All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for Μαΐου 2018

Ανύψωση (Μην Αναρωτηθείς Ποτέ)

Posted by gone4sure στο 27 Μαΐου 2018

Το «Ascension (Dont Ever Wonder)» είναι η επιτομή της αισθαντικότητας και της ομορφιάς, ένα soulful διαμάντι που ξανάκανε cool την τρυφερότητα κόντρα στο machismo του hip hop.

Όταν εμφανίστηκε ο Maxwell στο προσκήνιο δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε σίγουρο ότι θα κάνει επιτυχία. Στα μέσα των ’90s το mainstream είχε αλωθεί από το hip hop και δεν υπήρχε πουθενά χώρος στην πίτα της pop για να ανασάνει η soul. Η παλιά κλασική soul που είχε μετεξελιχθεί στα χρόνια σε r’n’b για να επιβιώσει. Ο Maxwell ήταν ένα από τα πρωταγωνιστικά ονόματα αυτού που ονομάστηκε neo-soul, ένας εξαιρετικός τραγουδιστής και τραγουδοποιός που εμφανίστηκε όταν όλοι και όλα ήταν παραδομένα στον Puff Daddy και τον Notorious B.I.G. Ο Maxwell αγαπούσε από την αρχή την κομψότητα και για κάθε καινούργιο hip hop κομμάτι που ανέβαινε στο chart αυτός πρόσθετε στο δικό του κόσμο, ένα ακόμα soul διαμαντάκι από την παράδοση των φωνητικών αμερικανικών σχημάτων όπως οι Chi Lites, ή άκουγε ένα ακόμα κομμάτι από την κοχλάζουσα σκηνή της βρετανικής acid jazz από σχήματα όπως οι Brand New Heavies. Κυρίως όμως άκουγε τους soul crooners. Τον Marvin Gaye. Και μούσες με υψηλό δείκτη καλαισθησίας. Την Sade.

Maxwell

Maxwell: πιο κοντά στον Marvin Gaye παρά στον Puff Daddy

O Gerald Maxwell Rivera γεννήθηκε στο Brooklyn με γονείς που έρχονταν ο ένας από τζαμαϊκανή καταγωγή και η άλλη από αϊτινή. Μουλάτος νεοϋορκέζος με ένα καταπληκτικό χάρισμα στο τραγούδι, με απαράμιλλο φαλτσέτο ο Maxwell έγραφε τραγούδια από πάντα, κρυφά από τους φίλους του, παθιασμένος με την soul στα είκοσι χρόνια του έστειλε ένα demo με πέντε τραγούδια στην publishing εταιρια Almo / Irving, το οποίο έφτασε στα χέρια του Mitchell Cohen, ενός A&R στην Columbia που είχε πάρει μόλις μεταγραφή από την Arista. Ο Maxwell είχε ονομάσει την κασέτα του «Urban Hang Suite«. O Cohen δεν ήξερε τι να κάνει με αυτά τα τραγούδια, παρότι διέκρινε την προοπτική τους. Υπέγραψε τον Maxwell στην Columbia με ένα συμβόλαιο ανερχόμενου καλλιτέχνη με την προοπτική να «χτιστεί» σιγά σιγά, να ζυμωθεί μαζί με δημιουργικούς συνεργάτες πριν αρθρώσει μια συνολική καλλιτεχνική πρόταση. O Kedar Massenburg που γκρούμαρε τον D’Angelo εκείνη την εποχή, πρόλαβε πρώτος και κυκλοφόρησε το album του «Brown Sugar» τον Ιούλιο του 1995, στην EMI κερδίζοντας τον άτυπο ανταγωνισμό που είχε με τον Mitchell Cohen σχετικά με το ποιου ο δίσκος θα κυκλοφορούσε πρώτος, του Maxwell ή του D’Angelo. Ήταν ο Kedar Massenburg αυτός που θα επινοούσε τον όρο neo soul όταν πια και με την άφιξη της Erykah Badu στο προσκήνιο φάνηκε ότι υπάρχει ένα λεπτό ρεύμα καλλιτεχνών που συνδυάζει τις οργανικές ενορχηστρώσεις της soul με την τεχνολογία και το programming, ένα ρεύμα που δε νιώθει άνετα μέσα στην καγκουριά και την υπερβολή του hip hop.

Παρότι το υλικό του «Urban Hang Suite» ήταν ήδη έτοιμο, ζυμωμένο από το 1994, σοφά ίσως καθυστέρησε να κυκλοφορήσει από την Columbia αφού ο Cohen παρατήρησε ότι ο Maxwell βρισκόταν σε διαδικασία μόνιμων αλλαγών του υλικού στην παραγωγή και στην ενορχήστρωση. «Γι’ αυτόν ήταν πάντα υπό διαμόρφωση το υλικό. Πάντα είχε μια διαφορετική ιδέα, πάντα ήθελα να ξαναηχογραφήσει τη φωνή σε κάποιο σημείο, πάντα ήθελε να ξαναγράψει ένα στίχο. Ήταν τρομερά σχολαστικός.» Η σχολαστικότητα του Maxwell αποδείχτηκε πρότυπη για τη δημιουργία ενός αποτελέσματος που και πιστό στο όραμά του θα παρέμενε και θα ανταμειβόταν με κριτική αποδοχή και μαζική απήχηση στο κοινό. Ο Maxwell ήθελε πρωτίστως να αποτυπώσει το δικό του όραμα στο δίσκο του και όχι να ακολουθήσει μια εμπορική μόδα, ήθελε να εκφράσει μουσικά αυτό που νιώθει όταν ακούει τους αγαπημένους του soulmen. Γι’ αυτό και διάλεξε τόσο επιλεκτικά τους συνεργάτες του.

Stuart Matthewman

Stuart Matthewman: από τους Sweetback, αρχιτέκτονας του ήχου της Sade

Ουσιαστικά, το επιτελείο των ανθρώπων που επέλεξε να τον πλαισιώσει ήταν ένα κράμα από το σχήμα των Groove Collective και των Sweetback. Από τους Groove Collective ο Maxwell γνωρίστηκε με τον κιμπορντίστα Itaal Shur μέσω της κοινής φίλης τους τραγουδίστριας Gina Figueroa, στο club Giant Step. H χημεία του με τον Shur ήταν άμεση και καταλυτική, έγραψαν άμεσα τρία τραγούδια στο μικροσκοπικό σπίτι του Itaal Shur (είχε την κονσόλα του πάνω από το κρεβάτι του). Ο Shur έφερε μαζί του στα στούντιο όπου πήγαιναν να ηχογραφήσουν τις ιδέες που είχαν σκαρώσει στο σπίτι του (Electric Lady Studios, RPM, Sorcerer και Chung King Studios στη Νέα Υόρκη) και τον μπασίστα των Groove Collective, τον Jonathan Maron. Με τον Stuart Matthewman, κιθαρίστα και σαξοφωνίστα των Sweetback τους οποίους χρησιμοποιούσε η Sade ως μπάντα της και που και αυτοί ετοιμάζονταν να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο album τους παράλληλα, ο Maxwell γνωρίστηκε μέσω του περκασιονίστα της Sade, Karl Vanden Bossche. Μέχρι και τον ηχολήπτη της Sade πήρε, τον Mike Pela για να κάνει τις μίξεις του, προκειμένου να νιώσει σιγουριά ότι θα αποτυπωθεί στο τελικό προϊόν αυτό που πραγματικά ήθελε. Ο Maxwell αντάλλασε επί μέρες ιδέες και πειραματιζόταν μαζί τους, έγιναν φίλοι, ένιωσαν ομάδα και έδεσαν σαν ένα συνεργατικό επιελείο που εμπνεόταν από την υψηλότερη μορφή της soul. Ως μόνιμο συνεργάτη αναφοράς του είχε και τον κολλητό του από τότε που δούλευαν και οι δύο ως σερβιτόροι στο Coffee Shop της Νέας Υόρκης, τον Hod David.

Itaal Shur

Itaal Shur: από τους Groove Collective, ο συνδετικός κρίκος του Maxwell με τους κατάλληλους ανθρώπους

O Maxwell πάλαιψε με την Columbia προκειμένου να επιβάλλει τον Itaal Shur ως συνεργάτη του. Η Columbia ήθελε φυσικά γνωστά, ηχηρά ονόματα που θα φαντάζουν εντυπωσιακά στα δελτία τύπου – δεν μορούσε να ξέρει τότε η εταιρία ότι πέντε χρόνια αργότερα ο Shur θα έγραφε το «Smooth» για τον Santana και τον Rob Thomas… Ο Maxwell όμως είχε προς μεγάλη του χαρά και βετεράνους κοντά του: ο Leon Ware -ο άνθρωπος που έγραψε το «I Want You» για τον Marvin Gaye, έγραψε με τον Maxwell το «Sumthin’ Sumthin’» ενώ ο Melvin Wah Wah Watson, έπαιξε κιθάρα μαζί του και πρόσφερε τις πολύτιμες συμβουλές του. «Απίθανο» το βρήκε ο Maxwell ενθουσιασμένος το να συνεργαστεί με τον Leon Ware, όταν μίλησε στο Blues & Soul με αφορμή την επέτειο των είκοσι χρόνων της κυκλοφορίας του «Urban Hang Suite«: «Ήμουν 21 ετών και βρισκόμουν μαζί με τον Leon Ware έκανε δώρο το album που είχε έτοιμο ηδη, το «I Want You» στο Marvin Gaye. Ήταν ένα album που είχε γράψει και τραγουδήσει μόνος του. Ο Marvin Gaye το άκουσε και είπε «τον θέλω αυτό το δίσκο». Κι ο Leon του είπε «Ok, φυσικά. Πάρτο». Τι απίστευτη αυτοθυσία! Και από την άλλη έχω τον Melvin Watson που είμαι μεγάλος θαυμαστής όσων έκανε με τον Barry White και την Motown… Το να δουλέψω με αυτούς τους δύο ανθρώπους ήταν μια απίθανη χρυσή ευκαιρία που δεν θα ξεχάσω ποτέ!»

Maxwell & Hod David

Maxwell και Hod David: φίλοι και συνεργάτες από τότε που δούλευαν σερβιτόροι στη Νέα Υόρκη

Σύμφωνα με τον Shur στο στούντιο κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας τους ήταν «έντονα επηρρεασμένοι από τον Marvin Gaye με τον οποίο ο Maxwell ταυτιζόταν περισσότερο. Ακούγαμε Sade, Kate Bush, Tears For Fears και Mary Jane Girls. Επίσης ακούγαμε Brandy, TLC και Mary J. Blige. Θυμάμαι που ο Maxwell είπε μια μέρα «Δεν θα έχουμε αυτό το ρυθμό από το ανοιχτό πιατίνι του “Impeach the President”. Εκείνη την εποχή όλοι το χρησιμοποιούσαν. Ο Maxwell συνεργαζόταν επίσης με τον Peter Mokran -ηχολήπτης και παραγωγός- οπότε και ο R. Kelly ήταν μια μεγάλη επιρροή.» Σχετικά με τον ποιο ήχο θέλησε να αποδώσει στο album του, ο Maxwell είπε στο Okayplayer: «Κατά πολλούς τρόπους νομίζω ο D’ Angelo, καλλιτέχνες σαν τον Omar, η όλη μαύρη βρετανική σκηνή ήταν πολύ επιδραστική για μένα γιατί έκαναν αυτό που ήθελαν. Ένιωθα ότι υπάρχει ελπίδα για αυτό που προσπαθώ να κάνω. Δηλαδή δεν ήμουνα μόνος μου. Ήμουν ευγνώμων αλλά τρομοκρατημένος την ίδια στιγμή. Φοβόμουνα ότι θα τελειώσει όλο πολύ γρήγορα και θα γινόμουνα one hit wonder.» Η αμηχανία του ραδιοφώνου στην Αμερική ήταν πασιφανής αφού δεν ήξερε πού να τον κατατάξει… όπως ακριβώς και η εταιρία του που καθυστέρησε πάνω από ένα χρόνο την κυκλοφορία του, μην ξέροντας πώς να τον λανσάρει αφού αψηφούσε τα συμβατικά είδη της εποχής του, ενόσω άρθρωναν κάποιες αμήχανες ταμπέλες, όπως «ο νέος Prince» που φυσικά δεν ανταποκρίνονταν με τίποτα στην πραγματικότητα. Τελικά το album του κυκλοφόρησε στις 2 Απριλίου 1996, στα 57α γενέθλια του Marvin Gaye…

Maxwell - Urban Hang Suite

Maxwell «Urban Hang Suite» (Απρίλιος 1996, Columbia)

Για τα είκοσι χρόνια του «Urban Hang Suite» ο Maxwell ή Musze όπως είναι το ψευδώνυμο που χρησιμοποιει συχνά στα credits, μίλησε στην Charli Penn του Essence: «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι είκοσι χρόνια μετά που έκανα όταν ήμουν 21 ετών θα σήμαινε κάτι ή θα διαρκέσει στην δοκιμασία του χρόνου σε σημείο ώστε να δώσω συνέντευξη για αυτό ως σημείο αναφοράς. Είναι συναρπαστικό που έκανα αυτές τις επιλογές τότε και παραμένουν ακόμα στις καρδιές των ανθρώπων μέχρι και σήμερα. Αυτό που είναι σπουδαίο είναι ότι συνεχίζω να δουλεύω με τους ίδιους ανθρώπους και στο καινούργιο album μου. Ήταν πάντα σαν οικογενειακή κατάσταση και νομίζω ότι αυτό το έκανε ιδιαίτερο. Ποτέ δεν ξέφυγα για να αποφασίσω να το γυρίσω στην super pop και να πω «ok, θέλω να μπω στο pop ραδιόφωνο, θα δουλέψω με αυτόν τον παραγωγό και θέλω να αλλάξω το στιλ μου για να βγάλω πολλά λεφτά και να βρίσκομαι στην τηλεόραση.» Έμεινα πιστός στην ομάδα μου.» Αυτή την ομάδα τόνισε και στη συνέντευξή του στον Guardian όταν ο Brad Nelson από την εφημερίδα τον ρώτησε γιατί του παίρνει τόσα χρόνια να βγάλει καινούργια μουσική και ανάμεσα στα albums του μεσολαβεί τόσος πολύς καιρός. «Δεν έχω γύρω μου μία μαφία παραγωγής που τα φέρνει όλα σε πέρας. Δεν είναι το στιλ μου αυτό, δε με ενδιαφέρει. Μακάρι να μπορούσα – θα ήταν ωραία, θα είχα μια ωραία Lamborghini ή κάτι τέτοιο. Το ερώτημα είναι ένα: «Θα το έκανε αυτό η Sade; Θα το έκανε αυτό ο Marvin;»

Ο Maxwell επέμεινε στις μουσικές αναφορές του και στο Essence: «Κοιτάζω ψηλά προς τον Marvin Gaye και προφανώς την Sade και τον Sam Cooke, που ζούσαν με ένα συγκεκριμένο κώδικα, σαν δόγμα. Δουλεύουν από την ψυχή τους και είχαν ανάγκη να ζήσουν τις εμπειρίες τους με σκοπό να τις καταγράψουν, αντί να περιμένουν να τους τις δώσουν έτοιμες τρίτοι άνθρωποι. Δεν είμαι κατά τού να συνεργάζομαι με άλλους ή να εμπνέομαι από το τραγούδι κάποιου, αλλά πρέπει αυτό να είναι συντονισμένο με ό,τι προσπαθώ να αφήσω πίσω μου ως κληρονομιά.»

Maxwell - Ascension CD2

Maxwell «Ascension (Don’t Ever Wonder)» (Ιούνιος 1996, Columbia)

Το «Ascension (Don’t Ever Wonder)» ήταν το μόνο τραγούδι από τα πέντε που υπήρχαν στο πρώτο δοκιμαστικό που είχε φτάσει στα χέρια του Mitchell Cohen που μπήκε στο album. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη επιτυχία του Maxwell που κυκλοφόρησε σε single στις 30 Ιουλίου του 1996, δυόμισυ μήνες μετά το ντεμπούτο single του «Til’ The Cops Come Knocking«, μία θεϊκή μελωδία που έφερνε στο νου τις πιο σεξουαλικές, αισθαντικές στιγμές του Teddy Pendergrass. To «Ascension (Don’t Ever Wonder)» κατάφερε να φτάσει ως το Νο.36 του pop chart και ήταν αυτό που έδινε στο ευρύ κοινό την δυναμική του: ένας καλλιτέχνης με απίστευτα ψηλό δείκτη καλαισθησίας που δε χωράει στα συμβατικά ραδιόφωνα γιατί τραγουδάει με spiritual τρόπο έναν ερωτικό παιάνα.

Σχετικά με τη δημιουργία του «Ascension» είπε ο Itaal Shur «Χρησμοποιήσαμε το MPC (Media Player Classic) και είχαμε ήδη προγραμματίσει κάποια πράγματα σ’ αυτό αλλά το ρεφρέν του τραγουδιού δεν είχε γραφτεί ακόμα. Είχε έτοιμες τις στροφές του τραγουδιού και περνούσαμε την ώρα μας παίζοντας άλλα ρεφρέν για το κομμάτι. Αρχικά το τραγούδι ήταν ολοκληρωτικά διαφορετικό. Αργότερα μορφοποιήθηκε στο «Ascension» αφού πέρασε από τρεις ή τέσσερις διαφορετικές ιδέες στο ρεφρέν. Ο Maxwell ήξερε ότι το τραγούδι έχει προοπτική αν και δεν είχε ακόμα ένα συμπαγές ρεφρέν και προσπάθησε πάρα πάρα πολλές φορές να βρει αυτό που θέλει. Υπάρχουν τραγούδια που έχουν επηρρεάσει πάρα πολύ το «Ascension«, το βασικό είναι το «Before I Let Go» των Maze. Στην εισαγωγή του «Ascension» το μελωδικό μέλισμα που κάνει με τη φωνή του o Maxwell είναι πολύ όμοιο με το «Before I Let You Go«.»

Ο στίχος του Maxwell είναι ξεκάθαρα ρομαντικός, ανάμεσα στο καρδιοχτύπι και το αίσθημα δεν παρεμβάλλεται τίποτα στο δρόμο, μόνο η παρόρμηση του ερωτικού ξυπνήματος -θυμηθείτε το «I Want You» του Marvin Gaye». O Maxwell δεν προσθέτει στο αντικείμενο του πόθου του στοιχεία από το coolness και τη μόδα της εποχής, δεν αναφέρεται στα ρούχα ή στα μαλλιά της, δεν αναφέρεται σε τίποτα άλλο παρά μόνο στο αντικείμενο του πόθου του.

Το «Ascension (Don’t Ever Wonder)» του Maxwell:

Συνέβη τη στιγμή που εμφανίστηκες
Γιατί ήσουν ένα όνειρο που δεν θάπρεπε να είναι
Μία φαντασία αληθινή
Μου πρόσφερες αυτό το καρδιοχτύπι, μωρό μου
Αυτόν το ρυθμό μέσα μου
Και μ’ έκανες να νιώθω όμορφος, να νιώθω καλός, να νιώθω αγαπητός
Δώσε μου τον παράδεισο

 Δεν θα ‘πρεπε λοιπόν να συνειδητοποιήσω
Ότι είσαι το ψηλότερο από τα ψηλά;
Αν δεν το ήξερες, τότε θα στο πω εγώ
Για να μην αναρωτηθείς ποτέ.

 Πες μου λοιπόν πόσο, πόσο θα κρατήσει
Μέχρι να μιλήσεις μωρό μου
Γιατί δεν πρόκειται να ζήσω τη ζωή μου
Μέχρι να βρεθείς στο πλάι μου
Μου έδωσες το αίσθημα
Το αίσθημα στη ζωή μου

 Δεν θα ‘πρεπε λοιπόν να συνειδητοποιήσω
Ότι είσαι το ψηλότερο από τα ψηλά;
Αν δεν το ήξερες, τότε θα στο πω εγώ
Για να μην αναρωτηθείς ποτέ.


Maxwell - MTV Unplugged

Maxwell «MTV Unplugged» (Ιούλιος 1997, Columbia)

To «Ascension (Don’t Ever Wonder)» σε unplugged εκτέλεση από τον Maxwell:

Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του «Urban Hang Suite» κυκλοφόρησε το mini album «MTV Unplugged» στο οποίο εκτός του ότι διασκεύαζε το «This Woman’s Work» της Kate Bush και το «Closer» των Nine Inch Nails, πρόσφερε και jazzy εκτελέσεις σε μερικά τραγούδια του ντεμπούτου album του, ανάμεσα στα οποία φυσικά, φιγούραρε και το «Ascension (Don’t Ever Wonder)«. Η μπάντα είναι εξαιρετική, ο ήχος ζεστός και ο Maxwell ένας χαμογελαστός και ζαλιστικά sexy διασκεδαστής, ένα μικρό, οργανικό soul στολίδι που κατέχει ιδιαίτερη θέση στην εποποιία των ηχογραφήσεων του MTV.


Sweetback - Sweetback

Sweetback «Sweetback» (1996, Columbia)

Το «Softly Softly» των Sweetback featuring Maxwell:

Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το «Urban Hang Suite» ο Maxwell φυσικά τραγούδησε καλεσμένος και στο album των Sweetback, της μπάντας της Sade που κυκλοφορούσε για πρώτη φορά υλικό χωρίς την ντίβα ανάμεσά τους. Ο Stuart Matthewman μαζί με τους Andrew Hale και Paul S. Denman στο album τους μεταξύ άλλων είχαν καλέσει και την Bahamadia, την Amel Larrieux, τον Chocolate Genius, τον El Debarge και τον Leroy Osbourne σε διαφορετικά τραγούδια για φωνητικά. Ο Maxwell τραγούδησε το «Softly Softly» με την χαρακτηριστική δοτικότητά του, ένα τραγούδι που άνετα θα μπορούσε να βρίσκεται μέσα στο ντεμπούτο album του.


Maxwell - Segurança

Various Artists «Red, Hot + Rio» (1996, Antilles / Verve)

Το «Segurança» του Maxwell:

Πάλι μέσα στην ίδια χρονιά, ο Maxwell τραγούδησε για το «Red Hot + Rio» το βραζιλιάνικης μουσικής κατεύθυνσης project που σκοπό είχε να αφυπνίσει τις συνειδήσεις για το AIDS και να ενισχύσει τον αγώνα για την ενημέρωση του κοινού. Ο Maxwell μαζί με τον Stuart Matthewman έφτιαξαν το υπέροχο «Segurança (Safety)» και κάλεσαν τον Vinicius Cantuária να παίξει κιθάρα και κρουστά. Ο Maxwell τραγούδησε με έναν τρόπο που έφερνε στην επιφάνεια τα μουλάτα χρωματοσώματά του, ένα κομμάτι που στέκεται σαν απόλυτα φυσικό μέσα στο ρεπερτόριό του, βραζιλιάνικο μέσω Νέας Υόρκης αλλά και τόσο αέρινο και τρυφερό.


Maxwell - Ascension

Maxwell «Ascension Don’t Ever Wonder The Tribute» (Ιούνιος 1996, Columbia)

To «Ascension (No One’s Gonna Love You, So Don’t Ever Wonder)» του Maxwell:

Στο ένα από τα δύο singles που κυκλοφόρησε το «Ascension (Don’t Ever Wonder)» περιεχόταν η κανονική εκτέλεσή του αλλά και μία εξαιρετική παραλλαγή του που φανερώνει πόσο βαθιά πιστός στην νυχτερινή αστική soul είναι ο Maxwell: το «Ascension (No One’s Gonna Love You, So Don’t Ever Wonder) (The Tribute Uncut)» ένα μαεστρικά φτιαγμένο mash up ανάμεσα στο «Ascension» και το «No One’s Gonna Love You» των S.O.S. Band.


SOS Band - No One's Gonna Love You

S.O.S. Band «No One’s Gonna Love You» (1984, Tabu Records)

To «No One’s Gonna Love You» των S.O.S Band:

Το αριστούργημα των S.O.S. Band κυκλοφόρησε το 1984 στο πέμπτο album τους «Just The Way You Like It» και παρότι έφτασε μόλις στο Νο.102 των pop charts του Billboard (και στο No.15 των r’n’b charts) αποτελεί ένα από τα πιο αισθαντικά τραγούδια της μπάντας από την Atlanta (το όνομά τους σημαίνει Sound Of Success Band) και μια από τις πιο γλυκές και αιθέριες ερμηνείες της τραγουδίστριάς τους Mary Davis. Συνθετικά, το «No One’s Gonna Love You» είναι ένα εμβληματικό τραγούδι του δίδυμου Jimmy Jam & Terry Lewis που άλλαξε το πρόσωπο της soul στα ’80s με τη χαρακτηριστική, στιβαρή rhythm section. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το επιτελείο του Maxwell επέλεξε αυτό για να το δέσει beat to beat με το «Ascension (Don’t Ever Wonder)» αφού είναι εμφανές ότι αποτελεί ένα από κείνα τα κομμάτια που στοίχειωναν το νου του Maxwell με την υψηλή κλάση τους και την καλαισθησία τους.


Maze ‎- Before I Let Go

Maze «Before I Let You Go / Golden Time Of The Day» (1981, Capitol Records)

To «Before I Let Go» των Maze featuring Frankie Beverly:

Σύμφωνα με τον Itaal Shur αυτό είναι το τραγούδι πάνω στο οποίο βασίστηκε για τη φωνή του ο Maxwell στο «Ascension«, αυτό άκουγαν στο στούντιο, ένα θαυμάσιο soul από το 1981 που δεν είχε μπει σε κανένα στούντιο album των Maze παρά είχε κυκλοφορήσει σε single σε στουντιακή εκτέλεση στην Αγγλία και σε live εκτέλεση από τη Νέα Ορλεάνη στην Αμερική, μαζί με την live εκτέλεση του «Golden Time Of The Day» από το Hammersmith Odeon. Ο Frankie Beverly είναι ένας απίθανος crooner από το San Francisco της California που ο Maxwell λάτρεψε φανατικά, ειδικά όταν έμαθε ότι τον Frankie Beverly και τους Maze τους είχε επιλέξει προσωπικά ο Marvin Gaye για την περιοδεία του και το 1976 τους άλλαξε το όνομα από Raw Soul σε Maze. O Frankie Beverly είναι στη λίγκα της πολύ ψηλής κλάσης της soul με χαρισματικό φαλτσέτο και ένα βιμπράτο θαυματουργό συχνά στις ερμηνείες του.


Lashun Pace - Ascension

Lashun Pace «Just Because God Said It» (1998, Savoy Records)

To «Ascension (Don’t Ever Wonder)» από την LaShun Pace:

Η LaShun Pace από την Atlanta του Georgia παράλλαξε τους στίχους του τραγουδιού για να το απευθύνει στον Χριστό σε μία πραγματικά σεισμική δοξαστική gospel ερμηνεία μέσα από το album της «Just Because God Said It» του 1998, αν και δεν είναι και πολύ ηθικό να παραλάσσεις τους στίχους ενός έργου για να εξυπηρετήσεις τον οποιοδήποτε σκοπό. Η Lashun Pace που ξεκίνησε με τις αδελφές της να τραγουδάει ως Anointed Pace Sisters κυκλοφορώντας πέντε albums μαζί τους και ακολούθησε από το 1990 μία προσωπική καριέρα ως τραγουδίστρια και ηθοποιός πάντα προσανατολισμένη στο χριστιανικό soul τραγούδι κυκλοφορώντας οκτώ προσωπικά albums ως το 2014.


Londa Larmond - Ascension

Londa Larmond «Love Letters» (2001, EMI Gospel)

Το «Ascension («Don’t Ever Wonder)» από την Londa Larmond:

Η Londa Erica Larmond από το Toronto του Καναδά χρησιμοποίησε το στιχουργικό μόρφωμα που ερμήνευσε η LaShun Pace πριν από αυτή και το απόδωσε σε ένα υπερμοντέρνο για την εποχή του synth funk σε παραγωγή Michael Anthony Taylor, μέσα από το album της «Love Letters» του 2001. Η ερμηνεία της, φισκαρισμένη μέσα στην παραγωγή θυμίζει περισσότερο soul ντίβα παρά αφοσιωμένη gospel ερμηνεύτρια.


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

The Dust Grain Ten: Beach House «Walk In The Park»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | 9 Σχόλια »

Βόλτα Στο Πάρκο

Posted by gone4sure στο 19 Μαΐου 2018

Το «Walk In The Park» είναι ο διακόπτης που κλείνει και ανάβει τις μνήμες, μια βόλτα στην κάθαρση και πάλι πίσω για το αύριο, μία γυμναστική για να ξεμουδιάσουν οι αισθήσεις. Ή να μουδιάσουν εντελώς.

Τον Ιανουάριο του 2010 ο μουσικός Τύπος γέμισε με αποθεωτικές κριτικές του «Teen Dream» των Beach House. Οι συντάκτες προσπαθούσαν με επιμονή να καταγράψουν σε κείμενα γιατί το τρίτο album του ντουέτου από την Βαλτιμόρη ήταν ένα αριστούργημα, να το συγκρίνουν με ένα σωρό αναφορές (από τους Galaxie 500 ως τους Mazzy Star) και να πείσουν το κοινό ότι έτσι όπως οι Beach House άλλαξαν εταιρία (από την Carpark στην Sub Pop) έτσι ακριβώς αλλάζει το σκηνικό της ατμοσφαιρικής dream pop στο μουσικό προσκήνιο. Στο τέλος του 2010, στις λίστες με τα καλύτερα albums της χρονιάς, επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό. Οι Beach House βρέθηκαν στα καλύτερα albums κάθε μουσικού εντύπου σε όλο τον κόσμο με το «Teen Dream«.

Beach House

Beach House: Victoria Legrand και Alex Scally. Μια χημεία ακατανίκητη.

Έγραφα τότε για αυτούς στο Sonik: «Οι Beach House μιλούν κι εφράζονται δωρικά, απέριττα, γενναία και μελαγχολικά στις πλείστες των περιπτώσεων για τις ανθρώπινες σχέσεις, τα μύχια αισθήματα και τους φόβους που γίνονται πάντα και με μαθηματική ακρίβεια, πραγματικότητα. Η Victoria Legrand δεν είναι ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα: είναι απέριττη και γυμνή φωνητικά. Δεν προκαλεί, δεν δραματοποιεί και δεν υπερβάλλει. Φαντάζει σαν ιέρεια πεπρωμένου από την οποία θα ακούσεις όχι μόνο ευχάριστα αλλά και σκληρά πράγματα χωρίς να υψώσει τους τόνους της. Εμπνέει μια ειλικρίνεια και μια σπαρτιάτικη τρυφερότητα που εξομαλύνεται μόνο από τις στρογγυλές, υπέροχες μελωδίες. Η αγάπη που προτείνουν οι Beach House είναι αγέλαστη και αδρή. Αλλιώς, αληθινή

Η αλήθεια παραμένει ότι το «Teen Dream» των Beach House παραμένει ένα από τα καλύτερα albums της δεκαετίας του 2010 και αμφιβάλλω αν θα εκτοπιστεί από τις πρώτες θέσεις. Μετά από τα δύο πρώτα albums της στην Carpark, «Beach House» και «Devotion» που αποτελούσαν ζυμώσεις εσωτερικότητας, σαν επωασμοί των σπουδαίων έμβρυων, οι Beach House εκτοξεύτηκαν κανονικά. Η χημεία μεταξύ τους είναι σεισμική και ευτυχής από τότε που γνωρίστηκαν το 2004 στην Βαλτιμόρη ως μέλη μιας μπάντας που σύμφωνα, με τους ίδιους, περισσότερο ενδιαφέρονταν να κάνουν parties παρά να γράψουν μουσική. Η Victoria δήλωσε στην Anne Fullerton του Yen, το 2010 πώς βρέθηκε μαζί με τον Alex: «Γεννήθηκα στη Γαλλία, μετακόμισα στη Βαλτιμόρη επτά χρονών, μετά στο βόρειο Maryland και μετά στη Philadelphia. Βασικά κινιόμουνα στην Ανατολική Ακτή. Είχα φύγει από το πανεπιστήμιο και πήγα στη Γαλλία να σπουδάσω θέατρο, η μία μου κατεύθυνση ήταν το θέατρο και η άλλη ηταν η μουσική. Αγαπούσα και τα δύο αλλά απογοητεύτηκα από το θέατρο και φλέρταρα με την ιδέα να γράφω τα δικά μου κείμενα  και να νιώσω μια πιο άμεση και συναρπαστική διαδικασία. Έπαιζα μόνη μου και έγραφα. Το ένα οδήγησε στο άλλο, συνειδητοποίησα ότι ήθελα να γίνω κομμάτι όλου του κόσμου και να πάω στη Βαλτιμόρη. Μετακόμισα το 2004 στη Βαλτιμόρη. Είχα ένα φίλο από το σχολείο με τον οποίο είχαμε ένα μουσικό σχήμα και τον ακολούθησα στη Βαλτιμόρη. Ζούσα στη Γαλλία εκείνη την εποχή και ήθελα να γυρίσω στην Αμερική για να συνεχίσω τη μουσική μου. Ο φίλος μου στη Βαλτιμόρη με σύστησε στον Alex. Έψαχνα για μπασίστα εκείνη την εποχή και αυτό ήταν. Ξεκινήσαμε να παίζουμε μουσική μαζί και από τότε παίζουμε μαζί. Ο Alex είχε σπουδάσει στο Ohio αλλά είναι γέννημα θρέμμα της Βαλτιμόρης.» Ο Alex θυμήθηκε με περισσότερες λεπτομέρειες και μίλησε τον Patrick Rodgers του Nashville Scene τον Απρίλιο του 2010 για το πώς γνωρίστηκε με την Victoria: «Η Victoria μετακόμισε στην Βαλτιμόρη βασικά για να φτιάξει μουσική. Σπούδαζε θέατρο στη Γαλλία και ήρθε στη Βαλτιμόρη για να ξεκινήσει μια μπάντα -τους Daggerhearts– εγώ μπήκα στη μπάντα της όταν με κάλεσε ένα άλλο μέλος τους. Έφτιαχνα και γω μουσική, ήμασταν όλοι νέοι και παίζαμε μουσική στη Βαλτιμόρη. Αυτή η μπάντα ήταν κάπως δυσλειτουργική, κάναμε συνέχεια parties. Βγαίναμε έξω συνέχεια και όταν την γνώρισα, είχαμε αυτή την παρανοϊκή μουσική χημεία μεταξύ μας, πραγματικά αδιαμφισβήτητη. Δουλεύαμε πάνω σε διάφορα οι δυο μας και αυτό δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο που είχα βιώσει πριν. Είμαι αρκετά σίγουρος ότι δεν θα μπορούσα να έχω αυτή τη σχέση με άλλον. Ήταν πραγματική τύχη. Δε νομίζω ότι είναι σαν τις σχέσεις. Πολλές φορές έχω φίλους που είναι σπουδαίοι μουσικοί αλλά δεν δημιουργούν απαραίτητα και πολλά. Κάνουν θαυμάσια μουσική αλλά μερικές φορές πιστεύω ότι δεν έχουν βρει τον άνθρωπο που θα πάρει αυτό που κάνουν και θα το κάνει καλύτερο και θα βγει καλύτερη μουσική. Έχει να κάνει με την καλή τύχη.»

Victoria Legrand

Victoria Legrand: γεννημένη στο Παρίσι στις 28 Μαϊου 1981.

Σχετικά με τον τίτλο του δίσκου, «Εφηβικό Όνειρο» είπε η Victoria στο Thumped: «Έχει να κάνει με τη μουσική που άκουγες όταν ήσουν έφηβος, που σε ταξίδευε κάπου. Είναι πάθος. Δεν το έχουμε χάσει και αυτό είναι καλό για τη δημιουργική διαδικασία και για τα φαντασιακά σύμπαντα που δημιουργούμε, έχει να κάνει όμως και με περισσότερα από αυτό, με το πώς ζεις. Έχει να κάνει με την αγάπη για κάτι, το οποίο σε κάποιον τρίτο μπορεί να μοιάζει γελοίο αλλά έχει να κάνει με την αληθινή ουσία των πραγμάτων. Όταν μεγαλώνουμε, κάποιοι χάνουν το πάθος τους για έρωτα λόγω πολλών πραγμάτων: λόγω μιας δουλειάς εννέα με πέντε, ή για το ότι δεν γνωρίζουν τους εαυτούς τους, χάνουν τους εαυτούς τους, ή για άλλους λόγους. Πρέπει όμως να προσπαθήσεις να διατηρήσεις αυτό το αίσθημα, όσο δύσκολα και αν είναι τα πράγματα.»

Η απήχησή τους σε κοινό και κριτικούς είναι μια συντονισμένη ευλογία για τη μουσική των Beach House. «Νιώθουμε ευλογημένοι» δήλωσε ο Alex στον Patrick Rodgers του Nashville Scene τον Απρίλιο του 2010: «Δε νομίζω να έχει παιχτεί ποτέ τραγούδι μας στο ραδιόφωνο. Είμαστε μπάντα των blogs. Ξεκινήσαμε το 2005 και ήταν ακριβώς η εποχή που το διαδίκτυο γινόταν το πιο σημαντικό πράγμα που μπορούσε να προωθήσει μια μπάντα. Είμαστε πολύ ευγνώμονες και πολύ τυχεροί. Δεν φτιάχνουμε ξεκάθαρα εμπορική μουσική, δεν είναι εύκολη η μουσική μας. Είμαστε τυχεροί για τους θαυμαστές μας και για το ότι έχουμε ανθρώπους που νοιάζονται για τη μουσική μας. Δεν πιστεύω ότι νιώθουμε πίεση, γιατί πάντα ήμασταν πολύ ανεξάρτητοι. Έχουμε κάνει αυτό που πάντα θεωρούσαμε καλύτερο και είμαστε πολύ τυχεροί που άρεσε στους ανθρώπους. Δεν είναι πίεση αλλά νιώθουμε ενθουσιασμένοι όταν κυκλοφορούμε κάτι που προκαλεί το ενδιαφέρον των ανθρώπων.»

Alex Scally

Alex Scally: γεννημένος στη Βαλτιμόρη στις 15 Ιουλίου 1982.

Ο όρος dream pop δεν επιλέχθηκε φυσικά από τους ίδιους για να προσδιορίσουν τη μουσική που παίζουν. Είναι απλά ένα επικοινωνιακό εργαλείο που έχει από ανάγκη συλληφθεί για να περιγραφεί ο ατμοσφαιρικός εκείνος ήχος με καταγωγή από την ψυχεδέλεια και με αμπάριζα από το shoegazing που χωράει μέσα του όλο το φάσμα από τους Cocteau Twins ως τους XX. Σχετικά με τον όρο dream pop, ο Alex είπε στον Michael Hubbard του Music Ohm τον Μάρτιο του 2010: «Ο κόσμος μας αποκαλεί dream pop αλλά δε δίνουμε σημασία σε αυτό. Μπορούν να μας αποκαλούν όπως θέλουν. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τις ταμπέλες. Όλων τα μυαλά θέλουν να ανακαλύψουν τι είναι κάτι και να το αποκαλέσουν κάπως. Νομίζω ότι ο λόγος που το αποκαλούν dream pop είναι οι ηχητικές υφές που μας εμπνέεουν και το πώς καταλήγουμε να τις χρησιμοποιούμε. Είναι ήχοι κάπως ζεστοί, περίεργοι και θορυβώδεις. Και η φωνή της Victoria είναι πραγματικά όμορφη. Έχει μέσα της αυτή την… ποιότητα.» Σχετικά πάλι με την περιγραφή της μουσικής τους ως dream pop δήλωσε πιο εκτεταμένα στον Patrick Rodgers του Nashville Scene τον Απρίλιο του 2010: «Νομίζω ότι είναι πολύ φυσικό, ένας ακροατής ή ένας κριτικός να επινοήσει μια νέα ταμπέλα. Είναι κάτι που κάνουν οι άνθρωποι. Δεν πιστεύω ότι τα μουσικά είδη υπάρχουν πλέον, ή τουλάχιστον υπάρχουν σε πολύ μικρότερο βαθμό απότι υπήρχαν παλιότερα. Οι επιρροές των ανθρώπων είναι πολύ ποικίλες, μπορεί κάποιος να ακούει Hall & Oates, Billie Holiday, Michael Jackson και Kim Deal ενόσω γράφει ένα τραγούδι. Οι πολιτισμικές μας αναφορές είναι τόσο μαζικές που, εκτός αν κάποιος αντιγράφει συνειδητά ένα μουσικό είδος, όλα ακούγονται ως μοναδικά. Αντιλαμβάνομαι όμως γιατί ο κόσμος μας αποκαλεί dream pop, επειδή πράγματι αγαπάμε pop στοιχεία, όπως την δομή του pop τραγουδιού. Όπως και σε ένα pop τραγούδι, βασίζεται ολοκληρωτικά πάνω σε μια εθιστική φωνητική μελωδία. Έχει ρεφρέν και στροφές όπως τα pop τραγούδια. Είναι κατά πολύ σαν το παραδοσιακό pop τραγούδι που ξεκίνησε στα ’60s. Αγαπώ αυτό το στιλ και νομίζω από κει προέρχεται η pop μας. Το «dream» στον όρο dream pop έρχεται από τους ήχους στους οποίους έχουμε μια κλίση. Σίγουρα μας αρέσουν συγκεκριμένοι ήχοι κιθάρας, συγκεκριμένα keyboards, συγκεκριμένα τύμπανα. Μας αρέσουν συγκεκριμένα πράγματα, είναι η αισθητική των προσωπικών μας συνισταμένων. Όταν το ακούει το κοινό δεν ακούει κάτι άγρια επιθετικό ή χορευτικό, δεν ξέρουν πώς να το καταχωρήσουν κι έτσι ονειρεύονται. Και όπως και νάχει, είναι μια χαρά.»


Queen ‎- Play The Game

Queen «Play The Game / A Human Body» (1980, EMI). Single από το album τους «The Game»

To «Play The Game» των Queen:

To 2009 μετά από τα δύο πρώτα albums τους, οι Beach House βρέθηκαν να κάνουν μια διασκευή στο «Play The Game» των Queen για την indie συλλογή «Dark Was The Night» σε παραγωγή των Aaron Dessner και Bryce Dessner από τους National, στο πλαίσιο της σειράς Red Hot σχετικά με την αφύπνιση του κοινού για το AIDS. Πάρα πολύ κόντρα επιλογή για τους Beach House, ίσως κάποιος σκεφτεί, αλλά όχι και τόσο σύμφωνα με τις δηλώσεις του Alex στον Kyle Smith του Westworld, τον Απρίλιο του 2010: «Η ομοιότητα μεταξύ της δικής μας μπάντας και των Queen είναι ότι και οι δύο βασιζόμαστε πάνω σε περίτεχνες και παραδοσιακές μελωδίες και ακκόρντα. Ξέρεις δεν είναι η τυπική μουσική συγχορδία I-IV-V, δεν είναι rock. Δηλαδή οι ακολουθίες των ακκόρντων τους είναι απίστευτες. Οι μελωδίες τους είναι σαν γραμμένες σε πιάνο. Αυτό όμως πολλές φορές υποσκιάζεται από το γεγονός ότι είναι rock μπάντα και το κοινό ακούει το εκκωφαντικό μπάσο και το ρυθμό. Δεν ακούει αυτές τις όμορφες, καλοφτιαγμένες μελωδίες που είναι τόσο τέλειες. Πάντα αγαπούσα αυτό το τραγούδι γιατί πάντα ένιωθα ότι τα ακκόρντα του είναι τόσο άγρια και όμορφα κι έτσι αποφασίσαμε να τα τονίσουμε, αφαιρώντας το ρυθμό.»

Dark Was The Night

«Dark Was The Night» (2009, 4AD)

Το τραγούδι δεν μπήκε τελικά στη διπλή συλλογή «Dark Was The Night» παρά μόνο στην ψηφιακή εκδοχή της, επειδή η EMI, η εταιρία των Queen δεν έδωσε άδεια με τη δικαιολογία ότι δεν συμμετέχει σε φιλανθρωπικές κυκλοφορίες. Το τραγούδι όμως συμπεριλήφθηκε το 2017 στην κυκλοφορία των Beach House, «B Sides And Rarities«.

To «Play The Game» των Beach House:


Την ίδια χρονιά, το 2009, η Victoria Legrand έσπευσε να ανταποκριθεί στο κάλεσμα των Grizzly Bear να ερμηνεύσει το «Slow Life» για το soundtrack του «Twilight Saga: New Moon«, μια χαμηλότονη απόδοση ενός θλιμένου τραγουδιού που στην ταινία χρησιμοποιείται για να ντύσει τη σκηνή που η Bella Swan (Kristen Stewart) πηδάει στη θάλασσα και βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του νερού.

Twilight Saga - New Moon

«Twilight Saga: New Moon» (2009, Summit Entertainment / Atlantic)

To «Slow Life» των Grizzly Bear featuring Victoria Legrand:


Τον Ιανουάριο του 2010, η Victoria μιλώντας στο Hi Fi Now, δήλωσε ότι δύο από τα τραγούδια που άκουγε εκείνη την εποχή είναι το «Reggae On Broadway» του Bob Marley και το «Day Of The Locusts» του Bob Dylan. Ενδεικτικά δεν είναι με τίποτα του ήχου των Beach House αλλά μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα ίχνη της μελωδικότητας στη σύνθεση και το χτίσιμο των τραγουδιών: γερά τραγούδια με ολοκληρωμένη ταυτότητα και μελωδίες.

Bob Marley ‎– Reggae On Broadway

Bob Marley ‎»Reggae On Broadway / Gonna Get You» (1981, Cotillion). Το τραγούδι ηχογραφήθηκε μεταξύ 1968 – 1972 και κυκλοφόρησε στη συλλογή «Chances Are» με αφορμή το θάνατό του.

Το «Reggae On Broadway» του Bob Marley:


Bob Dylan ‎- New Morning

Bob Dylan «A New Morning» (1970, Columbia)

Το «Day Of The Locusts» του Bob Dylan:


Η δημιουργική διαδικασία των τραγουδιών δεν είναι πάντα ίδια δήλωσε ο Alex στον Patrick Rodgers του Nashville Scene τον Απρίλιο του 2010: «Όλα τα τραγούδια γεννιούνται διαφορετικά. Μερικές φορές, παίζω εγώ την αφετηρία του τραγουδιού ή τη μελωδία και άλλες φορές η Victoria, αλλά πάντα τις δουλεύουμε μαζί. Κατά κάποιο τρόπο τζαμάρουμε μεθοδικά μαζί ή άλλες φορές ακολουθούμε αυτή την περίεργη διαδικασία που παίζουμε μαζί ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα και περιμένουμε να εμφανιστεί το επόμενο βήμα. Συνήθως είναι πολύ διασκεδαστική και πολύ εμπνευστική εμπειρία. Εγώ είμαι περισσότερο ο «ενορχηστρωτής», που προσθέτω στρώσεις ήχων και διάφορα άλλα και η Victoria είναι η βασίλισσα των μελωδιών. Είναι τόσο εκπληκτική να γεννάει μελωδίες από το πουθενά που πραγματικά είναι απίστευτο. Γράφουμε μαζί όμως, τίποτα ξεχωριστά. Θα τραγουδήσει μια μελωδία και εγώ θα πω «wow αυτό είναι εξαιρετικό και θα πει «ναι, το ξέρω». Κάπως έτσι πάει.» Οι Beach House πέρα από την ατμοσφαιρικότητα της dream pop τους έχουν και το συγκριτικό πλεονέκτημα των στίχων τους, πάντα εύστοχοι και κατευθείαν στην ουσία των πραγμάτων. Ο Alex είπε στο Music Ohm τον Μάρτιο του 2010: «Αυτό που ακούς είναι ότι σε όλα τα albums μας φτιάχουμε μουσική για να ακούγεται ξανά και ξανά. Παίρνεις μια αίσθηση του τραγουδιού με την πρώτη ακρόαση και ίσως κάποια λόγια και μετά με κάθε ακρόαση παίρνεις όλο και περισσότερο το νόημα. Δεν το καταλαβαίνεις με την πρώτη. Κάθε φορά που το ακούς προχωράς και λίγο παραπέρα. Μέχρι να βρεθείς στον ιστό της Victoria.»

Σχετικά με τα θέματα που πραγματεύονται στο «Teen Dream» ο Alex βρήκε δύσκολο να τα περιγράψει στην Courtney Sanders του Under The Radar τον Ιανουάριο του 2017: «Όταν μιλάμε για μουσική προσέχουμε πραγματικά πολύ να μην είμαστε συγκεκριμένοι γιατί δεν είναι αυτό η μουσική για μας και σίγουρα δεν είναι αυτό η δική μας μουσική. Τα αισθήματα που έχουν οι άνθρωποι είναι απίστευτα πολυσύνθετα και δεν μπορείς να μιλάς για αυτά με απλούς όρους. Όπως όταν κάποιος λέει «είμαι λυπημένος» μπορεί να σημαίνει ένα πολυσύνθετο συνδυασμό από περηφάνεια, απορία και νοσταλγία και άλλα. Νομίζω ότι προσπαθούμε να αντικατοπτρίσουμε τι νιώθουμε ή να αντικατοπτρίσουμε πώς νιώθουν οι άνθρωποι. Δεν είναι μια προσπάθεια να εκφράσουμε ας πούμε πώς νιώθει μια πληγωμένη καρδιά ή κάτι τόσο συγκεκριμένο, είναι μια προσπάθεια να κάνουμε μουσική εμπνευσμένη. Όταν λειτουργεί όπως πρέπει και όταν ακούγεται συναρπαστική, αυτό συμβαίνει επειδή είναι γεμάτη με ένα συναίσθημα και δεν είναι εύκολο να πεις ποιο είναι αυτό το συναίσθημα ή αν είναι το ένα ή το άλλο. Είναι μόνο αυτό που είναι γραμμένο και προσδιορίζεται από μόνο του. Προσπαθούμε να φτιάχνουμε τραγούδια σύνθετα και πολυδιάστατα. Θέλουμε να είμαστε ένας καθρέφτης της πραγματικότητας, όχι ας πούμε σαν το «Party In The U.S.A.» της Miley Cyrus, ένας χαζός παιάνας που δεν σημαίνει τίποτα.»

Chris Coady

Chris Coady: ο παραγωγός με το μαγικό άγγιγμα έχει επιμεληθεί στο στούντιο ηχογραφήσεις σχημάτων από Foals και TV On The Radio μέχρι Slowdive, Yeah Yeah Yeahs και Future Islands

Σχετικά με τη συνεργασία τους με τον Chris Coady, τον παραγωγό τους, ο Alex είπε στο Dummy τον Ιανουάριο του 2010: «Είχαμε γράψει το 100% των τραγουδιών πριν πάμε στο στούντιο. Κάθε κομμάτι, κάθε ήχο, τα πάντα μέχρι και τις λεπτομέρειες… νιώθαμε ότι έχουμε τελειώσει το δίσκο πριν πάμε στο στούντιο. Δουλειά του λοιπόν είναι… αφού έχει τεράστια εμπειρία… να χρησιμοποιήσει αυτά τα εκπληκτικά μικρόφωνα που υπήρχαν εκεί και αυτή την εκπληκτική κονσόλα και να μας βοηθήσει να ηχογραφήσουμε κάθε ήχο που είχαμε έτσι ακριβώς όπως τον είχαμε φανταστεί. Αυτό έκανε συν κάτι άλλο που το συνειδητοποίησα μετά και ήταν επίσης εκπληκτικό. Βοήθησε στον έλεγχο των ηχογραφήσεων και μας ώθησε να έχουμε την κατάλληλη ενέργεια για τα τραγούδια. Έχει τόσο καλή αίσθηση και αντίληψη για το κάθε τραγούδι… με έβαλε να παίξω και 25 φορές κάποια τραγούδια, ωθώντας με προς το κατάλληλο αίσθημα κάθε φορά. Δεν πιστεύω ότι είχαμε συνεργαστεί με κάποιον τόσο επιδέξιο στο παρελθόν. Δε δουλεύουμε ποτέ με κάποιον που είναι στενόμυαλος. Έχει κι αυτός τρελό μυαλό και πάντα προσπαθεί να δοκιμάσει κάτι καινούργιο και να ανοιχτεί… Ήταν πάντα έτοιμος να αντιληφθεί που πηγαίναμε και δεν προσπάθησε να βάλει τη στάμπα του σε αυτό, με τον τρόπο που φαντάζομαι πολύ παραγωγοί κάνουν, αφού θέλουν πάντα να επιβάλλουν το δικό τους ήχο.»

Jimmy Ruffin ‎- Sings Top Ten

Jimmy Ruffin «Sings Top Ten» (1966, Soul / Motown)

To «What Becomes Of The Broken Hearted» του Jimmy Ruffin:

Οι Beach House χρησιμοποίησαν ένα soul τραγούδι ως σημείο αναφοράς για το αίσθημα που ήθελε να έχει το «Teen Dream«. Ο Alex είπε τον Ιανουάριο του 2010 στο Dummy: «Έχω κλείσει κάπως απέναντι σε άλλες μουσικές, ίσως επειδή ήμασταν πολύ εστιασμένοι στη δική μας. Θυμάμαι όμως που είχα αυτό το όραμα, είχαμε και οι δύο αυτό το όραμα, το τραγούδι του Jimmy Ruffin, «What Becomes Of The Broken Hearted«. Είχα πάθει εμμονή με εκείνο το αίσθημα, όχι τον ήχο του τραγουδιού, αλλά το αίσθημα που βγάζει και το «Teen Dream» ήθελα να έχει αυτό το αίσθημα. Κι είναι κάπως τρελό αίσθημα που σε θέλει από τη μία να μη μείνεις στάσιμος, λέγοντας όλα αυτά τα θλιμένα πράγματα, αλλά είναι ταυτόχρονα και θριαμβικό. Είναι ένα πραγματικά μπερδεμένο αίσθημα, νιώθεις λυπημένος, νιώθεις χαρούμενος, νιώθεις κατεστραμμένος αλλά νιώθεις και… Νομίζω είχα εμμονή με αυτό το πολύμορφο αίσθημα, όπως είπε και η Victoria για το δίσκο, δεν είναι μονοδιάστατος… Ήμουν πραγματικά κατειλημμένος με αυτό το τραγούδι επί μήνες.»

Σε σχέση με το προηγούμενό τους album «Devotion«, η Victoria πιστεύει ότι το «Teen Dream» είναι μια απόδραση από την εσωτερικότητα, όπως είπε τον Ιανουάριο του 2010 στο Dummy: «Πιστεύω ότι το «Devotion» ήταν όλο κάτω από την επιφάνεια. Αυτό που περιέγραψε ο Alex με το «What Becomes Of The Broken Hearted» είναι ότι αποτελεί μια εξαιρετικά εντυπωσιακή διαφυγή από κάτι που είναι εξαιρετικά ταραχώδες και εσωτερικό. Νομίζω ότι αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε με αυτό το δίσκο είναι να χτίσουμε μεγάλα οικοδομήματα με αυτά τα αισθήματα που πάντα είχαμε και πάντα θα έχουμε, που είναι σαν βάθος, σαν ένα εσωτερικό, βαθύ στρώμα ωμής ενέργειας και συναισθήματος. Θέλαμε να εξωτερικεύσουμε αυτή την ενέργεια και νομίζουμε ότι το «What Becomes Of The Broken Hearted» παρότι είναι περίπλοκο και συναισθηματικό κομμάτι, είναι όμως και έντονο και το βιώνεις με το σώμα σου πλέον. Το να θέλεις να χορέψεις ας πούμε και να μην μπορείς, είναι ένα μέρος αυτού του πράγματος. Η μουσική κυριολεκτικά κάνει κάτι στο σώμα σου…»

Το «Walk In The Park» παραμένει ένα από τα αδιαμφισβήτητα highlights του δίσκου. Ένα μικρό κομψοτέχνημα που μοιάζει να παίρνει αμπάριζα από τον Lalo Schifrin και τον John Barry από τα ’60s, όταν έντυναν με ηρωικές μελωδίες τον James Bond ή το «Mission Impossible«. Σε μια νοητή γραμμή παράδοσης, το «Walk In The Park» περνάει από τους Mono και τους Still Corners και τους Purity Ring για να φτάσει στα πιο ρομαντικά ευρωπαϊκά τοπία του Βορρά. Ίσως παίζει έναν γονιδιακό ρόλο το ότι η Victoria είναι ανηψιά του Michel Legrand. Η Victoria τραγουδάει για την αποδέσμευση που πονάει και βρίσκει τρόπους να κρατηθεί από την πραγματικότητα όταν γύρω της ξεθωριάζει το παρελθόν.

Beach House ‎- Teen Dream

Beach House «Teen Dream» (Ιανουάριος 2010, Sub Pop)

To «Walk In The Park» των Beach House:

Πας μία βόλτα στο πάρκο
Γιατί δεν έχεις ανάγκη τίποτα
Το χέρι που κρατάς μερικές φορές
Δεν κάνει τίποτα
Το πρόσωπο που βλέπεις στην πόρτα
Δε στέκεται εκεί πλέον

 Είναι θέμα χρόνου
Να φύγει από το μυαλό μου
Μέσα κι έξω από τη ζωή μου
Θα βγεις από το μυαλό μου
Είναι θέμα χρόνου

 Το πρόσωπο που είδες στην πόρτα
Δεν κοιτάζει εσένα πλέον
Το όνομα που καλείς
Δεν περιμένει την αγκαλιά σου
Ο κόσμος που αγαπάς να aντικρίζεις
Δεν μπορεί να σε κρατήσει πια

 Είναι θέμα χρόνου
Να φύγει από το μυαλό μου
Μέσα κι έξω από τη ζωή μου
Θα βγεις από το μυαλό μου
Είναι θέμα χρόνου

 Περισσότερο, θες περισσότερο
Περισσότερο, θες περισσότερο μου λες
Περισσότερο, μόνο ο χρόνος μπορεί να με ξεπεράσει


Air ‎- Le Voyage Dans La Lune

Air «Le Voyage Dans Le Lune» (2012, Aircheology, Revolvair, Virgin Music)

Το «Seven Stars» των Air featuring Victoria Legrand:

Λίγο πριν κυκλοφορήσουν το τέταρτο album τους «Bloom» η Victoria Legrand έσπευσε στο στούντιο για να τραγουδήσει το «Seven Stars» μαζί με τους Air, μέσα από την καινούργια μουσική επένδυση στο «Voyage Dans Le Lune«, την ιστορική ταινία του Georges Méliès από το 1902.


The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

The Dust Grain Nine: Eurythmics «No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 9 Σχόλια »

Ούτε Φόβος , Ούτε Μίσος, Ούτε Πόνος, Ούτε Σπασμένες Καρδιές

Posted by gone4sure στο 12 Μαΐου 2018

Το «No Fear, No Hate, No Pain (No Broken Hearts)» είναι ένα από τα πρώτα trip hop αριστουργήματα πριν καν συλληφθεί ο όρος, τρομακτικό αλλά και ένα ήπιο πριν την καταιγίδα κομψοτέχνημα μελωδικής έντασης.

Στα μέσα του 1983 λίγο πριν την κυκλοφορία του «Touch», οι Eurythmics ήταν μια τελείως διαφορετική κατάσταση από κείνη τη μπάντα που σχεδόν κανά χρόνο νωρίτερα είχε αποφασίσει να δοκιμάσει την τύχη της στην pop. Τα δύο πρόσφατα singles τους «Sweet Dreams  (Are Made Of This)» και «Love Is A Stranger» είχαν ανεβεί στο top 10 της Βρετανίας και τους είχαν κάνει γνωστούς σε κάθε νοικοκυριό, κάτι που ο Dave Stewart και η Annie Lennox δεν είχαν ποτέ φανταστεί όταν ξεκινούσαν ως The Catch το 1977 και κατόπιν ως The Tourists το 1978.

Eurythmics

Eurythmics: ο Dave Stewart ως μυστήριος κονφερασιέ και η Annie Lennox ως teddy boy

Μέσα σε όλη αυτή την πρωτόφαντη θριαμβική επιτυχία βρήκαν το χρόνο να ηχογραφήσουν το «Touch«: «Το ηχογραφήσαμε πολύ γρήγορα, στον πάνω όροφο των Church Studios στο Crouch End. Το φτιάξαμε τόσο γρήγορα μάλιστα που ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί το στούντιο και ο Michael Kamen κατέληξε να διευθύνει την ορχήστρα στο διάδρομο.» O δίσκος διαθέτει μια ευρεία γκάμα επιρροών, από καραϊβικές (όπως π.χ. το «Right By Your Side«) μέχρι και τις συνήθεις ηλεκτρονικές. Η Annie Lennox αποδίδει αυτή την ευρύτητα στο γεγονός ότι λειτουργεί σαν «σφουγγάρι» ή στο ότι κατάγεται από τη βορειοανατολική Σκοτία (Aberdeen) όπου «ακόμα και η θάλασσα είναι γκρίζα» οπότε πάντα αγκάλιαζε το αντίθετο, δηλαδή το χρώμα και την ποικιλομορφία. Η εκδοχή του Dave Stewart είναι διαφορετική. «Τα πρώτα χρήματα που πήρα ήταν για το «Sweet Dreams» και πάντα ονειρευόμουνα να πάω στην Καραϊβική. Έκλεισα μια πτήση, έφτασα εκεί ανήμερα Χριστουγέννων και πέρασα όλη τη νύχτα στην παραλία και σκεφτόμουνα «τι κάνω εδώ;». Πριν από το «Touch» εστιαζόμασταν στον παγωμένο, ηλεκτρονικό, ευρωπαϊκό τύπο μουσικής και η επιτυχία του «Sweet Dreams» σήμαινε ότι μπορούμε να πειραματιστούμε. Ήμασταν ελεύθεροι στο μυαλό μας και δε χρειαζόταν να επαναληφθούμε.»

Eurhythmics - Touch

Eurythmics «Touch» (1983, RCA)

Το «Touch» ηχογραφήθηκε, μιξαρίστηκε και ολοκληρώθηκε φρενιτωδώς μέσα σε τρεις εβδομάδες, έφερε την υπογραφή στην παραγωγή του Dave Stewart και στην ηχοληψία του Jon Bavin οι οποίοι έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να εκμεταλλευτούν την καινούργια 24κάναλη κονσόλα που είχαν πάρει. Ο Dean Garcia πολύ πριν σχηματίσει τους Curve έπαιζε μπάσο, ο Dick Cuthell, πνευστά (τρομπέτα, flugelhorn και κορνέτο) και ο Michael Kamen πριν γίνει άσος στα κινηματογραφικά soundtracks διηύθηνε την Βρετανική Φιλαρμονική. Ανάμεσα στον εξοπλισμό της μπάντας υπήρχε και μια voyetra, ένα αναλογικό, πολυφωνικό synthesizer που αναπαρήγαγε «αληθινούς ήχους» όπως τα steel drums που ακούγονται στο «Right By Your Side«, το ένα από τα τρία singles που βγήκαν από το album μαζί με τα «Here Comes The Rain Again» και «Who’s That Girl«.  Οι Eurythmics άρχιζαν να πειραματίζονται με καινούργια τεχνολογία και νέους τρόπους ηχογράφησης.

Eurythmics in Suits

Eurythmics στην εποχή της ανδρογυνικής φάσης της Annie Lennox

Όταν είχαν πρωτοσχηματιστεί ως ντουέτο μετά τη διάλυση των Tourists, είχαν γράψει ένα μανιφέστο τίτλων στον τοίχο του στούντιό τους με αυτά που προτιμούν και αυτά που δεν τους αρέσουν. Ανάμεσα στις προτιμήσεις τους ήταν η Tamla Motown, η electronica, η ψυχρότητα, η ανεξαρτησία. Στο «Touch» τις χώρεσαν όλες και στα επόμενα albums τους ακόμα περισσότερο. Αυτό που έκανε τόσο ακαταμάχητη την pop των Eurythmics είναι ότι κατάφερνε κάτω από το θελκτικό στρώμα της εύλπηπτης παραγωγής να πραγματεύεται συγκρουσιακά και αντιθετικά πράγματα, να σκανδαλίζει και να θέτει ερωτήματα για διλήμματα που ποτέ δεν έχουν λυθεί, αλλά κάθε ακροατής έχει τη δική του εμπειρία και γνώμη για αυτά. To στιλ τους έμοιαζε να διαμορφώνεται τόσο από την mainstream ευρωπαϊκή pop όσο και από την ηλεκτρονική πρωτοπορία όπως είχε φανεί από το ντεμπούτο τους κιόλας «In The Garden» που ηχογραφήθηκε κάτω από την φτερούγα του Conny Plank. Από τη μία η soulful θερμότητα από την άλλη η παγωμένη πατίνα του synth. Από τη μία η θετικότητα και ο έρωτας από την άλλη η μύχια βία και η εξουσία πάνω στον άλλο. Ο Dave Stewart δήλωσε στον Kurt Loder του Rolling Stone, τον Σεπτέμβριο του 1983: «Δεν υπάρχει avant garde μουσικός που να ξέρω και να μη μου αρέσει. Δηλαδή αγαπώ τους ABBA αλλά και τον Holger Czukay (των Can) ή αγαπώ τους Velvet Underground και το «Chirpee Chirpee Cheep Cheep«, κατάλαβες; Υπάρχει κάτι σπουδαίο στην αντιθετότητα των πραγμάτων και υπάρχει κάτι σπουδαίο και στην τελειότητα επίσης. Η Anne και γω αγαπάμε αυτό το είδος διττότητας. Είναι το θέμα σχεδόν κάθε τραγουδιού που έχουμε γράψει – η διττότητα των πάντων: ένας αλήτης είναι ξαπλωμένος στη γωνιά του δρόμου ενώ κάποιος τον προσπερνάει φορώντας ένα γούνινο παλτό. Το αίσθημα της αγάπης μπερδεμένο με τρομακτικά αισθήματα ενοχής και τύψης. Όλη η ζωή είναι αυτό το είδος της συνεχούς αναταραχής. Είναι σπουδαίο, είναι τρομερό – είναι ο τρόπος που είναι φτιαγμένη η ζωή.»

Annie Lennox - Rolling Stone

Η Annie Lennox στο εξώφυλλο του Rolling Stone τον Σεπτέμβριο του 1983

Το «No Fear, No Hate, No Pain (No Broken Hearts)» μέσα στη ροή του album τους ακούγεται σαν μία βραδυνή, εφιαλτική βόλτα, τονισμένο από την γυαλάδα του synthesizer στο υπόβαθρο αλλά και από την φαντασία της ηρωίδας που νιώθει τις αντοχές της να τελειώνουν, βυθισμένη στην άχρωμη, καθημερινή ρουτίνα της. Το τραγούδι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενά της με το όπλο στα χέρια της και για μια ακόμα φορά η αντίθεση (ζεστός ήλιος – παγωμένο ατσάλι – όπλο) πρωταγωνιστούν στο σασπένς. Ένα trip hop τραγούδι πριν το Bristol εδραιώσει τον όρο, με ένα ρεφρέν ευχή που προφανώς δεν πραγματοποιείται.

Το «No Fear, No Hate, No Pain (No Broken Hearts)» των Eurythmics:

Λοιπόν το πρωί
Που ξεκινάει η μέρα μας
Και έχεις το αίσθημα του κρύου κρύου ατσαλιού
Κι όταν σηκώνεται ο ήλιος
Μοιάζει με μία ακόμα καινούργια ταραχή
Λες ότι κανένας δε σου είπε
Ότι θα ένιωθες έτσι

Ούτε φόβος , ούτε μίσος, ούτε πόνος ούτε σπασμένες καρδιές

Έχεις το φονικό όπλο
Το κρατάς στο χέρι σου
Και έχεις το αίσθημα του κρύου κρύου ατσαλιού
Κι όταν σηκώνεται ο ήλιος
Μοιάζει με μία ακόμα καινούργια ταραχή
Λες πυροβόλησε, πυροβόλησε, πυροβόλησέ το
Πυροβόλησέ το

Η Annie Lennox τραγουδάει με αυτή τη δωρική δραματικότητα που έκανε τις ερμηνείες της να ακούγονται σαν μικρές, αγωνιώδεις πράξεις στην σουρεαλιστική όπερα της καθημερινής ζωής. Συντονισμένη άψογα με την εξωτερική εμφάνισή της, η απόδοση της Annie Lennox έθετε ένα τέρμα στο πώς εκμεταλλευόταν η pop τη γυναικεία αφέλεια. Ντυμένη με κοστούμια, αγέλαστη και ίσως απειλητική, η Annie Lennox χαρακτηρίστηκε ως «ένα αμάγαλμα μεταξύ David Bowie και Judy Garland» από το Rolling Stone το 1983 και έθεσε τον ανδρογυνισμό στην καθημερινή ατζέντα όχι μόνο του ευρωπαϊκού ακροατηρίου αλλά και του αμερικανικού σοκάροντας τα ήθη της μουσικής βιομηχανίας με τη δεύτερη εισβολή των βρετανών στα αμερικανικά charts στις αρχές των 80s. Στο βιβλίο «She Bop, The Definitive History Of Women In Rock, Pop And Soul«, της Lucy O’ Brien, φιλοξενείται η δήλωση της Annie Lennox πάνω στην εικόνα της: «Ήθελα να δω αν μπορώ να ξεφορτωθώ τη γυναίκα εντελώς και σκότωσα αποφασιστικά την Annie των Tourists. Ήξερα ότι αυτό θα προκαλέσει κάποια αντίδραση – κάποιοι ύψωσαν τα φρύδια. Υπάρχει κάτι πολύ ανατρεπτικό σε αυτό που απολάμβανα. Επέλεξα τα κοστούμια όχι επειδή ήταν αλλόκοσμα αλλά επειδή είναι ουδέτερα. Θέλαμε το δυνατότερο σύμβολο της κανονικότητας που θα μπορούσαμε να βρούμε.»

Film_set_photograph_of_Marlene_Dietrich_for_Josef_Von_Sternberg_s_film_production,_Morocco._c1929._IMGUR.

Η Marlene Dietrich με κοστούμι στην ταινία «Marocco» του 1929.

Η ίδια η Lucy O’ Brien γράφει για την επανάσταση που επέφερε η Annie Lennox στο pop mainstream με το ανδρογυνικό στιλ της: «Το Κοστούμι είναι μία δυνατή φόρμα εργασίας στη γλώσσα της κορπορατικής πραγματικότητας. Οι pop stars ιστορικά έχουν καταφερθεί εναντίον όλων αυτών που αντιπροσωπεύει αλλά στη designer δεκαετία των ’80s οι Eurythmics βρέθηκαν στην εμπροσθοφυλακή μιας σκηνής  γεμάτης χειραγώγηση και ειρωνία. Είκοσι χρόνια νωρίτερα ο Bob Dylan νέρωσε το κρασί του, όταν αναζητούσε δισκογραφικό συμβόλαιο, φορώντας κοστούμι για να συναντήσει τα δισκογραφικά στελέχη. Η κίνησή του αυτή πλήρως κομφορμιστική και αφελής τον έκανε να φαίνεται σχεδόν αστείος αν αναλογιστεί κανείς την στάση διαμαρτυρίας που κράτησε αργότερα, σε σύγκριση με τους Eurythmics που υιοθέτησαν οι ίδιοι τον κώδικα του ελέγχου. Ο ρόλος της Lennox σε αυτό ήταν σημαδιακός.

Grace Jones

H Grace Jones «φιλοτεχνημένη» από τον Jean Paul Goode.

Με το κοστούμι της, σε συνδυασμό με τα κοντοκουρεμένα πορτοκαλί μαλλιά της, προχώρησε ακόμα παραπέρα από την σκανδαλιστική θεατρικότητα της Marlene Dietrich ή την Grace Jones. Με ένα αποστασιοποιημένο συναισθηματικά post punk πακέτο, έκανε δήλωση για το προϊόν, τη βιομηχανία, και τον γυναικείο καλλιτεχνικό έλεγχο.» O Jack Stevens, A&R της Annie Lennox στα πρώτα βήματά της και ένας από τους πλέον μακρόβιους ανθρώπους της δισκογραφίας στη Βρετανία, αναγνώρισε την Annie Lennox ως μια ισάξια επαγγελματία με όλους τους ικανούς ανθρώπους της βιομηχανίας: «Οι περισσότερες γυναίκες στη δισκογραφία πασχίζουν γιατί α. Είναι μια σωβινιστική βιομηχανία και β. οι γυναίκες τείνουν να θεωρούνται δεύτερης κλάσης. Η Annie ποτέ δεν συμβιβάστηκε, ήταν αποφασισμένη να προχωρήσει νε τους όρους της δικής της διανοητικότητας παρά να είναι ένα ανόητο, αφελές κορίτσι. Ως αποτέλεσμα είχε να διαθέτει μεγαλύτερη καλλιτεχνική διορατικότητα και ήταν έτοιμη να υποφέρει για αυτό. Δουλεύοντας με την Annie κατάλαβα ότι μια αποφασισμένη γυναίκα που παίρνει σοβαρά την καριέρα της είναι η καλύτερη εκδοχή από οποιαδήποτε άλλη. Όλοι μιλούν υποτιμητικά για τις γυναίκες που άγονται και φέρονται και τελικά παίρνεις περισσότερα από τους άντρες από,τι με τις γυναίκες. Δεν υπήρχε κανένα τέτοιο ηλίθιο παιχνιδάκι – με την Annie ήταν μόνο δουλειά.»

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

The Dust Grain Eight: The Cyrkle «The Visit (She Loved Me)»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , | 10 Σχόλια »

Η Επίσκεψη

Posted by gone4sure στο 5 Μαΐου 2018

Το «Visit (She Loved Me)» είναι η αθωότητα η ίδια, μελοποιημένη σε μια απαλή, βελούδινη ονείρωξη.  Ένα τραγούδι για την καθαρότητα, τη νοσταλγία και τις πολύτιμες μνήμες, ένα απλό αλλά καταλυτικό τραγούδι αγάπης με αρμονία και ηλιαχτίδες.

Το 1967 ήταν μια πολύ έντονη χρονιά για τους Cyrkle. Μέσα σε διάστημα μερικών μηνών βρίσκονταν από τη μία μέσα στο chart των singles του Billboard και από την άλλη στα πρόθυρα της διάλυσής τους. Το απλό και χαρμόσυνο beat pop κράμα των Cyrkle σε συνδυασμό με την sunshine pop της εποχής τους άντεξε για δύο χρόνια μέσα στον ανταγωνισμό της τρομερά ανθισμένης μουσικά περιόδου μεταξύ beatlemania και καλοκαιριού της αγάπης. Οι Cyrkle ήταν όμορφοι, καθαροί και χαμογελαστοί και δεν θα μπορούσαν να έχουν επιβιώσει περισσότερο σε μια μουσική βιομηχανία που προτιμούσε τους ζόρικους garage rockers και τους sexy ψυχεδελικούς του πλουμιστού paisley.

Cyrkle Zebra Costumes

Οι Cyrkle στυλάτοι κι έτοιμοι για την beat pop καριέρα μετά τα φοιτητικά χρόνια τους στο Lafayette College

Σχηματίστηκαν το 1961 ως Rondells στο Easton της Pennsylvania ενόσω σπούδαζαν στο κολλέγιο Lafayette, από τους δύο κιθαρίστες και τραγουδιστές Don Dannemann και Tom Dawes με τον Earl Pickens στα πλήκτρα και τον Marty Fried στα τύμπανα αλλά το μοναδικό single τους «Parkin’ At The Kokomo» / «Don’t Say That You Love Me» το 1965 στην ABC Paramount δεν κατάφερε καμία εμπορική επιτυχία. Eνόσω συζητούσαν τη διάλυσή τους ως Rondells, μια συγκυρία άλλαξε τα σχέδιά τους. «Όταν πήγα στο κολλέγιο είχα προβλέψει ότι δεν θα μου άρεσε το rock ‘n’ roll,» είπε ο Dannemann στον Barry Francos του περιοδικού Blitz τον Νοέμβριο του 1982.  Άρχισε να μου αρέσει όμως αλλά ποτέ δεν έπαιξα πραγματικά rock ‘n’ roll. Γνώρισα δύο συμφοιτητές μου στο κολλέγιο και ονομαστήκαμε The Rondells. Νομίζω υπήρχαν πολλά σχήματα με αυτό το όνομα τότε. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μου άρεσε αυτό το όνομα. Γίναμε η πιο καυτή μπάντα σε όλο το Lafayette, ήμασταν η φυσική επιλογή όλων των κολλεγιακών parties στις αδελφότητες. Αρχίσαμε να βγάζουμε πολύ καλά χρήματα, περίπου 400 δολλάρια κάθε φορά. Όταν αποφοιτήσαμε ήμασταν έτοιμοι να διαλυθούμε.» Σε μια συναυλία τους το καλοκαίρι του 1965 στο Alibi Lounge στο New Jersey τούς πλησίασε ο δικηγόρος Nat Weiss από τη Νέα Υόρκη και αφού τους δήλωσε τον θαυμασμό του κανόνισε μια συνάντηση μαζί με τον Brian Epstein μαζί με τον οποίο ετοίμαζε την ίδρυση μιας εταιρίας management για αμερικανικά σχήματα.

Brian Epstein

Ο Brian Epstein υπέγραψε τους Cyrkle, στην εταιρία management που είχε μαζί με τον νεοϋορκέζο δικηγόρο Nat Weiss

«O Nat μας κάλεσε σε ένα party στο Upper East Side του Manhattan,» δήλωσε ο Don Dannemann στον Kasey Chambers τον Μάιο του 2017. «Όταν πήγα με κατέβασε κάτω όπου βρισκόταν μια λιμουζίνα απ’ έξω. Άνοιξε την πόρτα και μέσα καθόταν ο Brian Epstein στον οποίο με σύστησε. Είπε «Brian, να σου συστήσω τον Don Dannemann, έναν από τους καλύτερους μουσικούς που γνωρίζω.» Του έσφιξα το χέρι και είπα, «Brian, χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω» και στη συνέχεια ανταλλάξαμε λίγες κουβέντες. Μετά ο Nat μού έκανε νόημα να βγω από το αυτοκίνητο, η λιμουζίνα έφυγε κι έμεινα στο πεζοδρόμιο με ανοιχτό το στόμα, μαζί με ένα φίλο που είχα μαζί μου.»

Live Beatles Poster

Η προωθητική αφίσα της συναυλίας των Beatles στην Washington με support τους Cyrkle και τις Ronettes.

Στη συνέχεια, ο Nat Weiss έφερε τον παραγωγό της Columbia, John Simon στο club Downtown στην πλατεία One Sheridan της Νέας Υόρκης και έτσι κλειδώθηκε η συνεργασία τους με την Columbia. O John Lennon βάφτισε στη συνέχεια το σχήμα από Rondells σε Cyrkle και ο Brian Epstein κανόνισε να παίξουν ως support στην επόμενη αμερικανική περιοδεία των Beatles. Eύκολα το single τους «Red Rubber Ball«, ένα κομμάτι που είχε γράψει ο Paul Simon με τον Bruce Woodley των Seekers, έφτασε ως το Νο.2 του chart στην Αμερική. Το «Red Rubber Ball» το δώρισε ο Paul Simon στον Tom Dawes όταν ο Dawes περιόδευε μαζί με τους Simon & Garfunkel στην Αμερική το 1965 και η μεγάλη επιτυχία του τούς παρότρυνε να ονομάσουν και το ντεμπούτο album τους με τον ίδιο τίτλο το 1966. Είναι κάπως ειρωνικό το ότι το τραγούδι που τους εμπόδισε να ανεβούν στην κορυφή ήταν το «Payperback Writer» των Beatles, τον Ιούλιο του 1966. Την επόμενη φορά που ο Paul Simon τούς πρόσφερε ένα τραγούδι του για να ηχογραφήσουν, οι Cyrkle δεν φάνηκαν το ίδιο σοφοί. Το τραγούδι ήταν το «The 59th Street Bridge Song (Feelin’ Groovy)«, το οποίο απέρριψαν κακώς, αφού το ερμήνευσαν οι Harper’s Bizzare και έγινε το πρώτο τραγούδι τους που ανέβασαν στο αμερικανικό chart τον Φεβρουάριο του 1967, φτάνοντας στο Νο.13. Και το δεύτερο single από το πρώτο album τους, το «Turn Down Day» έφτασε στο Νο.16 του chart, ένα κομμάτι με έντονη μπητλική επιρροή αφού περιλάμβανε σιτάρ από τον Tom Dawes.

The Cyrkle Members

Cyrkle - Neon

The Cyrkle «Neon» (1967, Columbia)

Το πρώτο τραγούδι τους που κυκλοφόρησαν σε single από το δεύτερο δίσκο τους «Neon» (1967) με καινούργιο κιμπορντίστα τον  Mike Losecamp αφού ο Earl Pickens είχε αποχωρήσει, ήταν το «Please Don’t Ever Leave Me» έφτασε μόλις μέχρι το Νο.59. Στη συνέχεια, κυκλοφόρησαν ένα ακόμα τραγούδι του Paul Simon σε single, το «I Wish You Could Be Here«, φάνηκε όμως ότι η επιτυχία τους άρχισε να φθίνει, αφού έφτασε μόλις μέχρι το Νο.70 στο αμερικανικό chart. Στη δεύτερη πλευρά όμως, υπήρχε το «Visit (She Loved Me«) ένα διαμαντάκι αρμονίας, γραμμένο από τον Bodie Chandler των Barry & The Tamerlanes και τον Edward McKendry που πραγματεύεται τον άδολο, καθαρό έρωτα και τη μνήμη του. Ο ήρωας του τραγουδιού μπερδεύει την πραγματικότητα με το όνειρό του και δεν είναι σίγουρος αν πράγματι η κοπέλα τον επισκέφθηκε ή απλά τη θυμάται από παλιά.

Cyrkle - Visit

The Cyrkle «I Wish You Could Be There» / «The Visit (She Loved Me)» (1967, Columbia)

To «Visit (She Loved Me)» των Cyrkle:

Ήταν εδώ μαζί μου σήμερα
Περπατούσαμε απαλά κρατώντας τα χέρια μας
Και νόμισα ότι την άκουσα να λέει
Ότι με αγαπούσε

Καθώς περπατούσαμε ένιωσα τα μάτια της
Να κοιτούν βαθιά μέσα στα δικά μου
Και νομίζω την άκουσα να αναστενάζει
Ότι με αγαπούσε

Και στο δρόμο μοιραστήκαμε μια – δύο σκέψεις μας
Έμοιαζε σαν να την γνωρίζω καλά
Μετά έσκυψε πάνω μου και καθώς φιλιόμασταν
Κατάλαβα ότι η καρδιά μου λύγισε

Ήταν εδώ

Τώρα είμαι χαμένος κι αναρωτιέμαι
Σαν να ξύπνησα ξαφνικά
Ήταν αλήθεια ή όνειρο;
Ήταν εδώ;

Ήταν πραγματικά εδώ σήμερα;
Ή απλά αναπολούσα
Τις μέρες που την άκουγα να λέει
Ότι με αγαπούσε

Ήταν πραγματικά εδώ σήμερα;
Με αγαπούσε
Με αγαπούσε

Poster Visit Single

Διαφημιστική καταχώριση για το single «I Wish You Could Be Here» / «The Visit (She Loved Me)»

H διασκευή τους στο «Turn Of The Century» των Bee Gees έφτασε σε ένα απογοητευτικό Νο.112, ενώ τα δύο επόμενά τους τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο του 1968 (που κυκλοφόρησαν από την εταιρία τους ενόσω είχαν ήδη διαλυθεί τον Ιανουράριο του 1968) δεν μπήκαν καν στο chart. «Διαλυθήκαμε επειδή το συγκρότημα σταμάτησε να σημειώνει επιτυχίες για δύο λόγους: ο ένας είναι ότι δεν ήμασταν συναρπαστικές προσωπικότητες. Παρότι τα πηγαίναμε καλά στο κολλέγιο, δεν προσελκύαμε πολλούς ανθρώπους στις συναυλίες μας. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν κάναμε σοφές επιλογές τραγουδιών και δεν είχαμε οργανωμένη προώθηση.» Ίσως η ιδέα της διάλυσής τους να έγινε πιο πιθανή μετά τα νέα του θανάτου του Brian Epstein στις 27 Αυγούστου 1967. Μία ακόμη κυκλοφορία το 1970 διατήρησε το όνομα των Cyrkle ζωντανό, το soundtrack της κατασκοπικής ταινίας «The Minx» (που κρίθηκε αυστηρά ακατάλληλη και προβλήθηκε σε πολύ περιορισμένο κύκλωμα αιθουσών) που υπήρχε στο συρτάρι από το 1968 χωρίς να κυκλοφορήσει, στην οποία ταινία εμφανίζονται και οι ίδιοι οι Cyrkle παίζοντας επί σκηνής με κοστούμια αλά Sgt. Peppers το «Murray The Why«.

Μετά τη διάλυσή τους, οι Don Dannemann και Tom Dawes έγιναν πετυχημένοι διαφημιστές γράφοντας μουσική και jingles για την Continental Airlines, την Swanson Foods μέχρι την Alka Seltzer, αφού είχαν ήδη κυκλοφορήσει σε single το 1966 ένα διαφημιστικό που είχαν κάνει για τους αντιπρόσωπους της Chevrolet, με τίτλο «Camaro«. Ο Marty Fried πήγε στη Νομική του Wayne State από όπου αποφοίτησε το 1972 κι έγινε πολύ πετυχημένος δικηγόρος στο Detroit και ο Earl Pickens έγινε χειρουργός στο Gainsville της Florida. Το 1986 οι Cyrkle επανασχηματίστηκαν για μια συναυλία στο κολλέγιο Lafayette από όπου ξεκίνησαν στο πλαίσιο του Hands Across America, στην εικοστή επέτειο της επιτυχίας τους «Red Rubber Ball«. To 1997 η Sundazed κυκλοφόρησε μια συλλογή τους με τίτλο «Red Rubber Ball: A Collection«. Ο Don Danneman με τη σύζυγό του Eileen κυκλοφόρησαν ένα single το 1981 μετά τη δολοφονία του John Lennon, το “Mother and Lover” / «I Did It for You«, ως φόρο τιμής, στον σπουδαίο Beatle.

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

The Dust Grain Seven: Fad Gadget «Saturday Night Special»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , | 11 Σχόλια »