All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Ανύψωση (Μην Αναρωτηθείς Ποτέ)

Posted by gone4sure στο 27 Μαΐου 2018

Το «Ascension (Dont Ever Wonder)» είναι η επιτομή της αισθαντικότητας και της ομορφιάς, ένα soulful διαμάντι που ξανάκανε cool την τρυφερότητα κόντρα στο machismo του hip hop.

Όταν εμφανίστηκε ο Maxwell στο προσκήνιο δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε σίγουρο ότι θα κάνει επιτυχία. Στα μέσα των ’90s το mainstream είχε αλωθεί από το hip hop και δεν υπήρχε πουθενά χώρος στην πίτα της pop για να ανασάνει η soul. Η παλιά κλασική soul που είχε μετεξελιχθεί στα χρόνια σε r’n’b για να επιβιώσει. Ο Maxwell ήταν ένα από τα πρωταγωνιστικά ονόματα αυτού που ονομάστηκε neo-soul, ένας εξαιρετικός τραγουδιστής και τραγουδοποιός που εμφανίστηκε όταν όλοι και όλα ήταν παραδομένα στον Puff Daddy και τον Notorious B.I.G. Ο Maxwell αγαπούσε από την αρχή την κομψότητα και για κάθε καινούργιο hip hop κομμάτι που ανέβαινε στο chart αυτός πρόσθετε στο δικό του κόσμο, ένα ακόμα soul διαμαντάκι από την παράδοση των φωνητικών αμερικανικών σχημάτων όπως οι Chi Lites, ή άκουγε ένα ακόμα κομμάτι από την κοχλάζουσα σκηνή της βρετανικής acid jazz από σχήματα όπως οι Brand New Heavies. Κυρίως όμως άκουγε τους soul crooners. Τον Marvin Gaye. Και μούσες με υψηλό δείκτη καλαισθησίας. Την Sade.

Maxwell

Maxwell: πιο κοντά στον Marvin Gaye παρά στον Puff Daddy

O Gerald Maxwell Rivera γεννήθηκε στο Brooklyn με γονείς που έρχονταν ο ένας από τζαμαϊκανή καταγωγή και η άλλη από αϊτινή. Μουλάτος νεοϋορκέζος με ένα καταπληκτικό χάρισμα στο τραγούδι, με απαράμιλλο φαλτσέτο ο Maxwell έγραφε τραγούδια από πάντα, κρυφά από τους φίλους του, παθιασμένος με την soul στα είκοσι χρόνια του έστειλε ένα demo με πέντε τραγούδια στην publishing εταιρια Almo / Irving, το οποίο έφτασε στα χέρια του Mitchell Cohen, ενός A&R στην Columbia που είχε πάρει μόλις μεταγραφή από την Arista. Ο Maxwell είχε ονομάσει την κασέτα του «Urban Hang Suite«. O Cohen δεν ήξερε τι να κάνει με αυτά τα τραγούδια, παρότι διέκρινε την προοπτική τους. Υπέγραψε τον Maxwell στην Columbia με ένα συμβόλαιο ανερχόμενου καλλιτέχνη με την προοπτική να «χτιστεί» σιγά σιγά, να ζυμωθεί μαζί με δημιουργικούς συνεργάτες πριν αρθρώσει μια συνολική καλλιτεχνική πρόταση. O Kedar Massenburg που γκρούμαρε τον D’Angelo εκείνη την εποχή, πρόλαβε πρώτος και κυκλοφόρησε το album του «Brown Sugar» τον Ιούλιο του 1995, στην EMI κερδίζοντας τον άτυπο ανταγωνισμό που είχε με τον Mitchell Cohen σχετικά με το ποιου ο δίσκος θα κυκλοφορούσε πρώτος, του Maxwell ή του D’Angelo. Ήταν ο Kedar Massenburg αυτός που θα επινοούσε τον όρο neo soul όταν πια και με την άφιξη της Erykah Badu στο προσκήνιο φάνηκε ότι υπάρχει ένα λεπτό ρεύμα καλλιτεχνών που συνδυάζει τις οργανικές ενορχηστρώσεις της soul με την τεχνολογία και το programming, ένα ρεύμα που δε νιώθει άνετα μέσα στην καγκουριά και την υπερβολή του hip hop.

Παρότι το υλικό του «Urban Hang Suite» ήταν ήδη έτοιμο, ζυμωμένο από το 1994, σοφά ίσως καθυστέρησε να κυκλοφορήσει από την Columbia αφού ο Cohen παρατήρησε ότι ο Maxwell βρισκόταν σε διαδικασία μόνιμων αλλαγών του υλικού στην παραγωγή και στην ενορχήστρωση. «Γι’ αυτόν ήταν πάντα υπό διαμόρφωση το υλικό. Πάντα είχε μια διαφορετική ιδέα, πάντα ήθελα να ξαναηχογραφήσει τη φωνή σε κάποιο σημείο, πάντα ήθελε να ξαναγράψει ένα στίχο. Ήταν τρομερά σχολαστικός.» Η σχολαστικότητα του Maxwell αποδείχτηκε πρότυπη για τη δημιουργία ενός αποτελέσματος που και πιστό στο όραμά του θα παρέμενε και θα ανταμειβόταν με κριτική αποδοχή και μαζική απήχηση στο κοινό. Ο Maxwell ήθελε πρωτίστως να αποτυπώσει το δικό του όραμα στο δίσκο του και όχι να ακολουθήσει μια εμπορική μόδα, ήθελε να εκφράσει μουσικά αυτό που νιώθει όταν ακούει τους αγαπημένους του soulmen. Γι’ αυτό και διάλεξε τόσο επιλεκτικά τους συνεργάτες του.

Stuart Matthewman

Stuart Matthewman: από τους Sweetback, αρχιτέκτονας του ήχου της Sade

Ουσιαστικά, το επιτελείο των ανθρώπων που επέλεξε να τον πλαισιώσει ήταν ένα κράμα από το σχήμα των Groove Collective και των Sweetback. Από τους Groove Collective ο Maxwell γνωρίστηκε με τον κιμπορντίστα Itaal Shur μέσω της κοινής φίλης τους τραγουδίστριας Gina Figueroa, στο club Giant Step. H χημεία του με τον Shur ήταν άμεση και καταλυτική, έγραψαν άμεσα τρία τραγούδια στο μικροσκοπικό σπίτι του Itaal Shur (είχε την κονσόλα του πάνω από το κρεβάτι του). Ο Shur έφερε μαζί του στα στούντιο όπου πήγαιναν να ηχογραφήσουν τις ιδέες που είχαν σκαρώσει στο σπίτι του (Electric Lady Studios, RPM, Sorcerer και Chung King Studios στη Νέα Υόρκη) και τον μπασίστα των Groove Collective, τον Jonathan Maron. Με τον Stuart Matthewman, κιθαρίστα και σαξοφωνίστα των Sweetback τους οποίους χρησιμοποιούσε η Sade ως μπάντα της και που και αυτοί ετοιμάζονταν να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο album τους παράλληλα, ο Maxwell γνωρίστηκε μέσω του περκασιονίστα της Sade, Karl Vanden Bossche. Μέχρι και τον ηχολήπτη της Sade πήρε, τον Mike Pela για να κάνει τις μίξεις του, προκειμένου να νιώσει σιγουριά ότι θα αποτυπωθεί στο τελικό προϊόν αυτό που πραγματικά ήθελε. Ο Maxwell αντάλλασε επί μέρες ιδέες και πειραματιζόταν μαζί τους, έγιναν φίλοι, ένιωσαν ομάδα και έδεσαν σαν ένα συνεργατικό επιελείο που εμπνεόταν από την υψηλότερη μορφή της soul. Ως μόνιμο συνεργάτη αναφοράς του είχε και τον κολλητό του από τότε που δούλευαν και οι δύο ως σερβιτόροι στο Coffee Shop της Νέας Υόρκης, τον Hod David.

Itaal Shur

Itaal Shur: από τους Groove Collective, ο συνδετικός κρίκος του Maxwell με τους κατάλληλους ανθρώπους

O Maxwell πάλαιψε με την Columbia προκειμένου να επιβάλλει τον Itaal Shur ως συνεργάτη του. Η Columbia ήθελε φυσικά γνωστά, ηχηρά ονόματα που θα φαντάζουν εντυπωσιακά στα δελτία τύπου – δεν μορούσε να ξέρει τότε η εταιρία ότι πέντε χρόνια αργότερα ο Shur θα έγραφε το «Smooth» για τον Santana και τον Rob Thomas… Ο Maxwell όμως είχε προς μεγάλη του χαρά και βετεράνους κοντά του: ο Leon Ware -ο άνθρωπος που έγραψε το «I Want You» για τον Marvin Gaye, έγραψε με τον Maxwell το «Sumthin’ Sumthin’» ενώ ο Melvin Wah Wah Watson, έπαιξε κιθάρα μαζί του και πρόσφερε τις πολύτιμες συμβουλές του. «Απίθανο» το βρήκε ο Maxwell ενθουσιασμένος το να συνεργαστεί με τον Leon Ware, όταν μίλησε στο Blues & Soul με αφορμή την επέτειο των είκοσι χρόνων της κυκλοφορίας του «Urban Hang Suite«: «Ήμουν 21 ετών και βρισκόμουν μαζί με τον Leon Ware έκανε δώρο το album που είχε έτοιμο ηδη, το «I Want You» στο Marvin Gaye. Ήταν ένα album που είχε γράψει και τραγουδήσει μόνος του. Ο Marvin Gaye το άκουσε και είπε «τον θέλω αυτό το δίσκο». Κι ο Leon του είπε «Ok, φυσικά. Πάρτο». Τι απίστευτη αυτοθυσία! Και από την άλλη έχω τον Melvin Watson που είμαι μεγάλος θαυμαστής όσων έκανε με τον Barry White και την Motown… Το να δουλέψω με αυτούς τους δύο ανθρώπους ήταν μια απίθανη χρυσή ευκαιρία που δεν θα ξεχάσω ποτέ!»

Maxwell & Hod David

Maxwell και Hod David: φίλοι και συνεργάτες από τότε που δούλευαν σερβιτόροι στη Νέα Υόρκη

Σύμφωνα με τον Shur στο στούντιο κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας τους ήταν «έντονα επηρρεασμένοι από τον Marvin Gaye με τον οποίο ο Maxwell ταυτιζόταν περισσότερο. Ακούγαμε Sade, Kate Bush, Tears For Fears και Mary Jane Girls. Επίσης ακούγαμε Brandy, TLC και Mary J. Blige. Θυμάμαι που ο Maxwell είπε μια μέρα «Δεν θα έχουμε αυτό το ρυθμό από το ανοιχτό πιατίνι του “Impeach the President”. Εκείνη την εποχή όλοι το χρησιμοποιούσαν. Ο Maxwell συνεργαζόταν επίσης με τον Peter Mokran -ηχολήπτης και παραγωγός- οπότε και ο R. Kelly ήταν μια μεγάλη επιρροή.» Σχετικά με τον ποιο ήχο θέλησε να αποδώσει στο album του, ο Maxwell είπε στο Okayplayer: «Κατά πολλούς τρόπους νομίζω ο D’ Angelo, καλλιτέχνες σαν τον Omar, η όλη μαύρη βρετανική σκηνή ήταν πολύ επιδραστική για μένα γιατί έκαναν αυτό που ήθελαν. Ένιωθα ότι υπάρχει ελπίδα για αυτό που προσπαθώ να κάνω. Δηλαδή δεν ήμουνα μόνος μου. Ήμουν ευγνώμων αλλά τρομοκρατημένος την ίδια στιγμή. Φοβόμουνα ότι θα τελειώσει όλο πολύ γρήγορα και θα γινόμουνα one hit wonder.» Η αμηχανία του ραδιοφώνου στην Αμερική ήταν πασιφανής αφού δεν ήξερε πού να τον κατατάξει… όπως ακριβώς και η εταιρία του που καθυστέρησε πάνω από ένα χρόνο την κυκλοφορία του, μην ξέροντας πώς να τον λανσάρει αφού αψηφούσε τα συμβατικά είδη της εποχής του, ενόσω άρθρωναν κάποιες αμήχανες ταμπέλες, όπως «ο νέος Prince» που φυσικά δεν ανταποκρίνονταν με τίποτα στην πραγματικότητα. Τελικά το album του κυκλοφόρησε στις 2 Απριλίου 1996, στα 57α γενέθλια του Marvin Gaye…

Maxwell - Urban Hang Suite

Maxwell «Urban Hang Suite» (Απρίλιος 1996, Columbia)

Για τα είκοσι χρόνια του «Urban Hang Suite» ο Maxwell ή Musze όπως είναι το ψευδώνυμο που χρησιμοποιει συχνά στα credits, μίλησε στην Charli Penn του Essence: «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι είκοσι χρόνια μετά που έκανα όταν ήμουν 21 ετών θα σήμαινε κάτι ή θα διαρκέσει στην δοκιμασία του χρόνου σε σημείο ώστε να δώσω συνέντευξη για αυτό ως σημείο αναφοράς. Είναι συναρπαστικό που έκανα αυτές τις επιλογές τότε και παραμένουν ακόμα στις καρδιές των ανθρώπων μέχρι και σήμερα. Αυτό που είναι σπουδαίο είναι ότι συνεχίζω να δουλεύω με τους ίδιους ανθρώπους και στο καινούργιο album μου. Ήταν πάντα σαν οικογενειακή κατάσταση και νομίζω ότι αυτό το έκανε ιδιαίτερο. Ποτέ δεν ξέφυγα για να αποφασίσω να το γυρίσω στην super pop και να πω «ok, θέλω να μπω στο pop ραδιόφωνο, θα δουλέψω με αυτόν τον παραγωγό και θέλω να αλλάξω το στιλ μου για να βγάλω πολλά λεφτά και να βρίσκομαι στην τηλεόραση.» Έμεινα πιστός στην ομάδα μου.» Αυτή την ομάδα τόνισε και στη συνέντευξή του στον Guardian όταν ο Brad Nelson από την εφημερίδα τον ρώτησε γιατί του παίρνει τόσα χρόνια να βγάλει καινούργια μουσική και ανάμεσα στα albums του μεσολαβεί τόσος πολύς καιρός. «Δεν έχω γύρω μου μία μαφία παραγωγής που τα φέρνει όλα σε πέρας. Δεν είναι το στιλ μου αυτό, δε με ενδιαφέρει. Μακάρι να μπορούσα – θα ήταν ωραία, θα είχα μια ωραία Lamborghini ή κάτι τέτοιο. Το ερώτημα είναι ένα: «Θα το έκανε αυτό η Sade; Θα το έκανε αυτό ο Marvin;»

Ο Maxwell επέμεινε στις μουσικές αναφορές του και στο Essence: «Κοιτάζω ψηλά προς τον Marvin Gaye και προφανώς την Sade και τον Sam Cooke, που ζούσαν με ένα συγκεκριμένο κώδικα, σαν δόγμα. Δουλεύουν από την ψυχή τους και είχαν ανάγκη να ζήσουν τις εμπειρίες τους με σκοπό να τις καταγράψουν, αντί να περιμένουν να τους τις δώσουν έτοιμες τρίτοι άνθρωποι. Δεν είμαι κατά τού να συνεργάζομαι με άλλους ή να εμπνέομαι από το τραγούδι κάποιου, αλλά πρέπει αυτό να είναι συντονισμένο με ό,τι προσπαθώ να αφήσω πίσω μου ως κληρονομιά.»

Maxwell - Ascension CD2

Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)» (Ιούνιος 1996, Columbia)

Το «Ascension (Don’t Ever Wonder)» ήταν το μόνο τραγούδι από τα πέντε που υπήρχαν στο πρώτο δοκιμαστικό που είχε φτάσει στα χέρια του Mitchell Cohen που μπήκε στο album. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη επιτυχία του Maxwell που κυκλοφόρησε σε single στις 30 Ιουλίου του 1996, δυόμισυ μήνες μετά το ντεμπούτο single του «Til’ The Cops Come Knocking«, μία θεϊκή μελωδία που έφερνε στο νου τις πιο σεξουαλικές, αισθαντικές στιγμές του Teddy Pendergrass. To «Ascension (Don’t Ever Wonder)» κατάφερε να φτάσει ως το Νο.36 του pop chart και ήταν αυτό που έδινε στο ευρύ κοινό την δυναμική του: ένας καλλιτέχνης με απίστευτα ψηλό δείκτη καλαισθησίας που δε χωράει στα συμβατικά ραδιόφωνα γιατί τραγουδάει με spiritual τρόπο έναν ερωτικό παιάνα.

Σχετικά με τη δημιουργία του «Ascension» είπε ο Itaal Shur «Χρησμοποιήσαμε το MPC (Media Player Classic) και είχαμε ήδη προγραμματίσει κάποια πράγματα σ’ αυτό αλλά το ρεφρέν του τραγουδιού δεν είχε γραφτεί ακόμα. Είχε έτοιμες τις στροφές του τραγουδιού και περνούσαμε την ώρα μας παίζοντας άλλα ρεφρέν για το κομμάτι. Αρχικά το τραγούδι ήταν ολοκληρωτικά διαφορετικό. Αργότερα μορφοποιήθηκε στο «Ascension» αφού πέρασε από τρεις ή τέσσερις διαφορετικές ιδέες στο ρεφρέν. Ο Maxwell ήξερε ότι το τραγούδι έχει προοπτική αν και δεν είχε ακόμα ένα συμπαγές ρεφρέν και προσπάθησε πάρα πάρα πολλές φορές να βρει αυτό που θέλει. Υπάρχουν τραγούδια που έχουν επηρρεάσει πάρα πολύ το «Ascension«, το βασικό είναι το «Before I Let Go» των Maze. Στην εισαγωγή του «Ascension» το μελωδικό μέλισμα που κάνει με τη φωνή του o Maxwell είναι πολύ όμοιο με το «Before I Let You Go«.»

Ο στίχος του Maxwell είναι ξεκάθαρα ρομαντικός, ανάμεσα στο καρδιοχτύπι και το αίσθημα δεν παρεμβάλλεται τίποτα στο δρόμο, μόνο η παρόρμηση του ερωτικού ξυπνήματος -θυμηθείτε το «I Want You» του Marvin Gaye». O Maxwell δεν προσθέτει στο αντικείμενο του πόθου του στοιχεία από το coolness και τη μόδα της εποχής, δεν αναφέρεται στα ρούχα ή στα μαλλιά της, δεν αναφέρεται σε τίποτα άλλο παρά μόνο στο αντικείμενο του πόθου του.

Το «Ascension (Don’t Ever Wonder)» του Maxwell:

Συνέβη τη στιγμή που εμφανίστηκες
Γιατί ήσουν ένα όνειρο που δεν θάπρεπε να είναι
Μία φαντασία αληθινή
Μου πρόσφερες αυτό το καρδιοχτύπι, μωρό μου
Αυτόν το ρυθμό μέσα μου
Και μ’ έκανες να νιώθω όμορφος, να νιώθω καλός, να νιώθω αγαπητός
Δώσε μου τον παράδεισο

 Δεν θα ‘πρεπε λοιπόν να συνειδητοποιήσω
Ότι είσαι το ψηλότερο από τα ψηλά;
Αν δεν το ήξερες, τότε θα στο πω εγώ
Για να μην αναρωτηθείς ποτέ.

 Πες μου λοιπόν πόσο, πόσο θα κρατήσει
Μέχρι να μιλήσεις μωρό μου
Γιατί δεν πρόκειται να ζήσω τη ζωή μου
Μέχρι να βρεθείς στο πλάι μου
Μου έδωσες το αίσθημα
Το αίσθημα στη ζωή μου

 Δεν θα ‘πρεπε λοιπόν να συνειδητοποιήσω
Ότι είσαι το ψηλότερο από τα ψηλά;
Αν δεν το ήξερες, τότε θα στο πω εγώ
Για να μην αναρωτηθείς ποτέ.


Maxwell - MTV Unplugged

Maxwell «MTV Unplugged» (Ιούλιος 1997, Columbia)

To «Ascension (Don’t Ever Wonder)» σε unplugged εκτέλεση από τον Maxwell:

Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του «Urban Hang Suite» κυκλοφόρησε το mini album «MTV Unplugged» στο οποίο εκτός του ότι διασκεύαζε το «This Woman’s Work» της Kate Bush και το «Closer» των Nine Inch Nails, πρόσφερε και jazzy εκτελέσεις σε μερικά τραγούδια του ντεμπούτου album του, ανάμεσα στα οποία φυσικά, φιγούραρε και το «Ascension (Don’t Ever Wonder)«. Η μπάντα είναι εξαιρετική, ο ήχος ζεστός και ο Maxwell ένας χαμογελαστός και ζαλιστικά sexy διασκεδαστής, ένα μικρό, οργανικό soul στολίδι που κατέχει ιδιαίτερη θέση στην εποποιία των ηχογραφήσεων του MTV.


Sweetback - Sweetback

Sweetback «Sweetback» (1996, Columbia)

Το «Softly Softly» των Sweetback featuring Maxwell:

Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το «Urban Hang Suite» ο Maxwell φυσικά τραγούδησε καλεσμένος και στο album των Sweetback, της μπάντας της Sade που κυκλοφορούσε για πρώτη φορά υλικό χωρίς την ντίβα ανάμεσά τους. Ο Stuart Matthewman μαζί με τους Andrew Hale και Paul S. Denman στο album τους μεταξύ άλλων είχαν καλέσει και την Bahamadia, την Amel Larrieux, τον Chocolate Genius, τον El Debarge και τον Leroy Osbourne σε διαφορετικά τραγούδια για φωνητικά. Ο Maxwell τραγούδησε το «Softly Softly» με την χαρακτηριστική δοτικότητά του, ένα τραγούδι που άνετα θα μπορούσε να βρίσκεται μέσα στο ντεμπούτο album του.


Maxwell - Segurança

Various Artists «Red, Hot + Rio» (1996, Antilles / Verve)

Το «Segurança» του Maxwell:

Πάλι μέσα στην ίδια χρονιά, ο Maxwell τραγούδησε για το «Red Hot + Rio» το βραζιλιάνικης μουσικής κατεύθυνσης project που σκοπό είχε να αφυπνίσει τις συνειδήσεις για το AIDS και να ενισχύσει τον αγώνα για την ενημέρωση του κοινού. Ο Maxwell μαζί με τον Stuart Matthewman έφτιαξαν το υπέροχο «Segurança (Safety)» και κάλεσαν τον Vinicius Cantuária να παίξει κιθάρα και κρουστά. Ο Maxwell τραγούδησε με έναν τρόπο που έφερνε στην επιφάνεια τα μουλάτα χρωματοσώματά του, ένα κομμάτι που στέκεται σαν απόλυτα φυσικό μέσα στο ρεπερτόριό του, βραζιλιάνικο μέσω Νέας Υόρκης αλλά και τόσο αέρινο και τρυφερό.


Maxwell - Ascension

Maxwell «Ascension Don’t Ever Wonder The Tribute» (Ιούνιος 1996, Columbia)

To «Ascension (No One’s Gonna Love You, So Don’t Ever Wonder)» του Maxwell:

Στο ένα από τα δύο singles που κυκλοφόρησε το «Ascension (Don’t Ever Wonder)» περιεχόταν η κανονική εκτέλεσή του αλλά και μία εξαιρετική παραλλαγή του που φανερώνει πόσο βαθιά πιστός στην νυχτερινή αστική soul είναι ο Maxwell: το «Ascension (No One’s Gonna Love You, So Don’t Ever Wonder) (The Tribute Uncut)» ένα μαεστρικά φτιαγμένο mash up ανάμεσα στο «Ascension» και το «No One’s Gonna Love You» των S.O.S. Band.


SOS Band - No One's Gonna Love You

S.O.S. Band «No One’s Gonna Love You» (1984, Tabu Records)

To «No One’s Gonna Love You» των S.O.S Band:

Το αριστούργημα των S.O.S. Band κυκλοφόρησε το 1984 στο πέμπτο album τους «Just The Way You Like It» και παρότι έφτασε μόλις στο Νο.102 των pop charts του Billboard (και στο No.15 των r’n’b charts) αποτελεί ένα από τα πιο αισθαντικά τραγούδια της μπάντας από την Atlanta (το όνομά τους σημαίνει Sound Of Success Band) και μια από τις πιο γλυκές και αιθέριες ερμηνείες της τραγουδίστριάς τους Mary Davis. Συνθετικά, το «No One’s Gonna Love You» είναι ένα εμβληματικό τραγούδι του δίδυμου Jimmy Jam & Terry Lewis που άλλαξε το πρόσωπο της soul στα ’80s με τη χαρακτηριστική, στιβαρή rhythm section. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το επιτελείο του Maxwell επέλεξε αυτό για να το δέσει beat to beat με το «Ascension (Don’t Ever Wonder)» αφού είναι εμφανές ότι αποτελεί ένα από κείνα τα κομμάτια που στοίχειωναν το νου του Maxwell με την υψηλή κλάση τους και την καλαισθησία τους.


Maze ‎- Before I Let Go

Maze «Before I Let You Go / Golden Time Of The Day» (1981, Capitol Records)

To «Before I Let Go» των Maze featuring Frankie Beverly:

Σύμφωνα με τον Itaal Shur αυτό είναι το τραγούδι πάνω στο οποίο βασίστηκε για τη φωνή του ο Maxwell στο «Ascension«, αυτό άκουγαν στο στούντιο, ένα θαυμάσιο soul από το 1981 που δεν είχε μπει σε κανένα στούντιο album των Maze παρά είχε κυκλοφορήσει σε single σε στουντιακή εκτέλεση στην Αγγλία και σε live εκτέλεση από τη Νέα Ορλεάνη στην Αμερική, μαζί με την live εκτέλεση του «Golden Time Of The Day» από το Hammersmith Odeon. Ο Frankie Beverly είναι ένας απίθανος crooner από το San Francisco της California που ο Maxwell λάτρεψε φανατικά, ειδικά όταν έμαθε ότι τον Frankie Beverly και τους Maze τους είχε επιλέξει προσωπικά ο Marvin Gaye για την περιοδεία του και το 1976 τους άλλαξε το όνομα από Raw Soul σε Maze. O Frankie Beverly είναι στη λίγκα της πολύ ψηλής κλάσης της soul με χαρισματικό φαλτσέτο και ένα βιμπράτο θαυματουργό συχνά στις ερμηνείες του.


Lashun Pace - Ascension

Lashun Pace «Just Because God Said It» (1998, Savoy Records)

To «Ascension (Don’t Ever Wonder)» από την LaShun Pace:

Η LaShun Pace από την Atlanta του Georgia παράλλαξε τους στίχους του τραγουδιού για να το απευθύνει στον Χριστό σε μία πραγματικά σεισμική δοξαστική gospel ερμηνεία μέσα από το album της «Just Because God Said It» του 1998, αν και δεν είναι και πολύ ηθικό να παραλάσσεις τους στίχους ενός έργου για να εξυπηρετήσεις τον οποιοδήποτε σκοπό. Η Lashun Pace που ξεκίνησε με τις αδελφές της να τραγουδάει ως Anointed Pace Sisters κυκλοφορώντας πέντε albums μαζί τους και ακολούθησε από το 1990 μία προσωπική καριέρα ως τραγουδίστρια και ηθοποιός πάντα προσανατολισμένη στο χριστιανικό soul τραγούδι κυκλοφορώντας οκτώ προσωπικά albums ως το 2014.


Londa Larmond - Ascension

Londa Larmond «Love Letters» (2001, EMI Gospel)

Το «Ascension («Don’t Ever Wonder)» από την Londa Larmond:

Η Londa Erica Larmond από το Toronto του Καναδά χρησιμοποίησε το στιχουργικό μόρφωμα που ερμήνευσε η LaShun Pace πριν από αυτή και το απόδωσε σε ένα υπερμοντέρνο για την εποχή του synth funk σε παραγωγή Michael Anthony Taylor, μέσα από το album της «Love Letters» του 2001. Η ερμηνεία της, φισκαρισμένη μέσα στην παραγωγή θυμίζει περισσότερο soul ντίβα παρά αφοσιωμένη gospel ερμηνεύτρια.


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

9 Σχόλια to “Ανύψωση (Μην Αναρωτηθείς Ποτέ)”

  1. […] Ανύψωση (Μην Αναρωτηθείς Ποτέ) […]

  2. […] Ανύψωση (Μην Αναρωτηθείς Ποτέ) […]

  3. shutta said

    Έπος το Ascension αλλά και ποιο να πρωτοδιαλέξει κανείς από τον Maxwell! Φοβερό κείμενο!

  4. […] The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)» […]

  5. […] The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)» […]

  6. […] The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)» […]

  7. […] The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)» […]

  8. […] The Dust Grain Eleven: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)» […]

  9. […] The Dust Grain Ten: Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)» […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: