All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for the ‘Reviews’ Category

Man From Managra «King Time»

Posted by gone4sure στο 17 Μαρτίου 2019

Η μουσική του αγαπητού Coti K. ως Man From Managra διαθέτει μια συγκεκριμένη θαμπάδα από τότε που ξεκίνησε να ηχογραφεί δίσκους με αυτό το όνομα, δηλαδή το 2014. Η θαμπάδα αυτή στην αίσθησή της χρησιμοποιείται πολλαπλά ως στιλβωτικό, ως άμυνα στις εξωτερικά φαινόμενα, ως παραπέτασμα για να κρατιούνται απ’ έξω οι επιδράσεις που προκαλούν σύγχιση και θόρυβο. Είναι εκείνη η συγκεκριμένη θαμπάδα που χρησιμοποιούν πολύ οι τραγουδοποιοί από τις αμερικανικές μεσοδυτικές πολιτείες ή από τα βρετανικά midlands, ιδιοσυγκρασιακοί τύποι που διαφυλλάσουν τους προσωπικούς κόσμους τους αλώβητους από τους θορύβους της πόλης. Φαίνεται πως η οργανικότητα και η «βιολογική» καλλιέργεια του ήχου αποκτάει πολύτιμες διαστάσεις στον κόσμο τους και πρέπει με κάθε μέσον να διαφυλαχτεί για να προκύψει ένα εγγυημένο αποτέλεσμα χωρίς τοξικότητες. Έτσι, ο Coti K. στην Managra ξεκινάει και τελειώνει στην καθημερινότητά του, τις δραστηριότητές του χωρίς περισπασμούς και χωρίς περιττά FOMO. Η Managra ίσως ονομάζεται στον πραγματικό κόσμο Τήνος. Ίσως όμως ονομάζεται και οποιοδήποτε νησί του χάρτη. Ίσως πάλι Managra να είναι αναγραμματισμός του Anagram (inception!) ή απλά να προέρχεται από το βιβλίο του Stephen Marley «The Man From Managra» (1995,  Virgin Books), βασισμένο στον τηλεοπτικό «Doctor Who«

Man From Managra

Κωνσταντίνος Λουκάς Ρολάνδος Κυριάκος a.k.a. Coti K

Το τρίτο album του Man From Managra έχει ένα ανακουφιστικό, laid back αίσθημα, μία χαλαρότητα στην εξέλιξή του που αψηφά τις πειθαρχημένες εντάσεις και το κυνήγι του χρόνου. Κυλάει ήπια, με ελεγχόμενα ψύχραιμη διάθεση, μάλλον καλοδιάθετα και διαλλακτικά σε ένα μεσόρυθμο μελωδικό σύστημα με ράγες πάνω στις οποίες κυλάει το μουσικό τρενάκι του χωρίς να επιταχύνει και χωρίς να σχίζει τον αέρα. Έχει μια μεσόκοπη σοφία στις αποσκευές του, αμφίσημη: άλλος την ερμηνεύει ως χαμηλό παλμό και άλλος ως κατακτημένη συναισθηματική ισορροπία. Η αφηγηματική διάσταση του δίσκου, η ικανότητα του Coti να εκθέτει τις σκέψεις και τα λόγια του κατατείνουν στη συνθεση και των δύο ερμηνειών. Αυτό που δημιουργεί λοιπόν είναι ένας χάρτης της μετα-λύπης, ένα αποτύπωμα που εκφράζει χρονικά τη συγκεκριμένη περίοδο της καλλιτεχνικής ζωής του, διυλισμένα συναισθήματα που μπορούν να κατακάτσουν, να αξιολογηθούν και να επικοινωνηθούν με έναν αποτελεσματικό τρόπο. Είναι κάπως σαν ένα μετα-ψυχαναλυτικό σύστημα συναισθημάτων και ιδεών. Το τι πέτυχε ο καθένας μας σκάβοντας μέσα του, το τι ανακάλυψε στην οδυνηρή πορεία, το πώς διαχειρίστηκε τη συνύπαρξη είναι το ένα αποτέλεσμα. Το άλλο είναι ότι ανεξάρτητα από την επιτυχία των προσπαθειών, μια διαδικασία ολοκληρώνεται και αφήνει πίσω της ένα αποτύπωμα. Αυτό το αποτύπωμα είναι το «King Time«.

CK_MANAGRA_12_Cover_3mmspine_DieCut

Man From Managra «King Time» (Inner Ear)

Το «King Time» κυλάει πολύ αρμονικά και με μια κλάση ιδιαίτερη στα αυτιά. Εμπεριέχει μελωδικές ιδέες που ολοκληρώνονται πολύ πιο αποτελεσματικά από όσο λειτουργούσαν στο προηγούμενο album του «Half A Century Sun» και ακούγεται σαν να μην πτοείται από το σαράκι της φιλοδοξίας. Είναι αβίαστα τα τραγούδια του Coti εδώ, απλά στις συλλήψεις τους και με ένα περίβλημα προστατευμένα (η θαμπάδα που λέγαμε) που τα καθιστά αλώβητα στις προκλήσεις του σήμερα, των συρμών, των ποικίλων περισπασμών. Αν είχε χρώμα θα ήταν γκριζογάλανο αυτό το μουσικό σύμπαν με κάποια pop-up χρώματα σε λεπτομέρειες που λειτουργούν ως φάροι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι φωνητικές αρμονίες που δημιουργεί συνοδευτικά στο υπόβαθρο, η Ρένα Ρασούλη είναι ένα pop up χρώμα πάρα πολύ ευχάριστο. Και η μπάντα είναι από την άλλη ακολουθεί την πλεύση του Coti με την Λαμπρινή Γρηγοριάδου (μπάσο, τενόρο κιθάρα), τη Θάλεια Ιωαννίδου (τρομπέτα) και τον Πάνο Γαλάνη (τύμπανα). Η Σtella τραγουδάει μαζί με τον Coti σε ένα ντουέτο στο «Tonight» ένα τραγούδι που θα έπρεπε να ανθολογηθεί κάποια στιγμή στα ντουέτα με τις πιο ιδιαίτερες συναισθηματικές αποχρώσεις.

Το «Tonight» του Man From Managra featuring Σtella:

★★★★★★★☆☆☆

Ακούστε και αυτά:

– Destroyer «Kaputt»
– Lou Reed «Blue Mask»
– Marlon Williams «Make Way For Love»
– Lightning Seeds «Cloudcuckooland»
– Elliott Smith «XO«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Steams «Wild Ferment»

Posted by gone4sure στο 10 Μαρτίου 2019

Διαθέτει μια αλλόκωτη αμφισημία το καινούργιο album των αθηναίων Steams: από τη μία αναδίδουν όλο το δράμα αυτού του ντουνιά (και ίσως του γαλαξία μας τριγύρω), πολύ βαρύ, υποβλητικό και αβάσταχτο και από την άλλη νιώθουν και να «γαργαλιούνται» από την ψυχαγωγική φύση του rock στο οποίο εστιάζουν (το οργανικό, βιολογικής ωρίμανσης, σκληρό και με αμερικανικές ρίζες). Από τη μία, έχουν μια στενοχώρια στον τρόπο που εκφράζουν την χίπικη, νεοπαραδοσιακή αφηγηματικότητά τους σαν να θέλουν να παραμείνουν πιστοί στις λύπες του καλιφορνέζικου Laurel Canyon και από την άλλη έχουν και μια πινελιά εξωστρέφειας από αυτές που καταδεικνύουν ότι το rock, εκτός από την υποχρέωση της σωτηρίας του κόσμου τούτου να βαραίνει στις πλάτες του, έχει και μια φύση πιο διασκεδαστική και αλέγκρα.

Steams

Η μπάντα των Steams δίνει σημασία στην αυθεντικότητα

Είναι αλλόκωτα ενδιαφέρον λοιπόν το «Wild Ferment«, το καινούργιο album τους έτσι όπως μετεωρίζεται μεταξύ ηλεκτρισμού και παστοραλικής φυσικότητας. Σαν να έχεις απέναντί σου σε δύο παράλληλες σκηνές ενός φεστιβάλ, τους Crosby, Stills, Nash And Young και τους Steppenwolf. Ταυτόχρονα. Οι Steams αν μη τι άλλο βρίσκονται στη μέση με έναν τίμιο τρόπο και αντηχούν αυτήν την πολύ ταλαιπωρημένη ποιότητα που ονομάζεται «αυθεντικότητα» που τείνει να εξαφανιστεί από τα λεξικά των νεόκοπων rockers. Οι Steams νιώθουν πολύ βολικότερα στο πλαίσιο του roots rock και αυτού που ονομάστηκε μέσα στα χρόνια classic rock παρά σε οποιαδήποτε κατοπινή υβριδιακή μορφή του. Άντε και psych rock. Μέχρι εκεί. Η επιμονή τους να αφηγούνται τελετουργικά και με θεατρικό δέος τις ιστορίες τους, ο τρόπος τους να αποτυπώνουν τις εντυπώσεις και τις ιδέες τους στη θεματολογία των τραγουδιών τους, αποπνέει την άδολη, αθώα και «καθαρή» φάση του rock, στη χρονική ακριβώς περίοδο δηλαδή πριν το μασήσει και το φτύσει η πρέζα και πριν οι rockers αντιληφθούν τις οικονομικές δυνατότητες της μαζικότητάς τους. Αυτή είναι η φάση των Steams. Αθώα, περήφανη και ρομαντικά πληθωρική. Οι συνειρμοί που δημιουργούνται στην ακρόαση, από τα τραγούδια τους έχουν να κάνουν με τη φύση περισσότερο παρά με αστικά τοπία: «Το Μπλε Των Φιορδ«, «Μαύρη Άμμος«, «Ο Θερισμός«, «Τέλειες Καταιγίδες Από Μακριά«… Όλα μοιάζουν με περιήγηση φυσιοδιφών σε ανοιχτά αλώνια με κυκλοθυμικές συννεφιές. Ακόμα και όταν παίζουν hard rock («Ephemeral Joys«) το κάνουν σαν τους Mountain ξερωγώ ή σαν τους Savoy Brown, με μια υπεύθυνη συναίσθηση απέναντι στα blues, χωρίς ποτέ να «γκραντζάρουν» ή να ξεφεύγουν σε ένταση. Προς τιμή τους. Όταν καλούν τον Ψαραντώνη δε με τη λύρα του («Perfect Storms From Afar«) για κάποιο λόγο ακούγεται αυτή η συνεργασία πολύ αγαστή, λες και περίμενε εκεί κάπου έξω για να πραγματοποιηθεί. Έχει μια μεσογειακή λεβεντιά, μία οριενταλιστική rock διονυσιακή φάση, αυτό το κομμάτι, πολύ απέρριτη και δωρική με την οποία δε γίνεται παρά να συνταχθείς μαζί.

Steams - Wild Ferment

Steams «Wild Ferment» (Self Released)

To «Fjordian Blue» των Steams:

Ο Πάνος Δημητρόπουλος τραγουδάει τελετουργικά και με μια αντι-αστική ποιότητα τα λόγια που γράφει ενώ παίζει και ηλεκτρική κιθάρα όπως και ο Αντρέας Κοκοβίκας παίζει ηλεκτρική κιθάρα ενώ ο Simon Esnafides και ο Gustav Penka αναλαμβάνουν την rhythm section (μπάσο και κρουστά αντίστοιχα) με στιβαρή αυτοπεποίθηση τέτοια που αρμόζει στις επικές περιπέτειες των θεμάτων τους («Amdajitr (The Odyssey Of Young)«). Και ως επιστέγασμα; Ένα εξώφυλλο που ό,τι και να λέτε εμένα μου θύμισε την αγωνιώδη ανάβαση του «Houses Of The Holy» των Led Zeppelin.
★★★★★★★1/2☆☆

Ακούστε και αυτά:
Fleet Foxes «Fleet Foxes»
– Love «Da Capo»
– Frijid Pink «Frijid Pink»
– Electric Prunes «Release Of An Oath»
– Neutral Milk Hotel «In The Aeroplane Over The Sea«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Freedom Candlemaker «Beaming Light»

Posted by gone4sure στο 2 Μαρτίου 2019

Το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι για το δεύτερο προσωπικό του album που κυκλοφορεί από την Inner Ear (χώρια τα τρία albums του ως J. Kriste, Master of Disguise 2005 – 2012, την εμπλοκή του στους Trio Tekke με δύο albums 2009 – 2011, τους εξαιρετικούς Σωτήρες το 2016 και την παραγωγή του στο ντεμπούτο album της βερολινέζας – κύπριας Eleni Era το 2019) ο ελληνοκύπριος Λευτέρης Μουμτζής βαφτίζεται με την κυριολεκτική μετάφραση του ονόματός του: Freedom Candlemaker. Ελάχιστοι ίσως θα γνωρίζουν ότι η λέξη μουμτζής (από το περσικό mum που σημαίνει κερί απ’ όπου προκύπτει και η mumya – μούμια) σημαίνει κηροποιός – ούτε εγώ το ήξερα αλλά το ανακάλυψα σε μια παραπομπή στο βιβλίο της Βασιλικής Νικολάτου «Οι Άρχοντες της Λίμνης«, σχετικά με τους γουναράδες της Καστοριάς. Η παραπομπή αναφέρεται σε διάφορες ονομασίες τεχνιτών, με λέξεις που κατάγονται από το μεσαίωνα κιόλας ή την τουρκοκρατία: καζαντζής είναι ο χαλκουργός, δουλγέρης ο χτίστης κ.λπ.

Freedom Candlemaker

Ο Λευτέρης Μουμτζής στα γυρίσματα του clip για το «Astral Body» σε σκηνοθεσία Filep Motwary.

Η ιδέα του Λευτέρη Μουμτζή να αγγλοποιήσει το επώνυμό του είναι συνεπής με τη δουλειά που κάνει ως συνιδρυτής της Λουβάνα, της κυπριακής δισκογραφικής εταιρίας που έχει μεγάλη δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, ο Freedom Candlemaker (ο Ελευθέριος Κηροποιός δηλαδή) μεταχειρίζεται την art pop που παίζει στο «Beaming Light» με την καλλιτεχνική διάθεση που έχει ανάγκη ένας πραγματικός κηροποιός για να «χτίσει» τα κεριά στον πάγκο του. Χρειάζεται γλυπτική δεξιότητα, σημασία στη λεπτομέρεια, αρμονία και υπομονή για να παράγει αποτελέσματα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή, διαθέτει και ως μουσικός, ο Μουμτζής στο εξαιρετικά πολιτισμένο και κομψό αυτό album με τις πολλές διαθέσεις και τα εναλασσόμενα ατμοσφαιρικά ηχοτοπία που δηλώνουν κυκλοθυμία και ανησυχία.

Καλλιτέχνης που έχει κοσμογυρίσει (Birmingham και Λονδίνο στην Βρετανία, Βοστώνη στις Η.Π.Α.) ο Μουμτζής έχει κατακτήσει ένα αναφαίρετο πλεονέκτημα στην υγιή μελωδικότητα: το πόσο όμορφα κυλάει το album του είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Τόσο εντυπωσιακό που αφήνει σε δεύτερη μοίρα το ότι υφολογικά διαπερνάει με ελευθεριότητα ένα μεγάλο εύρος ηχητικών στιλ αφήνοντας μάλιστα την αίσθηση ότι τα κάνει όλα δικά του – από το chillwave μέχρι το λεπταίσθητο prog. Η μπάντα στο δίσκο (Λευτέρης Μουμτζής – μπάσο, πιάνο, κιθάρα, synths. Μιχάλης Καπηλίδης -τύμπανα, Δημήτρης Χατζηζήσης – κιθάρες, βιολιά, Βασίλης Βλαχάκος – κιθάρες, πιάνο, Φώτης Σιώτας -βιολιά, Ορέστης Μπενέκας και Χρίστος Χατζηχρίστου – synths) γίνεται κυριολεκτικά ένα ελαστικό πολυεργαλείο που εξυπηρετεί όλες τις ανάγκες της ηχητικής κατάστασης μέσα στο δίσκο, προφανώς μαζί με την συμπαραγωγή του Άλεξ Μπόλπαση για ένα αποτέλεσμα που ακούγεται ως ηχητικό κατόρθωμα σαν τις καλύτερες στιγμές του ήχου των Tears For Fears.

Gatefold LP 12_DieCut_FRCANDLE_PRINT

Freedom Candlemaker «Beaming Light» (Inner Ear)

Το «Playground» του Freedom Candlemaker:

Μέσα στο «Beaming Light» υπάρχει εξυπνάδα μαζί με ομορφιά, ο συνδυασμός που εγγυάται ψηλή κλάση: τα τραγούδια του είναι τολμηρά και δε φοβούνται να γίνουν πολυδαίδαλα κι εστέτ όπως το «Playground» που ανεβοκατεβαίνει δυσπρόσιτες κορυφές και ξαφνικά μελωδικά ισώματα με ερεθιστική άνεση παραπέμποντας ίσως στις πιο εμπνευσμένες στιγμές του progressive rock. Δεν φοβούνται να σκοτεινιάσουν («Frost«), να σκαρφαλώσουν σε φιλόδοξες αλά Avalon πλαγιές με hi tech περηφάνεια («Journey«), να διεκδικήσουν μερίδιο από την πίτα μιας glitter μαζικότητας («Astral Body«) και space rock περιπέτειας («Of The Universe«) ή να μελαγχολήσουν λυρικά και με οριενταλιστικό άρωμα («Silent Song«) και ταυτόχρονα να ακούγονται σε κάθε ακρόαση εξελίξιμα και με αξιώσεις που δεν σπαταλιούνται σε πρώτες εντυπώσεις. Το «Beaming Light» δηλαδή θέλει να προσφέρει art pop απολαυστικής βραδυφλεγίας και ηχητικής πολυπλοκότητας με κάθε τραγούδι του να ολοκληρώνεται εντελώς διαφορετικά από το πώς ξεκίνησε και τα καταφέρνει χωρίς να κομπάζει για αυτό. Αξία ανεκτίμητη η ψύχραιμη αντιμετώπιση του υλικού από τον καλλιτέχνη, η τοποθέτησή του σε ρεαλιστικές διαστάσεις και η διαχείριση της φαντασίας του με συναίσθηση και επίγνωση.
★★★★★★★1/2☆☆

 Άκου και αυτά:

MGMT «Oracular Spectacular»
Gotye «Making Mirrors»
Woodkid «The Golden Age»
Σωτήρες «Σωτήρες»
Prefab Sprout «Let’s Change The World With Music«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Sediment Bruise «In Between»

Posted by gone4sure στο 16 Φεβρουαρίου 2019

Οι Sediment Bruise από τη Θεσσαλονίκη φτάνοντας μετά από είκοσι χρόνια παρουσίας, στο  τρίτο album τους που κυκλοφορεί από την Ikaros Records, βρίσκονται σε ένα τόπο μεταξύ progressive rock κινηματογραφικής δυστοπίας και ενός πολυδαίδαλου έντεχνου alt.rock που εμπνέεται περισσότερο από σκιές. Οι Βαγγέλης Μουδούρης (φωνητικά), Μιχαήλ-Άγγελος Νικολαΐδης (πλήκτρα, φωνητικά), Νίκος Νικολαΐδης (κιθάρα), Παναγιώτης Γιαννούδης (μπάσο), Γιώργος Μούκος (τύμπανα) και Σωτήρης Φωτεινήτσογλου (βιολί) επιλέγουν έναν δύσκολο δρόμο για να παίξουν τη μουσική τους, ανηφορικό και συχνά δύσβατο. Το album τους «In Between» ακούγεται στριφνό, συχνά αντικοινωνικό, με γκριζαρισμένες πόρτες που ορθώνονται μπροστά στον ακροατή σαν επιβλητικά, γοτθικά φόβητρα. Ωστόσο αν καταφέρει να εισέλθει κανείς, ενδεχομένως να ανακαλύψει ενδιαφέροντα ευρήματα στα χορταριασμένα παρτέρια του κήπου τους.

Sediment-Bruise-photo

Το βασικό στοιχείο του «In Between«, αυτό που του προσδίδει την ταυτότητα και ίσως τις αδυναμίες του, είναι το δράμα που εκτυλίσσεται ανάμεσα στην πάλη για το περιεχόμενο (η θεματολογία τους, η ανάγκη έκφρασης των νοημάτων τους) και την ατμόσφαιρα (περίπλοκη και στυλιζαρισμένη, σκιασμένη, με υφέσεις και εκρήξεις). Το περιεχόμενο πολεμάει την ατμόσφαιρα σε μία μάταιη μάχη από την οποία μόνο το δραματικό στοιχείο τους δεν βγαίνει κερδισμένο, αυτό το πολυπόθητο δράμα στο οποίο εναποθέτουν όλη την ενέργειά τους, όλη την δύναμη του πυρήνα τους ως μπάντα. Μοιάζουν οι Sediment Bruise να μην έχουν αποφασίσει αν επιθυμούν περισσότερο να εντυπωσιάσουν ή να συγκινήσουν. Συχνά μετεωρίζονται ανάμεσα στην εντύπωση και στη συγκίνηση και οι απολαβές τους από τον κάθε στόχο μοιάζουν λιγότερες από τις προσδοκώμενες. Ακόμα συχνότερα ακροβατούν ανάμεσα στο prog rock και το post rock.

Οι Sediment Bruise γράφουν φιλότιμα, αλλά όχι πάντα στέρεα τραγούδια εμπνέονται κυρίως από τα ανεξάρτητα 90s (ακούς και τους dEUS και τους Puressence στον ήχο τους και στις αναπτύξεις τους ίσως και τους Sigur Ros) αλλά πολύ συχνά, ασύνειδα καταλήγουν να παραπέμπουν σε φιλόδοξα σχήματα όπως οι Marillion στρώνοντας πιο καθαρά τις ηχητικές παραπομπές τους στο prog. Οι συνθέσεις τους στο «In Between» παίρνουν την αμπάριζά τους από τη θεματική που προκύπτει από την κεντρική ιδέα του «ενδιάμεσου χρόνου», των διαστημάτων ανάμεσα σε διαφορετικές καταστάσεις, τη μετάβαση. Εγκλωβισμένοι στο «ανάμεσα», οι Sediment Bruise (ένα όνομα που σημαίνει το ίχνος ενός τραύματος σε έναν οργανισμό) καταδεικνύουν τους ισχυρούς μουσικούς δεσμούς μεταξύ τους, παίζουν δεμένα και αφοσιωμένα ως σύνολο και εξασφαλίζουν τη μαγιά τους για να «βγουν» ως μία ακέραιη μπάντα. Συνήθως όμως οι αδυναμίες τους στις συνθέσεις τούς κρατούν προσγειωμένους στο έδαφος.

Sediment Bruise -The In Between

Το «Shore» των Sediment Bruise:

Και η παραγωγή; Εδώ ο Clive Martin, αυτός ο τύπος που επιμελήθηκε θριάμβους στα 90s (Hunters And Collectors, Strangelove, Echobelly, Reef, Puressence και μια μεραρχία ακόμα από περήφανους brit rockers κυρίως) φαίνεται να τους βάζει στον αυτόματο πιλότο της εμπειρίας του από την παραγωγή του σε ελληνικά σύνολα, αφού από το 2007 περίπου έχει αναλάβει μια ποικλία ηχογραφήσεων από Fuzzy Nerds, Raining Pleasure, Rosebleed, Theodore, Vassilikos κ.λπ.. Η παραγωγή του είναι θαμπή και σε στιγμές φλερτάρει με το μπανάλ όπως στο υπερστυλιζαρισμένο «State Of Mind» για παράδειγμα, ενώ σε άλλες, όπως στο «Shore«, οι Sediment Bruise ακούγονται πιο ισχυροί από τη μεταχείριση που τους επιφυλάσσεται, στο «No Bonds Between Us» αφήνονται να πλεύσουν όπου τους οδηγεί ο γοτθισμός τους ή στο «Deliquency» κάνουν δειλά βήματα προς τα γκρουπάκια με τις καμπανιστές κιθάρες του C86. Παντού όμως, το «In Between» πάσχει από ένα έξυπνο, τραγανό editing και μία έλλειψη αυστηρής λακωνικότητας που θα το έκανε πιο νευρώδες και ζωντανό, λείπει μια σκληρή πειθαρχία που θα έφερνε στην επιφάνεια το εκφραστικό mojo της μπάντας.

★★★★★☆☆☆☆☆

Ακούστε και αυτά:

Marillion «Fugazi»
Magazine «The Correct Use Of Soap»
Puressence «Puressence»
dEUS «The Ideal Crash»
Wolfgang Press «The Burden Of Mules«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Bazooka «Zero Hits»

Posted by gone4sure στο 25 Ιανουαρίου 2019

bazooka

Οι απίθανοι Bazooka από το Βόλο

Μα τι απίθανοι τύποι είναι αυτοί οι Bazooka, πόσο στιλάτοι και ταυτόχρονα ουσιαστικοί, πόσο χορταστική buddy μπάντα και πόσο cool είναι η καταγωγή τους από τον Βόλο. Εδώ και μια δεκαετία ηχογραφούν (στην Slovenly, στην Inch Allah και πρόσφατα στην Inner Ear) σε μια φάση καθαρά δική τους και φτάνουν αισίως στο τρίτο album τους και ίσως το πιο ολοκληρωμένο τους, μεστό, σφιχτό, συνωστισμένο με μία συγκεκριμένη ενέργεια που λείπει από την ελληνική indie rock σκηνή – όχι απαραίτητα επειδή η σκηνή αυτή καθ’ αυτή είναι κακή αλλά ελλιπής. Δηλαδή επιτέλους, κάποιοι που εμπνέονται από νεοκυματικά ακούσματα και τα εφαρμόζουν πιστά και εκρηκτικά χωρίς κανένα δισταγμό. Εννοώ, ότι οι Bazooka δεν πολυκαίγονται να ακουστούν μεσογειακοί -δεν έχουν το άγχος της χαρακτηριστικής εντοπιότητας- δεν τους νοιάζει να φέρουν περήφανες ελληνικές στάμπες στον ήχο τους. Και μόνο το ότι τραγουδούν τόσο λειτουργικά ελληνικά καταδεικνύει την καταγωγή τους αλλά χωρίς να τους δεσμεύει στην τοπικότητα της σκηνής τους. Αυτό το οποίο διαποτίζει ως λαχτάρα τη μουσική τους είναι η προσήλωσή τους στους αγαπημένους ήχους τους και η δημιουργική επεξεργασία τους.

Το «Zero Hits» είναι απολαυστικό και πυκνό, ακούγεται σαν «best of», σαν φανταστική συλλογή από δυνητικά singles -πόσο εντυπωσιακό είναι αυτό!- με ανεπιτήδευτο τρόπο και με τσιτωμένα γκάζια σε όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους: έχουν χιούμορ (χωρίς να κάνουν ξύλινους χαβαλέδες), έχουν ιδέες (διάσπαρτες με αυθύπαρκτα, περήφανα riffs που σου κολλάνε εθιστικά στο κεφάλι), έχουν πλήθος αναφορών (το new wave και η power pop έχουν την τιμητική τους), έχουν συναίσθηση (ποτέ δεν ξεφεύγουν οι αντένες τους από την εμβέλειά τους), έχουν αισθητική (το καλό γούστο εδώ κάνει πάταγο) και έχουν άπειρα decibels στα καύσιμά τους (είναι δυνατοί, δυ-να-τοί, ΔΥΝΑΤΟΙ). Οι Ξάνθος Παπανικολάου (φωνή, κιθάρα), Γιάννης Βούλγαρης (τύμπανα, κρουστά), Βασίλης Ζελέπης (κιθάρα) και Άρης Ράμμος (μπάσο) συν τον Πάνο Παπανικολάου που παίζει percussion και synths, ακροπατούν πάνω σε μια γραμμή από Undertones, Buzzcocks, Attractions και 999 και φτάνουν μέχρι τους Art Brut σε νεοκυματική νευρικότητα παρουσιάζοντας στο δρόμο τους δεκατέσσερα uptempos που εύκολα σε τινάζουν στον αέρα διότι αυτή είναι η πρόθεσή τους. Το μείγμα τους δεν ξαποσταίνει πουθενά, τρέχει με την ενεργητικότητα του beat rocker που έχει πέσει δραματικά στη μαρμίτα του ρυθμού και βρίσκεται σε αεικίνητη δραστηριότητα χωρίς ποτέ να κάμπτεται.

BAZ_12-VINYL-3MM-SLEEVE_final_embed [Recovered]

Και φυσικά ακούγονται συχνότατα συγκλονιστικοί εκεί που δεν το περιμένεις: «Κάτι έχω προδώσει αλλά δε θυμάμαι, μέχρι να ξημερώσει τον εαυτό μου θα λυπάμαι» τραγουδάνε στο μικρό διαμαντάκι «Κάτι Έχω Προδώσει». Now, beat that. Τα κορίτσια και η αδρεναλίνη που προκαλούν τα ακατέργαστα συναισθήματά τους για αυτά είναι μια μόνιμη αμπάριζα στα λόγια τους όπως και η απουσία της επαφής, της λαχτάρας για το άγγιγμα που όταν δεν υπάρχει γίνονται ακόμα πιο εκρητικοί («Μόνος», «Κενό»). Αλλού εκρήγνυνται από τη συνύπαρξή τους με τους «βλάκες» («Οι Βλάκες Κάνουνε Παρέλαση», «Έχω Κουραστεί») ή από την παρέκκλιση και τη δυσθυμία («Βραδυνή Βάρδια», «Φυλακή»). Και όλη η εκφραστική δεινότητα του ντουνιά επίσης παρούσα με τρόπαιο έναν γδαρμένο λαιμό του Ξάνθου Παπανικολάου, που τραγουδάει σταθερά και αδιαπραγμάτευτα με ένταση και μία φρεσκάδα χωρίς τίποτα επιτηδευμένο, ίσα ίσα διαθέτει μια προκλητικότητα πέρα για πέρα ευπρόσδεκτη. Από τη μία η απουσία κάθε στυλιζαρίσματος και από την άλλη η εγγενής ροπή τους στο καλό γούστο είναι που κάνει τους Bazooka τόσο ακαταμάχητους -με χαρά βουτάς στο sing along μετά από πολλά χρόνια- και μάλλον μοναδικούς στο σημερινό σκηνικό του alt.rock. Μέσα δε, σε όλη αυτή την παλαβή κούρσα τους θυμούνται να παίξουν και γκρουβαριστά, υπέροχα boogie (στο προσωπικό highlight μου «Κενό» με τα εξαιρετικά πνευστά, το σαξόφωνο του Sebastian Marteau, την τρομπέτα και το τρομπόνι των Αλέξανδρου Σακελλαρίου και Κώστα Κωστόπουλου), μπητλικά βαριετέ («Μην Κοιτάς Πίσω»), καλίγραμμους, παράφορα εθιστικούς, σερφαριστούς παιάνες («Έλα»), rhythm ‘n’ blues των mods που μπορεί να έπαιζαν οι Who («Αδιάφορες Ματιές) και διονυσιακά φινάλε με φρενιασμένες διαθέσεις («Τα Σπάω Όλα»). Ό,τι και να παίζουν όμως το κάνουν συνειδητοποιημένα και οι αφετηρίες των τραγουδιών τους πάντα πατάνε γερά σε τρομερά -μα τρομερά- καλογραμμένες, απλές και απέριττες συνθέσεις.

To «Κενό» των Bazooka

To «Zero Hits» έχει τόσο καλογραμμένα τραγούδια που αποτελούν ένα πολύ ιδιότυπο case study στο σύνολό τους. Πραγματικά δεν έχω ιδέα πώς το κάνουν τόσο καλά. Αλλά ας συνεχίσουν να το κάνουν τόσο καλά και ας μην αποκτήσω ποτέ ιδέα για το πώς.

★★★★★★★★☆☆

Άκου και αυτά:

– Wire «Chairs Missing»
– Undertones «Hypnotised»
– Buzzcocks «Another Music In Different Kitchen»
– Art Brut «Wham! Bang! Pow! Let’s Rock Out!»
– Shame «Songs Of Praise«

Posted in Music, Reviews, Uncategorized | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »