All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for the ‘Reviews’ Category

Dury Dava «Dury Dava»

Posted by gone4sure στο 5 Μαΐου 2019

Dury Dava
Dury Dava

Οι Γιωργής Καρράς (ηλεκτρική κιθάρα, dilruba), Ηλίας Λιβιεράτος (τύμπανα, κρουστά), Δημήτρης Μαντζαβίνος (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα, μπουζούκι), Κάρολος Μπεράχας (μπάσο, πλήκτρα, synth), Δημήτρης Πρόκος (κλαρινέτο, νέϊ, synth) στο ντεμπούτο αυτό album τους στην Inner Ear ακούγονται ως παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί και ταυτόχρονα βουκολικοί rockers που τραγουδούν στη μητρική γλώσσα τους, μπιφχαρτικούς αυτοσχεδιασμούς (ή σχήματα που μοιάζουν με τέτοιους), jazz rock blues και διονυσιακά τελετουργικά με αναπάντεχες κορυφώσεις. Αυτή η ώθησή τους προς τα πιο ελευθεριάζοντα ηχοτοπία της κληρονομιάς του free form, η παρόρμησή τους να μη χωρέσουν σε κανένα προκαθορισμένο format rock φόρμουλας είναι η μεγαλύτερη αρετή τους. Και ίσως η πιο έντονη αδυναμία τους είναι να διαχειριστούν αυτή την ελευθερία τους, να την φέρουν σε μια βόλτα τέτοια που να κάνει μια παραπάνω αίσθηση από ένα καφτάνι που ανεμίζει στον αέρα μιας βραχώδους παραλίας κάπου στην Ελλάδα, ξερωγώ.

Dury Dava

Dury Dava: παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί Αθηναίοι

Προφανώς το ετοίμαζαν πολύ καιρό το ντεμπούτο album τους (σχηματίστηκαν το 2015 στην Αθήνα) και ακόμα προφανέστερα το φρόντισαν, το σκέφτηκαν και το δούλεψαν, σιγουρεύτηκαν για τη χημεία μεταξύ τους, άκουσαν και ξανάκουσαν τις αναφορές τους, μέτρησαν τις δεξιοτεχνίες τους και πριν αποφασίσουν ποια sessions θα κρατήσουν για το δίσκο τους, τη βασάνισαν τη σκέψη τους. Το “Dury Dava” έχει πολλές ώρες εργασίας στην ουρά του, διαθέτει και ιδρώτα και ένα βασικό concept πίσω από τις εκτεταμένες, μουσικές περιπτύξεις τους. Αυτό που δεν έχουν σε αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα -και αυτό που δεν απογειώνει το υλικό τους- είναι η σπουδή. Όχι απαραίτητα εγκεφαλική ή γνωστική σπουδή. Αλλά κυρίως συναισθηματική. Μία σπουδή που σημαίνει βιωματική καλλιέργεια. Κερδισμένη εμπειρία. Ψυχική κινητοποίηση. Κατακτημένη ακρόαση. Και αληθινές εναλλαγές ανθρώπινων διαθέσεων, έτσι όπως απαιτεί μια φυσιολογική ροή στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου.

Αυτό που εννοώ είναι ότι μοιραία, οι Dury Dava, που αναμφίβολα ιδρώνουν τη φανέλα τους, πιάνονται από τη στυλιστική στόφα των ακουσμάτων τους, από τα περιγράμματα του ατίθασου rock που αγαπάνε και ιχνηλατούν πάνω σε αυτά. Στα πλαίσια που δημιουργούν ηχητικούς χώρους και περιεχόμενα, στους αρμούς, στα «γύρω – γύρω» των αναφορών τους. Δηλαδή ναι, αλήθεια είναι ότι οι αμεσότερες αναφορές εδώ είναι οι It’s A Beautiful Day, οι Can και ο Captain Beefheart αλλά μόνο ως στιλ. Λείπει ένα γνήσια πυροδοτημένο περιεχόμενο για να κάνει τις πολυδαίδαλες αναπτύξεις τους ουσιαστικές. Λείπουν τα ολοκληρωμένα αφηγήματα, οι ακέραιες καλλιτεχνικές προτάσεις. Δεν θα μπορούσε ίσως να είναι διαφορετικά για αυτούς, αφού βρίσκονται στα είκοσι-κάτι τους και ακόμα «καίγονται» από τις ανάγκες τους να κάνουν φαντασμαγορική εντύπωση πρώτα απέναντι στους εαυτούς τους, να νοιώσουν τη φλόγα μιας rock ουτοπίας που μπορεί να τους απογειώσει πάνω από βουνά και λίμνες, πάνω από δέντρα και πλαγιές και να τους κάνει να νοιώσουν σύγχρονοι ΄Ικαροι και ας καούν.

Dury Dava - Dury Dava

Dury Dava «Dury Dava» (Μάιος 2019, Inner Ear)

Το «Σατανα» των Dury Dava:

Δεν υπάρχει τίποτα αστικό στους Dury Dava -καλό είναι αυτό- δεν υπάρχει η νεύρωση του «ανήκειν» σε κάτι, κανένα FOMO τριγύρω. Υπάρχει μόνο μια εκλεκτική ανάγκη τους να μεγαλουργήσουν με υλικά που πλέον δεν προτιμούνται από τη σύγχρονη σκηνή ως ασύμφορα. Υπάρχουν στιγμές τρομερής φιλοδοξίας μέσα στο υλικό τους όπως το “Σατανα” ή το “34522” ή άλλες στιγμές που εμπνέονται από το νεοϋορκέζικο underground (όπως η «Αταξία») που δείχνουν ότι δεν μπορεί να γλυτώσει κανείς εύκολα με τους Dury Dava, ή να τους απαξιώσει ως στείρους αναβιωτές. Από την άλλη, ο πρόθυμος ακροατής τους, αυτός που ελεύθερος από στιλιστικούς περιορισμούς, θέλει να τους παρακολουθήσει, δύσκολα θα μπορέσει να πλοηγηθεί στα πυκνά σχήματά τους – υπάρχουν κομμάτια εδώ που μοιάζουν με παρατεταμένους, ατελείωτους προλόγους – εισαγωγές σε κάτι που δεν έρχεται ποτέ παρά τις υποσχέσεις του- δύσκολα θα μπορέσει να συγκολλήσει μόνος του τα θραύσματα της αφηγηματικής παραφροσύνης τους (το μεσογειοπρεπές «Ταρλαμπασι» ας πούμε ξεκινάει και δεν φτάνει πουθενά, δεν κορυφώνεται ούτε αλλάζει τη μονότονη, διαβαράρικη ρότα του). Τι λείπει δηλαδή; Το αγκιστράκι, το hook που θα μπορούσε να συνδέσει τα έξαλλα, αφρισμένα ηχητικά μονοπάτια τους που διαπλέκονται μεταξύ τους, σε δαιδαλώδη σταυροδρόμια. Από τη μία η παλιομοδίτικη οργανική παράδοση και από την άλλη ένας κάπως αυταρχικός ευρωπαϊκός αυτοσχεδιασμός ελεύθερης φόρμας. Στη μέση του σταυροδρομιού δικαιολογείσαι να ξύσεις το κεφάλι σου με απορία.
★★★★★★✪☆☆☆

Άκου και αυτά:
Can “Tago Mago
Captain Beefheart And His Magic Band “Mirror Man
Grateful Dead “Workingman’s Dead
Sigur Rós “( )
Tom Waits “Mule Variations

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »

Vassilikos «Amazing Grey»

Posted by gone4sure στο 14 Απριλίου 2019

Επιτέλους καινούργιο υλικό από τον Vassilikos μετά από έξι αιώνες περίπου, επιτέλους ένα album που μετριέται στα ίσα με το σήμερα χωρίς να αναγκάζεται να καταφεύγει κανείς σε συγκρίσεις με τα πρωτότυπα του παρελθόντος. Το 2009 και το 2013 ο Vassilikos κυκλοφόρησε τα προσωπικά albums του ταμπουρωμένος πίσω από classics: στην πρώτη περίπτωση του «Vintage» ερμήνευσε κλασικά pop και rock standards και στο δεύτερο album του «Sunday Cloudy Sunday» τίμησε το ρεπερτόριο του Βασίλη Τσιτσάνη. Και όλα αυτά χωρίς να έχει καν καταθέσει προσωπικό στίγμα στη σύνθεση μετά τους Raining Pleasure. Με αυτά τα δεδομένα δεν αποτελεί έκπληξη ότι το «Amazing Grey» ακούγεται φρέσκο και καινούργιο, σαν ντεμπούτο, αφού ουσιαστικά είναι το πρώτο album του με αυθεντικό, νέο υλικό.

Vassilikos

Βασσιλικός Σακκάς: επιτέλους ένα προσωπικό album με καινούργιο υλικό.

Το «Amazing Grey» λοιπόν είναι ένα album τραγουδοποιού και τραγουδιστή, ένα ολοκληρωμένο σύνολο που φέρνει τον Vassilikos στο σήμερα με φόρα. Και με μεγαλοσύνη επίσης. Οι συνθέσεις του ακούγονται φιλόδοξες και αρκετά μεγαλόσχημες όπως και οι ιδέες στην ενορχήστρωση που φέρνουν στην επιφάνεια έναν εστετισμό καλοδεχούμενο. Στα λόγια των τραγουδιών, ο Vassilikos θέτει τον εσωτερικό εαυτό του σε ανοιχτή έκθεση, συχνά τραγουδάει σε πρώτο πρόσωπο («You Wouldn’t Last A Day In My Head«) σχηματοποιεί σε στίχους τις ιδέες που είχε κρυμμένες μέσα του που αναφέρονται στη σχέση του με τον εαυτό του και στην επίδραση που έχουν πάνω του διάφορα ερεθίσματα και πραγματοποιεί μια λίγο ή πολύ ακούσια δημόσια ψυχαναλυτική δράση. Έτσι δηλαδή όπως πρέπει να λειτουργεί μια φρέσκια art pop. Οι αναφορές του είναι πολλές και διαφορετικές αλλά καμία δεν καπελώνει το έργο του. Λειτουργούν όλες υπόγεια και εσωτερικά όπως είναι το υγιές δηλαδή και σχηματίζουν καινούργιες φόρμες με αμπάριζες από τη μπητλική παράδοση και τον Terry Hall, από τις μοντέρνες εξελίξεις στο χώρο της τραγουδοποιίας, από το σύγχρονα διαμορφωμένο τοπίο της ευρωπαϊκής κυρίως pop μελωδικότητας.

Amazing Grey

Vassilikos «Amazing Grey» (Απρίλιος 2019, Inner Ear)

Πάντα ήταν ένας εσωτερικός καλλιτέχνης ο Vassilikos και στις ερμηνείες του και στον τρόπο που έχτιζε τα τραγούδια του. Ακόμα και σε δυνατά uptempos όπως το «Tik Boom Crash» υπάρχει μια αίσθηση στην ακρόαση ότι υπάρχει κάπου μέσα στο τραγούδι ένα μυστικό που δεν αποκαλύπτεται, κρατιέται σφιχτά φυλαγμένο παρότι τα riffs και η επανάληψή τους, κάνουν τα πάντα να καταδειξουν ότι πλέον ο δημιουργός έχει αποφασίσει να κάνει μια βόλτα στον ήλιο έξω από το κέλυφός του («The Sunny Side Of It All«). Στα μισά τραγούδια βέβαια υπάρχει ο Clive Martin στην παραγωγή να προσθέτει αποφασιστικές ιδέες για το «πώς» πρέπει να ακουστεί κάτι -μία εμπειρία που δεν κρύβεται- και να δώσει μια ώθηση προς τα μπρος σε κάθε καινούργια ιδέα που «σκάει» εδώ. Έτσι στο «You Wouldn’t Last A Day In My Head» ο Vassilikos ακούγεται ως blue eyed soulman με χορευτικό mod ιδρώτα, στο «Opposite Of Love» ακούγεται σαν να βρίσκεται στα 80s στη σκηνή του Top Of The Pops και να παίζει μεταλλόφωνο δίπλα στην Alannah Currie των Thompson Twins και στο «Venus In An Ambulance» μοιάζει με δραματικό crooner με τερματισμένη, μοιραία, συναισθηματική πληγή, σε ένα μελωδικό κομμάτι με κορυφώσεις και υφέσεις που παραπέμπει στην καλύτερη παράδοση του prog (Procol Harum περισσότερο, παρά Moody Blues).

Το «Tik Boom Crash» του Vassilikos:

Και φυσικά υπάρχει και ο Vassilikos της θλιμμένης ρομαντζάδας («Blue«), μιας μελωδικότητας που ενώνει τους Smithereens με τους Pale FountainsStains On The Wall«) ή ενός υπερδραματικού, μελωδικού φινάλε όπου η νοσταλγία και η ελπίδα εναλλάσονται με γλυκόπικρη επίγευση, σε ονειρικό 70s καμβά που χαιρετίζει τον Serge GainsbourgBest Home In Years«). Η εκφορά του παραμένει εύθραυστη και λυρική, η διάθεσή του παρότι ακολουθεί τις τάσεις του κάθε τραγουδιού είναι πιο σταθερή και αποφασισμένη και η συνολική τοποθέτησή του απέναντι στα τραγούδια του είναι καθαρή και τολμηρή ίσως και επειδή ως άνθρωπος ορχήστρα παίζει τα πάντα μόνος του εδώ με περιστασιακές συμβολές εδώ κι εκεί.
★★★★★★★✪☆☆

Ακούστε κι αυτά:
– Monsieur Minimal «High Times»
– Terry Hall «Laugh»
– Woodkid «The Golden Age»
– Freedom Candlemaker «Beaming Light»
– Jack Peñate «Everything Is New«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Blend Mishkin presents Roots Evolution «Wildfire»

Posted by gone4sure στο 7 Απριλίου 2019

Roots Evolution

Roots Evolution: μία εξαιρετικά ικανή buddy μπάντα με sharp κοστούμια, pork pie καπέλα και sta prest παντελόνια. Κεντρική φιγούρα, ο top chef Blend Mishkin

Οι rude boys σε όλο τον κόσμο έχουν μεγάλο διασκελισμό, γεφυρώνουν την απόσταση ανάμεσα στις Δυτικές Ινδίες και τις Δυτικές Συνοικίες της Αθήνας, με ένα μόνο γύρισμα του dubbing: αν είσαι rudie στην καρδιά, πατρίδα σου είναι ο τόπος που σε μεγάλωσε και σε πόνεσε αλλά και ο τόπος στον οποίο καταλήγεις να ζεις και να δρας, είτε τον επίλεξες είτε αναγκάστηκες να φτάσεις σε αυτόν. Η καρδιά του Γιώργου Μαντά δηλαδή του Blend Mishkin, χτυπάει στο ρυθμό του rocksteady και της reggae πολλά χρόνια τώρα, πέρα από το beat που έχει ενσωματωμένο μέσα του από άλλα genres της μαύρης μουσικής (funk και soul, phat beats και acid jazz). Αγαπάει και κατέχει την ψύχα της rudie κουλτούρας και αυτό φαίνεται στην πιο πρόσφατη δισκογραφική πορεία του. Παράγωγο αυτής της δεκάχρονης ζύμωσης είναι οι Roots Evolution μια μπάντα που σχημάτισε για να στηρίξει τα albums του “Survival Of The Fittest” (2015) και “In Real Life” (2016), μία σχέση που φάνηκε να αποκτά την αυτονομία της που οδήγησε στην δημιουργία δίσκων στους οποίους ο προβολέας είναι πλέον στραμμένος στην μπάντα ολόκληρη. Και είναι καταπληκτική αυτή η μπάντα: Oleg Dergatsiov (κιθάρα), Αλέκος Γεωργουλόπουλος (πρόσθετη κιθάρα), Βασίλης Νιτσάκης (μπάσο), Θάνος Κοσμίδης Von Loopen (keyboards), Δημήτρης Στεργίου General Sticks (τύμπανα), Σταύρος Parceiro (κρουστά), Basement Rats (τρομπέτα, illustrations), Στέλιος Μίχας Εγγλέζος (τρομπόνι). Οι συνθέσεις είναι του Blend Mishkin όπως και η παραγωγή την οποία κάνει με τον Ekelon (Rewind Guaranteed). Είναι λοιπόν οι Roots Evolution το πιο ολοκληρωμένο ηχοσύστημα στην Ελλάδα; Αναμφισβήτητα ναι. Και η παρέα των ερμηνευτών είναι η συμπλήρωση μιας εικόνας (Gappy Ranks, Teacha Dee, Skarra Mucci, Carlton Livingston, Collieman, Jay Spaker, Daphne Bluebird, BNC The Disco Vampire, Bunna, Natural Bless) που ισορροπεί τον τουριστικό εξωτισμό από την αύρα του Kingston και το μητροπολιτικό τίτλο του πολιτιστικού χωνευτηριού από το Λονδίνο και προσθέτει rudie αξία στην Αθήνα.

cover 600

Blend Mishkin presents Roots Evolution «Wildfire» (Απρίλιος 2019, Undisputed)

Το «Wildfire» -δέκατο τρίτο album του Blend Mishkin, αν μετράω σωστά- που κυκλοφορεί από την γαλλική Undisputed, είναι απολαυστικό και ένα έμπειρο αισθητήριο μπορεί να διαπιστώσει, ότι διαπερνάει πολλές πτυχές της rudie κουλτούρας στο περιεχόμενό του, καταφέρνοντας με έναν τρόπο μαγικό, όχι μόνο να μην ακούγεται ανομοιογενές αλλά αντίθετα να δίνει και την αίσθηση του ολοκληρωμένου, συμπαγούς συνόλου, ηχητικά. Κατ’ αρχάς, συνθετικά είναι πάρα πολύ γερό και στιβαρό: οι μελωδίες πατάνε γερά στο έδαφος και οι ενορχηστρώσεις τις κυκλώνουν και τις απογειώνουν με αρμονία και ψηλή αίσθηση του γούστου. Τα τραγούδια έχουν χαρακτήρα και guts, είναι καλαίσθητα και φροντισμένα στις λεπτομέρειές τους και φανερώνουν αυτή την συγκινητική πίστη στην αυθεντική συγκολλητική ουσία που οδήγησε την φιλοσοφία του ρασταφαριανισμού της Καραϊβικής να ενσωματωθεί στο ska και το calypso και να γεννήσει κατόπιν την reggae. Ταυτόχρονα ακούγονται σημερινά, τωρινά, διαχρονικά στις ιδέες τους και πέρα για πέρα ψυχαγωγικά. Ο Jay Spaker Double Tiger από το Brooklyn της Νέας Υόρκης είναι εξαιρετικός στο «Meditation«, ένα roots reggae διαμαντάκι με εκφορά και ερμηνευτικό μέταλλο που θυμίζει πάρα πολύ τον Michael Riley των Steel Pulse αλλά διατηρεί έναν χαρακτήρα δικό του στην ερμηνεία του καθώς ελίσσεται τόσο ελαστικά γύρω από τα riffs των πνευστών στο κουπλέ. Αντίστοιχα, ο πιο έρρινος Collie Man στο «Love & Respect» ακούγεται με εναλλαγές βελούδινος και ικετευτικός -μία ερμηνευτική αξία που πάντα συνόδευε την καλύτερη reggae παράδοση- πιο κοντά στο εκφραστικό flow του Ali Campbell των UB40. Ο Skarra Mucci από την Jamaica, με το όχι τυχαία παρασημοφορημένο παρατσούκλι «The Lyric Millionaire«, που εδώ και δέκα χρόνια έχει τη δική του πορεία στην ευρωπαϊκή rasta σκηνή, ακούγεται πιο ‘δαιμονικά» ταχύς και ευέλικτος στο «Mama«, πιο κοντά στην πιο πρόσφατα -μετά τα 80s- διαμορφωμένη αισθητική του ragga και του dancehall. Ο Gappy Ranks από το Harlesden του Λονδίνου και με τζαμαϊκανή – δομινικανή καταγωγή και με καριέρα δεκαπενταετίας, στο «Greedy» είναι καταγγελτικός στη διαμαρτυρία του και η «δραματική» σχέση ελαφρού autotune και dub προσδίδει μεγαλύτερη μελαγχολική ατμόσφαιρα στο μεσόμπιτο αυτό mantra. Προσωπικό highlight στο album είναι το κάλεσμα της αθηναίας Daphne Bluebird στο πεντάστερο «Come Back To Life«, ένα αισιόδοξο, υπέροχο μελωδικό κομμάτι που σε διακτινίζει στο Notting Hill του Λονδίνου για κάποιο λόγο, με την ερμηνεύτρια να παραπέμπει στην μαγευτική Rhoda Dakar των Bodysnatchers και των Special A.K.A. και σε στιγμές να ακούγεται πιο εκφραστική και τεχνικά ικανότερη από αυτήν. Η Daphne Bluebird καλεί τον ακροατή της -έναν παραστρατημένο rudie ίσως- «να επιστρέψει στη ζωή», «να έρθει μαζί της, να βρουν μαζί μια λύση, να κάνουν ένα φρέσκο ξεκίνημα», ενόσω το όργανο χτίζει στο υπόβαθρο αυτή την ακαταμάχητη, ατμοσφαιρική «πλάτη» που κατά παράδοση, πάντα χάριζε δέος και γοητεία στις ska ηχογραφήσεις.

Roots Evolution featuring Daphne Bluebird «Come Back To Life«:

Τα προσωπικά highlights δεν έχουν τελειωμό στο «Wildfire«, κάνουν pop-up με κάθε επαναληπτικό άκουσμα του δίσκου. Το «Stop Run Maths» που ερμηνεύει ο τέρμα γοητευτικός Teecha Dee, δηλαδή ο Damion Darrel Warren και αυτός από την Jamaica επίσης, ένας ευοίωνος καλλιτέχνης με προσωπική δισκογραφική πορεία από το 2007, ακούγεται τόσο αυθεντικό και εσωτερικά χαμογελαστό rocksteady, όσο ακριβώς και pop που θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να μπουμπουνίζει σε σφοδρή επαναληπτικότητα στο ραδιόφωνο. Dub reggae με πρόσθετο βάρος στο «Doctor Please» με τον δομινικανό BNC The Disco VampireJeff Gonzalez ή Bruises ‘N’ Cats) να μεταχειρίζεται τις ιδιοτυπίες της reggae ερμηνείας με σθένος και ευθύνη και lovers rock από τον τζαμαϊκανό Carlton Livingston (επίσης πολύ μεγάλη δισκογραφική πορεία από το 1981) στο «Get Off We Spot«, αρμονικό, περιρέον με μια σημαντικά γλυκιά εκφορά – η εμπειρία δεν μπορεί να κρυφτεί. O Bunna (Vitale Bonino), κιθαρίστας και τραγουδιστής των Africa Unite από το Τορίνο της Ιταλίας, ακούγεται ως αυθεντικός rudie με «αυθάδεις» βραχνάδες, υποψίες scatting και με την street μαγκιά του βετεράνου στο «Get Tight» ενώ στο «Meditation Dub» όλη η μπάντα κυκλώνει και ολοκληρώνει το album με μία παχιά, χορταστική dub εκδοχή του τραγουδιού που ξεκινάει το δίσκο, με έναν ήχο που θα μπορούσε να έχει δονήσει τα woofers του Compass Point Studios στο Nassau στις Μπαχάμες, θα μπορούσε να φιλοξενεί την αριστοξρατική rhythm section των Sly & Robbie. Το album προλογίζει και επιλογίζει ο τζαμαϊκανός ποιητής Natural BlessWildfire Intro» και «Yaddin Get Tight Dub» αντίστοιχα).

blend mishkin _ roots evolution

Roots Evolution: rude boys στις ταράτσες της Αθήνας.

H reggae ήταν πάντα η μουσική έκφραση των απανταχού καταπιεσμένων της διασποράς, των λαϊκών περιθωριοποιημένων, των ανθρώπων που στερήθηκαν δικαιώματα και ευκαιρίες. Μέσα στα χρόνια έγινε από τη βιομηχανία, ένα τουριστικό σουβενίρ, μία ακόμα στυλιστική φόρμα με εύκολα ρεφρέν και λόγια που δεν σημαίνουν τίποτα. Ο Blend Mishkin και οι Roots Evolution καταφέρνουν σε ντόπιο επίπεδο να ξαναφέρουν στον αέρα της reggae, αξιοπρέπεια, βάθος και ουσία ενώ ταυτόχρονα, αναδεικνύουν τον ψυχαγωγικό, ευχάριστο χαρακτήρα της που δεν έχει καμία σχέση με τις ελαφρόμυαλες αφέλειες της euro-reggae pop.  Το «Wildfire» ακούγεται σαν μία όμορφη, ευάκουστη, ανοιχτή γέφυρα – αγκαλιά, μια «εαρινή σύναξη» καλλιτεχνικής συνένωσης από διαφορετικά έθνη και κουλτούρες, με αμπάριζα την Καραϊβική. Ένα album που ακούς συγκεντρωμένος για να συντονιστείς μαζί του, «ένα μήνυμα για σένα, rudie».
★★★★★★★★☆☆

Άκου και αυτά:
– Steel Pulse «Handsworth Revolution»
– Culture «Two Sevens Clash»
– Max Romeo & The Upsetters «War Ina Babylon»
– UB40 «Present Arms»
– Dennis Brown & Gregory Isaacs «Judge Not«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Man From Managra «King Time»

Posted by gone4sure στο 17 Μαρτίου 2019

Η μουσική του αγαπητού Coti K. ως Man From Managra διαθέτει μια συγκεκριμένη θαμπάδα από τότε που ξεκίνησε να ηχογραφεί δίσκους με αυτό το όνομα, δηλαδή το 2014. Η θαμπάδα αυτή στην αίσθησή της χρησιμοποιείται πολλαπλά ως στιλβωτικό, ως άμυνα στις εξωτερικά φαινόμενα, ως παραπέτασμα για να κρατιούνται απ’ έξω οι επιδράσεις που προκαλούν σύγχιση και θόρυβο. Είναι εκείνη η συγκεκριμένη θαμπάδα που χρησιμοποιούν πολύ οι τραγουδοποιοί από τις αμερικανικές μεσοδυτικές πολιτείες ή από τα βρετανικά midlands, ιδιοσυγκρασιακοί τύποι που διαφυλλάσουν τους προσωπικούς κόσμους τους αλώβητους από τους θορύβους της πόλης. Φαίνεται πως η οργανικότητα και η «βιολογική» καλλιέργεια του ήχου αποκτάει πολύτιμες διαστάσεις στον κόσμο τους και πρέπει με κάθε μέσον να διαφυλαχτεί για να προκύψει ένα εγγυημένο αποτέλεσμα χωρίς τοξικότητες. Έτσι, ο Coti K. στην Managra ξεκινάει και τελειώνει στην καθημερινότητά του, τις δραστηριότητές του χωρίς περισπασμούς και χωρίς περιττά FOMO. Η Managra ίσως ονομάζεται στον πραγματικό κόσμο Τήνος. Ίσως όμως ονομάζεται και οποιοδήποτε νησί του χάρτη. Ίσως πάλι Managra να είναι αναγραμματισμός του Anagram (inception!) ή απλά να προέρχεται από το βιβλίο του Stephen Marley «The Man From Managra» (1995,  Virgin Books), βασισμένο στον τηλεοπτικό «Doctor Who«

Man From Managra

Κωνσταντίνος Λουκάς Ρολάνδος Κυριάκος a.k.a. Coti K

Το τρίτο album του Man From Managra έχει ένα ανακουφιστικό, laid back αίσθημα, μία χαλαρότητα στην εξέλιξή του που αψηφά τις πειθαρχημένες εντάσεις και το κυνήγι του χρόνου. Κυλάει ήπια, με ελεγχόμενα ψύχραιμη διάθεση, μάλλον καλοδιάθετα και διαλλακτικά σε ένα μεσόρυθμο μελωδικό σύστημα με ράγες πάνω στις οποίες κυλάει το μουσικό τρενάκι του χωρίς να επιταχύνει και χωρίς να σχίζει τον αέρα. Έχει μια μεσόκοπη σοφία στις αποσκευές του, αμφίσημη: άλλος την ερμηνεύει ως χαμηλό παλμό και άλλος ως κατακτημένη συναισθηματική ισορροπία. Η αφηγηματική διάσταση του δίσκου, η ικανότητα του Coti να εκθέτει τις σκέψεις και τα λόγια του κατατείνουν στη συνθεση και των δύο ερμηνειών. Αυτό που δημιουργεί λοιπόν είναι ένας χάρτης της μετα-λύπης, ένα αποτύπωμα που εκφράζει χρονικά τη συγκεκριμένη περίοδο της καλλιτεχνικής ζωής του, διυλισμένα συναισθήματα που μπορούν να κατακάτσουν, να αξιολογηθούν και να επικοινωνηθούν με έναν αποτελεσματικό τρόπο. Είναι κάπως σαν ένα μετα-ψυχαναλυτικό σύστημα συναισθημάτων και ιδεών. Το τι πέτυχε ο καθένας μας σκάβοντας μέσα του, το τι ανακάλυψε στην οδυνηρή πορεία, το πώς διαχειρίστηκε τη συνύπαρξη είναι το ένα αποτέλεσμα. Το άλλο είναι ότι ανεξάρτητα από την επιτυχία των προσπαθειών, μια διαδικασία ολοκληρώνεται και αφήνει πίσω της ένα αποτύπωμα. Αυτό το αποτύπωμα είναι το «King Time«.

CK_MANAGRA_12_Cover_3mmspine_DieCut

Man From Managra «King Time» (Inner Ear)

Το «King Time» κυλάει πολύ αρμονικά και με μια κλάση ιδιαίτερη στα αυτιά. Εμπεριέχει μελωδικές ιδέες που ολοκληρώνονται πολύ πιο αποτελεσματικά από όσο λειτουργούσαν στο προηγούμενο album του «Half A Century Sun» και ακούγεται σαν να μην πτοείται από το σαράκι της φιλοδοξίας. Είναι αβίαστα τα τραγούδια του Coti εδώ, απλά στις συλλήψεις τους και με ένα περίβλημα προστατευμένα (η θαμπάδα που λέγαμε) που τα καθιστά αλώβητα στις προκλήσεις του σήμερα, των συρμών, των ποικίλων περισπασμών. Αν είχε χρώμα θα ήταν γκριζογάλανο αυτό το μουσικό σύμπαν με κάποια pop-up χρώματα σε λεπτομέρειες που λειτουργούν ως φάροι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι φωνητικές αρμονίες που δημιουργεί συνοδευτικά στο υπόβαθρο, η Ρένα Ρασούλη είναι ένα pop up χρώμα πάρα πολύ ευχάριστο. Και η μπάντα είναι από την άλλη ακολουθεί την πλεύση του Coti με την Λαμπρινή Γρηγοριάδου (μπάσο, τενόρο κιθάρα), τη Θάλεια Ιωαννίδου (τρομπέτα) και τον Πάνο Γαλάνη (τύμπανα). Η Σtella τραγουδάει μαζί με τον Coti σε ένα ντουέτο στο «Tonight» ένα τραγούδι που θα έπρεπε να ανθολογηθεί κάποια στιγμή στα ντουέτα με τις πιο ιδιαίτερες συναισθηματικές αποχρώσεις.

Το «Tonight» του Man From Managra featuring Σtella:

★★★★★★★☆☆☆

Ακούστε και αυτά:

– Destroyer «Kaputt»
– Lou Reed «Blue Mask»
– Marlon Williams «Make Way For Love»
– Lightning Seeds «Cloudcuckooland»
– Elliott Smith «XO«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Steams «Wild Ferment»

Posted by gone4sure στο 10 Μαρτίου 2019

Διαθέτει μια αλλόκωτη αμφισημία το καινούργιο album των αθηναίων Steams: από τη μία αναδίδουν όλο το δράμα αυτού του ντουνιά (και ίσως του γαλαξία μας τριγύρω), πολύ βαρύ, υποβλητικό και αβάσταχτο και από την άλλη νιώθουν και να «γαργαλιούνται» από την ψυχαγωγική φύση του rock στο οποίο εστιάζουν (το οργανικό, βιολογικής ωρίμανσης, σκληρό και με αμερικανικές ρίζες). Από τη μία, έχουν μια στενοχώρια στον τρόπο που εκφράζουν την χίπικη, νεοπαραδοσιακή αφηγηματικότητά τους σαν να θέλουν να παραμείνουν πιστοί στις λύπες του καλιφορνέζικου Laurel Canyon και από την άλλη έχουν και μια πινελιά εξωστρέφειας από αυτές που καταδεικνύουν ότι το rock, εκτός από την υποχρέωση της σωτηρίας του κόσμου τούτου να βαραίνει στις πλάτες του, έχει και μια φύση πιο διασκεδαστική και αλέγκρα.

Steams

Η μπάντα των Steams δίνει σημασία στην αυθεντικότητα

Είναι αλλόκωτα ενδιαφέρον λοιπόν το «Wild Ferment«, το καινούργιο album τους έτσι όπως μετεωρίζεται μεταξύ ηλεκτρισμού και παστοραλικής φυσικότητας. Σαν να έχεις απέναντί σου σε δύο παράλληλες σκηνές ενός φεστιβάλ, τους Crosby, Stills, Nash And Young και τους Steppenwolf. Ταυτόχρονα. Οι Steams αν μη τι άλλο βρίσκονται στη μέση με έναν τίμιο τρόπο και αντηχούν αυτήν την πολύ ταλαιπωρημένη ποιότητα που ονομάζεται «αυθεντικότητα» που τείνει να εξαφανιστεί από τα λεξικά των νεόκοπων rockers. Οι Steams νιώθουν πολύ βολικότερα στο πλαίσιο του roots rock και αυτού που ονομάστηκε μέσα στα χρόνια classic rock παρά σε οποιαδήποτε κατοπινή υβριδιακή μορφή του. Άντε και psych rock. Μέχρι εκεί. Η επιμονή τους να αφηγούνται τελετουργικά και με θεατρικό δέος τις ιστορίες τους, ο τρόπος τους να αποτυπώνουν τις εντυπώσεις και τις ιδέες τους στη θεματολογία των τραγουδιών τους, αποπνέει την άδολη, αθώα και «καθαρή» φάση του rock, στη χρονική ακριβώς περίοδο δηλαδή πριν το μασήσει και το φτύσει η πρέζα και πριν οι rockers αντιληφθούν τις οικονομικές δυνατότητες της μαζικότητάς τους. Αυτή είναι η φάση των Steams. Αθώα, περήφανη και ρομαντικά πληθωρική. Οι συνειρμοί που δημιουργούνται στην ακρόαση, από τα τραγούδια τους έχουν να κάνουν με τη φύση περισσότερο παρά με αστικά τοπία: «Το Μπλε Των Φιορδ«, «Μαύρη Άμμος«, «Ο Θερισμός«, «Τέλειες Καταιγίδες Από Μακριά«… Όλα μοιάζουν με περιήγηση φυσιοδιφών σε ανοιχτά αλώνια με κυκλοθυμικές συννεφιές. Ακόμα και όταν παίζουν hard rock («Ephemeral Joys«) το κάνουν σαν τους Mountain ξερωγώ ή σαν τους Savoy Brown, με μια υπεύθυνη συναίσθηση απέναντι στα blues, χωρίς ποτέ να «γκραντζάρουν» ή να ξεφεύγουν σε ένταση. Προς τιμή τους. Όταν καλούν τον Ψαραντώνη δε με τη λύρα του («Perfect Storms From Afar«) για κάποιο λόγο ακούγεται αυτή η συνεργασία πολύ αγαστή, λες και περίμενε εκεί κάπου έξω για να πραγματοποιηθεί. Έχει μια μεσογειακή λεβεντιά, μία οριενταλιστική rock διονυσιακή φάση, αυτό το κομμάτι, πολύ απέρριτη και δωρική με την οποία δε γίνεται παρά να συνταχθείς μαζί.

Steams - Wild Ferment

Steams «Wild Ferment» (Self Released)

To «Fjordian Blue» των Steams:

Ο Πάνος Δημητρόπουλος τραγουδάει τελετουργικά και με μια αντι-αστική ποιότητα τα λόγια που γράφει ενώ παίζει και ηλεκτρική κιθάρα όπως και ο Αντρέας Κοκοβίκας παίζει ηλεκτρική κιθάρα ενώ ο Simon Esnafides και ο Gustav Penka αναλαμβάνουν την rhythm section (μπάσο και κρουστά αντίστοιχα) με στιβαρή αυτοπεποίθηση τέτοια που αρμόζει στις επικές περιπέτειες των θεμάτων τους («Amdajitr (The Odyssey Of Young)«). Και ως επιστέγασμα; Ένα εξώφυλλο που ό,τι και να λέτε εμένα μου θύμισε την αγωνιώδη ανάβαση του «Houses Of The Holy» των Led Zeppelin.
★★★★★★★1/2☆☆

Ακούστε και αυτά:
Fleet Foxes «Fleet Foxes»
– Love «Da Capo»
– Frijid Pink «Frijid Pink»
– Electric Prunes «Release Of An Oath»
– Neutral Milk Hotel «In The Aeroplane Over The Sea«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , , | Leave a Comment »