All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Dury Dava «Dury Dava»

Posted by gone4sure στο 5 Μαΐου 2019

Dury Dava
Dury Dava

Οι Γιωργής Καρράς (ηλεκτρική κιθάρα, dilruba), Ηλίας Λιβιεράτος (τύμπανα, κρουστά), Δημήτρης Μαντζαβίνος (φωνητικά, ηλεκτρική κιθάρα, μπουζούκι), Κάρολος Μπεράχας (μπάσο, πλήκτρα, synth), Δημήτρης Πρόκος (κλαρινέτο, νέϊ, synth) στο ντεμπούτο αυτό album τους στην Inner Ear ακούγονται ως παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί και ταυτόχρονα βουκολικοί rockers που τραγουδούν στη μητρική γλώσσα τους, μπιφχαρτικούς αυτοσχεδιασμούς (ή σχήματα που μοιάζουν με τέτοιους), jazz rock blues και διονυσιακά τελετουργικά με αναπάντεχες κορυφώσεις. Αυτή η ώθησή τους προς τα πιο ελευθεριάζοντα ηχοτοπία της κληρονομιάς του free form, η παρόρμησή τους να μη χωρέσουν σε κανένα προκαθορισμένο format rock φόρμουλας είναι η μεγαλύτερη αρετή τους. Και ίσως η πιο έντονη αδυναμία τους είναι να διαχειριστούν αυτή την ελευθερία τους, να την φέρουν σε μια βόλτα τέτοια που να κάνει μια παραπάνω αίσθηση από ένα καφτάνι που ανεμίζει στον αέρα μιας βραχώδους παραλίας κάπου στην Ελλάδα, ξερωγώ.

Dury Dava

Dury Dava: παραφρονεμένοι ψυχεδελικοί Αθηναίοι

Προφανώς το ετοίμαζαν πολύ καιρό το ντεμπούτο album τους (σχηματίστηκαν το 2015 στην Αθήνα) και ακόμα προφανέστερα το φρόντισαν, το σκέφτηκαν και το δούλεψαν, σιγουρεύτηκαν για τη χημεία μεταξύ τους, άκουσαν και ξανάκουσαν τις αναφορές τους, μέτρησαν τις δεξιοτεχνίες τους και πριν αποφασίσουν ποια sessions θα κρατήσουν για το δίσκο τους, τη βασάνισαν τη σκέψη τους. Το “Dury Dava” έχει πολλές ώρες εργασίας στην ουρά του, διαθέτει και ιδρώτα και ένα βασικό concept πίσω από τις εκτεταμένες, μουσικές περιπτύξεις τους. Αυτό που δεν έχουν σε αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα -και αυτό που δεν απογειώνει το υλικό τους- είναι η σπουδή. Όχι απαραίτητα εγκεφαλική ή γνωστική σπουδή. Αλλά κυρίως συναισθηματική. Μία σπουδή που σημαίνει βιωματική καλλιέργεια. Κερδισμένη εμπειρία. Ψυχική κινητοποίηση. Κατακτημένη ακρόαση. Και αληθινές εναλλαγές ανθρώπινων διαθέσεων, έτσι όπως απαιτεί μια φυσιολογική ροή στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου.

Αυτό που εννοώ είναι ότι μοιραία, οι Dury Dava, που αναμφίβολα ιδρώνουν τη φανέλα τους, πιάνονται από τη στυλιστική στόφα των ακουσμάτων τους, από τα περιγράμματα του ατίθασου rock που αγαπάνε και ιχνηλατούν πάνω σε αυτά. Στα πλαίσια που δημιουργούν ηχητικούς χώρους και περιεχόμενα, στους αρμούς, στα «γύρω – γύρω» των αναφορών τους. Δηλαδή ναι, αλήθεια είναι ότι οι αμεσότερες αναφορές εδώ είναι οι It’s A Beautiful Day, οι Can και ο Captain Beefheart αλλά μόνο ως στιλ. Λείπει ένα γνήσια πυροδοτημένο περιεχόμενο για να κάνει τις πολυδαίδαλες αναπτύξεις τους ουσιαστικές. Λείπουν τα ολοκληρωμένα αφηγήματα, οι ακέραιες καλλιτεχνικές προτάσεις. Δεν θα μπορούσε ίσως να είναι διαφορετικά για αυτούς, αφού βρίσκονται στα είκοσι-κάτι τους και ακόμα «καίγονται» από τις ανάγκες τους να κάνουν φαντασμαγορική εντύπωση πρώτα απέναντι στους εαυτούς τους, να νοιώσουν τη φλόγα μιας rock ουτοπίας που μπορεί να τους απογειώσει πάνω από βουνά και λίμνες, πάνω από δέντρα και πλαγιές και να τους κάνει να νοιώσουν σύγχρονοι ΄Ικαροι και ας καούν.

Dury Dava - Dury Dava

Dury Dava «Dury Dava» (Μάιος 2019, Inner Ear)

Το «Σατανα» των Dury Dava:

Δεν υπάρχει τίποτα αστικό στους Dury Dava -καλό είναι αυτό- δεν υπάρχει η νεύρωση του «ανήκειν» σε κάτι, κανένα FOMO τριγύρω. Υπάρχει μόνο μια εκλεκτική ανάγκη τους να μεγαλουργήσουν με υλικά που πλέον δεν προτιμούνται από τη σύγχρονη σκηνή ως ασύμφορα. Υπάρχουν στιγμές τρομερής φιλοδοξίας μέσα στο υλικό τους όπως το “Σατανα” ή το “34522” ή άλλες στιγμές που εμπνέονται από το νεοϋορκέζικο underground (όπως η «Αταξία») που δείχνουν ότι δεν μπορεί να γλυτώσει κανείς εύκολα με τους Dury Dava, ή να τους απαξιώσει ως στείρους αναβιωτές. Από την άλλη, ο πρόθυμος ακροατής τους, αυτός που ελεύθερος από στιλιστικούς περιορισμούς, θέλει να τους παρακολουθήσει, δύσκολα θα μπορέσει να πλοηγηθεί στα πυκνά σχήματά τους – υπάρχουν κομμάτια εδώ που μοιάζουν με παρατεταμένους, ατελείωτους προλόγους – εισαγωγές σε κάτι που δεν έρχεται ποτέ παρά τις υποσχέσεις του- δύσκολα θα μπορέσει να συγκολλήσει μόνος του τα θραύσματα της αφηγηματικής παραφροσύνης τους (το μεσογειοπρεπές «Ταρλαμπασι» ας πούμε ξεκινάει και δεν φτάνει πουθενά, δεν κορυφώνεται ούτε αλλάζει τη μονότονη, διαβαράρικη ρότα του). Τι λείπει δηλαδή; Το αγκιστράκι, το hook που θα μπορούσε να συνδέσει τα έξαλλα, αφρισμένα ηχητικά μονοπάτια τους που διαπλέκονται μεταξύ τους, σε δαιδαλώδη σταυροδρόμια. Από τη μία η παλιομοδίτικη οργανική παράδοση και από την άλλη ένας κάπως αυταρχικός ευρωπαϊκός αυτοσχεδιασμός ελεύθερης φόρμας. Στη μέση του σταυροδρομιού δικαιολογείσαι να ξύσεις το κεφάλι σου με απορία.
★★★★★★✪☆☆☆

Άκου και αυτά:
Can “Tago Mago
Captain Beefheart And His Magic Band “Mirror Man
Grateful Dead “Workingman’s Dead
Sigur Rós “( )
Tom Waits “Mule Variations

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: