All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Posts Tagged ‘Inner Ear’

Dury Dava «Dury Dava»

Posted by gone4sure στο 5 Μαΐου 2019

Dury Dava
Dury Dava

Οι Γιωργής Καρράς (ηλεκτρική κιθάρα, dilruba), Ηλίας Λιβιεράτος (τύμπανα, κρουστά), Δημήτρης Μαντζαβίνος (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα, μπουζούκι), Κάρολος Μπεράχας (μπάσο, πλήκτρα, synth), Δημήτρης Πρόκος (κλαρινέτο, νέϊ, synth) στο ντεμπούτο αυτό album τους στην Inner Ear ακούγονται ως παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί και ταυτόχρονα βουκολικοί rockers που τραγουδούν στη μητρική γλώσσα τους, μπιφχαρτικούς αυτοσχεδιασμούς (ή σχήματα που μοιάζουν με τέτοιους), jazz rock blues και διονυσιακά τελετουργικά με αναπάντεχες κορυφώσεις. Αυτή η ώθησή τους προς τα πιο ελευθεριάζοντα ηχοτοπία της κληρονομιάς του free form, η παρόρμησή τους να μη χωρέσουν σε κανένα προκαθορισμένο format rock φόρμουλας είναι η μεγαλύτερη αρετή τους. Και ίσως η πιο έντονη αδυναμία τους είναι να διαχειριστούν αυτή την ελευθερία τους, να την φέρουν σε μια βόλτα τέτοια που να κάνει μια παραπάνω αίσθηση από ένα καφτάνι που ανεμίζει στον αέρα μιας βραχώδους παραλίας κάπου στην Ελλάδα, ξερωγώ.

Dury Dava

Dury Dava: παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί Αθηναίοι

Προφανώς το ετοίμαζαν πολύ καιρό το ντεμπούτο album τους (σχηματίστηκαν το 2015 στην Αθήνα) και ακόμα προφανέστερα το φρόντισαν, το σκέφτηκαν και το δούλεψαν, σιγουρεύτηκαν για τη χημεία μεταξύ τους, άκουσαν και ξανάκουσαν τις αναφορές τους, μέτρησαν τις δεξιοτεχνίες τους και πριν αποφασίσουν ποια sessions θα κρατήσουν για το δίσκο τους, τη βασάνισαν τη σκέψη τους. Το “Dury Dava” έχει πολλές ώρες εργασίας στην ουρά του, διαθέτει και ιδρώτα και ένα βασικό concept πίσω από τις εκτεταμένες, μουσικές περιπτύξεις τους. Αυτό που δεν έχουν σε αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα -και αυτό που δεν απογειώνει το υλικό τους- είναι η σπουδή. Όχι απαραίτητα εγκεφαλική ή γνωστική σπουδή. Αλλά κυρίως συναισθηματική. Μία σπουδή που σημαίνει βιωματική καλλιέργεια. Κερδισμένη εμπειρία. Ψυχική κινητοποίηση. Κατακτημένη ακρόαση. Και αληθινές εναλλαγές ανθρώπινων διαθέσεων, έτσι όπως απαιτεί μια φυσιολογική ροή στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου.

Αυτό που εννοώ είναι ότι μοιραία, οι Dury Dava, που αναμφίβολα ιδρώνουν τη φανέλα τους, πιάνονται από τη στυλιστική στόφα των ακουσμάτων τους, από τα περιγράμματα του ατίθασου rock που αγαπάνε και ιχνηλατούν πάνω σε αυτά. Στα πλαίσια που δημιουργούν ηχητικούς χώρους και περιεχόμενα, στους αρμούς, στα «γύρω – γύρω» των αναφορών τους. Δηλαδή ναι, αλήθεια είναι ότι οι αμεσότερες αναφορές εδώ είναι οι It’s A Beautiful Day, οι Can και ο Captain Beefheart αλλά μόνο ως στιλ. Λείπει ένα γνήσια πυροδοτημένο περιεχόμενο για να κάνει τις πολυδαίδαλες αναπτύξεις τους ουσιαστικές. Λείπουν τα ολοκληρωμένα αφηγήματα, οι ακέραιες καλλιτεχνικές προτάσεις. Δεν θα μπορούσε ίσως να είναι διαφορετικά για αυτούς, αφού βρίσκονται στα είκοσι-κάτι τους και ακόμα «καίγονται» από τις ανάγκες τους να κάνουν φαντασμαγορική εντύπωση πρώτα απέναντι στους εαυτούς τους, να νοιώσουν τη φλόγα μιας rock ουτοπίας που μπορεί να τους απογειώσει πάνω από βουνά και λίμνες, πάνω από δέντρα και πλαγιές και να τους κάνει να νοιώσουν σύγχρονοι ΄Ικαροι και ας καούν.

Dury Dava - Dury Dava

Dury Dava «Dury Dava» (Μάιος 2019, Inner Ear)

Το «Σατανα» των Dury Dava:

Δεν υπάρχει τίποτα αστικό στους Dury Dava -καλό είναι αυτό- δεν υπάρχει η νεύρωση του «ανήκειν» σε κάτι, κανένα FOMO τριγύρω. Υπάρχει μόνο μια εκλεκτική ανάγκη τους να μεγαλουργήσουν με υλικά που πλέον δεν προτιμούνται από τη σύγχρονη σκηνή ως ασύμφορα. Υπάρχουν στιγμές τρομερής φιλοδοξίας μέσα στο υλικό τους όπως το “Σατανα” ή το “34522” ή άλλες στιγμές που εμπνέονται από το νεοϋορκέζικο underground (όπως η «Αταξία») που δείχνουν ότι δεν μπορεί να γλυτώσει κανείς εύκολα με τους Dury Dava, ή να τους απαξιώσει ως στείρους αναβιωτές. Από την άλλη, ο πρόθυμος ακροατής τους, αυτός που ελεύθερος από στιλιστικούς περιορισμούς, θέλει να τους παρακολουθήσει, δύσκολα θα μπορέσει να πλοηγηθεί στα πυκνά σχήματά τους – υπάρχουν κομμάτια εδώ που μοιάζουν με παρατεταμένους, ατελείωτους προλόγους – εισαγωγές σε κάτι που δεν έρχεται ποτέ παρά τις υποσχέσεις του- δύσκολα θα μπορέσει να συγκολλήσει μόνος του τα θραύσματα της αφηγηματικής παραφροσύνης τους (το μεσογειοπρεπές «Ταρλαμπασι» ας πούμε ξεκινάει και δεν φτάνει πουθενά, δεν κορυφώνεται ούτε αλλάζει τη μονότονη, διαβαράρικη ρότα του). Τι λείπει δηλαδή; Το αγκιστράκι, το hook που θα μπορούσε να συνδέσει τα έξαλλα, αφρισμένα ηχητικά μονοπάτια τους που διαπλέκονται μεταξύ τους, σε δαιδαλώδη σταυροδρόμια. Από τη μία η παλιομοδίτικη οργανική παράδοση και από την άλλη ένας κάπως αυταρχικός ευρωπαϊκός αυτοσχεδιασμός ελεύθερης φόρμας. Στη μέση του σταυροδρομιού δικαιολογείσαι να ξύσεις το κεφάλι σου με απορία.
★★★★★★✪☆☆☆

Άκου και αυτά:
Can “Tago Mago
Captain Beefheart And His Magic Band “Mirror Man
Grateful Dead “Workingman’s Dead
Sigur Rós “( )
Tom Waits “Mule Variations

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Vassilikos «Amazing Grey»

Posted by gone4sure στο 14 Απριλίου 2019

Επιτέλους καινούργιο υλικό από τον Vassilikos μετά από έξι αιώνες περίπου, επιτέλους ένα album που μετριέται στα ίσα με το σήμερα χωρίς να αναγκάζεται να καταφεύγει κανείς σε συγκρίσεις με τα πρωτότυπα του παρελθόντος. Το 2009 και το 2013 ο Vassilikos κυκλοφόρησε τα προσωπικά albums του ταμπουρωμένος πίσω από classics: στην πρώτη περίπτωση του «Vintage» ερμήνευσε κλασικά pop και rock standards και στο δεύτερο album του «Sunday Cloudy Sunday» τίμησε το ρεπερτόριο του Βασίλη Τσιτσάνη. Και όλα αυτά χωρίς να έχει καν καταθέσει προσωπικό στίγμα στη σύνθεση μετά τους Raining Pleasure. Με αυτά τα δεδομένα δεν αποτελεί έκπληξη ότι το «Amazing Grey» ακούγεται φρέσκο και καινούργιο, σαν ντεμπούτο, αφού ουσιαστικά είναι το πρώτο album του με αυθεντικό, νέο υλικό.

Vassilikos

Βασσιλικός Σακκάς: επιτέλους ένα προσωπικό album με καινούργιο υλικό.

Το «Amazing Grey» λοιπόν είναι ένα album τραγουδοποιού και τραγουδιστή, ένα ολοκληρωμένο σύνολο που φέρνει τον Vassilikos στο σήμερα με φόρα. Και με μεγαλοσύνη επίσης. Οι συνθέσεις του ακούγονται φιλόδοξες και αρκετά μεγαλόσχημες όπως και οι ιδέες στην ενορχήστρωση που φέρνουν στην επιφάνεια έναν εστετισμό καλοδεχούμενο. Στα λόγια των τραγουδιών, ο Vassilikos θέτει τον εσωτερικό εαυτό του σε ανοιχτή έκθεση, συχνά τραγουδάει σε πρώτο πρόσωπο («You Wouldn’t Last A Day In My Head«) σχηματοποιεί σε στίχους τις ιδέες που είχε κρυμμένες μέσα του που αναφέρονται στη σχέση του με τον εαυτό του και στην επίδραση που έχουν πάνω του διάφορα ερεθίσματα και πραγματοποιεί μια λίγο ή πολύ ακούσια δημόσια ψυχαναλυτική δράση. Έτσι δηλαδή όπως πρέπει να λειτουργεί μια φρέσκια art pop. Οι αναφορές του είναι πολλές και διαφορετικές αλλά καμία δεν καπελώνει το έργο του. Λειτουργούν όλες υπόγεια και εσωτερικά όπως είναι το υγιές δηλαδή και σχηματίζουν καινούργιες φόρμες με αμπάριζες από τη μπητλική παράδοση και τον Terry Hall, από τις μοντέρνες εξελίξεις στο χώρο της τραγουδοποιίας, από το σύγχρονα διαμορφωμένο τοπίο της ευρωπαϊκής κυρίως pop μελωδικότητας.

Amazing Grey

Vassilikos «Amazing Grey» (Απρίλιος 2019, Inner Ear)

Πάντα ήταν ένας εσωτερικός καλλιτέχνης ο Vassilikos και στις ερμηνείες του και στον τρόπο που έχτιζε τα τραγούδια του. Ακόμα και σε δυνατά uptempos όπως το «Tik Boom Crash» υπάρχει μια αίσθηση στην ακρόαση ότι υπάρχει κάπου μέσα στο τραγούδι ένα μυστικό που δεν αποκαλύπτεται, κρατιέται σφιχτά φυλαγμένο παρότι τα riffs και η επανάληψή τους, κάνουν τα πάντα να καταδειξουν ότι πλέον ο δημιουργός έχει αποφασίσει να κάνει μια βόλτα στον ήλιο έξω από το κέλυφός του («The Sunny Side Of It All«). Στα μισά τραγούδια βέβαια υπάρχει ο Clive Martin στην παραγωγή να προσθέτει αποφασιστικές ιδέες για το «πώς» πρέπει να ακουστεί κάτι -μία εμπειρία που δεν κρύβεται- και να δώσει μια ώθηση προς τα μπρος σε κάθε καινούργια ιδέα που «σκάει» εδώ. Έτσι στο «You Wouldn’t Last A Day In My Head» ο Vassilikos ακούγεται ως blue eyed soulman με χορευτικό mod ιδρώτα, στο «Opposite Of Love» ακούγεται σαν να βρίσκεται στα 80s στη σκηνή του Top Of The Pops και να παίζει μεταλλόφωνο δίπλα στην Alannah Currie των Thompson Twins και στο «Venus In An Ambulance» μοιάζει με δραματικό crooner με τερματισμένη, μοιραία, συναισθηματική πληγή, σε ένα μελωδικό κομμάτι με κορυφώσεις και υφέσεις που παραπέμπει στην καλύτερη παράδοση του prog (Procol Harum περισσότερο, παρά Moody Blues).

Το «Tik Boom Crash» του Vassilikos:

Και φυσικά υπάρχει και ο Vassilikos της θλιμμένης ρομαντζάδας («Blue«), μιας μελωδικότητας που ενώνει τους Smithereens με τους Pale FountainsStains On The Wall«) ή ενός υπερδραματικού, μελωδικού φινάλε όπου η νοσταλγία και η ελπίδα εναλλάσονται με γλυκόπικρη επίγευση, σε ονειρικό 70s καμβά που χαιρετίζει τον Serge GainsbourgBest Home In Years«). Η εκφορά του παραμένει εύθραυστη και λυρική, η διάθεσή του παρότι ακολουθεί τις τάσεις του κάθε τραγουδιού είναι πιο σταθερή και αποφασισμένη και η συνολική τοποθέτησή του απέναντι στα τραγούδια του είναι καθαρή και τολμηρή ίσως και επειδή ως άνθρωπος ορχήστρα παίζει τα πάντα μόνος του εδώ με περιστασιακές συμβολές εδώ κι εκεί.
★★★★★★★✪☆☆

Ακούστε κι αυτά:
– Monsieur Minimal «High Times»
– Terry Hall «Laugh»
– Woodkid «The Golden Age»
– Freedom Candlemaker «Beaming Light»
– Jack Peñate «Everything Is New«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Man From Managra «King Time»

Posted by gone4sure στο 17 Μαρτίου 2019

Η μουσική του αγαπητού Coti K. ως Man From Managra διαθέτει μια συγκεκριμένη θαμπάδα από τότε που ξεκίνησε να ηχογραφεί δίσκους με αυτό το όνομα, δηλαδή το 2014. Η θαμπάδα αυτή στην αίσθησή της χρησιμοποιείται πολλαπλά ως στιλβωτικό, ως άμυνα στις εξωτερικά φαινόμενα, ως παραπέτασμα για να κρατιούνται απ’ έξω οι επιδράσεις που προκαλούν σύγχιση και θόρυβο. Είναι εκείνη η συγκεκριμένη θαμπάδα που χρησιμοποιούν πολύ οι τραγουδοποιοί από τις αμερικανικές μεσοδυτικές πολιτείες ή από τα βρετανικά midlands, ιδιοσυγκρασιακοί τύποι που διαφυλλάσουν τους προσωπικούς κόσμους τους αλώβητους από τους θορύβους της πόλης. Φαίνεται πως η οργανικότητα και η «βιολογική» καλλιέργεια του ήχου αποκτάει πολύτιμες διαστάσεις στον κόσμο τους και πρέπει με κάθε μέσον να διαφυλαχτεί για να προκύψει ένα εγγυημένο αποτέλεσμα χωρίς τοξικότητες. Έτσι, ο Coti K. στην Managra ξεκινάει και τελειώνει στην καθημερινότητά του, τις δραστηριότητές του χωρίς περισπασμούς και χωρίς περιττά FOMO. Η Managra ίσως ονομάζεται στον πραγματικό κόσμο Τήνος. Ίσως όμως ονομάζεται και οποιοδήποτε νησί του χάρτη. Ίσως πάλι Managra να είναι αναγραμματισμός του Anagram (inception!) ή απλά να προέρχεται από το βιβλίο του Stephen Marley «The Man From Managra» (1995,  Virgin Books), βασισμένο στον τηλεοπτικό «Doctor Who«

Man From Managra

Κωνσταντίνος Λουκάς Ρολάνδος Κυριάκος a.k.a. Coti K

Το τρίτο album του Man From Managra έχει ένα ανακουφιστικό, laid back αίσθημα, μία χαλαρότητα στην εξέλιξή του που αψηφά τις πειθαρχημένες εντάσεις και το κυνήγι του χρόνου. Κυλάει ήπια, με ελεγχόμενα ψύχραιμη διάθεση, μάλλον καλοδιάθετα και διαλλακτικά σε ένα μεσόρυθμο μελωδικό σύστημα με ράγες πάνω στις οποίες κυλάει το μουσικό τρενάκι του χωρίς να επιταχύνει και χωρίς να σχίζει τον αέρα. Έχει μια μεσόκοπη σοφία στις αποσκευές του, αμφίσημη: άλλος την ερμηνεύει ως χαμηλό παλμό και άλλος ως κατακτημένη συναισθηματική ισορροπία. Η αφηγηματική διάσταση του δίσκου, η ικανότητα του Coti να εκθέτει τις σκέψεις και τα λόγια του κατατείνουν στη συνθεση και των δύο ερμηνειών. Αυτό που δημιουργεί λοιπόν είναι ένας χάρτης της μετα-λύπης, ένα αποτύπωμα που εκφράζει χρονικά τη συγκεκριμένη περίοδο της καλλιτεχνικής ζωής του, διυλισμένα συναισθήματα που μπορούν να κατακάτσουν, να αξιολογηθούν και να επικοινωνηθούν με έναν αποτελεσματικό τρόπο. Είναι κάπως σαν ένα μετα-ψυχαναλυτικό σύστημα συναισθημάτων και ιδεών. Το τι πέτυχε ο καθένας μας σκάβοντας μέσα του, το τι ανακάλυψε στην οδυνηρή πορεία, το πώς διαχειρίστηκε τη συνύπαρξη είναι το ένα αποτέλεσμα. Το άλλο είναι ότι ανεξάρτητα από την επιτυχία των προσπαθειών, μια διαδικασία ολοκληρώνεται και αφήνει πίσω της ένα αποτύπωμα. Αυτό το αποτύπωμα είναι το «King Time«.

CK_MANAGRA_12_Cover_3mmspine_DieCut

Man From Managra «King Time» (Inner Ear)

Το «King Time» κυλάει πολύ αρμονικά και με μια κλάση ιδιαίτερη στα αυτιά. Εμπεριέχει μελωδικές ιδέες που ολοκληρώνονται πολύ πιο αποτελεσματικά από όσο λειτουργούσαν στο προηγούμενο album του «Half A Century Sun» και ακούγεται σαν να μην πτοείται από το σαράκι της φιλοδοξίας. Είναι αβίαστα τα τραγούδια του Coti εδώ, απλά στις συλλήψεις τους και με ένα περίβλημα προστατευμένα (η θαμπάδα που λέγαμε) που τα καθιστά αλώβητα στις προκλήσεις του σήμερα, των συρμών, των ποικίλων περισπασμών. Αν είχε χρώμα θα ήταν γκριζογάλανο αυτό το μουσικό σύμπαν με κάποια pop-up χρώματα σε λεπτομέρειες που λειτουργούν ως φάροι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι φωνητικές αρμονίες που δημιουργεί συνοδευτικά στο υπόβαθρο, η Ρένα Ρασούλη είναι ένα pop up χρώμα πάρα πολύ ευχάριστο. Και η μπάντα είναι από την άλλη ακολουθεί την πλεύση του Coti με την Λαμπρινή Γρηγοριάδου (μπάσο, τενόρο κιθάρα), τη Θάλεια Ιωαννίδου (τρομπέτα) και τον Πάνο Γαλάνη (τύμπανα). Η Σtella τραγουδάει μαζί με τον Coti σε ένα ντουέτο στο «Tonight» ένα τραγούδι που θα έπρεπε να ανθολογηθεί κάποια στιγμή στα ντουέτα με τις πιο ιδιαίτερες συναισθηματικές αποχρώσεις.

Το «Tonight» του Man From Managra featuring Σtella:

★★★★★★★☆☆☆

Ακούστε και αυτά:

– Destroyer «Kaputt»
– Lou Reed «Blue Mask»
– Marlon Williams «Make Way For Love»
– Lightning Seeds «Cloudcuckooland»
– Elliott Smith «XO«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Freedom Candlemaker «Beaming Light»

Posted by gone4sure στο 2 Μαρτίου 2019

Το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι για το δεύτερο προσωπικό του album που κυκλοφορεί από την Inner Ear (χώρια τα τρία albums του ως J. Kriste, Master of Disguise 2005 – 2012, την εμπλοκή του στους Trio Tekke με δύο albums 2009 – 2011, τους εξαιρετικούς Σωτήρες το 2016 και την παραγωγή του στο ντεμπούτο album της βερολινέζας – κύπριας Eleni Era το 2019) ο ελληνοκύπριος Λευτέρης Μουμτζής βαφτίζεται με την κυριολεκτική μετάφραση του ονόματός του: Freedom Candlemaker. Ελάχιστοι ίσως θα γνωρίζουν ότι η λέξη μουμτζής (από το περσικό mum που σημαίνει κερί απ’ όπου προκύπτει και η mumya – μούμια) σημαίνει κηροποιός – ούτε εγώ το ήξερα αλλά το ανακάλυψα σε μια παραπομπή στο βιβλίο της Βασιλικής Νικολάτου «Οι Άρχοντες της Λίμνης«, σχετικά με τους γουναράδες της Καστοριάς. Η παραπομπή αναφέρεται σε διάφορες ονομασίες τεχνιτών, με λέξεις που κατάγονται από το μεσαίωνα κιόλας ή την τουρκοκρατία: καζαντζής είναι ο χαλκουργός, δουλγέρης ο χτίστης κ.λπ.

Freedom Candlemaker

Ο Λευτέρης Μουμτζής στα γυρίσματα του clip για το «Astral Body» σε σκηνοθεσία Filep Motwary.

Η ιδέα του Λευτέρη Μουμτζή να αγγλοποιήσει το επώνυμό του είναι συνεπής με τη δουλειά που κάνει ως συνιδρυτής της Λουβάνα, της κυπριακής δισκογραφικής εταιρίας που έχει μεγάλη δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, ο Freedom Candlemaker (ο Ελευθέριος Κηροποιός δηλαδή) μεταχειρίζεται την art pop που παίζει στο «Beaming Light» με την καλλιτεχνική διάθεση που έχει ανάγκη ένας πραγματικός κηροποιός για να «χτίσει» τα κεριά στον πάγκο του. Χρειάζεται γλυπτική δεξιότητα, σημασία στη λεπτομέρεια, αρμονία και υπομονή για να παράγει αποτελέσματα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή, διαθέτει και ως μουσικός, ο Μουμτζής στο εξαιρετικά πολιτισμένο και κομψό αυτό album με τις πολλές διαθέσεις και τα εναλασσόμενα ατμοσφαιρικά ηχοτοπία που δηλώνουν κυκλοθυμία και ανησυχία.

Καλλιτέχνης που έχει κοσμογυρίσει (Birmingham και Λονδίνο στην Βρετανία, Βοστώνη στις Η.Π.Α.) ο Μουμτζής έχει κατακτήσει ένα αναφαίρετο πλεονέκτημα στην υγιή μελωδικότητα: το πόσο όμορφα κυλάει το album του είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Τόσο εντυπωσιακό που αφήνει σε δεύτερη μοίρα το ότι υφολογικά διαπερνάει με ελευθεριότητα ένα μεγάλο εύρος ηχητικών στιλ αφήνοντας μάλιστα την αίσθηση ότι τα κάνει όλα δικά του – από το chillwave μέχρι το λεπταίσθητο prog. Η μπάντα στο δίσκο (Λευτέρης Μουμτζής – μπάσο, πιάνο, κιθάρα, synths. Μιχάλης Καπηλίδης -τύμπανα, Δημήτρης Χατζηζήσης – κιθάρες, βιολιά, Βασίλης Βλαχάκος – κιθάρες, πιάνο, Φώτης Σιώτας -βιολιά, Ορέστης Μπενέκας και Χρίστος Χατζηχρίστου – synths) γίνεται κυριολεκτικά ένα ελαστικό πολυεργαλείο που εξυπηρετεί όλες τις ανάγκες της ηχητικής κατάστασης μέσα στο δίσκο, προφανώς μαζί με την συμπαραγωγή του Άλεξ Μπόλπαση για ένα αποτέλεσμα που ακούγεται ως ηχητικό κατόρθωμα σαν τις καλύτερες στιγμές του ήχου των Tears For Fears.

Gatefold LP 12_DieCut_FRCANDLE_PRINT

Freedom Candlemaker «Beaming Light» (Inner Ear)

Το «Playground» του Freedom Candlemaker:

Μέσα στο «Beaming Light» υπάρχει εξυπνάδα μαζί με ομορφιά, ο συνδυασμός που εγγυάται ψηλή κλάση: τα τραγούδια του είναι τολμηρά και δε φοβούνται να γίνουν πολυδαίδαλα κι εστέτ όπως το «Playground» που ανεβοκατεβαίνει δυσπρόσιτες κορυφές και ξαφνικά μελωδικά ισώματα με ερεθιστική άνεση παραπέμποντας ίσως στις πιο εμπνευσμένες στιγμές του progressive rock. Δεν φοβούνται να σκοτεινιάσουν («Frost«), να σκαρφαλώσουν σε φιλόδοξες αλά Avalon πλαγιές με hi tech περηφάνεια («Journey«), να διεκδικήσουν μερίδιο από την πίτα μιας glitter μαζικότητας («Astral Body«) και space rock περιπέτειας («Of The Universe«) ή να μελαγχολήσουν λυρικά και με οριενταλιστικό άρωμα («Silent Song«) και ταυτόχρονα να ακούγονται σε κάθε ακρόαση εξελίξιμα και με αξιώσεις που δεν σπαταλιούνται σε πρώτες εντυπώσεις. Το «Beaming Light» δηλαδή θέλει να προσφέρει art pop απολαυστικής βραδυφλεγίας και ηχητικής πολυπλοκότητας με κάθε τραγούδι του να ολοκληρώνεται εντελώς διαφορετικά από το πώς ξεκίνησε και τα καταφέρνει χωρίς να κομπάζει για αυτό. Αξία ανεκτίμητη η ψύχραιμη αντιμετώπιση του υλικού από τον καλλιτέχνη, η τοποθέτησή του σε ρεαλιστικές διαστάσεις και η διαχείριση της φαντασίας του με συναίσθηση και επίγνωση.
★★★★★★★1/2☆☆

 Άκου και αυτά:

MGMT «Oracular Spectacular»
Gotye «Making Mirrors»
Woodkid «The Golden Age»
Σωτήρες «Σωτήρες»
Prefab Sprout «Let’s Change The World With Music«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Bazooka «Zero Hits»

Posted by gone4sure στο 25 Ιανουαρίου 2019

bazooka

Οι απίθανοι Bazooka από το Βόλο

Μα τι απίθανοι τύποι είναι αυτοί οι Bazooka, πόσο στιλάτοι και ταυτόχρονα ουσιαστικοί, πόσο χορταστική buddy μπάντα και πόσο cool είναι η καταγωγή τους από τον Βόλο. Εδώ και μια δεκαετία ηχογραφούν (στην Slovenly, στην Inch Allah και πρόσφατα στην Inner Ear) σε μια φάση καθαρά δική τους και φτάνουν αισίως στο τρίτο album τους και ίσως το πιο ολοκληρωμένο τους, μεστό, σφιχτό, συνωστισμένο με μία συγκεκριμένη ενέργεια που λείπει από την ελληνική indie rock σκηνή – όχι απαραίτητα επειδή η σκηνή αυτή καθ’ αυτή είναι κακή αλλά ελλιπής. Δηλαδή επιτέλους, κάποιοι που εμπνέονται από νεοκυματικά ακούσματα και τα εφαρμόζουν πιστά και εκρηκτικά χωρίς κανένα δισταγμό. Εννοώ, ότι οι Bazooka δεν πολυκαίγονται να ακουστούν μεσογειακοί -δεν έχουν το άγχος της χαρακτηριστικής εντοπιότητας- δεν τους νοιάζει να φέρουν περήφανες ελληνικές στάμπες στον ήχο τους. Και μόνο το ότι τραγουδούν τόσο λειτουργικά ελληνικά καταδεικνύει την καταγωγή τους αλλά χωρίς να τους δεσμεύει στην τοπικότητα της σκηνής τους. Αυτό το οποίο διαποτίζει ως λαχτάρα τη μουσική τους είναι η προσήλωσή τους στους αγαπημένους ήχους τους και η δημιουργική επεξεργασία τους.

Το «Zero Hits» είναι απολαυστικό και πυκνό, ακούγεται σαν «best of», σαν φανταστική συλλογή από δυνητικά singles -πόσο εντυπωσιακό είναι αυτό!- με ανεπιτήδευτο τρόπο και με τσιτωμένα γκάζια σε όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους: έχουν χιούμορ (χωρίς να κάνουν ξύλινους χαβαλέδες), έχουν ιδέες (διάσπαρτες με αυθύπαρκτα, περήφανα riffs που σου κολλάνε εθιστικά στο κεφάλι), έχουν πλήθος αναφορών (το new wave και η power pop έχουν την τιμητική τους), έχουν συναίσθηση (ποτέ δεν ξεφεύγουν οι αντένες τους από την εμβέλειά τους), έχουν αισθητική (το καλό γούστο εδώ κάνει πάταγο) και έχουν άπειρα decibels στα καύσιμά τους (είναι δυνατοί, δυ-να-τοί, ΔΥΝΑΤΟΙ). Οι Ξάνθος Παπανικολάου (φωνή, κιθάρα), Γιάννης Βούλγαρης (τύμπανα, κρουστά), Βασίλης Ζελέπης (κιθάρα) και Άρης Ράμμος (μπάσο) συν τον Πάνο Παπανικολάου που παίζει percussion και synths, ακροπατούν πάνω σε μια γραμμή από Undertones, Buzzcocks, Attractions και 999 και φτάνουν μέχρι τους Art Brut σε νεοκυματική νευρικότητα παρουσιάζοντας στο δρόμο τους δεκατέσσερα uptempos που εύκολα σε τινάζουν στον αέρα διότι αυτή είναι η πρόθεσή τους. Το μείγμα τους δεν ξαποσταίνει πουθενά, τρέχει με την ενεργητικότητα του beat rocker που έχει πέσει δραματικά στη μαρμίτα του ρυθμού και βρίσκεται σε αεικίνητη δραστηριότητα χωρίς ποτέ να κάμπτεται.

BAZ_12-VINYL-3MM-SLEEVE_final_embed [Recovered]

Και φυσικά ακούγονται συχνότατα συγκλονιστικοί εκεί που δεν το περιμένεις: «Κάτι έχω προδώσει αλλά δε θυμάμαι, μέχρι να ξημερώσει τον εαυτό μου θα λυπάμαι» τραγουδάνε στο μικρό διαμαντάκι «Κάτι Έχω Προδώσει». Now, beat that. Τα κορίτσια και η αδρεναλίνη που προκαλούν τα ακατέργαστα συναισθήματά τους για αυτά είναι μια μόνιμη αμπάριζα στα λόγια τους όπως και η απουσία της επαφής, της λαχτάρας για το άγγιγμα που όταν δεν υπάρχει γίνονται ακόμα πιο εκρητικοί («Μόνος», «Κενό»). Αλλού εκρήγνυνται από τη συνύπαρξή τους με τους «βλάκες» («Οι Βλάκες Κάνουνε Παρέλαση», «Έχω Κουραστεί») ή από την παρέκκλιση και τη δυσθυμία («Βραδυνή Βάρδια», «Φυλακή»). Και όλη η εκφραστική δεινότητα του ντουνιά επίσης παρούσα με τρόπαιο έναν γδαρμένο λαιμό του Ξάνθου Παπανικολάου, που τραγουδάει σταθερά και αδιαπραγμάτευτα με ένταση και μία φρεσκάδα χωρίς τίποτα επιτηδευμένο, ίσα ίσα διαθέτει μια προκλητικότητα πέρα για πέρα ευπρόσδεκτη. Από τη μία η απουσία κάθε στυλιζαρίσματος και από την άλλη η εγγενής ροπή τους στο καλό γούστο είναι που κάνει τους Bazooka τόσο ακαταμάχητους -με χαρά βουτάς στο sing along μετά από πολλά χρόνια- και μάλλον μοναδικούς στο σημερινό σκηνικό του alt.rock. Μέσα δε, σε όλη αυτή την παλαβή κούρσα τους θυμούνται να παίξουν και γκρουβαριστά, υπέροχα boogie (στο προσωπικό highlight μου «Κενό» με τα εξαιρετικά πνευστά, το σαξόφωνο του Sebastian Marteau, την τρομπέτα και το τρομπόνι των Αλέξανδρου Σακελλαρίου και Κώστα Κωστόπουλου), μπητλικά βαριετέ («Μην Κοιτάς Πίσω»), καλίγραμμους, παράφορα εθιστικούς, σερφαριστούς παιάνες («Έλα»), rhythm ‘n’ blues των mods που μπορεί να έπαιζαν οι Who («Αδιάφορες Ματιές) και διονυσιακά φινάλε με φρενιασμένες διαθέσεις («Τα Σπάω Όλα»). Ό,τι και να παίζουν όμως το κάνουν συνειδητοποιημένα και οι αφετηρίες των τραγουδιών τους πάντα πατάνε γερά σε τρομερά -μα τρομερά- καλογραμμένες, απλές και απέριττες συνθέσεις.

To «Κενό» των Bazooka

To «Zero Hits» έχει τόσο καλογραμμένα τραγούδια που αποτελούν ένα πολύ ιδιότυπο case study στο σύνολό τους. Πραγματικά δεν έχω ιδέα πώς το κάνουν τόσο καλά. Αλλά ας συνεχίσουν να το κάνουν τόσο καλά και ας μην αποκτήσω ποτέ ιδέα για το πώς.

★★★★★★★★☆☆

Άκου και αυτά:

– Wire «Chairs Missing»
– Undertones «Hypnotised»
– Buzzcocks «Another Music In Different Kitchen»
– Art Brut «Wham! Bang! Pow! Let’s Rock Out!»
– Shame «Songs Of Praise«

Posted in Music, Reviews, Uncategorized | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »