All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for the ‘The Dust’ Category

O Χειμώνας Σκοτώνει

Posted by gone4sure στο 24 Φεβρουαρίου 2019

Το «Winter Kills» είναι τα κρύα πλήκτρα του πιάνου και η μετα-τραυματική φωνή  που ακούγεται ψύχραιμη γιατί δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει.

Yazoo 2

Yazoo: ένα ντουέτο με μηδενική χημεία μεταξύ των μελών του

Όταν o Vince Clarke έφυγε από τους Depeche Mode μετά το ντεμπούτο τους album «Speak And Spell» και απάντησε στην αγγελία της Alison Moyet στο Melody Maker, ήξερε ότι δεν τον πολυενδιαφέρει το «rootsy blues» υλικό, το οποίο ανέφερε η Alison. Ήξερε επίσης από πριν ποια είναι η Alison Moyet – ένα κορίτσι από το Basildon του Essex όπου έμεναν και οι δύο, που τραγουδούσε σκληρό pub rock και τραχύ rhythm ‘n’ blues σε μετεφηβικές μπάντες όπως οι Vandals και οι Screamin’ Ab Dabs. Ο Vince Clark ήθελε απλά κάποια τραγουδίστρια για να ερμηνεύσει καλά το «Only You«, το μοναδικό τραγούδι που είχε γράψει. Δεν σκόπευε να φτιάξει μια μόνιμη μπάντα μαζί της, ήθελε απλά να αποδείξει στον Daniel Miller της Mute ότι υπάρχει ζωή μετά τους Depeche Mode και επίσης να αποδείξει στην προηγούμενη μπάντα του ότι δεν τέλειωσε ο κόσμος του με την αποχώρησή του. Αντίστοιχα, η Alison δέχτηκε την ευκαιριακή συνεργασία γιατί ήθελε να έχει στα χέρια της ένα επαγγελματικό δοκιμαστικό για να δίνει σε πιθανούς συνεργάτες και μπάντες, να «δειγματίζει» τη φωνή της. «To punk είχε κάνει τον κύκλο του κι είχε αρχίσει να γίνεται αποδεκτό από το Top Of The Pops» είπε στον Nick Lowrey του Quietus, τον Μάϊο του 2011. «Είχαν αρχίσει οι διχοτομήσεις στην punk σκηνή, στους νεορομαντικούς και τους pub rockers -τη σκηνή του new wave, δηλαδή- μουσικοί σαν τον Elvis Costello και τον Ian Dury που μου άρεσαν περισσότερο. Αυτό που δε μου άρεσε στους νεορομαντικούς ήταν ότι όσοι punks ακολούθησαν αυτό το δρόμο είχαν εγκαταλείψει όλες τις αξίες τους οι οποίες δεν είχαν να κάνουν με την οικονομική επιφάνεια. Επίσης ήταν πολύ ωραιοποιημένοι για μένα ενώ η pub rock σκηνή στο Canvey Island (Dr. Feelgood, Wilko Johnson) μου φαίνονταν μια πιο φυσική εξέλιξη για το πού πήγαινα μουσικά. Κατέληξα λοιπόν στην rhythm ‘n blues σκηνή στο Νοτιοανατολικό Λονδίνο, σε αντίθεση με την κατεύθυνση των Depeche Mode που ήταν οι νεορομαντικοί.»

Η χημεία ανάμεσα στον Vince και την Alison, στον ενάμισυ χρόνο που έμειναν μαζί ως ντουέτο δεν υπήρξε ποτέ: δεν υπήρξε βαθύτερη γνωριμία μεταξύ τους, δεν ανέπτυξαν την επαγγελματική σχέση τους σε ένα άλλο επίπεδο. Ήταν μια καθαρή συνεργασία αμοιβαίων συμφερόντων που φάνηκε μετά το «Only You» να πηγαίνει ρολόι μεταξύ τους, οπότε έμειναν για δύο albums μαζί όχι επειδή ένιωθαν το δέσιμο μεταξύ τους αλλά επειδή δεν είχε λόγο κανείς από τους δύο να αποχωρήσει από κάτι πετυχημένο. Η συνεργασία τους μουσικά απόδωσε αλλά δεν υπήρχε το συνδετικό υλικό μεταξύ τους. Το Μάιο του 2011 η Alison μιλώντας στον Nick Lowrey του Quietus δήλωσε ότι με τον Vince «Είχαμε αυτή την πολύ περίεργη σχέση στην οποία αυτός μού έφερνε ένα τραγούδι του ή του πήγαινα εγώ ένα τραγούδι μου και έκανε ό,τι έκανε χωρίς να με ρωτήσει τίποτα και γω έκανα ό,τι έκανα χωρίς να τον ρωτήσω τίποτα… δεν υπήρχε συζήτηση. Έγραφα ένα τραγούδι και αυτός το ενορχήστρωνε στο μεγαλύτερο μέρος του, μετά το τραγουδούσα ή μού έπαιζε στην κιθάρα ένα τραγούδι και γω έπαιζα με τη μελωδία ή δεν έκανα τίποτα άλλες φορές, πρόσθετα τα φωνητικά μέρη και έκανα ό,τι ήθελα. Δεν κουβεντιάζαμε αν κάποιο τραγούδι είναι χορευτικό ή πιο τρυφερό, τραγουδούσα όπως πίστευα ότι του ταιριάζει.«

Alison Moyet

Alison Moyet: στα μετεφηβικά χρόνια της δεν ήταν το σύνηθες pin up κορίτσι από τα pop charts. Άκουγε Dr. Feelgood και τραγουδούσε σκληρό rhythm ‘n’ blues.

Ωστόσο, το «Upstairs At Eric’s» το ντεμπούτο τους έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά synth pop albums της εποχής του, ίσως ακριβώς επειδή δημιουργήθηκε με τόσο συγκρουόμενα υλικά – από τη μία η ανάγκη του Vince να εκφράσει λακωνικές ιδέες με bleeps των πλήκτρων του και μερικά απαράμιλλα «αγκιστράκια» που συνιστούν την πεμπτουσία της pop και από την άλλη η ανάγκη της Alison να εκφραστεί μέσα από την post punk πλευρά που πατούσε στο pub rock και στο rhythm ‘n’ blues. Το πώς ενώθηκαν οι Kraftwerk με τους Dr. Feelgood μέσα στο ίδιο album είναι το αξιοθαύμαστο που κάνει το «Upstairs At Eric’s» δραματικό και ακαταμάχητο. Ο διάκοσμος του δίσκου ήταν πλήρως ηλεκτρονικός και η φωνή στεντόρεια, συναισθηματική και soulful. μια φωνή που ζυμώθηκε στην σκληρή punk σκηνή και όχι στα σαλόνια. Η Alison δεν ήθελε να είναι μέρος της pop σκηνής. Είχε μάθει να τραγουδάει αντρικά rhythm ‘n blues. «Δεν ήταν το είδος του blues τραγουδιού όπως το εννοεί σήμερα ο κόσμος. Ήταν πολύ πιο βρώμικο απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Μιλούσαν για μένα σαν να είμαι jazz blues τραγουδίστρια και αυτό ακούγεται με έναν πολύ πιο «εκπαιδευμένο» αέρα σχετικά με αυτό που πραγματικά ήταν. Ήταν ουσιαστικά πολύ θορυβώδες: thrashy punk blues rock. Η ερμηνεία μου βασιζόταν περισσότερο σε αντρικές ερμηνείες παρά σε κομψές γυναικείες ερμηνείες και αυτό ήταν που ήθελε ο Vince να κάνω στους Yazoo. Αν άκουγες πώς μου έπαιξε ο Vince το «Don’t Go» την πρώτη φορά, είχε μια πολύ απλή μελωδία, σαν το «Just Can’t Get Enough«. Οι αλλαγές στη μελωδία που ακούς στην ηχογραφημένη εκδοχή του τραγουδιού είναι από αυτά που είχα φέρει εγώ από την δική μου αίσθηση τού πώς είναι τα rhythm ‘n blues.«

Vince Clarke

Vince Clarke: λάτρης της απλής pop ιδέας και των synthesizers. Όχι ο πιο επικοινωνιακός άνθρωπος της show biz.

Ο Vince Clarke τον Αύγουστο του 2012 μιλώντας στον John Freeman του Quietus χαρακτήρισε ως αφέλεια τον τρόπο που εκείνα τα τραγούδια του «Upstairs At Eric’s» ηχογραφήθηκαν στα Blackwing Studios του Eric Radcliffe τις πολύ πρωινές ώρες, αφού την ίδια εποχή στο στούντιο ηχογραφούνταν το τρίτο album του Fad Gadget, «Under The Flag«. «Η συνθετική ικανότητά μου γινόταν καλύτερη με το χρόνο, αλλά δεν έγραφα τραγούδια συγκεκριμένα για τη φωνή της Alison, απλά έγραφα αυτά που εκείνη την περίοδο θεωρούσα ότι ήταν καλά να γράψω. Ήξερα ότι και η Alison είχε επίσης κάποιες ιδέες για τραγούδια – παίζει πιάνο καλύτερα από μένα – και βρισκόμασταν κι έβγαινε στην πραγματικότητα μια σαλάτα. Δεν υπήρχε κεντρική ιδέα ή ένα θέμα που διατρέχει όλο το album. Απλά πειραματιζόμασταν στο στούντιο. Ένα μέρος της γοητείας του album είναι η αφέλειά του. Δεν ήξερα πραγματικά τι έκανα στο στούντιο και η Alison δεν είχε πολύ μεγάλη εμπειρία σε στούντιο, οπότε όλα μας φαίνονταν καινούργια. Φτιάχναμε έναν ήχο και μας φαινόταν σπουδαίος οπότε δεν μπαίναμε στον κόπο να φτιάξουμε κι άλλους. Δεν ήμασταν σε διαρκή διαδικασία βελτίωσης του ήχου ή επιμονής στην παραγωγή επειδή όλα εκείνη την εποχή ήταν φρέσκα. Γι’ αυτό πολλά τραγούδια έχουν μόνο οκτώ ή εννιά στοιχεία.«

Yazoo - Upstairs At Eric's

Yazoo «Upstairs At Eric’s» (Αύγουστος 1982, Mute)

Το «Winter Kills» είναι από τα τραγούδια που έγραψε η Alison Moyet στο ντεμπούτο album των Yazoo. Έχει αυτή την παγωμένη ατμόσφαιρα και το θλιμένο σασπένς που συνάδει περισσότερο με το rhythm ‘n’ blues που ήθελε αρχικά να τραγουδήσει η Moyet πριν βρεθεί να τραγουδάει electro pop με τον Vince Clarke. To «Winter Kills» έχει να κάνει με το πώς ένα ζευγάρι τρώει τις σάρκες του. Και πώς σκοτώνει ο χειμώνας. Είναι η αποτυχία και η επίγευσή της. Είναι οι προσδοκίες που προδίδονται. Και η ανωριμότητα που δεν βοηθάει τις σχέσεις. Αφαιρετική και σκληρή όταν παρατηρεί, η Alison Moyet φτάνει το μαχαίρι της στο κόκκαλο και «χαρακώνει αναζητώντας την αδύνατη φλέβα».

Το «Winter Kills» των Yazoo:

Άγουρος στην αγάπη σου
Τις λαμπερές μέρες κατεβάζεις τέντα
Με πέρασες για αγενή όταν σου θύμισα
Πώς σκοτώνει ο χειμώνας

Χαμένος σε όνειρα μες στη μέρα
Οδήγησες πολύ γρήγορα και δεν έφτασες πουθενά
Ταξίδεψες με μισό εισιτήριο όταν τρόμαξες πολύ
Πώς σκοτώνει ο χειμώνας

 Με χαρακώνεις, αναζητάς πιο αδύναμες φλέβες

Πόνος στα μάτια σου
Με κάνει σκληρή, με κάνει κακιά
Τα δάκρυα είναι απολαυστικά
Καλοσωρίζουν το σούρουπο

 Σε χαρακώνω, αναζητώ πιο αδύναμες φλέβες

Toν Ιούνιο του 2013 η Alison μιλώντας στον Chi Ming Lai του Electronically Yours, είπε ότι τα αγαπημένα της τραγούδια από τον μικρό κατάλογο των Yazoo είναι το «Ode To Boy» και το «Winter Kills» «προφανώς επειδή ήταν τραγούδια που έγραψα μόνη μου και οι ενορχηστρώσεις δεν τα απομάκρυναν από αυτό που είχα γράψει. Ήταν ακέραια. Για να είμαι δίκαιη, όλα τα τραγούδια που γράψαμε είναι ακέραια αλλά έχω μεγαλύτερους δεσμούς με αυτά τα δύο ως καλλιτέχνιδα παρά με κάποια άλλα που έγραψα τα οποία είναι μόνο της εποχής τους.«

Αντίθετα, αγαπημένα τραγούδια του Vince Clarke, όπως δήλωσε στον John Freeman του Quietus τον Αύγουστο του 2010 είναι «το «Only You» ίσως επειδή είναι το πρώτο τραγούδι που γράφτηκε και θυμάμαι να συλλαμβάνεται πολύ εύκολα. Εκτός από αυτό, είναι και το «Midnight» που έγραψε η Alison. Το είχε ήδη έτοιμο και πίστευα ότι ήταν πραγματική πρόκληση να το ενορχηστρώσω και να γράψω μουσική γι’ αυτό. Δεν το εκτιμούσα εκείνη την εποχή και σίγουρα δεν εκτιμούσα τη φωνητική ερμηνεία της σ’ αυτό. Σήμερα το εκτιμώ.»

Yazoo - Reconnected EP

Yazoo «Reconnected EP» (Μάιος 2008, Mute)

Στις 26 Μαϊου 2008 οι Yazoo αποφάσισαν να κάνουν μια μίνι περιοδεία μαζί για να παίξουν ζωντανά και το «You And Me Both» το δεύτερο album τους που δεν το είχαν ανεβάσει ποτέ σε συναυλίες. Μετά το album της «Voice» το 2007 η Alison έστειλε ένα e-mail στον Vince και αυτό ήταν. Οι συναυλίες έγιναν σε Ευρώπη κι Αμερική και κυκλοφόρησε και ένα live album από τις εμφανίσεις τους, το εύλογα τιτλοφορημένο «Reconnected Live«. Με τον ίδιο τίτλο, «Reconnected EP» είχε κυκλοφορήσει στις 9 Ιουνίου 2008, με τέσσερα τραγούδια τους ρεμιξαρισμένα από άλλους καλλιτέχνες, δύο από τα οποία ήταν -καθόλου τυχαία- τα αγαπημένα της Alison: το «Ode To Boy» και το «Winter Kills«. Το δεύτερο στο remix των Electronic Periodic που ονομάστηκε Sub Piano Mix.

Το «Winter Kills (Electronic Periodic’s Sub/Piano Remix)» των Yazoo:

Τον Οκτώβριο του 2010, ο Vince Clarke δήλωσε στον Dan MacIntosh του Songfacts ότι δεν μετάνιωσε για τη διάλυση των Yazoo: «Το πρόβλημα με τους Yazoo ήταν ότι δεν είχαμε ποτέ τις βάσεις μεταξύ μας για μια σχέση. Κάναμε ένα single και η δισκογραφική μας είπε «γιατί δεν κάνετε κι ένα album;» Κι έτσι κάναμε κι ένα album και μετά άλλο ένα. Δεν υπήρχε βάση ή ιστορία στην μπάντα. Κάπως διαλυθήκαμε και δεν μετανιώνω γι’ αυτό. Ήταν στενάχωρο αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί χωρίς ίσως να πνίξουμε ο ένας τον άλλο.» Κατά τη διάρκεια της μικρής επανένωσής τους για τη μικρή περιοδεία των Yazoo, ο Vince μίλησε στην Kate Burt του Independent, τον Ιούνιο του 2008: «Ποτέ δεν είχαμε πραγματικά γνωριστεί μεταξύ μας. Δεν ήμασταν φίλοι. Υπήρχε ένταση ναι. Νομίζω ότι με τρόμαζε η Alison. Είχε μια μεγάλη προσωπικότητα, τραγουδούσε δυνατά, εγώ ήμουνα πιο χαμηλότονος. Το γεγονός ότι ποτέ δε μιλούσαμε, δεν βγαίναμε έξω μαζί, σήμαινε ότι όταν παρουσιάζονταν προβλήματα δεν ξέραμε πώς να επικοινωνήσουμε και να τα λύσουμε. Ακούγεται περίεργο αλλά δουλεύαμε συνέχεια. Εμένα μου άρεσε πολύ να βρίσκομαι στο στούντιο οπότε η ιδέα να βγω έξω για ένα ποτό μου φαινόταν σαν χάσιμο χρόνου. Έγινα καλός στα synthesizers αλλά χάλια στο να μιλάω. Επιπλέον ήμασταν μόνο 21. Μας οδήγησε στην παράνοια.«

Yazoo

Οι Yazoo το 2008

Μετά το δεύτερο album τους το 1983 «You And Me Both«, φτιαγμένο με πολύ ένταση, ψυχρότητα και ασυνενοησία, ο Vince Clarke ανακοίνωσε στην Alison Moyet ότι «απλά δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο«. Μια από τις αφορμές στάθηκε το «Happy People» ένα κομμάτι του δεύτερου album που μισούσε η Alison και αρνήθηκε να το τραγουδήσει κι έτσι έγινε το μόνο που τραγούδησε ο Vince Clarke στους Yazoo. Η Alison έχτισε μια προσωπική καριέρα με διαρκή και κυκλοθυμική πορεία -από το συμβατικό στο υπέροχο και από το lounge jazzy στο ηλεκτρονικό- και ο Vince Clarke πριν καταλήξει στους Erasure μαζί με τον Andy Bell, το 1986, κυκλοφόρησε δύο ακόμα singles, ένα ως Assembly μαζί με τον Eric Radcliffe και καλεσμένο τραγουδιστή τον Feargal Sharkey το 1983 («Never Never«) και ένα μαζί με τον Paul Quinn το 1985 («One Day«).


The Dust Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

The Dust Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust Grain Four: Crosby, Stills, Nash & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Seventeen: Propaganda «Dream Within A Dream»

The Dust Grain Eighteen: Robert Wyatt «Shipbuilding»

The Dust Grain Nineteen: Talking Heads «Listening Wind»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , | 1 Comment »

Ο αέρας που αφουγκράζεται

Posted by gone4sure στο 10 Φεβρουαρίου 2019

To «Listening Wind» είναι η συντριπτική μελοποίηση της οργής στην ψυχή ενός ανθρώπου που βλέπει τον τόπο του να εξαφανίζεται. Σε μια εποχή που οι ξεριζωμοί ανακατατάσσουν παγκόσμια πληθυσμούς και κουλτούρες, η επικοινωνία του Mojique με τον «αέρα στην καρδιά του» αποκτάει ένα καινούργιο νόημα.

Talking Heads - 1980

Talking Heads το 1980: από αριστερά, David Byrne, Jerry Harrison, Chris Frantz, Tina Weymouth

Μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας συναυλίας της οκτάμηνης περιοδείας τους το 1979 για το «Fear Of Music«, με το South Bank Show για την τηλεόραση του BBC στο Λονδίνο, οι Talking Heads ήταν μια εξαντλημένη μπάντα. Οι σχέσεις μεταξύ τους είχαν φτάσει σε ένα ακραίο σημείο και η έκθεσή τους πάνω στη σκηνή με οκτάμηνες περιοδείες κάθε χρόνο την τελευταία τετραετία τους είχε φέρει στα πρόθυρα της καταστροφής κάθε ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ τους. Το πρώτο εξάμηνο το 1980 λοιπόν αποφάσισαν να μην ασχοληθούν καθόλου με τη μπάντα και ο καθένας τους να κάνει ό,τι θέλει. Οι Chris Frantz και Tina Weymouth πήγαν στην Καραϊβική για να βρουν τον Sly Dunbar και τον Robbie Shakespeare, να παρακολουθήσουν βουντού τελετές για να μυηθούν στην αϊτινή κουλτούρα και να δοκιμάσουν τα τοπικά κρουστά όργανα. Ο Jerry Harrison πήγε στη Philadelphia και άρχισε να παίζει με άλλες μπάντες: τους Escalators από τη Νέα Υόρκη και τους Double από τον Καναδά. Όταν γύρισε στη Νέα Υόρκη έκανε παραγωγή σε κάποια δοκιμαστικά της Nona Hendryx και μπήκε στη σκηνή του προχωρημένου αστικού funk της πόλης. Στο μεταξύ ο David Byrne πήγε στο Los Angeles για να βρει τον Brian Eno και να συνεχίσουν ουσιαστικά αυτό που είχαν ξεκινήσει να κάνουν με τα «I Zimbra» και «Life During Wartime» στο album «Fear Of Music«: να εξερευνούν την αφρικανική μουσική, ξεκινώντας να ηχογραφούν το ιστορικό πλέον «My Life In The Bush Of Ghosts» χρησιμοποιώντας αποσπάσματα φωνητικών από το ραδιόφωνο πάνω σε ρυθμικές βάσεις που έρχονταν κατευθείαν από την Αφρική.

African Rhythm And African Sensibility

Το βιβλίο που επηρρέασε την afro beat αντίληψη του David Byrne: «African Rhythm And African Sensibility» του John Miller Chernoff

Ο David Byrne υποφέροντας από δυστοκία έμπνευσης αφού είχε «καεί» μέσα στην προηγούμενη τετραετία, αναζήτησε διεξόδους να την καταπολεμήσει. Είχε ήδη εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την πολυρυθμική μουσική και την αφρικανική αντίληψη του ήχου: είχε αρθρογραφήσει στο High Times αμέσως μετά την κυκλοφορία του «More Songs About Buildings And Food» σχετικά με την μουσική ανθρωπολογία και στο «Fear Of Music» ήταν έκδηλη η κατεύθυνση των Talking Heads προς το afro funk. Επιπλέον, δύο βιβλία στάθηκαν αφορμές για τον Byrne να συντονιστεί στο afro beat: το «Role Of The Artist In Primitive Society» και το «African Rhythm And African Sensibility» του John Miller Chernoff. Οι Talking Heads μετατρέπονταν σε ένα πολυρυθμικό όχημα για την λευκή Δύση, με τον ίδιο τρόπο που ο George Clinton έπαιζαν για την μαύρη αφρικανική κοινότητα της Αμερικής επί τόσα χρόνια. Σε μια συνέντευξή του στο New Musical Express στον Paul Rambali, στις 8 Νοεμβρίου 1980, είπε: «Τις στιγμές που το συγκρότημα πραγματικά λειτουργεί, η υποβόσκουσα ευαισθησία του είναι πολύ διαφορετική από ό,τι ήταν πριν, μια πραγματικά ριζική αλλαγή. Αυτή η μουσική όταν παίζεται σωστά, έχει ένα μεταμορφωτικό αίσθημα, σαν νιρβάνα κατά ένα τρόπο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην παραδοσιακή αφρικανική μουσική και στις άλλες μουσικές του τρίτου κόσμου. Είναι κάτι που δεν αποζητάται στο μεγαλύτερο μέρος της pop μουσικής. Εμείς σκοπεύουμε σε κάτι διαφορετικό, αν και κάποια από τα στοιχεία παραμένουν ίδια. Όταν λειτουργεί, νοιώθεις: ξέχνα τον εαυτό σου και γίνε μέρος της κοινότητας. Είναι υπέροχο και δεν συμβαίνει κάθε βράδυ.»

Τον Ιούλιο του 1980 άρχισαν να ηχογραφούν στα Compass Point Studios με ένα γενικό τίτλο για τις νέες ηχογραφήσεις τους «Melody Attack«, που δανείστηκαν από μια γιαπωνέζικη εκπομπή. οδηγός τους για την ατμόσφαιρα των ηχογραφήσεων ήταν το album «Afrodisiac» του Fela Kuti, ένας εκπληκτικός δίσκος νιγηριανού afro beat από το 1973. Σε μια διαδικασία που ο Eno χαρακτήρισε ως «ανθρώπινα samplers», ξεκίνησαν να γράφουν ενστικτωδώς χωρίς «αποσκευές» στο κεφάλι τους και να ακολουθούν κρουστές γραμμές και ήχους που συναρμολογούσαν από το μηδέν. Σύντομα ο παραγωγός Rhett Davies που αρχικά ήταν να είναι αυτός που θα δίνει τον τόνο της παραγωγής, εγκατέλειψε αφού δεν μπορούσε να ακολουθήσει τη λογική του Eno και τη θέση του πήρε ο Steven Stanley, γνωστός για τη δουλειά του στο Compass Point (Bob Marley κ.λπ.) Η δουλειά της σύνθεσης ανάμεσα στον David Byrne και τον Brian Eno δημιούργησε απίστευτη ένταση ανάμεσα στα μέλη του συγκροτήματος. Οι δύο σπουδαίοι μουσικοί συντονισμένοι σε ένα δικό τους μήκος κύματος, έχτιζαν τα τραγούδια στο στούντιο και συχνά οι υπόλοιποι έμεναν απ’ έξω από αυτή την τεταμένη διαδικασία. Υπήρχε ένα είδος δημιουργικού έρωτα ανάμεσα στον Byrne και στον Eno που άφηνε απ’ έξω τους υπόλοιπους οι οποίοι επίσης ένιωθαν ότι διέθεταν και αυτοί την έλξη στην πολυρυθμική αντίληψη της αφρικανικής μουσικής. Στην ίδια συνέντευξη στον Paul Rambali του New Musical Express, η Tina Weymouth είπε: «Όταν συζητούσαμε για το δίσκο, ο Brian ήθελε να μας πει ότι ήταν δικός του δίσκος, ο David έλεγε ότι ήταν δικός του δίσκος. Και οι δύο ένοιωθαν ότι ήταν το σπουδαιότερο εγχείρημα στις ζωές τους. Εμείς λέγαμε όχι, και εμείς είχαμε τις ίδιες ιδέες αλλά ο Jerry είπε όχι δεν είχαμε όλοι την ίδια ιδέα. Όλοι μας είχαμε διαφορετικές ιδέες για το τι έπρεπε να κάνουμε. Ήταν οι συλλογικές επιρροές μας που δημιούργησαν το αποτέλεσμα. Κανένας δεν έπρεπε να ισχυριστεί ότι ήταν αποκλειστικά δικό του. Σίγουρα ακούγαμε αφρικανικούς δίσκους πολύ πριν ξεκινήσουν να ακούνε τέτοιους, ο David και ο Brian, αφού εγώ και ο Chris είμαστε εστιασμένοι στο ρυθμό και είναι σπουδαίος αυτός ο ρυθμός. Τους επιστήσαμε την προσοχή σε αυτό. Είχαμε ήδη φτιάξει αυτό το τραγούδι, το «I Zimbra» κι ένοιωσα σιγουριά όταν το κάναμε. Μάλιστα είχαμε φτιάξει δύο τέτοια τραγούδια, αλλά το δεύτερο, το «Dub» δεν μπήκε στο δίσκο. Ήμουν σίγουρη ότι αυτή θα ήταν η κατεύθυνση του επόμενου δίσκου.»

David Byrne & Brian Eno

David Byrne και Brian Eno: δύο δημιουργικές ιδιοφυίες σε συνεργασία

Ο Brian Eno το 1979 είχε κάνει μια διάλεξη κατά τη διάρκεια του New Music America Festival στο πλαίσιο του New Music New York με τίτλο «Το Studio Ως Εργαλείο Σύνθεσης» στο οποίο υποστήριζε ότι το στούντιο ηχογράφησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σκηνή συναυλίας όπου οι μουσικοί πάνω στον αυτοσχεδιασμό, συλλαμβάνουν ενστικτωδώς σε παρόντα χρόνο μουσικά στοιχεία που συντονίζονται με τις γραμμές των υπόλοιπων παράγοντας αυθόρμητες μουσικές συνθέσεις. Η διαδικασία είχε τιμηθεί στα 60s από τη δουλειά των Beach Boys (στο «Pet Sounds«) και των Beatles (στο «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band«). Στη δουλειά του με τον Byrne για το «My Life In The Bush Of Ghosts» υπάρχουν φυσικά τα πρώτα στοιχεία που αναδείχθηκαν μεγαλοπρεπώς στο «Remain In Light«. Στο «Help Me Somebody» για παράδειγμα από το δίσκο της συνεργασίας τους ακούγεται ένα φλογερό θρησκευτικό κήρυγμα από έναν πάστορα που σαφέστατα επηρρέασε τον David Byrne στις ερμηνείες του στο «Remain In Light«.  Ο Eno δήλωσε ότι όπως και ο Holger Czukay των Can στο album «Movies«, έτσι και αυτός επηρρεάστηκε από τον Karlheinz Stockhausen και τον Steve Reich, ο οποίος είχε ηχογραφήσει δίσκους στα 60s με «έτοιμα» φωνητικά αποσπάσματα, τα «Come Out» και «It’s Gonna Rain» που δεν περιείχαν καθόλου όργανα, μόνο φωνητικά αποσπάσματα.

Στην ίδια συνέντευξη στο New Musical Express, η Tina Weymouth συνέχιζε: «Επιπλέον, ο Eno πάντα έλεγε ότι ήθελε να μπαίνει στο στούντιο μαζί μας χωρίς να υπάρχει έτοιμο υλικό από πριν, έτσι ώστε να μάθουμε τον τρόπο που φτιάχνει τα albums του, χτίζοντας απλά πράγματα το ένα μετά το άλλο. Δεν είναι στην πραγματικότητα καμία καινοτομία. Είναι απλά η παλιά ιδέα του αυτοσχεδιασμού, σε ένα τόνο, χωρίς αλλαγές στα ακκόρντα… κι έτσι όλοι έπαιζαν και όλοι έκαναν παραγωγή. Τα τραγούδια γράφτηκαν και από τους πέντε μας. Ο David δεν ερχόταν ποτέ με ολοκληρωμένο τραγούδι στα χέρια του. Ερχόταν με ένα riff ίσως, ή με τίποτα έτοιμο. Όλη η μπάντα το συνέθετε και μετά ο David έγραφε συγκλονιστικούς στίχους. Πραγματικά λατρεύω το πώς γράφει. Είναι τόσο καλός σε αυτό και είναι κάτι που δεν θα εγκαταλείψει όσο τραγουδάει τα τραγούδια, επειδή νοιώθει ότι μπορεί να τα τραγουδήσει με μεγαλύτερη πειστικότητα αν γνωρίζει τι λένε. Ο Eno μας δίδαξε να είμαστε χαλαροί στο στούντιο κάτι που πιστεύω ήταν από πάντα η πρόθεσή του. Ανακάλυψε ότι ήμασταν πολύ πρόθυμοι να πειραματιστούμε όσο και αυτός και ήταν πολύ ευχαριστημένος με αυτό… να δουλεύει με μια μπάντα που του επίτρεπε να επεμβαίνει στο τραγούδι του άλλου χωρίς αυτός που έγραψε κάτι να νοιώθει ότι είναι ανώτερος από τους άλλους.» Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώθηκαν στη Νέα Υόρκη, στο Sigma Sound Studio όπου ο Jerry Harrison είχε συνεργαστεί με την Nona Hendryx και είχε έρθει σε επαφή με μια σειρά μουσικών που θα ανανέωναν τον τετραμελή πυρήνα της μπάντας τελικά: τον Adrian Belew στην κιθάρα που τότε ηχογραφούσε με τον David Bowie στη Νέα Υόρκη, τον Busta Jones στο μπάσο που έπαιζε με τους Sharks και κατόπιν με τους Escalators και τους Double, τον Bernie Worrell από τους Funkadelic στα keyboards, τον Steven Scales στα κρουστά που έφερε στη μπάντα ο Bernie Worell, τον πνευστό Jon Hassell -τρομπέτα- που είχε συμμετάσχει και στους αυτοσχεδιασμούς του «My Life In The Bush Of Ghosts» και την Dolette McKay στα φωνητικά που τραγουδούσε και αυτή στους Escalators.

Remain In Light

Talking Heads «Remain In Light» (Οκτώβριος 1980, Sire)

Το «Remain In Light» ήταν ένας απίστευτος θρίαμβος. Ένα θαύμα σύνθεσης, παραγωγής και ατμόσφαιρας που έφτασε στο Νο.19 του album chart στο Billboard και στο No.21 στα βρετανικά charts, μπήκε στις λίστες με τα σημαντικότερα albums όλων των εποχών και το 2017 επιλέχθηκε να συμπεριληφθεί στο τμήμα με τους Εθνικούς Θησαυρούς της Αμερικής, τους δίσκους που είναι «πολιτισμικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντικοί για την απόδοση του τρόπου ζωής στην Αμερική». Από το δίσκο βγήκαν δύο singles, το ιστορικό «Once In A Lifetime» και το «Houses In Motion«, ενώ σιγά σιγά όλο το album κέρδισε την αποδοχή, από το φρενήρες funk «Crosseyed And Painless» και το «Great Curve» μέχρι το βαθύ, πυκνό «Born Under Punches» και το «Overload» που κλείνει μεγαλοπρεπώς το album.

Το πιο μυσταγωγικό τραγούδι όλων όμως, αυτό που ο Byrne δήλωσε ότι δεν έπαιζε στις live εμφανίσεις του συγκροτήματος, είναι το «Listening Wind«, ένα υποβλητικό αριστούργημα downtempo πολυρυθμίας, με αραβικά μουσικά στοιχεία, να περιπλέκονται στο υπόβαθρο, ενόσω ο David Byrne ερμηνεύει πάνω τους, την ιστορία του Mojique ενός από τους πρώτους ήρωες αυτοδικίας στην pop κουλτούρα που γίνεται βομβιστής για να εκδικηθεί την καταστροφή του χωριού του από τους λευκούς. H καταγωγή του Mojique δε γίνεται συγκεκριμένη, όπως και ο τόπος που διαδραματίζεται το δράμα του. Ίσως, όπως φανερώνει το όνομά του να είναι ιθαγενής ινδιάνος της Αμερικής, ή αφρικανός σε κάποια από τις χώρες που γεύτηκαν τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, ή ίσως να προέρχεται και από τη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα δίνει στο στοιχείο του αέρα τη μυστικιστική, σχεδόν παγανιστική ικανότητα να συνεργάζεται με το πνεύμα της φυλής του, να γίνεται αρωγός στην προσπάθειά του να αποτινάξει το δυνάστη από  το λαό του. Ο αέρας εμπνέει τον Mojique και ταυτόχρονα γίνεται ο κομιστής της είδησης της απελευθέρωσης του χωριού του από τους Αμερικανούς, αφού η ανάδευση του αέρα μπορεί να προέρχεται και από την έκρηξη του μηχανισμου του Mojique, που φέρνει τη σκόνη στο κεφάλι του. Αυτή την πνευματικότητα που με τόση μαεστρία απόδωσε κινηματογραφικά στο «Black Panther» ο Ryan Coogler, μετουσίωσαν οι Talking Heads σε τραγούδι τριάντα οκτώ χρόνια νωρίτερα.

To «Listening Wind» των Talking Heads:

Ο Mojique κοιτάζει το χωριό του από έναν κοντινό λόφο
Ο Mojique σκέφτεται τις μέρες πριν έρθουν οι Αμερικανοί
Βλέπει τους ξένους να αυξάνονται
Βλέπει τους ξένους σε εντυπωσιακά σπίτια
Σκέφτεται τις μέρες που μπορεί ακόμα να θυμάται… τώρα
Ο Mojique κρατάει ένα δέμα στα τρεμάμενα χέρια του
Ο Mojique στέλνει το δέμα στον Αμερικανό
Ξεγλυστράει απαλά σε δρόμους και σοκάκια
Νάτος ο αέρας που τους κάνει να τρέξουν να κρυφτούν
Νοιώθει ότι σίγουρα τώρα είναι η στιγμή ή ποτέ πια.

Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
(Έρχεται)
Να τους πάρει μακριά
Να τους πάρει μακριά

Ο Mojique αγοράζει εξοπλισμό από την αγορά
Ο Mojique φυτεύει μηχανισμούς στην ελεύθερη ζώνη της αγοράς
Νοιώθει ότι ο αέρας ανυψώνει τους ανθρώπους του
Καλεί τον αέρα να τον καθοδηγήσει στην αποστολή του
Ξέρει ότι ο φίλος του ο αέρας πάντα στέκεται κοντά
Ο Mojique μυρίζει τον αέρα που έρχεται από μακριά
Ο Mojique περιμένει τα νέα σε ένα ήσυχο μέρος
Νοιώθει την παρουσία του αέρα γύρω του
Νοιώθει τη δύναμη του παρελθόντος πίσω του
Έχει τη γνώση του αέρα για να τον καθοδηγεί

Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
(Έρχεται)
Να τους πάρει μακριά
Να τους πάρει μακριά

Δεν αποτελεί έκπληξη που ο David Byrne απέφευγε να ερμηνεύσει ζωντανά το «Listening Wind» αφού προκαλεί αμηχανία και μούδιασμα αυτή η αφήγηση, προοιωνίζοντας την τρομοκρατία που έφερε από τότε, πάρα πολλές φορές σε τόσο δύσκολη θέση τη Δύση. Ο Max Bell στην κριτική του για το album, στο New Musical Express, στις 25 Οκτωβρίου 1980 έγραψε για το «Listening Wind«: «Τα τραγούδια που κλείνουν το album, «Listening Wind» και «Overload» τα οποία αμφότερα νεύουν στο «Soon Over Babaluma» των Can, είναι ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές σε μια βινυλιακή πλευρά μουσικής που απογυμνώνει τους πρωτόλειους χορευτικούς ρυθμούς του και τους επανατοποθετεί σε ένα όμορφο οπτικό και κινηματογραφικό πλαίσιο. Το «Listening Wind» ίσως είναι το πιο περίπλοκο τραγούδι που έχει γράψει ποτέ ο Byrne. Σίγουρα στέκεται ως το καθοριστικό σημείο σε ένα δίσκο αναμφισβήτητα μεταβατικό. Ο πρωταγωνιστής, ένας ευγενής ιθαγενής που επικοινωνεί με την αύρα του αέρα, φλέγεται από μια ενστικτώδη επιθυμία να ξεφορτωθεί τους κατακτητές από τον τόπο του, που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε μεταξύ της Kinshasa και της Phnom Penh. Ο τόνος του είναι αλλόκωτα αισιόδοξος και θλιμμένος ταυτόχρονα σημαίνοντας τον τερματισμό εκείνων των χαρακτηριστικών που θα πείσουν στο τέλος τα έθνη του Τρίτου Κόσμου να εκδιώξουν τους καταπιεστές τους.» Στις 18 Νοεμβρίου 1980, στην εφημερίδα Michigan Daily, ο Fred Schill έγραψε ότι «οι χαρακτήρες στα τραγούδια κινούνται σύμφωνα με πράγματα που νοιώθουν ανεξήγητα, κινούνται με «τον αέρα στην καρδιά τους» όπως ο αντάρτης στο «Listening Wind«.»

Μέσα στα χρόνια, το «Listening Wind» επαινέθηκε όπως του άξιζε από τον Τύπο. Στην επαίτειο των τριάντα πέντε χρόνων από την κυκλοφορία του album, σε ένα track by track που έγραψε ο Kenneth Partridge στις 8 Οκτωβρίου 2015 στο Billboard έγραψε για το «Listening Wind«: «Αναπάντεχα μινιμαλιστική, αυτή η ιστορία για έναν τρομοκράτη του Τρίτου Κόσμου που ετοιμάζει μια ταχυδρομική βόμβα για έναν από τους αμερικανούς εισβολείς στη χώρα του, σηματοδοτεί μια αιχμηρή στροφή από την προσωπική θεώρηση των πραγμάτων στην παγκόσμια πολιτική. Το synthesizer αναπαριστά ταυτόχρονα φυσικούς ήχους αλλά και το ψηφιακό ηχητικό σήμα από την συσκευή που έχει φτιάξει ο Mojique για να προσαρμόσει την βόμβα και ο Byrne υιοθετεί πάλι μια μη-κριτική στάση συμπάθειας. Με έναν προφητικό σχολιασμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, το «Listening Wind» αποδεικνύει ότι οι Talking Heads δεν μπήκαν αφελώς στην αφρικανική περιπέτειά τους.» Σε μια συνέντευξή του στον Peter Ross της εφημερίδας Glasgow Sunday Herald, το 2004 o David Byrne φάνηκε να κατανοεί πλήρως γιατί δεν είναι εύκολο να παίζει το τραγούδι στις συναυλίες του: «Δεν ξέρω αν θα γλύτωνα άμα έπαιζα ζωντανά αυτό το τραγούδι… Κατανοώ γιατί η Αμερική δεν είναι παγκοσμίως αγαπητή. Αυτό μου ήταν προφανές για πάρα πολλά χρόνια, δεν είναι όμως προφανές για πάρα πολλούς Αμερικανούς. Η άμεση αντίδρασή τους είναι: «μας αγαπάνε, μας ζηλεύουν, απλά θέλουν κι αυτοί McDonald’s.» Μετά την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, ο David Byrne παρατήρησε την νοοτροπία του αμερικανικού έθνους: «Είναι όντως αυτά τα πραγματικά χρώματα της χώρας μας ή είναι ένα εξάμβλωμα; Νομίζω είναι ένα εξάμβλωμα που πλέον μπορεί να καλυφθεί από τον πυρετό του εθνικισμού, του πατριωτισμού, της ξενοφοβίας. Σε κάποιο σημείο, μπορεί να ξυπνήσουν από αυτό και να γίνουν οι θαυμάσιοι άνθρωποι που ήταν πριν. Αλλά προσοχή όσο υπνοβατούν.»


Μέσα στα χρόνια έγιναν κάποιες μελετημένες απόπειρες να αποδοθεί και από άλλους καλλιτέχνες το «Listening Wind» παρότι το ρίσκο μιας δεύτερης εκτέλεσης είναι τεράστιο για ένα τόσο εμβληματικά ιερό τραγούδι. Παρακάτω παρατίθενται κάποιες από αυτές τις απόπειρες σε χρονολογική σειρά και με μια δική μου αξιολόγηση για την καθεμιά στην κλίμακα των δέκα αστεριών για το άριστα.

Girls Under Glass

Girls Under Glass

Οι dark wavers – goths Girls Under Glass από το Αμβούργο της Γερμανίας

Girls Under Glass - Humus

Girls Under Glass «Humus» (1988, Überschall Records)

Το «Listening Wind» των Girls Under Glass:

Σχηματισμένοι στο Αμβούργο της Γερμανίας το 1986, μετά τη διάλυση των Calling Dead Read Roses, οι Thomas Lücke, Hauke Harms και Volker «Zaphor» Zacharias εντρύφησαν στο goth rock και μετεξελίχθηκαν σε industrial darkwave σχήμα. Το πρώτο κανονικό album τους «Humus» του 1988 σε παραγωγή του Christian Mevs, έκλεινε με την απόδοσή τους στο κλασικό τραγούδι των Talking Heads, πολύ στυλιζαρισμένη και σκοτεινή με τα πλήκτρα να μετατρέπονται σε βαριές αλλά φευγαλέες σκιές και την ερμηνεία του Thomas Lücke πολύ υποδεέστερη της περίστασης – σοβαροφανής και στημένη. Επιπλέον, η μετατροπή του τραγουδιού σε κάτι σαν υπόλειμμα στουντιακών συνευρέσεων των Sisters Of Mercy είναι μάλλον αχρείαστη.
★★★★☆☆☆☆☆☆


Geoffrey Oryema

Geoffrey Oryema

Geoffrey Oryema: γεννήθηκε στο Soroti της Uganda στις 16 Απριλίου 1953, πέθανε στο Παρίσι στις 22 Ιουνίου 2018

Geoffrey Oryema - Spirit

Geoffrey Oryema «Spirit» (2000, Sonodisc)

Το «Listening Wind» του Geoffrey Oryema:

Ο Geoffrey Oryema από το Soroti της Ουγκάντας πρόλαβε να ηχογραφήσει επτά albums μεταξύ 1990 και 2010 σε μια καριέρα στο Παρίσι που ξεκίνησε μετά την εξορία του από τη χώρα του λόγω ταραχών μετά τη δολοφονία του πατέρα του Erinayo Wilson Oryema το 1977 ο οποίος ήταν υπουργός στην κυβέρνηση του Idi Amin. Ο Oryema που πέθανε σε ηλικία εξήντα πέντε ετών στις 22 Ιουνίου 2018, είχε συμπεριλάβει την απόδοσή του στο «Listening Wind» στο τέταρτο album του «Spirit» σε παραγωγή του Rupert Hine που έπαιξε και keyboards, σε μια εκτέλεση, υποβλητική και αξιοπρεπή με μερικούς εξαιρετικούς μουσικούς στο πλάι του, όπως ο μπασίστας Nicolas Fiszman, ο drummer Ian Thomas, οι κιθαρίστες Phil Palmer και Robbie MacIntosh και η βοηθητική ερμηνεύτρια Miriam Stockley.
★★★★★★★☆☆☆


The Beauty Of Gemina

TBoG Final Color  - 25

Beauty Of Gemina από την Ελβετία, ένα dark pop σχήμα του Michael Sele

The Beauty Of Gemina - The Myrrh Sessions

The Beauty Of Gemina – The Myrrh Sessions (2013, TBoG Music, SPV GmbH)

Το «Listening Wind» των Beauty Of Gemina:

Οι Beauty Of Gemina είναι ένα ελβετικό σχήμα που δημιουργήθηκε από τον πολυοργανίστα Michael Sele το 2006 και από τότε έχουν κυκλοφορήσει οκτώ albums σκοτεινής folk απόχρωσης. Ο Sele ερμήνευσε βελούδινα και με μεγάλη προσοχή το «Listening Wind» το 2013 στο πέμπτο album τους, το ακουστικό «The Myrrh Sessions«, με μια ταπεινή αξιοπρέπεια και μια μελαγχολία που τονίζεται από το ατμοσφαιρικό, υποβλητικό υπόβαθρο. Ο ίδιος ο Sele παίζει πιάνο, όργανο, ακουστική κιθάρα, ισπανική κιθάρα και μπαλαλάικα ενώ μαζί του, επίσης ακουστική κιθάρα και μπαλαλάικα παίζει ο Marco Gassner, μπάσο ο David Vetsch, κρουστά ο Mac Vinzens και υπέροχα βιολιά, οι Philip Hirsiger και Rachel M Wieser.
★★★★★★★☆☆☆


Peter Gabriel

Peter Gabriel

Peter Gabriel: ο art rocker γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1950 στο Chobham, Surrey της Βρετανίας

Peter Gabriel ‎- Scratch My Back

Peter Gabriel «Scratch My Back» (2010, Real World)

Το «Listening Wind» του Peter Gabriel:

Ανάμεσα στο «Flume» του Bon Iver και το «Power Of The Heart» του Lou Reed, ο Peter Gabriel διασκεύασε και το «Listening Wind» των Talking Heads στο album διασκευών που κυκλοφόρησε το 2010, «Scratch My Back«, μία εκτέλεση που περιλαμβάνει μόνο τα έγχορδα της London Scratch Orchestra, μία ορχήστρα που σχημάτισε για τις ανάγκες των albums με τις διασκευές του σε παραγωγή του Bob Ezrin. Η ερμηνεία του Gabriel είναι άτονη, έχει αφαιρέσει τις δραματικές απολήξεις του τραγουδιού και ακούγεται κάπως εξωραϊσμένη χωρίς γωνίες. Ο ίδιος ο Byrne ανάφερε ότι η εκτέλεση του Gabriel φέρνει «μια γλυκύτητα στο τραγούδι. H φωνητική προσέγγιση του Gabriel αναποδογύρισε το τραγούδι, το ερμήνευσε από μια διαφορετική οπτική γωνία.» Όσο συγκλονιστικός ακούστηκε ο Gabriel στο φόρο τιμής του στον πραγματικό νοτιοαφρικανό μάρτυρα Steven Biko το 1980 στο τρίτο album του, τόσο διαλλακτικός και κουρασμένος ακούγεται στο «Listening Wind«.
★★★★☆☆☆☆☆☆


Dutch Head

Dutch Head

Dutch Head: το ντουέτο της βιολονίστας και εικαστικού Erica Nockhalls από τους Wonderstuff και του George Taylor από τους Fratelli Brothers

Dutch Head - Listening Wind

Dutch Head «It’s Complicated / Listening Wind» (2016, Independent Records Ltd.)

Το «Listening Wind» των Dutch Head:

Οι Dutch Head ήταν ένα ντουετο της Erica Nockhalls από το Rotherham του Νότιου Yorkshire στη Βρετανία και του George Taylor των Fratelli Brothers, που έκαναν μια βραχύβια συνεργασία για ένα ep και ένα single το 2015 – 2016, μετά την θητεία της Nockhalls στους Wonderstuff και το ντουέτο της με τον Miles Hunt. Βιολονίστα και εικαστικός, η Nockhalls έχει συνεργαστεί με τους Proclaimers, τον Fink, τους Ting Tings, τους Tronos κ.λπ. και διατηρεί τη δική της art rock μπάντα EN. Η απόδοσή της στο «Listening Wind«, πολύ στυλιζαρισμένη και «τεχνική» έχει έναν αέρα προχωρημένης art pop που δεν προσδίδει κάτι ιδιαίτερο στο τραγούδι.
★★★★★☆☆☆☆☆


Angelique Kidjo

Angelique Kidjo

Angélique Kpasseloko Hinto Hounsinou Kandjo Manta Zogbin Kidjo γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1960 στο Ouidah του Benin

Angélique Kidjo ‎- Remain In Light

Angelique Kidjo «Remain In Light» (2018, Kravenworks)

Το «Listening Wind» της Angélique Kidjo:

«Ο θρήνος για τον τρομοκράτη βομβιστή, «Listening Wind» ίσως είναι το χαρακτηριστικό κομμάτι όλου του album. Πάνω σε ένα επίμονο percussion, η Kidjo συνοψίζει το ρόλο του πρωταγωνιστή του τραγουδιού, Mojique, ενώ ο Ezra Koening των Vampire Weekend τραγουδάει στο υπόβαθρο στο μητρικό γλωσσικό ιδίωμα της Kidjo, το fon. Οι φωνές τους μπλέκονται στο ρεφρέν σε κάτι που ακούγεται ταυτόχρονα απεγνωσμένο και εμψυχωτικό, δίνοντας φωνή στον κατά τα άλλα αδύναμο πρωταγωνιστή του τραγουδιού.» Αυτά έγραψε ο Andy Beta στην κριτική του στο Pitchfork, για την απόδοση όλου του «Remain In Light» που κυκλοφόρησε η Angélique Kpasseloko Hinto Hounsinou Kandjo Manta Zogbin Kidjo ως δέκατο πέμπτο album της καριέρας της, μία καλλιτέχνιδα από το Quidah του Benin στη Δυτική Αφρική, ανάμεσα στο Togo και τη Νιγηρία που ξεκίνησε την καριέρα της στο Παρίσι στις αρχές των 80s. Η εκτέλεση της Kidjo φέρει κάτι από την αυθεντικότητα της οδύνης της αφρικανικής καταγωγής της και ακούγεται απίστευτα τίμια, καθώς η παραγωγή του Jeff Bhasker αφήνει μόνο τα κρουστά και τις φωνητικές αρμονίες να δεσπόζουν στο τραγούδι. Όπως είπε στον Cory Grow του Rolling Stone σχετικά με την απόφασή της να ερμηνεύσει ολόκληρο το «Remain In Light«: «Προσπάθησα να διατηρήσω το πνεύμα του αλλά να το φέρω και πίσω στην Αφρική.»

– Το περιοδικό Drowned In Sound μάλιστα, στην κριτική του album, από την Bekki Bemrose, έγραψε ότι «το «Listening Wind» αποδεικνύεται ένας πραγματικός θρίαμβος, που αναδεικνύει μια συναισθηματική αντήχηση όχι πλήρως εμφανή στην αποστασιοποιημένη ερμηνεία του David Byrne, αφού η Kidjo το τραγουδάει σαρωτικά.»

– Και το περιοδικό Paste στην κριτική του από την Beverly Bryan, κάνει τον παραλληλισμό μεταξύ της Angelique Kidjo και της αυθεντικής ερμηνείας του Byrne: «Η αυθεντική εκτέλεση του τραγουδιού που αφηγείται την ιστορία του Mojique, ενός θυμωμένου νεαρού από την επέλαση των αναρίθμητων ξένων που συνωστίζονται στη χώρα του, που αντεπιτίθεται τοποθετώντας βόμβες σε μια «ελεύθερη ζώνη εμπορίου» είναι στοιχειωτική και γεμάτη οργή. Στα χέρια της Kidjo όμως, ενισχύεται από ανατριχιαστική δύναμη και ηλεκτρισμό. Δημιουργεί μια καταιγίδα, μόνο και μόνο με τη φωνή της.»

– Στο ίδιο μήκος κύματος και το Pop Matters βρίσκει την ερμηνεία του «Listening Wind» από την Kidjo, απογειωτική σύμφωνα με την κριτική που έγραψε η Adriane Pontecorvo: «Στο «Listening Wind» παίρνει ξανά ένα τραγούδι που κάποτε γοήτευε με τις παγωμένες και απόμακρες ποιότητές του και το ζεσταίνει, το μεταμορφώνει σε μια πιο θερμή παλέτα προσθέτοντας αντηχήσεις από mbira. Η φωνή της βρίσκεται στην επιδέξια φόρμα της εδώ, πληθωρική και σπαραχτική

– Ο Rob Mesure από το περιοδικό MusicOmh επίσης συμφωνεί ότι «το «Listening Wind» προσθέτει στρώσεις από αντηχήσεις φωνητικών και αντικαθιστά τα τσιρίγματα της κιθάρας που ακουγόταν σαν βιολί, με μια δυναμική synth γραμμή, σε μια πιο ζεστή απόδοση (ιδιαίτερα σε σύγκριση με την σκελετική εκτέλεση του Peter Gabriel το 2010) που προσεγγίζει το θλιβερό όσο και αμφισβητούμενο θέμα του -μια απεγνωσμένη δράση τρομοκρατίας- με τιμιότητα

– Στο NPR, ο Marcus J. Moore, τόνισε στο κείμενό του τη σημασία της πολιτικής χροιάς του θέματος του τραγουδιού: «Πάνω σε ένα ευγενές μείγμα από djembe τύμπανα και ταλαντευόμενα synthesizers, η Kidjo αφηγείται την ιστορία ενός άντρα με το όνομα Mojique που βλέπει άμεσα την εισβολή αποίκων στο χωριό του. Υπάρχει μια μετρημένη μελαγχολία στη φωνή της Kidjo σαν να ζει το τραύμα η ίδια. Το τραγούδι έχει σημασία εδώ, όση είχε και το 1980. Η ανάπλαση έχει εξαπλωθεί σε όλη την Αφρική και στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις και έγχρωμοι άνθρωποι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις κοινότητές τους στις οποίες ζούσαν επί γενιές.»

– Ο Matt Vadnais στους Irish Times ταύτισε μάλιστα την Kidjo με τον ήρωα του «Listening Wind«, Mojique και τον David Byrne με τον αμερικανό παραλήπτη της φονικής βόμβας μέσω ταχυδρομείου: «Ίσως αυτονόητα, η παρουσία της Kidjo προσδίδει αξιοπιστία και βαρύτητα στην ιστορία του «Listening Wind» ενός τραγουδιού σχετικά με την αντίδραση ενός προσώπου απέναντι στην κατοχή του χωριού του από ξένους σε «φανταχτερά σπίτια». To ρεφρέν του τραγουδιού και η φράση «ο αέρας στην καρδιά μου» αποκτούν διαφορετικό νόημα όταν τραγουδιουνται από την μπενινέζικη καρδιά της Kidjo από,τι όταν τραγουδιούνται από την σκοτσεζο-αμερικανική καρδιά του David Byrne: ο αέρας που φυσάει στην καρδιά της Kidjo είναι ο ίδιος αέρας που νιώθει και ο πρωταγωνιστής του τραγουδιού να φυσάει, ενώ του Byrne ήταν μια έκφραση της αναγνώρισής του ως ανθρώπινη και εγκεκριμένη καθώς τοποθετείται ως ένας από τους Αμερικανούς που θα μπορούσε να έχει λάβει το επικίνδυνο δέμα. Εδώ η αναγνώριση που προσφέρει ο Byrne αντικαθίσταται από την προσωπική μαρτυρία της Kidjo. Είναι θρηνητικό αλλά μόνο και μόνο επειδή ερμηνεύεται από την ίδια, ακούγεται και λυτρωτικό.«

– O κριτικός Mark Ray στο Louder Than War, βρίσκει μαχητική και συμβολική της επανάστασης, την αγανάκτηση του ήρωα του τραγουδιού: «Το «Listening Wind«, αρχικά για τους Ιθαγενείς Αμερικανούς, μετατρέπεται σε μια ιστορία για τις συνέπειες της δουλείας και της λευκής επιδρομής στην Αφρική. Ο «αέρας στην καρδιά μου» που ερμηνεύεται εδώ είναι ο αφρικανικός αέρας που φυσάει σε όλη την ήπειρο βουτηγμένη στις αλυσίδες και το αίμα. Ένας τόπος και οι άνθρωποί του αλυσσοδεμένοι. Γίνεται ένα ακόμα πιο οδυνηρό τραγούδι, ένας θρήνος που εξετάζει τι είναι η τρομοκρατία και τι είναι οι μαχητές της ελευθερίας. Είναι ένα τραγούδι, στρωμένο με δάκρυα, πόνο και τελικά, μία υψωμένη γροθιά αντίστασης.»
★★★★★★★★☆☆


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Seventeen: Propaganda «Dream Within A Dream»

The Dust Grain Eighteen: Robert Wyatt «Shipbuilding»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 1 Comment »

Ναυπηγεία

Posted by gone4sure στο 3 Φεβρουαρίου 2019

Το «Shipbuilding» είναι ένα συγκινητικό, θλιμμένο τραγούδι, γραμμένο από την πλευρά μιας αφήγησης που απλά καταγράφει χωρίς να παρεμβαίνει, χωρίς θυμούς και εντάσεις. Ένα αντιπολεμικό αριστούργημα που δεν αναφέρεται άμεσα στον πόλεμο αλλά στην καθημερινότητα των «αναλώσιμων» ανθρώπων που χρησιμοποιήθηκαν για αυτόν.

Newsweek Falklands

Newsweek Απρίλιος 1982: Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται. Η Κρίση Των Falklands. Το HMS Hernes πλέει νότια.

To «Shipbuilding» γεννήθηκε το 1982 με πρωταγωνιστές στην λαμπερή πλευρά, τον Robert Wyatt, τον Elvis Costello και τον Clive Langer και στη θλιβερή, την Margaret Thatcher, τα ρημαγμένα ναυπηγεία της Βρετανίας, μία ανεργία που κάπλαζε σε ιλλιγιώδη πραγματικά νούμερα (φτάνοντας τα τρία εκατομμύρια ανθρώπους) και τον πόλεμο των Falklands. Όλοι τους βρέθηκαν σαν τους αντίθετους πόλους ενός μαγνήτη σε έναν καμβά δημιουργίας και η δράση τους χαρακτήρισε την εποχή τους με χρώματα που ξεκίνησαν από τις αποχρώσεις του μελανού, φτάνοντας σε μια φωτεινή ίριδα. Ένα από τα πιο ευγενή και απολαυστικά τραγούδια διαμαρτυρίας γεννήθηκε πάνω στην απογοήτευση και τις στάχτες εγκαινιάζοντας μια τετραετία ακόμα σκληρής θατσερικής διακυβέρνησης στην Βρετανία.

O πόλεμος ξεκίνησε στις 2 Απριλίου 1982 με την εισβολή της Αργεντινής στα Falklands και την άμεση απάντηση της Βρετανίας, διήρκεσε 74 μέρες και έληξε με την παράδοση των Αργεντίνων στις 14 Ιουνίου 1982. Η Βρετανία υποστηρίζει ότι τα νησιά τελούν υπό την κυριαρχία του βρετανικού στέμματος από το 1841 και κατοικούνται από απόγονους βρετανών έποικων που υποστηρίζουν τη βρετανική κυριαρχία. Ο πόλεμος αυτών των δυόμισυ μηνών είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν 255 Βρετανοί και 649 Αργεντίνοι αλλά και να επανεκλεγεί η Margaret Thatcher στην εξουσία στις 9 Ιουνίου 1983 με την πιο διευρυμένη πλειοψηφία που κατάφεραν να εξασφαλίσουν οι Tories σε εκλογές από το 1945. Επιπλέον, η αντίσταση του αργεντίνικου λαού στην στρατιωτική δικτατορία κατάφερε να την ανατρέψει κι έτσι το 1983 τελευταίος επικεφαλής της αργεντίνικης επτάχρονης χούντας έμελλε να είναι ο Reynaldo Bignone.

Robert Wyatt

Robert Wyatt: στις αρχές των 80s γράφτηκε στο κομμουνιστικό κόμμα.

Σε ένα ειρωνικό παιχνίδι της τύχης, την μέρα που εισέβαλλε ο αργεντίνικος στρατός στα Falklands, στις 2 Απριλίου 1982, στη Βρετανία κυκλοφορούσε το ep «Summer Into Winter» του Ben Watt των Everything But The Girl με καλεσμένο στο πιάνο τον Robert Wyatt. Ήταν ένα ήρεμο ακουστικό δισκάκι με έξι τραγούδια, τον Ben Watt στο μικρόφωνο και την κιθάρα και τον Robert Wyatt στο πιάνο που εξέφραζε τη νέα γενιά της indie pop η οποία αγκάλιαζε το εκλεκτό παρελθόν του αγγλικού, «μορφωμένου» rock στο πρόσωπο του Wyatt. Ο Wyatt στις αρχές των 80s είχε γραφτεί στο κομμουνιστικό κόμμα της Βρετανίας, ένας γνήσιος μποέμ της βρετανικής διανόησης που θέλησε να κρατήσει αντίβαρο στην απάνθρωπη, συντηρητική πολιτική του θατσερισμού, όντας καθηλωμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του από το 1973 όταν έπεσε από τον τέταρτο όροφο στο κενό, στο σπίτι της Lady June (June Campbell Cramer) στο Maida Vale, μένοντας παράλυτος από τη μέση και κάτω και αλλάζοντας άρδην τη μουσική δράση του από τότε. Ο Wyatt είχε εγκαταλείψει τα drums που έπαιζε στους Soft Machine και είχε διακόψει το σχήμα των Matching Mole ενώ είχε ξεκινήσει μια προσωπική δισκογραφική προσπάθεια που στις αρχές των 80s είχε αποφέρει μόλις τρία albums μεταξύ 1970 – 1975 και πολλές συνεργασίες με ονόματα που εκτείνονταν από την Carla Bley ως τους Henry Cow. Στα 80s ο Wyatt ήδη απολάμβανε την αίγλη του επιδραστικού καλλιτέχνη, στις νέες γενιές του post punk, με την ανεπιτήδευτη, ειλικρινή και διανοούμενη στάση του απέναντι στη ζωή και στην τέχνη. Μια σειρά από singles που είχε κυκλοφορήσει στα 80s στην νέα εταιρία του Rough Trade, έδιναν το πολιτικοποιημένο αλλά και εκλεκτό καλλιτεχνικό στίγμα του κυρίως με την ευρύτητα των επιλογών των τραγουδιών που αποφάσιζε να ερμηνεύσει: στο ίδιο single διασκεύασε το «At Last I’m Free» των Chic και το «Strange Fruit» που είχε δοξάσει η Billie Holiday.

Clive Langer

Clive Langer: ένας ταλαντούχος τραγουδοποιός και παραγωγός.

Η μελωδία που έγραψε ο Clive Langer ήταν εμπνευσμένη ακριβώς από το «Strange Fruit» στην ερμηνεία του Robert Wyatt. Η απόδοση του Wyatt στο «Strange Fruit» θα χρειαζόταν μερικές σελίδες κειμένου για να καταφέρει να επικοινωνηθεί με λογικούς όρους στο κοινό. Σύμφωνα βέβαια με τον Mark Bedford των Madness που έπαιξε διπλό μπάσο στην ηχογράφηση και έδωσε συνέντευξη στο ΝΜΕ το 1983, αρχικά το «Shipbuilding» προοριζόταν να κυκλοφορήσει σε τέσσερις διαφορετικές εκτελέσεις σε ένα ep με τίτλο «Ten To Nine«, με τέσσερις διαφορετικούς τραγουδιστές στην καθεμιά από αυτές: του Elvis Costello, του Clive Langer, του Steve Allen από τους Deaf School και του Robert Wyatt. Η ήπια, πιανιστική μελωδία φαινόταν να αρμόζει όμως τέλεια στην συγκεκριμένη περίοδο του Wyatt, ο οποίος βρισκόταν σε εξαιρετική φόρμα και οι στίχοι που είχε παραγγείλει ο Langer στον Costello ταίριαζαν επίσης απόλυτα στην έντονα πολιτικοποιημένη φάση του. Ο Costello φέρεται να είπε στον Langer τηλεφωνικά, από την Αυστραλία από όπου βρισκόταν για περιοδεία «έγραψα τους καλύτερους στίχους μου». Ο Geoff Travis της εταιρίας Rough Trade παράδωσε την κασέτα με το δοκιμαστικό στον Wyatt.

Η πρώτη αντίδραση του Wyatt ήταν «Μπα, δεν μπορώ να το τραγουδήσω αυτό. Μετά όμως σκέφτηκα ότι πρόσφατα είχα αρχίσει να φτιάχνω πιο αργά τραγούδια και να τραγουδάω μακρύτερες νότες, οπότε ίσως τα κατάφερνα. Οι μουσικοί τείνουν να μην συζητούν τους στίχους που γράφουν. Προσπαθούμε να τα πούμε όλα με όσο λιγότερα λόγια είναι δυνατόν. Ο Elvis ήταν πολύ νευρικός για τους στίχους που έγραψε, αν και στην ουσία τα λόγια μιλάνε για το πώς το συντηρητικό κατεστημένο δοξάζει την εργατική τάξη ονομάζοντάς την «τα αγόρια μας» όταν θέλει να τους φορέσει την εργατική φόρμα. Αυτό που πραγματικά αγάπησα όμως ήταν τα όμορφα ακκόρντα του Clive. Πραγματικά δεν είχα σκεφτεί τα λόγια. Κι επιπλέον δεν είμαι καλός στο θυμό. Είδα το ρόλο μου ως διαβιβαστής, απλά ένας ερμηνευτής. Δουλειά του τραγουδιστή δεν είναι να παρεμβαίνει. Εγώ απλά σκίασα το demo. O Elvis ήταν πολύ απαιτητικός με τη χροια μου.» O Robert Wyatt μίλησε και στο Face το 1983 για την περιβόητη μελαγχολία της φωνής του, αυτήν που ο Ryuichi Sakamoto αποκάλεσε «την πιο θλιμμένη φωνή του κόσμου«: «Ίσως να είναι μελαγχολική επειδή δεν ανοίγομαι συναισθηματικά. Γνωρίζω ότι υπάρχουν καλλιτέχνες -μουσικοί- που δηλώνουν ότι είμαι επιρροή για αυτούς αλλά δεν γνωρίζω πολλά, πραγματικά για τη σύγχρονη μουσική σκηνή. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένα ιδίωμα για μένα με το οποίο να νιώθω άνετα. Το rock το βρίσκω πολύ δογματικό μουσικά. Μεγάλωσα με το είδος της jazz με το ρευστό, ασαφές drumming και τις αυτοσχεδιαστικές μπασογραμμές και φαντάζομαι ότι είναι αυτή η αέρινη ρευστότητα που προσπαθώ να εισχωρήσω στις ερμηνείες μου όταν τραγουδάω. Συνεχίζω να εξοργίζομαι με τις αυστηρές γραμμές και τις αλλαγές αλλά το δουλεύω.»

Shipbuilding On The Clive No.1

Shipbuilding On The Clive No.2

Shipbuilding On The Clive No.3

Shipbuilding On The Clive No.5

Τα τέσσερα εξώφυλλα του «Shipbuilding / Memories Of You» του Robert Wyatt με πίνακες από τη σειρά «Shipbuilding On The Clyde» του Stanley Spencer.

Το single «Shipbuilding» κυκλοφόρησε στις 20 Αυγούστου 1982, λίγες μέρες μετά τη λήξη του πολέμου των Falklands σε παραγωγή Clangwinstello (το συντετμημένο όνομα για το τρίο Clive Langer, Alan Winstanley και Elvis Costello), πιάνο έπαιζε ο Steve Nieve των Attractions, διπλό μπάσο, ο Mark Bedford από τους Madness, κιθάρα και βοηθητικά φωνητικά ο Elvis Costello, όργανο ο Clive Langer και τύμπανα ο Martin Hughes (από τους Any Trouble και τους Clive Langer & The Boxes). Στη δεύτερη πλευρά του single υπήρχε μια απόδοση του Robert Wyatt στο «Memories Of You«, ένα κομμάτι του 1930 από τα χρυσά χρόνια του Broadway musical και το έργο «Blackbirds» που είχε πρωτοτραγουδήσει στο θέατρο, ο Minto Cato και στη δισκογραφία, πρώτος ο Louis Armstrong την ίδια χρονιά. Την παραγωγή της εκτέλεσης του «Memories Of You» από τον Robert Wyatt επιμελήθηκε ο Dave MacRae από τους Matching Mole, παλιός γνώριμος και φίλος του Wyatt. Στην δωδεκάιντση κυκλοφορία προστέθηκε και η εκτέλεση του Robert Wyatt στο «Round Midnight» του Thelonius Monk, γραμμένο το 1944. Το single στην πρώτη κυκλοφορία του απεικονίζει στο εξώφυλλό του ένα έργο του Stanley Spencer από τη σειρά, «Shipbuilding On The Clyde» που είχε δημιουργήσει μεταξύ Μαϊου 1940 και Απριλίου 1941 όταν στάλθηκε από την κυβέρνηση της Βρετανίας μέσω της Συμβουλευτικής Επιτροπής Καλλιτεχνών του Πολέμου, στα ναυπηγεία του λιμανιού της Γλασκώβης στο ποτάμι Clyde για να ζωγραφίσει τους εργάτες που δούλευαν για να κατασκευάσουν πλοία. Το single επανακυκλοφόρησε στην επέτειο του ενός χρόνου από την έναρξη του πολέμου, στις 2 Απριλίου 1983, αυτή τη φορά με τέσσερα διαφορετικά εξώφυλλα, όλα από την ίδια σειρά ζωγραφικών έργων του Stanley Spencer και ανέβηκε μέχρι το Νο.35 του βρετανικού chart. Η επιτυχία της εκτέλεσής του είχε ως αποτέλεσμα να ξανακυκλοφορήσει τη συλλογή του 1982 «Nothing Can Stop Us«, κι αυτή ένα χρόνο αργότερα, συμπεριλαμβάνοντας και το «Shipbuilding» μαζί με τα υπόλοιπα singles του στην Rough Trade από το 1980 ως το 1982.

Το «Shipbuilding του Robert Wyatt:

Αξίζει;
Ένα καινούργιο χειμωνιάτικο παλτό και παπούτσια για τη σύζυγο
Και ένα ποδήλατο για τα γενέθλια του γιου

Είναι μια φήμη που απλώθηκε στην πόλη
Από τις γυναίκες και τα παιδιά
Σύντομα θα ξαναδουλέψουμε στα ναυπηγεία

Λοιπόν, σε ρωτάω
Είπε το παιδί «μπαμπά θα με στρατολογήσουν
Aλλά θα είμαι πίσω μέχρι τα Χριστούγεννα»

Είναι απλά μια φήμη που απλώθηκε στην πόλη
Κάποιος είπε ότι κάποιος αντικαταστάθηκε στο πόστο του
Επειδή είπε ότι σκοτώνεται κόσμος
Από το αποτέλεσμα των ναυπηγείων

Με όλη την προθυμία του κόσμου
Βουτάμε για τη γλυκιά ζωή
Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια

Είναι απλά μια φήμη που απλώθηκε στην πόλη
Ένα τηλεγράφημα ή μια ταχυδρομική κάρτα με μια φωτογραφία
Μέσα σε μερικές εβδομάδες θα ξανανοίξουν τα ναυπηγεία
Και θα ενημερώνουν τους κοντινούς συγγενείς

Είναι το μόνο που έχουμε μάθει καλά
Θα είμαστε στα ναυπηγεία

Με όλη την προθυμία του κόσμου
Βουτάμε για τη γλυκιά ζωή
Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια

Είναι το μόνο που έχουμε μάθει καλά
Θα είμαστε στα ναυπηγεία

Με όλη την προθυμία του κόσμου
Βουτάμε για τη γλυκιά ζωή
Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια
Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια

Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια

 


Elvis Costello & The Attractions

Elvis Costello & The Attractions - Punch The Clock

Elvis Costello & The Attractions «Punch The Clock» (1983, F-Beat)

Το «Shipbuilding» των Elvis Costello & The Attractions:

O Elvis Costello το 1983 βρισκόταν εν μέσω μιας πολύ δημιουργικής περιόδου. Είχε τελειώσει με την προώθηση του «Imperial Bedroom» που είχε θριαμβευτική υποδοχή από τον Τύπο και ως υποστηρικτής των Εργατικών, αποτελούσε μέρος της αντιθατσερικής καλλιτεχνικής κοινότητας. Δεν ήταν μέλος του Red Wedge, του καλλιτεχνικού ρεύματος που υποστήριζε τους Εργατικούς (Paul Weller, Billy Bragg, Jimmy Somerville κ.λπ.) αλλά δρούσε σε παράλληλη τροχιά μαζί τους, κυκλοφορώντας στην προεκλογική περίοδο υπό το ψευδώνυμο The Imposter, το single «Pills And Soap«, μια σκληρή παραβολή για την διάβρωση της βρετανικής κοινωνίας μέσα από το σχήμα της εκμετάλλευσης και της κακοποίησης των ζώων. Παράλληλα ετοίμαζε το καινούργιο album του «Punch The Clock» και σκόπευε να χρησιμοποιήσει στην παραγωγή, τους Clive Langer και Alan Winstanley, παλιούς γνώριμούς του από τα τέλη των 70s. Όταν ο Costello έκανε παραγωγή στο ντεμπούτο των Specials, αυτοί ανέλαβαν τους Madness και επιπλέον το σχήμα του Langer, οι Boxes περιόδευσαν μαζί με τους Attractions μετά το album «Get Happy«. Ο Clive Langer και ο Elvis Costello δένονταν μεταξύ τους με την πολύ ισχυρή mod αισθητική των δημιουργών που αγαπούν το ίδιο ευρύ φάσμα πολιτισμικών αναφορών.

Elvis Costello & The Attractions

Elvis Costello & The Attractions

Στο κείμενο του booklet της επανακυκλοφορίας του «Punch The Clock» το 2003, ο Elvis Costello, εξαιρετικά εκφραστικός και λεπτομερής έδωσε το στίγμα της εποχής και του album του: «Το «Punch The Clock» ήταν η ευκαιρία μας να ξανασυστηθούμε στον θαυμαστό κόσμο της pop μουσικής και ωστόσο να διατηρήσουμε την αίσθηση του χιούμορ μας. Μετά το Nashville (εννοεί τον country δίσκο του «Almost Blue» του 1981) και το λαβύρινθο του «Imperial Bedroom» ήμουν έτοιμος να βρω μια διαφορετική προσέγγιση παραγωγής. Ο Clive Langer και ο Alan Winstanley σίγουρα γνώριζαν πού βρίσκονταν τα charts αλλά έφτιαχναν επίσης και σπουδαίους δίσκους. Είχαν κάνει παραγωγή σε επιτυχίες των Teardrop Explodes, των Dexy’s Midnight Runners και των Madness. Στην πραγματικότητα είχα γνωρίσει τον Clive ως συνάδελφο παραγωγό στην 2 Tone Records. Όταν τελείωσα το ντεμπούτο album των Specials, οι Clive και Alan είχαν προχωρήσει στους Madness στην Stiff Records και είχαν ηχογραφήσει μερικά από τα καλύτερα pop singles από τις καλύτερες μέρες των Kinks. Παρότι έκαναν την πιο «αγγλική» μουσική στον πλανήτη, οι Clanger & Winstanley κατάφεραν να φτάσουν τους Madness στο Νο.1 της Αμερικής με το «Our House«. Ως το 1983 είχαν ήδη γίνει ακαταμάχητοι και ασταμάτητοι.

Amen Corner ‎- The National Welsh Coast Live Explosion Company

Amen Corner «The National Welsh Coast Live Explosion Company» (1969, Immediate)

Το «(If Paradise Is) Half As Nice» των Amen Corner:


Clive Langer & The Boxes - Splash

Clive Langer & The Boxes «Splash» (1980, F-Beat)

Το «(If Paradise Is) Half As Nice» των Clive Langer & The Boxes:

Ο Clive ήταν επίσης και εξαιρετικός τραγουδοποιός. Οι Clive Langer & The Boxes ήταν support μας στην περιοδεία μας για το «Get Happy» σε παραλιακές πόλεις και στα πιο περίεργα μέρη. Τους είχα κάνει παραγωγή σε μια διασκευή που έκαναν στο «(If Paradise Is) Half As Nice» των Amen Corner για το album τους «Splash» (1980) στην F-Beat. Ο Alan, ο ήσυχος και πιο υπομονετικός της ομάδας, είχε επίσης μερικά πολύ ζόρικα credits στο βιογραφικό του συμπεριλαμβανομένων κάποιων ηχοληψιών στους καλύτερους δίσκους των Buzzcocks. Προτιμούσαν τη μέθοδο «βήμα – βήμα» στις ηχογραφήσεις: κρατούσαν πολύ λίγα από την αρχική «ζωντανή» ηχογράφηση (συνήθως μόνο τα τύμπανα) και συγκολούσαν κάθε οργανική στρώση έτσι ώστε να υπηρετεί όσο το δυνατόν καλύτερα την ενορχήστρωση. Αυτό το σύστημα φυσικά απέκλειε τον αυθορμητισμό που είχαμε στο παρελθόν με τα «ευτυχή ατυχήματα» αλλά μπορεί να πρόσφερε εντυπωσιακά αποτελέσματα όταν έμπαινε και το τελευταίο λιθαράκι στη θέση του.

Elvis Costello

Elvis Costello ή Declan Patrick Aloysius MacManus

Το «Shipbuilding» ξεκίνησε ως μια μελωδία στο πιάνο που έγραψε ο Clive Langer. Με ρώτησε αν θα μπορούσα να γράψω στίχους που θα ταίριαζαν στον Robert Wyatt, «ίσως κάτι σχετικά με τις ώρες στο ρολόι», μου είπε ως μοναδικό στοιχείο (σε ένα party στο σπίτι του Nick Lowe). Ο Robert είχε ηχογραφήσει (το 1974) μία όμορφη soulful διασκευή του «I’m A Believer«, οπότε δεν αισθάνθηκα ότι θα έπρεπε τα λόγια να έχουν να κάνουν με τα επίκαιρα γεγονότα. Τέλος πάντων, είχε έναν τρόπο να εκμηδενίζει την απόσταση ανάμεσα σε κάποιο ερωτικό τραγούδι και ένα καταφανώς πολιτικό τραγούδι. Αν ακούσετε τις ερμηνείες του στο «At Last I’m Free» των Chic και στο «To Recuerdo Amanda» του Victor Jara, θα καταλάβετε τι εννοώ. Έφευγα για μια περιοδεία στην Αυστραλία με το demo του Clive στην τσάντα μου. Η κυβέρνηση βρισκόταν σε μια διαδικασία αλλαγής της καταστροφικής μοίρας της, αποφασίζοντας να υπερασπιστεί μια άγνωστη και κατηργημένη μονάδα άνθρακα κι ένα βοσκοτόπι. Δηλαδή σαν να αποφασίζεις να υπερασπιστείς τα νησιά Falkland στο Νότιο Ατλαντικό ενώ βρίσκεσαι στο Βόρειο Ημισφαίριο. Ιδιαίτερα εκείνοι οι καθυστερημένοι στο Υπουργείο Εξωτερικών, έκαναν ότι ήταν δυνατόν για να πείσουν την ιδιαίτερα μοχθηρή χούντα της Αργεντινής ότι η διεκδίκηση των νησιών Malvinas (όπως είναι η ισπανόφωνη ονομασία τους) ίσως και να περνούσε απαρατήρητη αν έμπαιναν στον κόπο να εισβάλλουν σε αυτά… Μα τι υπέροχος πόλεμος! Μόνο που δεν ονομάστηκε ποτέ Πόλεμος. Πάντα οι αναφορές σε αυτόν μιλούσαν για την «Κρίση Στα Falklands» και αργότερα στην «Σύρραξη των Falklands«. Ευτυχώς το CNN δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα αλλιώς θα είχαμε κανένα επικό μουσικό θέμα και λεζάντα: «Η Καταιγίδα του Νότιου Ατλαντικού: Αντίστροφη Μέτρηση για τα Falklands«.

Sun Gotcha Falklands

Gotcha: πρωτοσέλιδο της Sun από φύλλο του Μαϊου 1982

Όταν έφτασα στην Αυστραλία, η αιματηρή διαμάχη βρισκόταν σε εξέλιξη. Τα είχα δει όλα στην κάλυψη των γεγονότων από τα βρετανικά media: σε κάποιους ηλικιωμένους έτρεχαν τα σάλια για τον βαρύ εξοπλισμό, μία άρρωστη ψευδαίσθηση ακατανίκητου μέχρι να χτυπηθεί το H.M.S. Sheffield από έναν πύραυλο Exocet, η Sun με υπέρτιτλο «Gotcha» όταν τριακόσιοι αργεντίνοι ναύτες πνίγηκαν όταν βυθίστηκε το πλοίο Belgrano (στις 2 Μαίου 1982), η κατασκευή του τυπικού ηρωικού μύθου για να κάνουν τους πάντες να χαρούν μετά από μια σειρά από γκάφες που είχαν οδηγήσει σε μια άσκοπη και βάναυση σφαγή της Ουαλικής Φρουράς (όταν οι αργεντίνοι σφυροκόπησαν το πλοίο Sir Gallahad στις 7 Ιουνίου 1982) και φυσικά η πραγματική πρωταγωνίστρια του show: η Πρωθυπουργός που εμφανιζόταν στις τηλεοπτικές οθόνες καθημερινά σαν απευθείας μετάδοση από τη θεατρική σκηνή. Κάποιες φορές σαν την Boadicea (τη βασίλισσα των Κελτών Ικένων που αντιτάχθηκε στη ρωμαϊκή επέλαση το 60 μ.Χ.). Άλλες φορές σαν την Britannia (ρωμαϊκή ονομασία των νησιών της Βρετανίας). Α, ξέχασα και τον παράφρονα που ούρλιαζε από τα πίσω έδρανα των Tories προτείνοντας πυρηνική επίθεση στο Buenos Aires. Φυσικά, τίποτα από τα παραπάνω δεν είχε μπορέσει να με προετοιμάσει για την αθλιότητα της κάλυψης των αυστραλιανών εφημερίδων. Σύμφωνα με αυτές, οι Poms (παρατσούκλι των Άγγλων) σφαγιάζονταν σε στιλ Καλλίπολης ενώ οι Argies (οι Αργεντίνοι) έτρωγαν μωρά στα Falklands.

Τα περισσότερα από τα παραπάνω ήταν πέραν κάθε περιγραφής αλλά η ιδέα ότι όλο αυτό θα εκτροχιαστεί σε πόλεμο φαινόταν τόσο πιστευτή όσο τίποτα άλλο. Πλοία χάνονταν. Σύντομα θα χρειαζόντουσαν κι άλλα πλοία. Οπότε «Καλώς τους πάλι τους περιθωριοποιημένους της Cammell Laird (ναυπηγική εταιρία του Liverpool), της Harland & Wolff (βιομηχανική εταιρία ναυπηγικής στο Belfast) και της Swan Hunter (ναυπηγική εταιρία στο Wallsend). Τα αγόρια μας χάνονται. Χρειαζόμαστε περισσότερα αγόρια. Οι γιοι σας θα κάνουν τη δουλειά… μόλις τα πλοία είναι έτοιμα.» Αν μη τι άλλο, αυτή ήταν η σκέψη πίσω από τους στίχους του «Shipbuilding«. Το ότι δεν αγνοήθηκαν είναι ευλογία. Ήταν πάντα, λιγότερο τραγούδι διαμαρτυρίας και περισσότερο ένα προειδοποιητικό σημάδι.


Miles Davis - Sketches Of Spain

Miles Davis «Sketches Of Spain» (1961, Columbia)

Το «Saeta» του Miles Davis:

Ο Clive (Langer), ο Alan (Winstanley) και γω κάναμε παραγωγή στην ηχογράφηση του τραγουδιού από τον Robert Wyatt. Το τραγούδησε υπέροχα και το τραγούδι έφτασε σε πολλούς ανθρώπους στη Μεγάλη Βρετανία. Παρά το δισταγμό μου να «διασκευάσω» το τραγούδι, το συμπεριέλαβα στο «Punch The Clock» για να ακουστεί από μεγαλύτερα ακροατήρια. Όπως έπαιξε ο Steve Nieve πιάνο στην εκτέλεση του Robert, σκέφτηκα να φέρω έναν τρομπετίστα για τη δική μου εκτέλεση. Για να είμαι ειλικρινής, το ιδανικό για μένα θα ήταν ο Miles Davis, αν και σκεφτόμουνα περισσότερο τις αραβικές πινελιές του «Sketches Of Spain» παρά τους πρόσφατους, τότε, fusion δίσκους του. (Μάλιστα είχα προσπαθήσει να μιμηθώ κάποιες από κείνους τους ήχους στα βοηθητικά φωνητικά της εκτέλεσης του «Shipbuilding» του Robert και στο «Pills And Soap«. Αυτή η τελευταία ενορχήστρωση είχε πάρει επίσης την ιδέα από αποσπάσματα του album «Summer Of Hissing Lawns» της Joni Mitchell, αν και η φωνητική ερμηνεία μου προφανώς το καλύπτει αυτό πολύ καλά.)

Chet Baker

Chet Baker

Αν αυτό φάνταζε αδύνατον, τότε αυτό που συνέβη ήταν σχεδόν μαγικό. Άνοιξα την εφημερίδα και είδα ότι ο Chet Baker έδινε μετά από μια πολύ πρόσφατη ανακοίνωση, μια σειρά εμφανίσεων στο Canteen στο Covent Garden. Πήγα μόνος μου και βρήκα τον Chet σε θαυμάσια μουσική φόρμα παρά τους διάφορους μεθύστακες που βρίσκονταν εκεί, που φώναζαν για περισσότερο πιοτό στη μέση των πιο ντελικάτων εκτελέσεων του Chet. Είχα την αίσθηση ότι αυτό συνέβαινε τα περισσότερα βράδυα αλλά φαινόταν πολύ κατάλληλο στην περίσταση ότι ο βασικός από αυτούς τους μεθύστακες που φώναζε ήταν ένας από τους βασικότερους jazz κριτικούς του Λονδίνου. Στο διάλειμμα συστήθηκα στον Chet ο οποίος τριγυρνούσε μέσα στο club ανενόχλητος από τους πελάτες. Δεν είναι ψευτο-μετριοφροσύνη μου να πω ότι δεν είχε ιδέα ποιος ήμουν. Και γιατί να ξέρει άλλωστε; Ωστόσο δέχτηκε την πρόσκλησή μου να έρθει να παίξει στην ηχογράφηση του «Shipbuilding» την επόμενη μέρα. Του ανάφερα μια αμοιβή. Μου είπε «Ανέβα». Νομίζω ότι τη διπλασίασα.

Elvis Costello - Imperial Bedroom

Elvis Costello & The Attractions «Imperial Bedroom» (1982, F-Beat)

Το «Almost Blue» των Elvis Costello & The Attractions:


Chet Baker - Let's Get Lost

Chet Baker «Let’s Get Lost» (1989, Novus / BMG)

To «Almost Blue» του Chet Baker:

Ήταν μια τεταμένη αλλά αποδοτική ηχογράφηση. O Chet χρειάστηκε λίγο χρόνο για να συλλάβει την ασυνήθιστη δομή του τραγουδιού αλλά όταν τη βρήκε, έπαιξε όμορφα αν και δείχνει σαν πεθαμένος στις φωτογραφίες από το στούντιο. Επίσης θα έλεγα ότι είναι και μία από τις ωραιότερες αποδόσεις των Attractions. Στο τέλος της ηχογράφησης έδωσα στον Chet ένα αντίτυπο του «Almost Blue», ένα τραγούδι που νομίζω ήταν φτιαγμένο για το δικό του στιλ. Κατέληξε να το ηχογραφήσει τελικά αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Για το μόνο πράγμα που μετάνιωσα για το «Shipbuilding» ήταν ότι μπήκα στον πειρασμό να προσθέσω ένα spin echo σε κανά δύο φράσεις του Chet. Μάλλον συνέχιζα να έχω το «Sketches Of Spain» στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Από την άλλη, δεν μπορούσα να καταλάβω πραγματικά τι προσπαθούσε να κάνει ο ενορχηστρωτής David Bedford στα έγχορδα και τα είχε θαμμένα στη μίξη. Βέβαια είμαι ευχαριστημένος που είμαστε όλοι στο δίσκο.

Από τότε πήγαινα πάντα να δω τον Chet όποτε ερχόταν στο Λονδίνο. Οι θαμώνες των jazz clubs που προφανώς δεν είχαν ακούσει ποτέ το «Shipbuilding«, έμοιαζαν λίγο ξαφνιασμένοι κάθε φορά που ο Chet με έδειχνε στο κοινό ή μου αφιέρωνε ένα κομμάτι.»


Στον πόλεμο των Falklands αναφέρθηκαν πολλά τραγούδια μετά το πέρας του και από τη βρετανική και από την αργεντίνικη δισκογραφία. Είναι όμως θέμα ενός τελείως διαφορετικού post. Καμία από τις εκτελέσεις του «Shipbuilding» που ακολούθησαν στη δισκογραφία δεν είναι ισάξια με τις δύο αρχικές του Robert Wyatt και του Elvis Costello. Ωστόσο οι περισσότερες από αυτές παρουσιάζουν ενδιαφέρον, περισσότερο ή λιγότερο η καθεμιά, ειδικά αυτές που τόλμησαν να ακουστούν κόντρα στο πρωτότυπο. Παρακάτω σε χρονολογική σειρά παραθέτω εκτελέσεις του «Shipbuilding» πλην των instrumental ηχογραφήσεων του κομματιού (όπως του Julian Coryell) με μια προσωπική μου αξιολόγηση με άριστα τα δέκα αστεράκια.

Swan Arcade

Swan Arcade ‎- Diving For Pearls

Swan Arcade «Diving For Pearls» (1986, Fellside Recordings)

Το «Shipbuilding» των Swan Arcade:

Οι Swan Arcade ερμήνευσαν το τραγούδι στο album τους «Diving For Pearls» του 1986, ένας τίτλος που χρησιμοποίησαν για το δίσκο τους, από ένα στίχο του «Shipbuilding«. Οι Swan Arcade ήταν ένα από τα folk σχήματα της Βρετανίας που συστήθηκε το 1970 αρχικά με τον Dave Brady, τη σύζυγό του Heather Brady και τον Jim Boyes, ένα τρίο με acapella κατεύθυνση και αλλαγές στο line up τους. Το 1978 διαλύθηκαν αλλά ξανασχηματίστηκαν το 1983 μέχρι την οριστική διάλυσή τους το 1990 μετά από έξι συνολικά albums στο σύνολο της καριέρας τους. Οι Swan Arcade ερμήνευσαν το τραγούδι με την αίσθηση ότι παίζουν στο δικό τους τερέν, μιας αριστερόστροφης folk με στρατευμένη πολιτικοποιημένη στάση χωρίς να προσθέτουν όμως κάτι ιδιαίτερο στην αίγλη του. Η ερμηνεία τους, acapella αρμονική και θλιμμένη παίρνει αμπάριζα από αυτήν του Robert Wyatt.
★★★★★★★★★★


Hue & Cry

Hue And Cry - Bitter Suite

Hue & Cry «Bitter Suite» (1989, Circa)

Το «Shipbuilding» των Hue & Cry:

Το ντουέτο των Hue & Cry ερμήνευσε σε ζωντανή απόδοση το «Shipbuilding» στο Renfrew Ferry της Γλασκώβης και το συμπεριέλαβε στο album «Bitter Suite» μόλις την τρίτη κυκλοφορία τους το 1989. Οι σκοτσέζοι αδελφοί από το Coatbridge, Patrick και Gregory Kane έπαιζαν blue eyed soul επηρρεασμένοι από τις ακουστικές παραδόσεις της πατρίδας τους και την folk και μέχρι το 1999 που αποφάσισαν να ακολουθήσουν προσωπικές καριέρες είχαν κυκλοφορήσει εννέα albums. Το 2005 επανασχηματίστηκαν και από τότε έχουν κυκλοφορήσει άλλα έξι albums. Η φωνή του Pat Kane είναι βαθιά και ικετευτική με ένα δικό της τρόπο και συνοδεύεται στο «Shipbuilding» από μυσταγωγικό πιάνο και έγχορδα που δημιουργούν το απαραίτητο ατμοσφαιρικό πλαίσιο που έχει ανάγκη το τραγούδι.
★★★★★★1/2★★★


Passion Killers

Passion Killers - Whoopee We're All Going To Die

Passion Killers «Whoopee!! We’re All Going To Die» (1991, Rugger Bugger Discs)

Το «Shipbuilding» των Passion Killers:

Οι Passion Killers ήταν ένα τρίο που σχηματίστηκε μέσα στο χαοτικό κλίμα της κολλεκτίβας των Chumbawamba το 1983 και αποτελούνταν από τους Allan Mark Boff Whalley (μπάσο) , Darren James Harry Hamer (τύμπανα) και Mavis Mave Dillon (κιθάρες), κυκλοφόρησαν κάποιες κασέτες το 1983 – 1984 και το 1991 ένα ep διασκευών, το «Whoopee! We’re All Going To Die» μέσα στο οποίο πρόσφεραν τη δική τους uptempo indie pop εκτέλεσή τους στο «Shipbuilding» με την προσθήκη του Neil Ferguson στο πιάνο. Η απόδοσή τους είναι χαρούμενη και ξέγνιαστη, δεν κρατάει καμία διάθεση από τους στίχους, τονίζουν την ψυχαγωγική πλευρά της υπόθεσης και μάλλον αυτή η ειρωνική στάση διαποτίζει και τις υπόλοιπες διασκευές τους στο ep, σε κλασικά αντιπολεμικά τραγούδια («Feel Like I’m Fixin’ To Die«, «Universal Soldier«, «Reuters«).
★★★★★★★★★★


Tasmin Archer

Tasmin Archer - Shipbuilding

Tasmin Archer «Shipbuilding EP» (1994, EMI)

To «Shipbuilding» της Tasmin Archer:

Η Tasmin Archer από το Bradford του Yorkshire παρότι έμεινε στην ιστορία ως one hit wonder χάρη στην τρομακτικά μεγάλη επιτυχία του ντεμπούτου single της «Sleeping Satellite«, κατάφερε να συνεχίσει με κάποια βήματα τη δισκογραφία της και να κυκλοφορήσει τέσσερα συνολικά albums από το 1992 ως το 2006. To 1994 κυκλοφόρησε ένα mini album με τίτλο «Shipbuilding» με τέσσερις διασκευές της σε τραγούδια του Elvis Costello συν άλλες τέσσερις live αποδόσεις δικών της. Η Tasmin Archer τραγουδάει με μια μάλλον ανώδυνη χροια το «Shipbuilding«, σε μια ενορχήστρωση από την έμπειρη μπάντα της που δεν ξεφεύγει όμως ιδιαίτερα από την μελωδική soul pop ατμόσφαιρα του πρωτότυπου.
★★★★★★★★★★


Suede

Suede - Help

Various Artists «Help» (1995, Go! Discs)

To «Shipbuilding» των Suede:

Οι Suede ήταν ένα από τα συγκροτήματα που το 1995 συμμετείχαν στο all star cast επιτελείο της βρετανικής pop που έσπευσε να δώσει παρών στην συλλογή «Help» του οργανισμού War Child που είχε σκοπό να ανακουφίσει με οικονομική ενίσχυση τα θύματα του πολέμου στην Βοσνία – Ερζεγοβίνη. Η εκτέλεση των Suede στο «Shipbuilding» σε παραγωγή των Clive Langer και Alan Winstanley είναι σπαρακτική και με τονισμένο το φαλτσέτο στην φωνή του Brett Anderson που δίνει επιπλέον δραματική διάσταση στο τραγούδι. Οι Suede στο υπόβαθρο παίζουν υπέροχα σε μια απλωμένη εκτέλεση που δίνει χώρο στην δεξιοτεχνία τους να τονίσει τα περιγράμματα της κατανυκτικής ατμόσφαιρας.
★★★★★★★★★★


Voices From The Vacant Lot

Voices From The Vacant Lot - Dance On Your Bones

Voices From The Vacant Lot «Dance On Your Bones» (2008, Voices From The Vacant Lot)

To «Shipbuilding» των Voices From The Vacant Lot:

Η χορωδία δεκάξι μελών Voices From The Vacant Lot από το νότιο Sydney της Αυστραλίας σχηματίστηκε το 1985 και στο album τους «Dance On Your Bones» του 1998 προτάθηκαν για βραβείο ARIA στην κατηγορία Καλύτερο World Album, αν και το «Shipbuilding» στην στρογγυλή, καλαίσθητη acapella ερμηνεία τους απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί world.
★★★★★★★★★★


Karen Oberlin

Karen Oberlin - My Standards

Karen Oberlin «My Standards» (2000, Miranda Music)

To «Shipbuilding» της Karen Oberlin:

H Karen Oberlin έρχεται από το music hall της Νέας Υόρκης με ένα φωνητικό κράμα Barbra Streisand και Doris Day και μία τάση να ερμηνεύει κλασικό μιουζικαλάτο τραγούδι του Broadway μαζί με jazz και επιλογές από τα standards της pop κουλτούρας. Στο album της «My Standards» του 2001 ερμήνευσε μεταξύ των επιλογών της, Irving Berlin, Joe Henricks και Horace Silver, Duke Ellington αλλά και Randy Newman και Joni Mitchell και φυσικά το «Shipbuilding«. Η Oberlin -όπως συνήθως συμβαίνει με αυτές τις δεξιοτεχνίτισσες- δίνει έμφαση στην ορθότητα και την κάπως αυτάρεσκη ερμηνεία της παρά στο όποιο περιεχόμενο του τραγουδιού, στην όποια ιδιαίτερη αίσθησή του. Έτσι, στην περίπτωσή της, το «Shipbuilding» γίνεται άλλο ένα ευχάριστο στανταράκι πάνω στο οποίο βρίσκει την ευκαιρία να επιδείξει τεχνική και ικανότητες. Κι επιπλέον, ούτε η φωνή της ακούγεται πια και τόσο σπουδαία για να τραβήξει τον προβολέα από το ίδιο το τραγούδι.
★★★★★★★★★★


Lovetones

Lovetones - Give It All I Can

The Lovetones «Give It All I Can EP» (2002, Yep Records)

To «Shipbuilding» των Lovetones:

Οι Lovetones είναι ένα psych indie rock κουαρτέτο από το Sidney και την Μελβούρνη της Αυστραλίας που σχηματίστηκαν το 2001 από τους Matthew J Tow (φωνή, κιθάρες), Matthew Sigley (φωνή, μπάσο, keyboards), Serge Luca  (κιθάρα), Robert Campanella (κιθάρα), Chris Cobb (τύμπανα) και από τότε έχουν κυκλοφορήσει πέντε albums και τρία eps ως το 2010. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε στο ep τους «Give It All You Can» του 2002 και η αλήθεια είναι πως δεν το περιποιήθηκαν ιδιαίτερα, παρέμειναν πιστοί σε μια γραμμή μελαγχολικής ακουστικής κιθάρας και ο Matthew J. Tow δεν το τραγούδησε και πολύ εμπνευσμένα, αφού η φωνή του προκρίνει μια μάλλον επίπεδη θλίψη -που μετά από κάποιο σημείο ακούγεται σαν γκρίνια- η οποία ακούγεται σαν να παίρνει γραμμή περισσότερο από το «Harvest» του Neil Young παρά από τον Robert Wyatt.
★★★★★★★★★★


Maria Doyle Kennedy

Maria Doyle Kennedy - Skullcover

Maria Doyle Kennedy «Skullcover» (2008, Mermaid Records)

To «Shipbuilding» της Maria Doyle Kennedy:

Η Maria Doyle Kennedy από το Clontarf του Δουβλίνου είναι μια από τις πιο αγαπητές folk rock και indie pop τραγουδίστριες της Ιρλανδίας, με μια καριέρα στο τραγούδι και στην υποκριτική (κυρίως σε τηλεοπτικές σειρές όπως το «Queer As Folk«, οι «Tudors«, το «Downton Abbey» κ.λπ.) που λειτουργεί με τον τρόπο των συγκοινωνούντων δοχείων. Η Kennedy ηχογράφησε δύο albums με την Black Velvet Band (1989 – 1992), έπαιξε στην ταινία «Commitments» του Alan Parker ως μέλος της ομότιτλης μπάντας και ηχογράφησε μαζί τους το soundtrack το 1991 και ίδρυσε τη δική της εταιρία Mermaid Records στην οποία έχει ηχογραφήσει τα έννέα προσωπικά albums της μεταξύ 2001 – 2017. Στο δεύτερο προσωπικό album της «Skullcover» του 2004, διασκεύαζε διάφορα τραγούδια, από Buggles, Thin Lizzy, Cure κ.λπ. και φυσικά το «Shipbuilding» στο οποίο δίνει μια δική της ακουστική αίσθηση: με κάποιο τρόπο η Maria Doyle Kennedy γίνεται η πλευρά των γυναικών (συζύγων και μητέρων) στα ναυπηγεία της Αγγλίας και αυτό δίνει μια άλλη εντύπωση στην αφήγηση.
★★★★★★1/2★★★


Julie Christensen & Stone Cupid

Julie Christensen & Stone Cupid ‎- Where The Fireworks Are

Julie Christensen & Stone Cupid «Where The Fireworks Are» (2008, Household Ink)

To «Shipbuilding» των Julie Christensen & Stone Cupid:

H Julie Christensen από τον Iowa των Η.Π.Α. έχει ένα πλούσιο βιογραφικό στην αμερικανική σκηνή με δραστηριότητα που ξεκινάει από το cow punk και φτάνει στην americana και την jazz. Ξεκίνησε με τους Divine Horsemen, ένα super group της cow punk σκηνής που περιλάμβανε μέλη των Blasters (Dave Alvin, Bill Bateman), των X (John Duchac), των Decadent (Peter Andrus), των Kingbees (Rex Roberts), των Flesh Eaters (Robin Jameson, Chris Desjardins) οι οποίοι ηχογράφησαν τέσσερα albums μεταξύ 1984 – 1987. H Julie Christensen παντρεμένη με τον Chris Desjardins από το ξεκίνημα των Divine Horsemen, χώρισε το 1988 και αποφάσισε να συνεχίσει με τη solo καριέρα της η οποία καθυστέρησε εξαιτίας της πώλησης της Polygram (με την οποίο είχε υπογράψει συμβόλαιο ως solo καλλιτέχνιδα μετά τη διάλυση των Divine Horsemen) στην Universal. Η Christensen παντρεύτηκε τον ηθοποιό John Diehl, περιόδευσε με τον εντυπωσιασμένο από την παρουσία της Leonard Cohen και μόλις το 1996 κυκλοφόρησε το προσωπικό ντεμπούτο της. Ακολούθησαν άλλα τέσσερα προσωπικά albums της και άλλα δύο ως το 2016 μαζί με την μπάντα της Stone Cupid. Στο πρώτο από αυτά τα albums με τους Stone Cupid, το 2008 συμπεριέλαβε την διασκευή της στο «Shipbuilding» στο album τους «Where The Fireworks Are» και το ερμήνευσε με σιγανό πάθος με την ψιλή σοπράνο φωνή της πολύ κοντά στη θλίψη που ενυπάρχει στο roots rock και στην americana. Η Julie Christensen δίνει την εντύπωση ότι συνειδητοποιεί πλήρως τα λόγια του τραγουδιού και το αξιοποιεί σε χαμηλότονη αλά Lambchop απόδοση.
★★★★★★★★★★


Maura O’Connell

Maura O'Connell - Naked With Friends

Maura O’Connell «Naked With Friends» (2009, Sugar Hill Records)

To «Shipbuilding» της Maura O’Connell:

H Maura O’Connell από το Ennis της Ιρλανδίας ξεκίνησε την καριέρα της με τους folk κέλτες De Danann το 1980 και από το 1986 μετακόμισε στο Nashville μαγνητισμένη από το newgrass και μεταξύ 1983 – 2009 κυκλοφόρησε έντεκα προσωπικά albums κερδίζοντας το σεβασμό της αμερικανικής roots folk σκηνής με την εξαιρετικά καθαρή και δυνατή φωνή της, η οποία χρησιμοποιήθηκε για βοηθητικά φωνητικά σε πολλές ηχογραφήσεις των Van Morrison, Brian Kennedy, Moya Brennan, Mary Black, John Prine, Jerry Douglas, Tim O’Brien, John Gorka, Bela Fleck, Robert Earl Keen, Dolly Parton και Shawn Colvin. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε στην μυσταγωγική acapella ερμηνεία της στο τελευταίο album της «Naked With Friends» του 2009 με την χορωδιακή και ιδιαίτερα δημιουργική συνδρομή μιας εκλεκτής χορωδίας από τους Mary Black, Paul Brady, Moya Brennan, Jerry Douglas, Alison Krauss, Mairéad Ní Mhaonaigh, Tim O’Brien, Dolly Parton, Sarah Dugas, Kate Rusby και Darrell Scott. To 2013 η Maura O’Connell ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από την ενεργή δισκογραφία.
★★★★★★★1/2★★


Daniel Yvinec ‎& Orchestre National De Jazz featuring Yaël Naïm

Daniel Yvinec ‎- Around Robert Wyatt

Daniel Yvinec ‎& Orchestre National De Jazz featuring Yaël Naïm «Around Robert Wyatt» (2009, Bee Jazz)

To «Shipbuilding» των Daniel Yvinec & The Orchestre National De Jazz featuring Yaël Naïm & Antonin-Tri Hoang:

O εξαιρετικός μπασίστας, μαέστρος και σπεσιαλίστας της εκλεκτότερης γαλλικής μοντέρνας jazz,  Daniel Yvinec, χρησιμοποίησε το 2009 την Εθνική Ορχήστρα της Jazz της χώρας του για να φτιάξει ένα πολύ ιδιαίτερο και δημιουργικό φόρο τιμής στον Robert Wyatt με τίτλο «Around Robert Wyatt«. Το «Shipbuilding» εδώ τυχαίνει μιας ατμοσφαιρικής, όμορφης εκτέλεσης με προεξάρχοντα το ρόλο του σαξοφωνίστα Antonin-Tri Hoang και τη φωνή της γαλλο-ισραηλινής Yaël Naïm που δίνει μια ταπεινή σε διάθεση αλλά πολύ σεβάσμια και συνειδητοποιημένη ερμηνεία στο τραγούδι, διατηρώντας και την μελαγχολία του αλλά και μια πιθανή λάμψη ελπίδας. Πραγματικά δημιουργική απόδοση.
★★★★★★★★★★


June Tabor

June Tabor ‎- Ashore

June Tabor «Ashore» (2011, Topic Records)

To «Shipbuilding» της June Tabor:

Η June Tabor από το Warwick της Βρετανίας είναι μια από τις σπουδαιότερες folk τραγουδίστριες της παραδοσιακής αγγλικής μουσικής με ένα πλούσιο δισκογραφικό βιογραφικό και συνεργασίες από το 1976 που ξεκίνησε να ηχογραφεί. Με δεκάξι προσωπικά albums (1976 – 2011), ένα album με τους Flowers & Frolics (1977), ένα με τον Peter Bellamy (1977), ένα με τον Martin Simpson (1980), ένα με τους Fairport Convention (1990), ένα με τους Savourna Stevenson και Danny Thompson (1996), δύο albums με τον Maddy Prior (1976 – 1988), δύο με τους Oyster Band (1990 – 2011), δύο με τους Iain Ballamy & Huw Warren (2013 – 2017) και οκτώ albums με τους Mrs Ackroyd Band (1989 – 2004), η June Tabor φαντάζει ως η απόλυτη κυρία του χώρου της. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε με την κρυστάλλινη ερμηνεία της στο album της «Ashore» του 2011, ένας δίσκος με τραγούδια που έχουν όλα κοινό παρανομαστή τη σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα.
★★★★★★★★★★


Macmaster & Hay

Macmaster & Hay - Hook

Macmaster & Hay «Hook» (2012, MacMaster & Hay Records)

To «Shipbuilding» των Macmaster & Hay:

Η Mary Macmaster από τη Γλασκώβη παίζει άρπα και τραγουδάει με μια δισκογραφία πίσω της που αριθμεί πέντε προσωπικά albums (1995 – 2006), ένα με την γυναικεία κολλεκτίβα Sprangeen (1985), άλλα τέσσερα σε ντουέτο με την Patsy Seddon ως Sileas (1986 – 1996), οκτώ με τους Poozies (1993 – 2015) και δύο σε ντουέτο με τον περσκασιονίστα Donald Hay (2009 – 2012). Tο «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε στο δεύτερο από αυτά, το «Hook» του 2012. Oι δύο τους προκρίνουν μια ανανεωτική θεώρηση της παραδοσιακής μουσικής της πατρίδας τους φτιάχνοντας ηχοτοπία που ως αίσθηση ξεφεύγουν από τη στερεοτυπική εικόνα των σκοτσέζων folk θιασωτών.
★★★★★1/2★★★★


Ruth Dolores Weiss

Ruth Dolores Weiss ‎- My Middle Name Is Misery

Ruth Dolores Weiss «My Middle Name Is Misery» (2012, High Fidelity)

To «Shipbuilding» της Ruth Dolores Weiss:

Η Ruth Dolores Weiss (στα εβραϊκά רות דולורס וייס) από την Ashkelon του Ισραήλ έχει κυκλοφορήσει τρία albums (2004 – 2012) εκλεκτικής blues και jazz κατεύθυνσης. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε στο τρίτο album της «My Middle Name Is Misery» του 2012 με μια ερμηνεία, δωρική και θλιμμένη, όχι ιδιαίτερα θελκτική, με τη συνοδεία μόνο του διπλού μπάσου του Yehu Yaron. Η εκτέλεσή της, όπως και όλο το album της είναι ηχογραφημένο ζωντανά τον Απρίλιο του 2011 στο Felicja Blumental Music Center του Tel Aviv.
★★★★★★★★★★


Unthanks

Unthanks ‎– Diversions Vol. 3 Songs From The Shipyards

Unthanks «Diversions Vol. 3 Songs From The Shipyards» (2012, Rabble Rouser Music)

To «Shipbuilding» των Unthanks:

Το 2012 οι Unthanks συνέχιζαν τη σειρά Diversions κυκλοφορώντας albums φόρους τιμής – το πρώτο volume ήταν το «The Songs of Robert Wyatt and Antony & The Johnsons» το δεύτερο volume ήταν το live «The Unthanks with Brighouse and Rastrick Brass Band» από τον Ιούλιο του 2012 και το τρίτο volume, από το Νοέμβριο του 2012 το «Songs From The Shipyards» ένα album που ηχογραφήθηκε ως soundtrack στο ντοκιμαντέρ του Richard Fenwick σχετικά με την ιστορία των ναυπηγείων στα ποτάμια Tyne, Wear και Tees της Βρετανίας. Η εκτέλεση του «Shipbuilding» από τις Unthanks είναι εξαιρετική, αν και οι δύο αδελφές Rachel και Becky αρκούνται σε αυτή την folk εκτέλεση στις αρμονίες του υπόβαθρου ενόσω συνοδεύουν την βασική, υποβλητική ερμηνεία του πιανίστα τους Adrian McNally.
★★★★★★★★★★


Bad Shepherds

Bad Shepherds ‎- Mud, Blood & Beer

Bad Shepherds «Mud, Blood & Beer» (2013, Monsoon Music)

To «Shipbuilding» των Bad Shepherds:

Οι Bad Shepherds ήταν ένα folk σχήμα που φτιάχτηκε από τον κωμικό Adrian Edmondson όταν «κατά λάθος» αγόρασε ένα μαντολίνο το 2008. Μαζί με τον Troy Donockley (γκάιντα, ιρλανδικό μπουζούκι) κυκλοφόρησαν τρία albums μεταξύ 2009 – 2013 διασκευάζοντας κυρίως new wave και punk τραγούδια σε folk φόρμα. Το 2013 στο τελευταίο album τους «Mud, Blood And Beer» απόδωσαν με το δικό τους διακριτικό τρόπο το «Shipbuilding» με τον Edmondson να δίνει μια καθαρή, ισόρροπη ερμηνεία στο κομμάτι. Το 2016 ανακοίνωσαν επίσημα τη διάλυσή τους.
★★★★★★1/2★★★★


Scott Matthew

Scott Matthew - To Love Somebody - Shipbuilding

Scott Matthew «To Love Somebody / Shipbuilding» (2013, Glitterhouse Records)

To «Shipbuilding» του Scott Matthew:

Ο Scott Matthew από το Queensland της Αυστραλίας είναι ένας από τους μελαγχολικούς αλλά και παραγωγικούς τραγουδοποιούς της νέας ακουστικής folk pop φόρμας και ξεκίνησε από το ντουέτο του μαζί με τον Spencer Corbin, τους Elva Snow που κυκλοφόρησαν δύο albums (2005 – 2010) ενώ έχει ακολουθήσει μια προσωπική καριέρα από το 2008 που έχει αποδώσει ως το 2018 επτά albums. Το 2013 στην περίοδο που είχε κυκλοφορήσει το album του «Unlearned» γεμάτο διασκευές σε αγαπημένα του τραγούδια (από Bee Gees και Motels, μέχρι Neil Young και Smiths), κυκλοφόρησε σε single το «To Love Somebody» και έβαλε στο b-side το «Shipbuilding» που δεν είχε συμπεριληφθεί στο album του. Ο Matthew τραγουδάει σχεδόν στα όρια της απόγνωσης με μια φωνή που διαθέτει αυτή την τελεολογική ποιότητα, σαν να «τελειώνουν τα πάντα» μετά το πέρας του τραγουδιού.
★★★★★★★★★★


Clang Group

Clang Group - EP

Clang Group «EP» (2015, Domino)

To «Shipbuilding» των Clang Group:

Δεν θα γινόταν να μην ερμηνεύσει και ο δημιουργός του τραγουδιού -ο συνθέτης του- το «Shipbuilding» φυσικά. Ο Clive Langer το 2015 σχημάτισε τους Clang Group μαζί με τους Gregg Braden, John Wood, Malcolm Lunan και τον Andy Mackay των Roxy Music, κυκλοφορώντας ένα ep εκείνη τη χρονιά και ένα album το 2016. Στο ep, οι Clang Group απόδωσαν σε μια bluesy, βαρύθυμη εκτέλεση το «Shipbuilding«, μεσόκοπη αλλά περήφανα brit rock. H φωνή του Clive Langer ακούγεται πάρα πολύ διαφορετική πλέον από κείνη της νιότης του, σκαμμένη και σκληραγωγημένη από το χρόνο με μια επιπλέον χροιά θλίψης και το σαξόφωνο του Andy Mackay ακούγεται ως πηγή δεκάδων συνειρμών.
★★★★★★★★★★


Loser’s Lounge

Loser's Lounge - Vol.6 Accidents Will Happen

Loser’s Lounge «The History Of The Loser’s Lounge Vol. 6 Accidents Will Happen»

To «Shipbuilding» των Loser’s Lounge featuring Leif Arntzen:

Οι Loser’s Lounge είναι μια κολλεκτίβα μουσικών στη Νέα Υόρκη με εμπνευστή και αρχηγό τον Jon McMinty, πρώην κιμπορντίστα των Psychedelic Furs και ιδρυτικά μέλη τον τραγουδιστή Nick Danger και την τραγουδοποιό Andrea Egert που κάνουν φόρους τιμής σε διάφορους συνθέτες και καλλιτέχνες δίνοντας συναυλίες στο Joe’s Pub, μετά το κλείσιμο του Fez και ηχογραφώντας τις εκτελέσεις τους με μια πλειάδα καλεσμένων τραγουδιστών. Κατά καιρούς έχουν τραγουδήσει ως καλεσμένοι τους οι Paul Williams, J Mascis, Sean Altman, John Flansburgh, April March, Ronnie Spector, Debbie Harry, Alice Cohen, Richard Barone, J.G. Thirlwell, Brian Dewan, Carol Jacobanis και Cyndi Lauper. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε το 2015 στο φόρο τιμής τους στον Elvis Costello, με τίτλο «The History Of Loser’s Lounge Vol. 6: Accidents Will Happen» με καλεσμένο τρομπετίστα τον Leif Artnzen, σε μια εκτέλεση jazzy και χαλαρή, όχι σπουδαία αλλά όχι και άσχημη.
★★★★★1/2★★★★


48 Cameras

48 Cameras ‎- Songs Our Mothers Taught Us

48 Cameras «Songs Our Mothers Taught Us» (2016, Interzone)

To «Shipbuilding» των 48 Cameras:

Οι 48 Cameras (ή 48C) είναι μια κολλεκτίβα χωρίς κανένα μόνιμο ή συγκεκριμένο μέλος. Είναι μια «ομπρέλα» μουσικών και μη, που σχηματίστηκε το 1984 με βέλγους, ολλανδούς και βρετανούς μουσικούς και πάρα πολλούς καλεσμένους, κατά καιρούς, από το ευρύτερο φάσμα της ανεξάρτητης μουσικής. Οι 48 Cameras έχουν παραλληλιστεί συχνά με την σκοτεινή avant garde πλευρά των Coil και των Psychic TV, κυρίως χάρη στα συνήθως σκοτεινά και ατμοσφαιρικά ηχοτοπία τους. Έχουν μεταξύ 1985 – 2015 κυκλοφορήσει δεκαπέντε albums και στο τελευταίο από αυτά, το «Songs Our Mothers Taught Us» του 2015 ένα album διασκευών, συμμετέχει ο Jean Marie Mathoul (θόρυβοι, κρουστά, έγχορδα), ο Calogero Marotta (μπάσο, κιθάρα, όργανο, προγραμματισμός), οι Pascal Lacroix, Philippe Hubert (κιθάρες), οι Nick Grey, Pascale Tempels, Peter James (φωνές), η Ranata Kambarova (φλάουτο), ο Yves Dellicour (βαρύτονο σαξόφωνο), ο Robert Baussey (english horn, duduk) και ειδικά στο «Shipbuilding«, διπλό μπάσο και ερμηνεία προσφέρει η Lucie Dehli από τους (Vicious Circle, View, Elephant Leaf) σε μια εκτέλεση που φέρνει στο νου τους This Mortal Coil και την Alison Limerick, χωρίς όμως το εμπνευσμένο στουντιακό συνδετικό αρμό του Ivo Watts Russell.
★★★★★★★★★★


Post War Glamour Girls

Post War Glamour Girls ‎- Live At St. Austin's

Post War Glamour Girls «Live At St. Austin’s» (2016, Hide & Seek Records)

To «Shipbuilding» των Post War Glamour Girls:

Οι Post War Glamour Girls από το Leeds της Βρετανίας είναι ένα κουαρτέτο που αποτελείται από τους  Alice Scott, Ben Clyde, James Smith, James Thorpe-Jones κι έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα albums μεταξύ 2014 – 2017, το τρίτο από τα οποία, είναι ζωντανά ηχογραφημένο στο ρωμαιοκαθολικό ναό του St. Martin στο Wakefield. Οι Post War Glamour Girls διασκεύασαν το τραγούδι με βιωματική αυθεντικότητα σε ένα αργόσυρτο, blues rock αλλά με art pop διάθεση για τον καινούργιο αιώνα. Η εκτέλεσή τους στο «Live At St. Austin’s» του 2016 είναι συγκινητική, όπως και ο μονόλογος της εισαγωγής στον οποίο ο James Smith εξηγεί πόσο προσωπικά τον αγγίζει το τραγούδι αφού «η θλίψη είναι παγκόσμια«.
★★★★★★★★★★


Brian Case

Brian Case - Spirit Design

Brian Case «Spirit Design» (2017, Hands In The Dark)

To «Shipbuilding» του Brian Case:

Ο Brian Case από το Chicago είναι τόσο πολυάσχολος και πολυπρισματικός στις δραστηριότητές του που είναι δύσκολο να τον παρακολουθήσεις αλάνθαστα. Ήταν μέλος των 90 Day Men (τρία albums μεταξύ 2000 – 2004), είχε σχηματίσει τους Disappears το 2008 που αριθμούν έξι albums -χωρίς τα live- μέχρι το 2015, οι οποίοι στη συνέχεια μετεξελίχθηκαν στους Facs (ένα album το 2018), ενώ στο μεταξύ είχε προλάβει να ηχογραφήσει ένα album και δύο eps ως ντουέτο Acteurs μαζί με τον Jeremy Lemos (2013 – 2017) και ένα album ως ντουέτο Bambi Kino Duo μαζί με τον Justin Walter (2015). Επιπλέον έχει κυκλοφορήσει και δύο προσωπικά albums (2016 – 2017), στο δεύτερο από τα οποία, το «Spirit Design» του 2017 ερμηνεύει το «Shipbuilding» με έναν τρομερά υποβλητικό τρόπο, σαν Alan Vega σε νιρβάνα από αναθυμιάσεις ενός σιγανά καιγόμενου keyboard, με drones και σκοτεινά trippy ηχοτοπία τριγύρω που ακούγονται όσο επικίνδυνα γίνεται. Πολύ πρωτότυπος, ο Case στη δική του ανάγνωση του «Shipbuilding» αν και δεν μπορούσε να περιμένει κανείς τίποτα λιγότερο.
★★★★★★★★★★


Daphne’s Flight

Daphne's Flight - Knows Time, Knows Change

Daphne’s Flight «Knows Time, Knows Change» (2017, Fledg’ling)

To «Shipbuilding» των Daphne’s Flight:

Οι Daphne’s Flight είναι ένα γυναικείο folk σχήμα αποτελούμενο από πέντε τραγουδοποιούς που δημιουργήθηκαν το 1995 και έχουν κυκλοφορήσει δύο μόλις albums, το δεύτερο από τα οποία, «Knows Time, Knows Change» του 2017 περιέχει τη διασκευή τους στο «Shipbuilding«, με ερμηνεία από την Melanie Harrold (κιθάρα, πιάνο) και τις υπόλοιπες στις συνοδευτικές αρμονίες: Christine Collister (κιθάρα, κρουστά), Julie Matthews (κιθάρα, πιάνο, μαντολίνο), Helen Watson (κιθάρα, φυσαρμόνικα), Christine White (κιθάρα, dulcimer, μπάντσο, bodhran, darbuka). Η απόδοσή τους στο «Shipbuilding» είναι μια τυπική, ακουστική folk ανάγνωση με καλό γούστο αλλά χωρίς να μεταφέρουν κάτι επιπλέον δικό τους.
★★★★★1/2★★★★


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Seventeen: Propaganda «Dream Within A Dream»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Όνειρο Μέσα Σ’ Όνειρο

Posted by gone4sure στο 5 Ιανουαρίου 2019

Το «Dream Within A Dream» είναι το «διπλό όνειρο» ή το «ψεύτικο ξύπνημα» στην ψυχολογική ερμηνεία του ύπνου. Το ζήτημα παραμένει αν αυτό είναι πιο πρoτιμητέο από το ξύπνιο. Ένα τραγούδι μπορεί να σε πείσει για αυτό.

Propaganda

Propaganda: Claudia Brücken, Ralf Dörper, Suzanne Freytag, Michael Mertens

«Σκεφτόμαστε τις βολικές ιδέες των άλλων και δεν νιώθουμε ότι το καλύτερο μέρος των εαυτών μας σταδιακά πεθαίνει. Ζούμε μια νεκρή ζωή. Πνίγουμε τους εαυτούς μας»: αυτό το τσιτάτο αναγραφόταν στο εξώφυλλο του album «A Secret Wish«, μία δήλωση που είχαν χρησιμοποιήσει οι εξτρεμιστές Baader Meinhof και είχε γράψει ο γάλλος λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός Maurices Barrès το 1891. Το τσιτάτο, εμπρηστικό και αμφισβητούμενο, δεν αναγράφηκε στη γερμανική έκδοση του δίσκου αφού η δισκογραφική τους στη Γερμανία, Ariola αρνήθηκε να το κάνει… Οι Propaganda έγιναν το αντικείμενο της αμφισβήτησης, ένα σχήμα που είχε μέσα στην πράξη της δημιουργίας του την αίσθηση της αμφισβήτησης…

Οι Propaganda στα μέσα των 80s κατάφεραν να μείνουν στην pop ιστορία με ένα album -γεφύρι της Άρτας στη δημιουργία του- που κυκλοφόρησε υπό την εκλεκτική ομπρέλα εταιρία της ZTT (Zang Tumb Tumb) του Trevor Horn. Το αριστούργημα που άφησαν πίσω τους «A Secret Wish» δεν είχε συνέχεια. Mια νέα εκδοχή των Propaganda με εντελώς διαφορετικά μέλη θα επανεμφανίζονταν το 1990 για ένα ακόμη album αλλά πλέον, η μαγεία και το όραμα δεν ήταν εκεί. Οι Propaganda ήταν ένα κουαρτέτο από το Düsseldorf της Γερμανίας που σχηματίστηκαν ως ένα post punk avant garde μόρφωμα και πήραν τον τίτλο «ABBA από την κόλαση» όπως τους χαρακτήρισε στην κριτική της η Alix Sharkey στο Time Out του Λονδίνου, ή η «pop εκδοχή των Einstürzende Neubauten» όπως ήθελε ο Paul Morley. To ΝΜΕ στην κριτική για το album έγραψε ότι οι Propaganda «είναι το παιδί του Giorgio Moroder και του Fritz Lang» και το Melody Maker έγραψε ότι «είναι οι Propaganda το τελειο post punk pop σχήμα; Εύκολα, ναι.»

Propaganda Girls

Suzanne Freytag και Claudia Brücken

Ο Ralf Dörper από τους Die Krupps σχημάτισε το group στο post punk κλίμα της εποχής, μαζί με τον Andrew Thein και την Suzanne Freytag. Αργότερα προστέθηκαν η Claudia Brücken και ο μουσικός Michael Mertens και η κατεύθυνσή τους αρχικά, το 1983 ήταν πειραματική. Διασκεύασαν το «Discipline» των Throbbing Gristle ενθουσιάζοντας τον John Peel στο BBC και έγραψαν το «Dr. Mabuse» ως φόρο τιμής στον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας του Fritz Lang, «The Testament Of Dr. Mabuse» του 1923. H Claudia και η Suzanne ήταν αμφότερες μέλη του κοριτσίστικου σχήματος Topolinos στο Düsseldorf -«καπως σαν πρώιμες Bangles με synthesizers» είπε η Claudia αργότερα- το 1982, σε μια εποχή που το κλίμα στη γερμανική πόλη έβραζε από το post punk. Τον Ιανουάριο του 2013 η Claudia μίλησε στο Electronic Beats: «Σύχναζα τα βράδυα στο διάσημο bar Ratinger Hof που ήταν το επίκεντρο του NDW (Neue Deutsche Welle – Νέο Γερμανικό Κύμα) στη Γερμανία αλλά και το κατάλληλο μέρος για ζωγράφους, φωτογράφους και καλλιτέχνες από την Καλών Τεχνών του Düsseldorf. Κάθε πόλη που έχει ένα μέρος όπου συχνάζουν μουσικοί και καλλιτέχνες μπορεί να θεωρείται ευλογημένη. Στο Ratinger Hof ακούγαμε ηλεκτρονική μουσική όλη τη νύχτα. Θυμάμαι επίσης που βλέπαμε συναυλίες εκεί των D.A.F., των Der Plan, των Fehlfarben – και τα τρία σχήματα από το Düsseldorf. Ήταν κοινό το ότι όλοι ήθελαν να δημιουργήσουν μουσική ή τέχνη τότε. Είναι περίεργο. Δεν έχω ξανανιώσει τέτοια μαγική κατάσταση από τότε. Κι επειδή όλοι ήθελαν να γίνουν διάσημοι, όλοι δημιουργούσαν μια μπάντα – όπως εμείς.»

Ο δαιμόνιος Paul Morley, εκκεντρικός δημοσιογράφος του NME τότε, υπέγραψε το σχήμα στην εταιρία που τότε είχε συμβόλαιο μόλις με άλλα δύο σχήματα, τους Frankie Goes To Hollywood και τους Art Of Noise. Ο Trevor Horn φρέσκος από το θρίαμβο της παραγωγής του «Lexicon Of Love» των ABC, έκανε παραγωγή στο «Dr. Mabuse» και πέτυχε για μια ακόμα φορά να μετουσιώσει τη μεγαλοπρέπεια στον ήχο του, δημιουργώντας ένα από τα πιο ουσιαστικά τραγούδια των 80s. Οι υποχρεώσεις του όμως με το ντεμπούτο των Frankie Goes To Hollywood δεν του επίτρεψαν να συνεχίσει με την παραγωγή όλου του album κι έτσι στα όρια της διάλυσης, επιλέχθηκε η λύση του Stephen Lipson αφού και ο David Sylvian δεν μπορούσε να αναλάβει όλη την παραγωγή του album, όπως του πρότεινε ο Morley, παρότι τελικά έγραψε τη μελωδική γραμμή του «P: Machinery«. To όραμα και η σύλληψη της ιδέας των Propaganda που χτίστηκε με υπομονή και περφεξιονισμό, κόντρα στις πιο pop προθέσεις του Trevor Horn ήταν αποκλειστικά του Paul Morley κάτι που προκάλεσε τελικά και τη διάλυσή τους αφού ο Michael Mertens δεν συμφωνούσε με την ιδέα ότι οι Propaganda ήταν ένα όχημα εκπλήρωσης μιας μεγαλοπρεπούς pop φαντασίωσης του δημοσιογράφου κι επιπλέον δεν μπορούσε να αποδεχτεί το φρικτό συμβόλαιο με την εταιρία που στην ουσία απέκλειε τα μέλη της μπάντας από οποιαδήποτε προοπτική κέρδους.

Paul Morley

Paul Morley

Ο Paul Morley μίλησε στον Andrew Harrison του περιοδικού Word το 2011 με αφορμή ένα καινούργιο κείμενο που έπρεπε να προστεθεί στο booklet της επανακυκλοφορίας του album: «O Stephen Lipson δε με άφηνε να μπαίνω στο στούντιο. Μιλούσα πολύ, για πράγματα που τον τρόμαζαν αλλά από την άλλη, δεν άφηνε και κανέναν από το συγκρότημα να μπαίνει στο στούντιο ούτε όταν δούλευε με τους Frankie. Δούλευε μόνος του. Τύπου τρελός επιστήμονας. Μανιακός με τη λεπτομέρεια ήθελε να τελειοποιήσει τον ήχο των πιατινιών, ήταν σε φρενίτιδα με τον ηλεκτρονικό προγραμματισμό, συγκέντρωνε τα εφέ και έκανε υπομονετική δεξιοτεχνική δουλειά. Υπήρχε όμως ένα βασικό πλαίσιο στο album, αποτελούμενο από το όραμα, τα καινούργια τραγούδια και το εξώφυλλο και αυτό ήταν που είχε ενδιαφέρον για μένα που ήμουν μεροληπτικός στο ότι το υλικό είχε μια αποστολή να επιτελέσει, μία αφοσίωση στην ομορφιά, το μυστήριο, τον σουρεαλισμό, την ευφυία, το ασυνήθιστο. Παρότι ο Stephen ήταν αρνητικός και καχύποπτος για τις ιδέες μου για την pop, για κάθε θεωρία μου, για κάθε πεποίθησή μου ότι η pop είναι κάτι διαφορετικό από το να περνάμε την ώρα μας και να ξεσκονίζουμε με ελαφρότητα τις αναμνήσεις μας, το πλαίσιο ήταν τόσο δυνατό όσον αφορά στο υλικό, τους στίχους, την περιπέτεια, το electro στιλ, που ό,τι και να έκανε σε επίπεδο περίτεχνης επεξεργασίας του ήχου, δεν μπορούσε να το υποβιβάσει, αντίθετα το αναδείκνυε, του έδινε μια τεράστια αίσθηση post prog σημασίας στη λεπτομέρεια της μουσικής, η οποία δεν συμβαίνει συχνά να αντιμετωπίζεται με τέτοια προσοχή και φροντίδα, προσφέροντας ένα επίπεδο στουντιακής δύναμης, σχεδόν σαν του Quincy Jones, σε ιδέες και προθέσεις που ήταν ελκυστικά αιθέριες και διανοητικά περιπετειώδεις. Όποια αίγλη απολαμβάνει ο δίσκος ως χαμένο αριστούργημα, προκύπτει από αυτό. O Stephen ήταν βουτηγμένος σ’ αυτό και του είχε επιτραπεί να ξοδέψει μία μικρή περιουσία σε ένα υπέροχο, αντιεμπορικό σύνολο αλλόκοτων τραγουδιών στα οποία κανονικά δεν θα δίνονταν τόσα χρήματα και τόσο μεγάλη αίσθηση μεγαλοπρέπειας. Κατά κάποιο τρόπο, όλη η προσοχή που έδειξε ο Stephen για να διασφαλίσει ότι ο κάθε ήχος θα λειτουργούσε με κάθε τρόπο και όλη αυτή η νευρωτική ανάγκη του για την τάξη, αντισταθμίστηκε με την δουλειά των υπόλοιπων από μας όσον αφορά στην επιλογή του υλικού, την σύλληψη των μελωδιών, τη γραφή των στίχων, τη λήψη φωτογραφιών, την σύλληψη των ρυθμών. Υπήρχε και άλλη μία εκδοχή των Propaganda στο στούντιο – η δική μου. Συχνά δημιουργούσα τις δικές μου κριτικές αντιδράσεις στην πολυτέλεια και την λάμψη που είχαν οι παραγωγές του Stephen, εκφράζοντας δικές μου πιθανές εναλλακτικές, οπότε όταν ο Stephen χρησιμοποίησε τον Steve Howe των Yes σε ένα κομμάτι (προς μεγάλη μου φρίκη), εγώ αντίστοιχα έφερα τον John McGeoch των Magazine και των Banshees να παίξει στη δική μου μίξη του «P: Machinery«. Μου άρεσε ο ήχος του Steve για τους Propaganda αλλά δεν ήθελα να σβήσω τον άλλον ήχο που ήθελα για τους Propaganda, αυτόν που μπορούσες να παίξεις μαζί με τους Cocteau Twins και τους Echo & The Bunnymen για αυτό κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και μια δική μου εκδοχή για το album με τίτλο «Wishful Thinking«.

A Dream Within A Dream 1849

Το απόκομμα από τη δημοσίευση του ποιήματος «Dream Within A Dream» στο Flag Of Our Union στις 31 Μαρτίου 1849

Μέσα στο artwork του δίσκου, κάθε τραγούδι συνοδευόταν και από μια φράση, συνήθως αντλημένη από κάποια δήλωση ή απόφθεγμα γνωστών λογοτεχνών, διανοούμενων ή φιλόσοφων. Η φράση που συνοδεύει το «Dream Within A Dream» είναι παρμένη από την εισαγωγή του διηγήματος «Call Of Cthulu» του H.P. Lovecraft από το 1926 για το περιοδικό Weird Tales και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1928: «Το πιο παρήγορο πράγμα στον κόσμο, νομίζω, είναι η ανικανότητα του ανθρώπινου νου να συσχετίσει όλα τα περιεχόμενά του…» Καθόλου άσχετη η επιλογή του κειμένου του Lovecraft, αφού και οι προθέσεις του Edgar Allan Poe όταν έγραψε αυτές τις δύο ιαμβικές στροφές στο ποίημά του «Dream Within A Dream«, ήταν πεσσιμιστικές και αναφερόταν στην ψευδαίσθηση της πραγματικότητας και στην ματαιότητα του χρόνου. Για τον Poe, οι ονειροπόλοι είναι οραματιστές κι επιπλέον ξεκαθαρίζει με την διάθεσή του ότι είναι ψευδαίσθηση η μανία του ελέγχου που έχουν οι άνθρωποι, αφού ουσιαστικά δεν ελέγχουν τίποτα και δεν μπορούν καν να είναι σίγουροι ότι όσα ζουν είναι ρεαλιστικά ή ψευδαισθητικά. Ο Poe μέχρι το θάνατό του, δεν κατάφερε να ξεπεράσει το θάνατο της αγαπημένης συζύγου του και εξαδέλφης Virginia που πέθανε εννιά χρόνια μετά το γάμο τους από φυματίωση, σε ηλικία είκοσι ενός ετών… Όταν την παντρεύτηκε το 1836 η Virginia Clemm ήταν μόλις δεκατριών ετών Το ποίημα του Poe πρωτοδημοσιεύτηκε στις 31 Μαρτίου 1849 στο περιοδικό The Flag Of Our Union της Βοστώνης, της πόλης που είχε γεννηθεί το 1809. Επτά μόλις μήνες μετά τη δημοσίευσή του ο Poe πέθανε στις 7 Οκτώβρη 1949 από άγνωστη αιτία παρότι έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί, το εγκεφαλικό, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, η καρδιοπάθεια, η φυματίωση, η αυτοκτονία, η λύσσα κ.λπ.

Edgar Allan Poe

Edgar Allan Poe (January 19, 1809 – October 7, 1849)

Παρότι έχουν γίνει εκατοντάδες φορές προσπάθειες να μελοποιηθεί το «Dream Within A Dream» στην ευρύτερη pop και rock κουλτούρα, η απόδοση των Propaganda παραμένει κορυφαία αφού το ονειρικό ηχητικό οικοδόμημα πίσω από την αφήγηση της Suzanne Freytag ακούγεται ιδανικό όχι μόνο για την συνοδεία ενός ποιήματος που παίζει με την έννοια του χρόνου και της πραγματικότητας αλλά και για τη μελαγχολία που αναδίδει αυτή η ιδέα. Η Suzanne έχει έναν εκστατικό τόνο στην απαγγελία της και η χροια της δένει άψογα με την εκφραστικότητα που χρωματίζει τα λόγια, χωρίς αγωνία αλλά με έναν τόνο αναπόλησης. Ο Paul Morley μιλώντας στον Andrew Harrison του περιοδικού Word το 2011 δήλωσε για το «Dream Within A Dream«: «Η μελοποίηση του ποιήματος του Edgar Allan Poe έγινε ένας καταπληκτικός τρόπος να δοθεί έμφαση σε διάφορα στοιχεία, μουσικά και εννοιολογικά: αυτού του είδους η ενδιαφέρουσα ψευδαισθητική ατμόσφαιρα βρισκόταν στα όρια του gothic, στα όρια του electro, στα όρια του post punk και στα όρια του prog.» Τον Ιανουάριο του 2013 η Claudia μίλησε στο Electronic Beats με αφορμή την κυκλοφορία του album της με διασκευές, «The Lost Are Found» και αναφέρθηκε στην ηχογράφηση του «Dream Within A Dream«: «Η Suzanne Freytag έχει μια σπουδαία φωνή για πρόζα κι έτσι απήγγειλε το ποίημα. Πέρα από αυτό όμως, ήταν ιδέα του Paul Morley. Όπως λέει και η επωδός που πάντα έλεγε ο Stephen Lipson και ο Trevor Horn, «Όλα Είναι Δυνατόν Να Γίνουν». Αν αρχίσεις να πιστεύεις μια τέτοια φράση, δεν διστάζεις να χρησιμοποιήσεις ένα ολόκληρο ποίημα του Poe για να το κάνεις κάτι ολοκληρωτικά δικό σου. Είναι πάλι θέμα στάσης. Ακόμα και σήμερα δε διστάζω απέναντι σε τίποτα. Το ζήτημα δεν είναι ποτέ το άν θα κάνω κάτι αλλά περισσότερο πώς να το κάνω για να πετύχει.»

Propaganda ‎- A Secret Wish

Propaganda «A Secret Wish» (Ιούνιος 1985, ZTT)

Το «Dream Within A Dream» των Propaganda:

Οι στίχοι του ποιήματος σε μετάφραση Στέφανου Μπεκατώρου:

Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπό σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,
Άφησε να σου πω-
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’ όνειρο
Είναι αλήθεια, όπως το ‘λεγες
Αν, όμως, η ελπίδα πέταξε
Μες σε μια νύχτα ή μια μέρα,
Μες σ’ ένα όραμα ή μες στο τίποτα,
Είναι γι’ αυτό λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μέσα σε όνειρο…

Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό
Μιας θαλασσοδαρμένης ακτής,
Και μες στα χέρια μου κρατώ
Κόκκους χρυσούς της άμμου-
Πόσοι λίγοι! Κι όμως πώς γλιστράνε
Από τα δάχτυλά μου και βαθιά πάνε,
Καθώς θρηνώ – καθώς θρηνώ!
Θεέ μου!
Mήπως θα μπορούσα
Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;
Θεέ μου! Πώς θα κατορθώσω
Μόνο ένα απ’ το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;
Όλα όσα βλέπουμε ή ό,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο;

Οι μουσικές επενδύσεις του «Dream Within A Dream» στην pop κουλτούρα είναι πάρα πολλές. Συνήθως επιλέγεται από σχήματα ηλεκτρονικής μουσικής, ambient ή IDM για ευνόητους λόγους -η ατμόσφαιρα, η ονειρική αίσθηση, τα ασαφή όρια ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο φαντασιακό – όπως οι Dreadzone, o Ed Ball, ο Fredrik Klingwall κ.λπ. αλλά και folk rockers όπως οι Wyld Olde Souls οι dark wavers Circuncelion. Ανάλογα ευνόητοι είναι και οι λόγοι για τους οποίους επιλέγεται και από σχήματα dark wave, gothic και metal για να δοθεί η αίσθηση του υπερβατικού και του εξωπραγματικού. Οι αποδόσεις του «Dream Within A Dream» που ακολουθούν δεν είναι όλες όσες υπάρχουν, είναι όμως ενδεικτικές, ανά μουσικό είδος και ξεχωριστές κάποιες από αυτές για άλλους λόγους. Υπάρχουν μάλιστα και τίτλοι «Dream Within A Dream» για pop, rock, gothic, progressive, grindcore ακόμα και stoner rock τραγούδια (Spirit, Beloved, Engelsstaub, Oren Lavie, Anubis Gate, Vazhes & Northaunt, From Depths, Cancel, The Want, Two Nights, Lighthouse, Whispers In The Shadow, Punk TV, Meat Shits, Wreckage, Astral Aeon, Unbred, Crossfire, Twin Obscenity, Schwarz, Ulula, Plague, Action Action), ηλεκτρονικά ή αιθέρια goth instrumentals (Glitch Mob, Locked Groove, Shapednoise, S.P.O.C.K., üNN, Videodrones, Nox Arcana, Hoyland, Premonition Factory, Children Of Dub, Nunc Stans, Sol Ray & Dark By Design, Tom Clark, Klimt, Bing Staellites, Synaeste, Aries, Mimis Nikolopoulos) που δεν αναφέρονται τουλάχιστον άμεσα στο ποίημα του Poe άμεσα αλλά και συνθέσεις όπως το «Dream Within A Dream» που έγραψε ο Hans Zimmer για το soundtrack της ταινίας «Inception» του Christopher Nolan.

Leonardo Di Caprio

Leonado Di Caprio - Inception

To «Dream Within A Dream» σε απαγγελία του Leonardo Di Caprio:


Παρακάτω ακολουθούν συνθέσεις εμπνευσμένες από το «Dream Within A Dream» του Poe, κατά χρονολογική σειρά, με μια προσωπική αξιολόγησή μου για την καθεμιά με την κλίμακα των δέκα αστεριών.

Glass Prism

Glass Prism

Glass Prism: αμερικανική psych pop

Glass Prism ‎- Poe Through The Glass Prism

Glass Prism ‎»Poe Through The Glass Prism» (1969, RCA Victor)

Το «Dream Within A Dream» από τους Glass Prism:

Ψυχεδέλεια της ηλιαχτίδας από την χρυσή εποχή του λαχουριού, πρόσφερε το κουαρτέτο από την Pennsylvania που ξεκίνησε με το όνομα El Caminoes στις αρχές των 60s και μετονομάστηκε σε Glass Prism το 1969, όνομα που πήραν από τον τίτλο του album τους «Poe Through The Glass Prism«, ένα concept σύνολο συνθέσεων εμπνευσμένων από την ποίηση του Poe. Η τελική σύνθεση μελών τους -είχε αλλάξει κατά το ήμισυ από την αρχική των Caminoes- συμπεριλάμβανε τον Augie Christiano (φωνή, μπάσο), Carl Siracuse (κιθάρα, όργανο), Tom Varano (lead κιθάρα) και Rick Richards (τύμπανα). Η σύλληψή τους στο ντύσιμο του «Dream Within A Dream» περιλαμβάνει όλη την οπτιμιστική ματιά της ψυχεδέλειας της Ανατολικής Ακτής αλλά και το δέος στο μυστικισμό του Poe. Οι Glass Prism κυκλοφόρησαν ένα ακόμα album το 1970 και αργότερα τρία μέλη τους σχημάτισαν τους Shenandoah.
★★★★★★★★★★


Alan Parsons Project

Alan Parsons Project

Alan Parsons Project: βρετανικό art rock

Alan Parsons Project ‎»Tales Of Mystery And Imagination – Edgar Allan Poe» (1976, 20th Century Fox) και (1987, Mercury)

Το «Dream Within A Dream» (updated version 1987) από τους Alan Parsons Project:

Στο ντεμπούτο album του στη δισκογραφία, ο Alan Parsons σχημάτισε ένα στουντιακό επιτελείο με μέλη των Pilot και των Ambrosia, με πυρήνα τον ίδιο και τον Eric Woolfson και δημιούργησε ένα concept σύνολο τραγουδιών εμπνευσμένο από τη συλλογή διηγημάτων τρόμου «Tales Of Mystery And Imagination» που είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1908 και από τότε επανακυκλοφορεί κατά καιρούς. Ο Parsons κυκλοφόρησε το album του το 1976 το οποίο παραμένει και το καλύτερό του, σε ένα κλίμα που συνδυάζει τους ατμοσφαιρικούς απόηχους του prog της εποχής με την μελωδικότητα ενός rock που άλλαζε και προσαρμοζόταν στην τεχνολογία που εξελισσόταν ραγδαία και επηρρέαζε το στουντιακό περιβάλλον. Το «Dream Within A Dream» ξεκινούσε το album, μία instrumental σύνθεση με ατμοσφαιρική κλιμάκωση και φωτοσκίαση που παραμένει εμβληματική για τα 70s. Το 1987 ο Alan Parsons επανακυκλοφόρησε το album του με επικαιροποιημένη παραγωγή συμπεριλαμβάνοντας τον μπάσο gated ήχο των drums. Το «Dream Within A Dream» στην εκδοχή του 1987 προλογίζεται από τη συγκλονιστική φωνή του Orson Welles που απαγγέλει Το «No XVI» από την συλλογή του Poe «Marginalia«.
★★★★★★★★★★


Waniyetula

Waniyetula

Waniyetula: γερμανικό progressive rock

Waniyetula ‎- A Dream Within A Dream

Waniyetula «A Dream Within A Dream» (1983, Klangkunst)

To «Dream Within A Dream» των Waniyetula:

Πάρα πολύ άτυχη μπάντα οι Waniyetula από την Φρανκφούρτη της Γερμανίας: οι Heinz Kühne (φωνή, κιθάρα), Hermann Beckert (μπάσο), Norbert Abels (πλήκτρα), Stephan Remes (τύμπανα) ονομάστηκαν Waniyetula που στη γλώσα των ινδιάνων Sioux σημαίνει Χειμώνας και το 1975 ηχογράφησαν ένα album -το «Nature’s Clear Well«- για το οποίο δεν βρήκαν εταιρία να το κυκλοφορήσει. Το 1976 στρεσαρισμένοι για το μέλλον τους άρχισαν να γράφουν ένα concept album με τραγούδια εμπνευσμένα από το έργο του Poe αλλά τους πρόλαβε η κυκλοφορία του «Tales Of Mystery And Imagination» των Alan Parsons Project. Το 1978 ενδιαφέρθηκε μια αμερικανική εταιρία για το πρώτο album τους, «Nature’s Clear Well» η οποία όμως τους άλλαξε το όνομα σε Galaxy. Απογοητευμένοι από την εμπορική αποτυχία τους, επέμειναν στην αρχική ιδέα και στο αρχικό όνομά τους και το 1983 κυκλοφόρησαν το album «Dream Within A Dream«, το φόρο τιμής τους στον Edgar Allan Poe, ένας δίσκος αρκετά ενδιαφέροντας που κινήθηκε σε prog rock πλαίσιο αλλά με την αίσθηση της A.O.R. παραγωγής των ’80s κάπου ανάμεσα σε Yes και Asia. Η σύνθεσή τους για το «Dream Within A Dream«, φιλόδοξη, πολυδαίδαλη και συμπαθέστατη εντέλει αποτελεί ίσως την πιο περίτεχνη προσπάθεια του rock να μελοποιηθεί ο Poe.
★★★★★★★1/2★★


Wasteland

Wasteland - The Remnants Of A Dying Age

Wasteland «The Remnants Of A Dying Age» (1996, Self Released)

Το «Dream Within A Dream» των Wasteland:

Gothic rock από τους Ιταλούς Wasteland δηλαδή τους Fabrizio Filippi (κιθάρα), Stefano Pistone (κιθάρα, φωνή), Allessandro Guida (κιθάρα), Daniele Tartaglia (μπάσο), Vittorio Vallero (πλήκτρα) και Marco Luciano (τύμπανα) γεμάτο με όλα τα κλισέ του ιδιώματος και μάλιστα από δεύτερο χέρι. Οι Wasteland συμπεριέλαβαν τη δική τους μέτρια εκδοχή του «Dream Within A Dream» στο «The Remnants Of A Dying Age» του 1996 και τίποτα δεν άλλαξε στην πολιτιστική κληρονομιά του Poe με τη συμβολή τους.
★★★★★★★★★★


Danse Macabre

Danse Macabre

Danse Macabre: βέλγικο gothic rock metal

Danse Macabre - Totentanz

Danse Macabre «Totentanz» (1998, Mascot Records)

Το «Dream Within A Dream» των Danse Macabre:

Η βέλγικη μπάντα Dance Macabre από την Diest της φλαμανδικής Barbant εκτός από τους Gunther Theys, Jan Yrlund, Merijn Mol, Miloš Marisévić φιλοξένησε στις τάξεις της και δύο Έλληνες – τους Γιώργο Ζαχαρόπουλο και Σωτήρη Βαγενά κι έπαιζε στερεοτυπικό, μεταλλόχρωμο gothic rock στα χνάρια των Sisters Of Mercy. Κυκλοφόρησαν δύο albums το 1998 και το 2001 και αργότερα μετεξελίχθηκαν στους Satyrian. Το «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο ντεμπούτο album τους «Totentanz» και είναι όσο συντηρητικά goth μπορεί να φανταστεί κανείς ότι μπορεί να είναι και όσο μέτριο στο εκτόπισμά του μπορεί να φανταστεί κανείς.
★★★★★★★★★★


Elysian Fields

Elysian Fields

Elysian Fields: αμερικανική noir pop

Elysian Fields - Queen Of The Meadow

Elysian Fields «Queen Of The Meadow» (2000, Jetset Records)

Το «Dream Within A Dream» των Elysian Fields:

Η γοητεία του ντουέτου Elysian Fields από το Brooklyn της Νέας Υόρκης, έχει να κάνει με το ατμοσφαιρικό noir στιλ τους και την αντίστοιχη συνθετική δυναμική τους που φαίνεται να εμπνέεται από τη νοσταλγία, τη μελαγχολία και την υποφωτισμένη πλευρά των δρόμων. Ο Oren Bloedow και η Jennifer Charles ξεκίνησαν το 1995 και ως το 2016 κυκλοφόρησαν δύο eps και οκτώ albums έχοντας στο πλευρό τους την πιο σοφιστικέ μερίδα των νεοϋορκέζων μουσικών και την κριτική αποδοχή. Το «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο δεύτερο album τους «Queen Of The Meadow» του 2000 και ανάμεσα στους εξαιρετικούς μουσικούς που παίζουν σε αυτό, υπάρχει φυσικά και η φίλη τους και τακτική συνεργάτιδά τους Joan Wasser ή Joan As The Police Woman.
★★★★★★★★★★


Akin

Akin

Akin: γαλλικό metal

Akin - Verse

Akin «Verse» (2001, H.A.R.)

To «Dream Within A Dream» των Akin:

Οι Akin είναι μια metal μπάντα από την Lyon της Γαλλίας: Adeline Gurtner (φωνή), Matt Baker (ακουστική και lead κιθάρα), Julien Chometton (ρυθμική κιθάρα, εφέ), Luc Bahut (μπάσο, εφέ), Pierre Lucas (πλήκτρα), Philippe Chauviré (φλάουτο, βρυχηθμοί), Romain Fayet (τύμπανα). Έχουν κυκλοφορήσει δύο albums μεταξύ 2001 και 2011. H εκδοχή τους στο «Dream Within A Dream» μέσα από το πρώτο album τους «Verse» που είναι όλο αφιερωμένο στον Poe, ακούγεται, αρχικά, αστεία αφού ουσιαστικά, δεν υπάρχει καμμία ιδιαίτερη σύνθεση και κατά δεύτερον, η φωνή της λυρικής αλλά όχι και σπουδαίας Adeline Gurtner δεν γίνεται να δέσει με τους παροξυσμικούς metal βρυχηθμούς του Philippe Chauviré. Γενικά, το κομμάτι τους ακροβατεί μεταξύ στυλιζαρισμένου λυρισμού και μεταλλικής αποχαύνωσης χωρίς να αποφασίζουν πού θέλουν να γείρουν τελικά.
★★★★★★★★★


Cadaverous Condition

Cadaverous Condition

Cadaverous Condition: αυστριακό metal

Cadaverous Condition - A Dream Within A Dream

Cadaverous Condition «The Less Travelled Seas» (2001, Perverted Taste)

To «Dream Within A Dream» των Cadaverous Condition:

Death folk ονομάζουν οι ίδιοι οι Wolfgang Weiss, René Kramer, Peter Droneberger και Paul Droneberger από το Graz της Αυστρίας, το μεταλλικό κράμα τους και στο πλαίσιο αυτό μελοποίησαν με το δικό τους, εξεζητημένο τρόπο το ποίημα του Poe στο τρίτο album τους «The Lesser Travelled Seas» του 2001. Για ένα περίεργο λόγο η ακουστική κιθάρα τους έχει μια flamenco χροια και τα βρυχώμενα φωνητικά τους δημιουργούν αντίστιξη με κάθε είδους αρμονία που περιέχεται στην εκτέλεσή τους και το αποτέλεσμα είναι ό,τι πιο αμφιθυμικό μπορεί να προκύψει στη μαγική χώρα του metal.
★★★★★★★★★★


Jennifer Hope

Jennifer Hope

Jennifer Hope: αμερικανική goth dream pop

Jennifer Hope - Songs Of Terror

Various «Songs Of Terror: A Gothic Tribute To Edgar Allan Poe» (2001, Cleopatra)

Το «Dream Within A Dream» της Jennifer Hope:

Απόλυτα αδιάφορη και εξαιρετικά φάλτσα η ερμηνεία της Jennifer Hope η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως dream pop τραγουδοποιός με μια ιδέα goth σκοτεινιάς, προσθέτω εγώ, που έχει κυκλοφορήσει μερικά eps και αυτή την ανεκδιήγητη μπαναλαρία που έγραψε για να ντύσει την ερμηνεία της στο «Dream Within A Dream» για τη συλλογή της Cleopatra «Songs Of Terror: A Gothic Tribute To Edgar Allan Poe» του 2001. Πραγματικός τρόμος όπως φρίκη.
1/2★★★★★★★★★


Wunderkammer

Wunderkammer

Wunderkammer: νορβηγική indie art pop

Wunderkammer ‎- Today I Cannot Hear Music

Wunderkammer «Today I Cannot Hear Music» (2002, HoneyMilk Records)

Το «Dream Within A Dream» των Wunderkammer:

Οι Børge Fjordheim (κρουστά), Gjertrud Økland (βιόλα, βιολί), Johan Egdetveit (ακκορντεόν), Bengt Hansen (πιάνο), Øyvind Storesund (διπλό μπάσο), Paal Nilssen-Love (τύμπανα), Pål Jackman (φωνή, κιθάρα, ντέφι), Per Zanussi (saw), Roald Gilje (τούμπα), Tanja Orning (τσέλο) από την Νορβηγία παίζουν ένα πολύ ιδιοσυγκρασιακό δικό τους μόρφωμα από πειραματικό rock και indie καταβολές που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, τουλάχιστον έτσι όπως ακούγεται στην εκδοχή τους στο «Dream Within A Dream» μέσα από το album τους «Today I Cannot Hear Music» του 2002. Τίμια μπάντα και με κοπιαστική έμφαση στον οργανικό ήχο προς τιμή τους.
★★★★★★★★★★


Chandeen

Chandeen

Chandeen: γερμανική baroque pop

Chandeen - Echoes

Chandeen «Echoes» (2003, Kalinkaland Records)

Το «Dream Within A Dream» των Chandeen:

To 2003 είχαν παραμείνει στους Chandeen μόνο ο Harald Löwy και η Antje Schulz και πλέον είχαν καταλήξει ηχητικά σε ένα εξωραϊσμένο μελωδικό baroque pop στιλ πολύ διαφορετικό από το αρχικό dark wave του 1990 με το οποίο είχαν ξεκινήσει ως μπάντα στην Φραγκφούρτη της Γερμανίας. Το «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο album τους «Echoes» του 2003 και αποτελούσε μια από τις υπόλοιπες μελοποιήσεις λογοτεχνικών κειμένων που υπηρχαν στο δίσκο όπως το «In The Forest» του Oscar Wilde και το «Dream» του William Blake. Η συνθετική άποψη των Chandeen δεν είναι σπουδαία ούτε εμπεριέχει καμία πρωτότυπη προκληση. Η ακουστική κιθάρα του Florian Walther συνοδεύει συμβατικά την γλυκιά φωνή της Antje Schulz και τα keyboards του Harald Löwy δίνουν τον στοιχειωτικό τόνο προς το τέλος του τραγουδιού.
★★★★★★★★★★


Yardbirds

Yardbirds

Yardbirds: αγγλοαμερικανικό rock

Yardbirds - Birdland

Yardbirds «Birdland» (2003, Favored Nations)

Το «Dream Within A Dream» των Yardbirds:

Τριάντα πέντε χρόνια είχε να ηχογραφήσει καινούργιο υλικό το σχήμα των Yardbirds κι έτσι το 2016 συμμάζεψε όσους μπορούσε και κυκλοφόρησε ένα πολύ έντιμο και αξιοπρεπές album, το «Birdland» στο οποίο και μελοποίησαν τη δική τους εκδοχή στο «Dream Within A Dream«. Η νέα εκδοχή τους περιλάμβανε τους μόνους δύο από το αυθεντικό συγκρότημα, τον drummer Jim McCarty και τον κιθαρίστα Chris Dreja ενώ τα καινούργια μέλη είναι οι κιθαρίστες John Idan και Gypie Mayo και ο αρμονικίστας Alan Glen. Οι Yardbirds παίζουν το beat rock τους με τις ψυχεδελικές bluesy αποχρώσεις με σεβασμό και μαεστρία.
★★★★★★★★★★


Mara Kim

Mara Kim

Mara Kim: γερμανική pop

Mara Kim - Christopher Lee - Visionen

Various «Edgar Allan Poe Visionen» (2006, Gun Records)

Το «Dream Within A Dream» της Mara Kim:

Η Mara Kim umlein συμμετείχε με την απόδοσή της στο «Dream Within A Dream» στην συλλογή «Edgar Allan Poe Visionen» του 2006, ένα διπλό album, με το ένα μέρος να καλύπτεται από απαγγελίες – πρόζες έργων του Poe και το δεύτερο μέρος με συνθέσεις εμπνευσμένες από έργα του. Η εκτέλεση της εντελώς άγνωστης γερμανίδας Mara Kim είναι ίσως από τις πιο εμπνευσμένες, σεβάσμιες και καλόγουστες από όσες έχουν επιχειρηθεί μέχρι σήμερα, μόνο με τη φωνή της και συνοδεία εγχόρδων σε μια σύνθεση πραγματικά ουσιαστική.
★★★★★★★★★★


Christopher Lee

Christopher Lee

Christopher Lee

Το «Ein Traum In Einem Traum» του Christopher Lee:

Στην ίδια συλλογή, ο Christopher Lee απαγγέλει στα γερμανικά το «Dream Within A Dream» και ακούγεται όσο τρομακτικός και επιβλητικός γίνεται δικαιώνοντας τη φήμη του.


Sundial

Sundial

Sundial: ρωσικό metal

Sundial - Transition

Sundial «Transition» (2008, Endless Desperation)

Το «Dream Within A Dream» των Sundial:

Και goth και doom metal, αυτή τη φορά από το Kaliningrad της Ρωσίας, από τους Gabriel Wagner, Konstantine Kocyt, Max N και Max Agafonov με τρομακτικούς βρυχηθμούς και έναν άγριο ρομαντισμό που δεν συμμαζεύεται με τίποτα. Το δικό τους «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο τρίτο album τους «Transition«. Οι Sundial ονομάζονταν No Time To Cry μεταξύ 2002 – 2004, μετονομάστηκαν σε Sundial μεταξύ 2004 – 2008 και άλλαξαν σε Sunbellium το 2009.
★★★★★★★★★★


Dream Mechanics

Dream Mechanics

Dream Mechanics: ρωσικό dark wave

Dream Mechanics ‎- Screensaver

Dream Mechanics «Screensaver» (2009, Accessory Takes)

Το «Dream Within A Dream» των Dream Mechanics:

Βιομηχανικό dark wave αναμεμειγμένο με EBM από τη Ρωσία με όλα τα στερεότυπα του είδους από το κουαρτέτο των Ilya Richter, Nick Zavriev, Sergey Ledovskiy και Victor Shapovalov που επιμένουν δυστοπικά στην απόδοσή τους του «Dream Within A Dream» μέσα από το mini album τους «Screensaver» του 2009. Η ατμόσφαιρα μοιάζει σαν η μπάντα να έχει πέσει σε νιρβάνα και να αφήνει τις συχνότητες να παίζουν στον αυτόματο.
★★★★★★★★★★


Everflow

Everflow

Everflow: ελληνικό metal

Everflow - Abandoned

Everflow «Abandoned» (2011, Steel Gallery Records)

Το «Dream Within A Dream» των Everflow:

Οι Everflow από την Πτολεμαίδα της Μακεδονίας στη Βόρεια Ελλάδα, είναι οι Μάρκος Βαλαβάνης (φωνή, synths), Δημήτρης Ταϊρίδης (κιθάρα), Δημήτρης Δούνας (κιθάρα), Γιάννης Χατζηγιάννης (μπάσο), Γιάννης Ναλμπάντης (τύμπανα) και παίζουν μελωδικό power metal στο album τους «Abandoned» του 2011 κάπου μεταξύ Dream Theater και Queensryche αλλά σε ένα πλήρως επαγγελματικό επίπεδο. Το «Dream Within A Dream» αποκτά εδώ εκείνη την μεταλλική διάσταση που δεν θα μπορούσε ποτέ ίσως ο Poe να φανταστεί.
★★★★★★★★★


Moon Sun

Moon Sun

Moon Sun: γερμανορωσική μελωδική pop

Moon Sun - Silent Pieces

Moon Sun «Silent Pieces» (2012, Spinnup)

Το «Dream Within A Dream» των Moon Sun:

Οι Moon Sun είναι το ντουέτο του Τhomas Kolbin από το Tomsk της Σιβηρίας στη Ρωσία και της Susanne Scherer από το Quierschied του Saarland στην Γερμανία, αμφότεροι πρώην μέλη των Mystic Hour οι οποίοι διαλύθηκαν το 2012. Η Susanne τραγουδάει με κλασική παιδεία και ο Thomas παίζει ακουστική κιθάρα παρότι προέρχεται από τη σκηνή του metal. Η μουσική τους είναι πραγματικά βαρετή και ακούγεται σαν ένα αχρείαστο μείγμα popera και ακουστικού soft rock, με τη Susanne να τραγουδάει ψηλά ακόμα και όταν δεν χρειάζεται και με έναν ψευδολυρισμό που δεν ανταποκρίνεται ούτε στον Poe ούτε και πουθενά αλλού. Η εκδοχή τους στο «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο πρώτο album τους «Silent Pieces» το 2012.
★★★★★★★★★★


Loredana

Loredana

Loredana: ρουμανική κοσμική pop

Loredana ‎- Dragoste

Loredana «Dragoste» (2012, MediaPro Music)

Το «Dream Within A Dream» από την Loredana:

Η εκρηκτική Loredana Groza από το Onești του Bacău της Ρουμανίας είναι μια τραγουδίστρια, ηθοποιός, χορεύτρια, τηλεοπτική περσόνα, μοντέλο και celebrity που ηχογραφεί από το 1988 και μέχρι το 2017 έχει κυκλοφορήσει είκοσι albums. Πραγματικά, δεν υπάρχει κανένας αποχρώντας λόγος να ακούσει κανείς το «Dream Within A Dream» μέσα από το album της «Dragoste» του 2012: είναι απορίας άξιο το τι την οδήγησε να πάρει την απόφαση να τραγουδήσει στίχους του Poe με αυτήν την πανάλαφρη, ξέγνιαστη και ηλιόλουστη διάθεση – εντελώς ξανθιά και εντελώς αχρείαστη.
★★★★★★★★★★


4th Sign Of The Apocalypse

4th Sign Of The Apocalypse

4th Sign Of The Apocalypse: αμερικανική avant garde

4th Sign Of The Apocalypse ‎- All The Children Love

4th Sign Of The Apocalypse «All The Children Love» (2013, Old Europa Cafe)

Το «Dream Within A Dream» των 4th Sign Of The Apocalypse:

Βαθιά avant garde από τον Bryin Dall, έναν καλλιτέχνη που έχει πειραματιστεί με τα drones, το industrial, την αφηρημένη electronica και έχει στο ενεργητικό του ηχογραφήσεις με μια σειρά ονομάτων όπως A Murder Of Angels, Boodle Boy, Dream Into Dust, Hirsute Pursuit, Loretta’s Doll, Of Unknown Origin και φυσικά Thee Majesty με τον Genesis P. Orridge. Ως 4th Sign Of The Apocalypse συμπεριέλαβε μια εκτέλεση στο «Dream Within A Dream«, εφιαλτικά σκοτεινή, γεμάτη glitches και ζόφο στο δεύτερο album αυτού του project, το «All The Children Love 4th Sign Of The Apocalypse» του 2013
★★★★★★★★★★


Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows

Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows

Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows: γερμανικό goth

Sopor Aeternus - Poetica

Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows ‎»Poetica» (2013, Apocalyptic Vision)

Το «Dream Within A Dream» των Sopor Aeternus & The Ensemble Of Shadows:

H Anna Varney Cantodea που ηγείται του μουσικού σχήματος Sopor Aeternus πρέπει να είναι η πιο καταθλιπτική και η πιο κατεθλιμμένη γυναίκα όχι μόνο στην πόλη της την Φρανκφούρτη αλλά σε όλη τη Γερμανία, ίσως και στην Ευρώπη. Δραματική και μονίμως κρυμμένη πίσω από κολοσσιαία κοστούμια που παραπέμπουν σε Νύφη του Δράκουλα ή σε ork από τη Μέση Γη, η Cantodea μόλις το 2013 αξιώθηκε να κυκλοφορήσει ένα album – φόρο τιμής στον Edgar Allan Poe, το «Poetica» στο οποίο φυσικά συμπεριέλαβε την σπαρακτική, υποβλητική εκτέλεσή της στο «Dream Within A Dream» το οποίο ερμηνεύει φυσικά υποφέροντας με τη συνοδεία ενός σχήματος πνευστών και εγχόρδων που σπάνε τις σιωπές μόνο όταν χρειάζεται.
★★★★★★★★★★


First Jason

First Jason

First Jason: αμερικανικό horror rock

First Jason - Heed My Warning

First Jason «Heed My Warning» (2013, Self Released)

Το «Dream Within A Dream» του First Jason:

Η αλήθεια είναι ότι ο First Jason πράγματι ήταν ο πρώτος Jason, ο κινηματογραφικός, της πρώτης ταινίας «Friday the 13th» του 1980 και λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν -τουλάχιστον πέρα από τη Νέα Υόρκη και τα κολλέγια της Αμερικής- ότι είναι και punk metal μουσικός. Ο First Jason είναι ο Ari Lehman και βιοπορίζεται μεταφέροντας το horror show του παντού στην Αμερική, κυκλοφορεί δίσκους και έχει γιατα καλά κλειδώσει την παράδοση του Alice Cooper για τον εαυτό του. Η εκτέλεσή του στο «Dream Within A Dream» από το ep του 2013, «Heed My Warning» ακούγεται όπως θα έπρεπε να ακούγεται κάθε διασκεδαστική, πρωτοεπίπεδη αλλά πραγματικά δυνατή κολλεγιακή punk metal απόδοση του ποιήματος του Poe.
★★★★★★★★★★


Lyriel

Lyriel

Lyriel: γερμανικό metal

Lyriel ‎- Skin And Bones

Lyriel «Skin And Bones» (2014, AFM Records)

Το «Dream Within A Dream» των Lyriel:

Το λυρικό folk μεταλλίζον rock των Lyriel ακούγεται πολύ μπανάλ και καθόλου πρωτότυπο, προφανώς όμως έχει βρει το δικό του κοινό για την μπάντα από το Gummersbach της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας στη Γερμανία. Οι Lyriel έχουν κυκλοφορήσει έξι albums και μία συλλογή από το 2005 ως το 2015 και συμπεριέλαβαν τη δική τους εκδοχή στο «Dream Within A Dream» στο album τους «Skin And Bones» του 2014 με την Jessica Thierjung να τραγουδάει μεν με όμορφη χροια, πιο συμβατικά δε και από το ίδιο το κλισέ που θέλει την φιλαρέσκεια των κοριτσιών του βουκολικού metal να ακούγονται πιο αφελή από την αφέλεια. Η στιλιζαρισμένη εκτέλεση των Lyriel πλαισιώνεται από μια μπάντα που περιλαμβάνει τους Tim Sonnenstuhl (κιθάρα), Oliver Thierjung (μπάσο), Linda Laukamp (τσέλο), Joon Laukamp (βιολί) και Markus Fidorra (τύμπανα) οι οποίοι παίζουν σαν να έχουν μπροστά τους το κοινό της Eurovision.
★★★★★★★★★★


Enjoy Sarma

Enjoy Sarma

Enjoy Sarma: σερβικό thrash metal

Enjoy Sarma - Social Disorder

Enjoy Sarma «Social Disorder» (2016, Nocturne Media)

Το «Dream Within A Dream» των Enjoy Sarma:

Το κουαρτέτο των Enjoy Sarma από το Kovin της Vojvodina της Σερβίας, υπήρχε από το 1993 και από το 2000 ως το 2014 κυκλοφορησαν τρία albums ζόρικου thrash metal. Το «Dream Within A Dream» συμπεριλήφθηκε στο τρίτο album τους «Social Disorder» του 2014 και δεν διαφέρει πολύ από το δυστοπικό αίσθημα των υπόλοιπων μεταλλικών προσεγγίσεων. Το τελευταίο line up τoυς αποτελούνταν από τους Darko Hablik Drnje (φωνή), Dušan Arsenov (κιθάρα), Nenad Vulić (μπάσο) και Darko Antonić (τύμπανα)
★★★★★★★★★★


Janara

Janara

Janara: ιταλικό indie rock

Janara - God Is Goth

Various «God Is Goth» (2014, Wave Records)

Το «Dream Within A Dream» των Janara:

Οι Janara από την Bologna της Ιταλίας είναι ο κιθαρίστας Davide Grimaldi (από τους Diathriba, τους Thelema και τους Volta Lux), η τραγουδίστρια Francesca de Filippis, ο μπασίστας Damiano Pecile και ο κιθαρίστας Davide Borghi (από τους Diathriba) παίζουν dark wave και και ηχογράφησαν μια εκδοχή του «Dream Within A Dream» για τη συλλογή «God Is Goth» του 2014 που κυκλοφόρησε στη Βραζιλία. Η αποψή τους είναι τυπικά σκοτεινή και η φωνή της Francesca de Filippis δεν είναι ιδιαίτερα θελκτική.
★★★★★★★★★★


A7IE

A7IE

A7IE: γαλλικό industrial

A7IE ‎- Occidere Mundi

Α7ΙΕ «Occidere Mundi» (2015, Advoxya)

Το «Dream Within A Dream» των A7IE:

Σκληρή industrial προσέγγιση από το πέμπτο album του σχήματος A7IE, «Occidere Mundi» του 2015, με έδρα τη Γαλλία που ηχογραφούν όμως σε ουγγρική εταιρία και αντιμετωπίζουν το ποίημα του Poe με την αγχωτική μηχανιστική ένταση που προκύπτει από την απαισιοδοξία του κάτι σαν Ministry του καινούργιου αιώνα. Το στυλιζάρισμα είναι τεράστιο εδώ και η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα αποπνικτική, όχι πολύ μακριά από το αυθεντικό αίσθημα του ποιήματος του Poe.
★★★★★★★★★★


Colder Sea

Colder Sea

Colder Sea: γερμανική indie electronica

Colder Sea ‎- Future Skies

Colder Sea «Future Skies» (2015, Self Released)

Το «Dream Within A Dream» των Colder Sea:

Οι Sarah και Daniel Egger από το Αννόβερο της Γερμανίας αγαπούν τα synthesizers αλλά και την indie pop και στο μείγμα τους προσθέτουν άφθονο δραματικό συναισθηματισμό. Στο ντεμπούτο τους mini album «Future Skies» του 2015 συμπεριέλαβαν την δική τους εκδοχή στο «Dream Within A Dream«, μία αρκετά ενδιαφέρουσα αλλά άγουρη απόδοση. Ο Daniel Egger τραγουδάει με σχεδόν καμμία ψυχική εμπειρία τους τόσο βαρείς και απαισιόδοξους στίχους και ακούγεται τελικά κάπως στυλιζαρισμένος σε σχέση με την ειδική ποιότητα του ποιήματος.
★★★★★★★★★★


Roald van Oosten

Roald van Oosten

Roald van Oosten: βελγική art pop

Roald van Oosten - A Dream Within A Dream

Roald van Oosten «A Stir Is In The Air» (2017, V2)

Το «Dream Within A Dream» του Roald van Oosten:

Ο Roald van Oosten είναι ένας βέλγος τραγουδοποιός που είχε ξεκινήσει από το θρυλικό indie rock τρίο του Amsterdam, Caesar ηχογραφώντας πέντε albums μαζί τους από το 1996 ως το 2003, στη συνέχεια κυκλοφόρησε ένα album με τους Ghost Trucker το 2006 και στη συνέχεια ακολούθησε προσωπική καριέρα που έχει αποφέρει τρία albums μέχρι τώρα. Το τελευταίο από αυτά, το «A Stir Is In The Air» του 2017 περιλαμβάνει τη συμπαθέστατη, πιασάρικη indie pop απόδοσή του στο «Dream Within A Dream«, διακριτικά και έμπειρα ενορχηστρωμένη με ψηλή καλαισθησία και στιλ.
★★★★★★★★★★


Steel Seal

Steel Seal

Steel Seal: ιταλικό metal

Steel Seal ‎- The Lion's Den

Steel Seal «The Lion’s Den» (2017, Underground Symphony)

Το «Dream Within A Dream» των Steel Seal:

Άλλη μια μαζική power metal επίθεση, η εκτέλεση των Steal Seal, ακολουθεί όλα τα γνωστά κλισέ του είδους, με αυξημένα επίπεδα στρες και αδρεναλίνης, καθόλου κακό αλλά και καθόλου πρωτότυπο, μέσα από το τρίτο album τους «The Lion’s Den» του 2017. Αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι έχεις μονίμως την αίσθηση ότι τραγουδάει ο Richie Blackmore, οι Steel Seal από τη Ρώμη της Ιταλίας, δηλαδή οι Marco Valerio Zangani (φωνή, κιθάρα), Roberto Fasciani (μπάσο), Adriano Rossi (keyboards) και Luca Iovieno (τύμπανα) προφανώς και έχουν μέλλον μπροστά τους με προοπτικές διαιώνισης του μεσογειακού, αδιαπραγμάτευτου power metal ήχου τους.
★★★★★★★★★★


Tomorrow’s Eve

Tomorrow's Eve

Tomorrow’s Eve: γερμανικό metal

Tomorrow's Eve ‎- Mirror Of Creation III

Tomorrow’s Eve «Mirror Of Creation III Project Ikaros» (2017, Dr. Music Distribution)

Το «Dream Within A Dream» των Tomorrow’s Eve:

Οι Martin Lemar (φωνή), Oliver Schwickert (πλήκτρα), Chris Doerr (μπάσο), Rainer Grund (κιθάρα) και Tom Diener (τύμπανα) από τη Γερμανία, παίζουν progressive metal έχουν κυκλοφορήσει έξι albums, το πιο πρόσφατο από τα οποία, το τρίτο μέρος της τριλογίας «Mirror Of Creation III» με τίτλο «Project Ikaros» κυκλοφόρησε το 2018 και περιέχει την απόδοσή τους στο «Dream Within A Dream«, φανφαρόνικη, λουσάτη, επική και πάρα πολύ επιδεικτική.
★★★★★★★★★★


Tiger Lillies

Tiger Lillies

Tiger Lillies: αγγλικό θεατρικό music hall

Tiger Lillies - Edgar Allan Poe's Haunted Palace

Tiger Lillies «Edgar Allan Poe’s Haunted Palace» (2017, Misery Guts Music)

Το «Dream Within A Dream» των Tiger Lillies:

Υποτίθεται ότι το show που τόσα χρόνια περιφέρουν οι Tiger Lillies ταιριάζει ιδανικά στην ποιητική του Edgar Allan Poe, οπότε το 2017 κυκλοφόρησαν τις δικές τους εκδοχές στο έργο του με τον γενικό τίτλο «Edgar Allan Poe’s Haunted Palace«. Όλο αυτό το γκροτέσκο πάντρεμα του goth τρόμου με τα τσιγγάνικα ακούσματα και τις θεατρικές ερμηνείες ίσως πλέον ακούγεται όμως, εξαιρετικά παρωχημένο. Το δικό τους «Dream Within A Dream» είναι απλά προβλεπτό.
★★★★★★★★★★


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»


 

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Πάγος

Posted by gone4sure στο 8 Ιουλίου 2018

Το «Permafrost» είναι τρομακτικό. Όσο λίγα τραγούδια του post punk. Διαθέτει το βλέμμα του ψυχρού εκτελεστή και την ατμόσφαιρα ενός μεγαλοπρεπούς φινάλε.

Magazine

Magazine: από αριστερά John Doyle, Howard Devoto, Barry Adamson, Dave Formula, John McGeoch

Όταν ο Howard Devoto αποχώρησε από τους Buzzcocks στις αρχές του 1977, ο μουσικός Τύπος εστιάστηκε πάνω στο επόμενο βήμα του με μια δίψα πρωτοφανή. Η φόρα της θετικής ενέργειας από τον Τύπο περιέβαλλε αμέσως την καινούργια μπάντα του, τους Magazine και η Virgin τους υπέγραψε μόλις μετά από πέντε συναυλίες που είχαν δώσει. Ο Devoto είχε περιφρονήσει το punk και είχε ήδη κάνει σαφείς τις διαθέσεις του να στραφεί σε πιο διανοοούμενα πεδία και σε πιο αφηρημένα θεματικά πλαίσια. Η αγγελία που είχε καρφιτσώσει στο Virgin Megastore του Manchester έγραφε ότι «Ο Howard Devoto αναζητά μουσικούς για να παίζουν και να ηχογραφούν γρήγορη και αργή μουσική. Η νοοτροπία του punk, όχι απαραίτητη. Δεκτά τα πνευστά ή η φωτιά.» Ο τρόπος που είχε συνδιαμορφωθεί ο πολιτισμός του Devoto στο Manchester, στο σπίτι της Lower Broughton Road που μοιραζόταν με τη ερωμένη του τότε Linder Sterling (Linda Mulvey), γραφίστρια και μέλος μετέπειτα της art pop μπάντας Ludus και τον Richard Boon, manager των Buzzcocks, ήταν με τις πολλαπλές ακροάσεις των αγαπημένων δίσκων τους -από kraut rockers σαν τους Can, Iggy Pop και Velvet Underground, αμερικανικό punk όπως ο Richard Hell– και την φανατική ανάγνωση βιβλίων που αντάλλαζαν μεταξύ τους με φρενήρεις ρυθμούς.

Οι Magazine εδραιώθηκαν στο σκηνικό του 1978 με το ντεμπούτο single τους «Shot By Both Sides» τον Ιανουάριο του 1978 και το album «Real Life» τον Ιούνιο του 1978. Τον Ιούλιο του 1978 ο Devoto θέλησε να δώσει το στίγμα των Magazine και την αντι-punk στάση τους: «Η ανάμειξη με το punk σήμαινε μια αντίδραση απέναντι σε όλα όσα βρίσκονταν στον αέρα εκείνη την εποχή, οπότε η δημιουργία των Magazine ήταν μια αντίδραση απέναντι στο punk… Απλά δε μου αρέσουν τα κινήματα. Είμαι απλά διεστραμμένος.» Μετά το πέρας της βρετανικής περιοδείας τους, στο τέλος του Ιουλίου 1978, ο drummer τους Martin Jackson που αργότερα θα εμφανιζόταν ως ένας από τους Swing Out Sister, αποχώρησε από το σχήμα που αποτελούνταν από τον Howard Devoto (Howard Trafford – φωνή), Barry Adamson (μπάσο), Dave Formula (David Tomlinson – πλήκτρα) και John McGeoch (κιθάρα). Τον Martin Jackson αντικατέστησε προσωρινά ο Paul Spencer από τους Speedometors για μια σειρά από συναυλίες στην Ευρώπη τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1978 και από τον Οκτώβριο του 1978, drummer τους έγινε ο John Doyle.

Magazine ‎- Give Me Everything

Magazine «Give Me Everything / I Love You, Big Dummy» (Νοέμβριος 1978, Virgin)

To «Give Me Everything» των Magazine:

Τον Νοέμβριο ηχογράφησαν το single «Give Me Everything» σε παραγωγή του Tony Wilson, ένα υπέροχο, υπόγειο post punk τραγούδι με groovy rhythm section και καταπληκτική δουλειά του Formula στα πλήκτρα που παραπέμπουν σε riff των 60s. Το «Give Me Everything» ήταν επηρρεασμένο από την beat pop αλλά ήταν και μία ένδειξη για την κατοπινή επιλογή του Devoto να διασκευάσει Sly And The Family Stone. Στο εξώφυλλο του single θα φαινόταν ξανά η αγάπη του Howard Devoto στους Συμβολιστές. Η εικόνα που επέλεξε να βάλει ήταν το έργο του γάλλου συμβολιστή και πρόδρομου των εξπρεσιονιστών, Odilon Redon, «The Cactus Man» του 1881. Είναι προφανές ότι ο Devoto αγαπούσε το έργο του Odilon Redon αφού και στο εξώφυλλο του «Shot By Both Sides» είχε βάλει την Χίμαιρα του Redon του 1891. Τον Redon θα τιμούσε ξανά ο Devoto το 2011 στο εξώφυλλο του «No Thyself» των Magazine χρησιμοποιώντας το έργο του «The Origins» του 1883 αλλά και στο εξώφυλλο του single τους «Hello Mister Curtis (With Apologies)«. To «Give Me Everything» ήταν ένας σύνδεσμος ανάμεσα στο ντεμπούτο album τους «Real Life» και το επερχόμενο δεύτερο «Secondhand Daylight» δεν προωθήθηκε καθόλου από την Virgin, κυκλοφόρησε σιωπηλά και φυσικά δεν ανέβηκε στο chart. Στη δεύτερη πλευρά υπήρχε η διασκευή τους στο «I Love You You Big Dummy» του Captain Beefheart, από το τέταρτο album του με την Magic Band, «Lick My Decals Off, Baby» του 1970. Ένα boogie του Don Van Vleet που στα χέρια των Magazine γίνεται ένα ξεκάθαρο θραυστικό punk rock χωρίς περιστροφές, που φανερώνει την επιρροή του από το αμερικανικό punk, φυσικά τους Stooges αλλά και τους Modern Lovers.

Captain Beefheart & The Magic Band ‎- Lick My Decals Off, Baby

Captain Beefheart & His Magic Band «Lick My Decals Off Baby» (1970, Bizarre / Reprise)

To «I Love You You Big Dummy» των Captain Beefheart & His Magic Band:

To «I Love You You Big Dummy» των Magazine:

Ακολούθησαν κι άλλες συναυλίες μέχρι τον Δεκέμβριο του 1978. Μετά την Πρωτοχρονιά του 1979 οι Magazine μπήκαν στα Good Earth Studios για να ξεκινήσουν την ηχογράφηση του δεύτερου album τους. Αρχικά ο Devoto ήθελε ως παραγωγό τον John Barry αλλά αυτό δεν ήταν φυσικά, δυνατόν, όπως δεν στάθηκε δυνατό να έχει και τον Tony Visconti, παραγωγό του David Bowie και για αυτό κατέληξαν στον Colin Thurston, που είχε κάνει ηχοληψία στο «Low» του Bowie και στο «Lust For Life» του Iggy Pop, αν και η επιλογή ήταν αρκετά παρακινδυνευμένη: ήταν η πρώτη παραγωγή που έκανε ο Thurston χωρίς ωστόσο να τους το πει. Το «Secondhand Daylight» κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1979 μαζί σχεδόν με το single «Rhythm Of Cruelty» / «TV Baby» και ήταν η επικύρωση της εντελώς ξεχωριστής προσωπικότητας του Devoto και της εκλεκτής θέσης που είχαν αποκτήσει οι Magazine στο προσκήνιο πριν καν κατακάτσει η σκόνη των ορδών του punk. Όχι μόνο αψηφούσαν την θραυστική ενέργεια του punk αλλά μετακινούνταν ακόμα πιο προκλητικά, μακρύτερα και από το ίδιο το ντεμπούτο album τους, ασπάζονταν τον έντεχνο γοτθισμό με τα κυρίαρχα keyboards και τις μεσόρυθμες μελωδικές συνθέσεις που δεν περιορίζονταν μόνο σε δύο ακκόρντα. Το «Secondhand Daylight» ακουγόταν υποβλητικό και μεγαλοπρεπές με μια υφέρπουσα τρομακτική υφή, πολύ αλλόκωτη για το 1979, όσο περίπου αλλόκωτη φαινόταν και η κατεύθυνση των Public Image Ltd. μετά την ισοπέδωση των Sex Pistols. Οι συνθέσεις είναι γραμμένες από διαφορετικά μέλη της μπάντας η καθεμιά, ή από συνδυασμούς δύο μελών τους και όλοι οι στίχοι ήταν γραμμένοι από τον Devoto.

Ο Nick Kent έγραψε στην κριτική του για το NME ότι «ενώ πριν είχαν δυνατότητες που εκπλήρωναν κατά το ήμισυ μόνο, υπάρχει πλέον μια αυστηρή αίσθηση κύρους στη μουσική τους. Οι Magazine είναι μια δύναμη υπολογίσιμη«, ξεχωρίζοντας τα «Feed The Enemy«, «I Wanted Your Heart«, «Back To Nature» και φυσικά το «Permafrost» ως τα αριστουργήματά τους. Ο James Truman στο Melody Maker τόνισε την ατμόσφαιρα της παρακμής και του μη ρεαλιστικού και επεκτάθηκε πάνω στην ασεξουαλικότητά του. Βρήκε το album πομπώδες και σύστησε στον Devoto «να κάνει κάποια μαθήματα φωνητικής» ενώ χαρακτήρισε την μπάντα ως «ποζάτους art rockers σε κατάσταση φουτουριστικού shock«. Βρήκε επίσης τον ήχο του album «αυταρχικό και χωρίς λόγο υπερβολικό» και κατηγόρησε τον παραγωγό Colin Thurston ότι «έθαψε τα τραγούδια κάτω από απανωτές στρώσεις δραματικών, παγωμένων υφών«. Ο Garry Bushell του Sounds βρήκε τα τραγούδια «πέμπτης διαλογής από το «Low» και δευτεροκλασάτα» και «μία επιστροφή στο ψέμα του progressive των 70s«. Ο Garry Bushell που πούσαρε το punk των Sham 69, τόνιζε ότι οι Magazine είχαν γυρίσει την πλάτη τους στο punk και ότι κατάφεραν να ξεχάσουν ότι ο λόγος που ο Howard Devoto είχε φύγει από τους Buzzcocks ήταν επειδή δεν του άρεσε να κατηγοριοποιείται ως μέρος του punk ρεύματος και ότι ως τραγουδιστής «δεν μπορεί να επικοινωνήσει τίποτα άλλο πέρα από την αδιαμφισβήτητη από τον ίδιο, ανωτερότητά του σχετικά με την υπόλοιπη ανθρωπότητα«…

Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1979 οι Magazine έκαναν ξανά μια περιοδεία που ανέβασε το album στο Νο.38 του chart ενώ τον Απρίλιο και τον Μάιο ξαναπεριόδευσαν με τους Simple Minds και από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο ταξίδεψαν στην Αμερική για να συνεχίσουν πάλι το φθινόπωρο την περιοδεία τους στην Βρετανία. Όταν οι ορδές του punk γιγαντώνονταν και είχε φανεί στην ατμόσφαιρα ότι θα κυριαρχήσουν στο προσκήνιο, ο Devoto είχε ήδη βαρεθεί. Όπως είπε στον Nick Kent, «Βασικός παράγοντας του πώς λειτουργώ είναι ότι είμαι πολύ καλός σε αυτό που θα αποκαλούσα «αρνητική ώθηση». Βαριέμαι πολύ εύκολα και αυτή η πλήξη μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μένα ώστε να συλλάβω και να πραγματοποιήσω μια καινούργια δράση. Στην ουσία, η «αρνητική ώθηση» πάντα πίστευα ότι ήταν αυτό που έπρεπε να πρεσβεύει το ήθος του punk: συνεχή αλλαγή, αποφυγή των μπαγιάτικων αλλαζονιών, το να κάνεις αυτό που θεωρείται απαράδεκτο.«

Magazine - Secondhand Daylight

Magazine «Secondhand Daylight» (Μάρτιος 1979, Virgin)

To «Permafrost» των Magazine:

Οι βροντές φέραν λίγο χαλάζι έξω από το σπίτι πάλι
Σήμερα σε ξαναείδα μπροστά μου
Δεν έχω ιδέα τι θες
Έχω όμως κάτι να πω

 Καθώς η μέρα πεθαίνει
Στο μέρος όπου έχουμε χαθεί
Θα σε σύρω και θα σε γαμήσω
Πάνω στον πάγο

 Δεν είναι και πολλά που μου λείπουν
Είμαι πολύ ξεχασιάρης σ’ αυτά
Η ζάχαρη είναι γλυκιά κάποιες φορές
Είναι δύσκολο να θυμάσαι μερικά πράγματα

 Καθώς η μέρα πεθαίνει
Στο μέρος όπου έχουμε χαθεί
Θα σε σύρω και θα σε γαμήσω
Πάνω στον πάγο


Magazine - Play

Magazine «Play» (1980, Virgin)

Το «Permafrost» των Magazine σε live εκτέλεση:

Στην εκτέλεση από το live τους «Play» από ηχογράφηση της συναυλίας τους στο Festival Hall της Μελβούρνης στην Αυστραλία στις 6 Σεπτεμβρίου 1980, το «Permafrost» δεν διαθέτει αυτή την αύρα του μυσταγωγικού τρόμου, γίνεται ελαφρώς πιο γεμάτο στην παραγωγή του, τα στοιχεία του κινηματογραφικού σασπένς μειώνονται και τα πλήκτρα του Formula αναλαμβάνουν επιπλέον πρωτοβουλίες στο διάκοσμό του. Η φωνή του Devoto ακούγεται απείρως πιο εκφραστική κι ελαστική από εκείνη της στουντιακής εκτέλεσης αλλά αυτό για την περίπτωση του «Permafrost» δεν είναι απαραίτητα θετικό.

Τα αγαπημένα τραγούδια του ίδιου του Devoto από το album όπως δήλωσε στον Nick Kent του NME, τον Απρίλιο του 1979 ήταν τα «Feed The Enemy«, «I Wanted Your Heart» και «Permafrost«. Όταν ο Nick Kent είπε στον Devoto ότι πιστεύει ότι τραγούδησε το «Permafrost» πολύ ψυχρά, ο Devoto του απάντησε ότι «για μένα είναι ζεστό. Δεν έχεις βιώσει τις άπειρες δυνατότητες ενός αδρανούς σώματος;» Το «Permafrost» συνοψίζει με μεγαλοπρέπεια το «Secondhand Daylight» ως το τελευταίο τραγούδι στη σειρά, που ολοκληρώνει το δίσκο. Ακούγεται βαρύ, μεγαλοπρεπές και με μια ανησυχητική περιρέουσα αίσθηση κινδύνου σαν ηχητική επένδυση κάποιου εγκλήματος που δεν έχει συμβεί ακόμα. Θα μπορούσε να είναι το σταθερό, αργό βήμα του δολοφόνου προς το θύμα του, ή το υπνωτισμένο περπάτημα ενός αυτόχειρα προς το θάνατό του. Θα μπορούσε να είναι ο John Barry με αντικαταθλιπτικά να επενδύει ένα υπόγειο thriller ή θα μπορούσε να είναι ο Brian Eno στη δεύτερη πλευρά του «Low» του Bowie. Χρησιμοποιώντας τον Colin Thurston ως παραγωγό, ο Devoto αυτό λαχταρούσε για το «Secondhand Daylight» που μετουσιώθηκε μοναδικά στο «Permafrost«: την ατμόσφαιρα του «Low«. Όπως δήλωσε ο Devoto άλλωστε, «το «Low» είχε μια τεράστια επίδραση πάνω μου. Ο ήχος των τυμπάνων, η μινιμαλιστική φύση της παραγωγής, όλα τα ηλεκτρονικά πράγματα που έκανε ο Eno στη δεύτερη πλευρά.» Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ένα μήνα μετά τον Ιανουάριο του 1977 που κυκλοφόρησε το «Low«, βγήκε στην αγορά το «Spiral Scratch» EP των Buzzcocks και μερικές εβδομάδες αργότερα ο Devoto έφυγε από τους Buzzcocks, διατηρώντας όμως τη φιλία του με τον Pete Shelley… Μοιάζει σαν να βρήκε ακριβώς αυτό που ήθελε και ξεκίνησε να επικεντρώνεται σε αυτό και μακριά από το αγελαίο punk… Κατά ένα σημειολογικό ή πραγματικό τρόπο, οι Stooges με το «Funhouse» στάθηκαν η αιτία να σχηματίσει τους Buzzcocks και ο David Bowie με το «Low«, η αιτία να φύγει από τους Buzzcocks για να δημιουργήσει τους Magazine. Πάλι στη συνέντευξή του στον Nick Kent στο NME τον Απρίλιο του 1979, ο Devoto είπε ότι «Ήταν μια κυριολεκτικά, στιγμή έμπνευσης, αυτό που είχα με το «Funhouse«. Αυτό που ενεργοποίησε το σχηματισμό μιας μπάντας. Όλοι είχαν μπουχτίσει με την rock μουσική σε κείνα τα φρικτά μέσα των 70s, την προ-Sex Pistols περίοδο στειρότητας. Είχα αρχίσει να ακούω jazz, κλασική και ethnic μουσική, οτιδήποτε για να ξεφύγω από το rock. Η ακρόασή μου στο rock περιοριζόταν στα τρία albums των Stooges γιατί ήταν οι μόνοι δίσκοι που μου έκαναν αίσθηση. Συν ότι ήταν μια σκατένια περίοδος στη ζωή μου. Το βρήκα τόσο υπέροχο να βουτάω στην υπερ-αρνητικότητα αυτής της μουσικής.»

Magazine Gatefold Photo

Magazine: η φωτο από το άνοιγμα του gatefold album

Στη βίβλο του post punk «Rip It Up And Start Again» ο Simon Reynolds γράφει για το «Permafrost«: «Με πυκνή παραγωγή και βαρυφορτωμένη, το «Secondhand Daylight»  ωστόσο περιείεχε ένα τουλάχιστον αριστούργημα με το «Permafrost», μία εσκεμμένα βαρύθυμη σύνθεση που τα πλεονεκτήματά της περιλαμβάνουν μία κολλώδη μπασογραμμή του Barry Adamson, ένα γεμάτο γωνίες κιθαριστικό solo του κιθαρίστα John McGeoch που θα μπορούσε να υπάρχει στο «Lodger» του David Bowie και την πιο δημοφιλή φράση του Devoto «Θα σε σύρω και θα σε γαμήσω πάνω στον πάγο.» Η απαράμιλλη γοητεία όμως του «Permafrost» απορρέει ίσως, αρχικά από τα keyboards του Dave Formula, ενός μουσικού που είχε λειτουργήσει καταλυτικά στον ήχο των Magazine. Ο κιμπορντίστας είχε διαδεχτεί τον αρχικό κιμπορντίστα της μπάντας Bob Dickinson και είχε φέρει μαζί του την εμπειρία του από τα πολλά χρόνια ύπαρξής του στο μουσικό χώρο, ξεκινώντας από τους St. Louis Union στα 60s. Ο Formula έμενε μαζί με τον Martin Hannett σε ένα διαμέρισμα στο Manchester όταν αντικατέστησε τον Bob Dickinson στους Magazine και εκείνη την εποχή έπαιζε με ένα cabaret τρίο στο Ritz Ballroom. Ο Formula, όπως έγραψε ο Simon Reynolds, «έφερε στους Magazine μια πλούσια αίσθηση δραματικότητας και αισθητικού διάκοσμου. Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς σήμερα, ότι τότε, η παρουσία των keyboards φάνταζε αμφισβητούμενη στον άμεσο απόηχο του punk – το όργανο, που ακόμα ταυτιζόταν με το progressive rock, ακουγόταν παρακμιακό με τις διακοσμητικές υπερβολές του.» Ωστόσο, όμως ο Dave Formula είχε μουσική καταγωγή από το rhythm n’ blues, δεν είχε καμία πολιτισμική σχέση με τον Keith Emerson των Emerson Lake & Palmer ή με τον Geoff Downes των Yes. Ο Formula γέμισε τον ήχο των Magazine, πρόσδωσε ατμόσφαιρα και περιπέτεια, ήταν ευέλικτος και ανοιχτόμυαλος, δεν διατηρούσε καμία αλλαζονική ή φετιχιστική σχέση με τα πλήκτρα του.

Howard Devoto & Linder Sterling

Howard Devoto & Linder Sterlng

Ο Devoto είχε σπουδάσει φιλοσοφία και λογοτεχνία στο Bolton Institute of Technology και μελετούσε τους Συμβολιστές ποιητές και το «Against Nature» του Joris Karl Huysmans, ένα βιβλίο σχετικά με έναν δανδή τον Jean Des Esseintes που προσπαθεί να μετατρέψει τη ζωή του σε έργο τέχνης, αφιερώνοντας το χρόνο και την περιουσία του στην αναζήτηση των πιο λεπτών ηδονών (όπως π.χ. ένα «οσφρητικό όργανο» που του επιτρέπει να παίζει μια συμφωνία αρωμάτων) για να καταλήξει να υποκύψει σε μια απειλητική για τη ζωή του νευρασθένεια… Κατά ένα τρόπο, ο Howard Devoto εισήγαγε με την στάση, την εξωλεκτική του, τις αισθητικές επιλογές του, τους Συμβολιστές σε ένα ευρύτερο post punk κοινό, επιβεβαιώνοντας στην ουσία ότι το αίτημα του post punk για γνήσια έκφραση του εαυτού χωρίς τους συμβατικούς και πληκτικούς περιορισμούς του παλιού rock ήταν αυτό που είχε ανάγκη η γενιά του. Δεν ήταν μόνο ο Odilon Redon που είχε γοητεύσει τη φαντασία του Devoto με τις παραμορφωμένες, σκοτεινές και δραματικές απεικονίσεις πλασμάτων, δαιμόνων και κεφαλών βγαλμένων από την πιο μύχια φαντασία. Ήταν φυσικά και οι Συμβολιστές ποιητές στα τέλη του 19ου αιώνα, αυτοί που είχαν μια τρομερή επίδραση πάνω στον ψυχισμό του. Οι γάλλοι Stéphane Mallarmé, Paul Verlaine, Arthur Rimbaud, Jules Laforgue, Henri de Régnier, René Ghil, και Gustave Kahn, οι βέλγοι Émile Verhaeren και Georges Rodenbach, ο ελληνικής καταγωγής Jean Moréas και οι αμερικανοί Francis Viélé-Griffin και Stuart Merrill, ήταν οι βασικοί Συμβολιστές στην ποίηση που εξέφρασαν με το έργο τους την προσωπική συναισθηματική εμπειρία μέσα από υπαινικτική χρήση μιας έντονα συμβολικής γλώσας, αρνούμενοι τις συμβάσεις και τους φορμαλισμούς της παλιάς ποίησης. Οι Συμβολιστές αφέθηκαν στο παιχνίδι των αισθήσεων και πάλεψαν να αντικαταστήσουν τον όρο παρακμιακός με τον όρο συμβολιστής, στο φιλολογικό λεξιλόγιο, με τον ίδιο τρόπο που οι βασικοί Συμβολιστές ζωγράφοι, Gustave Moreau, Odilon Redon, και Pierre Puvis de Chavannes έκαναν ακριβώς το ίδιο με τις απεικονίσεις τους. Στα πλάσματα που έφτιαξε ο Odilon Redon μπορεί κανείς να δει τις συνειρμικές αναγωγές στα αλλόκωτα παγώνια που πύκνωναν το Blitz Club, τους νεορομαντικούς. Θάλεγε κανείς ότι οι νεορομαντικοί εμπνεύστηκαν -συνειδητά ή ασύνειδα- τις μεταμορφώσεις τους από τις μορφές, τους δαίμονες και τα ξωτικά του Odilon Redon:

Head On A Stem

Head On A Stem του Odilon Redon

Kim Bowen

Kim Bowen: στυλίστρια και Blitz Kid

Man's Head

Man’s Head του Odilon Redon

Melissa Kaplan - Blitz Club

Melissa Kaplan: σχεδιάστρια και Blitz Kid

The flower of the swamp, A sad human head - 1885

The Flower Of The Swamp, A Sad Human Head (1885) του Odilon Redon

Michelle Clapton - St. Martin's Stephen Linard's Neo Gothic Show 1980

Michelle Clapton: σχεδιάστρια, μοντέλο του Stephen Linard για την συλλογή Neo Gothic στην Καλών Τεχνών St. Martin’s

Madness 1883

Madness (1883) του Odilon Redon

Steve Strange

Steve Strange: τραγουδιστής των Visage και πορτιέρης στο Blitz Club

Visage - Blitz Club

Visage έξω από το Blitz Club: από αριστερά Rusty Egan, John McGeoch, Barry Adamson, Billy Currie, Dave Formula, Steve Strange, Midge Ure

Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν ότι όταν οι Magazine επέστρεψαν από την περιοδεία τους στην Αμερική, τρεις από αυτούς συμμετείχαν σε ένα νέο σχήμα εκείνης της εποχής που είχε δημιουργηθεί με πρωτοβουλία του Rusty Egan drummer των Rich Kids και dj στο Billy’s Club του Soho που πραγματοποιούσε τις θρυλικές Βραδυές Bowie και του Steve Strange, πορτιέρη στο ίδιο club, ο οποίος είχε κάνει κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες στο post punk κλίμα της εποχής με τους Moors Murderers και τους Photons. Ο Dave Formula στα keyboards ήταν πρωταγωνιστικός όπως και ο Barry Adamson με το μαγικό μπάσο του και ο κιθαρίστας John McGeoch παίζοντας όμως σαξόφωνο, όλοι από τους Magazine, ενωμένοι με τον Billy Currie των Ultravox στα synthesizers, τον Midge Ure επίσης στα synths, που τότε έφευγε από τους Rich Kids για να αντικαταστήσει τον John Foxx στους Ultravox, με τον Rusty Egan να παίζει drums και τον Steve Strange να τραγουδάει. Το single που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1979 αυτό το super group υπό το όνομα Visage ήταν το «Tar» ένα τραγούδι που εστιάζει θεματικά στα δεινά του εθισμού στη νικοτίνη με δεύτερη πλευρά το synth πείραμα «Frequency 7«. Το single κυκλοφόρησε στην Radar Records αν και ο Martin Rushent είχε αρχικά ενδιαφερθεί να το κυκλοφορήσει στην Genetic Records. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ γιατί η Genetic φαλίρισε και έκλεισε. Το single ωστόσο ηχογραφήθηκε στο studio του σπιτιού του Rushent στο Berkshire. Συντονισμένο στη χορευτική κουλτούρα του Billy’s που πλέον το Σεπτέμβριο είχε μετονομαστεί σε Blitz Club, το «Tar» ήταν περήφανα νεορομαντικό, πάντρευε το post punk με την synth pop και λειτούργησε ως ένας προπομπός για τα τρία albums των Visage που θα ακολουθούσαν αλλά και όλου του νεορομαντικού ρεύματος. Το «Frequency 7» στη δεύτερη πλευρά ήταν ακόμα πιο φουτουριστικά προσανατολισμένο – μια ακριβής τομή ανάμεσα στους Kraftwerk και τους Normal του Daniel Miller, με έναν κοφτό, ψυχρό twisted disco ρυθμό και τη φωνή του Steve Strange περασμένη μέσα από ένα autotune που οι αντηχήσεις επιτείνουν την εφιαλτική δυστοπία.

Visage - Tar

Visage «Tar / Frequency 7» (Σεπτέμβριος 1979, Radar)

Το «Tar» των Visage:

Το «Frequency 7» των Visage:

Μετά το τέταρτο album τους «Magic Murder And The Weather«, οι Magazine διαλύθηκαν και επανεμφανίστηκαν μόλις το 2011 για ένα καινούργιο album, το «No Thyself«. Ο Howard Devoto κυκλοφόρησε ένα solo album το 1983, το «Jerky Versions Of A Dream«, δημιούργησε το ντουέτο Luxuria, μαζί με τον Noko για δύο albums (1988 – 1990) και ηχογράφησε και ένα album με τον Pete Shelley, το «Buzzkunst» το 2002. Ο Barry Adamson παράλληλα με τους Magazine συνεισέφερε στα δύο πρώτα albums των Visage (1979 – 1981), έγινε μέλος των Bad Seeds του Nick Cave για τέσσερα albums τους (1984 – 1987), έπαιξε στους Luxuria (1988 – 1990) και κυκλοφόρησε δώδεκα προσωπικά albums (1989 – 2016). O John McGeoch έπαιξε στους Visage (1979- 1981), στους Banshees της Siouxsie (1980 – 1982) στους Armoury Show (1983 – 1985) και στους Public Image Ltd. (1986 – 1992). Ο Dave Formula συνέχισε με τους Visage (1979 – 1981), με τους Ludus (1982 – 1987), σχημάτισε τους Angel Brothers και τους Design For Living και κυκλοφόρησε ένα προσωπικό album το 2007 και ένα με την Christine Hanson το 2011. Ο John Doyle έπαιξε στους Armoury Show (1983 – 1985).


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siiouxsie & The Banshees «Overground»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »