απουσία ενός συνολικού οράματος που θα μπορούσε να το πάει ένα βήμα τουλάχιστον πιο πέρα.

post lovers

Αυτό που συμβαίνει πολύ έντονα σε αυτό το σύνολο τραγουδιών είναι ότι δε βρίσκεις τίποτα κακό να πεις για αυτά και επίσης δεν βρίσκεις τίποτα καλό να πεις για αυτά. Πιο συγκεκριμένα, το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι δε βρίσκεις ζωηρό λόγο να πεις οτιδήποτε για αυτά. Κυλούν στ’ αυτιά σου με μια μονότονη γραμμικότητα, σαν θαμποί στρογγυλοί βώλοι με προκαθορισμένη πορεία χωρίς να υπόσχονται καμία μαγεία και χωρίς να φέρουν καμία λαβή πάνω τους για να πιαστείς και να τρέξεις μαζί τους. Εδώ λακωνικότητα και λιτότητα κυριαρχούν σαν δυνάστες πάνω στο περιεχόμενο, σαν αυταρχικό καθεστώς που επιβάλλει την απομάγευση, που προκρίνει την πλήξη, παρά τον ενθουσιασμό. Σου δίνει την αίσθηση ότι αυτός ο δίσκος φτιάχτηκε με έναν τρόπο, μην τυχόν κι αρέσει, λες και το στοίχημα είναι να μην βρεις κάτι γοητευτικό.

Το «Kick Off» των Post Lovers:

Οι δύο στιγμές που η ενορχήστρωση ζωηρεύει κάπως, πέρα από το πάντα ζυγισμένο κιθαριστικό flow, είναι όταν παρεμβάλλεται ένα αναγκαία προβεβλημένο όργανο που φωτίζει τις μπασογραμμές («Kick Off«, «Being«) ξεχωρίζοντάς τες ως τις πιο ενδιαφέρουσες, όχι απαραίτητα επειδή είναι οι καλύτερες συνθέσεις αλλά επειδή απλά προβιβάζονται από τη συνολική εικόνα τους. Όλα τα τραγούδια είναι καλογραμμένα αλλά κάπως παρατημένα:  το «Tiger» παραμένει γειωμένο ενώ θα μπορούσε να πετάει και να πυροδοτήσει hooks για να κρατήσουν τον ακροατή του, το «On Sundays» αντί να τονίσει τις αναφορές του στους Breeders εξαντλεί την ανάσα του στα ακκόρντα του παιγμένα με κατεψυγμένη ζωντάνια που κάνουν το στίχο «hearts beat clockwise» να ακούγεται στενάχωρα βιωματικός. Το «Missing Dots» θα μπορούσε να είναι μια σπουδή στον καλιφορνέζικο bakersfield ήχο όπως τον είχε αντιμετωπίσει ο Owen Bradley στο «Shadowland» της k.d. lang αλλά τελικά προκύπτει κάτι σαν διεκπεραιωτικός Roy Orbison. Παντού αισθάνεσαι ότι ο δίσκος παραδόθηκε πριν ολοκληρωθεί η παραγωγή του (από τον Coti K.).

post lovers lp

Η Ελένη Καραγεώργου ερμηνεύει τα σημαίνοντα λόγια της με αντίστοιχα επίπεδο αλλά ποτέ άσχημο τρόπο. Υπάρχουν στιγμές που εύχεσαι η φωνητική απόδοσή της, αυτός ο κάπως συντηρητικός λυρισμός της, να λοξοδρομήσει και να εκτροχιαστεί για να ζωντανέψει τις σκέψεις και τις ιδέες της, να λυγίσει κάπως από αυτή την αδιατάρακτη τροχιά της. Κυρίως νομίζω ότι χρειάζεται να ανιχνεύσει τη χάρη μέσα της και να την αγκαλιάσει, επιτρέποντας στον εαυτό της την τιμή και την πολυτέλεια να ακουστεί όμορφη και γοητευτική. Και πραγματικά είναι κρίμα αφού όσα λέει έχουν συναισθηματικές αφετηρίες, είναι σκέψεις και παρατηρήσεις γύρω από ένα προσωπικό βλέμμα που έχει ενδιαφέρον αφού παρατηρεί τις σχέσεις από μια όχι και τόσο βολική και άνετη θέση. Ωστόσο οι ίδιοι οι στίχοι της προβοκάρονται από την ισοπεδωμένη, γκρίζα απόδοσή τους και την απουσία ενός vibe τριγύρω τους, ενός παλμού που θα τις μετατρέψει από «δοκιμαστικό στο στούντιο» σε «ολοκληρωμένο, επαγγελματικό άκουσμα«. Μοιάζει να κυριαρχεί μια συστολή που στο μυαλό της μάλλον ταυτίζεται με την ορθότητα.

Η Ελένη στο γλυκό «To Do List«, ένα τραγούδι που μου θύμισε κάπως τους Broadcast των mid 90s, λέει μεταξύ άλλων «…Go stretch your brain / It’s hard to go against the grain…». Υπάρχει μια ασφάλεια σε αυτήν την παραίνεση, πόσο μάλλον όταν έρχεται από έναν άνθρωπο που φαίνεται να ελέγχει πλήρως τα νοητικά προϊόντα του. Τι θα γινόταν όμως άραγε αν αντί για brain βάλεις colours; Τι θα γινόταν αν η ηρωίδα του «Fed Up«, αυτή που επιμένει να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τα ίδια λάθη, αγνοώντας όλα τα σημάδια, πέφτοντας στα ίδια αδιέξοδα και καταλήγοντας σε ψυχωτικά νοητικά μονοπάτια, είχε επιλέξει να παραμείνει σαν περιπετειώδες παιδί σε αυτή την ξένη χώρα και να προσπαθήσει να την οικειοποιηθεί;

★★★★★★☆☆☆☆

Δοκίμασε και αυτά:

– Joni Mitchell «Court And Spark«

– Broadcast «The Book Lovers» EP

– Janis Ian «Between The Lines«

– Sharon Van Etten «Tramp«

– Magnetic Fields «69 Love Songs«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Prins Obi & The Dream Warriors «Prins Obi & The Dream Warriors»

Posted by gone4sure στο 11 Ιανουαρίου 2019

Έχω πειστεί πλέον ότι ο λόγος που η μουσική του Prins Obi ακούγεται πάντα σημαίνουσα είναι επειδή… εμ… ο ίδιος ακούει μουσική, πέρα από το να παίζει. Νομίζω η πάντα καλή παρουσία των δίσκων του έχει να κάνει πολύ πιο σημαντικά με το τι ακούει και πώς διαμορφώνεται παρά με το τι παίζει με τους Dream Warriors (δηλαδή τον Σέργιο Βούδρη από τους Voyage Limpid Sound, τον Παντελή Καρασεβδά από A Victim Of Society, τον Χρήστο Μπεκίρη από Chickn, Devamp Javu και Callas και τον Κώστα Στεργίου από Voyage Limpid Sound και Montero Band).

prins obi

Για παράδειγμα, αν ακούσει κανείς με καθαρά αυτιά το «Concentration» (το μόνο τραγούδι που συνυπογράφει συνθετικά ο Σέργιος Βούδρης μαζί με τον Obi) που ξεκινάει το νέο album τους, μετά το «Age Of Tourlou» του 2017, μπορεί να διακρίνει, το τέμπο της Motown, το glam boogie των Sparks στο ξεκίνημά τους, το art rock του Bryan Ferry, το pub rock που γινόταν new wave στα μέσα των 70s με τους Be Bop Deluxe και τους Rumour του Graham Parker… Το πολιτιστικό σύμπαν του Γιώργου Δημάκη (ως δημιουργού και συμπαραγωγού μαζί με τον Σέργιο Βούδρη) είναι σαν ένα στρόβιλος που περιέχει όλη την εκλεκτικότητα του ντουνιά αυτού και λίγη ακόμα, με αναφορές που ακούγονται τόσο βαθιά αγαπητές διότι έχουν «φορεθεί» με την τρομερή αγάπη της ακρόασης ενός fan. Ο Γιώργος Δημάκης δηλαδή και στην μετα-Baby Guru εποχή, παραμένει ένας πολύ γερός δημιουργός γιατί είναι ένας πολύ γερός ακροατής, ποιότητα σπάνια σήμερα.

Γερός δημιουργός σημαίνει και ικανός rocker, χρόνια τώρα, το «τραγούδι» κάνει τη διαφορά. Στην περίπτωση του ομότιτλου album των Prins Obi & The Dream Warriors όμως σημαίνει και κάτι παραπάνω: μία διαολεμένη διάθεση για χορό και χαρά λες και τους την είχαν στερήσει για κάποιο λόγο. Στην πορεία προς την δημιουργική διασκέδαση του Γιώργου, ο δρόμος είναι στρωμένος με λαχουράτα uptempos, με paisley underground με hippie ενθουσιασμούς και μυρωδιές και επιπλέον με μια γλώσσα που σχεδόν εξασκείται μόνο από τον ίδιο στη σημερινή ντόπια σκηνή. Δηλαδή ποιος άλλος θα τολμούσε να ξεστομίσει άμεσα, στη γλώσσα του, λόγια όπως «στερνό φυλακτό«, «χρυσοκέντητα πουλιά«, «χρυσοκέντητη κοιλάδα«, «αλαβάστρινα φτερά» (από την δίγλωσση «Δίνη» και τα «Αδαμάντινα Φτερά«) λες και είμαστε στο ελληνικό νέο κύμα των μέσων των 60s; Το εντυπωσιακό πραγματικά είναι ότι όταν ο Δημάκης τραγουδάει στα ελληνικά στη «Δίνη» αλλάζει στιλιστική τοποθέτηση εντελώς και ακούγεται με μια γλυκύτερη χροιά που θυμίζει ασπρόμαυρο yé-yé με φαβορίτες σε πλάνο της Φίνος Φιλμ, γίνεται αθωότερος και καθαρότερος σαν μονόκερως. Όταν επιστρέφει στον αγγλικό στίχο σαν να μεταμορφώνεται σε έναν δραματικότερο τραγουδιστή γεμάτο φωτοσκιάσεις που ωριμάζει μέσα στα χρόνια προσθέτοντας θεατρικότητα στην ερμηνεία του και τόνους πιο τελετουργικούς. Στον επόμενο ή στον παρεπόμενο, έστω, δίσκο του Prins Obi, ίσως χωρέσει και ένα tour de force σαν το «A Song For Europe» με αντίστοιχη τελεολογική ερμηνεία, όπως εκείνη του Ferry.

Και πράγματι ο δίσκος αυτός πέρα από τους συνειρμούς που δημιουργεί με τη γλώσσα του, δεν ανασαίνει στο ελληνικό νέο κύμα των 60s αλλά πιο κοντά στην χρονική γκάμα του 1965 – 1975 των αμερικανοαγγλικών μητροπόλεων, όταν το rock ‘n’ roll γιόρταζε τον διονυσιασμό και την μετεφηβική χαρά του, χορεύοντας σε εξοχές και ταράτσες σαν να μην υπάρχει αύριο που μοιάζει με χτες, λες και οι hippies πράγματι άλλαξαν τον κόσμο με τα λαχουρένια γιλέκα τους: «τρύγησε τα αμπέλια, σκαρφάλωσε το φράχτη, χρυσοκέντητη κοιλάδα δείξε μου στο χάρτη» τραγουδάει στ’ «Αδαμάντινα Φτερά» και αν αυτό δε λέγεται παστοραλισμός και βουκολικότητα, τότε μόνο οι Incredible String Band και οι Traffic ξέρουν τι λέγεται…

priins obi & the dream warriors

Στη δεκαετία 1965 – 1975, σφιχτή, μεγαλοπρεπή και γεμάτη αριστουργήματα ανατρέχει επίσης και ο αφηγηματικός μπητλικός Γιώργος Δημάκης («Sally Jupinero«), ο bluesman Γιώργος Δημάκης με το βιβλίο οδηγιών που χρησιμοποίησαν και οι Savoy Brown («Guilty Pleasure Theme«), o τραγουδοποιός από το Laurel Canyon Γιώργος Δημάκης που κάνει τον Randy Newman να έρχεται λίγο πιο κοντά στο κοινό του Father John MistyWide Open«), o proto punk Γιώργος Δημάκης που χαιρετίζει τους ? & The Mysterians επίσης σε ένα γαμάτο ξέφρενο party στο MichiganFlower Child (Reprise)«), ο kraut rocker Γιώργος Δημάκης που αγαπάει τους Neu! και το Düsseldorf (στο δίγλωσσο «Negative People / Άμοιρε Άνθρωπε«), o mod Γιώργος Δημάκης με τους Who σε κονκάρδα που σπιντάρει τόσο με τα rhythm’n’ blues και το καταπληκτικό όργανο που φτάνει μέχρι τους Strokes στην κούρσα («Astral Lady Blues«), o αναβιωτικός power popster Γιώργος Δημάκης που κάνει τους Cheap Trick να φαίνονται σαν έφηβοι («Fingers«)…

To «Prins Obi & The Dream Warriors» έρχεται σε ένα εξώφυλλο μαύρο (της Ιφιγένειας Βασιλείου) με μοναδικό γραφιστικό σχήμα (του Κώστα Στεργίου) μόνο το λογότυπο της μπάντας με την ανισόπαχη 70s γραμματοσειρά, που αισθητικά παραπέμπει επίσης στην εποχή που το logo των σχημάτων έμοιαζαν με σφραγίδες εγγύησης και κύρους. Το κατακτημένο κύρος (βουτηγμένο στην πραγματική αρέσκεια των ακουσμάτων του δημιουργού) και ο πλούτος ενός δίσκου, η πολυπρισματική ταυτότητά του είναι αυτό που κάνει τη διαφορά. Για μια ακόμα φορά.

★★★★★★★★☆☆

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »