All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Posts Tagged ‘Inner Ear’

Man From Managra «King Time»

Posted by gone4sure στο 17 Μαρτίου 2019

Η μουσική του αγαπητού Coti K. ως Man From Managra διαθέτει μια συγκεκριμένη θαμπάδα από τότε που ξεκίνησε να ηχογραφεί δίσκους με αυτό το όνομα, δηλαδή το 2014. Η θαμπάδα αυτή στην αίσθησή της χρησιμοποιείται πολλαπλά ως στιλβωτικό, ως άμυνα στις εξωτερικά φαινόμενα, ως παραπέτασμα για να κρατιούνται απ’ έξω οι επιδράσεις που προκαλούν σύγχιση και θόρυβο. Είναι εκείνη η συγκεκριμένη θαμπάδα που χρησιμοποιούν πολύ οι τραγουδοποιοί από τις αμερικανικές μεσοδυτικές πολιτείες ή από τα βρετανικά midlands, ιδιοσυγκρασιακοί τύποι που διαφυλλάσουν τους προσωπικούς κόσμους τους αλώβητους από τους θορύβους της πόλης. Φαίνεται πως η οργανικότητα και η «βιολογική» καλλιέργεια του ήχου αποκτάει πολύτιμες διαστάσεις στον κόσμο τους και πρέπει με κάθε μέσον να διαφυλαχτεί για να προκύψει ένα εγγυημένο αποτέλεσμα χωρίς τοξικότητες. Έτσι, ο Coti K. στην Managra ξεκινάει και τελειώνει στην καθημερινότητά του, τις δραστηριότητές του χωρίς περισπασμούς και χωρίς περιττά FOMO. Η Managra ίσως ονομάζεται στον πραγματικό κόσμο Τήνος. Ίσως όμως ονομάζεται και οποιοδήποτε νησί του χάρτη. Ίσως πάλι Managra να είναι αναγραμματισμός του Anagram (inception!) ή απλά να προέρχεται από το βιβλίο του Stephen Marley «The Man From Managra» (1995,  Virgin Books), βασισμένο στον τηλεοπτικό «Doctor Who«

Man From Managra

Κωνσταντίνος Λουκάς Ρολάνδος Κυριάκος a.k.a. Coti K

Το τρίτο album του Man From Managra έχει ένα ανακουφιστικό, laid back αίσθημα, μία χαλαρότητα στην εξέλιξή του που αψηφά τις πειθαρχημένες εντάσεις και το κυνήγι του χρόνου. Κυλάει ήπια, με ελεγχόμενα ψύχραιμη διάθεση, μάλλον καλοδιάθετα και διαλλακτικά σε ένα μεσόρυθμο μελωδικό σύστημα με ράγες πάνω στις οποίες κυλάει το μουσικό τρενάκι του χωρίς να επιταχύνει και χωρίς να σχίζει τον αέρα. Έχει μια μεσόκοπη σοφία στις αποσκευές του, αμφίσημη: άλλος την ερμηνεύει ως χαμηλό παλμό και άλλος ως κατακτημένη συναισθηματική ισορροπία. Η αφηγηματική διάσταση του δίσκου, η ικανότητα του Coti να εκθέτει τις σκέψεις και τα λόγια του κατατείνουν στη συνθεση και των δύο ερμηνειών. Αυτό που δημιουργεί λοιπόν είναι ένας χάρτης της μετα-λύπης, ένα αποτύπωμα που εκφράζει χρονικά τη συγκεκριμένη περίοδο της καλλιτεχνικής ζωής του, διυλισμένα συναισθήματα που μπορούν να κατακάτσουν, να αξιολογηθούν και να επικοινωνηθούν με έναν αποτελεσματικό τρόπο. Είναι κάπως σαν ένα μετα-ψυχαναλυτικό σύστημα συναισθημάτων και ιδεών. Το τι πέτυχε ο καθένας μας σκάβοντας μέσα του, το τι ανακάλυψε στην οδυνηρή πορεία, το πώς διαχειρίστηκε τη συνύπαρξη είναι το ένα αποτέλεσμα. Το άλλο είναι ότι ανεξάρτητα από την επιτυχία των προσπαθειών, μια διαδικασία ολοκληρώνεται και αφήνει πίσω της ένα αποτύπωμα. Αυτό το αποτύπωμα είναι το «King Time«.

CK_MANAGRA_12_Cover_3mmspine_DieCut

Man From Managra «King Time» (Inner Ear)

Το «King Time» κυλάει πολύ αρμονικά και με μια κλάση ιδιαίτερη στα αυτιά. Εμπεριέχει μελωδικές ιδέες που ολοκληρώνονται πολύ πιο αποτελεσματικά από όσο λειτουργούσαν στο προηγούμενο album του «Half A Century Sun» και ακούγεται σαν να μην πτοείται από το σαράκι της φιλοδοξίας. Είναι αβίαστα τα τραγούδια του Coti εδώ, απλά στις συλλήψεις τους και με ένα περίβλημα προστατευμένα (η θαμπάδα που λέγαμε) που τα καθιστά αλώβητα στις προκλήσεις του σήμερα, των συρμών, των ποικίλων περισπασμών. Αν είχε χρώμα θα ήταν γκριζογάλανο αυτό το μουσικό σύμπαν με κάποια pop-up χρώματα σε λεπτομέρειες που λειτουργούν ως φάροι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι φωνητικές αρμονίες που δημιουργεί συνοδευτικά στο υπόβαθρο, η Ρένα Ρασούλη είναι ένα pop up χρώμα πάρα πολύ ευχάριστο. Και η μπάντα είναι από την άλλη ακολουθεί την πλεύση του Coti με την Λαμπρινή Γρηγοριάδου (μπάσο, τενόρο κιθάρα), τη Θάλεια Ιωαννίδου (τρομπέτα) και τον Πάνο Γαλάνη (τύμπανα). Η Σtella τραγουδάει μαζί με τον Coti σε ένα ντουέτο στο «Tonight» ένα τραγούδι που θα έπρεπε να ανθολογηθεί κάποια στιγμή στα ντουέτα με τις πιο ιδιαίτερες συναισθηματικές αποχρώσεις.

Το «Tonight» του Man From Managra featuring Σtella:

★★★★★★★☆☆☆

Ακούστε και αυτά:

– Destroyer «Kaputt»
– Lou Reed «Blue Mask»
– Marlon Williams «Make Way For Love»
– Lightning Seeds «Cloudcuckooland»
– Elliott Smith «XO«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Freedom Candlemaker «Beaming Light»

Posted by gone4sure στο 2 Μαρτίου 2019

Το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι για το δεύτερο προσωπικό του album που κυκλοφορεί από την Inner Ear (χώρια τα τρία albums του ως J. Kriste, Master of Disguise 2005 – 2012, την εμπλοκή του στους Trio Tekke με δύο albums 2009 – 2011, τους εξαιρετικούς Σωτήρες το 2016 και την παραγωγή του στο ντεμπούτο album της βερολινέζας – κύπριας Eleni Era το 2019) ο ελληνοκύπριος Λευτέρης Μουμτζής βαφτίζεται με την κυριολεκτική μετάφραση του ονόματός του: Freedom Candlemaker. Ελάχιστοι ίσως θα γνωρίζουν ότι η λέξη μουμτζής (από το περσικό mum που σημαίνει κερί απ’ όπου προκύπτει και η mumya – μούμια) σημαίνει κηροποιός – ούτε εγώ το ήξερα αλλά το ανακάλυψα σε μια παραπομπή στο βιβλίο της Βασιλικής Νικολάτου «Οι Άρχοντες της Λίμνης«, σχετικά με τους γουναράδες της Καστοριάς. Η παραπομπή αναφέρεται σε διάφορες ονομασίες τεχνιτών, με λέξεις που κατάγονται από το μεσαίωνα κιόλας ή την τουρκοκρατία: καζαντζής είναι ο χαλκουργός, δουλγέρης ο χτίστης κ.λπ.

Freedom Candlemaker

Ο Λευτέρης Μουμτζής στα γυρίσματα του clip για το «Astral Body» σε σκηνοθεσία Filep Motwary.

Η ιδέα του Λευτέρη Μουμτζή να αγγλοποιήσει το επώνυμό του είναι συνεπής με τη δουλειά που κάνει ως συνιδρυτής της Λουβάνα, της κυπριακής δισκογραφικής εταιρίας που έχει μεγάλη δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, ο Freedom Candlemaker (ο Ελευθέριος Κηροποιός δηλαδή) μεταχειρίζεται την art pop που παίζει στο «Beaming Light» με την καλλιτεχνική διάθεση που έχει ανάγκη ένας πραγματικός κηροποιός για να «χτίσει» τα κεριά στον πάγκο του. Χρειάζεται γλυπτική δεξιότητα, σημασία στη λεπτομέρεια, αρμονία και υπομονή για να παράγει αποτελέσματα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή, διαθέτει και ως μουσικός, ο Μουμτζής στο εξαιρετικά πολιτισμένο και κομψό αυτό album με τις πολλές διαθέσεις και τα εναλασσόμενα ατμοσφαιρικά ηχοτοπία που δηλώνουν κυκλοθυμία και ανησυχία.

Καλλιτέχνης που έχει κοσμογυρίσει (Birmingham και Λονδίνο στην Βρετανία, Βοστώνη στις Η.Π.Α.) ο Μουμτζής έχει κατακτήσει ένα αναφαίρετο πλεονέκτημα στην υγιή μελωδικότητα: το πόσο όμορφα κυλάει το album του είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Τόσο εντυπωσιακό που αφήνει σε δεύτερη μοίρα το ότι υφολογικά διαπερνάει με ελευθεριότητα ένα μεγάλο εύρος ηχητικών στιλ αφήνοντας μάλιστα την αίσθηση ότι τα κάνει όλα δικά του – από το chillwave μέχρι το λεπταίσθητο prog. Η μπάντα στο δίσκο (Λευτέρης Μουμτζής – μπάσο, πιάνο, κιθάρα, synths. Μιχάλης Καπηλίδης -τύμπανα, Δημήτρης Χατζηζήσης – κιθάρες, βιολιά, Βασίλης Βλαχάκος – κιθάρες, πιάνο, Φώτης Σιώτας -βιολιά, Ορέστης Μπενέκας και Χρίστος Χατζηχρίστου – synths) γίνεται κυριολεκτικά ένα ελαστικό πολυεργαλείο που εξυπηρετεί όλες τις ανάγκες της ηχητικής κατάστασης μέσα στο δίσκο, προφανώς μαζί με την συμπαραγωγή του Άλεξ Μπόλπαση για ένα αποτέλεσμα που ακούγεται ως ηχητικό κατόρθωμα σαν τις καλύτερες στιγμές του ήχου των Tears For Fears.

Gatefold LP 12_DieCut_FRCANDLE_PRINT

Freedom Candlemaker «Beaming Light» (Inner Ear)

Το «Playground» του Freedom Candlemaker:

Μέσα στο «Beaming Light» υπάρχει εξυπνάδα μαζί με ομορφιά, ο συνδυασμός που εγγυάται ψηλή κλάση: τα τραγούδια του είναι τολμηρά και δε φοβούνται να γίνουν πολυδαίδαλα κι εστέτ όπως το «Playground» που ανεβοκατεβαίνει δυσπρόσιτες κορυφές και ξαφνικά μελωδικά ισώματα με ερεθιστική άνεση παραπέμποντας ίσως στις πιο εμπνευσμένες στιγμές του progressive rock. Δεν φοβούνται να σκοτεινιάσουν («Frost«), να σκαρφαλώσουν σε φιλόδοξες αλά Avalon πλαγιές με hi tech περηφάνεια («Journey«), να διεκδικήσουν μερίδιο από την πίτα μιας glitter μαζικότητας («Astral Body«) και space rock περιπέτειας («Of The Universe«) ή να μελαγχολήσουν λυρικά και με οριενταλιστικό άρωμα («Silent Song«) και ταυτόχρονα να ακούγονται σε κάθε ακρόαση εξελίξιμα και με αξιώσεις που δεν σπαταλιούνται σε πρώτες εντυπώσεις. Το «Beaming Light» δηλαδή θέλει να προσφέρει art pop απολαυστικής βραδυφλεγίας και ηχητικής πολυπλοκότητας με κάθε τραγούδι του να ολοκληρώνεται εντελώς διαφορετικά από το πώς ξεκίνησε και τα καταφέρνει χωρίς να κομπάζει για αυτό. Αξία ανεκτίμητη η ψύχραιμη αντιμετώπιση του υλικού από τον καλλιτέχνη, η τοποθέτησή του σε ρεαλιστικές διαστάσεις και η διαχείριση της φαντασίας του με συναίσθηση και επίγνωση.
★★★★★★★1/2☆☆

 Άκου και αυτά:

MGMT «Oracular Spectacular»
Gotye «Making Mirrors»
Woodkid «The Golden Age»
Σωτήρες «Σωτήρες»
Prefab Sprout «Let’s Change The World With Music«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Bazooka «Zero Hits»

Posted by gone4sure στο 25 Ιανουαρίου 2019

bazooka

Οι απίθανοι Bazooka από το Βόλο

Μα τι απίθανοι τύποι είναι αυτοί οι Bazooka, πόσο στιλάτοι και ταυτόχρονα ουσιαστικοί, πόσο χορταστική buddy μπάντα και πόσο cool είναι η καταγωγή τους από τον Βόλο. Εδώ και μια δεκαετία ηχογραφούν (στην Slovenly, στην Inch Allah και πρόσφατα στην Inner Ear) σε μια φάση καθαρά δική τους και φτάνουν αισίως στο τρίτο album τους και ίσως το πιο ολοκληρωμένο τους, μεστό, σφιχτό, συνωστισμένο με μία συγκεκριμένη ενέργεια που λείπει από την ελληνική indie rock σκηνή – όχι απαραίτητα επειδή η σκηνή αυτή καθ’ αυτή είναι κακή αλλά ελλιπής. Δηλαδή επιτέλους, κάποιοι που εμπνέονται από νεοκυματικά ακούσματα και τα εφαρμόζουν πιστά και εκρηκτικά χωρίς κανένα δισταγμό. Εννοώ, ότι οι Bazooka δεν πολυκαίγονται να ακουστούν μεσογειακοί -δεν έχουν το άγχος της χαρακτηριστικής εντοπιότητας- δεν τους νοιάζει να φέρουν περήφανες ελληνικές στάμπες στον ήχο τους. Και μόνο το ότι τραγουδούν τόσο λειτουργικά ελληνικά καταδεικνύει την καταγωγή τους αλλά χωρίς να τους δεσμεύει στην τοπικότητα της σκηνής τους. Αυτό το οποίο διαποτίζει ως λαχτάρα τη μουσική τους είναι η προσήλωσή τους στους αγαπημένους ήχους τους και η δημιουργική επεξεργασία τους.

Το «Zero Hits» είναι απολαυστικό και πυκνό, ακούγεται σαν «best of», σαν φανταστική συλλογή από δυνητικά singles -πόσο εντυπωσιακό είναι αυτό!- με ανεπιτήδευτο τρόπο και με τσιτωμένα γκάζια σε όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους: έχουν χιούμορ (χωρίς να κάνουν ξύλινους χαβαλέδες), έχουν ιδέες (διάσπαρτες με αυθύπαρκτα, περήφανα riffs που σου κολλάνε εθιστικά στο κεφάλι), έχουν πλήθος αναφορών (το new wave και η power pop έχουν την τιμητική τους), έχουν συναίσθηση (ποτέ δεν ξεφεύγουν οι αντένες τους από την εμβέλειά τους), έχουν αισθητική (το καλό γούστο εδώ κάνει πάταγο) και έχουν άπειρα decibels στα καύσιμά τους (είναι δυνατοί, δυ-να-τοί, ΔΥΝΑΤΟΙ). Οι Ξάνθος Παπανικολάου (φωνή, κιθάρα), Γιάννης Βούλγαρης (τύμπανα, κρουστά), Βασίλης Ζελέπης (κιθάρα) και Άρης Ράμμος (μπάσο) συν τον Πάνο Παπανικολάου που παίζει percussion και synths, ακροπατούν πάνω σε μια γραμμή από Undertones, Buzzcocks, Attractions και 999 και φτάνουν μέχρι τους Art Brut σε νεοκυματική νευρικότητα παρουσιάζοντας στο δρόμο τους δεκατέσσερα uptempos που εύκολα σε τινάζουν στον αέρα διότι αυτή είναι η πρόθεσή τους. Το μείγμα τους δεν ξαποσταίνει πουθενά, τρέχει με την ενεργητικότητα του beat rocker που έχει πέσει δραματικά στη μαρμίτα του ρυθμού και βρίσκεται σε αεικίνητη δραστηριότητα χωρίς ποτέ να κάμπτεται.

BAZ_12-VINYL-3MM-SLEEVE_final_embed [Recovered]

Και φυσικά ακούγονται συχνότατα συγκλονιστικοί εκεί που δεν το περιμένεις: «Κάτι έχω προδώσει αλλά δε θυμάμαι, μέχρι να ξημερώσει τον εαυτό μου θα λυπάμαι» τραγουδάνε στο μικρό διαμαντάκι «Κάτι Έχω Προδώσει». Now, beat that. Τα κορίτσια και η αδρεναλίνη που προκαλούν τα ακατέργαστα συναισθήματά τους για αυτά είναι μια μόνιμη αμπάριζα στα λόγια τους όπως και η απουσία της επαφής, της λαχτάρας για το άγγιγμα που όταν δεν υπάρχει γίνονται ακόμα πιο εκρητικοί («Μόνος», «Κενό»). Αλλού εκρήγνυνται από τη συνύπαρξή τους με τους «βλάκες» («Οι Βλάκες Κάνουνε Παρέλαση», «Έχω Κουραστεί») ή από την παρέκκλιση και τη δυσθυμία («Βραδυνή Βάρδια», «Φυλακή»). Και όλη η εκφραστική δεινότητα του ντουνιά επίσης παρούσα με τρόπαιο έναν γδαρμένο λαιμό του Ξάνθου Παπανικολάου, που τραγουδάει σταθερά και αδιαπραγμάτευτα με ένταση και μία φρεσκάδα χωρίς τίποτα επιτηδευμένο, ίσα ίσα διαθέτει μια προκλητικότητα πέρα για πέρα ευπρόσδεκτη. Από τη μία η απουσία κάθε στυλιζαρίσματος και από την άλλη η εγγενής ροπή τους στο καλό γούστο είναι που κάνει τους Bazooka τόσο ακαταμάχητους -με χαρά βουτάς στο sing along μετά από πολλά χρόνια- και μάλλον μοναδικούς στο σημερινό σκηνικό του alt.rock. Μέσα δε, σε όλη αυτή την παλαβή κούρσα τους θυμούνται να παίξουν και γκρουβαριστά, υπέροχα boogie (στο προσωπικό highlight μου «Κενό» με τα εξαιρετικά πνευστά, το σαξόφωνο του Sebastian Marteau, την τρομπέτα και το τρομπόνι των Αλέξανδρου Σακελλαρίου και Κώστα Κωστόπουλου), μπητλικά βαριετέ («Μην Κοιτάς Πίσω»), καλίγραμμους, παράφορα εθιστικούς, σερφαριστούς παιάνες («Έλα»), rhythm ‘n’ blues των mods που μπορεί να έπαιζαν οι Who («Αδιάφορες Ματιές) και διονυσιακά φινάλε με φρενιασμένες διαθέσεις («Τα Σπάω Όλα»). Ό,τι και να παίζουν όμως το κάνουν συνειδητοποιημένα και οι αφετηρίες των τραγουδιών τους πάντα πατάνε γερά σε τρομερά -μα τρομερά- καλογραμμένες, απλές και απέριττες συνθέσεις.

To «Κενό» των Bazooka

To «Zero Hits» έχει τόσο καλογραμμένα τραγούδια που αποτελούν ένα πολύ ιδιότυπο case study στο σύνολό τους. Πραγματικά δεν έχω ιδέα πώς το κάνουν τόσο καλά. Αλλά ας συνεχίσουν να το κάνουν τόσο καλά και ας μην αποκτήσω ποτέ ιδέα για το πώς.

★★★★★★★★☆☆

Άκου και αυτά:

– Wire «Chairs Missing»
– Undertones «Hypnotised»
– Buzzcocks «Another Music In Different Kitchen»
– Art Brut «Wham! Bang! Pow! Let’s Rock Out!»
– Shame «Songs Of Praise«

Posted in Music, Reviews, Uncategorized | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »

Vagina Lips «Generation Y»

Posted by gone4sure στο 18 Ιανουαρίου 2019

Κοντά επτά χρόνια και κάτι ο Δημήτρης Πολιούδης από τη Θεσσαλονίκη έχει εμφανιστεί στην ελληνική ανεξάρτητη δισκογραφία και έχει ήδη χτίσει έναν όγκο καταλόγου από κυκλοφορίες που άλλα ονόματα ίσως χρειάζονταν μια δεκαετία τουλάχιστον να δημιουργήσουν. Ως Vagina Lips (μόνος του από το Μάιο του 2016 μετά την αποχώρηση του Κωνσταντίνου Ιωσηφίδη) έχει κυκλοφορήσει πέντε albums, ένα ως Mazoha το 2017, άλλο ένα ως Kid Galax το 2011 και διάφορα singles επιπλέον, ένα από τα οποία με τους Valley Of Love & The Archangel Cobra το 2015. Δεν είναι μόνο έξαρση παραγωγικότητας αυτό που παίζει εδώ, είναι μια μανιακή κούρσα με το χρόνο για να χωρέσει όλα όσα αγαπάει σε τίτλους που σπέρνει με χαρακτηριστική ταχύτητα τριγύρω.

poliioudis

Ο Δημήτρης Πολιούδης είναι ένας άξιος συνθέτης

Η αλήθεια είναι ότι ο Πολιούδης, ή Zimmy Lips έχει μια εξέχουσα ευκολία να στήνει τραγούδια που στέκονται αυθύπαρκτα και ζωηρά, έτοιμα να διεκδικήσουν την πίστη του ακροατή τους. Ωστόσο, η αλήθεια είναι επίσης, ότι ο Δημήτρης έχει μια ακατανίκητη παρόρμηση να «λατρεύει» τα ακούσματά του, να τα τυπώνει σαν tattoos πάνω του, να τα δοξάζει με κάθε ευκαιρία. Οι επιρροές του παύουν μετά από κάποιο σημείο να υπεισέρχονται ως επιρροές στο υλικό του και γίνονται υποβλητικές σκιές που βολεύονται κυριαρχικά στα τραγούδια του. Το «Generation Y» είναι γεμάτο με μοτίβα που κραυγάζουν την αγάπη του Δημήτρη για τα ακούσματά του, σε τέτοιο σημείο που υποσκιάζουν την σχέση του ακροατή με τα ίδια τα τραγούδια που γράφει.

generation y -3mm spine.cdr

Όμως, η πρώτη ύλη είναι πάντα αυτή που έχει σημασία. Οι συνθέσεις του, τα hooks που συλλαμβάνει ακούγονται τόσο γοητευτικά και δεξιοτεχνικά που χτίζονται σχεδόν αβίαστα σε τραγούδια αφού ο Δημήτρης έχει μια επιπλέον άνεση να γεννάει «αγκιστράκια» που σ’ αρπάζουν: τα σκαρώνει στρογγυλά, βελούδινα και σχεδόν αλάνθαστα και τραγουδάει από πάνω τους με συναίσθηση, με ευαισθησία και με φωνητική τοποθέτηση καθαρή και όμορφη, γενναία και περήφανη. Ένδοξα όλα τους, riffs που βρίσκουν διάνα στόχους στην καρδιά σου. Η ικανότητά του να δομεί δηλαδή είναι ξεκάθαρη και σωτήρια. Όλα τα τραγούδια εδώ στέκονται πάνω από τους μέσους όρους. Ο δικηγόρος του διαβόλου βρίσκει δουλειά όμως στο «Generation Y» όταν κάποιος ανοίξει τη συζήτηση περί στιλιστικής τοποθέτησης, περί των αισθητικών κατευθύνσεών του. Σχεδόν κάθε τραγούδι φέρει στην ούγια την αισθητική αναφορά του εδώ: το «This Is A Good Life» από τις φωτοσκιάσεις των Clan Of Xymox, το «Boy June» και το «Like Fire» από τα μοτορικά καμαρίνια των Diiv, το «Destroy Me» από την Αγία Τράπεζα των Cure, το «80′s Teen Movie» από τους αδικημένους από την ιστορία B-Movie, το «Lo Fi, Hatred And Dinosaurs» από τους νεόκοπους κιθαριστικούς αντάρτες Car Seat Headrest, το «Skies Falling Down On Me» από τους θείους My Bloody Valentine, το «Fall In Love Again» από τους πασχίζοντες Black Box Rebellion. Μπορεί κατά βούληση ο ακροατής να τοποθετήσει παραπλήσια ή όμορα ονόματα στις αναφορές του ως εναλλακτικές, με μικρό ρίσκο να πέσει έξω, αφού ο Δημήτρης δεν κάνει τίποτα για να καμουφλάρει τις επιρροές του ή να εξελίξει την προσωπική καλλιτεχνική ταυτότητά του παραπέρα για να σταθεί μόνη της και αυθύπαρκτη.

Το «80’s Teen Movie» των Vagina Lips:

Για κάποιο λόγο, όμως ακούγοντας το «Generation Y«, δεν με ενδιαφέρει καθόλου να ακούσω μια ακέραιη ταυτότητα από τους Vagina Lips αφού το δια ταύτα, δηλαδή τα riffs και η απόδοσή τους με γοητεύουν τόσο ώστε να τα ενσωματώσω στο δικό μου κόσμο δηλαδή στη δική μου ταυτότητα, να γίνουν μέρη του δικού μου εκφραστικού κανονιού. Με κάποιο τρόπο καταφέρνει ο Πολιούδης να με κάνει κοινωνό στους φόρους τιμής του και να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα με αυτό. Παρθενογέννεση δεν υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, γιατί λοιπόν να μην απολαύσει κανείς αποενοχοποιημένα τις πολύ γερές και όμορφες (συχνά τόσο μα τόσο βαθιά ρομαντικές) ψυχικές σπονδές του Δημήτρη στα πρότυπα του παρελθόντος και του παρόντος; Ανάμεσα στο σφιχτό, καλοδεμένο σύνολο των τραγουδιών του «Generation Y» βρίσκω εύκολα το προσωπικό highlight μου, στο εξαιρετικά νεορομαντικό στο πυρήνα του «80′s Teen Movie» και είμαι πολύ ευχαριστημένος με αυτό, αφού τη δουλειά του την κάνει άψογα: με συγκινεί, με ταξιδεύει, με χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά και μου δημιουργεί μια εικόνα για ένα αισθητικό αύριο στα μέτρα μου. Κάπως σαν την ακατέργαστη τρυφερότητα του εξώφυλλου.

★★★★★★★1/2☆☆

Άκου και αυτά:

– Clan Of Xymox «Clan Of Xymox»
– Car Seat Headrest «Teens Of Denial»
– Cure «The Top»
– My Bloody Valentine «Isn’t Anything»
– Diiv «Is The Is Are«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Post Lovers «Post Lovers»

Posted by gone4sure στο 14 Ιανουαρίου 2019

Όσο συμπαθητικά και αν βρίσκω εγώ τα τραγούδια των Post Lovers, δηλαδή της Ελένης Καραγεώργου από την Αθήνα (δεν είχα ακούσει το σχήμα των Household στους οποίους συμμετείχε το 2014 – 2015), όσο καλοβαλμένες και προσεκτικές και αν είναι οι ιδέες της, όσο κοντά στους Byrds από τα 60s και τους Bluetones από τα 90s και αν ακούγονται, αισθάνομαι ότι δεν θα βρουν εύκολα ένα κοινό που θα τις υποστηρίξει – πέρα από, απρόθυμα να τις εγκρίνει. Το ομότιτλο album των Post Lovers κυλάει απλοϊκά περισσότερο, παρά απλά. Είναι μάλλον στεγνό και υποφέρει από την απουσία ενός συνολικού οράματος που θα μπορούσε να το πάει ένα βήμα τουλάχιστον πιο πέρα.

post lovers

Αυτό που συμβαίνει πολύ έντονα σε αυτό το σύνολο τραγουδιών είναι ότι δε βρίσκεις τίποτα κακό να πεις για αυτά και επίσης δεν βρίσκεις τίποτα καλό να πεις για αυτά. Πιο συγκεκριμένα, το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι δε βρίσκεις ζωηρό λόγο να πεις οτιδήποτε για αυτά. Κυλούν στ’ αυτιά σου με μια μονότονη γραμμικότητα, σαν θαμποί στρογγυλοί βώλοι με προκαθορισμένη πορεία χωρίς να υπόσχονται καμία μαγεία και χωρίς να φέρουν καμία λαβή πάνω τους για να πιαστείς και να τρέξεις μαζί τους. Εδώ λακωνικότητα και λιτότητα κυριαρχούν σαν δυνάστες πάνω στο περιεχόμενο, σαν αυταρχικό καθεστώς που επιβάλλει την απομάγευση, που προκρίνει την πλήξη, παρά τον ενθουσιασμό. Σου δίνει την αίσθηση ότι αυτός ο δίσκος φτιάχτηκε με έναν τρόπο, μην τυχόν κι αρέσει, λες και το στοίχημα είναι να μην βρεις κάτι γοητευτικό.

Το «Kick Off» των Post Lovers:

Οι δύο στιγμές που η ενορχήστρωση ζωηρεύει κάπως, πέρα από το πάντα ζυγισμένο κιθαριστικό flow, είναι όταν παρεμβάλλεται ένα αναγκαία προβεβλημένο όργανο που φωτίζει τις μπασογραμμές («Kick Off«, «Being«) ξεχωρίζοντάς τες ως τις πιο ενδιαφέρουσες, όχι απαραίτητα επειδή είναι οι καλύτερες συνθέσεις αλλά επειδή απλά προβιβάζονται από τη συνολική εικόνα τους. Όλα τα τραγούδια είναι καλογραμμένα αλλά κάπως παρατημένα:  το «Tiger» παραμένει γειωμένο ενώ θα μπορούσε να πετάει και να πυροδοτήσει hooks για να κρατήσουν τον ακροατή του, το «On Sundays» αντί να τονίσει τις αναφορές του στους Breeders εξαντλεί την ανάσα του στα ακκόρντα του παιγμένα με κατεψυγμένη ζωντάνια που κάνουν το στίχο «hearts beat clockwise» να ακούγεται στενάχωρα βιωματικός. Το «Missing Dots» θα μπορούσε να είναι μια σπουδή στον καλιφορνέζικο bakersfield ήχο όπως τον είχε αντιμετωπίσει ο Owen Bradley στο «Shadowland» της k.d. lang αλλά τελικά προκύπτει κάτι σαν διεκπεραιωτικός Roy Orbison. Παντού αισθάνεσαι ότι ο δίσκος παραδόθηκε πριν ολοκληρωθεί η παραγωγή του (από τον Coti K.).

post lovers lp

Η Ελένη Καραγεώργου ερμηνεύει τα σημαίνοντα λόγια της με αντίστοιχα επίπεδο αλλά ποτέ άσχημο τρόπο. Υπάρχουν στιγμές που εύχεσαι η φωνητική απόδοσή της, αυτός ο κάπως συντηρητικός λυρισμός της, να λοξοδρομήσει και να εκτροχιαστεί για να ζωντανέψει τις σκέψεις και τις ιδέες της, να λυγίσει κάπως από αυτή την αδιατάρακτη τροχιά της. Κυρίως νομίζω ότι χρειάζεται να ανιχνεύσει τη χάρη μέσα της και να την αγκαλιάσει, επιτρέποντας στον εαυτό της την τιμή και την πολυτέλεια να ακουστεί όμορφη και γοητευτική. Και πραγματικά είναι κρίμα αφού όσα λέει έχουν συναισθηματικές αφετηρίες, είναι σκέψεις και παρατηρήσεις γύρω από ένα προσωπικό βλέμμα που έχει ενδιαφέρον αφού παρατηρεί τις σχέσεις από μια όχι και τόσο βολική και άνετη θέση. Ωστόσο οι ίδιοι οι στίχοι της προβοκάρονται από την ισοπεδωμένη, γκρίζα απόδοσή τους και την απουσία ενός vibe τριγύρω τους, ενός παλμού που θα τις μετατρέψει από «δοκιμαστικό στο στούντιο» σε «ολοκληρωμένο, επαγγελματικό άκουσμα«. Μοιάζει να κυριαρχεί μια συστολή που στο μυαλό της μάλλον ταυτίζεται με την ορθότητα.

Η Ελένη στο γλυκό «To Do List«, ένα τραγούδι που μου θύμισε κάπως τους Broadcast των mid 90s, λέει μεταξύ άλλων «…Go stretch your brain / It’s hard to go against the grain…». Υπάρχει μια ασφάλεια σε αυτήν την παραίνεση, πόσο μάλλον όταν έρχεται από έναν άνθρωπο που φαίνεται να ελέγχει πλήρως τα νοητικά προϊόντα του. Τι θα γινόταν όμως άραγε αν αντί για brain βάλεις colours; Τι θα γινόταν αν η ηρωίδα του «Fed Up«, αυτή που επιμένει να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τα ίδια λάθη, αγνοώντας όλα τα σημάδια, πέφτοντας στα ίδια αδιέξοδα και καταλήγοντας σε ψυχωτικά νοητικά μονοπάτια, είχε επιλέξει να παραμείνει σαν περιπετειώδες παιδί σε αυτή την ξένη χώρα και να προσπαθήσει να την οικειοποιηθεί;

★★★★★★☆☆☆☆

Δοκίμασε και αυτά:

– Joni Mitchell «Court And Spark«

– Broadcast «The Book Lovers» EP

– Janis Ian «Between The Lines«

– Sharon Van Etten «Tramp«

– Magnetic Fields «69 Love Songs«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »