All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for Φεβρουαρίου 2019

O Χειμώνας Σκοτώνει

Posted by gone4sure στο 24 Φεβρουαρίου 2019

Το «Winter Kills» είναι τα κρύα πλήκτρα του πιάνου και η μετα-τραυματική φωνή  που ακούγεται ψύχραιμη γιατί δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει.

Yazoo 2

Yazoo: ένα ντουέτο με μηδενική χημεία μεταξύ των μελών του

Όταν o Vince Clarke έφυγε από τους Depeche Mode μετά το ντεμπούτο τους album «Speak And Spell» και απάντησε στην αγγελία της Alison Moyet στο Melody Maker, ήξερε ότι δεν τον πολυενδιαφέρει το «rootsy blues» υλικό, το οποίο ανέφερε η Alison. Ήξερε επίσης από πριν ποια είναι η Alison Moyet – ένα κορίτσι από το Basildon του Essex όπου έμεναν και οι δύο, που τραγουδούσε σκληρό pub rock και τραχύ rhythm ‘n’ blues σε μετεφηβικές μπάντες όπως οι Vandals και οι Screamin’ Ab Dabs. Ο Vince Clark ήθελε απλά κάποια τραγουδίστρια για να ερμηνεύσει καλά το «Only You«, το μοναδικό τραγούδι που είχε γράψει. Δεν σκόπευε να φτιάξει μια μόνιμη μπάντα μαζί της, ήθελε απλά να αποδείξει στον Daniel Miller της Mute ότι υπάρχει ζωή μετά τους Depeche Mode και επίσης να αποδείξει στην προηγούμενη μπάντα του ότι δεν τέλειωσε ο κόσμος του με την αποχώρησή του. Αντίστοιχα, η Alison δέχτηκε την ευκαιριακή συνεργασία γιατί ήθελε να έχει στα χέρια της ένα επαγγελματικό δοκιμαστικό για να δίνει σε πιθανούς συνεργάτες και μπάντες, να «δειγματίζει» τη φωνή της. «To punk είχε κάνει τον κύκλο του κι είχε αρχίσει να γίνεται αποδεκτό από το Top Of The Pops» είπε στον Nick Lowrey του Quietus, τον Μάϊο του 2011. «Είχαν αρχίσει οι διχοτομήσεις στην punk σκηνή, στους νεορομαντικούς και τους pub rockers -τη σκηνή του new wave, δηλαδή- μουσικοί σαν τον Elvis Costello και τον Ian Dury που μου άρεσαν περισσότερο. Αυτό που δε μου άρεσε στους νεορομαντικούς ήταν ότι όσοι punks ακολούθησαν αυτό το δρόμο είχαν εγκαταλείψει όλες τις αξίες τους οι οποίες δεν είχαν να κάνουν με την οικονομική επιφάνεια. Επίσης ήταν πολύ ωραιοποιημένοι για μένα ενώ η pub rock σκηνή στο Canvey Island (Dr. Feelgood, Wilko Johnson) μου φαίνονταν μια πιο φυσική εξέλιξη για το πού πήγαινα μουσικά. Κατέληξα λοιπόν στην rhythm ‘n blues σκηνή στο Νοτιοανατολικό Λονδίνο, σε αντίθεση με την κατεύθυνση των Depeche Mode που ήταν οι νεορομαντικοί.»

Η χημεία ανάμεσα στον Vince και την Alison, στον ενάμισυ χρόνο που έμειναν μαζί ως ντουέτο δεν υπήρξε ποτέ: δεν υπήρξε βαθύτερη γνωριμία μεταξύ τους, δεν ανέπτυξαν την επαγγελματική σχέση τους σε ένα άλλο επίπεδο. Ήταν μια καθαρή συνεργασία αμοιβαίων συμφερόντων που φάνηκε μετά το «Only You» να πηγαίνει ρολόι μεταξύ τους, οπότε έμειναν για δύο albums μαζί όχι επειδή ένιωθαν το δέσιμο μεταξύ τους αλλά επειδή δεν είχε λόγο κανείς από τους δύο να αποχωρήσει από κάτι πετυχημένο. Η συνεργασία τους μουσικά απόδωσε αλλά δεν υπήρχε το συνδετικό υλικό μεταξύ τους. Το Μάιο του 2011 η Alison μιλώντας στον Nick Lowrey του Quietus δήλωσε ότι με τον Vince «Είχαμε αυτή την πολύ περίεργη σχέση στην οποία αυτός μού έφερνε ένα τραγούδι του ή του πήγαινα εγώ ένα τραγούδι μου και έκανε ό,τι έκανε χωρίς να με ρωτήσει τίποτα και γω έκανα ό,τι έκανα χωρίς να τον ρωτήσω τίποτα… δεν υπήρχε συζήτηση. Έγραφα ένα τραγούδι και αυτός το ενορχήστρωνε στο μεγαλύτερο μέρος του, μετά το τραγουδούσα ή μού έπαιζε στην κιθάρα ένα τραγούδι και γω έπαιζα με τη μελωδία ή δεν έκανα τίποτα άλλες φορές, πρόσθετα τα φωνητικά μέρη και έκανα ό,τι ήθελα. Δεν κουβεντιάζαμε αν κάποιο τραγούδι είναι χορευτικό ή πιο τρυφερό, τραγουδούσα όπως πίστευα ότι του ταιριάζει.«

Alison Moyet

Alison Moyet: στα μετεφηβικά χρόνια της δεν ήταν το σύνηθες pin up κορίτσι από τα pop charts. Άκουγε Dr. Feelgood και τραγουδούσε σκληρό rhythm ‘n’ blues.

Ωστόσο, το «Upstairs At Eric’s» το ντεμπούτο τους έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά synth pop albums της εποχής του, ίσως ακριβώς επειδή δημιουργήθηκε με τόσο συγκρουόμενα υλικά – από τη μία η ανάγκη του Vince να εκφράσει λακωνικές ιδέες με bleeps των πλήκτρων του και μερικά απαράμιλλα «αγκιστράκια» που συνιστούν την πεμπτουσία της pop και από την άλλη η ανάγκη της Alison να εκφραστεί μέσα από την post punk πλευρά που πατούσε στο pub rock και στο rhythm ‘n’ blues. Το πώς ενώθηκαν οι Kraftwerk με τους Dr. Feelgood μέσα στο ίδιο album είναι το αξιοθαύμαστο που κάνει το «Upstairs At Eric’s» δραματικό και ακαταμάχητο. Ο διάκοσμος του δίσκου ήταν πλήρως ηλεκτρονικός και η φωνή στεντόρεια, συναισθηματική και soulful. μια φωνή που ζυμώθηκε στην σκληρή punk σκηνή και όχι στα σαλόνια. Η Alison δεν ήθελε να είναι μέρος της pop σκηνής. Είχε μάθει να τραγουδάει αντρικά rhythm ‘n blues. «Δεν ήταν το είδος του blues τραγουδιού όπως το εννοεί σήμερα ο κόσμος. Ήταν πολύ πιο βρώμικο απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Μιλούσαν για μένα σαν να είμαι jazz blues τραγουδίστρια και αυτό ακούγεται με έναν πολύ πιο «εκπαιδευμένο» αέρα σχετικά με αυτό που πραγματικά ήταν. Ήταν ουσιαστικά πολύ θορυβώδες: thrashy punk blues rock. Η ερμηνεία μου βασιζόταν περισσότερο σε αντρικές ερμηνείες παρά σε κομψές γυναικείες ερμηνείες και αυτό ήταν που ήθελε ο Vince να κάνω στους Yazoo. Αν άκουγες πώς μου έπαιξε ο Vince το «Don’t Go» την πρώτη φορά, είχε μια πολύ απλή μελωδία, σαν το «Just Can’t Get Enough«. Οι αλλαγές στη μελωδία που ακούς στην ηχογραφημένη εκδοχή του τραγουδιού είναι από αυτά που είχα φέρει εγώ από την δική μου αίσθηση τού πώς είναι τα rhythm ‘n blues.«

Vince Clarke

Vince Clarke: λάτρης της απλής pop ιδέας και των synthesizers. Όχι ο πιο επικοινωνιακός άνθρωπος της show biz.

Ο Vince Clarke τον Αύγουστο του 2012 μιλώντας στον John Freeman του Quietus χαρακτήρισε ως αφέλεια τον τρόπο που εκείνα τα τραγούδια του «Upstairs At Eric’s» ηχογραφήθηκαν στα Blackwing Studios του Eric Radcliffe τις πολύ πρωινές ώρες, αφού την ίδια εποχή στο στούντιο ηχογραφούνταν το τρίτο album του Fad Gadget, «Under The Flag«. «Η συνθετική ικανότητά μου γινόταν καλύτερη με το χρόνο, αλλά δεν έγραφα τραγούδια συγκεκριμένα για τη φωνή της Alison, απλά έγραφα αυτά που εκείνη την περίοδο θεωρούσα ότι ήταν καλά να γράψω. Ήξερα ότι και η Alison είχε επίσης κάποιες ιδέες για τραγούδια – παίζει πιάνο καλύτερα από μένα – και βρισκόμασταν κι έβγαινε στην πραγματικότητα μια σαλάτα. Δεν υπήρχε κεντρική ιδέα ή ένα θέμα που διατρέχει όλο το album. Απλά πειραματιζόμασταν στο στούντιο. Ένα μέρος της γοητείας του album είναι η αφέλειά του. Δεν ήξερα πραγματικά τι έκανα στο στούντιο και η Alison δεν είχε πολύ μεγάλη εμπειρία σε στούντιο, οπότε όλα μας φαίνονταν καινούργια. Φτιάχναμε έναν ήχο και μας φαινόταν σπουδαίος οπότε δεν μπαίναμε στον κόπο να φτιάξουμε κι άλλους. Δεν ήμασταν σε διαρκή διαδικασία βελτίωσης του ήχου ή επιμονής στην παραγωγή επειδή όλα εκείνη την εποχή ήταν φρέσκα. Γι’ αυτό πολλά τραγούδια έχουν μόνο οκτώ ή εννιά στοιχεία.«

Yazoo - Upstairs At Eric's

Yazoo «Upstairs At Eric’s» (Αύγουστος 1982, Mute)

Το «Winter Kills» είναι από τα τραγούδια που έγραψε η Alison Moyet στο ντεμπούτο album των Yazoo. Έχει αυτή την παγωμένη ατμόσφαιρα και το θλιμένο σασπένς που συνάδει περισσότερο με το rhythm ‘n’ blues που ήθελε αρχικά να τραγουδήσει η Moyet πριν βρεθεί να τραγουδάει electro pop με τον Vince Clarke. To «Winter Kills» έχει να κάνει με το πώς ένα ζευγάρι τρώει τις σάρκες του. Και πώς σκοτώνει ο χειμώνας. Είναι η αποτυχία και η επίγευσή της. Είναι οι προσδοκίες που προδίδονται. Και η ανωριμότητα που δεν βοηθάει τις σχέσεις. Αφαιρετική και σκληρή όταν παρατηρεί, η Alison Moyet φτάνει το μαχαίρι της στο κόκκαλο και «χαρακώνει αναζητώντας την αδύνατη φλέβα».

Το «Winter Kills» των Yazoo:

Άγουρος στην αγάπη σου
Τις λαμπερές μέρες κατεβάζεις τέντα
Με πέρασες για αγενή όταν σου θύμισα
Πώς σκοτώνει ο χειμώνας

Χαμένος σε όνειρα μες στη μέρα
Οδήγησες πολύ γρήγορα και δεν έφτασες πουθενά
Ταξίδεψες με μισό εισιτήριο όταν τρόμαξες πολύ
Πώς σκοτώνει ο χειμώνας

 Με χαρακώνεις, αναζητάς πιο αδύναμες φλέβες

Πόνος στα μάτια σου
Με κάνει σκληρή, με κάνει κακιά
Τα δάκρυα είναι απολαυστικά
Καλοσωρίζουν το σούρουπο

 Σε χαρακώνω, αναζητώ πιο αδύναμες φλέβες

Toν Ιούνιο του 2013 η Alison μιλώντας στον Chi Ming Lai του Electronically Yours, είπε ότι τα αγαπημένα της τραγούδια από τον μικρό κατάλογο των Yazoo είναι το «Ode To Boy» και το «Winter Kills» «προφανώς επειδή ήταν τραγούδια που έγραψα μόνη μου και οι ενορχηστρώσεις δεν τα απομάκρυναν από αυτό που είχα γράψει. Ήταν ακέραια. Για να είμαι δίκαιη, όλα τα τραγούδια που γράψαμε είναι ακέραια αλλά έχω μεγαλύτερους δεσμούς με αυτά τα δύο ως καλλιτέχνιδα παρά με κάποια άλλα που έγραψα τα οποία είναι μόνο της εποχής τους.«

Αντίθετα, αγαπημένα τραγούδια του Vince Clarke, όπως δήλωσε στον John Freeman του Quietus τον Αύγουστο του 2010 είναι «το «Only You» ίσως επειδή είναι το πρώτο τραγούδι που γράφτηκε και θυμάμαι να συλλαμβάνεται πολύ εύκολα. Εκτός από αυτό, είναι και το «Midnight» που έγραψε η Alison. Το είχε ήδη έτοιμο και πίστευα ότι ήταν πραγματική πρόκληση να το ενορχηστρώσω και να γράψω μουσική γι’ αυτό. Δεν το εκτιμούσα εκείνη την εποχή και σίγουρα δεν εκτιμούσα τη φωνητική ερμηνεία της σ’ αυτό. Σήμερα το εκτιμώ.»

Yazoo - Reconnected EP

Yazoo «Reconnected EP» (Μάιος 2008, Mute)

Στις 26 Μαϊου 2008 οι Yazoo αποφάσισαν να κάνουν μια μίνι περιοδεία μαζί για να παίξουν ζωντανά και το «You And Me Both» το δεύτερο album τους που δεν το είχαν ανεβάσει ποτέ σε συναυλίες. Μετά το album της «Voice» το 2007 η Alison έστειλε ένα e-mail στον Vince και αυτό ήταν. Οι συναυλίες έγιναν σε Ευρώπη κι Αμερική και κυκλοφόρησε και ένα live album από τις εμφανίσεις τους, το εύλογα τιτλοφορημένο «Reconnected Live«. Με τον ίδιο τίτλο, «Reconnected EP» είχε κυκλοφορήσει στις 9 Ιουνίου 2008, με τέσσερα τραγούδια τους ρεμιξαρισμένα από άλλους καλλιτέχνες, δύο από τα οποία ήταν -καθόλου τυχαία- τα αγαπημένα της Alison: το «Ode To Boy» και το «Winter Kills«. Το δεύτερο στο remix των Electronic Periodic που ονομάστηκε Sub Piano Mix.

Το «Winter Kills (Electronic Periodic’s Sub/Piano Remix)» των Yazoo:

Τον Οκτώβριο του 2010, ο Vince Clarke δήλωσε στον Dan MacIntosh του Songfacts ότι δεν μετάνιωσε για τη διάλυση των Yazoo: «Το πρόβλημα με τους Yazoo ήταν ότι δεν είχαμε ποτέ τις βάσεις μεταξύ μας για μια σχέση. Κάναμε ένα single και η δισκογραφική μας είπε «γιατί δεν κάνετε κι ένα album;» Κι έτσι κάναμε κι ένα album και μετά άλλο ένα. Δεν υπήρχε βάση ή ιστορία στην μπάντα. Κάπως διαλυθήκαμε και δεν μετανιώνω γι’ αυτό. Ήταν στενάχωρο αλλά δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί χωρίς ίσως να πνίξουμε ο ένας τον άλλο.» Κατά τη διάρκεια της μικρής επανένωσής τους για τη μικρή περιοδεία των Yazoo, ο Vince μίλησε στην Kate Burt του Independent, τον Ιούνιο του 2008: «Ποτέ δεν είχαμε πραγματικά γνωριστεί μεταξύ μας. Δεν ήμασταν φίλοι. Υπήρχε ένταση ναι. Νομίζω ότι με τρόμαζε η Alison. Είχε μια μεγάλη προσωπικότητα, τραγουδούσε δυνατά, εγώ ήμουνα πιο χαμηλότονος. Το γεγονός ότι ποτέ δε μιλούσαμε, δεν βγαίναμε έξω μαζί, σήμαινε ότι όταν παρουσιάζονταν προβλήματα δεν ξέραμε πώς να επικοινωνήσουμε και να τα λύσουμε. Ακούγεται περίεργο αλλά δουλεύαμε συνέχεια. Εμένα μου άρεσε πολύ να βρίσκομαι στο στούντιο οπότε η ιδέα να βγω έξω για ένα ποτό μου φαινόταν σαν χάσιμο χρόνου. Έγινα καλός στα synthesizers αλλά χάλια στο να μιλάω. Επιπλέον ήμασταν μόνο 21. Μας οδήγησε στην παράνοια.«

Yazoo

Οι Yazoo το 2008

Μετά το δεύτερο album τους το 1983 «You And Me Both«, φτιαγμένο με πολύ ένταση, ψυχρότητα και ασυνενοησία, ο Vince Clarke ανακοίνωσε στην Alison Moyet ότι «απλά δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο«. Μια από τις αφορμές στάθηκε το «Happy People» ένα κομμάτι του δεύτερου album που μισούσε η Alison και αρνήθηκε να το τραγουδήσει κι έτσι έγινε το μόνο που τραγούδησε ο Vince Clarke στους Yazoo. Η Alison έχτισε μια προσωπική καριέρα με διαρκή και κυκλοθυμική πορεία -από το συμβατικό στο υπέροχο και από το lounge jazzy στο ηλεκτρονικό- και ο Vince Clarke πριν καταλήξει στους Erasure μαζί με τον Andy Bell, το 1986, κυκλοφόρησε δύο ακόμα singles, ένα ως Assembly μαζί με τον Eric Radcliffe και καλεσμένο τραγουδιστή τον Feargal Sharkey το 1983 («Never Never«) και ένα μαζί με τον Paul Quinn το 1985 («One Day«).


The Dust Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

The Dust Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust Grain Four: Crosby, Stills, Nash & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Seventeen: Propaganda «Dream Within A Dream»

The Dust Grain Eighteen: Robert Wyatt «Shipbuilding»

The Dust Grain Nineteen: Talking Heads «Listening Wind»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , | 3 Σχόλια »

Sediment Bruise «In Between»

Posted by gone4sure στο 16 Φεβρουαρίου 2019

Οι Sediment Bruise από τη Θεσσαλονίκη φτάνοντας μετά από είκοσι χρόνια παρουσίας, στο  τρίτο album τους που κυκλοφορεί από την Ikaros Records, βρίσκονται σε ένα τόπο μεταξύ progressive rock κινηματογραφικής δυστοπίας και ενός πολυδαίδαλου έντεχνου alt.rock που εμπνέεται περισσότερο από σκιές. Οι Βαγγέλης Μουδούρης (φωνητικά), Μιχαήλ-Άγγελος Νικολαΐδης (πλήκτρα, φωνητικά), Νίκος Νικολαΐδης (κιθάρα), Παναγιώτης Γιαννούδης (μπάσο), Γιώργος Μούκος (τύμπανα) και Σωτήρης Φωτεινήτσογλου (βιολί) επιλέγουν έναν δύσκολο δρόμο για να παίξουν τη μουσική τους, ανηφορικό και συχνά δύσβατο. Το album τους «In Between» ακούγεται στριφνό, συχνά αντικοινωνικό, με γκριζαρισμένες πόρτες που ορθώνονται μπροστά στον ακροατή σαν επιβλητικά, γοτθικά φόβητρα. Ωστόσο αν καταφέρει να εισέλθει κανείς, ενδεχομένως να ανακαλύψει ενδιαφέροντα ευρήματα στα χορταριασμένα παρτέρια του κήπου τους.

Sediment-Bruise-photo

Το βασικό στοιχείο του «In Between«, αυτό που του προσδίδει την ταυτότητα και ίσως τις αδυναμίες του, είναι το δράμα που εκτυλίσσεται ανάμεσα στην πάλη για το περιεχόμενο (η θεματολογία τους, η ανάγκη έκφρασης των νοημάτων τους) και την ατμόσφαιρα (περίπλοκη και στυλιζαρισμένη, σκιασμένη, με υφέσεις και εκρήξεις). Το περιεχόμενο πολεμάει την ατμόσφαιρα σε μία μάταιη μάχη από την οποία μόνο το δραματικό στοιχείο τους δεν βγαίνει κερδισμένο, αυτό το πολυπόθητο δράμα στο οποίο εναποθέτουν όλη την ενέργειά τους, όλη την δύναμη του πυρήνα τους ως μπάντα. Μοιάζουν οι Sediment Bruise να μην έχουν αποφασίσει αν επιθυμούν περισσότερο να εντυπωσιάσουν ή να συγκινήσουν. Συχνά μετεωρίζονται ανάμεσα στην εντύπωση και στη συγκίνηση και οι απολαβές τους από τον κάθε στόχο μοιάζουν λιγότερες από τις προσδοκώμενες. Ακόμα συχνότερα ακροβατούν ανάμεσα στο prog rock και το post rock.

Οι Sediment Bruise γράφουν φιλότιμα, αλλά όχι πάντα στέρεα τραγούδια εμπνέονται κυρίως από τα ανεξάρτητα 90s (ακούς και τους dEUS και τους Puressence στον ήχο τους και στις αναπτύξεις τους ίσως και τους Sigur Ros) αλλά πολύ συχνά, ασύνειδα καταλήγουν να παραπέμπουν σε φιλόδοξα σχήματα όπως οι Marillion στρώνοντας πιο καθαρά τις ηχητικές παραπομπές τους στο prog. Οι συνθέσεις τους στο «In Between» παίρνουν την αμπάριζά τους από τη θεματική που προκύπτει από την κεντρική ιδέα του «ενδιάμεσου χρόνου», των διαστημάτων ανάμεσα σε διαφορετικές καταστάσεις, τη μετάβαση. Εγκλωβισμένοι στο «ανάμεσα», οι Sediment Bruise (ένα όνομα που σημαίνει το ίχνος ενός τραύματος σε έναν οργανισμό) καταδεικνύουν τους ισχυρούς μουσικούς δεσμούς μεταξύ τους, παίζουν δεμένα και αφοσιωμένα ως σύνολο και εξασφαλίζουν τη μαγιά τους για να «βγουν» ως μία ακέραιη μπάντα. Συνήθως όμως οι αδυναμίες τους στις συνθέσεις τούς κρατούν προσγειωμένους στο έδαφος.

Sediment Bruise -The In Between

Το «Shore» των Sediment Bruise:

Και η παραγωγή; Εδώ ο Clive Martin, αυτός ο τύπος που επιμελήθηκε θριάμβους στα 90s (Hunters And Collectors, Strangelove, Echobelly, Reef, Puressence και μια μεραρχία ακόμα από περήφανους brit rockers κυρίως) φαίνεται να τους βάζει στον αυτόματο πιλότο της εμπειρίας του από την παραγωγή του σε ελληνικά σύνολα, αφού από το 2007 περίπου έχει αναλάβει μια ποικλία ηχογραφήσεων από Fuzzy Nerds, Raining Pleasure, Rosebleed, Theodore, Vassilikos κ.λπ.. Η παραγωγή του είναι θαμπή και σε στιγμές φλερτάρει με το μπανάλ όπως στο υπερστυλιζαρισμένο «State Of Mind» για παράδειγμα, ενώ σε άλλες, όπως στο «Shore«, οι Sediment Bruise ακούγονται πιο ισχυροί από τη μεταχείριση που τους επιφυλάσσεται, στο «No Bonds Between Us» αφήνονται να πλεύσουν όπου τους οδηγεί ο γοτθισμός τους ή στο «Deliquency» κάνουν δειλά βήματα προς τα γκρουπάκια με τις καμπανιστές κιθάρες του C86. Παντού όμως, το «In Between» πάσχει από ένα έξυπνο, τραγανό editing και μία έλλειψη αυστηρής λακωνικότητας που θα το έκανε πιο νευρώδες και ζωντανό, λείπει μια σκληρή πειθαρχία που θα έφερνε στην επιφάνεια το εκφραστικό mojo της μπάντας.

★★★★★☆☆☆☆☆

Ακούστε και αυτά:

Marillion «Fugazi»
Magazine «The Correct Use Of Soap»
Puressence «Puressence»
dEUS «The Ideal Crash»
Wolfgang Press «The Burden Of Mules«

Posted in Music, Reviews | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ο αέρας που αφουγκράζεται

Posted by gone4sure στο 10 Φεβρουαρίου 2019

To «Listening Wind» είναι η συντριπτική μελοποίηση της οργής στην ψυχή ενός ανθρώπου που βλέπει τον τόπο του να εξαφανίζεται. Σε μια εποχή που οι ξεριζωμοί ανακατατάσσουν παγκόσμια πληθυσμούς και κουλτούρες, η επικοινωνία του Mojique με τον «αέρα στην καρδιά του» αποκτάει ένα καινούργιο νόημα.

Talking Heads - 1980

Talking Heads το 1980: από αριστερά, David Byrne, Jerry Harrison, Chris Frantz, Tina Weymouth

Μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας συναυλίας της οκτάμηνης περιοδείας τους το 1979 για το «Fear Of Music«, με το South Bank Show για την τηλεόραση του BBC στο Λονδίνο, οι Talking Heads ήταν μια εξαντλημένη μπάντα. Οι σχέσεις μεταξύ τους είχαν φτάσει σε ένα ακραίο σημείο και η έκθεσή τους πάνω στη σκηνή με οκτάμηνες περιοδείες κάθε χρόνο την τελευταία τετραετία τους είχε φέρει στα πρόθυρα της καταστροφής κάθε ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ τους. Το πρώτο εξάμηνο το 1980 λοιπόν αποφάσισαν να μην ασχοληθούν καθόλου με τη μπάντα και ο καθένας τους να κάνει ό,τι θέλει. Οι Chris Frantz και Tina Weymouth πήγαν στην Καραϊβική για να βρουν τον Sly Dunbar και τον Robbie Shakespeare, να παρακολουθήσουν βουντού τελετές για να μυηθούν στην αϊτινή κουλτούρα και να δοκιμάσουν τα τοπικά κρουστά όργανα. Ο Jerry Harrison πήγε στη Philadelphia και άρχισε να παίζει με άλλες μπάντες: τους Escalators από τη Νέα Υόρκη και τους Double από τον Καναδά. Όταν γύρισε στη Νέα Υόρκη έκανε παραγωγή σε κάποια δοκιμαστικά της Nona Hendryx και μπήκε στη σκηνή του προχωρημένου αστικού funk της πόλης. Στο μεταξύ ο David Byrne πήγε στο Los Angeles για να βρει τον Brian Eno και να συνεχίσουν ουσιαστικά αυτό που είχαν ξεκινήσει να κάνουν με τα «I Zimbra» και «Life During Wartime» στο album «Fear Of Music«: να εξερευνούν την αφρικανική μουσική, ξεκινώντας να ηχογραφούν το ιστορικό πλέον «My Life In The Bush Of Ghosts» χρησιμοποιώντας αποσπάσματα φωνητικών από το ραδιόφωνο πάνω σε ρυθμικές βάσεις που έρχονταν κατευθείαν από την Αφρική.

African Rhythm And African Sensibility

Το βιβλίο που επηρρέασε την afro beat αντίληψη του David Byrne: «African Rhythm And African Sensibility» του John Miller Chernoff

Ο David Byrne υποφέροντας από δυστοκία έμπνευσης αφού είχε «καεί» μέσα στην προηγούμενη τετραετία, αναζήτησε διεξόδους να την καταπολεμήσει. Είχε ήδη εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την πολυρυθμική μουσική και την αφρικανική αντίληψη του ήχου: είχε αρθρογραφήσει στο High Times αμέσως μετά την κυκλοφορία του «More Songs About Buildings And Food» σχετικά με την μουσική ανθρωπολογία και στο «Fear Of Music» ήταν έκδηλη η κατεύθυνση των Talking Heads προς το afro funk. Επιπλέον, δύο βιβλία στάθηκαν αφορμές για τον Byrne να συντονιστεί στο afro beat: το «Role Of The Artist In Primitive Society» και το «African Rhythm And African Sensibility» του John Miller Chernoff. Οι Talking Heads μετατρέπονταν σε ένα πολυρυθμικό όχημα για την λευκή Δύση, με τον ίδιο τρόπο που ο George Clinton έπαιζαν για την μαύρη αφρικανική κοινότητα της Αμερικής επί τόσα χρόνια. Σε μια συνέντευξή του στο New Musical Express στον Paul Rambali, στις 8 Νοεμβρίου 1980, είπε: «Τις στιγμές που το συγκρότημα πραγματικά λειτουργεί, η υποβόσκουσα ευαισθησία του είναι πολύ διαφορετική από ό,τι ήταν πριν, μια πραγματικά ριζική αλλαγή. Αυτή η μουσική όταν παίζεται σωστά, έχει ένα μεταμορφωτικό αίσθημα, σαν νιρβάνα κατά ένα τρόπο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην παραδοσιακή αφρικανική μουσική και στις άλλες μουσικές του τρίτου κόσμου. Είναι κάτι που δεν αποζητάται στο μεγαλύτερο μέρος της pop μουσικής. Εμείς σκοπεύουμε σε κάτι διαφορετικό, αν και κάποια από τα στοιχεία παραμένουν ίδια. Όταν λειτουργεί, νοιώθεις: ξέχνα τον εαυτό σου και γίνε μέρος της κοινότητας. Είναι υπέροχο και δεν συμβαίνει κάθε βράδυ.»

Τον Ιούλιο του 1980 άρχισαν να ηχογραφούν στα Compass Point Studios με ένα γενικό τίτλο για τις νέες ηχογραφήσεις τους «Melody Attack«, που δανείστηκαν από μια γιαπωνέζικη εκπομπή. οδηγός τους για την ατμόσφαιρα των ηχογραφήσεων ήταν το album «Afrodisiac» του Fela Kuti, ένας εκπληκτικός δίσκος νιγηριανού afro beat από το 1973. Σε μια διαδικασία που ο Eno χαρακτήρισε ως «ανθρώπινα samplers», ξεκίνησαν να γράφουν ενστικτωδώς χωρίς «αποσκευές» στο κεφάλι τους και να ακολουθούν κρουστές γραμμές και ήχους που συναρμολογούσαν από το μηδέν. Σύντομα ο παραγωγός Rhett Davies που αρχικά ήταν να είναι αυτός που θα δίνει τον τόνο της παραγωγής, εγκατέλειψε αφού δεν μπορούσε να ακολουθήσει τη λογική του Eno και τη θέση του πήρε ο Steven Stanley, γνωστός για τη δουλειά του στο Compass Point (Bob Marley κ.λπ.) Η δουλειά της σύνθεσης ανάμεσα στον David Byrne και τον Brian Eno δημιούργησε απίστευτη ένταση ανάμεσα στα μέλη του συγκροτήματος. Οι δύο σπουδαίοι μουσικοί συντονισμένοι σε ένα δικό τους μήκος κύματος, έχτιζαν τα τραγούδια στο στούντιο και συχνά οι υπόλοιποι έμεναν απ’ έξω από αυτή την τεταμένη διαδικασία. Υπήρχε ένα είδος δημιουργικού έρωτα ανάμεσα στον Byrne και στον Eno που άφηνε απ’ έξω τους υπόλοιπους οι οποίοι επίσης ένιωθαν ότι διέθεταν και αυτοί την έλξη στην πολυρυθμική αντίληψη της αφρικανικής μουσικής. Στην ίδια συνέντευξη στον Paul Rambali του New Musical Express, η Tina Weymouth είπε: «Όταν συζητούσαμε για το δίσκο, ο Brian ήθελε να μας πει ότι ήταν δικός του δίσκος, ο David έλεγε ότι ήταν δικός του δίσκος. Και οι δύο ένοιωθαν ότι ήταν το σπουδαιότερο εγχείρημα στις ζωές τους. Εμείς λέγαμε όχι, και εμείς είχαμε τις ίδιες ιδέες αλλά ο Jerry είπε όχι δεν είχαμε όλοι την ίδια ιδέα. Όλοι μας είχαμε διαφορετικές ιδέες για το τι έπρεπε να κάνουμε. Ήταν οι συλλογικές επιρροές μας που δημιούργησαν το αποτέλεσμα. Κανένας δεν έπρεπε να ισχυριστεί ότι ήταν αποκλειστικά δικό του. Σίγουρα ακούγαμε αφρικανικούς δίσκους πολύ πριν ξεκινήσουν να ακούνε τέτοιους, ο David και ο Brian, αφού εγώ και ο Chris είμαστε εστιασμένοι στο ρυθμό και είναι σπουδαίος αυτός ο ρυθμός. Τους επιστήσαμε την προσοχή σε αυτό. Είχαμε ήδη φτιάξει αυτό το τραγούδι, το «I Zimbra» κι ένοιωσα σιγουριά όταν το κάναμε. Μάλιστα είχαμε φτιάξει δύο τέτοια τραγούδια, αλλά το δεύτερο, το «Dub» δεν μπήκε στο δίσκο. Ήμουν σίγουρη ότι αυτή θα ήταν η κατεύθυνση του επόμενου δίσκου.»

David Byrne & Brian Eno

David Byrne και Brian Eno: δύο δημιουργικές ιδιοφυίες σε συνεργασία

Ο Brian Eno το 1979 είχε κάνει μια διάλεξη κατά τη διάρκεια του New Music America Festival στο πλαίσιο του New Music New York με τίτλο «Το Studio Ως Εργαλείο Σύνθεσης» στο οποίο υποστήριζε ότι το στούντιο ηχογράφησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σκηνή συναυλίας όπου οι μουσικοί πάνω στον αυτοσχεδιασμό, συλλαμβάνουν ενστικτωδώς σε παρόντα χρόνο μουσικά στοιχεία που συντονίζονται με τις γραμμές των υπόλοιπων παράγοντας αυθόρμητες μουσικές συνθέσεις. Η διαδικασία είχε τιμηθεί στα 60s από τη δουλειά των Beach Boys (στο «Pet Sounds«) και των Beatles (στο «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band«). Στη δουλειά του με τον Byrne για το «My Life In The Bush Of Ghosts» υπάρχουν φυσικά τα πρώτα στοιχεία που αναδείχθηκαν μεγαλοπρεπώς στο «Remain In Light«. Στο «Help Me Somebody» για παράδειγμα από το δίσκο της συνεργασίας τους ακούγεται ένα φλογερό θρησκευτικό κήρυγμα από έναν πάστορα που σαφέστατα επηρρέασε τον David Byrne στις ερμηνείες του στο «Remain In Light«.  Ο Eno δήλωσε ότι όπως και ο Holger Czukay των Can στο album «Movies«, έτσι και αυτός επηρρεάστηκε από τον Karlheinz Stockhausen και τον Steve Reich, ο οποίος είχε ηχογραφήσει δίσκους στα 60s με «έτοιμα» φωνητικά αποσπάσματα, τα «Come Out» και «It’s Gonna Rain» που δεν περιείχαν καθόλου όργανα, μόνο φωνητικά αποσπάσματα.

Στην ίδια συνέντευξη στο New Musical Express, η Tina Weymouth συνέχιζε: «Επιπλέον, ο Eno πάντα έλεγε ότι ήθελε να μπαίνει στο στούντιο μαζί μας χωρίς να υπάρχει έτοιμο υλικό από πριν, έτσι ώστε να μάθουμε τον τρόπο που φτιάχνει τα albums του, χτίζοντας απλά πράγματα το ένα μετά το άλλο. Δεν είναι στην πραγματικότητα καμία καινοτομία. Είναι απλά η παλιά ιδέα του αυτοσχεδιασμού, σε ένα τόνο, χωρίς αλλαγές στα ακκόρντα… κι έτσι όλοι έπαιζαν και όλοι έκαναν παραγωγή. Τα τραγούδια γράφτηκαν και από τους πέντε μας. Ο David δεν ερχόταν ποτέ με ολοκληρωμένο τραγούδι στα χέρια του. Ερχόταν με ένα riff ίσως, ή με τίποτα έτοιμο. Όλη η μπάντα το συνέθετε και μετά ο David έγραφε συγκλονιστικούς στίχους. Πραγματικά λατρεύω το πώς γράφει. Είναι τόσο καλός σε αυτό και είναι κάτι που δεν θα εγκαταλείψει όσο τραγουδάει τα τραγούδια, επειδή νοιώθει ότι μπορεί να τα τραγουδήσει με μεγαλύτερη πειστικότητα αν γνωρίζει τι λένε. Ο Eno μας δίδαξε να είμαστε χαλαροί στο στούντιο κάτι που πιστεύω ήταν από πάντα η πρόθεσή του. Ανακάλυψε ότι ήμασταν πολύ πρόθυμοι να πειραματιστούμε όσο και αυτός και ήταν πολύ ευχαριστημένος με αυτό… να δουλεύει με μια μπάντα που του επίτρεπε να επεμβαίνει στο τραγούδι του άλλου χωρίς αυτός που έγραψε κάτι να νοιώθει ότι είναι ανώτερος από τους άλλους.» Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώθηκαν στη Νέα Υόρκη, στο Sigma Sound Studio όπου ο Jerry Harrison είχε συνεργαστεί με την Nona Hendryx και είχε έρθει σε επαφή με μια σειρά μουσικών που θα ανανέωναν τον τετραμελή πυρήνα της μπάντας τελικά: τον Adrian Belew στην κιθάρα που τότε ηχογραφούσε με τον David Bowie στη Νέα Υόρκη, τον Busta Jones στο μπάσο που έπαιζε με τους Sharks και κατόπιν με τους Escalators και τους Double, τον Bernie Worrell από τους Funkadelic στα keyboards, τον Steven Scales στα κρουστά που έφερε στη μπάντα ο Bernie Worell, τον πνευστό Jon Hassell -τρομπέτα- που είχε συμμετάσχει και στους αυτοσχεδιασμούς του «My Life In The Bush Of Ghosts» και την Dolette McKay στα φωνητικά που τραγουδούσε και αυτή στους Escalators.

Remain In Light

Talking Heads «Remain In Light» (Οκτώβριος 1980, Sire)

Το «Remain In Light» ήταν ένας απίστευτος θρίαμβος. Ένα θαύμα σύνθεσης, παραγωγής και ατμόσφαιρας που έφτασε στο Νο.19 του album chart στο Billboard και στο No.21 στα βρετανικά charts, μπήκε στις λίστες με τα σημαντικότερα albums όλων των εποχών και το 2017 επιλέχθηκε να συμπεριληφθεί στο τμήμα με τους Εθνικούς Θησαυρούς της Αμερικής, τους δίσκους που είναι «πολιτισμικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντικοί για την απόδοση του τρόπου ζωής στην Αμερική». Από το δίσκο βγήκαν δύο singles, το ιστορικό «Once In A Lifetime» και το «Houses In Motion«, ενώ σιγά σιγά όλο το album κέρδισε την αποδοχή, από το φρενήρες funk «Crosseyed And Painless» και το «Great Curve» μέχρι το βαθύ, πυκνό «Born Under Punches» και το «Overload» που κλείνει μεγαλοπρεπώς το album.

Το πιο μυσταγωγικό τραγούδι όλων όμως, αυτό που ο Byrne δήλωσε ότι δεν έπαιζε στις live εμφανίσεις του συγκροτήματος, είναι το «Listening Wind«, ένα υποβλητικό αριστούργημα downtempo πολυρυθμίας, με αραβικά μουσικά στοιχεία, να περιπλέκονται στο υπόβαθρο, ενόσω ο David Byrne ερμηνεύει πάνω τους, την ιστορία του Mojique ενός από τους πρώτους ήρωες αυτοδικίας στην pop κουλτούρα που γίνεται βομβιστής για να εκδικηθεί την καταστροφή του χωριού του από τους λευκούς. H καταγωγή του Mojique δε γίνεται συγκεκριμένη, όπως και ο τόπος που διαδραματίζεται το δράμα του. Ίσως, όπως φανερώνει το όνομά του να είναι ιθαγενής ινδιάνος της Αμερικής, ή αφρικανός σε κάποια από τις χώρες που γεύτηκαν τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, ή ίσως να προέρχεται και από τη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα δίνει στο στοιχείο του αέρα τη μυστικιστική, σχεδόν παγανιστική ικανότητα να συνεργάζεται με το πνεύμα της φυλής του, να γίνεται αρωγός στην προσπάθειά του να αποτινάξει το δυνάστη από  το λαό του. Ο αέρας εμπνέει τον Mojique και ταυτόχρονα γίνεται ο κομιστής της είδησης της απελευθέρωσης του χωριού του από τους Αμερικανούς, αφού η ανάδευση του αέρα μπορεί να προέρχεται και από την έκρηξη του μηχανισμου του Mojique, που φέρνει τη σκόνη στο κεφάλι του. Αυτή την πνευματικότητα που με τόση μαεστρία απόδωσε κινηματογραφικά στο «Black Panther» ο Ryan Coogler, μετουσίωσαν οι Talking Heads σε τραγούδι τριάντα οκτώ χρόνια νωρίτερα.

To «Listening Wind» των Talking Heads:

Ο Mojique κοιτάζει το χωριό του από έναν κοντινό λόφο
Ο Mojique σκέφτεται τις μέρες πριν έρθουν οι Αμερικανοί
Βλέπει τους ξένους να αυξάνονται
Βλέπει τους ξένους σε εντυπωσιακά σπίτια
Σκέφτεται τις μέρες που μπορεί ακόμα να θυμάται… τώρα
Ο Mojique κρατάει ένα δέμα στα τρεμάμενα χέρια του
Ο Mojique στέλνει το δέμα στον Αμερικανό
Ξεγλυστράει απαλά σε δρόμους και σοκάκια
Νάτος ο αέρας που τους κάνει να τρέξουν να κρυφτούν
Νοιώθει ότι σίγουρα τώρα είναι η στιγμή ή ποτέ πια.

Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
(Έρχεται)
Να τους πάρει μακριά
Να τους πάρει μακριά

Ο Mojique αγοράζει εξοπλισμό από την αγορά
Ο Mojique φυτεύει μηχανισμούς στην ελεύθερη ζώνη της αγοράς
Νοιώθει ότι ο αέρας ανυψώνει τους ανθρώπους του
Καλεί τον αέρα να τον καθοδηγήσει στην αποστολή του
Ξέρει ότι ο φίλος του ο αέρας πάντα στέκεται κοντά
Ο Mojique μυρίζει τον αέρα που έρχεται από μακριά
Ο Mojique περιμένει τα νέα σε ένα ήσυχο μέρος
Νοιώθει την παρουσία του αέρα γύρω του
Νοιώθει τη δύναμη του παρελθόντος πίσω του
Έχει τη γνώση του αέρα για να τον καθοδηγεί

Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Η σκόνη στο κεφάλι μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
Ο αέρας στην καρδιά μου
(Έρχεται)
Να τους πάρει μακριά
Να τους πάρει μακριά

Δεν αποτελεί έκπληξη που ο David Byrne απέφευγε να ερμηνεύσει ζωντανά το «Listening Wind» αφού προκαλεί αμηχανία και μούδιασμα αυτή η αφήγηση, προοιωνίζοντας την τρομοκρατία που έφερε από τότε, πάρα πολλές φορές σε τόσο δύσκολη θέση τη Δύση. Ο Max Bell στην κριτική του για το album, στο New Musical Express, στις 25 Οκτωβρίου 1980 έγραψε για το «Listening Wind«: «Τα τραγούδια που κλείνουν το album, «Listening Wind» και «Overload» τα οποία αμφότερα νεύουν στο «Soon Over Babaluma» των Can, είναι ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες στιγμές σε μια βινυλιακή πλευρά μουσικής που απογυμνώνει τους πρωτόλειους χορευτικούς ρυθμούς του και τους επανατοποθετεί σε ένα όμορφο οπτικό και κινηματογραφικό πλαίσιο. Το «Listening Wind» ίσως είναι το πιο περίπλοκο τραγούδι που έχει γράψει ποτέ ο Byrne. Σίγουρα στέκεται ως το καθοριστικό σημείο σε ένα δίσκο αναμφισβήτητα μεταβατικό. Ο πρωταγωνιστής, ένας ευγενής ιθαγενής που επικοινωνεί με την αύρα του αέρα, φλέγεται από μια ενστικτώδη επιθυμία να ξεφορτωθεί τους κατακτητές από τον τόπο του, που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε μεταξύ της Kinshasa και της Phnom Penh. Ο τόνος του είναι αλλόκωτα αισιόδοξος και θλιμμένος ταυτόχρονα σημαίνοντας τον τερματισμό εκείνων των χαρακτηριστικών που θα πείσουν στο τέλος τα έθνη του Τρίτου Κόσμου να εκδιώξουν τους καταπιεστές τους.» Στις 18 Νοεμβρίου 1980, στην εφημερίδα Michigan Daily, ο Fred Schill έγραψε ότι «οι χαρακτήρες στα τραγούδια κινούνται σύμφωνα με πράγματα που νοιώθουν ανεξήγητα, κινούνται με «τον αέρα στην καρδιά τους» όπως ο αντάρτης στο «Listening Wind«.»

Μέσα στα χρόνια, το «Listening Wind» επαινέθηκε όπως του άξιζε από τον Τύπο. Στην επαίτειο των τριάντα πέντε χρόνων από την κυκλοφορία του album, σε ένα track by track που έγραψε ο Kenneth Partridge στις 8 Οκτωβρίου 2015 στο Billboard έγραψε για το «Listening Wind«: «Αναπάντεχα μινιμαλιστική, αυτή η ιστορία για έναν τρομοκράτη του Τρίτου Κόσμου που ετοιμάζει μια ταχυδρομική βόμβα για έναν από τους αμερικανούς εισβολείς στη χώρα του, σηματοδοτεί μια αιχμηρή στροφή από την προσωπική θεώρηση των πραγμάτων στην παγκόσμια πολιτική. Το synthesizer αναπαριστά ταυτόχρονα φυσικούς ήχους αλλά και το ψηφιακό ηχητικό σήμα από την συσκευή που έχει φτιάξει ο Mojique για να προσαρμόσει την βόμβα και ο Byrne υιοθετεί πάλι μια μη-κριτική στάση συμπάθειας. Με έναν προφητικό σχολιασμό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, το «Listening Wind» αποδεικνύει ότι οι Talking Heads δεν μπήκαν αφελώς στην αφρικανική περιπέτειά τους.» Σε μια συνέντευξή του στον Peter Ross της εφημερίδας Glasgow Sunday Herald, το 2004 o David Byrne φάνηκε να κατανοεί πλήρως γιατί δεν είναι εύκολο να παίζει το τραγούδι στις συναυλίες του: «Δεν ξέρω αν θα γλύτωνα άμα έπαιζα ζωντανά αυτό το τραγούδι… Κατανοώ γιατί η Αμερική δεν είναι παγκοσμίως αγαπητή. Αυτό μου ήταν προφανές για πάρα πολλά χρόνια, δεν είναι όμως προφανές για πάρα πολλούς Αμερικανούς. Η άμεση αντίδρασή τους είναι: «μας αγαπάνε, μας ζηλεύουν, απλά θέλουν κι αυτοί McDonald’s.» Μετά την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, ο David Byrne παρατήρησε την νοοτροπία του αμερικανικού έθνους: «Είναι όντως αυτά τα πραγματικά χρώματα της χώρας μας ή είναι ένα εξάμβλωμα; Νομίζω είναι ένα εξάμβλωμα που πλέον μπορεί να καλυφθεί από τον πυρετό του εθνικισμού, του πατριωτισμού, της ξενοφοβίας. Σε κάποιο σημείο, μπορεί να ξυπνήσουν από αυτό και να γίνουν οι θαυμάσιοι άνθρωποι που ήταν πριν. Αλλά προσοχή όσο υπνοβατούν.»


Μέσα στα χρόνια έγιναν κάποιες μελετημένες απόπειρες να αποδοθεί και από άλλους καλλιτέχνες το «Listening Wind» παρότι το ρίσκο μιας δεύτερης εκτέλεσης είναι τεράστιο για ένα τόσο εμβληματικά ιερό τραγούδι. Παρακάτω παρατίθενται κάποιες από αυτές τις απόπειρες σε χρονολογική σειρά και με μια δική μου αξιολόγηση για την καθεμιά στην κλίμακα των δέκα αστεριών για το άριστα.

Girls Under Glass

Girls Under Glass

Οι dark wavers – goths Girls Under Glass από το Αμβούργο της Γερμανίας

Girls Under Glass - Humus

Girls Under Glass «Humus» (1988, Überschall Records)

Το «Listening Wind» των Girls Under Glass:

Σχηματισμένοι στο Αμβούργο της Γερμανίας το 1986, μετά τη διάλυση των Calling Dead Read Roses, οι Thomas Lücke, Hauke Harms και Volker «Zaphor» Zacharias εντρύφησαν στο goth rock και μετεξελίχθηκαν σε industrial darkwave σχήμα. Το πρώτο κανονικό album τους «Humus» του 1988 σε παραγωγή του Christian Mevs, έκλεινε με την απόδοσή τους στο κλασικό τραγούδι των Talking Heads, πολύ στυλιζαρισμένη και σκοτεινή με τα πλήκτρα να μετατρέπονται σε βαριές αλλά φευγαλέες σκιές και την ερμηνεία του Thomas Lücke πολύ υποδεέστερη της περίστασης – σοβαροφανής και στημένη. Επιπλέον, η μετατροπή του τραγουδιού σε κάτι σαν υπόλειμμα στουντιακών συνευρέσεων των Sisters Of Mercy είναι μάλλον αχρείαστη.
★★★★☆☆☆☆☆☆


Geoffrey Oryema

Geoffrey Oryema

Geoffrey Oryema: γεννήθηκε στο Soroti της Uganda στις 16 Απριλίου 1953, πέθανε στο Παρίσι στις 22 Ιουνίου 2018

Geoffrey Oryema - Spirit

Geoffrey Oryema «Spirit» (2000, Sonodisc)

Το «Listening Wind» του Geoffrey Oryema:

Ο Geoffrey Oryema από το Soroti της Ουγκάντας πρόλαβε να ηχογραφήσει επτά albums μεταξύ 1990 και 2010 σε μια καριέρα στο Παρίσι που ξεκίνησε μετά την εξορία του από τη χώρα του λόγω ταραχών μετά τη δολοφονία του πατέρα του Erinayo Wilson Oryema το 1977 ο οποίος ήταν υπουργός στην κυβέρνηση του Idi Amin. Ο Oryema που πέθανε σε ηλικία εξήντα πέντε ετών στις 22 Ιουνίου 2018, είχε συμπεριλάβει την απόδοσή του στο «Listening Wind» στο τέταρτο album του «Spirit» σε παραγωγή του Rupert Hine που έπαιξε και keyboards, σε μια εκτέλεση, υποβλητική και αξιοπρεπή με μερικούς εξαιρετικούς μουσικούς στο πλάι του, όπως ο μπασίστας Nicolas Fiszman, ο drummer Ian Thomas, οι κιθαρίστες Phil Palmer και Robbie MacIntosh και η βοηθητική ερμηνεύτρια Miriam Stockley.
★★★★★★★☆☆☆


The Beauty Of Gemina

TBoG Final Color  - 25

Beauty Of Gemina από την Ελβετία, ένα dark pop σχήμα του Michael Sele

The Beauty Of Gemina - The Myrrh Sessions

The Beauty Of Gemina – The Myrrh Sessions (2013, TBoG Music, SPV GmbH)

Το «Listening Wind» των Beauty Of Gemina:

Οι Beauty Of Gemina είναι ένα ελβετικό σχήμα που δημιουργήθηκε από τον πολυοργανίστα Michael Sele το 2006 και από τότε έχουν κυκλοφορήσει οκτώ albums σκοτεινής folk απόχρωσης. Ο Sele ερμήνευσε βελούδινα και με μεγάλη προσοχή το «Listening Wind» το 2013 στο πέμπτο album τους, το ακουστικό «The Myrrh Sessions«, με μια ταπεινή αξιοπρέπεια και μια μελαγχολία που τονίζεται από το ατμοσφαιρικό, υποβλητικό υπόβαθρο. Ο ίδιος ο Sele παίζει πιάνο, όργανο, ακουστική κιθάρα, ισπανική κιθάρα και μπαλαλάικα ενώ μαζί του, επίσης ακουστική κιθάρα και μπαλαλάικα παίζει ο Marco Gassner, μπάσο ο David Vetsch, κρουστά ο Mac Vinzens και υπέροχα βιολιά, οι Philip Hirsiger και Rachel M Wieser.
★★★★★★★☆☆☆


Peter Gabriel

Peter Gabriel

Peter Gabriel: ο art rocker γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1950 στο Chobham, Surrey της Βρετανίας

Peter Gabriel ‎- Scratch My Back

Peter Gabriel «Scratch My Back» (2010, Real World)

Το «Listening Wind» του Peter Gabriel:

Ανάμεσα στο «Flume» του Bon Iver και το «Power Of The Heart» του Lou Reed, ο Peter Gabriel διασκεύασε και το «Listening Wind» των Talking Heads στο album διασκευών που κυκλοφόρησε το 2010, «Scratch My Back«, μία εκτέλεση που περιλαμβάνει μόνο τα έγχορδα της London Scratch Orchestra, μία ορχήστρα που σχημάτισε για τις ανάγκες των albums με τις διασκευές του σε παραγωγή του Bob Ezrin. Η ερμηνεία του Gabriel είναι άτονη, έχει αφαιρέσει τις δραματικές απολήξεις του τραγουδιού και ακούγεται κάπως εξωραϊσμένη χωρίς γωνίες. Ο ίδιος ο Byrne ανάφερε ότι η εκτέλεση του Gabriel φέρνει «μια γλυκύτητα στο τραγούδι. H φωνητική προσέγγιση του Gabriel αναποδογύρισε το τραγούδι, το ερμήνευσε από μια διαφορετική οπτική γωνία.» Όσο συγκλονιστικός ακούστηκε ο Gabriel στο φόρο τιμής του στον πραγματικό νοτιοαφρικανό μάρτυρα Steven Biko το 1980 στο τρίτο album του, τόσο διαλλακτικός και κουρασμένος ακούγεται στο «Listening Wind«.
★★★★☆☆☆☆☆☆


Dutch Head

Dutch Head

Dutch Head: το ντουέτο της βιολονίστας και εικαστικού Erica Nockhalls από τους Wonderstuff και του George Taylor από τους Fratelli Brothers

Dutch Head - Listening Wind

Dutch Head «It’s Complicated / Listening Wind» (2016, Independent Records Ltd.)

Το «Listening Wind» των Dutch Head:

Οι Dutch Head ήταν ένα ντουετο της Erica Nockhalls από το Rotherham του Νότιου Yorkshire στη Βρετανία και του George Taylor των Fratelli Brothers, που έκαναν μια βραχύβια συνεργασία για ένα ep και ένα single το 2015 – 2016, μετά την θητεία της Nockhalls στους Wonderstuff και το ντουέτο της με τον Miles Hunt. Βιολονίστα και εικαστικός, η Nockhalls έχει συνεργαστεί με τους Proclaimers, τον Fink, τους Ting Tings, τους Tronos κ.λπ. και διατηρεί τη δική της art rock μπάντα EN. Η απόδοσή της στο «Listening Wind«, πολύ στυλιζαρισμένη και «τεχνική» έχει έναν αέρα προχωρημένης art pop που δεν προσδίδει κάτι ιδιαίτερο στο τραγούδι.
★★★★★☆☆☆☆☆


Angelique Kidjo

Angelique Kidjo

Angélique Kpasseloko Hinto Hounsinou Kandjo Manta Zogbin Kidjo γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1960 στο Ouidah του Benin

Angélique Kidjo ‎- Remain In Light

Angelique Kidjo «Remain In Light» (2018, Kravenworks)

Το «Listening Wind» της Angélique Kidjo:

«Ο θρήνος για τον τρομοκράτη βομβιστή, «Listening Wind» ίσως είναι το χαρακτηριστικό κομμάτι όλου του album. Πάνω σε ένα επίμονο percussion, η Kidjo συνοψίζει το ρόλο του πρωταγωνιστή του τραγουδιού, Mojique, ενώ ο Ezra Koening των Vampire Weekend τραγουδάει στο υπόβαθρο στο μητρικό γλωσσικό ιδίωμα της Kidjo, το fon. Οι φωνές τους μπλέκονται στο ρεφρέν σε κάτι που ακούγεται ταυτόχρονα απεγνωσμένο και εμψυχωτικό, δίνοντας φωνή στον κατά τα άλλα αδύναμο πρωταγωνιστή του τραγουδιού.» Αυτά έγραψε ο Andy Beta στην κριτική του στο Pitchfork, για την απόδοση όλου του «Remain In Light» που κυκλοφόρησε η Angélique Kpasseloko Hinto Hounsinou Kandjo Manta Zogbin Kidjo ως δέκατο πέμπτο album της καριέρας της, μία καλλιτέχνιδα από το Quidah του Benin στη Δυτική Αφρική, ανάμεσα στο Togo και τη Νιγηρία που ξεκίνησε την καριέρα της στο Παρίσι στις αρχές των 80s. Η εκτέλεση της Kidjo φέρει κάτι από την αυθεντικότητα της οδύνης της αφρικανικής καταγωγής της και ακούγεται απίστευτα τίμια, καθώς η παραγωγή του Jeff Bhasker αφήνει μόνο τα κρουστά και τις φωνητικές αρμονίες να δεσπόζουν στο τραγούδι. Όπως είπε στον Cory Grow του Rolling Stone σχετικά με την απόφασή της να ερμηνεύσει ολόκληρο το «Remain In Light«: «Προσπάθησα να διατηρήσω το πνεύμα του αλλά να το φέρω και πίσω στην Αφρική.»

– Το περιοδικό Drowned In Sound μάλιστα, στην κριτική του album, από την Bekki Bemrose, έγραψε ότι «το «Listening Wind» αποδεικνύεται ένας πραγματικός θρίαμβος, που αναδεικνύει μια συναισθηματική αντήχηση όχι πλήρως εμφανή στην αποστασιοποιημένη ερμηνεία του David Byrne, αφού η Kidjo το τραγουδάει σαρωτικά.»

– Και το περιοδικό Paste στην κριτική του από την Beverly Bryan, κάνει τον παραλληλισμό μεταξύ της Angelique Kidjo και της αυθεντικής ερμηνείας του Byrne: «Η αυθεντική εκτέλεση του τραγουδιού που αφηγείται την ιστορία του Mojique, ενός θυμωμένου νεαρού από την επέλαση των αναρίθμητων ξένων που συνωστίζονται στη χώρα του, που αντεπιτίθεται τοποθετώντας βόμβες σε μια «ελεύθερη ζώνη εμπορίου» είναι στοιχειωτική και γεμάτη οργή. Στα χέρια της Kidjo όμως, ενισχύεται από ανατριχιαστική δύναμη και ηλεκτρισμό. Δημιουργεί μια καταιγίδα, μόνο και μόνο με τη φωνή της.»

– Στο ίδιο μήκος κύματος και το Pop Matters βρίσκει την ερμηνεία του «Listening Wind» από την Kidjo, απογειωτική σύμφωνα με την κριτική που έγραψε η Adriane Pontecorvo: «Στο «Listening Wind» παίρνει ξανά ένα τραγούδι που κάποτε γοήτευε με τις παγωμένες και απόμακρες ποιότητές του και το ζεσταίνει, το μεταμορφώνει σε μια πιο θερμή παλέτα προσθέτοντας αντηχήσεις από mbira. Η φωνή της βρίσκεται στην επιδέξια φόρμα της εδώ, πληθωρική και σπαραχτική

– Ο Rob Mesure από το περιοδικό MusicOmh επίσης συμφωνεί ότι «το «Listening Wind» προσθέτει στρώσεις από αντηχήσεις φωνητικών και αντικαθιστά τα τσιρίγματα της κιθάρας που ακουγόταν σαν βιολί, με μια δυναμική synth γραμμή, σε μια πιο ζεστή απόδοση (ιδιαίτερα σε σύγκριση με την σκελετική εκτέλεση του Peter Gabriel το 2010) που προσεγγίζει το θλιβερό όσο και αμφισβητούμενο θέμα του -μια απεγνωσμένη δράση τρομοκρατίας- με τιμιότητα

– Στο NPR, ο Marcus J. Moore, τόνισε στο κείμενό του τη σημασία της πολιτικής χροιάς του θέματος του τραγουδιού: «Πάνω σε ένα ευγενές μείγμα από djembe τύμπανα και ταλαντευόμενα synthesizers, η Kidjo αφηγείται την ιστορία ενός άντρα με το όνομα Mojique που βλέπει άμεσα την εισβολή αποίκων στο χωριό του. Υπάρχει μια μετρημένη μελαγχολία στη φωνή της Kidjo σαν να ζει το τραύμα η ίδια. Το τραγούδι έχει σημασία εδώ, όση είχε και το 1980. Η ανάπλαση έχει εξαπλωθεί σε όλη την Αφρική και στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις και έγχρωμοι άνθρωποι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις κοινότητές τους στις οποίες ζούσαν επί γενιές.»

– Ο Matt Vadnais στους Irish Times ταύτισε μάλιστα την Kidjo με τον ήρωα του «Listening Wind«, Mojique και τον David Byrne με τον αμερικανό παραλήπτη της φονικής βόμβας μέσω ταχυδρομείου: «Ίσως αυτονόητα, η παρουσία της Kidjo προσδίδει αξιοπιστία και βαρύτητα στην ιστορία του «Listening Wind» ενός τραγουδιού σχετικά με την αντίδραση ενός προσώπου απέναντι στην κατοχή του χωριού του από ξένους σε «φανταχτερά σπίτια». To ρεφρέν του τραγουδιού και η φράση «ο αέρας στην καρδιά μου» αποκτούν διαφορετικό νόημα όταν τραγουδιουνται από την μπενινέζικη καρδιά της Kidjo από,τι όταν τραγουδιούνται από την σκοτσεζο-αμερικανική καρδιά του David Byrne: ο αέρας που φυσάει στην καρδιά της Kidjo είναι ο ίδιος αέρας που νιώθει και ο πρωταγωνιστής του τραγουδιού να φυσάει, ενώ του Byrne ήταν μια έκφραση της αναγνώρισής του ως ανθρώπινη και εγκεκριμένη καθώς τοποθετείται ως ένας από τους Αμερικανούς που θα μπορούσε να έχει λάβει το επικίνδυνο δέμα. Εδώ η αναγνώριση που προσφέρει ο Byrne αντικαθίσταται από την προσωπική μαρτυρία της Kidjo. Είναι θρηνητικό αλλά μόνο και μόνο επειδή ερμηνεύεται από την ίδια, ακούγεται και λυτρωτικό.«

– O κριτικός Mark Ray στο Louder Than War, βρίσκει μαχητική και συμβολική της επανάστασης, την αγανάκτηση του ήρωα του τραγουδιού: «Το «Listening Wind«, αρχικά για τους Ιθαγενείς Αμερικανούς, μετατρέπεται σε μια ιστορία για τις συνέπειες της δουλείας και της λευκής επιδρομής στην Αφρική. Ο «αέρας στην καρδιά μου» που ερμηνεύεται εδώ είναι ο αφρικανικός αέρας που φυσάει σε όλη την ήπειρο βουτηγμένη στις αλυσίδες και το αίμα. Ένας τόπος και οι άνθρωποί του αλυσσοδεμένοι. Γίνεται ένα ακόμα πιο οδυνηρό τραγούδι, ένας θρήνος που εξετάζει τι είναι η τρομοκρατία και τι είναι οι μαχητές της ελευθερίας. Είναι ένα τραγούδι, στρωμένο με δάκρυα, πόνο και τελικά, μία υψωμένη γροθιά αντίστασης.»
★★★★★★★★☆☆


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Seventeen: Propaganda «Dream Within A Dream»

The Dust Grain Eighteen: Robert Wyatt «Shipbuilding»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

Ναυπηγεία

Posted by gone4sure στο 3 Φεβρουαρίου 2019

Το «Shipbuilding» είναι ένα συγκινητικό, θλιμμένο τραγούδι, γραμμένο από την πλευρά μιας αφήγησης που απλά καταγράφει χωρίς να παρεμβαίνει, χωρίς θυμούς και εντάσεις. Ένα αντιπολεμικό αριστούργημα που δεν αναφέρεται άμεσα στον πόλεμο αλλά στην καθημερινότητα των «αναλώσιμων» ανθρώπων που χρησιμοποιήθηκαν για αυτόν.

Newsweek Falklands

Newsweek Απρίλιος 1982: Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται. Η Κρίση Των Falklands. Το HMS Hernes πλέει νότια.

To «Shipbuilding» γεννήθηκε το 1982 με πρωταγωνιστές στην λαμπερή πλευρά, τον Robert Wyatt, τον Elvis Costello και τον Clive Langer και στη θλιβερή, την Margaret Thatcher, τα ρημαγμένα ναυπηγεία της Βρετανίας, μία ανεργία που κάπλαζε σε ιλλιγιώδη πραγματικά νούμερα (φτάνοντας τα τρία εκατομμύρια ανθρώπους) και τον πόλεμο των Falklands. Όλοι τους βρέθηκαν σαν τους αντίθετους πόλους ενός μαγνήτη σε έναν καμβά δημιουργίας και η δράση τους χαρακτήρισε την εποχή τους με χρώματα που ξεκίνησαν από τις αποχρώσεις του μελανού, φτάνοντας σε μια φωτεινή ίριδα. Ένα από τα πιο ευγενή και απολαυστικά τραγούδια διαμαρτυρίας γεννήθηκε πάνω στην απογοήτευση και τις στάχτες εγκαινιάζοντας μια τετραετία ακόμα σκληρής θατσερικής διακυβέρνησης στην Βρετανία.

O πόλεμος ξεκίνησε στις 2 Απριλίου 1982 με την εισβολή της Αργεντινής στα Falklands και την άμεση απάντηση της Βρετανίας, διήρκεσε 74 μέρες και έληξε με την παράδοση των Αργεντίνων στις 14 Ιουνίου 1982. Η Βρετανία υποστηρίζει ότι τα νησιά τελούν υπό την κυριαρχία του βρετανικού στέμματος από το 1841 και κατοικούνται από απόγονους βρετανών έποικων που υποστηρίζουν τη βρετανική κυριαρχία. Ο πόλεμος αυτών των δυόμισυ μηνών είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν 255 Βρετανοί και 649 Αργεντίνοι αλλά και να επανεκλεγεί η Margaret Thatcher στην εξουσία στις 9 Ιουνίου 1983 με την πιο διευρυμένη πλειοψηφία που κατάφεραν να εξασφαλίσουν οι Tories σε εκλογές από το 1945. Επιπλέον, η αντίσταση του αργεντίνικου λαού στην στρατιωτική δικτατορία κατάφερε να την ανατρέψει κι έτσι το 1983 τελευταίος επικεφαλής της αργεντίνικης επτάχρονης χούντας έμελλε να είναι ο Reynaldo Bignone.

Robert Wyatt

Robert Wyatt: στις αρχές των 80s γράφτηκε στο κομμουνιστικό κόμμα.

Σε ένα ειρωνικό παιχνίδι της τύχης, την μέρα που εισέβαλλε ο αργεντίνικος στρατός στα Falklands, στις 2 Απριλίου 1982, στη Βρετανία κυκλοφορούσε το ep «Summer Into Winter» του Ben Watt των Everything But The Girl με καλεσμένο στο πιάνο τον Robert Wyatt. Ήταν ένα ήρεμο ακουστικό δισκάκι με έξι τραγούδια, τον Ben Watt στο μικρόφωνο και την κιθάρα και τον Robert Wyatt στο πιάνο που εξέφραζε τη νέα γενιά της indie pop η οποία αγκάλιαζε το εκλεκτό παρελθόν του αγγλικού, «μορφωμένου» rock στο πρόσωπο του Wyatt. Ο Wyatt στις αρχές των 80s είχε γραφτεί στο κομμουνιστικό κόμμα της Βρετανίας, ένας γνήσιος μποέμ της βρετανικής διανόησης που θέλησε να κρατήσει αντίβαρο στην απάνθρωπη, συντηρητική πολιτική του θατσερισμού, όντας καθηλωμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του από το 1973 όταν έπεσε από τον τέταρτο όροφο στο κενό, στο σπίτι της Lady June (June Campbell Cramer) στο Maida Vale, μένοντας παράλυτος από τη μέση και κάτω και αλλάζοντας άρδην τη μουσική δράση του από τότε. Ο Wyatt είχε εγκαταλείψει τα drums που έπαιζε στους Soft Machine και είχε διακόψει το σχήμα των Matching Mole ενώ είχε ξεκινήσει μια προσωπική δισκογραφική προσπάθεια που στις αρχές των 80s είχε αποφέρει μόλις τρία albums μεταξύ 1970 – 1975 και πολλές συνεργασίες με ονόματα που εκτείνονταν από την Carla Bley ως τους Henry Cow. Στα 80s ο Wyatt ήδη απολάμβανε την αίγλη του επιδραστικού καλλιτέχνη, στις νέες γενιές του post punk, με την ανεπιτήδευτη, ειλικρινή και διανοούμενη στάση του απέναντι στη ζωή και στην τέχνη. Μια σειρά από singles που είχε κυκλοφορήσει στα 80s στην νέα εταιρία του Rough Trade, έδιναν το πολιτικοποιημένο αλλά και εκλεκτό καλλιτεχνικό στίγμα του κυρίως με την ευρύτητα των επιλογών των τραγουδιών που αποφάσιζε να ερμηνεύσει: στο ίδιο single διασκεύασε το «At Last I’m Free» των Chic και το «Strange Fruit» που είχε δοξάσει η Billie Holiday.

Clive Langer

Clive Langer: ένας ταλαντούχος τραγουδοποιός και παραγωγός.

Η μελωδία που έγραψε ο Clive Langer ήταν εμπνευσμένη ακριβώς από το «Strange Fruit» στην ερμηνεία του Robert Wyatt. Η απόδοση του Wyatt στο «Strange Fruit» θα χρειαζόταν μερικές σελίδες κειμένου για να καταφέρει να επικοινωνηθεί με λογικούς όρους στο κοινό. Σύμφωνα βέβαια με τον Mark Bedford των Madness που έπαιξε διπλό μπάσο στην ηχογράφηση και έδωσε συνέντευξη στο ΝΜΕ το 1983, αρχικά το «Shipbuilding» προοριζόταν να κυκλοφορήσει σε τέσσερις διαφορετικές εκτελέσεις σε ένα ep με τίτλο «Ten To Nine«, με τέσσερις διαφορετικούς τραγουδιστές στην καθεμιά από αυτές: του Elvis Costello, του Clive Langer, του Steve Allen από τους Deaf School και του Robert Wyatt. Η ήπια, πιανιστική μελωδία φαινόταν να αρμόζει όμως τέλεια στην συγκεκριμένη περίοδο του Wyatt, ο οποίος βρισκόταν σε εξαιρετική φόρμα και οι στίχοι που είχε παραγγείλει ο Langer στον Costello ταίριαζαν επίσης απόλυτα στην έντονα πολιτικοποιημένη φάση του. Ο Costello φέρεται να είπε στον Langer τηλεφωνικά, από την Αυστραλία από όπου βρισκόταν για περιοδεία «έγραψα τους καλύτερους στίχους μου». Ο Geoff Travis της εταιρίας Rough Trade παράδωσε την κασέτα με το δοκιμαστικό στον Wyatt.

Η πρώτη αντίδραση του Wyatt ήταν «Μπα, δεν μπορώ να το τραγουδήσω αυτό. Μετά όμως σκέφτηκα ότι πρόσφατα είχα αρχίσει να φτιάχνω πιο αργά τραγούδια και να τραγουδάω μακρύτερες νότες, οπότε ίσως τα κατάφερνα. Οι μουσικοί τείνουν να μην συζητούν τους στίχους που γράφουν. Προσπαθούμε να τα πούμε όλα με όσο λιγότερα λόγια είναι δυνατόν. Ο Elvis ήταν πολύ νευρικός για τους στίχους που έγραψε, αν και στην ουσία τα λόγια μιλάνε για το πώς το συντηρητικό κατεστημένο δοξάζει την εργατική τάξη ονομάζοντάς την «τα αγόρια μας» όταν θέλει να τους φορέσει την εργατική φόρμα. Αυτό που πραγματικά αγάπησα όμως ήταν τα όμορφα ακκόρντα του Clive. Πραγματικά δεν είχα σκεφτεί τα λόγια. Κι επιπλέον δεν είμαι καλός στο θυμό. Είδα το ρόλο μου ως διαβιβαστής, απλά ένας ερμηνευτής. Δουλειά του τραγουδιστή δεν είναι να παρεμβαίνει. Εγώ απλά σκίασα το demo. O Elvis ήταν πολύ απαιτητικός με τη χροια μου.» O Robert Wyatt μίλησε και στο Face το 1983 για την περιβόητη μελαγχολία της φωνής του, αυτήν που ο Ryuichi Sakamoto αποκάλεσε «την πιο θλιμμένη φωνή του κόσμου«: «Ίσως να είναι μελαγχολική επειδή δεν ανοίγομαι συναισθηματικά. Γνωρίζω ότι υπάρχουν καλλιτέχνες -μουσικοί- που δηλώνουν ότι είμαι επιρροή για αυτούς αλλά δεν γνωρίζω πολλά, πραγματικά για τη σύγχρονη μουσική σκηνή. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένα ιδίωμα για μένα με το οποίο να νιώθω άνετα. Το rock το βρίσκω πολύ δογματικό μουσικά. Μεγάλωσα με το είδος της jazz με το ρευστό, ασαφές drumming και τις αυτοσχεδιαστικές μπασογραμμές και φαντάζομαι ότι είναι αυτή η αέρινη ρευστότητα που προσπαθώ να εισχωρήσω στις ερμηνείες μου όταν τραγουδάω. Συνεχίζω να εξοργίζομαι με τις αυστηρές γραμμές και τις αλλαγές αλλά το δουλεύω.»

Shipbuilding On The Clive No.1

Shipbuilding On The Clive No.2

Shipbuilding On The Clive No.3

Shipbuilding On The Clive No.5

Τα τέσσερα εξώφυλλα του «Shipbuilding / Memories Of You» του Robert Wyatt με πίνακες από τη σειρά «Shipbuilding On The Clyde» του Stanley Spencer.

Το single «Shipbuilding» κυκλοφόρησε στις 20 Αυγούστου 1982, λίγες μέρες μετά τη λήξη του πολέμου των Falklands σε παραγωγή Clangwinstello (το συντετμημένο όνομα για το τρίο Clive Langer, Alan Winstanley και Elvis Costello), πιάνο έπαιζε ο Steve Nieve των Attractions, διπλό μπάσο, ο Mark Bedford από τους Madness, κιθάρα και βοηθητικά φωνητικά ο Elvis Costello, όργανο ο Clive Langer και τύμπανα ο Martin Hughes (από τους Any Trouble και τους Clive Langer & The Boxes). Στη δεύτερη πλευρά του single υπήρχε μια απόδοση του Robert Wyatt στο «Memories Of You«, ένα κομμάτι του 1930 από τα χρυσά χρόνια του Broadway musical και το έργο «Blackbirds» που είχε πρωτοτραγουδήσει στο θέατρο, ο Minto Cato και στη δισκογραφία, πρώτος ο Louis Armstrong την ίδια χρονιά. Την παραγωγή της εκτέλεσης του «Memories Of You» από τον Robert Wyatt επιμελήθηκε ο Dave MacRae από τους Matching Mole, παλιός γνώριμος και φίλος του Wyatt. Στην δωδεκάιντση κυκλοφορία προστέθηκε και η εκτέλεση του Robert Wyatt στο «Round Midnight» του Thelonius Monk, γραμμένο το 1944. Το single στην πρώτη κυκλοφορία του απεικονίζει στο εξώφυλλό του ένα έργο του Stanley Spencer από τη σειρά, «Shipbuilding On The Clyde» που είχε δημιουργήσει μεταξύ Μαϊου 1940 και Απριλίου 1941 όταν στάλθηκε από την κυβέρνηση της Βρετανίας μέσω της Συμβουλευτικής Επιτροπής Καλλιτεχνών του Πολέμου, στα ναυπηγεία του λιμανιού της Γλασκώβης στο ποτάμι Clyde για να ζωγραφίσει τους εργάτες που δούλευαν για να κατασκευάσουν πλοία. Το single επανακυκλοφόρησε στην επέτειο του ενός χρόνου από την έναρξη του πολέμου, στις 2 Απριλίου 1983, αυτή τη φορά με τέσσερα διαφορετικά εξώφυλλα, όλα από την ίδια σειρά ζωγραφικών έργων του Stanley Spencer και ανέβηκε μέχρι το Νο.35 του βρετανικού chart. Η επιτυχία της εκτέλεσής του είχε ως αποτέλεσμα να ξανακυκλοφορήσει τη συλλογή του 1982 «Nothing Can Stop Us«, κι αυτή ένα χρόνο αργότερα, συμπεριλαμβάνοντας και το «Shipbuilding» μαζί με τα υπόλοιπα singles του στην Rough Trade από το 1980 ως το 1982.

Το «Shipbuilding του Robert Wyatt:

Αξίζει;
Ένα καινούργιο χειμωνιάτικο παλτό και παπούτσια για τη σύζυγο
Και ένα ποδήλατο για τα γενέθλια του γιου

Είναι μια φήμη που απλώθηκε στην πόλη
Από τις γυναίκες και τα παιδιά
Σύντομα θα ξαναδουλέψουμε στα ναυπηγεία

Λοιπόν, σε ρωτάω
Είπε το παιδί «μπαμπά θα με στρατολογήσουν
Aλλά θα είμαι πίσω μέχρι τα Χριστούγεννα»

Είναι απλά μια φήμη που απλώθηκε στην πόλη
Κάποιος είπε ότι κάποιος αντικαταστάθηκε στο πόστο του
Επειδή είπε ότι σκοτώνεται κόσμος
Από το αποτέλεσμα των ναυπηγείων

Με όλη την προθυμία του κόσμου
Βουτάμε για τη γλυκιά ζωή
Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια

Είναι απλά μια φήμη που απλώθηκε στην πόλη
Ένα τηλεγράφημα ή μια ταχυδρομική κάρτα με μια φωτογραφία
Μέσα σε μερικές εβδομάδες θα ξανανοίξουν τα ναυπηγεία
Και θα ενημερώνουν τους κοντινούς συγγενείς

Είναι το μόνο που έχουμε μάθει καλά
Θα είμαστε στα ναυπηγεία

Με όλη την προθυμία του κόσμου
Βουτάμε για τη γλυκιά ζωή
Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια

Είναι το μόνο που έχουμε μάθει καλά
Θα είμαστε στα ναυπηγεία

Με όλη την προθυμία του κόσμου
Βουτάμε για τη γλυκιά ζωή
Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια
Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια

Ενώ θα μπορούσαμε να βουτάμε για μαργαριτάρια

 


Elvis Costello & The Attractions

Elvis Costello & The Attractions - Punch The Clock

Elvis Costello & The Attractions «Punch The Clock» (1983, F-Beat)

Το «Shipbuilding» των Elvis Costello & The Attractions:

O Elvis Costello το 1983 βρισκόταν εν μέσω μιας πολύ δημιουργικής περιόδου. Είχε τελειώσει με την προώθηση του «Imperial Bedroom» που είχε θριαμβευτική υποδοχή από τον Τύπο και ως υποστηρικτής των Εργατικών, αποτελούσε μέρος της αντιθατσερικής καλλιτεχνικής κοινότητας. Δεν ήταν μέλος του Red Wedge, του καλλιτεχνικού ρεύματος που υποστήριζε τους Εργατικούς (Paul Weller, Billy Bragg, Jimmy Somerville κ.λπ.) αλλά δρούσε σε παράλληλη τροχιά μαζί τους, κυκλοφορώντας στην προεκλογική περίοδο υπό το ψευδώνυμο The Imposter, το single «Pills And Soap«, μια σκληρή παραβολή για την διάβρωση της βρετανικής κοινωνίας μέσα από το σχήμα της εκμετάλλευσης και της κακοποίησης των ζώων. Παράλληλα ετοίμαζε το καινούργιο album του «Punch The Clock» και σκόπευε να χρησιμοποιήσει στην παραγωγή, τους Clive Langer και Alan Winstanley, παλιούς γνώριμούς του από τα τέλη των 70s. Όταν ο Costello έκανε παραγωγή στο ντεμπούτο των Specials, αυτοί ανέλαβαν τους Madness και επιπλέον το σχήμα του Langer, οι Boxes περιόδευσαν μαζί με τους Attractions μετά το album «Get Happy«. Ο Clive Langer και ο Elvis Costello δένονταν μεταξύ τους με την πολύ ισχυρή mod αισθητική των δημιουργών που αγαπούν το ίδιο ευρύ φάσμα πολιτισμικών αναφορών.

Elvis Costello & The Attractions

Elvis Costello & The Attractions

Στο κείμενο του booklet της επανακυκλοφορίας του «Punch The Clock» το 2003, ο Elvis Costello, εξαιρετικά εκφραστικός και λεπτομερής έδωσε το στίγμα της εποχής και του album του: «Το «Punch The Clock» ήταν η ευκαιρία μας να ξανασυστηθούμε στον θαυμαστό κόσμο της pop μουσικής και ωστόσο να διατηρήσουμε την αίσθηση του χιούμορ μας. Μετά το Nashville (εννοεί τον country δίσκο του «Almost Blue» του 1981) και το λαβύρινθο του «Imperial Bedroom» ήμουν έτοιμος να βρω μια διαφορετική προσέγγιση παραγωγής. Ο Clive Langer και ο Alan Winstanley σίγουρα γνώριζαν πού βρίσκονταν τα charts αλλά έφτιαχναν επίσης και σπουδαίους δίσκους. Είχαν κάνει παραγωγή σε επιτυχίες των Teardrop Explodes, των Dexy’s Midnight Runners και των Madness. Στην πραγματικότητα είχα γνωρίσει τον Clive ως συνάδελφο παραγωγό στην 2 Tone Records. Όταν τελείωσα το ντεμπούτο album των Specials, οι Clive και Alan είχαν προχωρήσει στους Madness στην Stiff Records και είχαν ηχογραφήσει μερικά από τα καλύτερα pop singles από τις καλύτερες μέρες των Kinks. Παρότι έκαναν την πιο «αγγλική» μουσική στον πλανήτη, οι Clanger & Winstanley κατάφεραν να φτάσουν τους Madness στο Νο.1 της Αμερικής με το «Our House«. Ως το 1983 είχαν ήδη γίνει ακαταμάχητοι και ασταμάτητοι.

Amen Corner ‎- The National Welsh Coast Live Explosion Company

Amen Corner «The National Welsh Coast Live Explosion Company» (1969, Immediate)

Το «(If Paradise Is) Half As Nice» των Amen Corner:


Clive Langer & The Boxes - Splash

Clive Langer & The Boxes «Splash» (1980, F-Beat)

Το «(If Paradise Is) Half As Nice» των Clive Langer & The Boxes:

Ο Clive ήταν επίσης και εξαιρετικός τραγουδοποιός. Οι Clive Langer & The Boxes ήταν support μας στην περιοδεία μας για το «Get Happy» σε παραλιακές πόλεις και στα πιο περίεργα μέρη. Τους είχα κάνει παραγωγή σε μια διασκευή που έκαναν στο «(If Paradise Is) Half As Nice» των Amen Corner για το album τους «Splash» (1980) στην F-Beat. Ο Alan, ο ήσυχος και πιο υπομονετικός της ομάδας, είχε επίσης μερικά πολύ ζόρικα credits στο βιογραφικό του συμπεριλαμβανομένων κάποιων ηχοληψιών στους καλύτερους δίσκους των Buzzcocks. Προτιμούσαν τη μέθοδο «βήμα – βήμα» στις ηχογραφήσεις: κρατούσαν πολύ λίγα από την αρχική «ζωντανή» ηχογράφηση (συνήθως μόνο τα τύμπανα) και συγκολούσαν κάθε οργανική στρώση έτσι ώστε να υπηρετεί όσο το δυνατόν καλύτερα την ενορχήστρωση. Αυτό το σύστημα φυσικά απέκλειε τον αυθορμητισμό που είχαμε στο παρελθόν με τα «ευτυχή ατυχήματα» αλλά μπορεί να πρόσφερε εντυπωσιακά αποτελέσματα όταν έμπαινε και το τελευταίο λιθαράκι στη θέση του.

Elvis Costello

Elvis Costello ή Declan Patrick Aloysius MacManus

Το «Shipbuilding» ξεκίνησε ως μια μελωδία στο πιάνο που έγραψε ο Clive Langer. Με ρώτησε αν θα μπορούσα να γράψω στίχους που θα ταίριαζαν στον Robert Wyatt, «ίσως κάτι σχετικά με τις ώρες στο ρολόι», μου είπε ως μοναδικό στοιχείο (σε ένα party στο σπίτι του Nick Lowe). Ο Robert είχε ηχογραφήσει (το 1974) μία όμορφη soulful διασκευή του «I’m A Believer«, οπότε δεν αισθάνθηκα ότι θα έπρεπε τα λόγια να έχουν να κάνουν με τα επίκαιρα γεγονότα. Τέλος πάντων, είχε έναν τρόπο να εκμηδενίζει την απόσταση ανάμεσα σε κάποιο ερωτικό τραγούδι και ένα καταφανώς πολιτικό τραγούδι. Αν ακούσετε τις ερμηνείες του στο «At Last I’m Free» των Chic και στο «To Recuerdo Amanda» του Victor Jara, θα καταλάβετε τι εννοώ. Έφευγα για μια περιοδεία στην Αυστραλία με το demo του Clive στην τσάντα μου. Η κυβέρνηση βρισκόταν σε μια διαδικασία αλλαγής της καταστροφικής μοίρας της, αποφασίζοντας να υπερασπιστεί μια άγνωστη και κατηργημένη μονάδα άνθρακα κι ένα βοσκοτόπι. Δηλαδή σαν να αποφασίζεις να υπερασπιστείς τα νησιά Falkland στο Νότιο Ατλαντικό ενώ βρίσκεσαι στο Βόρειο Ημισφαίριο. Ιδιαίτερα εκείνοι οι καθυστερημένοι στο Υπουργείο Εξωτερικών, έκαναν ότι ήταν δυνατόν για να πείσουν την ιδιαίτερα μοχθηρή χούντα της Αργεντινής ότι η διεκδίκηση των νησιών Malvinas (όπως είναι η ισπανόφωνη ονομασία τους) ίσως και να περνούσε απαρατήρητη αν έμπαιναν στον κόπο να εισβάλλουν σε αυτά… Μα τι υπέροχος πόλεμος! Μόνο που δεν ονομάστηκε ποτέ Πόλεμος. Πάντα οι αναφορές σε αυτόν μιλούσαν για την «Κρίση Στα Falklands» και αργότερα στην «Σύρραξη των Falklands«. Ευτυχώς το CNN δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα αλλιώς θα είχαμε κανένα επικό μουσικό θέμα και λεζάντα: «Η Καταιγίδα του Νότιου Ατλαντικού: Αντίστροφη Μέτρηση για τα Falklands«.

Sun Gotcha Falklands

Gotcha: πρωτοσέλιδο της Sun από φύλλο του Μαϊου 1982

Όταν έφτασα στην Αυστραλία, η αιματηρή διαμάχη βρισκόταν σε εξέλιξη. Τα είχα δει όλα στην κάλυψη των γεγονότων από τα βρετανικά media: σε κάποιους ηλικιωμένους έτρεχαν τα σάλια για τον βαρύ εξοπλισμό, μία άρρωστη ψευδαίσθηση ακατανίκητου μέχρι να χτυπηθεί το H.M.S. Sheffield από έναν πύραυλο Exocet, η Sun με υπέρτιτλο «Gotcha» όταν τριακόσιοι αργεντίνοι ναύτες πνίγηκαν όταν βυθίστηκε το πλοίο Belgrano (στις 2 Μαίου 1982), η κατασκευή του τυπικού ηρωικού μύθου για να κάνουν τους πάντες να χαρούν μετά από μια σειρά από γκάφες που είχαν οδηγήσει σε μια άσκοπη και βάναυση σφαγή της Ουαλικής Φρουράς (όταν οι αργεντίνοι σφυροκόπησαν το πλοίο Sir Gallahad στις 7 Ιουνίου 1982) και φυσικά η πραγματική πρωταγωνίστρια του show: η Πρωθυπουργός που εμφανιζόταν στις τηλεοπτικές οθόνες καθημερινά σαν απευθείας μετάδοση από τη θεατρική σκηνή. Κάποιες φορές σαν την Boadicea (τη βασίλισσα των Κελτών Ικένων που αντιτάχθηκε στη ρωμαϊκή επέλαση το 60 μ.Χ.). Άλλες φορές σαν την Britannia (ρωμαϊκή ονομασία των νησιών της Βρετανίας). Α, ξέχασα και τον παράφρονα που ούρλιαζε από τα πίσω έδρανα των Tories προτείνοντας πυρηνική επίθεση στο Buenos Aires. Φυσικά, τίποτα από τα παραπάνω δεν είχε μπορέσει να με προετοιμάσει για την αθλιότητα της κάλυψης των αυστραλιανών εφημερίδων. Σύμφωνα με αυτές, οι Poms (παρατσούκλι των Άγγλων) σφαγιάζονταν σε στιλ Καλλίπολης ενώ οι Argies (οι Αργεντίνοι) έτρωγαν μωρά στα Falklands.

Τα περισσότερα από τα παραπάνω ήταν πέραν κάθε περιγραφής αλλά η ιδέα ότι όλο αυτό θα εκτροχιαστεί σε πόλεμο φαινόταν τόσο πιστευτή όσο τίποτα άλλο. Πλοία χάνονταν. Σύντομα θα χρειαζόντουσαν κι άλλα πλοία. Οπότε «Καλώς τους πάλι τους περιθωριοποιημένους της Cammell Laird (ναυπηγική εταιρία του Liverpool), της Harland & Wolff (βιομηχανική εταιρία ναυπηγικής στο Belfast) και της Swan Hunter (ναυπηγική εταιρία στο Wallsend). Τα αγόρια μας χάνονται. Χρειαζόμαστε περισσότερα αγόρια. Οι γιοι σας θα κάνουν τη δουλειά… μόλις τα πλοία είναι έτοιμα.» Αν μη τι άλλο, αυτή ήταν η σκέψη πίσω από τους στίχους του «Shipbuilding«. Το ότι δεν αγνοήθηκαν είναι ευλογία. Ήταν πάντα, λιγότερο τραγούδι διαμαρτυρίας και περισσότερο ένα προειδοποιητικό σημάδι.


Miles Davis - Sketches Of Spain

Miles Davis «Sketches Of Spain» (1961, Columbia)

Το «Saeta» του Miles Davis:

Ο Clive (Langer), ο Alan (Winstanley) και γω κάναμε παραγωγή στην ηχογράφηση του τραγουδιού από τον Robert Wyatt. Το τραγούδησε υπέροχα και το τραγούδι έφτασε σε πολλούς ανθρώπους στη Μεγάλη Βρετανία. Παρά το δισταγμό μου να «διασκευάσω» το τραγούδι, το συμπεριέλαβα στο «Punch The Clock» για να ακουστεί από μεγαλύτερα ακροατήρια. Όπως έπαιξε ο Steve Nieve πιάνο στην εκτέλεση του Robert, σκέφτηκα να φέρω έναν τρομπετίστα για τη δική μου εκτέλεση. Για να είμαι ειλικρινής, το ιδανικό για μένα θα ήταν ο Miles Davis, αν και σκεφτόμουνα περισσότερο τις αραβικές πινελιές του «Sketches Of Spain» παρά τους πρόσφατους, τότε, fusion δίσκους του. (Μάλιστα είχα προσπαθήσει να μιμηθώ κάποιες από κείνους τους ήχους στα βοηθητικά φωνητικά της εκτέλεσης του «Shipbuilding» του Robert και στο «Pills And Soap«. Αυτή η τελευταία ενορχήστρωση είχε πάρει επίσης την ιδέα από αποσπάσματα του album «Summer Of Hissing Lawns» της Joni Mitchell, αν και η φωνητική ερμηνεία μου προφανώς το καλύπτει αυτό πολύ καλά.)

Chet Baker

Chet Baker

Αν αυτό φάνταζε αδύνατον, τότε αυτό που συνέβη ήταν σχεδόν μαγικό. Άνοιξα την εφημερίδα και είδα ότι ο Chet Baker έδινε μετά από μια πολύ πρόσφατη ανακοίνωση, μια σειρά εμφανίσεων στο Canteen στο Covent Garden. Πήγα μόνος μου και βρήκα τον Chet σε θαυμάσια μουσική φόρμα παρά τους διάφορους μεθύστακες που βρίσκονταν εκεί, που φώναζαν για περισσότερο πιοτό στη μέση των πιο ντελικάτων εκτελέσεων του Chet. Είχα την αίσθηση ότι αυτό συνέβαινε τα περισσότερα βράδυα αλλά φαινόταν πολύ κατάλληλο στην περίσταση ότι ο βασικός από αυτούς τους μεθύστακες που φώναζε ήταν ένας από τους βασικότερους jazz κριτικούς του Λονδίνου. Στο διάλειμμα συστήθηκα στον Chet ο οποίος τριγυρνούσε μέσα στο club ανενόχλητος από τους πελάτες. Δεν είναι ψευτο-μετριοφροσύνη μου να πω ότι δεν είχε ιδέα ποιος ήμουν. Και γιατί να ξέρει άλλωστε; Ωστόσο δέχτηκε την πρόσκλησή μου να έρθει να παίξει στην ηχογράφηση του «Shipbuilding» την επόμενη μέρα. Του ανάφερα μια αμοιβή. Μου είπε «Ανέβα». Νομίζω ότι τη διπλασίασα.

Elvis Costello - Imperial Bedroom

Elvis Costello & The Attractions «Imperial Bedroom» (1982, F-Beat)

Το «Almost Blue» των Elvis Costello & The Attractions:


Chet Baker - Let's Get Lost

Chet Baker «Let’s Get Lost» (1989, Novus / BMG)

To «Almost Blue» του Chet Baker:

Ήταν μια τεταμένη αλλά αποδοτική ηχογράφηση. O Chet χρειάστηκε λίγο χρόνο για να συλλάβει την ασυνήθιστη δομή του τραγουδιού αλλά όταν τη βρήκε, έπαιξε όμορφα αν και δείχνει σαν πεθαμένος στις φωτογραφίες από το στούντιο. Επίσης θα έλεγα ότι είναι και μία από τις ωραιότερες αποδόσεις των Attractions. Στο τέλος της ηχογράφησης έδωσα στον Chet ένα αντίτυπο του «Almost Blue», ένα τραγούδι που νομίζω ήταν φτιαγμένο για το δικό του στιλ. Κατέληξε να το ηχογραφήσει τελικά αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Για το μόνο πράγμα που μετάνιωσα για το «Shipbuilding» ήταν ότι μπήκα στον πειρασμό να προσθέσω ένα spin echo σε κανά δύο φράσεις του Chet. Μάλλον συνέχιζα να έχω το «Sketches Of Spain» στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Από την άλλη, δεν μπορούσα να καταλάβω πραγματικά τι προσπαθούσε να κάνει ο ενορχηστρωτής David Bedford στα έγχορδα και τα είχε θαμμένα στη μίξη. Βέβαια είμαι ευχαριστημένος που είμαστε όλοι στο δίσκο.

Από τότε πήγαινα πάντα να δω τον Chet όποτε ερχόταν στο Λονδίνο. Οι θαμώνες των jazz clubs που προφανώς δεν είχαν ακούσει ποτέ το «Shipbuilding«, έμοιαζαν λίγο ξαφνιασμένοι κάθε φορά που ο Chet με έδειχνε στο κοινό ή μου αφιέρωνε ένα κομμάτι.»


Στον πόλεμο των Falklands αναφέρθηκαν πολλά τραγούδια μετά το πέρας του και από τη βρετανική και από την αργεντίνικη δισκογραφία. Είναι όμως θέμα ενός τελείως διαφορετικού post. Καμία από τις εκτελέσεις του «Shipbuilding» που ακολούθησαν στη δισκογραφία δεν είναι ισάξια με τις δύο αρχικές του Robert Wyatt και του Elvis Costello. Ωστόσο οι περισσότερες από αυτές παρουσιάζουν ενδιαφέρον, περισσότερο ή λιγότερο η καθεμιά, ειδικά αυτές που τόλμησαν να ακουστούν κόντρα στο πρωτότυπο. Παρακάτω σε χρονολογική σειρά παραθέτω εκτελέσεις του «Shipbuilding» πλην των instrumental ηχογραφήσεων του κομματιού (όπως του Julian Coryell) με μια προσωπική μου αξιολόγηση με άριστα τα δέκα αστεράκια.

Swan Arcade

Swan Arcade ‎- Diving For Pearls

Swan Arcade «Diving For Pearls» (1986, Fellside Recordings)

Το «Shipbuilding» των Swan Arcade:

Οι Swan Arcade ερμήνευσαν το τραγούδι στο album τους «Diving For Pearls» του 1986, ένας τίτλος που χρησιμοποίησαν για το δίσκο τους, από ένα στίχο του «Shipbuilding«. Οι Swan Arcade ήταν ένα από τα folk σχήματα της Βρετανίας που συστήθηκε το 1970 αρχικά με τον Dave Brady, τη σύζυγό του Heather Brady και τον Jim Boyes, ένα τρίο με acapella κατεύθυνση και αλλαγές στο line up τους. Το 1978 διαλύθηκαν αλλά ξανασχηματίστηκαν το 1983 μέχρι την οριστική διάλυσή τους το 1990 μετά από έξι συνολικά albums στο σύνολο της καριέρας τους. Οι Swan Arcade ερμήνευσαν το τραγούδι με την αίσθηση ότι παίζουν στο δικό τους τερέν, μιας αριστερόστροφης folk με στρατευμένη πολιτικοποιημένη στάση χωρίς να προσθέτουν όμως κάτι ιδιαίτερο στην αίγλη του. Η ερμηνεία τους, acapella αρμονική και θλιμμένη παίρνει αμπάριζα από αυτήν του Robert Wyatt.
★★★★★★★★★★


Hue & Cry

Hue And Cry - Bitter Suite

Hue & Cry «Bitter Suite» (1989, Circa)

Το «Shipbuilding» των Hue & Cry:

Το ντουέτο των Hue & Cry ερμήνευσε σε ζωντανή απόδοση το «Shipbuilding» στο Renfrew Ferry της Γλασκώβης και το συμπεριέλαβε στο album «Bitter Suite» μόλις την τρίτη κυκλοφορία τους το 1989. Οι σκοτσέζοι αδελφοί από το Coatbridge, Patrick και Gregory Kane έπαιζαν blue eyed soul επηρρεασμένοι από τις ακουστικές παραδόσεις της πατρίδας τους και την folk και μέχρι το 1999 που αποφάσισαν να ακολουθήσουν προσωπικές καριέρες είχαν κυκλοφορήσει εννέα albums. Το 2005 επανασχηματίστηκαν και από τότε έχουν κυκλοφορήσει άλλα έξι albums. Η φωνή του Pat Kane είναι βαθιά και ικετευτική με ένα δικό της τρόπο και συνοδεύεται στο «Shipbuilding» από μυσταγωγικό πιάνο και έγχορδα που δημιουργούν το απαραίτητο ατμοσφαιρικό πλαίσιο που έχει ανάγκη το τραγούδι.
★★★★★★1/2★★★


Passion Killers

Passion Killers - Whoopee We're All Going To Die

Passion Killers «Whoopee!! We’re All Going To Die» (1991, Rugger Bugger Discs)

Το «Shipbuilding» των Passion Killers:

Οι Passion Killers ήταν ένα τρίο που σχηματίστηκε μέσα στο χαοτικό κλίμα της κολλεκτίβας των Chumbawamba το 1983 και αποτελούνταν από τους Allan Mark Boff Whalley (μπάσο) , Darren James Harry Hamer (τύμπανα) και Mavis Mave Dillon (κιθάρες), κυκλοφόρησαν κάποιες κασέτες το 1983 – 1984 και το 1991 ένα ep διασκευών, το «Whoopee! We’re All Going To Die» μέσα στο οποίο πρόσφεραν τη δική τους uptempo indie pop εκτέλεσή τους στο «Shipbuilding» με την προσθήκη του Neil Ferguson στο πιάνο. Η απόδοσή τους είναι χαρούμενη και ξέγνιαστη, δεν κρατάει καμία διάθεση από τους στίχους, τονίζουν την ψυχαγωγική πλευρά της υπόθεσης και μάλλον αυτή η ειρωνική στάση διαποτίζει και τις υπόλοιπες διασκευές τους στο ep, σε κλασικά αντιπολεμικά τραγούδια («Feel Like I’m Fixin’ To Die«, «Universal Soldier«, «Reuters«).
★★★★★★★★★★


Tasmin Archer

Tasmin Archer - Shipbuilding

Tasmin Archer «Shipbuilding EP» (1994, EMI)

To «Shipbuilding» της Tasmin Archer:

Η Tasmin Archer από το Bradford του Yorkshire παρότι έμεινε στην ιστορία ως one hit wonder χάρη στην τρομακτικά μεγάλη επιτυχία του ντεμπούτου single της «Sleeping Satellite«, κατάφερε να συνεχίσει με κάποια βήματα τη δισκογραφία της και να κυκλοφορήσει τέσσερα συνολικά albums από το 1992 ως το 2006. To 1994 κυκλοφόρησε ένα mini album με τίτλο «Shipbuilding» με τέσσερις διασκευές της σε τραγούδια του Elvis Costello συν άλλες τέσσερις live αποδόσεις δικών της. Η Tasmin Archer τραγουδάει με μια μάλλον ανώδυνη χροια το «Shipbuilding«, σε μια ενορχήστρωση από την έμπειρη μπάντα της που δεν ξεφεύγει όμως ιδιαίτερα από την μελωδική soul pop ατμόσφαιρα του πρωτότυπου.
★★★★★★★★★★


Suede

Suede - Help

Various Artists «Help» (1995, Go! Discs)

To «Shipbuilding» των Suede:

Οι Suede ήταν ένα από τα συγκροτήματα που το 1995 συμμετείχαν στο all star cast επιτελείο της βρετανικής pop που έσπευσε να δώσει παρών στην συλλογή «Help» του οργανισμού War Child που είχε σκοπό να ανακουφίσει με οικονομική ενίσχυση τα θύματα του πολέμου στην Βοσνία – Ερζεγοβίνη. Η εκτέλεση των Suede στο «Shipbuilding» σε παραγωγή των Clive Langer και Alan Winstanley είναι σπαρακτική και με τονισμένο το φαλτσέτο στην φωνή του Brett Anderson που δίνει επιπλέον δραματική διάσταση στο τραγούδι. Οι Suede στο υπόβαθρο παίζουν υπέροχα σε μια απλωμένη εκτέλεση που δίνει χώρο στην δεξιοτεχνία τους να τονίσει τα περιγράμματα της κατανυκτικής ατμόσφαιρας.
★★★★★★★★★★


Voices From The Vacant Lot

Voices From The Vacant Lot - Dance On Your Bones

Voices From The Vacant Lot «Dance On Your Bones» (2008, Voices From The Vacant Lot)

To «Shipbuilding» των Voices From The Vacant Lot:

Η χορωδία δεκάξι μελών Voices From The Vacant Lot από το νότιο Sydney της Αυστραλίας σχηματίστηκε το 1985 και στο album τους «Dance On Your Bones» του 1998 προτάθηκαν για βραβείο ARIA στην κατηγορία Καλύτερο World Album, αν και το «Shipbuilding» στην στρογγυλή, καλαίσθητη acapella ερμηνεία τους απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί world.
★★★★★★★★★★


Karen Oberlin

Karen Oberlin - My Standards

Karen Oberlin «My Standards» (2000, Miranda Music)

To «Shipbuilding» της Karen Oberlin:

H Karen Oberlin έρχεται από το music hall της Νέας Υόρκης με ένα φωνητικό κράμα Barbra Streisand και Doris Day και μία τάση να ερμηνεύει κλασικό μιουζικαλάτο τραγούδι του Broadway μαζί με jazz και επιλογές από τα standards της pop κουλτούρας. Στο album της «My Standards» του 2001 ερμήνευσε μεταξύ των επιλογών της, Irving Berlin, Joe Henricks και Horace Silver, Duke Ellington αλλά και Randy Newman και Joni Mitchell και φυσικά το «Shipbuilding«. Η Oberlin -όπως συνήθως συμβαίνει με αυτές τις δεξιοτεχνίτισσες- δίνει έμφαση στην ορθότητα και την κάπως αυτάρεσκη ερμηνεία της παρά στο όποιο περιεχόμενο του τραγουδιού, στην όποια ιδιαίτερη αίσθησή του. Έτσι, στην περίπτωσή της, το «Shipbuilding» γίνεται άλλο ένα ευχάριστο στανταράκι πάνω στο οποίο βρίσκει την ευκαιρία να επιδείξει τεχνική και ικανότητες. Κι επιπλέον, ούτε η φωνή της ακούγεται πια και τόσο σπουδαία για να τραβήξει τον προβολέα από το ίδιο το τραγούδι.
★★★★★★★★★★


Lovetones

Lovetones - Give It All I Can

The Lovetones «Give It All I Can EP» (2002, Yep Records)

To «Shipbuilding» των Lovetones:

Οι Lovetones είναι ένα psych indie rock κουαρτέτο από το Sidney και την Μελβούρνη της Αυστραλίας που σχηματίστηκαν το 2001 από τους Matthew J Tow (φωνή, κιθάρες), Matthew Sigley (φωνή, μπάσο, keyboards), Serge Luca  (κιθάρα), Robert Campanella (κιθάρα), Chris Cobb (τύμπανα) και από τότε έχουν κυκλοφορήσει πέντε albums και τρία eps ως το 2010. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε στο ep τους «Give It All You Can» του 2002 και η αλήθεια είναι πως δεν το περιποιήθηκαν ιδιαίτερα, παρέμειναν πιστοί σε μια γραμμή μελαγχολικής ακουστικής κιθάρας και ο Matthew J. Tow δεν το τραγούδησε και πολύ εμπνευσμένα, αφού η φωνή του προκρίνει μια μάλλον επίπεδη θλίψη -που μετά από κάποιο σημείο ακούγεται σαν γκρίνια- η οποία ακούγεται σαν να παίρνει γραμμή περισσότερο από το «Harvest» του Neil Young παρά από τον Robert Wyatt.
★★★★★★★★★★


Maria Doyle Kennedy

Maria Doyle Kennedy - Skullcover

Maria Doyle Kennedy «Skullcover» (2008, Mermaid Records)

To «Shipbuilding» της Maria Doyle Kennedy:

Η Maria Doyle Kennedy από το Clontarf του Δουβλίνου είναι μια από τις πιο αγαπητές folk rock και indie pop τραγουδίστριες της Ιρλανδίας, με μια καριέρα στο τραγούδι και στην υποκριτική (κυρίως σε τηλεοπτικές σειρές όπως το «Queer As Folk«, οι «Tudors«, το «Downton Abbey» κ.λπ.) που λειτουργεί με τον τρόπο των συγκοινωνούντων δοχείων. Η Kennedy ηχογράφησε δύο albums με την Black Velvet Band (1989 – 1992), έπαιξε στην ταινία «Commitments» του Alan Parker ως μέλος της ομότιτλης μπάντας και ηχογράφησε μαζί τους το soundtrack το 1991 και ίδρυσε τη δική της εταιρία Mermaid Records στην οποία έχει ηχογραφήσει τα έννέα προσωπικά albums της μεταξύ 2001 – 2017. Στο δεύτερο προσωπικό album της «Skullcover» του 2004, διασκεύαζε διάφορα τραγούδια, από Buggles, Thin Lizzy, Cure κ.λπ. και φυσικά το «Shipbuilding» στο οποίο δίνει μια δική της ακουστική αίσθηση: με κάποιο τρόπο η Maria Doyle Kennedy γίνεται η πλευρά των γυναικών (συζύγων και μητέρων) στα ναυπηγεία της Αγγλίας και αυτό δίνει μια άλλη εντύπωση στην αφήγηση.
★★★★★★1/2★★★


Julie Christensen & Stone Cupid

Julie Christensen & Stone Cupid ‎- Where The Fireworks Are

Julie Christensen & Stone Cupid «Where The Fireworks Are» (2008, Household Ink)

To «Shipbuilding» των Julie Christensen & Stone Cupid:

H Julie Christensen από τον Iowa των Η.Π.Α. έχει ένα πλούσιο βιογραφικό στην αμερικανική σκηνή με δραστηριότητα που ξεκινάει από το cow punk και φτάνει στην americana και την jazz. Ξεκίνησε με τους Divine Horsemen, ένα super group της cow punk σκηνής που περιλάμβανε μέλη των Blasters (Dave Alvin, Bill Bateman), των X (John Duchac), των Decadent (Peter Andrus), των Kingbees (Rex Roberts), των Flesh Eaters (Robin Jameson, Chris Desjardins) οι οποίοι ηχογράφησαν τέσσερα albums μεταξύ 1984 – 1987. H Julie Christensen παντρεμένη με τον Chris Desjardins από το ξεκίνημα των Divine Horsemen, χώρισε το 1988 και αποφάσισε να συνεχίσει με τη solo καριέρα της η οποία καθυστέρησε εξαιτίας της πώλησης της Polygram (με την οποίο είχε υπογράψει συμβόλαιο ως solo καλλιτέχνιδα μετά τη διάλυση των Divine Horsemen) στην Universal. Η Christensen παντρεύτηκε τον ηθοποιό John Diehl, περιόδευσε με τον εντυπωσιασμένο από την παρουσία της Leonard Cohen και μόλις το 1996 κυκλοφόρησε το προσωπικό ντεμπούτο της. Ακολούθησαν άλλα τέσσερα προσωπικά albums της και άλλα δύο ως το 2016 μαζί με την μπάντα της Stone Cupid. Στο πρώτο από αυτά τα albums με τους Stone Cupid, το 2008 συμπεριέλαβε την διασκευή της στο «Shipbuilding» στο album τους «Where The Fireworks Are» και το ερμήνευσε με σιγανό πάθος με την ψιλή σοπράνο φωνή της πολύ κοντά στη θλίψη που ενυπάρχει στο roots rock και στην americana. Η Julie Christensen δίνει την εντύπωση ότι συνειδητοποιεί πλήρως τα λόγια του τραγουδιού και το αξιοποιεί σε χαμηλότονη αλά Lambchop απόδοση.
★★★★★★★★★★


Maura O’Connell

Maura O'Connell - Naked With Friends

Maura O’Connell «Naked With Friends» (2009, Sugar Hill Records)

To «Shipbuilding» της Maura O’Connell:

H Maura O’Connell από το Ennis της Ιρλανδίας ξεκίνησε την καριέρα της με τους folk κέλτες De Danann το 1980 και από το 1986 μετακόμισε στο Nashville μαγνητισμένη από το newgrass και μεταξύ 1983 – 2009 κυκλοφόρησε έντεκα προσωπικά albums κερδίζοντας το σεβασμό της αμερικανικής roots folk σκηνής με την εξαιρετικά καθαρή και δυνατή φωνή της, η οποία χρησιμοποιήθηκε για βοηθητικά φωνητικά σε πολλές ηχογραφήσεις των Van Morrison, Brian Kennedy, Moya Brennan, Mary Black, John Prine, Jerry Douglas, Tim O’Brien, John Gorka, Bela Fleck, Robert Earl Keen, Dolly Parton και Shawn Colvin. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε στην μυσταγωγική acapella ερμηνεία της στο τελευταίο album της «Naked With Friends» του 2009 με την χορωδιακή και ιδιαίτερα δημιουργική συνδρομή μιας εκλεκτής χορωδίας από τους Mary Black, Paul Brady, Moya Brennan, Jerry Douglas, Alison Krauss, Mairéad Ní Mhaonaigh, Tim O’Brien, Dolly Parton, Sarah Dugas, Kate Rusby και Darrell Scott. To 2013 η Maura O’Connell ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από την ενεργή δισκογραφία.
★★★★★★★1/2★★


Daniel Yvinec ‎& Orchestre National De Jazz featuring Yaël Naïm

Daniel Yvinec ‎- Around Robert Wyatt

Daniel Yvinec ‎& Orchestre National De Jazz featuring Yaël Naïm «Around Robert Wyatt» (2009, Bee Jazz)

To «Shipbuilding» των Daniel Yvinec & The Orchestre National De Jazz featuring Yaël Naïm & Antonin-Tri Hoang:

O εξαιρετικός μπασίστας, μαέστρος και σπεσιαλίστας της εκλεκτότερης γαλλικής μοντέρνας jazz,  Daniel Yvinec, χρησιμοποίησε το 2009 την Εθνική Ορχήστρα της Jazz της χώρας του για να φτιάξει ένα πολύ ιδιαίτερο και δημιουργικό φόρο τιμής στον Robert Wyatt με τίτλο «Around Robert Wyatt«. Το «Shipbuilding» εδώ τυχαίνει μιας ατμοσφαιρικής, όμορφης εκτέλεσης με προεξάρχοντα το ρόλο του σαξοφωνίστα Antonin-Tri Hoang και τη φωνή της γαλλο-ισραηλινής Yaël Naïm που δίνει μια ταπεινή σε διάθεση αλλά πολύ σεβάσμια και συνειδητοποιημένη ερμηνεία στο τραγούδι, διατηρώντας και την μελαγχολία του αλλά και μια πιθανή λάμψη ελπίδας. Πραγματικά δημιουργική απόδοση.
★★★★★★★★★★


June Tabor

June Tabor ‎- Ashore

June Tabor «Ashore» (2011, Topic Records)

To «Shipbuilding» της June Tabor:

Η June Tabor από το Warwick της Βρετανίας είναι μια από τις σπουδαιότερες folk τραγουδίστριες της παραδοσιακής αγγλικής μουσικής με ένα πλούσιο δισκογραφικό βιογραφικό και συνεργασίες από το 1976 που ξεκίνησε να ηχογραφεί. Με δεκάξι προσωπικά albums (1976 – 2011), ένα album με τους Flowers & Frolics (1977), ένα με τον Peter Bellamy (1977), ένα με τον Martin Simpson (1980), ένα με τους Fairport Convention (1990), ένα με τους Savourna Stevenson και Danny Thompson (1996), δύο albums με τον Maddy Prior (1976 – 1988), δύο με τους Oyster Band (1990 – 2011), δύο με τους Iain Ballamy & Huw Warren (2013 – 2017) και οκτώ albums με τους Mrs Ackroyd Band (1989 – 2004), η June Tabor φαντάζει ως η απόλυτη κυρία του χώρου της. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε με την κρυστάλλινη ερμηνεία της στο album της «Ashore» του 2011, ένας δίσκος με τραγούδια που έχουν όλα κοινό παρανομαστή τη σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα.
★★★★★★★★★★


Macmaster & Hay

Macmaster & Hay - Hook

Macmaster & Hay «Hook» (2012, MacMaster & Hay Records)

To «Shipbuilding» των Macmaster & Hay:

Η Mary Macmaster από τη Γλασκώβη παίζει άρπα και τραγουδάει με μια δισκογραφία πίσω της που αριθμεί πέντε προσωπικά albums (1995 – 2006), ένα με την γυναικεία κολλεκτίβα Sprangeen (1985), άλλα τέσσερα σε ντουέτο με την Patsy Seddon ως Sileas (1986 – 1996), οκτώ με τους Poozies (1993 – 2015) και δύο σε ντουέτο με τον περσκασιονίστα Donald Hay (2009 – 2012). Tο «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε στο δεύτερο από αυτά, το «Hook» του 2012. Oι δύο τους προκρίνουν μια ανανεωτική θεώρηση της παραδοσιακής μουσικής της πατρίδας τους φτιάχνοντας ηχοτοπία που ως αίσθηση ξεφεύγουν από τη στερεοτυπική εικόνα των σκοτσέζων folk θιασωτών.
★★★★★1/2★★★★


Ruth Dolores Weiss

Ruth Dolores Weiss ‎- My Middle Name Is Misery

Ruth Dolores Weiss «My Middle Name Is Misery» (2012, High Fidelity)

To «Shipbuilding» της Ruth Dolores Weiss:

Η Ruth Dolores Weiss (στα εβραϊκά רות דולורס וייס) από την Ashkelon του Ισραήλ έχει κυκλοφορήσει τρία albums (2004 – 2012) εκλεκτικής blues και jazz κατεύθυνσης. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε στο τρίτο album της «My Middle Name Is Misery» του 2012 με μια ερμηνεία, δωρική και θλιμμένη, όχι ιδιαίτερα θελκτική, με τη συνοδεία μόνο του διπλού μπάσου του Yehu Yaron. Η εκτέλεσή της, όπως και όλο το album της είναι ηχογραφημένο ζωντανά τον Απρίλιο του 2011 στο Felicja Blumental Music Center του Tel Aviv.
★★★★★★★★★★


Unthanks

Unthanks ‎– Diversions Vol. 3 Songs From The Shipyards

Unthanks «Diversions Vol. 3 Songs From The Shipyards» (2012, Rabble Rouser Music)

To «Shipbuilding» των Unthanks:

Το 2012 οι Unthanks συνέχιζαν τη σειρά Diversions κυκλοφορώντας albums φόρους τιμής – το πρώτο volume ήταν το «The Songs of Robert Wyatt and Antony & The Johnsons» το δεύτερο volume ήταν το live «The Unthanks with Brighouse and Rastrick Brass Band» από τον Ιούλιο του 2012 και το τρίτο volume, από το Νοέμβριο του 2012 το «Songs From The Shipyards» ένα album που ηχογραφήθηκε ως soundtrack στο ντοκιμαντέρ του Richard Fenwick σχετικά με την ιστορία των ναυπηγείων στα ποτάμια Tyne, Wear και Tees της Βρετανίας. Η εκτέλεση του «Shipbuilding» από τις Unthanks είναι εξαιρετική, αν και οι δύο αδελφές Rachel και Becky αρκούνται σε αυτή την folk εκτέλεση στις αρμονίες του υπόβαθρου ενόσω συνοδεύουν την βασική, υποβλητική ερμηνεία του πιανίστα τους Adrian McNally.
★★★★★★★★★★


Bad Shepherds

Bad Shepherds ‎- Mud, Blood & Beer

Bad Shepherds «Mud, Blood & Beer» (2013, Monsoon Music)

To «Shipbuilding» των Bad Shepherds:

Οι Bad Shepherds ήταν ένα folk σχήμα που φτιάχτηκε από τον κωμικό Adrian Edmondson όταν «κατά λάθος» αγόρασε ένα μαντολίνο το 2008. Μαζί με τον Troy Donockley (γκάιντα, ιρλανδικό μπουζούκι) κυκλοφόρησαν τρία albums μεταξύ 2009 – 2013 διασκευάζοντας κυρίως new wave και punk τραγούδια σε folk φόρμα. Το 2013 στο τελευταίο album τους «Mud, Blood And Beer» απόδωσαν με το δικό τους διακριτικό τρόπο το «Shipbuilding» με τον Edmondson να δίνει μια καθαρή, ισόρροπη ερμηνεία στο κομμάτι. Το 2016 ανακοίνωσαν επίσημα τη διάλυσή τους.
★★★★★★1/2★★★★


Scott Matthew

Scott Matthew - To Love Somebody - Shipbuilding

Scott Matthew «To Love Somebody / Shipbuilding» (2013, Glitterhouse Records)

To «Shipbuilding» του Scott Matthew:

Ο Scott Matthew από το Queensland της Αυστραλίας είναι ένας από τους μελαγχολικούς αλλά και παραγωγικούς τραγουδοποιούς της νέας ακουστικής folk pop φόρμας και ξεκίνησε από το ντουέτο του μαζί με τον Spencer Corbin, τους Elva Snow που κυκλοφόρησαν δύο albums (2005 – 2010) ενώ έχει ακολουθήσει μια προσωπική καριέρα από το 2008 που έχει αποδώσει ως το 2018 επτά albums. Το 2013 στην περίοδο που είχε κυκλοφορήσει το album του «Unlearned» γεμάτο διασκευές σε αγαπημένα του τραγούδια (από Bee Gees και Motels, μέχρι Neil Young και Smiths), κυκλοφόρησε σε single το «To Love Somebody» και έβαλε στο b-side το «Shipbuilding» που δεν είχε συμπεριληφθεί στο album του. Ο Matthew τραγουδάει σχεδόν στα όρια της απόγνωσης με μια φωνή που διαθέτει αυτή την τελεολογική ποιότητα, σαν να «τελειώνουν τα πάντα» μετά το πέρας του τραγουδιού.
★★★★★★★★★★


Clang Group

Clang Group - EP

Clang Group «EP» (2015, Domino)

To «Shipbuilding» των Clang Group:

Δεν θα γινόταν να μην ερμηνεύσει και ο δημιουργός του τραγουδιού -ο συνθέτης του- το «Shipbuilding» φυσικά. Ο Clive Langer το 2015 σχημάτισε τους Clang Group μαζί με τους Gregg Braden, John Wood, Malcolm Lunan και τον Andy Mackay των Roxy Music, κυκλοφορώντας ένα ep εκείνη τη χρονιά και ένα album το 2016. Στο ep, οι Clang Group απόδωσαν σε μια bluesy, βαρύθυμη εκτέλεση το «Shipbuilding«, μεσόκοπη αλλά περήφανα brit rock. H φωνή του Clive Langer ακούγεται πάρα πολύ διαφορετική πλέον από κείνη της νιότης του, σκαμμένη και σκληραγωγημένη από το χρόνο με μια επιπλέον χροιά θλίψης και το σαξόφωνο του Andy Mackay ακούγεται ως πηγή δεκάδων συνειρμών.
★★★★★★★★★★


Loser’s Lounge

Loser's Lounge - Vol.6 Accidents Will Happen

Loser’s Lounge «The History Of The Loser’s Lounge Vol. 6 Accidents Will Happen»

To «Shipbuilding» των Loser’s Lounge featuring Leif Arntzen:

Οι Loser’s Lounge είναι μια κολλεκτίβα μουσικών στη Νέα Υόρκη με εμπνευστή και αρχηγό τον Jon McMinty, πρώην κιμπορντίστα των Psychedelic Furs και ιδρυτικά μέλη τον τραγουδιστή Nick Danger και την τραγουδοποιό Andrea Egert που κάνουν φόρους τιμής σε διάφορους συνθέτες και καλλιτέχνες δίνοντας συναυλίες στο Joe’s Pub, μετά το κλείσιμο του Fez και ηχογραφώντας τις εκτελέσεις τους με μια πλειάδα καλεσμένων τραγουδιστών. Κατά καιρούς έχουν τραγουδήσει ως καλεσμένοι τους οι Paul Williams, J Mascis, Sean Altman, John Flansburgh, April March, Ronnie Spector, Debbie Harry, Alice Cohen, Richard Barone, J.G. Thirlwell, Brian Dewan, Carol Jacobanis και Cyndi Lauper. Το «Shipbuilding» συμπεριλήφθηκε το 2015 στο φόρο τιμής τους στον Elvis Costello, με τίτλο «The History Of Loser’s Lounge Vol. 6: Accidents Will Happen» με καλεσμένο τρομπετίστα τον Leif Artnzen, σε μια εκτέλεση jazzy και χαλαρή, όχι σπουδαία αλλά όχι και άσχημη.
★★★★★1/2★★★★


48 Cameras

48 Cameras ‎- Songs Our Mothers Taught Us

48 Cameras «Songs Our Mothers Taught Us» (2016, Interzone)

To «Shipbuilding» των 48 Cameras:

Οι 48 Cameras (ή 48C) είναι μια κολλεκτίβα χωρίς κανένα μόνιμο ή συγκεκριμένο μέλος. Είναι μια «ομπρέλα» μουσικών και μη, που σχηματίστηκε το 1984 με βέλγους, ολλανδούς και βρετανούς μουσικούς και πάρα πολλούς καλεσμένους, κατά καιρούς, από το ευρύτερο φάσμα της ανεξάρτητης μουσικής. Οι 48 Cameras έχουν παραλληλιστεί συχνά με την σκοτεινή avant garde πλευρά των Coil και των Psychic TV, κυρίως χάρη στα συνήθως σκοτεινά και ατμοσφαιρικά ηχοτοπία τους. Έχουν μεταξύ 1985 – 2015 κυκλοφορήσει δεκαπέντε albums και στο τελευταίο από αυτά, το «Songs Our Mothers Taught Us» του 2015 ένα album διασκευών, συμμετέχει ο Jean Marie Mathoul (θόρυβοι, κρουστά, έγχορδα), ο Calogero Marotta (μπάσο, κιθάρα, όργανο, προγραμματισμός), οι Pascal Lacroix, Philippe Hubert (κιθάρες), οι Nick Grey, Pascale Tempels, Peter James (φωνές), η Ranata Kambarova (φλάουτο), ο Yves Dellicour (βαρύτονο σαξόφωνο), ο Robert Baussey (english horn, duduk) και ειδικά στο «Shipbuilding«, διπλό μπάσο και ερμηνεία προσφέρει η Lucie Dehli από τους (Vicious Circle, View, Elephant Leaf) σε μια εκτέλεση που φέρνει στο νου τους This Mortal Coil και την Alison Limerick, χωρίς όμως το εμπνευσμένο στουντιακό συνδετικό αρμό του Ivo Watts Russell.
★★★★★★★★★★


Post War Glamour Girls

Post War Glamour Girls ‎- Live At St. Austin's

Post War Glamour Girls «Live At St. Austin’s» (2016, Hide & Seek Records)

To «Shipbuilding» των Post War Glamour Girls:

Οι Post War Glamour Girls από το Leeds της Βρετανίας είναι ένα κουαρτέτο που αποτελείται από τους  Alice Scott, Ben Clyde, James Smith, James Thorpe-Jones κι έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα albums μεταξύ 2014 – 2017, το τρίτο από τα οποία, είναι ζωντανά ηχογραφημένο στο ρωμαιοκαθολικό ναό του St. Martin στο Wakefield. Οι Post War Glamour Girls διασκεύασαν το τραγούδι με βιωματική αυθεντικότητα σε ένα αργόσυρτο, blues rock αλλά με art pop διάθεση για τον καινούργιο αιώνα. Η εκτέλεσή τους στο «Live At St. Austin’s» του 2016 είναι συγκινητική, όπως και ο μονόλογος της εισαγωγής στον οποίο ο James Smith εξηγεί πόσο προσωπικά τον αγγίζει το τραγούδι αφού «η θλίψη είναι παγκόσμια«.
★★★★★★★★★★


Brian Case

Brian Case - Spirit Design

Brian Case «Spirit Design» (2017, Hands In The Dark)

To «Shipbuilding» του Brian Case:

Ο Brian Case από το Chicago είναι τόσο πολυάσχολος και πολυπρισματικός στις δραστηριότητές του που είναι δύσκολο να τον παρακολουθήσεις αλάνθαστα. Ήταν μέλος των 90 Day Men (τρία albums μεταξύ 2000 – 2004), είχε σχηματίσει τους Disappears το 2008 που αριθμούν έξι albums -χωρίς τα live- μέχρι το 2015, οι οποίοι στη συνέχεια μετεξελίχθηκαν στους Facs (ένα album το 2018), ενώ στο μεταξύ είχε προλάβει να ηχογραφήσει ένα album και δύο eps ως ντουέτο Acteurs μαζί με τον Jeremy Lemos (2013 – 2017) και ένα album ως ντουέτο Bambi Kino Duo μαζί με τον Justin Walter (2015). Επιπλέον έχει κυκλοφορήσει και δύο προσωπικά albums (2016 – 2017), στο δεύτερο από τα οποία, το «Spirit Design» του 2017 ερμηνεύει το «Shipbuilding» με έναν τρομερά υποβλητικό τρόπο, σαν Alan Vega σε νιρβάνα από αναθυμιάσεις ενός σιγανά καιγόμενου keyboard, με drones και σκοτεινά trippy ηχοτοπία τριγύρω που ακούγονται όσο επικίνδυνα γίνεται. Πολύ πρωτότυπος, ο Case στη δική του ανάγνωση του «Shipbuilding» αν και δεν μπορούσε να περιμένει κανείς τίποτα λιγότερο.
★★★★★★★★★★


Daphne’s Flight

Daphne's Flight - Knows Time, Knows Change

Daphne’s Flight «Knows Time, Knows Change» (2017, Fledg’ling)

To «Shipbuilding» των Daphne’s Flight:

Οι Daphne’s Flight είναι ένα γυναικείο folk σχήμα αποτελούμενο από πέντε τραγουδοποιούς που δημιουργήθηκαν το 1995 και έχουν κυκλοφορήσει δύο μόλις albums, το δεύτερο από τα οποία, «Knows Time, Knows Change» του 2017 περιέχει τη διασκευή τους στο «Shipbuilding«, με ερμηνεία από την Melanie Harrold (κιθάρα, πιάνο) και τις υπόλοιπες στις συνοδευτικές αρμονίες: Christine Collister (κιθάρα, κρουστά), Julie Matthews (κιθάρα, πιάνο, μαντολίνο), Helen Watson (κιθάρα, φυσαρμόνικα), Christine White (κιθάρα, dulcimer, μπάντσο, bodhran, darbuka). Η απόδοσή τους στο «Shipbuilding» είναι μια τυπική, ακουστική folk ανάγνωση με καλό γούστο αλλά χωρίς να μεταφέρουν κάτι επιπλέον δικό τους.
★★★★★1/2★★★★


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)»

The Dust Grain Twelve: Ultravox «Vienna»

The Dust Grain Thirteen: k.d. lang «Busy Being Blue»

The Dust Grain Fourteen: Pretenders «Private Life»

The Dust Grain Fifteen: Siouxsie & The Banshees «Overground»

The Dust Grain Sixteen: Magazine «Permafrost»

The Dust Grain Seventeen: Propaganda «Dream Within A Dream»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 3 Σχόλια »