All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Posts Tagged ‘History’

Βιέννη

Posted by gone4sure στο 3 Ιουνίου 2018

Το «Vienna» είναι μία απίθανη ελεγεία στον χαμένο έρωτα ή στο χαμένο shangri la. Εκεί που δεν μπορείς να επιστρέψεις.

Midge & Rusty - Rich Kids

Rusty Egan και Midge Ure στους Rich Kids

Visage

Visage: Rusty Egan, Steve Strange, Midge Ure

Μετά τη θητεία τους στους Rich Kids, ο Midge Ure και ο Rusty Egan ένιωσαν τα synthesizers και την τεχνολογία που έρχεται από το μέλλον να τους καλούν επιτακτικά. Το super group που σχημάτισαν ονομάστηκε Visage και ήταν μια κολλεκτίβα μουσικών με τον Steve Strange, πορτιέρη του Blitz club, ως βιτρίνα, στα φωνητικά, τους Dave Formula, John McGeoch και Barry Adamson από τους Magazine και τον Billy Currie των Ultravox: «Το concept μιας καλλιτεχνικής κολλεκτίβας ήταν ριζοσπαστικό,» έγραψε στην αυτοβιογραφία του ο Midge Ure. «Η προώθηση των Visage μπορεί να αποδείχτηκε ένας λογιστικός εφιάλτης αλλά ήταν ένα στουντιακό – εικαστικό σχήμα που δεν έπαιζε ποτέ ζωντανά το υλικό σε συναυλίες και δεν έκανε καμία τηλεοπτική εμφάνιση ως σύνολο. Η χαρά ήταν που στέλναμε τον Steve Strange συνοδευόμενο από δύο χορευτές σε κάθε βαθύ και σκοτεινό σημείο της Ευρώπης για να κάνει τις τηλεοπτικές εμφανίσεις. Οι Visage έφτασαν σε χώρες που οι Ultravox δε γινόταν να φτάσουν. Οι Γάλλοι λάτρεψαν τους Visage.» Ο Midge Ure φυσικά είχε όλο το συντονιστικό ρόλο πίσω από το σχήμα και επιπλέον την παραγωγή. Μετά από δύο albums ο Midge Ure εγκατέλειψε το σχήμα αλλά είχε γίνει η σπουδαία γνωριμία του με τον Billy Currie…

Ultravox with John Foxx

Ultravox στην πρώτη φάση τους: Από αριστερά, Stevie Shears, Chris Cross, John Foxx, Warren Cann, Billy Currie

Ήταν ο Rusty Egan, φυσικά που πρώτος έριξε την ιδέα να μπει ο Midge Ure στις τάξεις των Ultravox που είχαν ήδη κυκλοφορήσει τρία albums με ηγέτη τον John Foxx. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του πρώτου album των Visage, οι Ultravox γύρισαν από μια αμερικανική περιοδεία τους, διαλυμένοι. Ο John Foxx είχε αποχωρήσει για να κάνει μια μακρά και αποδοτική καριέρα, ο κιθαρίστας Robin Simon είχε ερωτευτεί και είχε αποχωρήσει κι αυτός, επιστρέφοντας στην Αμερική και ο Billy Currie, ο Warren Cann και ο Chris Cross γυρίζοντας πίσω βρήκαν μια επιστολή από την Island Records που τους ενημέρωνε ότι δεν ανήκουν πια στο δυναμικό της εταιρίας και επιπλέον ότι χρωστούν και ένα τεράστιο ποσό χρημάτων. Μια μέρα, ο Rusty Egan είπε στον Billy Currie, «νάτος ο κατάλληλος, είναι τραγουδοποιός, τραγουδιστής, παίζει κιθάρα και μπορεί να παίξει και keyboards. Ο Midge είναι ο άνθρωπός σου.» Ο Billy Currie δεν πείστηκε αλλά είχε πέσει ο πρώτος σπόρος. Ήξερε ήδη πόσο πολύ επιθυμούσε ο Midge να βρει μια ευκαιρία να συνεργαστεί μαζί τους, πόσο πολύ ήταν ενθουσιασμένος να μπει στην μπάντα τους και να ασχοληθεί με τα keyboards και την τεχνολογία. Έγραψε αργότερα στο βιβλίο του ο Midge Ure: «Περίμενα να μου το ζητήσουν, στεκόμουνα τριγύρω περιμένοντας. Οι Ultravox υπήρχαν ήδη επί πέντε χρόνια (αρχικά ως Tiger Lily) και είχαν χτίσει ένα συμπαγές κοινό στα κολέγια με τον John Foxx, χαρισματικό ηγέτη τους. Πιστεύω ότι στο τρίτο album τους «Systems Of Romance» είχαν βρει τον εαυτό τους, το λάτρευα αυτό το album, ο Rusty έπαιζε το «Quiet Man» και το «Slow Motion» στο Blitz Club όπου αποτελούσαν μία από τις βασικές επιδράσεις. Ήταν πολύ κρίμα που διαλύθηκαν, αν και ήταν πολύ καλό για μένα».

Ultravox

Ultravox στη δεύτερη φάση τους. Από αριστερά: Billy Currie, Chris Cross, Midge Ure, Warren Cann

Η πρώτη φορά που ο Midge Ure είχε την ευκαιρία να παίξει με τους Ultravox ήταν τον Απρίλιο του 1979 σε ένα στούντιο για πρόβες στο Elephant & Castle με τον Richard James Burgess να δουλεύει στο διπλανό στούντιο. Η χημεία ανάμεσά τους έδεσε και ένιωθαν ότι αυτό που έκαναν ήταν ριζοσπαστικό και καινούργιο: synthesizers, drum machines και ηλεκτρική κιθάρα, όλα μαζί, synth μπάσο και κανονικά τύμπανα μαζί – το οργανικό μαζί με το ηλεκτρονικό που δεν είχε ξαναγίνει στο παρελθόν. Ο Midge έμαθε πολλά από τον Billy, ένα μουσικό με κλασική παιδεία πιάνου και βιόλας. Ο Midge από την άλλη, έφερε στο σχήμα τις επιρροές που έρχονταν από το Βερολίνο και την Πράγα αλλά και από το γεγονός ότι ήταν ο σκοτσέζος που λάτρευε το «All Or Nothing» των Small Faces. Μία νύχτα ο Midge Ure συζητούσε με τον παλιό manager του Gerry Hempstead που μανατζάριζε τους Rich Kids μαζί με τον Pete Walmsley. Η γυναίκα του Gerry Hampstead, Brenda πετάχτηκε και είπε στον Midge: «Αυτό που έχεις ανάγκη είναι να γράψεις ένα τραγούδι σαν το «Vienna«. Ο Midge Ure δεν καταλάβαινε καθόλου τι του λέει («This Means Nothing To Me«της απάντησε). Και η Brenda συνέχισε, «Ξέρεις, αυτό το τραγούδι των Fleetwood Mac.» Ο Ure συνέχιζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. «Όχι δεν λεγόταν «Vienna» πετάχτηκε ο Gerry. «Λεγόταν «Rhiannon«. Εκείνη τη νύχτα ο Midge Ure πήγε στο σπίτι και το «Vienna» είχε κλειδώσει στο κεφάλι του.

Thin Lizzy with Midge Ure

Οι Thin Lizzy με τον Midge Ure (δεύτερο από δεξιά) το 1979 – 1980 στο line up για την αμερικανική περιοδεία τους. Η αισθητική διαφορά είναι εμφανής: hard rockers vs. νεορομαντικός

Την επόμενη μέρα ο Midge είπε στον Billy «Έχω μια φράση καρφωμένη στο κεφάλι μου και δεν μπορώ να την ξεφορτωθώ «this means nothing to me, Vienna» κι έτσι έχτισαν το τραγούδι πάνω σε αυτή τη φράση και οι τέσσερις μαζί. «Δεν θα υπήρχε «Vienna» χωρίς τον κρουστό ήχο σαν παλμός καρδιάς που έκανε ο Warren Cann και δεν θα υπήρχε «Vienna» χωρίς το bass synth και την αιθέρια βιόλα του Billy Currie. Για κάθε άλλο τραγούδι έπρεπε να γράψουμε την μουσική πρώτα και μετά τους στίχους. Γενικά τζαμάραμε και ξαφνικά είχα μια σειρά ακκόρντα, ο Chris Cross έφτιαχνε μια γέφυρα και ο Billy συλλάμβανε μια κεντροευρωπαϊκή μελωδία. Ήμασταν πολύ δημιουργικοί. Γράψαμε ένα μεγάλο μέρος του album «Vienna» αμέσως αλλά είχαμε οικονομικά προβλήματα. Ο εξοπλισμός που χρειαζόμασταν ήταν ακριβός και ακόμα και το πιο φτηνό στούντιο για πρόβες στοίχιζε πενήντα λίρες τη μέρα. Έπρεπε να επενδύουμε ό,τι εξοικονομούσαμε. Ο Billy βγήκε για περιοδεία με τον Gary Numan και γω κάλυψα ένα κενό στους Thin Lizzy στις συναυλίες, οπότε αυτά μας επίτρεψαν να αγοράσουμε τον εξπλισμό που χρειαζόμασταν.» Ο Midge Ure ήταν καλός και σταθερός φίλος του Phil Lynott των Thin Lizzy, είχαν ήδη συνεργαστεί συνθετικά στο κομμάτι «Get Out Of Here» από το album «Black Rose» των Thin Lizzy και έτσι όταν προέκυψε η αποχώρηση του Gary Moore από το συγκρότημα, ο Midge Ure κάλυψε τη θέση του κιθαρίστα στην περιοδεία των Thin Lizzy σε Αμερική και Ιαπωνία και το 1980 στο δεύτερο σκέλος της περιοδείας, ο Midge Ure μεταπήδησε από την κιθάρα στα keyboards που τόσο πολύ τον συνάρπαζαν πλέον.

Ultravox Sleepwalk

Οι Ultravox στο εξώφυλλο του single «Sleepwalk»

Ο Midge Ure έγινε επίσημα μέλος των Ultravox την 1η Νοέμβρη 1979 και η μπάντα ξεκίνησε να παίξει τέσσερις συναυλίες στην Αγγλία, από τις οποίες, στο Boat Club του Nottingham ήταν sold out δίνοντας στο manager τους, Chris Morrison να καταλάβει ότι οι Ultravox έχουν εμπορικό μέλλον. H Chrysalis τους παρείχε χρόνο δύο ημερών σε στούντιο για να ηχογραφήσουν, οι Ultravox μπήκαν χωρίς παραγωγό, ηχογράφησαν το «Sleepwalk» και με βάση αυτό υπέγραψαν το συμβόλαιο μαζί της με καλό ποσοστό εσόδου: 16% στην λιανική τιμή που σημαίνει ότι αυτό που αντιστοιχούσε στο κάθε μέλος της μπάντας ήταν πολύ περισσότερο από όλα τα έσοδα που είχε ο Midge Ure στους Slik πέντε χρόνια νωρίτερα. Οι Utravox ήταν πλέον πολύ συνειδητοποιημένοι για το τι θέλουν, ποιον ήχο προσδοκούν και πώς θα τον πετύχουν. Νοίκιασαν χρόνο στα RAK Studios, πήραν παραγωγό τον Conny Plank, έκαναν τις ηχογραφήσεις τους μέσα σε τρεις εβδομάδες και πέταξαν για Αμβούργο στη Γερμανία στο στούντιο του Conny Plank για δέκα μέρες για να κάνουν τη μίξη. Όλη αυτή η διαδικασία κόστισε συνολικά κάτω από σαράντα χιλιάδες λίρες.

Conny Plank

Ο μάγος Conny Plank στην κονσόλα του στο Αμβούργο. Ένας δεξιοτέχνης με όραμα και ενσυναίσθηση.

Ο Conny Plank, εμπνευσμένος και δημιουργικός συνεργάτης των σημαντικότερων ηλεκτρονικών και μη ονομάτων των ’70s (Kraftwerk, Neu, La Dusseldorf, Brian Eno, David Bowie, Robert Fripp) όταν ήταν να ηχογραφήσουν το «Vienna«, άκουσε δύο φορές το κομμάτι και τους είπε «Αυτό που βλέπω όταν το ακούω είναι ένας άντρας που κάθεται στο πιάνο σε μια μεγάλη άδεια αίθουσα χορού. Παίζει την ίδια μελωδία εδώ και σαράντα χρόνια και… έχει κουραστεί.» Όταν ο Billy Currie πήγε να παίξει το δικό του μέρος για το κομμάτι, ο Conny Plank είχε διαμορφώσει μια ατμόσφαιρα ακριβώς όπως την είχε οραματιστεί, στοιχειωμένη, απόμακρη και θλιβερή. Ο Plank τοποθετούσε διάφορα πράγματα μέσα σε μικρά ηλεκτρονικά κουτιά και παραμόρφωνε τους ήχους και πετύχαινε αυτό που ήθελε στη μίξη. Οι Ultravox είχαν μπει πανέτοιμοι στα RAK Studios, είχαν προβάρει πολύ τα τραγούδια και ήταν έτοιμα την ώρα που θα τα ηχογραφούσαν, οπότε χρησιμοποιούσαν το στούντιο σαν πειραματικό εργαστήρι, π.χ. ηχογράφησαν τα τύμπανα στο μαρμάρινο διάδρομο για να πετύχουν ατμοσφαιρικό ήχο. Το «Vienna» χρειάστηκε μόνο δύο μέρες για να ηχογραφηθεί αφού δεν ήταν απαιτητικό ενορχηστρωτικά, υπήρχε μόνο πιάνο, δύο τρία synths και drum machine. Το solo της βιόλας ίσως χρειάστηκε τον περισσότερο χρόνο για να αποδοθεί σωστά ενώ ο Billy κλείστηκε μέσα στην τουαλέτα του στούντιο για να παίξει το βιολί. Τεχνικά, ήταν ένας εφιάλτης για τη μπάντα αφού τα synths δεν ανταποκρίνονταν με το synthesizer και ο ρυθμικός χρόνος άλλαζε συνέχεια και τα τύμπανα έπρεπε να ηχογραφηθούν αποσπασματικά. Έπρεπε να κόβονται οι ταινίες και να συγκολούνται μετά, κάτι που ο Conny Plank δεν έβρισκε καθόλου βαρετό.

Max Reger

Max Reger (19 March 1873 – 11 May 1916)

Στις 18 Ιουλίου 2017 ο Billy Currie μίλησε στην Caroline Sullivan του Guardian για την δημιουργία του «Vienna«: «‘Επρεπε να αξιοποιήσω την κλασική παιδεία μου και είπα στους υπόλοιπους ότι θα ήθελα να γράψω κάτι που να φέρνει στο νου τους ρομαντικούς του 19ου αιώνα όπως ο Edvard Grieg και ο Edward Elgar. Ήμασταν εξαιρετικά αλλαζόνες τότε και πολύ prog rocky. Ακούγαμε πολύ τη μουσική του γερμανού συνθέτη Max Reger ο οποίος προσπαθούσε πάρα πολύ και τελικά το παράκανε. Γι’ αυτό έπαιξα αυτό το solo βιολί που ήταν υπερβολικά βιμπράτο και ρομαντικό.«

Ultravox - Vienna LP

Ultravox «Vienna» (1980, Chrysalis)

Αρχικά το album θα τιτλοφορούνταν «Torque Point» -μια ιδέα του Billy Currie- και υπάρχουν κάποια εξώφυλλα που πρόλαβαν να τυπωθούν με αυτό τον τίτλο, καθώς δε θέλαμε να δώσουμε στο δίσκο τον τίτλο από ένα μόνο τραγούδι. Η Chrysalis όμως αρνήθηκε και αποφάσισε ότι το album θα ονομαστεί «Vienna«. Ήδη όταν το καλοκαίρι κυκλοφόρησε σε single το «Passing Strangers«, οι νεορομαντικοί είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους στο καινούργιο σκηνικό της pop στην Αγγλία και το φθινόπωρο που κυκλοφόρησε το «To Cut A Long Story Short» των Spandau Ballet όλα είχαν αλλάξει στη σχέση ήχου – εικόνας για το τελικό αποτέλεσμα των τραγουδιών στη νέα γενιά συγκροτημάτων. Ο Russell Mulcahy, πριν καν σκηνοθετήσει στο Hollywood, ανέλαβε το video του «Passing Strangers» και πήρε πολύ συγκεκριμένες οδηγίες από τους Ultravox για το τι ακριβώς θέλουν: 16mm φιλμάκι, ασπρόμαυρο, με κροπαρισμένη την πάνω και την κάτω μεριά, cinemascope, σκιες κ.λπ.

Ultravox Back Cover

Οι Ultravox στο οπισθόφυλλο του album «Vienna».

Στην αυτοβιογραφία του «If I Was…» ο Midge Ure γράφει για το «Vienna«: «Από τη στιγμή που γράφαμε το «Vienna» καταλάβαμε ότι είναι κάτι ξεχωριστό. Ήταν σαν τίποτα που είχαμε ακούσει πριν. Το παίζαμε κάθε μέρα στο τέλος των ηχογραφήσεων γιατί νιώθαμε όλο αυτό τη μεγάλη αναστάτωση ακούγοντάς το. Ήταν τόσο μοναδικό με το τεράστιο, δυναμικό ξέσπασμα στο τέλος. Ήταν το αγαπημένο κομμάτι όλων μας, αν και η δισκογραφική εταιρία δεν ήθελε να το κυκλοφορήσει σε single – πόσο μάλλον στην μεγαλοπρέπεια των πέντε λεπτών και σαράντα δευτερολέπτων στην οποία επιμέναμε να πιστεύουμε. Η διάρκεια παραήταν μεγάλη. Ξέχνα το «Bohemian Rhapsody» και το «MacArthur Park» – δεν χωρούσε στο ραδιοφωνικό φορμά. Η Chrysalis επέμενε «πρέπει να το μικρύνουμε και να το ρεμιξάρουμε». Το θέμα λύθηκε όταν ο επικεφαλής της εταιρίας Chris Wright ήρθε στο Hammersmith Odeon να δει μια sold out συναυλία μας. Το ακροατήριο ήταν πολύ ήσυχο, μέχρι που παίξαμε το «Vienna«,  σηκώθηκαν όλοι όρθιοι και δεν ξανάκατσαν. Ο Wright ήρθε μετά στα παρασκήνια και μας είπε: «Μπράβο. Έχετε δίκιο. Κυκλοφορήστε το όπως είναι.»

To «Vienna» στάλθηκε στα ραδιόφωνα δέκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 1980 όπου παιζόταν ως τον Ιανουάριο κι όταν κυκλοφόρησε ανέβηκε στο chart και έφτασε ως το Νο.2. Έμεινε στο Νο.2 για τέσσερις εβδομάδες: την πρώτη εβδομάδα στο No.1 βρισκόταν το «Woman» του John Lennon και στις τρεις επόμενες εβδομάδες το novelty τραγούδι «Shaddap Your Face» του αυστραλού Joe Dolce. Εκείνη την εποχή βρισκόταν στα charts και η ορχηστρική εκδοχή του «Tommy» από τον Lou Reizner κι έτσι ο manager των Ultravox Chris O’ Donnell σκέφτηκε ότι μια νέα ορχηστρική εκτέλεση του «Vienna» ίσως ενίσχυε το single να φτάσει στο Νο.1 Πήγαν στον De Lane Lea στο Welbley και νοίκιασαν την Royal Philarmonic Orchestra αλλά δυστυχώς αυτός που πήραν να κάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση, βρισκόταν στη Ρώμη για ένα κινηματογραφικό soundtrack αλλά και όταν γύρισε από κει αποδείχτηκε ότι είχε ένα πρόβλημα απόσπασης προσοχής, αφού η ορχήστρα με του75 μουσικούς στεκόταν άπραγη και αυτός απλά ολοκλήρωνε τις τελευταίες πινελιές της ενορχήστρωσης. Όταν τελικά την ολοκλήρωσε και βγήκε να δώσει στην ορχήστρα την παρτιτούρα, οι μουσικοί είχαν χάσει κάθε ενδιαφέρον, δεν μπορούσαν να τον πάρουν στα σοβαρά και διάβαζαν εφημερίδες. Η ενορχήστρωση αποδείχτηκε καταστροφή, κόστισε πέντε χιλιάδες λίρες και πήγε στα σκουπίδια.

Ο Midge Ure, δύο χρόνια αργότερα έκανε μια ορχηστρική εκτέλεση του «Vienna» για την εκπομπή της γερμανικής τηλεόρασης Rocknacht, με ένα κοινό στην αρένα όπου γυριζόταν, 50.000 ανθρώπων οι οποίοι περίμεναν να δουν τους Ultravox, τον Robert Palmer και κάποιους άλλους. Επειδή οι Ultravox έπαιζαν πολύ δυνατά, έπρεπε από το απόγευμα πριν από την εκπομπή να μπουν σε ένα στούντιο για να ηχογραφήσουν τα μουσικά μέρη, αλλιώς κινδύνευαν να καπελώσουν επί σκηνής την ορχήστρα των 75 μουσικών και τη χορωδία των 100 ανθρώπων. Οι καταπληκτικές ορχηστρικές διευθύνσεις του «Vienna» έγιναν από τον Eberhard Schoener, τον αντίστοιχο George Martin της Γερμανίας.

Ultravox - Vienna Single

Ultravox «Vienna / Passionate Reply» (1980, Chrysalis)

Gustav Klimt

Gustav Klimt (July 14, 1862 – February 6, 1918)

Το «Vienna» από τους Ultravox:

Περπάτησα στον κρύο αέρα
Παγωμένη ανάσα στο τζάμι του παράθυρου
Ξαπλωμένος περιμένοντας
Ένας άντρας στο σκοτάδι σε ένα φωτογραφικό κάδρο
Τόσο μυστικιστικός και soulful
Μια φωνή ακούγεται με μια διαπεραστική κραυγή
Παραμένει μέσα σου μέχρι

Το αίσθημα έχει φύγει, μόνο εσύ κι εγώ
Δε σημαίνει τίποτα για μένα
Αυτό δε σημαίνει τίποτα για μένα
Ω Βιέννη

Η μουσική υφαίνει
Στοιχειωτικές νότες, πιτσικάτο έγχορδα
Ο ρυθμός καλεί
Μόνος στη νύχτα καθώς το πρωινό φως φέρνει
Μία κρύα κενή σιωπή
Η ζέστη του χεριού σου και ένας κρύος γκρίζος ουρανός
Ξεθωριάζει στην απόσταση

Το αίσθημα έχει φύγει, μόνο εσύ κι εγώ
Δε σημαίνει τίποτα για μένα
Αυτό δε σημαίνει τίποτα για μένα
Ω Βιέννη

Αυτό δε σημαίνει τίποτα για μένα
Αυτό δε σημαίνει τίποτα για μένα
Ω Βιέννη

Με μια αποφασιστική εξομολόγησή του στην αυτοβιογραφία του, ο Midge Ure έβαλε τέλος στην παραφιλολογία σχετικά με το νόημα του «Vienna«: «Πάντα αναρωτιόντουσαν οι άνθρωποι για το τι λέει το «Vienna«. Λέγαμε ψέμματα εκείνη την εποχή σχετικά μ’ αυτό. Στις συνεντεύξεις μας στο NME μιλούσα επί ώρες για τους ζετσεσιονιστές (secessionists) και τον Gustav Klimt, όλα εκείνα που συνέβαιναν στη Βιέννη στο γύρισμα μεταξύ 19ου και 20ού αιώνα. Όλα αυτά που έλεγα ήταν βλακείες για να τραβήξω το ενδιαφέρον. Ήταν ένα ερωτικό τραγούδι, η ιστορία ενός ρομάντσου διακοπών, για κάποιον που πάει σε ένα όμορφο μέρος και γνωρίζει μια ξεχωριστή παρουσία. Είναι κάποιος που ζει αυτή την τεράστια σε ένταση ερωτική ιστορία που ορκίζεται ότι θα κρατήσει για πάντα αλλά από τη στιγμή που επιστρέφει στο σπίτι του μετά τις διακοπές και αρχίζει τη δουλειά του εννέα με πέντε ξανά, το ρομάντσο ξεθωριάζει. Μια εβδομάδα αφότου έχει επιστρέψει στο σπίτι του, το ρομάντσο έχει τρυπώσει μέσα στις σκιες. Λέει «δε σημαίνει τίποτα για μένα» αλλά ψεύδεται, νοσταλγεί τη Βιέννη, μια υπέροχη στιγμή μέσα στο χρόνο. Θα ήθελε να το έχει πίσω αλλά έχει τελειώσει – για πάντα. Δεν ήταν αληθινό. Η όλη η ιδέα του τραγουδιού κατασκευάστηκε. Δεν είχα πάει ποτέ στη Βιέννη, ούτε είχα ζήσει κανένα ρομάντσο σε διακοπές. Δεν είχα πάει καν διακοπές μέχρι που οι Slik ανέβηκαν στο Νο.1, με το «Forever And Ever» το 1976. Η πρώτη φορά που βγήκα στο εξωτερικό ήταν όταν πήγα στην Ibiza.» Το 2017 δήλωσε στον Guardian, «Υπήρχε μια παρακμιακή κομψότητα στη Βιέννη. Σε ένα τέτοιο φθαρμένο περιβάλλον, ερωτεύεται εύκολα κανείς.»

Walker Brothers - The Electrician

Walker Brothers «Electrician / Den Haague» (1978, GTO)

Αυτό που κάνει το γύρο του διαδικτύου και το αναπαράγουν οι πάντες χωρίς κανένας να αναφέρει την πηγή είναι ότι ο Midge Ure δήλωσε -σε ανύποπτο χρόνο και κανείς δεν ξέρει σε ποιόν και πότε- ότι η σύνθεση του «Vienna» επηρρεάστηκε από το «The Electrician«, το ελεγειακό μελωδικό κομμάτι του Scott Walker για το τελευταίο album των Walker Brothers που κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1978 στο album των Walker Brothers με τίτλο «Nite Flights«. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ούτε μουσικολόγος ούτε ιδιαίτερα έμπειρος ακροατής για να παρατηρήσει την συγκλονιστική επίδραση που είχε το «Electrician» πάνω στο «Vienna«, στην ανάπτυξη της μελωδίας, στη γοτθική ατμόσφαιρα, στο ρυθμικό μοτίβο, στην κλασική αύρα των εγχόρδων, στην βαριά ερμηνεία του Scott Walker που δίνει και ενδείξεις για την κατοπινή μουσική πορεία του, ένα μικρό «σκονισμένο» αριστούργημα. Και υπό αυτό το πρίσμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα διασκεύαζε το «No Regrets» του Tom Rush, ο Midge Ure, αν δεν το είχε ερμηνεύσει θεϊκά, ο Scott Walker στο ομότιτλο album των Walker Brothers το 1975… Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι ακούσια ή εκούσια το «Vienna» πάτησε πάνω στο «Electrician«…

Το «Electrician» των Walker Brothers»:

Russell Mulcahy

Russell Mulcahy

Αυτό που έκανε το «Vienna» παγκόσμια επιτυχία ήταν το video που το συνόδευε. Το συμβόλαιό τους επέτρεπε μονο δύο video από κάθε album και αρχικά η Chrysalis απέρριψε στεγνά την ιδέα για να γυριστεί video. Δεν ήθελαν να δαπανήσουν χρήματα σε κάτι που ήδη βρισκόταν στο No.2 του chart και δεν πίστευαν -κοντόφθαλμα- ότι θα κάνει καμία διαφορά. Ο Chris O’ Donnell και ο Chris Morrison συσκέφτηκαν και αποφάσισαν να γυριστεί το video. Τα πρώτα γυρίσματα ήταν μεταμεσονύκτια στο Covent Garden και η Lexi πήγε στον Chris και του είπε «μόλις μίλησα με τη δισκογραφική εταιρία και δεν έχουν ιδέα για αυτό». Έγινε μια γρήγορη διαπραγμάτευση και στο τέλος η Lexi και ο Russell συμφώνησαν να μην πάρουν προς το παρόν την αμοιβή τους. Ήξεραν ότι μπορεί να πληρώνονταν, μπορεί και όχι αλλά αν δεν γύριζαν το video θα έχαναν όλοι μια μεγάλη ευκαιρία. Γύρισαν τα περισσότερα πλάνα του video στο Gaumont State Theatre του Kilburn του οποίου η μπαρόκ διακόσμηση και η σκάλα ήταν εξαιρετικά όμορφη ενώ κάποια έγιναν και στα Searcys πίσω από τα Harrods και φυσικά στη Βιέννη. Αντί να πληρώσουν εισιτήρια πτήσης και κόστη διαμονής σε ξενοδοχεία, νοικιάσανε ένα μικρό αεροπλάνο από τον Gerry Bron και πήγαν στην Αυστρία έκαναν τα γυρίσματα κι επέστρεψαν την ίδια μέρα.

Third Man Poster

The Third Man (1949)

Πάλι από την αυτοβιογραφία του, ο Midge Ure γράφει σχετικά με το video του «Vienna«: «Ο καιρός ήταν χάλια. Έκανε πλήρη παγωνιά και όταν δε φυσούσε, χιόνιζε παντού. Τα παλτά μας δεν κρατούσαν τον αέρα που ερχόταν ειδικά για μας μάλλον από τη Σιβηρία. Αυτό δε φάνηκε να ενοχλεί τον Warren που κοιμόταν την περισσότερη ώρα. Κάθε φορά που ξυπνούσε, κόμπαζε στην Paula Yates που είχε έρθει για να καλύψει το ρεπορτάζ για το Record Mirror ότι είχε επιβιώσει τη νύχτα. Οι σκηνές που γυρίσαμε στη Βιέννη -στο νεκροταφείο του κατασκευαστή πιάνων και σε κείνο το τεράστιο σπίτι- ολοκλήρωσαν το video που κόστισε συνολικά 18.000 λίρες. Υποθέτω ότι η ταινία «Τρίτος Άνθρωπος» με τον Orson Welles ήταν μια υποσυνείδητη επιρροή για το «Vienna«, αν και δεν το συνειδητοποιούσα όταν κάναμε το video αφού είχα πάρα πολλά χρόνια να δω την ταινία.» Το «Third Man» του Carol Reed ήταν ένα αριστούργημα, noir μυστηρίου του 1949 γυρισμένο στην νυχτερινή -κυρίως- Βιέννη και μπορεί κανείς εμφανέστατα να δει την επίδραση στους συνειρμούς του Midge Ure, συνειδητούς ή υποσυνείδητους. To trivia σχετικά με το video του «Vienna» είναι ότι το μάγουλο πάνω στο οποίο ζουμάρει ο φακός επειδή πάνω του περπατάει μια ταραντούλα, ανήκει στον τολμηρό Julian Temple που δέχτηκε να ποζάρει με το τριχωτό έντομο πάνω του. O Simon Reynolds στη βίβλο του post punk 1978 – 1984, «Rip It Up And Start Again» έγραψε ότι το «Vienna» ήταν teutonica πλήρων διαστάσεων «τυλιγμένη σε μία ηχητική αντιστοιχία ξηρού πάγου, μία εξαιρετικά δυσοίωνη μελωδία, εμπνευσμένη από μια θολή ιδέα μιας αυτοκρατορίας που έκανε τον κύκλο της, αυτή των Αψβούργων, που κυλάει στην παρακμή.


Tony Fenelle

Tony Fenelle

Ultravox - Vienna 92

Ultravox «Vienna ’92 / Systems Of Love» (ZYX Records)

Το «Vienna ’92» των Ultravox:

To 1992 o Billy Currie μαζί με τον Tony Fenelle των Big Noise ως κεντρικό τραγουδιστή, υπό το όνομα Ultravox επανηχογράφησαν το «Vienna ’92» στα Berwick Street Studios με την Alison Limerick και την Jackie Williams στα βοηθητικά φωνητικά. Όσο επαρκής τραγουδιστής και αν είναι όμως ο Tony Fenelle, απέχει πολύ η ερμηνεία του από την μεγαλοπρέπεια του Midge Ure. Ένα χρόνο αργότερα, το 1993, το «Vienna» ξανακυκλοφόρησε σε single στην αυθεντική εκτέλεσή του για να προωθήσει την συλλογή «If I Was: The Very Best Of Midge Ure & Ultravox«. Για μια ακόμα φορά, το «Vienna» μπήκε στο βρετανικό chart φτάνοντας ως το Νο.13.

Ultravox - Vienna - Wastelands 1993

Ultravox «Vienna» / Midge Ure «Wastelands» (1993, Chrysalis)


Παρότι το «Vienna» παραμένει ένα άφθαρτο, κλασικό τραγούδι της βρετανικής pop κουλτούρας, ευτυχώς δεν διασκευάστηκε πολύ και όταν αυτό έγινε, για κάποιο λόγο ενέπνευσε goths, κωμικούς και κάποιους που παρήγαγαν cheesy listening τύπου γρηγοριανούς ύμνους, βλέποντας μόνο τον γοτθισμό στο τραγούδι και αγνοώντας πλήρως την παρακμιακή γοητεία. Εν γένει όσοι δοκίμασαν να δώσουν τη δική τους εκδοχή στο «Vienna» ακούγονται κατά βάση αψυχολόγητοι.

Με άριστα τα δέκα αστεράκια, μία αυστηρά προσωπική μου αξιολόγηση

Kirlian Camera

Kirlian Camera

Kirlian Camera - The Fall Of Life

Kirlian Camera «Todesengel. The Fall of Life» (1991, Blue Rain Records)

To «Vienna» από τους Kirlian Camera:

Οι Kirlian Camera από την Parma της Ιταλίας είναι ουσιαστικά ο Angelo Bergamini και για τη συγκεκριμένη περίοδο 1988 – 2002, η Emilia Lo Jacono συν διάφορες τραγουδίστριες που έμπαιναν και έβγαιναν από το σχήμα, από το 1983 που δημιουργήθηκαν. Το 1991 που κυκλοφόρησε το «Todesengel. The Fall Of Life» τραγουδίστριά τους ήταν η Bianca Hoffman Santos αλλά αυτό δεν έχει και πολύ σημασία ίσως, διότι δεν ακούγεται καθόλου η φωνή της στο κομμάτι αντίθετα ακούγεται μόνο ο Angelo Bergamini. Στα credits του album γράφει ο Angelo Bergamini «Αφιερωμένο στην Anna P.B. και όλους τους ανθρώπους (συμπεριλαμβανομένου και μένα) που υπέφεραν στις ψυχιατρικές κλινικές ή κάτω από τις βαρβαρότητες των «ψυχίατρων» σε μια παγωμένη σιωπή. Το βασανιστήριο συνεχίζεται. Ένας ατελείωτος εφιάλτης. Δόξα στην Πτώση της Ζωής». Πέρα από το ανατριχιαστικο της πραγματικής τραγωδίας, μουσικά η απόδοση του «Vienna» είναι και αψυχολόγητη και αχρείαστη, ένα αργόσυρτο, σκοτεινό synth σύρσιμο που δεν οδηγεί πουθενά, με τα υπερ-στυλιζαρισμένα goth φωνητικά του Bergamini να παρεμβαίνουν εδώ και κει με τα λόγια του τραγουδιού. Σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί πραγματικά επέλεξαν να το διασκευάσουν όπως γενικά σε κάνουν να αναρωτιέσαι πολλά απ’ αυτά που επιλέγουν να κάνουν τα σκληροπυρηνικά σχήματα του dark wave.
★★★★★★★★★


Vic Reeves

Vic Reeves

Vic Reeves - Viena

Various Artists «Ruby Trax» (1992, NME)

Το «Vienna» από τον Vic Reeves:

Πέρα από τα όρια της παρωδίας, η κωμική εκτέλεση του Vic Reeves, αλλάζει τελείως τους στίχους και γίνεται ένας καυστικός ευτελισμός των Βέλγων πάνω σε ένα νηπιακό ενορχηστρωτικό υπόβαθρο όπου μόνο ένα αρμόνιο σχολικών προδιαγραφών κάνει όλη τη μουσική συνοδεία. Μία όχι και τόσο πετυχημένη στιγμή μέσα από την τριπλή συλλογή «Ruby Trax» που είχε κυκλοφορήσει η πάλαι ποτέ κραταιή μουσική εφημερίδα New Musical Express το 1992 για να γιορτάσει τα σαράντα χρόνια λειτουργίας της. Το concept σε κείνη τη συλλογή ήταν ότι ένας καλλιτέχνης της εποχής διασκευάζει και από ένα No.1 του βρετανικού chart των σαράντα αυτών χρόνων. Το «Vienna» είναι το μόνο τραγούδι που δεν ανέβηκε στο Νο.1 και επιλέχθηκε να συμπεριληφθεί. Κι αυτό έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
★★★★★★★★


Dump

James McNew (Dump)

Dump - I Can Hear Music

Dump «I Can Hear Music» (1995, Brinkman Records)

Το «Vienna» από τους Dump:

Ο James McNew είναι ο μπασίστας των Yo La Tengo και μέσα στο 2018 έγινε και μέλος των Charnel Ground, ο οποίος κυκλοφορεί και μόνος του μουσική με το ψευδώνυμο Dump με οκτώ albums από το 1993 ως το 2016. Η δική του εκδοχή στο «Vienna» ήρθε από το «I Can Hear Music» του 1995 και είναι μία υπόθεση στην οποία παίζει όλα τα όργανα μόνος του, επιχειρεί μια αφαιρετική εκτέλεση, μία απόδοση που δεν δικαιολογεί από μόνη της την παρουσία της. Δεν υπάρχει κάποια σοβαρή ένσταση παρά μόνο μία: γιατί να αφαιρέσεις την ενορχηστρωτική μαγεία από ένα τόσο πολύπλοκο τραγούδι και να το αποδώσεις μόνο με πλήκτρα στο υπόβαθρο και μία ερασιτεχνική «σπιτική» ερμηνεία; Η αποδόμηση δεν είναι πάντα δημιουργική.
★★★★★★★★★


Clawfinger

Clawfinger

Clawfinger - A Whole Lot of Nothing

Clawfinger «A Whole Lot Of Nothing» (2001, Supersonic Records)

Το «Vienna» από τους Clawfinger:

Ίσως η πιο ολοκληρωμένη από τις εναλλακτικές αποδόσεις του «Vienna«, αυτή των Clawfinger έρχεται από μία «σχολή» rap metal από τη Στοκχόλμη της Σουηδίας που τουλάχιστον δεν πάσχει από άποψη και όραμα. Ο Zak Tell ερμηνεύει με αγωνιώδες πάθος το τραγούδι από το τέταρτο album τους «A Whole Lot Of Nothing» όπου η παραγωγή επιδίδεται σε δραματικές εκρήξεις καθώς η μελωδία αλλάζει ρότα κάθε φορά. Δεν είναι καθόλου άσχημη η άποψή τους και η διάθεσή τους φαίνεται να παίρνει αμπάριζα από την αυθεντική μεγαλοπρέπεια των Ultravox.
★★★★★1/2★★★


Franko

FranKo

FranKo - Vienna

FranKo «Vienna» (2011, Self Released)

Το «Vienna» από τους FranKo:

Μετεφηβικό emo είναι η φάση των FranKo από το δεύτερο album τους «FranKo«, ένα boy band από το Νότιο Λονδίνο που έκαναν ένα μικρό θόρυβο κερδίζοντας δύο Inline Music Awards (Καλύτερο rock σχήμα και Καλύτερο Διεθνές Σχήμα Χωρίς Συμβόλαιο) το 2011. Οι Tommy Bastow (φωνή), Richard Craker (φωνή, κιθάρες), Chris Gilbertson (μπάσο) και Richard «Ricky» Rayner (τύμπανα) δεν παίζουν άσχημα για την λίγκα τους, με κύριο ατού τους τον καθαρό ήχο τους και την θαυμάσια φωνή του Bastow, που με έναν τρόπο ταιριάζει στο «Vienna» και στην uptempo rock μεταποίησή του. Οι FranKo μετά από δύο albums (2010 – 2011) εισήλθαν σε μια περίοδο ανασυγκρότησης από την οποία δεν έχουν εξέλθει ακόμα.
★★★★★1/2★★★


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

 

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 8 Σχόλια »

Αβοήθητοι

Posted by gone4sure στο 14 Απριλίου 2018

Το «Helpless» είναι το πιο αφοπλιστικά απλό τραγούδι – ωδή στην μνήμη εκείνη στην οποία αποδρούμε για να κρατήσουμε το νου μας αλύγιστο όταν όλα γύρω καταρρέουν.

CSNY

Οι όχι και τόσο χαρμόσυνες μέρες του τέλους των 60s. Από αριστερά: Graham Nash, David Crosby, Stephen Stills, Neil Young

Οι Crosby Stills Nash & Young στην ουσία δεν υπήρξαν ποτέ ενιαία μπάντα. Ήταν περισσότερο, ένα καλοσχεδιασμένο άθροισμα των μελών τους, στιβαγμένα στο στενό πλαίσιο ενός σχήματος, που πάλευαν μεταξύ τους για να κυριαρχήσει ο καθένας πάνω στους άλλους. Τέσσερα ταλαντούχα εγώ σε ένα ταμπλό σκάκι που αναζητούσαν τη μοιραία στρατηγική κίνηση ρουά ματ ο καθένας απέναντι στους αντιπάλους του. Η κόλαση της δημιουργίας του δεύτερου album τους «Vu» περιείχε τα πάντα: κατάχρηση ηρωίνης, κοκαϊνης, αλκοόλ, παράνοια, μεγαλομανία, ίντριγκες, ομηρικούς καυγάδες ανταγωνισμού μεταξύ των μελών για επικράτηση, τραγωδίες και θάνατο. Όλα καταγράφηκαν καταπληκτικά στο βιβλίο «Hotel California» από τον Barney Hoskyns.

Μετά το ντεμπούτο album τους «Crosby Stills & Nash» οι τρεις τους είχαν βρεθεί στη δύσκολη θέση να πρέπει να μεταφέρουν επί σκηνής τον ήχο που είχαν παράγει στο στούντιο, γεμάτος στρώσεις και πολύπλοκες υφές. Ο Stephen Stills άρχισε να ζυμώνει στο μυαλό του την ιδέα που είχε ρίξει ο Ahmet Ertegun, να μπει στο σχήμα ο Neil Young για να ενισχύσει την δύναμή τους στις συναυλίες παρότι οι δρόμοι τους είχαν χωρίσει επεισοδιακά στους Buffalo Springfield. O Elliot Roberts της Lookout Management δεν μπορoύσε να πιστέψει ότι ο Stills θεώρησε καν πιθανό να συμβεί κάτι τέτοιο. «Πάντα θα με σοκάρει το γεγονός ότι ο Stephen προσκάλεσε τον Neil να επιστρέψει στο σχήμα από τη στιγμή που ήξερε ότι δεν θα μπορούσε πια να τον εκφοβίσει.» Από την δική του πλευρά, ο Graham Nash ένιωσε τρομοκρατημένος με την ιδέα της επιστροφής του Neil Young στο σχήμα. Πάνω που είχε βρει το απόλυτα αρμονικό τρίο, ξαφνικά, ο παλιός συνεργάτης του Stephen Stills στους Buffalo Springfield έμπαινε στην εικόνα. Όπως είπε ο δημοσιογράφος Ben Fong Torres «Ενώ οι περισσότερες ομάδες είναι ικανοποιημένες να έχουν δύο παίκτες να ρίχνουν τη μπάλα, οι CSNY είχαν τέσσερις.»

Ο Neil Young έγινε αισθητός πριν καν μπει στο σχήμα: έδωσε οδηγίες στον manager του Elliot Roberts να ενημερώσει το τρίο ότι δεν ήταν διαπραγματεύσιμη η «ίση μεταχείριση των τεσσάρων». Όπως εξήγησε ο Neil Young στον Jimmy McDonough «Όλοι προσπαθούσαν να κάνουν το δικό τους. Δεn πίστευα καν από την αρχή κιόλας ότι θα  ήταν μπάντα.» Όταν συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές του Young από το σχήμα ήταν ένα πολύ γερό ποσοστό των εσόδων τους, ο drummer Dallas Taylor επαναστάτησε και δε βοηθούσε καθόλου το γεγονός ότι ήταν ένας από τους πρώτους ηρωινομανείς στην rock σκηνή του Los Angeles. Στις συναυλίες προσπαθούσε να βγάλει τον Neil Young εκτός ρυθμού κατά τη διάρκεια των solos του κιθαρίστα. Ο Young κανόνισε να αποβληθεί ο Taylor από την μπάντα.

David Geffen - Elliot Roberts - Neil Young

David Geffen (αριστερά) και Elliot Roberts (κέντρο) διόγκωναν την αλλαζονία των CSNY και συνέβαλαν στον τυφλό ανταγωνισμό μεταξύ τους

Η απόφαση του Young να μπει στους CSNY αποδόθηκε εκείνη την εποχή στον ενθουσιασμό που ένιωθε όταν μονομαχούσε με τον Stills επί σκηνής. Μια πιο πιστευτή ερμηνεία της απόφασής του είναι ότι το συγκρότημα τού παρείχε μεγαλύτερη προβολή από αυτή που θα είχε ως solo καλλιτέχνης (είχε ήδη κυκλοφορήσει τα δύο πρώτα albums του, το 1968 – 1969, το δεύτερο με τους Crazy Horse), αφού ο Young κυνηγούσε τόσο τα χρήματα όσο και ο David Geffen, manager του μαζί με τον Elliot Roberts. Κατανόησε πλήρως τον τρόπο που είχε ο Geffen να βγάζει χρήματα από τις πλάτες των καλλιτεχνών που φαινομενικά δεν τους ένοιαζε καθόλου η κερδοσκοπία. Αυτή ήταν η στρατηγική του Δούρειου Ίππου για την εκμετάλλευση του rock: να πουλάει αντικαπιταλισμό στα παιδιά, τους μακρυμάλληδες, τους περιθωριακούς. «Δεν θα πω ότι δε μ’ αρέσουν τα λεφτά», είπε ο Young στον Richie Yorke. «Μου αρέσουν τα λεφτά και θα βγάλω πολλά και σίγoυρα αυτό παίζει ένα ρόλο στο να βρίσκομαι εδώ.»

Η έλευση του Neil Young στους CSNY έφερε μία ολόκληρη επιπλέον διάσταση κινδύνου και απρόβεπτων συνεπειών.. Η έντασή του φάνηκε στα προσωπικά τραγούδια που έφερε στο συγκρότημα. Οι παρατεταμένες εκτελέσεις τραγουδιών σαν το «Down By The River» ήταν το έδαφος για τον Neil Young και τον Stephen Stills να επιδοθούν σε ένα τυφλό ανταγωνισμό μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια αυτών των εμφανίσεων, ο Graham Nash ήταν υποχρεωμένος να στέκεται στην άκρη της σκηνής και να χτυπάει ένα ντέφι. Ωστόσο ο Stills αισθανόταν ότι ο Neil Young τον προκαλούσε από την αυξανόμενη αυτοπεποίθησή του. Οι ανασφάλειές του βγήκαν εκτός ελέγχου όταν στα παρασκήνια, μετά τη συναυλία τους στο Fillmore East της Νέας Υόρκης, ξέσπασε ένας άσχημος καυγάς μεταξύ τους. Σημειωτέον, οι CSNY είχαν ήδη παίξει ως support στην Joni Mitchell στο Chicago στις 16 Αυγούστου 1969, δύο μέρες αργότερα στο Woodstock και ένα μήνα αργότερα στο Big Sur Folk Festival στις 13 και 14 Σεπτέμβρη.

Το γεγονός ότι ο Geffen, ο Roberts και οι λακέδες τους ενίσχυαν την αυταρέσκειά τους μπορεί να έφερε αποτελέσματα στα καλλιτεχνικά τους προϊόντα και στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους αλλά δεν ήταν και τόσο ηθική η στάση τους. «Αυτό ήταν που τους ξέκοψε από την πραγματικότητα και τους εαυτούς τους,» είπε ο Nurit Wilde, φωτογράφος στο Laurel Canyon. «Ερέθιζε ακόμα περισσότερο την αυξανόμενη μεγαλομανία τους και την πεποίθησή τους ότι ήταν θεοί.» Το κουκούλι που τους είχε χτίσει ο Elliot Roberts στο Wally Heider Studio του San Francisco όταν ηχογραφούσαν το δεύτερο album τους «Vu» έκανε τους ανταγωνισμούς τους ακόμα πιο κλειστοφοβικούς. «Όταν φτιάχναμε τον πρώτο δίσκο των CSN ήμασταν πολύ ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο και ο ένας με τη μουσική του άλλου,» είπε ο Graham Nash στον Robert Sandall. «Μέχρι τo «Vu» όλο αυτό είχε μετρατραπεί σε μία φρίκη.»

Inlay puzzle

Το κολλάζ στο εσώφυλλο του «Déjà Vu»: χάος

Η ένταση ανάμεσα στον Stills, μανιακό με τον έλεγχο και τον τεμπέλη αλλά πολυλογά David Crosby ήταν ιδιαίτερα τοξική. Η αλλαζονία του Stills και η απόφασή του ότι αυτός ήταν ο αρχηγός των CSNY δημιουργούσε την περισσότερη ένταση στο συγκρότημα. «Οι διαμάχες τότε ήταν μεταξύ εμένα και του Stills, μεταξύ του Nash και του Stills και λίγο μεταξύ του Young και του Stills,» θυμόταν ο Crosby. «Ο Stephen ένιωθε λες και ο Neil τού είχε κλέψει το συγκρότημα κατά το ένα ή τον άλλο τρόπο, αν και ο Stephen ήταν αυτός που είχε καλέσει αρχικά τον Neil να έρθει στο σχήμα.» Ο Young ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος με τις υπερ-πολύπλοκες ενορχηστρώσεις των CSN. «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να ακούμε από μια σκοπιά απλότητας,» γκρίνιαζε καθώς έβλεπε τον Stills να δουλεύει με τον ηχολήπτη Bill Harveston. «Σκέψου ότι μπορούμε να το κάνουμε ακόμα μεγαλύτερο αν το απλοποιήσουμε.» Σε κάποια στιγμή η ατμόσφαιρα στο Wally Heider έγινε τόσο φρικτή που ο Nash κάλεσε τη μπάντα για μια συνάντηση. Καθώς προσπαθούσε να εκφράσει την απογοήτευσή του από τις δύσθυμες κακίες που ανταλάσσονταν ανάμεσα στα μέλη του σχήματος, ξέσπασε σε κλάμματα. «Ο Nash έπρεπε να προσπαθήσει πολύ σκληρά για να γίνει ο διπλωμάτης που θα κρατήσει το συγκρότημα μαζί,» είπε ο παραγωγός Denny Bruce. «Είπε ότι κάποιες μέρες ο Stills θα μπορούσε να θεωρηθεί παράφρονας ή άλλα τέτοια λόγια ανάλογης σοβαρότητας. Και ο Geffen είπε ότι ποτέ δεν είχε δει κάποιον να χάνει την ψυχραιμία του όπως ο Stills. Είπε ότι οι φλέβες στο λαιμό του πετάγονταν έξω μέχρι κάτω στους ώμους του.»

Ο Nash που είχε νοσταλγήσει την αγάπη μεταξύ τους στο πρώτο album ήταν επίσης ενοχλημένος από την απροθυμία του Young να προσαρμοστεί και να αφοσιωθεί στους CSNY, αλλά και από αυτό που αργότερα περιέγραψε ως την «αχόρταγη ανάγκη του Neil για έλεγχο.» Ο Nash ως ένας μουσικός που πάντα υποσκέλιζε το δικό του εγώ για το κοινό μουσικό καλό, ένιωσε την υπομονή του να εξαφανίζεται με τον Young. Επιπλέον, υπήρχε ένα πολιτικό σχίσμα ανάμεσα στον Crosby και τον Nash από τη μία μεριά και τον Stills και τον Young από την άλλη. Όταν ο Hugh Wavy Gravy Romney προσκάλεσε τους CSNY να παίξουν σε μια συναυλία υποστήριξης στους «Επτά του Chicago», στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών το 1968, ο Stills και ο Young -αδιάφοροι πολιτικά- αρνήθηκαν να συμμετέχουν. Το τραγούδι του Nash, «Chicago» του 1971 ήταν μια ευθεία ικεσία στα άλλα μέλη του συγκροτήματος να ακολουθήσουν τις συνειδήσεις τους.

Nash - Mitchell

Graham Nash και Joni Mitchell: η Joni «ασφυκτιούσε στη συμβίωσή της με τον Graham.

Stills - Collins

Stephen Stills και Judy Collins: ο χωρισμός τους συνέβαλε στην μανία για έλεγχο του Stephen στο στούντιο και στη σκηνή.

Crosby - Hinton

David Crosby και Christine Hinton: ο θάνατος της Christine βύθισε τον David σε κατάθλιψη και ακόμη πιο φανατικά στην ηρωίνη.

Κι επίσης, δε βοηθούσε ότι το «Vu» ηχογραφήθηκε με φόντο την απώλεια και την τραγωδία. Ο Stills είχε χωρίσει από την Judy Collins, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο στοχοθετημένο και μονομανή στο στούντιο. Ο Nash είχε προβλήματα στη σχέση του με την Joni Mitchell η οποία ένιωθε εγκλωβισμένη από τη συμβίωσή τους. Ακόμα χειρότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου 1969 η ερωμένη του Crosby, Christine Hinton σκοτώθηκε σε μια μετωπική σύγκρουση ενώ έτρεχε για μια δουλειά κοντά στο σπίτι τους στο Marin County. Ο θάνατός της δημιούργησε τόσο μεγάλη κατάθλιψη στον Crosby που την κουβαλούσε σε όλη τη ζωή του και επιπλέον ο εθισμός του στην ηρωίνη αυξήθηκε κατακόρυφα, αποδρώντας από τη θλίψη του που θα τον ξανάβρισκε αργότερα.

Η ηρωίνη και η κοκαϊνη έπαιξαν το δικό τους ρόλο στα προβλήμτα γύρω από το «Déjà Vu«. Ο Dallas Taylor που ισχυριζόταν ότι ο Crosby και ο Keith Richards είχαν κυλήσει το «μισό Hollywood» στην πρέζα, έκανε χρήση και στο στούντιο. Ο Stills εντωμεταξύ έπινε αλκοόλ και σνίφαρε μανιακά κόκα για να αντέξει στους ολονύκτιους μαραθώνιους στο στούντιο. «Πάρα πολλές φορές, οι CSNY βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί,» είπε ο Young, «σε σημείο που όλοι έδειχναν καμμένοι εντελώς.» Μέσα σε αυτήν την κολασμένη παράνοια, το «Vu» ολοκληρώθηκε στα μέσα του Νοέμβρη του 1969 κι ακουγόταν πιο πομπώδες από το πρώτο, με ένα σέπια εξώφυλλο που εικονίζονται και αναγράφονται εκτός από τους τέσσερίς τους κι ο drummer Dallas Taylor και ο μπασίστας Greg Reeves σε μια φωτογραφία που μοιάζει να κατάγεται από τον αμερικανικό εμφύλιο. Η Atlantic μετά την επιτυχία του πρώτου album τύπωσε εκατομμύρια αντίτυπα και οι ίδιοι οι CSNY ανέπτυξαν μια αυτοεικόνα τόσο σπουδαιοφανή σαν να ήταν οι αμερικανοί Beatles. «Το θέμα με μας είναι ότι είμαστε μαζικοί καλλιτέχνες» είπε ο Crosby στον Ben Fong Torres. «Δεν υπηρξε ποτέ στο παρελθόν κάτι σαν και μας μέχρι πίσω στον Γουτεμβέργιο

CSNY - Deja Vu

Crosby, Stills, Nash & Young «Déjà Vu» (Μάρτιος 1970, Atlantic)

Μέσα σε όλη αυτήν την παρανοϊκή κόλαση το «Helpless» μέσα στο δίσκο αποκτούσε λυτρωτική διάσταση. Το τραγούδι ήταν γραμμένο στις αρχές του 1969 από τον Neil Young στο πλαίσιο της μπάντας του Crazy Horse και μπήκε στο ρεπερτόριο των CSNY όταν τον έπεισαν οι υπόλοιποι να το ηχογραφήσουν μαζί. Αφού το τραγούδησε με τη λιγνή, τριμαρισμένη φωνή του πέρασε στο στούντιο από σαράντα κύματα ιδεών όσον αφορά τους προτιμόμενους τρόπους ενορχήστρωσής του, κατέληξε ευτυχώς στην απλή ακουστική μορφή του με τον Neil Young να τραγουδάει το βασικό μέρος του κομματιού και τους υπόλοιπους να τραγουδούν την αρμονία στο ρεφρέν. Ο τρόπος που επαναλαμβάνεται στο ρεφρέν η λέξη «Αβοήθητοι» εντείνει δραματικά την αίσθηση της απόγνωσης – άλλωστε τα «γαλάζια παράθυρα πίσω από τα αστέρια μπορεί να είναι και μελαγχολικά παράθυρα (blue). Στο πλαίσιο της ασφυκτικής διαδικασίας που επικρατούσε στις ηχογραφήσεις του album τους, το «Helpless» ακουγόταν σαν μία απέλπιδα προσπάθεια σωτηρίας τους από την φρίκη, μία τρυφερή επίκληση μιας ανάμνησης που θα τους οδηγούσε σε μια διέξοδο. Ο Neil Young αποκάλυψε στον Nick Kent για το Mojo το 1995, ότι αυτή η πόλη στο βόρειο Ontario του Καναδά που αναφέρει στον πρώτο στίχο, είναι το χωριό Omemee, βάζοντας την στο χάρτη του πάνθεου της rock κουλτούρας αφού διαθέτει και μουσείο Neil Young καθώς ο σπουδαίος καναδός τραγουδοποιός εκεί πέρασε μέρος της παιδικής ηλικίας του με τη μητέρα του.

Neil Young Museum - Omemee

Το μουσείο Neil Young στο χωριό Omemee στο Ontario. Το Omemee είναι η πόλη που εννοεί στον πρώτο στίχο του «Helpless».

Neil Young - Helpless Single

Crosby, Stills, Nash & Young «Woodstock / Helpless» 7» Single (1970, Atlantic)

Το «Helpless» από τους Crosby, Stills, Nash & Young:

Είναι μια πόλη στο βόρειο Ontario
Ονειρική ανακουφιστική ανάμνηση για ν’ ανατρέχεις
Και στο νου μου έχω ανάγκη ακόμα ένα μέρος να πάω
Όλες οι αλλαγές μου συνέβησαν εκεί

 Γαλάζια, γαλάζια παράθυρα πίσω από τα αστέρια
Κίτρινο φεγγάρι στην ανατολή του
Μεγάλα πουλιά πετάνε στον ουρανό
Ρίχνοντας σκιες στα μάτια σου

 Μας αφήνουν

 Αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους
Μωρό μου, μπορείς να με ακούσεις τώρα;
Οι αλυσίδες είναι δεμένες και κλειδωμένες στην πόρτα
Μωρό μου, τραγούδησε μαζί μου με κάποιο τρόπο

 Γαλάζια, γαλάζια παράθυρα πίσω από τα αστέρια
Κίτρινο φεγγάρι στην ανατολή του
Μεγάλα πουλιά πετάνε στον ουρανό
Ρίχνοντας σκιες στα μάτια σου

 Μας αφήνουν

 Αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους


Neil Young + The Band

Rick Danko, Robbie Robertson και Neil Young επί σκηνής στις 25 Νοεμβρίου 1976 στο San Francisco για το «Last Waltz» ερμηνεύουν το «Helpless»

Band - The Last Waltz

The Band «The Last Waltz» (1978, Warner Bros. Records)

To «Helpless» από τον Neil Young, τους Band και την Joni Mitchell:

O Neil Young ερμήνευσε ξανά το «Helpless» στο πλαίσιο της αποχαιρετιστήριας συναυλίας των Band στο San Francisco στις 25 Νοεμβρίου 1976, με όλη την αφρόκρεμα του roots rock (Eric Clapton, Ringo Starr, Bob Dylan, Ronnie Wood, Muddy Waters, Neil Diamond, Van Morrison, Bobby Charles, Dr. John, Paul Butterfield, Emmylou Harris, Ronnie Hawkins, Joni Mitchell, The Staple Singers) που συμπεριλήφθηκε σε ένα τριπλό album και μια ταινία σκηνοθετημένη από τον Martin Scorsese με τον τίτλο «The Last Waltz«, ένα συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ που χρονικά ισοδυναμεί με το τέλος της αθωότητας στη Δυτική Ακτή. Η εκτέλεση αυτή, διαπνέεται από την πολύ πιο ηδονική και γιορτινή ατμόσφαιρα της συναυλίας, με τον Neil Young να συνοδεύεται από τον Robbie Robertson και τον Rick Danko των Band πάνω στη σκηνή και από την βοηθητική φωνητική συνοδεία της Joni Mitchell από τα παρασκήνια, καθώς δεν ήθελε να βγει μαζί τους επί σκηνής επειδή θα αποδυνάμωνε τη δική της εμφάνιση που ακολουθούσε στο πρόγραμμα της συναυλίας. Σημειολογικά, η εκτέλεση αυτή ακούγεται σαν λύτρωση και σαν δικαίωση από την έξοδο από τη στενωπό των CSNY και πάνω σε αυτή την εμφάνιση βασίστηκαν οι δεκάδες καλλιτέχνες που ερμήνευσαν αργότερα το «Helpless» επί σκηνής με καλεσμένους τους όπως ο Ryan Adams μαζί με την Gillian Welch, ο Elton John με τον Leon Russell, την Sheryl Crow και την Neko Case, οι Cowboy Junkies, οι Arcade Fire κ.λπ.
★★★★★★★★★★


Neil Young - Unplugged

Neil Young «Unplugged» (1993, Reprise)

Το «Helpless» από τον Neil Young στην live unplugged εκτέλεσή του:

Ο Neil Young θα συμπεριλάμβανε διάφορες ακόμα φορές το «Helpless» σε δίσκους του με πιο σημαντική από αυτές την ζωντανή unplugged εκτέλεσή του στις 7 Φεβρουαρίου 1993 που κυκλοφόρησε στις 15 Ιουνίου 1993. Ο Neil Young τελειομανής και αδιαπραγμάτευτος για το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα ταλαιπώρησε πολύ τους μουσικούς του μέχρι να πετύχουν τις εκτελέσεις που ήθελε, η γκρίνια δεν έλειψε καθόλου από αυτά τα sessions. Οι Nils Lofgren (κιθάρα, ακκορντεόν, autoharp), Ben Keith (ντόμπρο), Spooner Oldham (πιάνο, όργανο), Tim Drummond (μπάσο), Oscar Butterworth (τύμπανα) και οι Astrid Young και Nicolette Larson στα φωνητικά, ζυμώθηκαν αρκετά υπό την καθοδήγηση του Young για να αποδώσουν το τελικό αποτέλεσμα.
★★★★★★★★★


Μέσα στα χρόνια το τραγούδι αποδόθηκε κατά κόρον από διάφορους καλλιτέχνες που επικαλούνταν τη γήινη, τρυφερή αύρα του για να προσθέσουν ένα credit στο ενεργητικό τους. Οι ακόλουθες δέκα και μία είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες αν και όχι πάντα αξιόλογες, σε χρονολογική παράθεση με μια συγκριτική βαθμολόγηση – με άριστα τα δέκα αστεράκια– κάτω από την καθεμιά:

Buffy Sainte Marie

Buffy Saint Marie

Buffy Sainte-Marie ‎- She Used To Wanna Be A Ballerina

Buffy Saint Marie «She Used To Wanna Be A Ballerina» (1971, Vanguard)

Το «Helpless» από την Buffy Saint Marie:

Ακριβώς ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του «Déjà Vu» και του «Helpless» η Buffy Saint Marie ηχογράφησε το τραγούδι το 1971, με όλο το επιτελείο του Neil Young και των Crazy Horse στο υπόβαθρο και τον Jack Nitzsche στην παραγωγή όπως ακριβώς και στο album του Neil Young, «After The Gold Rush«. Επιπλέον, στο album της «She Used To Wanna Be A Ballerina«, η Buffy Saint Marie είχε επιστρατεύσει τον Ry Cooder και τον Jesse Ed Davis στις κιθάρες και την καταπληκτική Merry Clayton στα βοηθητικά φωνητικά. Ωστόσο η εταιρία της Vanguard που στην ουσία πατρόναρε όλη την ηχογράφηση του δίσκου της Saint Marie, επειδή είχε μεγάλες εμπορικές προσδοκίες από αυτήν, δεν ικανοποιήθηκε από την επίδοσή του στο chart – έφτασε μόλις στο Νο.182 του αμερικανικού chart. Η Buffy Saint Marie, τραγούδησε πολύ στυλιζαρισμένα και κάπως βεβιασμένα το classic του Neil Young και παρά το θαυμάσιο rhythm ‘n’ blues folk υπόβαθρο δεν κατάφερε να το απογειώσει.
★★★★★★1/2★★★


Fosterchild

Fosterchild

Fosterchild - On The Prowl

Fosterchild «On The Prowl» (1980, Vera Kruz Records)

To «Helpless» από τους Fosterchild:

Το «Helpless» από το κουαρτέτο από το Calgary του Καναδά, αποδόθηκε το 1980 στο τρίτο και τελευταίο album τους, «On The Prowl«, με την ευλάβεια που έπρεπε αλλά όχι και με κάποια σπουδαία διαφοροποίηση στην τυπικά rock με country επιρροές εκτέλεσή τους η οποία ακολουθεί πιστά και λίγο φοβικά τον οδηγό χρήσης του είδους. Πολύ κοντά στο πνεύμα και στο στιλ του A.O.R. που έκανε θραύση στην εποχή εκείνη, οι Fosterchild είχαν απομείνει μετά από αλλαγές στα μέλη της rhythm section, οι Jim Foster (κιθάρα, φωνή), Vern Wills (κιθάρα, μπάσο, φωνή), Peter Sweetzir (πλήκτρα) και Gerry Wand (τύμπανα). Το 1981 ο Jim Foster προσχώρησε στους One Horse Blue και οι άλλοι τέσσερις πρόσφεραν τις session υπηρεσίες τους στην καναδική rock σκηνή της περιόδου (Loverboy κ.λπ.)
★★★★★1/2★★★★


Yukihiro Takahashi

Yukihiro Takahashi

Bill Nelson

Bill Nelson

Yukiiro Takahashi - Helpless

Yukihiro Takahashi «Wild & Moody» (1984, Yen Records)

To «Helpless» από τους Yukihiro Takahashi και Bill Nelson:

Το «Helpless» στα χέρια του Yukihiro Takahashi από το «Wild And Moody» του 1984 παίρνει ίσως την πιο μοντέρνα, ηλεκτρονική μορφή του, μια αργόμπιτη, ατμοσφαιρική εκτέλεση με τον Bill Nelson (από τους Be Bop Deluxe και τους Red Noise) στην πιο ενορατική, νεορομαντική περίοδό του στην κιθάρα και στα φωνητικά να δίνει στο τραγούδι μια ερμηνεία εξίσου λυπημένη αλλά όχι απελπισμένη. Ο Takahashi, ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες μουσικούς από τα 70s και μετά θήτευσε στους Sadistic Mika Band, τους Yellow Magic Orchestra, τους Beatniks κ.λπ. και κυκλοφόρησε είκοσι επτά προσωπικά albums μεταξύ 1977 – 2013 ενώ συνεργάστηκε με τον ανθό της art pop, από τον Steve Jansen των Japan, μέχρι τον Iva Davies των Icehouse, αμφότεροι παρόντες στο album του «Wild And Moody».
★★★★★★1/2★★★


Lisa Lagoda

Lisa Lagoda

Lisa Lagoda - Helpless

Lisa Lagoda «Helpless / Don’t Think It Over» (1986, WEA)

To «Helpless» από την Lisa Lagoda:

Το 1986 εμφανίστηκε αυτό το single από την Lisa Lagoda με τη διασκευή της στο «Helpless» στην πρώτη πλευρά και ένα άλλο τραγούδι, το «Don’t Think It Over» στη δεύτερη. Η Lisa Lagoda το ερμηνεύει με έναν χαλαρό ηδονιστικό τρόπο, με hi tech pop ενορχήστρωση, παραγωγή από τον έμπειρο περφεξιονίστα Malcolm Luker (που είχε ξεκινήσει από τους Smoke στα ’60s) και τον ήχο που δόξασε ο Bryan Ferry στα ’80s, μία δεξιοτεχνική pop υψηλών τεχνοκρατικών προδιαγραφών αλλά χαμηλής συναισθηματικής έντασης. Η Lisa Lagoda τραγουδάει με έναν τρόπο σαν να μην κατανοεί καν τους στίχους, το ωραιοποιεί και το περνάει στη σφαίρα της generic, smooth art pop σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Η Lisa Lagoda έκανε μια καριέρα με singles στη γερμανική αγορά των ’80s, κυκλοφόρησε ένα album το 1989 και είναι απορία άξιο αν βρήκε ποτέ ένα ακροατήριο να τη στηρίξει.
★★★★★★★★★★


Nick Cave

Nick Cave

Nick Cave - The Bridge A Tribute To Neil Young

Various «The Bridge: A Tribute To Neil Young» (1989, Caroline Records)

Το «Helpless» από τον Nick Cave:

Το 1989 κυκλοφόρησε η συλλογή «The Bridge: A Tribute To Neil Young» υπό το συντονισμό του ιστορικού στελέχους της δισκογραφίας Terry Tolkin, με σκοπό, μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις της να διατεθεί στη σχολή Bridge που καταπιανόταν με τεχνολογικές εφαρμογές για τη βοήθεια των ανάπηρων παιδιών. Η πρωτοβουλία σεβαστή όπως και η προθυμοποίηση της εναλλακτικής κοινότητας να ανταποκριθεί στο κάλεσμα, οι περισσότεροι καλλιτέχνες από τους οποίους ηχογράφησαν τα αγαπημένα τραγούδια τους από το ρεπερτόριο του Neil Young μέσα στο 1988: Soul Asylum, Victoria Williams, Flaming Lips, Nikki Sudden, Loop, Pixies, Sonic Youth, Psychic T.V., Dinosaur Jr., Henry Kaiser, Bongwater, B.A.L.L. αλλά και φυσικά ένας αγέρωχος Nick Cave που πρόσδωσε στο τραγούδι μια ερμηνευτική εκδοχή από τη μεριά του ανθρώπου που βρίσκεται μετά την απελπισία. Μαζί του φυσικά «κεντάει» σε ένα σχεδόν spiritual υπόβαθρο η slide κιθάρα του Kid Congo Powers και η rhythm section που χειρίζεται μόνος του ο Mick Harvey.
★★★★★★★★★★


Nazareth

Nazareth

Nazareth - Snakes 'N' Ladders

Nazareth «Snakes ‘N Ladders» (1989, Vertigo)

Το «Helpless» των Nazareth:

Στο δέκατο έβδομο album τους το 1989, θυμήθηκαν οι σκοτσέζοι hard rockers Nazareth να διασκευάσουν το «Helpless» και να το μετατρέψουν σε «αναπτηράκι» για τις αρένες με τη γνωστή στυλιζαρισμένη παραπονιάρικη φωνή του Dan McCafferty που σέρνει πάνω στη μελωδία τη φωνή του, όχι πολύ συμπαθητικά ενόσω ο Manny Carlton στο υπόβαθρο ελέγχει τον προγραμματισμό των υπολογιστών, τα πλήκτρα και τις κιθάρες ώστε η ατμόσφαιρα να προκύπτει αρκούντως υπομεταλλική, o Peter Agnew παίζει το μπάσο και ο Darrell Sweet τα τύμπανα. Το brand Nazareth μετά από δεκάδες αλλαγών μελών έχει διαρκέσει μέχρι το 2014 ξεκινώντας να ηχογραφεί από το 1971 και ενώ έχει διαπρέψει στο hard rock των 70s και κατόπιν στις power μπαλάντες με έναν ήχο που πια έχει γεράσει, έχει παραμείνει στο παρελθόν και επιστρέφει στο τώρα σαν αντήχηση που προσπαθεί να διασωθεί.
★★★1/2★★★★★★


Trip Shakespeare

Trip Shakespeare

Trip Shakespeare ‎- Volt

Trip Shakespeare «Volt» (1992, Black Hole Records)

Το «Helpless» από τους Trip Shakespeare:

Το «Volt» έμελλε να είναι η τελευταία κυκλοφορία της μπάντας από την Minneapolis της Minnesota, το 1992, ένα ep με έξι διασκευές τους σε classics, το οποίο η εταιρία τους A&M «δεν βρήκε λόγο» να κυκλοφορήσει και γι’ αυτό βγήκε από την ανεξάρτητη Twin Tone πριν διαλυθούν. Τα αδέλφια Matt Wilson (κιθάρα, φωνή), Dan Wilson (κιθάρα, πιάνο), Elaine Harris (τύμπανα, κρουστά) και John Munson (μπάσο) αποδίδουν το «Helpless» με αναπαλαιωμένο χιπισμό χωρίς να προσθέτουν ιδιαίτερη αίγλη στο τραγούδι και με τη λιγνή φωνή του Matt Wilson να μην επιφέρει σπουδαία συναισθηματική δύναμη στα λόγια του. Οι Trip Shakespeare κατάφεραν να κυκλοφορήσουν τέσσερα albums πριν τους διώξει η A&M λόγω του ότι το grunge που κυριαρχούσε στην εποχή το 1991 δεν άφηνε περιθώρια για κλασικές rock περιπτύξεις. Ο Dan Wilson και ο John Munson σχημάτισαν τους Semisonic και ακόμα πιο μετά ο Dan Wilson έγινε ένας προβεβλημένος συνθέτης της αμερικανικής pop και rock βιομηχανίας.
★★★★★1/2★★★★


kd lang

k.d. lang

kd lang - Hymns Of The 49th Parallel

k.d. lang «Hymns Of The 49th Parallel» (2004, Nonesuch)

Το «Helpless» από την k.d. lang:

Στο ένατο album της «Hymns Of The 49th Parallel» το 2004, η καναδή Kathryn Dawn Lang από το Edmonton της Alberta του Καναδά, πρόσφερε ένα φόρο τιμής στους αγαπημένους της πατριώτες Καναδούς τραγουδοποιούς, όπως η Joni Mitchell, η Jane Sibbery, ο Bruce Cockburn, ο Leonard Cohen και ο Ron Sexsmith. Φυσικά δεν θα μπορούσε να παραλείψει τον Neil Young με δύο επιλογές από αυτόν, το «After The Gold Rush» και το «Helpless» το οποίο ερμηνεύει με αφοπλιστικά έμπειρη και πάντα βελούδινη, ιαματική φωνή, μπροστά από την ενορχήστρωση του Eumir Deodato (τα έγχορδα ακούγονται σαν αέρας), τις κιθάρες του Ben Mink και τα πλήκτρα του Teddy Borowiecki. Από όσους καλλιτέχνες μετά τον Neil Young αποφάσισαν να ερμηνεύσουν το «Helpless» η k.d. lang φαντάζει ως η πιο κατάλληλη από ύφος και ήθος να το τραγουδήσει και πράγματι του έδωσε μια άλλη αίσθηση η οποία δεν ξεφεύγει από το λυτρωτικό αλλά σίγουρα αγκαλιάζει και μία λεπτή δεξιοτεχνία που δεν είναι όλοι σε θέση να φτάσουν.
★★★★★★★1/2★★


Needle

Needle

Needle - Songs Your Mother Never Sang You

Needle «Songs Your Mother Never Sang You» (2006, Online Rock Records)

Το «Helpless» από τους Needle:

Ίσως η πιο πρωτότυπη, μυσταγωγική και ιδιαίτερη εκτέλεση από όσες έχουν γίνει στο «Helpless«, έρχεται από το 2006 και ένα σχήμα, άγνωστο σχετικά, τους Needle από το San Francisco, οι οποίοι με την απόδοσή τους, δικαιώνουν θαυμάσια την έννοια της διασκευής μέσα από το album τους «Songs Your Mother Never Sang You«. Ο Stephen Beck παίζει κιθάρα, μπάσο, drums, ξυλόφωνο και keyboards και η Julie Cornett τραγουδάει, παίζει κιθάρα, drums, ξυλόφωνο και keyboards και η Christine Banks τραγουδάει σε αυτό το ατμοσφαιρικό κράμα, από συμφωνική μινιμαλιστική chamber pop αναδεικνύοντας ίσως τον βαθύ χαρακτήρα του τραγουδιού με έναν τρόπο υψηλής καλαισθησίας και άποψης. Οι Needle έχουν κυκλοφορήσει τρία albums στα 00s και παραμένουν κρυφό μυστικό στην αμερικανική Δυτική Ακτή.
★★★★★★★★★★


Patti Smith

Patti Smith

Patti Smith - Twelve

Patti Smith «Twelve» (2007, Columbia)

To «Helpless» από την Patti Smith:

Το 2007 η Patti Smith έφτανε στο δέκατο album της και αποφάσισε να φτιάξει ένα album με αποδόσεις σε δώδεκα αγαπημένα της classics από Nirvana, Doors, Paul Simon, Bob Dylan, Allman Brothers, Stevie Wonder, Beatles, Jefferson Airplane, Tears For Fears, Jimi Hendrix Experience, Rolling Stones και CSNY συν ένα δέκατο τρίτο bonus των R.E.M. Η Patti Smith τρoφοδοτεί με όση τρυφερότητα είναι δυνατόν να επιστρατεύσει για την ακουστική εκτέλεσή της, παρέα με την κιθάρα του Lenny Kaye και το ακκορντεόν του Jay Dee Daugherty. Οι λυγμοί σε κάποιες απολήξεις της προσθέτουν αυτήν την διαφορετικότητα που κατά κάποιους είναι αναμενόμενο να διαθέτει η Patti Smith όταν τραγουδάει ένα κομμάτι που έμεινε στην ιστορία για τη λύπη του και την αναζήτηση της σωτηρίας. Η Patti το δίνει με ελπίδα και καθησυχαστική ομορφιά.
★★★★★★★★★★


Black Label Society

Black Label Society

Black Label Society - The Song Remains Not The Same

Black Label Society «The Song Remains Not The Same» (2011, eOne)

Το «Helpless» από τους Black Label Society:

To 2011 οι Black Label Society κυκλοφόρησαν το «The Song Remains Not The Same«, ένα σύνολο επεξεργασμένων τραγουδιών σε ακουστικές εκτελέσεις από διασκευές τους ή bonus τραγουδιών τους από albums τους, κυρίως από το προηγούμενο album τους του 2010 «Order Of The Black«. Ο Zakk Wylde τραγουδάει με τη σκαμμένη φωνή του επιστρατεύοντας όλη το σεβασμό του για το classic του Neil Young με συνοδεία μόνο από το πιάνο που παίζει ο ίδιος. Ο drummer John DeServio και ο μπασίστας Will Hunt δεν έχουν σπουδαίο ρόλο στην ηχογράφηση. Οι σκληροί rockers από το Los Angeles έχουν διαγράψει μια πολύ εντυπωσιακή πορεία που τους έχει αποφέρει μεγάλη εμπορική επιτυχία  στα charts. O Zakk Wylde είναι ο κιθαρίστας του Ozzy Osbourne και έχει κυκλοφορήσει δύο προσωπικά albums, ένα με τους Pride & Glory και δεκατρία με τους Black Label Society.
★★★★★★★★★★


Rachael Sage & Judy Collins

Rachael Sage & Judy Collins

Rachael Sage - Blue Roses

Rachael Sage «Blue Roses» (2015, MPress Records)

To «Helpless» από την Rachael Sage και την Judy Collins:

Η Rachael Sage από το Port Chester της Νέας Υόρκης στο ενδέκατο album της το 2015 συμπεριέλαβε μια «γυναικεία» εκτέλεση του «Helpless» καλώντας και την θρυλική Judy Collins να το ερμηνεύσουν μαζί, μία αρκετά πετυχημένη ιδέα, αφού η αντίστιξη ανάμεσα στην χυμώδη, γεμάτη ψήγματα λαχτάρας και άγχους, φωνή της Sage, δένει εξαιρετικά με την κραταιότητα της folk εμπειρίας της αειθαλούς Collins. Η Rachael Sage εκτός από καλή τραγουδοποιός είναι και ένα υπόδειγμα ανεξάρτητης καλλιτέχνιδας αφού κυκλοφορεί μόνη της το υλικό της από την προσωπική δισκογραφική εταιρία της και επιπλέον είναι και ζωγράφος. Όχι γνωστή στην Ευρώπη, παρότι θα έπρεπε έχει κυκλοφορήσει δώδεκα albums από το 1995 ως το 2016. Για κάποιο λόγο, μέσα στην ίδια χρονιά, δύο άλλες κυρίες, η Donna Lewis στο album της «Brand New Day» και η Ida Sand στο «Young At Heart» διασκεύσασαν το «Helpless» συμπαθητικά, ίσως για να γιορτάσουν τα 45 χρόνια από την πρώτη ηχογράφησή του.
★★★★★★★★★★


 

The Dust Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

The Dust Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , | 13 Σχόλια »

Ο Σκλάβος Που Κοιμάται

Posted by gone4sure στο 1 Απριλίου 2018

Το «L’ Esclave Endormi» είναι η ομορφότερη μελωδία που έχω ακούσει στη ζωή μου. Από όλο το φάσμα της pop κουλτούρας. Είναι απλή, δωρική και λατρευτική, διαθέτει πόθο και λαχτάρα στα σπλάχνα της, είναι ερωτική με έναν τρόπο ευγενή και ανυψωτικό. Είναι ένα αριστούργημα που σε μεγάλο βαθμό δεν έχει ανακαλυφθεί, δεν έχει πάρει τη θέση της στο θρόνο που της αξίζει. Παραμένει ένα καλά κρυμμένο μυστικό γεννημένο από την καρδιά της Ευρώπης, μία μελωδία με πολυεθνή καταγωγή και με παχιά σκόνη στιβαγμένη πάνω της από το χρόνο. Παρότι η μεγάλη ομπρέλα της pop και rock κουλτούρας έχει προσφέρει πολλές μελωδίες, σύνθετες, πολυδαίδαλες, εύγλωτες και συγκινητικές, νομίζω, ότι ποτέ άλλοτε δεν παρήχθη Υψηλή Τέχνη τόσο συγκλονιστική, από τη χημεία μιας μελωδικής γραμμής, μιας νυχτωδικής ατμόσφαιρας και μιας θεϊκής ερμηνείας. Υψηλή Τέχνη όσο ο «Ευρύωνος Τάφος» του Καβάφη, όσο ο «Σκλάβος που Πεθαίνει» του Michelangelo, όσο ο «Καυγατζής» του Rainer Werner Fassbinder, όσο «Τα Θαύματα Της Σικελίας» του Wilhelm Von Gloeden

Richenel boy

Ο Richenel στις αρχές της καριέρας του, μέλος των synth funksters Fetisj

Το 1985 η 4AD είχε ήδη χτίσει τη φήμη της ως η ανεξάρτητη εταιρία του Ivo Watts Russell που αντιπροσωπεύει τον σκοτεινό μπαρόκ ήχο της μελαγχολίας και της ατμοσφαιρικότητας με τους Cocteau Twins, τους Dead Can Dance και τους This Mortal Coil να πρωταγωνιστούν στον κατάλογό της. Ωστόσο, είχε ήδη προσθέσει στον κατάλογό της και σχήματα της αντίπερα όχθης, του ρυθμού και της εκζήτησης των synths όπως το μείγμα των phat beats των Wolfgang Press και η ηλεκτρονική χορευτική γοητεία των Clan Of Xymox. Η κυκλοφορία όμως του «L’ Esclave Endormi» ερχόταν να γεφυρώσει τους δύο κόσμους αφού ο Richenel που το ερμήνευσε προερχόταν από την synth funk κουλτούρα της Ολλανδίας, αλλά το τραγούδι που έμελλε να προστεθεί στο ρεπερτόριο της 4AD προερχόταν από την μελωδική, ατμοσφαιρική στόφα ενός fusion Ευρώπης και Ασίας, κλασικότητας και οριενταλισμού. Ο Hubert Richenel Baars, γεννημένος στο Amsterdam αλλά με καταγωγή από το Σουρινάμ ήταν κάτι σαν την ολλανδική εκδοχή του Pete Burns των Dead Or Alive, ένας μαγνητικά όμορφος gay τραγουδιστής με απαράμιλλο ερμηνευτικό χάρισμα.

Richenel drag

O Richenel σε drag.

«Έκανα μια τρελή ζωή» ομολόγησε ο Richenel στον Martin Aston, συγγραφέα του βιβλίου «Facing The Other Way: The Story Of 4AD«. «Ποτέ δεν είχα σκοπό να γράψω μουσική ή να τραγουδήσω αλλά η μουσική βρισκόταν πάντα στο σπίτι μας.» Στα είκοσι ένα χρόνια του, την άνοιξη του 1979 ο Richenel βρέθηκε να αντικαθιστά την τραγουδίστρια των Luxor. Το ένα πιθανό πρόβλημα ήταν ότι ο εραστής της τραγουδίστριας της μπάντας ήταν μέλος των Hell’s Angels και έτσι οι μηχανόβιοι αποτελούσαν το βασικό πυρήνα του κοινού τους. «Το περίεργο είναι ότι και οι Hell’s Angels με αγαπούσαν επίσης» θυμάται, ακόμα και όταν ντυνόταν εκκεντικά με θηλυπρεπή εμφάνιση. «Δεν ήμουν πάντα τραβεστί, πάντα όμως φορούσα κραγιόν και ψηλά τακούνια. Εκείνες τις μέρες αυτό ήταν ακόμα ζήτημα.»

Armande Altai

Η εκκεντρική γαλλίδα – τουρκάλα Armande Altaï συνέθεσε το «L’ Esclave Endormi»

Ο Richenel ήξερε ότι δεν ήταν η μοίρα του να περάσει τη ζωή του δουλεύοντας ως μεταφραστής για μια τράπεζα του Amsterdam και το βράδυ να τραγουδάει για τους Hell’s Angels. Στη σχολή Καλών Τεχνών Gerrit Rietveld, όπου σπούδαζε θεατρικό κοστούμι, έγινε φίλος με την καλλιτεχνική multi media κολλεκτίβα Fetisj οι οποίοι και συμμετείχαν στο ντεμπούτο album του «La Diferencia» το 1982. Ο τίτλος ήταν φιλόδοξος, περισσότερο τουλάχιστον από το τυπικό soul funk που έπαιζαν. H σωτηρία ήρθε το 1984 όταν άκουσε το «L’ Esclave Endormi» στο ραδιόφωνο των Βρυξελλών, στην ερμηνεία της εκκεντρικής camp τραγουδίστριας και ηθοποιού Armande Altaï. Η Altaï γεννημένη στο Alep της Συρίας με γαλλική και τουρκική καταγωγή σπούδασε στο κονσερβατόριο της Μασσαλίας στη Γαλλία, υποδύθηκε τη Μαρία Μαγδαληνή στο musical «Godspell» το 1972 και το 1973 ηχογράφησε το πρώτο single της στη γαλλική Mercury, συνεργάστηκε με τον Georges Wilson σε προχωρημένα οπερατικά και free jazz projects  και στη συνέχεια ανέπτυξε το δικό της μείγμα οπερατικής μουσικής και προχωρημένης post punk ατμόσφαιρας, που απέδωσε δισκογραφικά σε τρία albums μεταξύ 1979 – 1983 συν άλλα δύο μετά την επιστροφή της στη δισκογραφία το 2001 και το 2007.

Nocturne Flamboyant

Το τρίτο album της Armande Altaï, «Nocturne Flamboyant» (1983, Mercury)

Το «L’ Esclave Endormi», γραμμένο από την ίδια, είχε κυκλοφορήσει στο τρίτο album της «Nocturne Flamboyant» ηχογραφημένο στα Strawberry Studios του Stockport στο Manchester, σε παραγωγή του Martin Hannett, του ιδιοφυούς παραγωγού της Factory που ευθυνόταν για τον απίθανο ήχο των Joy Division. Το album της Altaï επιχειρούσε την ίδια υβριδιακή ζεύξη κλασικού – ηλεκτρονικού, που είχε κάνει και ο γερμανός Klaus Nomi, με τη βοήθεια βρετανών μουσικών όπως ο μπασίστας Barry Adamson, ο πιανίστας Steve Hopkins και ο drummer John Doyle σε συνδυασμό με γάλλους μουσικούς όπως οι κιθαρίστες Jean Marie Hareb και Michel Zacha και ο πιανίστας και ενορχηστρωτής της, Patrick Morgenthaler.

Η εκτέλεση της Armande Altaï σε παραγωγή Martin Hannett:

Ωστόσο, όσο πάθος, δράμα και λαχτάρα και αν επιφύλασσε η ερμηνεία της Armande Altaï στο τραγούδι, θα αποδεικνυόταν μάλλον κατώτερη της μαγείας την οποία πρόσδωσε στη μελωδία ο Richenel. Και ο Richenel είχε εύλογα, μεγάλη επιθυμία να ερμηνεύσει αυτό το τραγούδι, έναν ύμνο στην ομορφιά και στο θάμπος του αισθησιασμού, μια ωδή στην ερωτική επιθυμία και την ακατανίκητη ερωτική λαχτάρα που δημιουργεί ποιητές σαν τον Καβάφη. Η ματιά εδώ είναι ηδονοβλεπτική, συγκλονισμένη από τη συγκίνηση, ισόρροπη ανάμεσα στον ασυγκράτητο σεξουαλικό ερεθισμό και στη λυρική λεπτότητα της περιγραφής των αισθήσεων.

Η εκτέλεση του Richenel σε παραγωγή Dirk Blanchart:


Ωχρότητα, ορφική ομορφιά,

Ξέσκεπο αγόρι στο στρώμα μου
Λάμπει από διαστροφή
Ανάσα αθώα στο στόμα
Νωχελικός μέσα στις δαντέλες
Βυθισμένο στον ύπνο το σώμα σου
Από την επιθυμία διχάζεται
Ο σκλάβος που κοιμάται

Σώμα που κολλάει από τα αρώματα και το κρασί
Τυλιγμένος σε λουλουδένιες γιρλάντες
Σαν δώρο στο φρέσκο πρωινό αέρα
Γεμάτος νεύρο και ξεκούραστος
Νωχελικός μέσα στις δαντέλες…
Αιωρούμενος στην ανάσα του Αιόλου
Ξαπλωμένος σαν άγαλμα μετά την καταιγίδα που κόπασε
Που τον άγγιξε το φτερό της γαλάζιας αυγής
Τα πλευρά σου ιριδίζουν σ’ ένα αμυδρό ρίγος
Νωχελικός μέσα στις δαντέλες…

Statue Of Desire

Το εξώφυλλο του LP «Statue Of Desire» (1985, Megadisc)

Richenel ‎– L'Esclave Endormi (Megadisc)

Το εξώφυλλο του ολλανδικού δωδεκάιντσου single (1985, Megadisc)

Richenel ‎– L'Esclave Endormi (4AD)

…και το αντίστοιχο εξώφυλλο του βρετανικού δωδεκάιντσου single (1986, 4AD)

H Megadisc, η ανεξάρτητη δισκογραφική της Ολλανδίας που κυκλοφορούσε με ζήλο βρετανικό post punk και εκλεκτικές ηχογραφήσεις από την ολλανδική σκηνή, υπέγραψε τον Richenel και προσπάθησε να τον πείσει ότι έπρεπε να ηχογραφήσει σε disco ύφος το «L’ Esclave Endormi«. Ο Richenel είχε τελείως διαφορετική άποψη: προτίμησε την αισθαντική ερμηνεία που τον έφερνε κοντύτερα στην ατμόσφαιρα σχημάτων όπως οι Dead Can Dance, αν και η ενορχήστρωση του τραγουδιού παράπεμπε πιο πολύ στην synth pop των 80s, σε επιμέλεια του βέλγου nu pop καλλιτέχνη Dirk Blanchart με προεξάρχοντα τα keyboards του Hans Helewaut. Η Megadisc έστειλε ένα αντίτυπο του καινούργιου τότε album του Richenel, «Statue Of Desire» στον Ivo στην 4AD. O Ivo δεν βρήκε τίποτα ενδιαφέρον σ’ αυτό πέρα από το «L’ Esclave Endormi«.

Ivo Watts Russell

Ivo Watts Russell

«Διέθετε μια απόλυτη αγνότητα και ομορφιά, κι έτσι ζήτησα τα μέρη του τραγουδιού έτσι ώστε να τα ρεμιξάρω μαζί με τον John Fryer – κάτι που νομίζω, κάναμε πολύ όμορφα,» είπε ο Ivo στον Martin Aston. To remix κυκλοφόρησε σε ένα δωδεκάιντσο single μαζί με την αυθεντική εκτέλεση του Richenel και ανέδειξε την εξαιρετική τεχνική του τραγουδιστή στη διάρκεια επτά ζαλιστικών λεπτών. «Είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου κυκλοφορίες της 4AD όλων των εποχών» λέει ο Ivo. «Όμορφη εικόνα, λογότυπο, όμορφη ερμηνεία από έναν όμορφο άνθρωπο. Είναι ίσως το πιο αγαπημένο μου εξώφυλλο από την 23 Envelope. Ο Nigel και ο Vaughan συνεργάστηκαν άψογα.»

Η εκτέλεση του Richenel στην αφαιρετική προσέγγιση της παραγωγής Ivo Watts Russell και John Fryer:

L'Esclave Mourant

L’ Esclave Rebelle

L'Esclave Rebelle

L’ Esclave Mourant

Το κυνήγι της αισθητικής τελειότητας από την 23 Envelope, την εταιρία γραφιστικής του Vaughan Oliver με την οποία συνεργαζόταν η 4AD, έφτασε στην αποθέωσή του με το «L’ Esclave Endormi». Η φωτογραφία από τον Nigel Grierson του γυμνού αγοριού μέσα σε ένα λουτρό γάλατος στήθηκε κατ’ εικόνα των δίδυμων αγαλμάτων του φλωρεντίνου Michelangelo, «L’Esclave Mourant» και «L’ Esclave Rebelle«, ο Vaughan Oliver όμως θεωρεί ότι η εικόνα είναι περισσότερο επηρρεασμένη από το γερμανό φωτογράφο του 19ου αιώνα, βαρώνο Wilhelm Von Gloeden του οποίου οι φωτογραφίες από τους νέους της Σικελίας «Wonders Of Sicily«, αποτελούν αποσπάσματα από μια πολύ διαφορετική γενιά ως προς τα ήθη.

Reclining Boy

Reclining Boy © Wilhelm Von Gloeden

Η δουλειά του Von Gloeden σε άλλο χρονικό πλαίσιο θα προκαλούσε διαμαρτυρίες για τις σκανδαλώδεις γυμνές απεικονίσεις των αγοριών της Σικελίας σε πλατωνικές υπαινικτικές στάσεις, πέρα από το αισθητικό πνεύμα τους, την ιδιαίτερη χρήση του φωτός και τα υλικά που χρησιμοποιούσε για τα μοντέλα του προκειμένου να καλύψει τις σωματικές αμυχές (ένα make up σώματος που περιλάμβανε γάλα, ελαιόλαδο και γλυκερίνη) που τους τοποθετεί ως ακόλουθους του θεού Πάνα ή του Διόνυσου στην επαρχιακή, ειδυλλιακή επαρχία του νησιού. «Ο Nigel ζητούσε συνεχώς από το αγόρι να μπει σ’ αυτό το λουτρό με το κρύο γάλα» θυμάται ο Oliver. «Λειτουργείς όμως ως καλλιτέχνης, δεν σκέφτεσαι ότι αυτό είναι πονηρό. Ήταν δύο ετεροφυλόφιλοι καλλιτέχνες που συνεργάζονταν πάνω σ’ αυτό. Είναι υπέροχο εξώφυλλο.»

Wonders Of Sicily

Wonders Of Sicily © Wilhelm Von Gloeden

Το «L’ Esclave Endormi» ήταν μια κυκλοφορία που δεν θα είχε συνέχεια στη 4AD για τον Richenel αφού ο Ivo δεν ανακάλυψε άλλα στοιχεία στο υλικό του album του για να τα κυκλοφορήσει. Είχε αντιληφθεί όμως την ερμηνευτική δύναμη του Richenel κι έτσι τον κάλεσε στο Λονδίνο για τις ηχογραφήσεις του δεύτερου album των This Mortal Coil, «Filigree And Shadow«. Ο Ivo του έδωσε να ερμηνεύσει δύο τραγούδια – το «I Must Have Been Blind» του Tim Buckley και το «Five Brothers» των Quicksilver Messenger Service, μία ακόμα από τις αναμνήσεις του Ivo από την Δυτική Ακτή των Η.Π.Α. Πίσω στην Ολλανδία, ο Richenel δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει την καλλιτεχνική επιτυχία του «L’ Esclave Endormi» αφού η δισκογραφία του στη συνέχεια (πέντε albums από το 1987 ως το 2008) κινήθηκαν σε nu pop πλαίσια της εποχής, αφήνοντας πάντα κάτι απ’ έξω από την τεράστια φωνητική ευρύτητά του. Περιπλανήθηκε από τα μέσα των 90s στην Ισπανία και στην Ibiza αναζητώντας μια πιο ταιριαστή μουσική φόρμα και κατέληξε να μετοικεί στο νότο της Γαλλίας τραγουδώντας jazz.

 

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , | 21 Σχόλια »

Specials – Ghost Town – Αφιέρωμα σε ένα μονίμως επίκαιρο αριστούργημα

Posted by gone4sure στο 11 Ιουλίου 2015

Το εξώφυλο του ep

Το εξώφυλο του ep «Ghost Town»

34 καλοκαίρια ακριβώς πριν, στις 11 Ιουλίου 1981, το «Ghost Town» ανέβαινε στο Νο.1 της Αγγλίας μετατρέποντας σε τραγούδι μια από τις χειρότερες, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, χρονιές της χώρας που γεννήθηκε. Σήμερα φαντάζει  επίκαιρο στην ελληνική πραγματικότητα σαν να μην έχει αλλάξει ούτε ένα κομμάτι του τρομακτικού παζλ από την Βρετανία των 1970′s στην Ελλάδα των 2010′s.

H Ελλάδα της μεταμνημονιακής εποχής θα μπορούσε να είναι η έμπνευση του Jerry Dammers των Specials για να γράψει μια καινούργια Πόλη Φαντασμάτων, όπως έκανε τότε 35 χρόνια πριν που γύρω του διαλύονταν τα πάντα (η χώρα του, οι φίλοι του μέχρι και η ίδια η μπάντα του) που κάρφωσε επί τρεις εβδομάδες στο Νο.1 του chart κάπως ειρωνικά αφού το σχήμα είχε ήδη διαλυθεί ακόμα και τη στιγμή που έπαιζαν στο Top Of The Pops – στα παρασκήνια της εμφάνισής τους, ο Terry Hall με τον Lynval Golding και τον Neville Staple ήδη είχαν συμφωνήσει τη δημιουργία των Fun Boy Three

To «Ghost Town» εκτός από ένα δυστοπικό classic που συνοψίζει σαν σε μια κάψουλα όλο το περιβάλλον και το κλίμα μιας εποχής, ένα αντανακλαστικό soundtrack της πραγματικότητας, είναι και ένα αριστούργημα της παράδοσης των rudies. Ακούγεται φρέσκο, σημερινό, παλλόμενο σαν μια παρακαταθήκη για το μέλλον και ίσως μια «ενοχλητική» υπενθύμιση της παρακμής της δυτικής κοινωνίας. Ο πολύς κριτικός και συγγραφέας Dave Marsh το χαρακτήρισε ως απάντηση στο «Street Fighting Man» των Rolling Stones και το κατέταξε στα 1000 σημαντικότερα τραγούδια όλων των εποχών, στο βιβλίο του «The Heart Of Rock & Soul» και οι τρεις μουσικές εφημερίδες της Βρετανίας, New Musical Express, Melody Maker και Sounds, το ανακήρυξαν καλύτερο single της χρονιάς και έμελλε να γίνει ένας εμβληματικός εθνικός αντι-ύμνος για ένα έθνος που υπέφερε.

To σεπτέτο από το Coventry: διαδοχικά ονομάστηκαν Coventry Automatics, Automatics, Specials και Special A.K.A.

To σεπτέτο από το Coventry: διαδοχικά ονομάστηκαν Coventry Automatics, Automatics, Specials και Special A.K.A.

Οι Specials από το Coventry ξεκίνησαν ως Automatics το 1977 και πήραν το τελικό όνομά τους μέχρι το 1979 που κυκλοφόρησαν το ομότιτλο ντεμπούτο τους, σχηματισμένοι από τον Jerry Dammers μία από τις πιο σημαντικές φιγούρες του βρετανικού post punk που ευθύνεται στο μεγαλύτερο βαθμό για την αναβίωση του τζαμαϊκανού ska, την ανάσυρση στην επιφάνεια του τέλους των 70’s, των blue beat και brit reggae ηχογραφήσεων των 60’s, την μόδα των neo-mods και των rudies και φυσικά την δημιουργία της ανεξάρτητης 2-Tone. Όταν το «Ghost Town» πήγε στο Νο.1 της Αγγλίας το καλοκαίρι του 1981, οι Specials είχαν ήδη στο ενεργητικό τους, δύο albums, μία σειρά από πετυχημένα singles (το ντεμπούτο τους «Gangsters» και το «Too Much Too Young» κορυφαία εμβλήματα μιας εποχής) και μία πολύ σημαντική, επιδραστική παρουσία στο post punk σκηνικό, έχοντας συγκεντρώσει γύρω τους σχήματα όπως οι Selecter, οι Madness, οι Beat, οι Bad Manners, οι Bodysnachers και οι Swinging Cats που οδηγούσαν το neo-ska – mod ρεύμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με την στήριξη του κινήματος Rock Against Racism και Anti-Nazi League κατά του φασιστικού Εθνικού Μετώπου που στα μέσα των 70’s αύξανε ανησυχητικά τις δυνάμεις του. Ίσως όλη η ιστορία του Rock Against Racism που σχεδόν ταυτίζεται στην εποχή του τέλους των 70’s με την ίδρυση, τη δράση και την επιτυχία της 2-Tone, ξεκίνησε… με αφορμή έναν προκλητικό μεθυσμένο rock star και έναν ακροδεξιό πολιτικό.

Οι εμπρηστικές δηλώσεις του Eric Clapton στη συναυλία του στο Odeon του Birmingham στις 5 Αυγούστου 1976 έγινε η αφορμή για τη δημιουργία του Rock Against Racism

Οι εμπρηστικές δηλώσεις του Eric Clapton στη συναυλία του στο Odeon του Birmingham στις 5 Αυγούστου 1976 έγινε η αφορμή για τη δημιουργία του Rock Against Racism

«Εχουμε καθόλου ξένους στο κοινό σήμερα;» Ο Eric Clapton ανέβηκε στη σκηνή του Οdeon στο Birmingham στις 5 Αυγούστου 1976 μεθυσμένος και όσο περνούσε η βραδυά γινόταν όλο και χειρότερα. «Αν υπάρχουν, παρακαλώ να σηκώσουν τα χέρια τους. Νομίζω ότι σήμερα πρέπει να ψηφίσουμε υπέρ του Enoch Powell.» Επί σκηνής στο Odeon του Birmingham, στην καρδιά της μεταναστευτικής περιοχής της μέσης Βρετανίας, ο κιθαρίστας, γνωστός και ως Θεός, δήλωσε ανοιχτά την υποστήριξή του στον ακρδεξιό πολιτικό που έγινε περισσότερο γνωστός για την υποστήριξή του στην αναγκαστική απέλαση του μαύρου πληθυσμού της Βρετανίας (ο ίδιος πολιτικός που έμεινε στην ιστορία για την ομιλία του περί «ποταμών αίματος», εμπνεόμενος από την Αινειάδα του Βιργίλιου: «όπως βλέπω στο μέλλον, έχω μια προαίσθηση, σαν τον Ρωμαίο, βλέπω «τον Τίβερη ξεχειλισμένο στο αίμα»). Μέσα στη βραδυά ακούστηκαν διάφορα τσιτάτα από το στόμα του Clapton: «πετάξτε τους αράπηδες έξω», «κρατήστε την Βρετανία λευκή» και «στείλτε τους όλους πίσω».

Ο Clapton έριχνε άλλο ένα κούτσουρο στη φωτιά της έκρηξης του punk που ερχόταν. Την επόμενη εβδομάδα και οι τρεις μεγάλες μουσικές εφημερίδες, το Sounds, το Melody Maker και το New Musical Express δημοσίευσαν μία επιστολή των Red Saunders, David Widgery και Syd Shelton: «Έλα Eric, μαζέψου» έγραφε η επιστολή. «Η μισή μουσική σου είναι μαύρη. Είσαι ο μεγαλύτερος αποικιοκράτης του rock. Θέλουμε να οργανώσουμε ένα κίνημα των χαμηλών στρωμάτων ενάντια στο ρατσιστικό δηλητήριο στη μουσική. Προσφέρουμε την υποστήριξή μας στο Rock Ενάντια στο Ρατσισμό.» Ως υστερόγραφο η επιστολή απευθυνόταν στον Clapton ειρωνικά, σχετικά με τη μεγάλη επιτυχία που είχε κανει διασκευάζοντας, ένα χρόνο πριν, το «I Shot The Sherriff» που είχε γράψει ο Bob Marley και είχε κυκλοφορήσει με τους Wailers, το 1973 στο album «Burnin’«: «Ποιος πυροβόλησε το σερίφη, Eric; Σίγουρα, όχι εσύ…» Μέσα στις επόμενες επτά μέρες, η επιστολή είχε 140 απαντήσεις από το κοινό.

Αυθεντική κονκάρδα με το λογότυπο του Rock Against Racism

Αυθεντική κονκάρδα με το λογότυπο του Rock Against Racism

Μέσα στα επόμενα επτά χρόνια, άλλαξε το πρόσωπο της Βρετανίας. Το Rock Against Racism (RAR) παραμένει η πιο αποφασιστική δράση για πολιτική αλλαγή στην ιστορία της μουσικής. Συντασσόμενο τόσο νωρίς και τόσο δυναμικά με τις δυνάμεις του punk rock, έγινε αναπόσπαστο μέρος του, ένα εστιακό σημείο τόσο δυνατό που ακόμα και όταν όλες οι punk ιδέες κατέρρεαν και γινόταν ταχύτατα φανερό ότι η ανεργία, η φτώχεια και η πείνα δεν θα ήταν ηλεκτρικές κιθάρες, το RAR θριάμβευσε. Ίσως ο ρατσισμός να μην εξολοθρεύθηκε. Αλλά η κουλτούρα της άγνοιας (και της αδιαφορίας), η οποία αποτελεί το πιο γόνιμο έδαφος για το ρατσισμό, σίγουρα πλήγηκε καίρια και στερήθηκε κατά πολύ την πρώτη ύλη της.

Ο Eric Clapton έσπευσε να αναθεωρήσει. Ήταν μεθυσμένος είπε, έκανε πλάκα. Τελικά ακόμα και οι πιο λυσσώδεις πολέμιοί του συμφώνησαν ότι μερικές φορές, κάποιος μπορεί να πει πράγματα που είναι εντελώς άκυρα, συνήθως επειδή γιατί δεν έχει κάτσει να τα σκεφτεί από πριν. Ο Clapton αντέδρασε σε ένα προσωπικό περιστατικό που συνέβη (ένας Άραβας τσίμπησε τον πισινό της γυναίκας του) αλλά όταν παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος, δεν ζήτησε ποτέ συγνώμη. Διότι, με την τόσο βάρβαρη ανακίνηση ενός θέματος που σιγόκαιγε κάτω από την επιφάνεια της βρετανικής κοινωνίας για πάνω από είκοσι χρόνια, βοήθησε την ίδια αυτή κοινωνία να κάνει ένα βήμα το οποίο επί τόσα χρόνια «ενσυνείδητης πολιτείας» δεν είχε καταφέρει να πραγματοποιήσει.

Skinheads του φασιστικού Εθνικού Μετώπου

Skinheads του φασιστικού Εθνικού Μετώπου

Το ρατσιστικό ζήτημα που ανακινήθηκε στα μέσα των 70’s έγινε άλλοθι για τις μεθόδους καταστολής της κυβέρνησης αργότερα προκειμένου να παταχθεί η εγκληματικότητα. Στην ουσία όμως, αυτό που φαινόταν σαν διαμάχη μεταξύ λευκών και μαύρων από τα media ήταν μια ακόμα έκφανση της πολιτικής αστάθειας, της κοινωνικής απόγνωσης και της απελπισίας ενός έθνους σε πλήρες αδιέξοδο. Μέχρι το 1981, οι διαμάχες σε διαδηλώσεις μεταξύ Rock Against Racism και του φασιστικού Εθνικού Μετώπου κιλήδωναν σχεδόν κάθε συναυλία της 2-Tone που συγκέντρωνε ένα μεικτό ακροατήριο από rudies, mods και skinheads. To 1981 μέσα σε 12 μόλις μήνες, τα νούμερα της ανεργίας ήταν αμείλικτα: οι άνεργοι αυξήθηκαν από 1,5 εκατομμύριο σε 2,5 ενώ το ποσοστό ανεργίας στις εθνικές μειονότητες αυξήθηκε στο 82% τον ίδιο χρόνο.

Αστυνομικοί συλλαμβάνουν νεαρό που συμμετείχε στην εξέργερση του 1981 στο Brixton.

Αστυνομικοί συλλαμβάνουν νεαρό που συμμετείχε στην εξέργερση του 1981 στο Brixton.

Μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Απριλίου 1981 η αστυνομία του Brixton επέβαλλε μια πολιτική που έμεινε στην ιστορία με το μνημειώδες θατσερικό διάταγμα «Operation Swamp ’81» παίρνοντας το όνομά του από τη θρυλική δήλωση της Margaret Thatcher το 1978 ότι η «Βρετανία θα βούλιαζε στο βάλτο από ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων». Μέσα σε έξι μέρες 943 άνθρωποι εξετάστηκαν στο δρόμο από αστυνομικούς ντυμένους με πολιτικά ρούχα. Στις 10 Απριλίου ξέσπασε η πρώτη ταραχή στο Brixton. Μέσα στις επόμενες δέκα μέρες πάνω από 100 άνθρωποι συνελλήφθησαν και 15 αστυνομικοί τραυματίστηκαν σε συμπλοκές στο Finsbury Park, το Forest Gate και το Ealing. Άλλες 350 συλλήψεις έγιναν εκτός Λονδίνου. Στο Coventry την πατρίδα των Specials, ένας ασιάτης έφηβος, ο Samtam Gill σκοτώθηκε σε μια ρατσιστική επίθεση και στις ταραχές που ακολούθησαν μεταξύ skinheads και εθνικών μειονοτήτων έγιναν 80 συλλήψεις. Με αφορμή την κυκλοφορία του «Ghost Town» ο Dammers είχε κανονίσει να δώσουν οι Specials συναυλία στη γεννέτειρά τους στο Coventry στις 20 Ιουνίου αλλά φημολογούμενη επίθεση του Εθνικού Μετώπου είχε ως αποτέλεσμα να είναι μισοάδειος ο χώρος.

Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό οι Specials αντιμετώπιζαν τρομερές εντάσεις και διαμάχες μεταξύ τους, επί έξι μήνες είχαν σταματήσει να δουλεύουν ως σχήμα για να πάρουν τις αποστάσεις τους αλλά η φλόγα του Dammers να φτιάξει το απόλυτο τραγούδι τους, αυτό που θα στεφάνωνε την δράση τους τα τελευταία πέντε χρόνια, δεν είχε σβήσει. Λέγεται ότι η πρώτη ύλη που είχε ο Jerry Dammers για να συνθέσει το «Ghost Town» ήταν το «7 Wonders Of The World» των Prince Buster’s All Stars, ένα στοιχειωτικό instrumental που κυκλοφόρησε στην Blue Beat το 1967…

Ο παραγωγός του

Ο παραγωγός του «Ghost Town», John Collins

Ο John Collins, παραγωγός και ιδιοκτήτης της reggae εταιρίας Local Records εξηγεί αναλυτικά τη διαδικασία της παραγωγής του «Ghost Town»: «Ξεκίνησε με ένα τηλεφώνημα του Jerry Dammers τον Μάρτιο του 1981. Είχε ακούσει έναν reggae δίσκο που είχα φτιάξει στο σπίτι μου στο Tottenham, το «At The Club» του Victor Romero Evans και με ρώτησε αν θα ενδιαφερόμουν να κάνω παραγωγή στους Specials. Καχύποπτος ότι μπορεί να είναι φάρσα, δέχτηκα ωστόσο να πάω μέχρι το Coventry δύο μέρες μετά για να γνωρίσω την μπάντα και ήταν μεγάλη η έκπληξή μου όταν διαπίστωσα ότι σοβαρολογούσαν. Και αυτή εξεπλάγησαν επειδή ήμουν λευκός. Υπήρχαν ξεκάθαρα εντάσεις μεταξύ τους, είχαν ανάγκη να τους ενώσει και φαίνονταν πρόθυμοι να συνεργαστούμε. Ο Jerry ήταν απογοητευμένος από την τεχνολογία και τα ακριβά στούντιο και του άρεσε η σπιτική προσέγγισή μου και η δράση μου στη reggae. Είχε βρει ένα οχτακάναλο στούντιο στο Leamington και ενώ ήταν μόλις δύο βήματα από τους Specials ήταν και ένα βήμα από το δικό μου τετρακάναλο στούντιο που είχα στο σπίτι. Αποφασίστηκε να πάμε εκεί να ηχογραφήσουμε τρία τραγούδια για το επόμενο single της μπάντας. Μου έδωσαν ένα συμβόλαιο με 2% μερίδιο και 1500 λίρες προκαταβολή, που είναι καλή συμφωνία για έναν άγνωστο παραγωγό. Κι έτσι ξεκίνησε το πείραμα. Την πρώτη μέρα στο στούντιο ήθελα να ηχογραφήσουμε τα ρυθμικά μέρη: τύμπανα, μπάσο, ρυθμική κιθάρα και όργανο. Οι Specials συνήθως ηχογραφούσαν όλοι μαζί παίζοντας ζωντανά αλλά εγώ είχα συνηθίσει να χτίζω το μουσικό υπόβαθρο του τραγουδιού κομμάτι – κομμάτι. Έτσι κι αλλιώς δεν θα χωρούσαν και οι επτά στο στούντιο.»

O John Collins έπαιξε στον drummer John Brudbury ένα κομμάτι του Gregory Isaacs, το «Oh What A Feeling» σε παραγωγή Sly & Robbie για να συλλάβει το αίσθημα. Ακολούθησαν και οι υπόλοιποι μουσικοί στο στούντιο, ο μπασίστας Horace Panter, ο Jerry Dammers με ένα Hammond όργανο που υπήρχε στο στούντιο, η lead κιθάρα του Roddy Radiation Byers και η ρυθμική κιθάρα του Lynval Golding, συν τα πνευστά του Rico Rodriguez (τρομπόνι) και του Dick Cuthell (fluegelhorn). Τα βοηθητικά φωνητικά στο υπόβαθρο, των Neville Staple, Jerry Dammers, Terry Hall και Lynval Golding ηχογραφήθηκαν σε όλη τη διάρκεια των ρυθμικών μερών του κομματιού έτσι ώστε να μπορεί αργότερα να μιξάρει όπου και όπως θέλει ο John Collins. Ηχογραφήθηκε και ένα rap μέρος του Terry Hall ως toasting αλλά δε βρήκε τη θέση του στην τελική μίξη γιατί ο Collins ήθελε να κρατήσει την επτάιντση εκτέλεση του κομματιού κοντά στα τρία λεπτά. Για αυτό και το solo στο τρομπόνι του Rico Rodriguez συμπεριλήφθηκε μόνο στην δωδεκάιντση εκτέλεση. Ο Collins αναγκάστηκε να «χωρέσει» και το φλάουτο του Paul Heskett από τους Swinging Cats, που ο Dammers το ήθελε οπωσδήποτε. Χρειάστηκε άλλες τρεις εβδομάδες μίξης του τραγουδιού στο σπίτι του στο Tottenham και στο τέλος πρόσθεσε και το εφέ του φαντάσματος από το Transcendent synthesizer στην εισαγωγή και στο κλείσιμο του τραγουδιού.

Ο Dave Thompson στο βιβλίο του «Wheels Out Of Gear: 2 Tone The Specials And A World In Flame» το 2004 συνόψισε με υποδειγματικό τρόπο το συναρπαστικό αφήγημα που γέννησε το «Ghost Town» στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του, πριν από τον επίλογο, ολοκληρώνοντας έτσι την καταγραφή του περιπετειώδους χρονικού των Specials και μαζί με αυτούς, την χαρτογράφηση μιας ολόκληρης, συγκλονιστικής εποχής.

«Στις 5 Ιουνίου 1981, η 2-Tone κυκλοφόρησε το πρώτο single της για τους τελευταίους έξι μήνες, το «Ghost Town» των Specials. Ηχογραφήθηκε στο Leamington τον Απρίλη, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης των Specials εκεί για τη συναυλία της Αντι-ρατσιστικής Επιτροπής αλλά η διαδικασία της ηχογράφησης ήταν απλά μια κατάληξη αυτού που ο Terry Hall περιέγραψε ως «μήνες γεμάτοι πρόβες στο στούντιο», μία περίοδος γεμάτη διαφωνίες, αντιδικίες και αδιεξοδικές αρνήσεις. Ο ίδιος ο Dammers έφευγε από τις πρόβες πολλές φορές έξαλλος όταν κάποιος απέρριπτε τις ιδέες που είχε.

Η κατάσταση ήταν περίπλοκη λόγω της ίδιας της φύσης του τραγουδιού. Σύμφωνα με τον Roddy Radiation, «ο Jerry τα είχε σχεδιάσει όλα μόνος του στο κεφάλι του». Ο Dammers συμφωνεί: «Το «Ghost Town» δεν ήταν ένας αυτοσχεδιασμός με ελεύθερη για όλους συμβολή σε αυτό» δήλωσε στην Guardian το 2002. «Κάθε του κομματάκι είχε δουλευτεί και μελετηθεί.» Ισχυρίστηκε ότι είχε ξεκινήσει να δουλεύει το τραγούδι, τουλάχιστον ένα χρόνο νωρίτερα, με σκοπό να δημιουργήσει κάτι που θα συνόψιζε όλα όσα είχαν κάνει οι Specials ή όλα θα μπορούσαν να έχουν κάνει. Ήξερε πόσο σκληρά αντιδρούσαν τα μέλη της μπάντας στη δικτατορία του. Αν μπορούσε να τους αποδείξει ότι ήξερε τι έκανε, παραδίδοντας τον καλύτερο δίσκο που ο καθένας τους είχε ποτέ του φανταστεί, ίσως τα πράγματα να επανερχόντουσαν στο κανονικό.

Ο Jerry Dammers προσπαθούσε να ισορροπήσει τις εντάσεις στις τάξεις των Specials. Τα υπολοιπα μέλη τον κατηγορούσαν για ολοκληρωτικό και συγκεντρωτικό.

Ο Jerry Dammers προσπαθούσε να ισορροπήσει τις εντάσεις στις τάξεις των Specials. Τα υπολοιπα μέλη τον κατηγορούσαν για ολοκληρωτικό και συγκεντρωτικό.

Η ανταρσία όμως, είχε προχωρήσει πολύ μακριά. Ο Neville Staples απαντούσε στις απαιτήσεις του Dammers με ένα ειρωνικά δουλοπρεπές «Ναι, Αφέντη…«, ο Radiation σε κάποια στιγμή του αμόλησε ένα «Jawol mein Fuehrer«. Τα πράγματα γινόντουσαν αλλά με έναν ρυθμό σαλιγκαριού σε σημείο που υπήρχαν στιγμές που φαινόταν ότι το τραγούδι δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ – διότι ακόμα και αν ολοκληρωνόταν, πάντα κάποιος θα περίμενε στη γωνία να το σαμποτάρει. Ο Dammers θυμάται μια περίπτωση που, όταν ηχογραφούσαν τα πνευστά με το παράφωνο jazz άρωμα, ο Golding ξαφνικά εισέβαλλε στο χώρο της κονσόλας και παραπονέθηκε ότι ακουγόταν εντελώς λάθος. Μια άλλη στιγμή, είπε, ο Radiation άρχισε να κλωτσάει τον τοίχο του στούντιο της κονσόλας σαν να προσπαθεί να διαπεράσει τον τοίχο και να βγει από την άλλη. Χρειάστηκαν πολλές πυρετώδεις παρακλήσεις από τον Dammers και η επιμονή του ότι έφτιαχναν τον «καλύτερο δίσκο που έχει γίνει στην ιστορία γενικά» για να πείσει τον εξαγριωμένο ηχολήπτη John Rivers να μην τους πετάξει όλους έξω από το στούντιο.

Μόνο όταν τελείωσαν την ηχογράφηση ομολόγησε ο Hall ότι «φαινόταν ότι θα διαρκέσει για πάντα (όμως) ήταν μία φανταστική διαδικασία η ηχογράφηση αυτού του δίσκου. Ακουγόταν τόσο αλλόκωτος…» Χτισμένο πάνω σε μια ενορχήστρωση που έμοιαζε κατά το ήμισυ σαν καμπαρέ της Βαϊμάρης και κατά το άλλο μισό σαν εισαγωγή στο σκοτεινό «Jonah» του reggae star, Keith Hudson, το «Ghost Town» ήταν ένας στοιχειωτικός και στοιχειωμένος θρήνος για μια πόλη, μια χώρα, έναν τρόπο ζωής που είχαν σφραγιστεί από την φτώχεια, την ανεργία, το φόβο και την κυβέρνηση. Ο Dammers εξήγησε τη γέννηση των πικρών στίχων: «Η χώρα διαλυόταν. Ταξίδευες από πόλη σε πόλη και αυτό που συνέβαινε ήταν τρομερό. Στο Liverpool όλα τα καταστήματα ήταν διαλυμένα, όλα έκλειναν. Η Margaret Thatcher προφανώς είχε αποτρελλαθεί, έκλεινε όλες τις βιομηχανίες, πετώντας εκατομμύρια ανθρώπων στην ανεργία. Το βλέπαμε μπροστά μας γιατί περιοδεύαμε τότε. Ένιωθες την αγωνία και την οργή στο ακροατήριο. Στην Γλασκώβη είδαμε κάτι ηλικιωμένες κυρίες στους δρόμους να πουλάνε το νοικοκυριό τους, τα φλυτζάνια τους, τους δίσκους τους. Ήταν απίστευτο. Ήταν σαφές ότι κάτι πήγαινε πάρα πάρα πολύ λάθος.»

Σύμφωνα με τον αρχιαστυνόμο Kenneth Oxford οι περισσότεροι μαύροι του Liverpool ήταν αποτέλεσμα της συνεύρευσης από λευκές πόρνες και μαύρους ναυτικούς.

Σύμφωνα με τον αρχιαστυνόμο Kenneth Oxford οι περισσότεροι μαύροι του Liverpool ήταν αποτελέσματα των συνευρέσεων που ειχαν λευκές πόρνες και μαύροι ναυτικοί.

Αρχικά, ο δίσκος φάνηκε να πέφτει σε κουφά αυτιά. To ραδιόφωνο στην αρχή ξεκάθαρα το αγνόησε όσο μπορούσε και μεσολάβησαν δύο εβδομάδες πριν το τραγούδι μπει στο βρετανικό chart. Όταν μπήκε όμως φαινόταν ασταμάτητο. Νο.21 στις 20 Ιουνίου, την επόμενη εβδομάδα στο Νο.6 και όταν οι Specials έπαιζαν συναυλία στο Leeds ανέβηκε στο Νο.2 συμπιεσμένο ανάμεσα στο «One Day In Your Life» του Michael Jackson και το φρενήρες χορευτικό «Can Can» των Bad Manners – η έκτη συνεχόμενη επιτυχία τους. Την επόμενη Τρίτη -την ίδια μέρα που 250 νεαροί επέλασαν στο προάστιο του βόρειου Λονδίνου, Wood Green, σπάζοντας παράθυρα καταστημάτων και πολεμώντας με την αστυνομία, την ίδια μέρα που ο αρχιαστυνόμος της πόλης, Kenneth Oxford έβαλε το λιθαράκι του στις φυλετικές σχέσεις διακηρύσσοντας ότι οι περισσότεροι μαύροι κάτοικοι του Liverpool ήταν το «αποτέλεσμα των σχέσεων που έκαναν οι λευκές πόρνες με τους μαύρους ναυτικούς»- το «Ghost Town» έφτασε στο Νο.1 του chart, αποτελώντας εκ των συνθηκών, πνευματικά και πλέον αναπόφευκτα το soundtrack στο πιο βάρβαρο καλοκαίρι που γνώρισε ποτέ η σύγχρονη Βρετανία. Το ξέσπασμα του Oxford ήταν συγκλονιστικό. Προφανώς προσπαθώντας να επιβεβαιώσει όλους εκείνους που έτρεμαν στην ιδέα ότι οι προφητείες του Enoch Powell δεν θα έβγαιναν αληθινές, διακήρυξε ότι οι «κλέφτες και οι απατεώνες» που εδρεύουν στο Toxteth και μόνο αυτοί, ήταν υπεύθυνοι για το ξεκίνημα των ταραχών, ότι «οι ανεύθυνοι γονείς» είναι αυτοί που φταίνε επειδή αφήνουν τα παιδιά τους να βγαίνουν στο δρόμο για να συμβάλλουν στο μακελειό. «Δεν έχω καμία αμφιβολία» επέμεινε, ότι «αυτές δεν είναι ρατσιστικές ταραχές».

Το κακό ήταν, τουλάχιστον όσο αφορά στην τελευταία του διακήρυξη, ότι είχε δίκιο. Ή ίσως, δεν ήταν λάθος.

Μέσα στην χιονοστιβάδα της οικονομικής αστάθειας και της κοινωνικής σύγχισης που χαρακτήρισαν την Βρετανία των 70’s, σε μια κοινωνία που το έγκλημα στους δρόμους, ο πληθωρισμός, η εργασιακή ανασφάλεια, οι διαμάχες των εργατών και η διαφθορά σε κάθε επίπεδο του κατεστημένου είχε γίνει η μόνη πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπων, οι φυλετικές σχέσεις έγιναν θέμα όχι επειδή η ίδια η κοινωνία ήταν απαραίτητα ρατσιστική αλλά επειδή όλοι οι άνθρωποι σε μία κρίση, τείνουν να συνασπίζονται για αλληλεγγύη. Περιοχές όπως το Southall, το Brixton, το Handsworth, το Toxteth και το St. Paul’s έχουν καταγραφεί ως γκέτο. Δικαίως. Όμως γκετοποιημένοι δεν είναι και οι πλούσιοι γείτονές τους στα εξοχικά τους και στους πύργους τους; Και η μεσαία τάξη δεν είναι κλεισμένη σε κλουβιά στα προάστια και στις πόλεις – κοιμητήρια; Το ίδιο δε συμβαίνει σε όλη την κλίμακα της κοινωνίας; Δεν αντιδρούν αυτές οι ομάδες με την ίδια καχυποψία όταν μπαίνουν ξένοι στις περιοχές τους; «Πάει η γειτονιά μας» (There Goes The Neighborhood) ακουγόταν παντού στο Hackney όταν εγκαταστάθηκαν εκεί οι yuppies, το ίδιο και στο Notting Hill όταν κατέφτασαν οι πρώτοι μετανάστες από τις Δυτικές Ινδίες.

Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η Βρετανία είναι μια εγγενώς μη ανεκτική χώρα. Απλά χρειάζεται να ρίξεις μια ματιά στις φυλετικές ταραχές του τέλους των 50’s -ή του τέλους των 90’s- για να καταλάβεις ότι οι μαύροι ίσως θεωρούσαν τους εαυτούς τους πιο ανεπιθύμητους κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Ελισσάβετ Β’ απότι 400 χρόνια νωρίτερα. Η τωρινή βασίλισσα κάποτε παραπονέθηκε ανοιχτά ότι «αρκετοί μαύροι σκλάβοι έχουν εγκατασταθεί στο βασίλειο και είναι ήδη πολλοί τέτοιου είδους άνθρωποι πλέον». Συγκριτικά με την εμπειρία άλλων δυτικοποιημένων εθνών, τα σοβαρότερα φυλετικά περιστατικά της Βρετανίας είναι σποραδικά και έχουν αποφασιστικά εξαλειφθεί – όπως απέδειξε η ύπαρξη των κινημάτων Rock Against Racism και του Anti-Nazi League. Οι δημοσκοπήσεις του 1979 συνέτριψαν το Εθνικό Μέτωπο και μέσα σε τρία χρόνια σχεδόν εξολοθρεύθηκε, μία νίκη που επέτρεψε στο Anti Nazi League να διαλυθεί και επίσημα το 1982. Οι πολιτικοί στόχοι του Εθνικού Μετώπου θα εμφανίζονταν ξανά, φυσικά αλλά για κάθε δράση υπάρχει και μια αντίδραση, για κάθε δηλητήριο υπάρχει ένα αντίδοτο. Λέγεται Κοινωνία. Αν ήταν όλοι να συμφωνούσαμε με όλους, θα είχαμε παρανοήσει από την πλήξη.

Το εξώφυλλο του single

Το εξώφυλλο του single «Cast Of Thousands» των Adverts (1979)

Φυσικά υπήρχαν ρατσιστές σε θέσεις εξουσίας και γινόταν κατάχρηση αυτής της εξουσίας από τους ανθρώπους που τις κατείχαν. Οι ίδιες αυτές θέσεις εξουσίας καλύπτονταν συχνά από εγκληματίες, ψεύτες, κλέφτες και απατεώνες και όλοι τους απολάμβαναν αυτή την κατάχρηση και όλοι τους φέρουν προσωπικές ευθύνες για την κόλαση στην οποία έπεσαν μεγάλες μερίδες της βρετανικής κοινωνίας. Ανεργία, πληθωρισμός, αστυνομική βαρβαρότητα, λίστες αναμονής σε νοσοκομεία και ο κατάλογος με τα βασανιστήρια συνεχίζεται. Όταν κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1979, σε μια χρυσή εποχή που ήδη έμοιαζε μακρινή, το ομότιτλο τραγούδι που έκλεινε το δεύτερο album «Cast Of Thousands» των Adverts με έναν ζοφερό κατάλογο από τις καθημερινές αγωνίες του κόσμου, που καθεμιά αναφερόταν σαν πηχιαίος τίτλος εφημερίδας, όλες όμως πολύ φρικτές για να αναφερθούν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο: «βιασμοί, νοικοκυρές που εγκαταλείπουν τους συζύγους τους, ζωές των άλλων, σεισμοί, πλυμμήρες, άνθρωποι στη λάσπη, νοσοκομειακά περιστατικά, βρετανικά όπλα σε άλλες χώρες…» και το πιο φρικτό όλων «όλοι οι ανθρώπινοι δαυλοί στη φωτιά, ειδικά για σένα.» Το αυθεντικό εξώφυλλο του δίσκου της μπάντας εικόνιζε τον βουδιστή μοναχό που αυτοπυρπολήθηκε διαμαρτυρόμενος για τον πόλεμο του Βιετνάμ το 1964 αλλά η δισκογραφική εταιρία τους, RCA, το απέρριψε με το επιχείρημα της δημόσιας αιδούς. Πόσο θλιβερό ήταν που άλλοι φύλακες του εθνικού ήθους δεν σοκάρονταν με τον ίδιο τρόπο όταν έκαναν δικές τους τερατωδίες.

Το μεγαλύτερο κακό που έβλεπαν οι λευκοί που βρίσκονταν στην εμπροσθοφυλακή κατά τη διάρκεια των μεγαλύτερων πολιτικών διαμαχών στα τέλη των 70’s, ήταν η απειλή του Εθνικού Μετώπου. Αλλά για τους ανθρώπους που απειλούνταν περισσότερο από τους φασίστες, το Εθνικό Μέτωπο ήταν απλά άλλο ένα μέτωπο του κακού που είχε ήδη συμβεί – του συστήματος. Στην Red Lion Square, στο Lewisham και στο Southall, οι λευκοί διαδηλωτές πίστευαν ότι μάχονται για τα δικαιώματα των μαύρων. Στο Toxteth, στο Brixton και στο St. Paul’s οι μαύροι ταραξίες ήξεραν ότι μάχονταν για τα δικαιώματα των πάντων. Οπότε, ναι η Thatcher και ο Oxford και οι λοιποί είχαν δίκιο. Ήταν η απόγνωση και όχι το μίσος που κατάκαιγε τη Βρετανία – η κυβέρνηση εγκατέλειπε τη νεολαία στο ράφι. Οι άνθρωποι εξοργίζονταν. Την ίδια εβδομάδα που το «Ghost Town» έφτανε στην κορυφή του chart και το πικρό και επιθετικό «Funeral Pyre» των Jam ενίσχυαν τη φωτιά με τη δική τους δυσαρέσκεια, οι UB40 κυκλοφόρησαν το νέο single τους «One In Ten» με τον τίτλο του παρμένο από τους βρετανούς εργάτες που έμεναν χωρίς δουλειά εκείνο το καλοκαίρι. Τα μέσα ενημέρωσης πάντα έτοιμα με μια πιασάρικη παραλλαγή της είδησης, τους αποκάλεσαν τα «εκατομμύρια της Maggie«. Τώρα περνούσαν στην αντεπίθεση.

Στις 8 Ιουλίου, μετά από μια σύλληψη ενός νεαρού μαύρου, πάνω από 1000 διαδηλωτές επιτέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα του Moss Side του Manchester, την αντίστοιχη γειτονιά του Toxteth στο Liverpool, ξεκινώντας έτσι δύο μέρες ταραχών. Την επόμενη μέρα περισσότεροι από 300 αστυνομικοί κινητοποιήθηκαν για να αντιμετωπίσουν τις ταραχές στους δρόμους του Woolwich στο νότιο Λονδίνο. Εκείνο το Σαββατοκύριακο, καθώς το Brixton ξαναπαραδινόταν στις φλόγες, ταραχές ξέσπασαν στο Battersea, στο Dalston, στο Southall, στο Streatham και στο Walthamastow στο Λονδίνο, στην περιοχή του Handsworth στο Liverpool, στο Chapeltown στο Leeds και στο Highfields του Leicester. Και φυσικά σε κάθε κέντρο πόλης σε όλη την επικράτεια: Aldershot, Bedford, Blackburn, Chester, Derby, Εδιμβούργο, το λιμάνι του Ellesmere, High Wycombe, Huddersfield, Luton, Newcastle, Nottingham, Portsmouth, Preston, Reading, Sheffield, Southampton, Stockport και Wolverhampton.

Ταραχές στο Moss Side το 1981

Ταραχές στο Moss Side το 1981

Το σκηνικό επαναλαμβανόταν σε κάθε περίπτωση. Οι σειρήνες ηχούσαν κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού, με τον ανησυχητικό ήχο τους να συνοδεύεται από το τρίξιμο που κάνει το σπασμένο τζάμι και τα πρώτα κροταλίσματα της φωτιάς. Πολύ πριν το βραδινό δελτίο ειδήσεων ανακοινώσει τα γεγονότα, όσοι ενδιαφέρονταν να μάθουν βρίσκονταν ήδη στον κεντρικό δρόμο, οι πιο ανήσυχοι παρακολουθούσαν από τις γωνίες ή μέσα στα αυτοκίνητά τους και οι πιο ακραίοι έμπαιναν κι έβγαιναν από τις ανοιχτές τζαμαρίες που έμοιαζαν τόσο θελκτικές σαν ανοιχτές καρότσες νταλίκας. Υπήρχε μια περίεργη τάξη στο πλιάτσικο. Οι περισσότεροι προτιμούσαν τις μεγάλες αλυσσίδες καταστημάτων, αυτές με παραρτήματα σε εθνικό επίπεδο που μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις απώλειες χωρίς καν να το καταλάβουν – αν μπορείς να πληρώνεις ενοίκια για 50 διαφορετικά υποκαταστήματα, αντέχεις οικονομικά τη ζημιά του εμπορεύματος σε ένα από αυτά. Οι τηλεοράσεις, τα ηχοσυστήματα, τα κασετόφωνα έκαναν φτερά. Αργότερα, αναρωτιόσουν τι στο καλό θέλει να κάνει αυτός ο χοντρός τύπος με ένα σπασμένο κομμάτι της ταμπέλας από neon, που κραδαίνει θριαμβευτικά μέσα στο πλήθος αλλά ίσως δεν ήθελε να κάνει κάτι συγκεκριμένο. Ήταν ένα αναμνηστικό, ένα τρόπαιο που προφανώς θα κατέληγε στο καθιστικό του σπιτιού του δίπλα στα άλλα κάδρα, έτσι ώστε όταν τα εγγόνια του τον ρωτούσαν τι έκανε στον πόλεμο θα τους έδειχνε την ταμπέλα και θα τους έλεγε. Διότι αυτό ήταν πόλεμος. Αν και τα ίδια σκηνικά είχαν συμβεί στο παρελθόν δεν μπορούσες να πιστέψεις ότι δεν θα χρειαζόταν να ξανασυμβούν.

Οι rudies εξεγέρθηκαν. Μαύροι με λευκούς και ασιάτες με όλους, μία ολόκληρη γενιά ενωμένη από την αγωνία της και την οργή και το θυμό και το κυριότερο, την αχρήστευσή της. Ήταν λες και όλη η χώρα βρισκόταν στους δρόμους, για να τους επανακτήσει, εξεγερμένη ενάντια στους Καρόλους και τις Νταϊάνες και τις Thatcher και τους ακόλουθούς τους, ενάντια στους απρόσωπους γραφειοκράτες που μιλούσαν για οικονομία αλλά ξόδευαν και 40 εκατομμύρια το χρόνο για να πετούν το Concorde, αυτοί που μιλούσαν για σφιχτά ζωνάρια αλλά άφηναν χαλαρά τα δικά τους παντελόνια. Δεν είχαν όλες οι ταραχές σχέση με συγκεκριμένες αδικίες. Κάποιοι σαματάδες ήταν ξεσπάσματα ανόητου βανδαλισμού και βίας, εκμεταλλευόμενοι τα τεντωμένα νεύρα της αστυνομίας που βρισκόταν σε σημείο κατάρρευσης. Οι Αρχές όμως δεν ρίσκαραν.

Η προγραμματισμένη περιοδεία της Thatcher στα απομεινάρια του Toxteth ακυρώθηκε επειδή δε γινόταν να εγγυηθεί η ασφάλειά της. Στο Λονδίνο μια ολική απαγόρευση επιβλήθηκε στις πολιτικές διαδηλώσεις και πορείες για τον υπόλοιπο μήνα – ανάμεσα στις παραβάσεις της απαγόρευσης, λες και ήθελαν να προβάλλουν τη δίκαιη μεταχείριση που κάνει το καθεστώς, ήταν η πορεία του Εθνικού Μετώπου στο Chelsea και μια κηδεία για τα θύματα της εμπρηστικής επίθεσης στο Walthamastow.

Η επόμενη μέρα μετά τις ταραχές στο Liverpool το 1981.

Η επόμενη μέρα μετά τις ταραχές στο Liverpool το 1981.

To «Ghost Town» έπαιζε πάνω από όλα αυτά τα γεγονότα. Ήταν ήδη στο No.1 του chart όταν η κυβέρνηση ζήτησε από το BBC και τα ανεξάρτητα δίκτυα να κάνουν ένα de facto blackout σε οποιαδήποτε πιθανή μελλοντική «εστία φωτιάς» για να αποφύγουν την πιθανότητα να προσελκύσουν κι άλλους εξεργερμένους και να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να αναπαράγουν την ανταρσία. Το τραγούδι βρισκόταν ακόμα στο Νο.1 όταν η διαταγή της κυβέρνησης τέθηκε άμεσα σε εφαρμογή καθώς η αστυνομία εισέβαλλε σε μια σειρά κατοικιών στο Brixton αναζητώντας μια φημολογούμενη γιάφκα παραγωγής βομβών πετρελαίου. Δεν βρήκαν καμία γιάφκα αλλά τα πλήθη συνέρρευσαν έτσι κι αλλιώς για να διώξουν τους εισβολείς αστυνομικούς από τους δρόμους τους. Το «Ghost Town» παιζόταν ακόμα καθώς η αστυνομία συγκρουόταν με χίλιους μοτοσυκλετιστές στον παράδεισο της Lake District στο Keswick στις 25 Ιουλίου και συνέχιζε να παίζεται όταν τζαμαρίες έσπαγαν και ληστεύονταν περιουσίες ακόμα και τη μέρα των Βασιλικών Γάμων. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι κανένα άλλο τραγούδι στην ιστορία δεν έχει σφραγίσει τα κοινωνικά γεγονότα της επικαιρότητας με τόση ακρίβεια όσο το «Ghost Town» συνέλλαβε το πνεύμα των καιρών του.

Ο TV Smith το 1977 μέλος τότε των Adverts.

Ο TV Smith το 1977 μέλος τότε των Adverts.

Σύμφωνα με τον πρώην τραγουδιστή των Adverts, τον TV Smith το τραγούδι του, «Wheels Out Of Gear» γράφτηκε ενόσω οι πόλεις καίγονταν εκείνο το καλοκαίρι: «Άκουσα για πρώτη φορά το «Ghost Town» όταν ήμασταν σε περιοδεία, στο Birmingham, στο Leeds και στο Manchester, σε όλα εκείνα τα μέρη που συνέβαινε η έκρηξη εκείνο το καλοκαίρι και η κατάσταση έμοιαζε λες και παίζαμε σε ταινία. Κοίταζες έξω από το παράθυρο σε αυτές τις γκρίζες, καταθλιπτικές πόλεις και είχαν κατεβάσει τα ρολά τους και είχαν απομονωθεί. Το «Ghost Town» άρχιζε να ακούγεται στο ραδιόφωνο και κοίταζες την εφημερίδα που είχε τη Maggie να λέει πόσο τέλεια ήταν όλα. Ήταν προφανές ότι κάτι θα συνέβαινε. Φυσικά, η μουσική δεν προκάλεσε τις ταραχές. Τραγούδια όμως όπως το «Ghost Town» βοηθούσαν τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι κάτι λάθος συνέβαινε στη χώρα και όταν συνειδητοποιείς ότι κάτι πάει λάθος θες να κάνεις κάτι για αυτό.»

Με μια συμμετρία που θα ήταν ανατριχιαστική αν δεν ήταν τόσο τέλεια, ο θρήνος των Specials για μία πόλη και μια ολόκληρη χώρα που είχε σφαλιστεί και είχε παραδοθεί στους αρουραίους και στα χαλάσματα, έμεινε στο Νο.1 για τρεις μεγάλες, φλεγόμενες εβδομάδες. Και πράγματι οι Specials έπρεπε να διαλυυθούν σχεδόν αμέσως μετά, γιατί δεν θα μπορούσαν να ξαναφτάσουν στο ίδιο επίπεδο.»

Στον απόηχο του τραγουδιού, πρωταγωνιστές και παρατηρητές της εποχής μίλησαν στον Independent πριν από τέσσερα χρόνια στα τριαντάχρονα του τραγουδιού:

Η Pauline Black τραγουδίστρια των Selecter δήλωσε:

Pauline Black τραγουδίστρια των Selecter«Δεν ήταν έκπληξη το ότι το τραγούδι έφτασε στο Νο.1 – τα περισσότερα της 2 Tone έγιναν επιτυχίες. To «Ghost Town» ήταν η επιτομή της ιδέας της 2-Tone ότι το μαύρο και το λευκό μπορούν να λειτουργήσουν στην ίδια μονάδα και να μιλήσουν στους νέους. Η αίσθηση της μελαγχολίας που αναδίδει μίλησε καθαρά: υπήρχαν οι νόμοι για το Operation Swamp και περί «ύποπτων» (sus law), τα κέντρα των πόλεων δεν λειτουργούσαν, ο ρατσισμός δίχαζε την εργατική τάξη. Υπήρχαν ταραχές στις συναυλίες μας και πολλοί από το Εθνικό Μέτωπο τριγύρω. Υπήρχε και αγωνία για την 2 Tone που διαλυόταν. Ήμασταν 70’s μπάντες σε μια εποχή που κυριαρχούσαν τα ντουέτα της synth pop. Οι δισκογραφικές εταιρίες χαίρονταν που άφηναν πίσω τους τα προβλήματα της 2 Tone.»

Ο Pete Waterman, διετέλεσε και manager των Specials, πριν γίνει ο πετυχημένος pop παραγωγός:

article-1080535-01359D3200001005-356_224x319«Ήμουν manager των Specials το 1978 – 1979 όταν λέγονταν ακόμα Automatics: ο Neville και ο Lynval ήταν μόνιμοι θαμώνες στο club Locarno όπου έπαιζα ως dj. Το μανατζάρισμά τους ήταν δύσκολη δουλειά: η reggae δεν ήταν punk και η βιομηχανία δεν την αποδέχτηκε αρχικά, ήξερα όμως ότι θα τα κατάφερναν. Το «Ghost Town» δημιούργησε μεγάλη δυσαρέσκεια στο Coventry εκείνη την εποχή: γράφτηκαν θυμωμένες επιστολές στην τοπική εφημερίδα που έλεγαν «το Coventry δεν είναι έτσι», αλλά φυσικά, έτσι ακριβώς ήταν. Θυμάμαι ότι αν βάζαμε τιμές πάνω από 50 πένες στο Locarno δεν ερχόταν κανένας γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν. Οι στίχοι του Jerry ήταν μοντέρνα ποίηση.»

Ο Tom Watson ήταν βουλευτής των Εργατικών από το Δυτικό Bromwich East:

Tom-Watson«Ήμουν 14 ετών το καλοκαίρι μετά τoν θρυλικό προϋπολογισμό των Tories. Το «Ghost Town» μού μίλησε όπως και σε κάθε άλλο έφηβο. Θυμάμαι τον δάσκαλο στο σχολείο που ήταν υπεύθυνος επαγγελματικού προσανατολισμού που μου έλεγε ότι αν δε βάλω μυαλό δεν θα έβρισκα δουλειά στο ντόπιο εργοστάσιο χαλιών. Η δική μου «Ghost Town» ήταν το Kidderminster αλλά θα μπορούσαν να είναι οποιαδήποτε άλλη πόλη στη μέση Βρετανία. Φορούσαμε όλοι τα Fred Perry μας και λατρεύαμε τους Specials. 25 χρόνια αργότερα ο Συντηρητικός Sir Peter Tapsell είπε ότι αυτό που έκαναν η Thatcher και ο αντιπρόεδρος Geoffrey Howe το 1981 ήταν «οικονομικά και λογιστικά αδαές». «Αντε γαμήσου» σκέφτηκα όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα του γραφείου επαγγελματικού προσανατολισμού. Μπήκα στο κόμμα των Εργατικών.»

Ο Les Black, καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Goldsmiths στο Λονδίνο:

sddefault«Το «Ghost Town» συλλαμβάνει με μεγάλη λεπτομέρεια αλλά με τρομακτική αποτελεσματικότητα, την αστική παρακμή της Βρετανίας το 1981. Είναι η διακήρυξη του θανάτου των βιομηχανικών πόλεων. Επίσης κατέδειξε στο μέσον αυτού του μετα-βιομηχανικού κόσμου, μία ευαισθησία της 2 Tone που αντλούσε από τους ρυθμούς του rocksteady των τζαμαϊκανών καλλιτεχνών όπως οι Wailers συνδυασμένη με την κιθαριστική ενέργεια του punk. Είναι ένας δίσκος που τόσο τέλεια συνέλλαβε τη στιγμή της εποχής και έγινε διαχρονικό. Το «Lucille» του Little Richard που κυκλοφόρησε το 1957 έχει αυτή την ποιότητα και το «God Save The Queen» των Sex Pistols, το 1977.»

O Paul Williams, συγγραφέας του βιβλίου «You’re Wondering Now: A History Of The Specials«:

51CUnn4c3TL._SY344_BO1,204,203,200_«Το ότι το «Ghost Town» κατάφερε να ηχογραφηθεί σε βινύλιο είναι κατόρθωμα, όπως επίσης και το ότι εσωκλείει τη βία και την παράνοια που υπήρχε στην μπάντα. Ο Jerry ήταν τελειομανής και ήθελε να το φτιάξει με το δικό του τρόπο. Το ρεφρέν ηχογραφήθηκε στο διαμέρισμα του παραγωγού John Collins στην Tottenham Court Road στο Λονδίνο. Η μουσική και τα ρυθμικά μέρη ηχογραφήθηκαν στο Leamington Spa. Το τραγούδι μπήκε σε ένα ep και δεν συμπεριλήφθηκε σε album, έτσι δούλευαν τότε. Ήθελαν να προσφέρουν μία αξία στα προϊόντα. Τους είδα στο Bridlington Spa: ήμουν 13 και θυμάμαι όλους εκείνους τους γιγάντιους skinheads. Ήταν άγριο. Αλλά σε έκανε να χορεύεις. Σε έκανε να σκέφτεσαι.»

O συγγραφέας Alex Wheatle:

ALEX-WHEATLE-PORTRAIT-small-«Νομίζω ήμουν στη φυλακή όταν ανέβηκε στο Νο.1, για μια συμπλοκή κατά τη διάρκεια των ταραχών του Brixton. Ήμουν 18 ετών εκείνη τη χρονιά και ασχολιόμουν με τα ηχοσυστήματα. Όλοι οι φίλοι μου ήταν άνεργοι. Ήμουν θαυμαστής της reggae – η reggae μιλούσε για όλων των ειδών τα προβλήματα. Οι εξεγέρσεις του 1981 έγιναν εν μέρει των σκοτεινών στίχων καλλιτεχνών όπως ο Peter Tosh, ο Dennis Brown και ο Barrington Levy. Πίστευα ότι οι Specials ήταν κάπως πιο μαλακοί. Και εντελώς ξαφνικά μιλούσαν για το πρόβλημά μου. Οι στίχοι του «Ghost Town» είναι φανταστικοί. Είδα ζωντανά τους Specials δύο χρόνια πριν (το 2009). Τα ‘σπαγαν.»

John Rivers ήταν ηχολήπτης στο «Ghost Town»:

ClassicTracks_05-1111«Η ηχογράφηση των τριων τραγουδιών του ep κράτησε περίπου 10 μέρες. Θυμάμαι τον παραγωγό, τον John Collins που έκανε μόνο μια πρόταση σε όλη τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, έκανε όμως τη μίξη, που είναι σπουδαία. Εγώ ήμουν μέσα στη δυστυχία – υπήρχαν προβλήματα με τους ανθρώπους που ήταν «ανήμποροι». Θυμάμαι πολύ έντονα εκείνο το φωνητικό μέρος στο μέσον του τραγουδιού – όταν ο Jerry άρχισε να μας το μουρμουρίζει νομίζαμε ότι αποτρελλάθηκε. Ήταν όμως αποφασισμένος και είχε δίκιο. Είναι ευφυές. Και το φλάουτο ηχογραφήθηκε στο χολ του σπιτιού μου. Ο Horace Panter, ο John Bradbury και ο Lynval Golding ήταν η καλύτερη rhythm section που έχω δουλέψει ποτέ μου.»

O Jerry Dammers ήταν κιμπορντίστας των Specials και συνθέτης του «Ghost Town»:

Jerry-Dammers«Έγινε μια εξέργερση στο Brixton περίπου έναν χρόνο πριν την κυκλοφορία του δίσκου. Έγραφα το τραγούδι εν μέρει για αυτό. Επίσης η Βρετανία διαλυόταν. Η βιομηχανία αυτοκινήτων έκλεινε στο Coventry. Περιοδεύαμε και για αυτό είδαμε πολλά. Το Liverpool και η Γλασκώβη ιδιαίτερα ήταν σε κακή κατάσταση. H γενική αίσθηση που ήθελα να περάσω ήταν αυτή μιας επικείμενης καταστροφής. Υπήρχαν αλλόκωτα, φθίνοντα ακκόρντα. Συγκεκριμένα μέλη της μπάντας συχαίνονταν το κομμάτι και ήθελαν τα απλά ακκόρντα που έπαιζαν στο πρώτο album. Είναι δύσκολο να εξηγήσω πόσο δυνατό ακουγόταν. Μας είχαν σχεδόν ξεγράψει μέχρι που εμφανίστηκε το «Ghost Town» από το πουθενά.»

O Horace Panter μπασίστας των Specials

tumblr_m6ls8qmZ8w1qb0vb5o1_400«Ήταν εποχή της reggae αλλά είχε αυτή τη μελωδία από τη Μέση Ανατολή. Όταν κυκλοφόρησε, το Melody Maker έγραψε ότι είναι σπουδαίο αλλά το NME και το Sounds έγραψαν ότι δεν ήταν και τόσο καλό. Δεν έγινε αμέσως επιτυχία – ήταν αρκετά σκοτεινό. Είμαι συνεπαρμένος που ηχογραφήθηκε σε ένα μικρό υπόγειο σε ένα από τα οικήματα ενός δρόμου στο Leamington. Ήταν εκείνη η εποχή που οι μπάντες πήγαιναν στο Montserrat για να ηχογραφήσουν σε στούντιο 96 καναλιών. Οι Specials πήγαν σε μια μικρή πόλη στα Midlands και ηχογράφησαν σε οχτακάναλο. Την εβδομάδα μετά την κυκλοφορία του έγιναν ταραχές και κοινωνική ανταρσία σε όλη τη χώρα. Ήταν περίεργη εποχή.»

Ο Simon Price είναι rock κριτικός του κυριακάτικου Independent

Simon-Price«17 μήνες χωρίζουν τα δύο Νo.1 singles των Specials και ένα εκατομμύριο μουσικά μίλια. Το πρώτο τους, μία live ηχογράφηση του «Too Much Too Young» στην ουσία ήταν το «Bodies» των Sex Pistols σε ska αλλά στην ενδιάμεση χρονιά οι Specials εγκατέλειψαν αυτή την punky reggae συνταγή. Ο Jerry Dammers πειραματίστηκε με το lounge noir στο δεύτερο album τους, προκαλώντας εσωτερικές διαμάχες στη μπάντα. Το «Ghost Town» ξεκίνησε ένα χαρμάνι στοιχειωμένης βρετανικής pop που μετεξελίχθηκε στο trip hop του Tricky και των Portishead και το dubstep του Burial και του James Blake


Το «Ghost Town» αρνείται φυσικά να γεράσει μέσα στα χρόνια. Αναδύεται κάθε τόσο με διαφορετική, πιο μοντέρνα μορφή από γνωστούς και αγνώστους καλλιτέχνες αν και γενικά, υπάρχει μια συστολή στο να τολμήσει κάποιος να το διασκευάσει:

steve-nieve-playboyTo 1987 o Steve Nieve, κιμπορντίστας των Attractions του Elvis Costello αλλά και των JB All Stars, του group που σχημάτισε ο drummer των Specials, John Bradbury όταν διαλύθηκαν, στην 2-Tone, κυκλοφόρησε το 1987 το album «Playboy» στην Demon, παίζοντας σε «κλασικές γραμμές» στο πιάνο του γνωστά classics, με ένα εξώφυλλο που μοιάζει σκανδαλωδώς με Bryan Ferry. Η εκτέλεση του Nieve στο «Ghost Town» δεν έχει popular value, έχει όμως βιρτουοζιτέ καθώς ο ικανότατος μουσικός διατρέχει τα πλήκτρα του προκειμένου να αποδώσει την oriental μελωδία που είχε η αυθεντική εκτέλεση με το Hammond.


R-2974538-1310459666.jpegΤο 1995, ο Terry Hall, ο τραγουδιστής των Specials, είχε ήδη διανύσει μια πορεία στην pop με τους Fun Boy Three το 1982, τους Colourfield το 1985, το τρίο Terry, Blair & Anouchka το 1990, το ντουέτο των Vegas το 1992 με τον Dave Stewart και είχε προλάβει να κυκλοφορήσει και το ντεμπούτο solo album του «Home» το 1994 και να συνεργαστεί με τον Ian Broudie των Lightning Seeds. Την επόμενη χρονιά, το 1995 κυκλοφόρησε το ep «Rainbows» στην Anxious Records και συμπεριλάμβανε ως τέταρτο και τελευταίο κομμάτι του εκεί, μια ιδιαίτερη εκτέλεση του «Ghost Town» που είχε αποδώσει live στο Shepherd’s Bush Empire του Λονδίνου στις 3 Αυγούστου 1995 μαζί με τον Tricky. Η εκτέλεση του Tricky είναι βαριά, υπομεταλλική, έρπουσα και ενδεικτική μετά το σεισμό του «Maxinquaye». Ο Hall τραγουδάει πολύ αυτάρεσκα και με ένα μια χάρη που δεν ήθελε να έχει στις μέρες των Specials. Ένα χρόνο μετά, το 1996 ο Terry Hall ήταν καλεσμένος του Tricky σε δύο κομμάτια στο ομότιτλο project του Nearly God.


R-377200-1386324892-8025.jpegTo 2002 οι Prodigy συμμετέχοντας στο charity compilation «NME & Warchild Presents 1 Love» διασκεύασαν το «Ghost Town» φέρνοντάς το στην γενιά των bleeps. Η εκτέλεσή τους δεν είναι καθόλου ιδιαίτερη αλλά καταδεικνύει έμπρακτα το πόσο fan των Specials είναι ο Liam Howlett. «Η 2-Tone ήταν πραγματικά σημαντική για μένα επειδή ήταν η πρώτη μουσική που αγόρασα. Ιδιαίτερα οι Specials που ντύνονταν με τα καπελάκια κι όλα αυτά, με επηρρέασαν πολύ. Αυτό που μ’ άρεσε ήταν ότι έμοιαζαν με συμμορία, ο Jerry Dammers δεν είχε καν δόντια. Έδειχναν ακριβώς όπως ήθελα να είμαι στα 12 χρόνια μου – μια σκληρή cool συμμορία που δεν ήθελες να πειράξεις,» δήλωνε ο Liam Howlett στο Mojo για την επετειακή έκδοση του περιοδικού περί ska.


bemannTo 2007 o B.E. Mann (Bringing Entertainment Man) ερμήνευσε με έναν αρκετά αυθεντικό τρόπο το «Ghost Town» στο album του «Cool Runnings: UK Tribute Inna Reggae Style». Με ένα flow εξαιρετικό ο B.E. Mann εκφέρει τα λόγια σαν toaster θυμίζοντας πολύ το lovers rock στιλ του Gregory Isaacs αλλά και μπάντες όπως οι Steel Pulse στον τρόπο που αποδίδουν την brit-reggae. Ο ήχος του δεν είναι χαρακτηρισμένος από την επικαιρότητα της εποχής του, ανήκει σε ένα διαχρονικό στιλ που δεν τροποποιείται ποτέ από ελεύσεις μόδας.


R-2424191-1283512907.jpegTo 2009, οι Smoke City και οι Shrift είχαν πια παροπλιστεί κι έτσι η αγγλο-βραζιλιάνα Nina Miranda μαζί με τον συνεργάτη της από τα groups αυτά, τον γερμανό Chris Franck σχημάτισαν τους Zeep για να παίξουν ελεύθεροι bossa nova που αγαπούν και tropicalia που λατρεύουν. Στο πλαίσιο αυτό και στο δεύτερο album τους, «People And Things» διασκεύασαν στα βραζιλιάνικα το «Ghost Town» μετατρέποντάς το σε «Isso Não Da«. Όσο όμορφο και εξωτικό και αν ακούγεται δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να αποδεχτώ άνετα την τουριστικοποίηση ενός εμβληματικού ύμνου που σφράγισε πολιτικά και κοινωνικά την εποχή του.


R-4468991-1365744905-4741.jpegTo 2009 οι Aggrolites, μία ska reggae μπάντα από το Los Angeles, φτιαγμένη το 2003 από τη σύζευξη δύο άλλων σχημάτων, των Vessels και των Rhythm Doctors, ηχογράφησαν τη δική τους διασκευή στο «Ghost Town» αλλά δεν την συμπεριέλαβαν σε κάποιο από τα πέντε albums τους μεταξύ 2003 – 2011 αλλά στο soundtrack της ταινίας «Endless Bummer» μεταξύ άλλων σχημάτων όπως οι Pennywise που διασκεύαζαν Iggy Pop και η Katy Perry που διασκεύαζε Outfield! Οι Aggrolites έχουν έναν πολύ καλό, στιβαρό τραγουδιστή και κιθαρίστα, τον Jesse Wagner που αναδεικνύει το τραγούδι στην καλιφορνέζικη εκδοχή του, όπως πρέπει, με τόσο – όσο macho και η μπάντα δίνει μια πιο ορθόδοξη reggae εκτέλεση. Στο ίδιο soundtrack οι Aggrolites διασκεύαζαν και το «Pass The Dutchie» των Musical Youth μαζί με τον General Smiley.


R-2602091-1292631741.jpegΣτις 22 Αυγούστου 2009 οι επανενωμένοι Specials θα ανέβαιναν στη σκηνή του φεστιβάλ Chelmsford στο Hylands Park για να τραγουδήσουν μετά από τόσα χρόνια το «Ghost Town» μόνο που θα είχαν μαζί τους και την Amy Winehouse, φιγούρα που χωρίς να προσφέρει ερμηνευτικά και πολλά πράγματα στη σκηνή, η παρουσία της παίζει ρόλο… To live single κυκλοφόρησε ως Specials featuring Amy Winehouse σε bootleg φυσικά, από μια 2 Good Records και διανεμήθηκε σε 500 συλλεκτικά αντίτυπα. Παρότι ο Terry Hall και ο Neville Staple ως φιγούρες δεν θυμίζουν τους ντελικάτους rudies των πρώτων 80’s, φωνητικά είναι θαυμάσιοι και ας πασχίζουν…


R-1827941-1246105209.jpegΤο 2009 ο Dean J. Grenier ή αλλιώς DJG από το San Francisco, έναν dj και παραγωγό που αγαπάει το dubstep, το μετέτρεψε σε ένα χορευτικότερο mid tempo, έδωσε βάθος στο όργανο του Dammers και ανέδειξε στο full τα μπάσα του τραγουδιού. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε bootleg βέβαια επειδή κανένα εργοστάσιο κοπής δεν αναλάμβανε να το αναπαράγει χωρίς άδεια. Ονομάστηκε «Ghost Town Bootleg» και είναι ένα dub καλούδι που φυσικά δεν μπορεί κανείς να προμηθευτεί επίσημα. Ο Dean J. Grenier συνεχίζει μια μακριά παράδοση από το χώρο του dub και της χορευτικής μουσικής που αντιμετώπισε το κομμάτι των Specials ως πηγή έμπνευσης για να το διασκευάσουν επί το ηλεκτρονικότερο φέρνοντάς το κοντά στα ακροατήρια που δεν γνώρισαν την αναλογική εποχή.


hqdefaultTo 2011 η Swing Easy Orchestra κυκλοφόρησε ένα πάρα πολύ περίεργο album, το «In The Mood For Ska Plays Punk New Wave Classics» στην εταιρία Swing Easy. Την Ορχήστρα Swing Easy κατά πάσα πιθανότητα απαρτίζουν γιαπωνέζοι που φαίνεται ότι αγαπούν όχι μόνο το ska αλλά και το punk και τη nu pop, αφού έχουν επιλέξει με τόσο ιδιαίτερη άποψη το τι θα διασκευάσουν από εκείνη την περίοδο. Vibrators, Slits, Clash, UB40, Sex Pistols και Cure από τη μία αλλά και Style Council και Thompson Twins. Συν φυσικά το «Ghost Town» των Specials στο οποίο δίνουν μια γενναία εκτέλεση 5:29 λεπτών αρκετά γοητευτική και με μια επίφαση vintage αυθεντικότητας. Σολίστας στα keyboards, ο Hakase Sun.


CS2040479-02A-BIGΤο 2012 οι Hot Brass 8 Band από την Νέα Ορλεάνη το προσέγγισαν με την πνευστή άποψη που ταιριάζει τέλεια στο κομμάτι στο album τους «The Life And Times Of…» που κυκλοφόρησε στην Tru Thoughts. Στο βίντεο που έφτιαξαν για την αυθόρμητη σπιτική εκτέλεσή τους συμπεριέλβαν πλάνα από την καταστροφή που έφερε στην πόλη τους ο τυφώνας Κατρίνα το 2005. Η δική τους Πόλη Φαντασμάτων είναι η Νέα Ορλεάνη. Αρχηγός της μπάντας είναι ο Bennie «Big Peter» Pete (tuba) και συνιδρυτικά μέλη ο τρομπονίστας Jerome «Baybay» Jones και ο Harry «Swamp Thang» Cook που παίζει bass drum. Κοντά τους, οι τρομπέτες (Terrell «Burger» Batiste, Alvarez «B.I.G. AL» Huntley, Raymond «Dr. Rackle» Williams), κι άλλα τρομπόνια (Keith «Wolf» Anderson, Jereau «Cousin» Fournett) και φυσικά το σαξόφωνο (Wendell «Cliff» Stewart).


R-3833237-1351074934-2273.jpegTo 2012 οι Phoenix City All Stars κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο album τους, «Two Tone Gone Ska» στην Phoenix City / Cherry Red, έναν φόρο τιμής στην 2-Tone και στους ska βετεράνους (Specials, Madness, Selecter, κ.λπ.) παίζοντας standards της brit-ska περιόδους αλλά και διασκευές αυθεντικών τραγουδιών που έγιναν επιτυχίες ξανά από ska εκτελέσεις όπως το «One Step Beyond» (του Prince Buster που έκαναν γνωστό οι Madness), το «Tears Of A Clown» (των Smokey Robinson & The Miracles που ξανάγινε επιτυχία από τους Beat) ή το «I Can’t Stand Up For Falling Down» (των Sam & Dave) που έκανε επιτυχία ο Elvis Costello με τους Attractions και μάλιστα ήταν και το μοναδικό single που κυκλοφόρησε στην 2-Tone. Οι Phoenix City All Stars καθοδηγούνται από τον Sean Flowerdew (των Pama Intl) και τον Lenny Bignell (των Sidewalk Doctors) και μαζί τους παίζει μια κολλεκτίβα βετεράνων μουσικών από Specials, The Loafers, Big Boss Man, Kasabian, Dub Vendor All-stars, The Bongolian, Forest Hillbillies, Intensified, The Delegators συν καλεσμένους τραγουδιστές όπως οι Dave Barker (Dave & Ansel Collins), AJ Franklin (The Chosen Few/The Federals), Freddie Notes κ.λπ. Χαρακτηρίζουν τον ήχο τους ως The Sound Of Young Jamaica (κατά το The Sound Of Young America της Motown) και εδρεύουν στο Λονδίνο.


R-5869581-1409540525-8282.jpegΣτις 16 Σεπτεμβρίου 2013 ο Elvis Costello μαζί με τους Roots το ανέβασαν στην σκηνή του Brooklyn Bowl στη Νέα Υόρκη. Η εκτέλεσή τους που κυκλοφόρησε το 2014 δεν είναι σπουδαία αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι τιμητική. Ο Elvis Costello που κυκλοφόρησε ένα single στην 2-Tone του Jerry Dammers το 1981 βρισκόταν πάντα κοντά στην σκηνή των rudies και του Rock Against Racism. Ήταν αυτός που έκανε παραγωγή στο ντεμπούτο album των Specials και ένας από τους πιο θερμούς καλλιτέχνες για την ανάμειξη του new wave, του pub rock και του rocksteady. Το καταπληκτικό στην ανεπίσημη αυτή κυκλοφορία του «Ghost Town» είναι ότι έχει διατηρηθεί η ασιθητική της ετικέτας της 2-Tone (έχει μεταλλαχθεί σε 2 Wise) μόνο που η φιγούρα του Walt Jabsco με μια αντίστοιχη που θυμίζει τον Ahmir Questlove Thompson


a0456211191_10Οι Holophonics είναι μια εξαμελής ska μπάντα από το Denton του Texas που σχηματίστηκε ενόσω τα μέλη της σπούδαζαν ακόμα στο πανεπιστήμιο του Βόρειου Texas. Φανατικοί θιασώτες της αμερικανικής σκηνής του «τρίτου ska κύματος» οι Holophonics δηλώνουν επηρρεασμένοι περισσότερο από τους Mighty Mighty Bosstones παρά από τους Madness… Το «Ghost Town» στη δική τους εκδοχή είναι μία ska punk σπίντα που στη μέση του τραγουδιού αλλάζει αψυχολόγητα, ρότα και γίνεται ένα σοφιστικέ dub. Δύσκολο να πάρεις στα σοβαρά την μάλλον καρτουνίστικη άποψη των Holophonics, όσο δύσκολο είναι να μην διαβάσεις με ελληνικό μάτι τον τίτλο του album τους «MaSkaRades Vol.7: Skalloween» που κυκλοφόρησαν το 2014 συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτό και τη διασκευή τους. Eric Daino (κιθάρα, φωνή), Harrell Petersen (τρομπέτα, φωνητικά), Willie Basler (τρομπόνι), Tyler Waguespack (μπάσο), Will Huebner (τύμπανα), Lydia Low (φωνητικά).


R-6907760-1429274785-5631.pngKάτι σαν φόρος τιμής στην μνήμη του 44χρονου Stephen Samuel Gordon ή Space Ape που πέθανε στις 2 Οκτωβρίου 2014 από καρκίνο, το «Ghost Town» που κυκλοφόρησε από την Hyperdub στην Record Store Day στις 18 Απριλίου 2015 στην ουσία αποτελεί και την τελευταία συνεργασία του σκοτσέζου Steve Goodman (του Kode 9), με τον Space Age, μια κοινή καλλιεχνική πλεύση που μέτρησε δέκα χρόνια κυκλοφοριών και ανήσυχου, σκοτεινού, φανατικά αστικού dubstep. O Space Ape, ποιητής και ζοφερός αφηγητής απλώνει την πρόζα του με τα λόγια του τραγουδιού πάνω σε ένα τρομακτικό ατμοσφαιρικό «νυχτόραμα» που φτιάχνει ο Kode 9 θυμίζοντας πόσο σχετικά και κοντινά μπορούν να είναι τα ερεθίσματα και οι εμπνεύσεις μέσα στο σκηνικό της πόλης. Το κείμενο στο single είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Jerry Dammers και τα έσοδα από την κυκλοφορία πήγαν στην οικογένεια του Gordon.

Posted in Music | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »