All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for 3 Απριλίου 2018

Andy McCluskey: OMD επί παντός

Posted by gone4sure στο 3 Απριλίου 2018

Η παρακάτω συνέντευξη αναρτήθηκε στα τέλη του 2017 στο Jumping Fish το οποίο δεν υπάρχει πλέον. Την αναρτώ και εδώ για να υπάρχει.

Ο Andy Mc Cluskey βρέθηκε στην Αθήνα στο πλαίσιο του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας 2017 ως μέλος της κριτικής επιτροπής για την διάκριση του Καλύτερου Μουσικού Ντοκιμαντέρ. Η συγκυρία στάθηκε πολύ ευνοϊκή και για την προώθηση του καινούργιου album των OMD, «Punishment Of Luxury» που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από την Undo Records. Είχα την ευκαιρία να μιλήσω για μια ώρα μαζί του, μετά από ένα μεσημεριανό δείπνο Κυριακής -στην ταβέρνα Μανώλης του φίλου μου του Γερανιού στον Παράδεισο Αμαρουσίου ή στο Πολύδροσο Χαλανδρίου, δεν έχει αποφασιστεί ακόμη η τοποθεσία- και δεν πίστευα στην απίστευτη τύχη μου, να βρεθώ μαζί με έναν από τους θρυλικούς φωτοδότες της μουσικής εκπαίδευσής μου, σε μια pop που επί 40 χρόνια δεν πρόδωσε ποτέ την διαρκή παροχή τραγουδιών που ομόρφαιναν και γύμναζαν την φαντασία μου καθώς μεγάλωνα μαζί με τους OMD.

Ο Andy είναι εξαιρετικός συζητητής όσο και τραγουδοποιός. Με εντυπωσιάζει το πόσο συχνά χρησιμοποιεί τις λέξεις «ethos«, «modern» και «new«, πόσο σοφά έχουν καταχωρηθεί μέσα του οι εμπειρίες του, πόσο τολμηρά μιλάει για τις αδυναμίες και τα τρωτά του στοιχεία, πόσο γενναία εξυμνεί την αγάπη, για τη θεωρία ομογενοποίησης που εφαρμόζεται πρώτα από όλα στην μπύρα Budweiser και πόσο άρτια είναι η πολιτική σκέψη του. Είναι απόλαυση να μιλάς μαζί με κάποιον άνθρωπο που σε γοητεύει με τη δική του ανάγνωση πάνω στο brexit και τη χειραγώγηση των μαζών αλλά και για το glitch και την technoid pop που έχει επηρρεάσει το καινούριο υλικό τους στο «Punishment Of Luxury«. Είναι απόλαυση να γίνεσαι κοινωνός στο «αδιέξοδο» αλλά και στην «επιδεξιότητα» ενός ορκισμένου μοντερνιστή που βρίσκεται παγιδευμένος «στο χάος του μεταμοντέρνου». Όπως η δύναμη του υλικού των OMD βρίσκεται στις γερές μελωδίες (γεμάτο από αυτές το «Punishment Of Luxury«) έτσι και η δύναμη της εξωλεκτικής τού Andy είναι μια σωματική εκφραστικότητα και μια διαύγεια σκέψης που σε κάνει να θες να του μιλάς διαρκώς.

Τον ενημερώνω ότι ένα από τα πιο αγαπημένα instrumentals της ζωής μου είναι το «Southern» από το παρεξημένο album των OMD, «Pacific Age«. Του εκφράζω το πώς το συγκεκριμένο κομμάτι εξάπτει τη φαντασία μου, με κάνει να πετάω σε ουρανούς αισιοδοξίας και μου χαρίζει μια προοπτική για τα πράγματα που είναι πολύτιμη για μένα.

To «Southern» των OMD:

Νιώθω ότι είναι πολύ άνετος κι αποκτάει μια διαολεμένη όρεξη να μιλήσει…

OMD - 2016 SHOT

Ο Andy McCluskey, ένας μοντερνιστής ατενίζει το αύριο

Andy, γιατί θες να «τιμωρήσεις την πολυτέλεια»;

«(Γελάει) Όχι όχι, δεν θέλω να τιμωρήσω την πολυτέλεια. Ξέρεις, το θέμα είναι ότι το μόνο που κάνουμε είναι να αγοράζουμε και να έχουμε στην κατοχή μας πράγματα. Όμως οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα στον δυτικό κόσμο κατέχουμε αρκετά ήδη πράγματα σε υλικό επίπεδο. Περισσότερα από όσα χρειαζόμαστε. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει ένας κορεσμός στην παραγωγή με αποτέλεσμα να παράγεται πληθώρα προϊόντων και οι κατασκευαστές να μην έχουν κέρδος. Αυτό που κάνουν λοιπόν είναι να μας πείθουν να αγοράζουμε όλο και περισσότερα καινούργια προϊόντα κάθε χρόνο. Εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια πριν, περνούσαμε 18 και 20 ώρες την ημέρα προσπαθώντας να εξασφαλίσουμε τροφή, στέγη και ασφάλεια. Σήμερα οι άνθρωποι δουλεύουν 8 με 10 ώρες την ημέρα και έχουν και χρόνο να ξεκουραστούν. Ωστόσο το μυαλό των ανθρώπων είναι απίστευτο: σκεφτόμαστε και σχεδιάζουμε πράγματα αλλά ωστόσο συνεχίζουμε να ανησυχούμε και επηρρεαζόμαστε από τους ανθρώπους του marketing που μας κάνουν να αγοράζουμε πράγματα που δεν έχουμε ανάγκη.»

Το «Punishment Of Luxury» των OMD:

Δημιουργούν ανάγκες: αν δεν αγοράσεις αυτό κάτι κακό θα συμβεί…

«Ακριβώς. Δημιουργούν μια ανάγκη, ότι αν δεν αγοράσεις αυτό το συγκεκριμένο δεν θα αξίζεις την αγάπη. Τα παιδιά σου δεν θα σε αγαπούν αν δεν τους αγοράσεις το καινούργιο x-box, η γυναίκα σου θα ντρέπεται επειδή το αυτοκίνητό σου είναι παλιό. Μάλιστα αν η γυναίκα σου δεν είναι ωραία θα αλλάξει και την εικόνα της. Πρέπει να αγοράσεις αυτά τα ρούχα, πρέπει να πιεις αυτή τη μπύρα, πρέπει να πας εκεί διακοπές. Είναι μια συνεχής πίεση να νιώθεις ότι πρέπει να έχεις κι άλλα. Ωστόσο έχουμε αρκετά. Περισσότερα από αρκετά οι περισσότεροι από μας. Είμαστε όμως όλο και πιο δυστυχείς γιατί έχουμε υποστεί μια πλύση εγκεφάλου να σκεφτόμαστε ότι πάντα χρειαζόμαστε περισσότερα και ακόμα περισσότερα, από ανθρώπους που προσπαθούν να μας πουλήσουν κάτι. Αυτή λοιπόν είναι η «Τιμωρία της Πολυτέλειας».»

Θα αλλάξει κάτι λοιπόν από αυτά στην εποχή του Brexit;

«Oh shit… Η ιστορία με το brexit είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό που έχει ενδιαφέρον με αυτή την υπόθεση είναι ότι έχουμε πλέον συνειδητοποιήσει ότι οι πολιτικοί λένε ψέμματα. Ωστόσο βλέπουμε και τους ανθρώπους του marketing να λένε ψέμματα επίσης, αλλά συνεχίζουμε να τους πιστεύουμε. Ξέρουμε λοιπόν ότι οι πολιτικοί λένε ψέμματα όταν όμως το ψέμα τους ταιριάζει με αυτό που σκεφτόμαστε. Όταν λοιπόν οι πολιτικοί στην Αγγλία λένε ότι έρχονται οι μετανάστες και παίρνουν τις δουλειές μας και χρησιμοποιούν τα δικά μας χρήματα για το Εθνικό Σύστημα Υγείας και σπαταλάμε χρήματα στην Ευρώπη και πρέπει να αποκτήσουμε ξανά τον έλεγχο της κατάστασης, οι άνθρωποι λένε «ναι, σωστά!». Παρόμοιοι άνθρωποι μ’ εκείνους που θέλουν «να κάνουν την Αμερική, σπουδαία, ξανά». Είναι οι άνθρωποι που δεν είναι ευτυχισμένοι και πιστεύουν ότι το παρελθόν ήταν καλύτερο. Θέλουν πίσω την Αγγλία των ’50s. Όπως και οι Αμερικανοί θέλουν πίσω την Αμερική των ’60s. Μπορώ να καταλάβω έναν λευκό από το Detroit που δεν έχει δουλειά και η γυναίκα του πρέπει να δουλεύει σε δύο δουλειές, ο γιος του είναι gay και η κόρη του έχει φέρει στο σπίτι ένα μεξικανό εραστή. Αυτός λοιπόν φωνάζει «πού στο διάολο είναι η δική μου Αμερική; Τη μισώ αυτή την καινούργια Αμερική. Δεν είναι η δική μου». Και έρχεται ο άλλος και του λέει «θα σου δώσω πίσω την Αμερική σου». Φυσικά ο άνθρωπος αυτός από το Detroit θα πει «ναι! θα σε ψηφίσω. Πες μου το ψέμα που θέλω να ακούσω!» Είναι ακριβώς το ίδιο με το brexit. Ο Boris Johnson είναι υπεύθυνος για το brexit.»

Και ο Nigel Farrage;

«…Όχι, ο Farrage είναι απλά ένας ηλίθιος κωλοφασίστας. O Johnson πρόσφερε νομιμοποίηση γιατί άρεσε στους ανθρώπους και τον πίστεψαν. Ήταν ο δήμαρχος του Λονδίνου και φαινόταν ένας καλός, χαρούμενος τύπος. Αυτό που έκανε όμως ήταν πλήρης πολιτικός οπορτουνισμός. Ο Johnson είναι στην πραγματικότητα υπέρ της Ευρώπης. Σκέφτηκε όμως, θα ηγηθώ αυτής της εκστρατείας, δεν θα κερδίσω βέβαια, αλλά η δεξιά, οι αντιευρωπαίοι και οι συντηρητικοί θα πιστέψουν ότι είμαι σπουδαίος. O Cameron πρέπει να σταματήσει να είναι αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος και Πρωθυπουργός, τα μέλη του κόμματος θα επιλέξουν εμένα για επόμενο πρωθυπουργό. Αυτό έκανε ο Johnson. Την επόμενη του δημοψηφίσματος ξύπνησε και είπε «Oh fuck, ψηφίσατε να βγούμε από την Ευρώπη; Τι κάνουμε τώρα;» (Γελάει). «Είπα ψέμματα, συγνώμη. Εμ… όχι δεν είπα ψέμματα. Ω γαμώτο.»

Πιστεύεις ότι θα επηρρεάσει όλο αυτό τον βρετανικό τρόπο ζωής, όσον αφορά την οικονομία αλλά και την «πολυτέλεια» που λέγαμε πριν;

«Πιστεύω ότι δεν πρόκειται να συμβεί! Θα το μαγειρέψουν, θα το προσπεράσουν, θα το υποβιβάσουν. Για παράδειγμα θα πουν, ok θα φύγουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά μήπως να μείνουμε στις εμπορικές συμφωνίες; Και θα τους απαντήσουν ναι να μείνετε στις εμπορικές συμφωνίες αν κρατήσετε ανοιχτά τα σύνορά σας. Και θα πουν, όχι, μήπως να μείνουμε στις εμπορικές συμφωνίες και να κλείσουμε τα σύνορά μας; – Όχι. Μήπως να… – Όχι. – Μήπως εκείνο…; – Όχι. Βασικά, οι άνθρωποι στην Αγγλία ψήφισαν να βγουν από την Ευρώπη αλλά κανείς δεν γνωρίζει πώς φεύγεις από την Ευρώπη. Είναι πλήρης καταστροφή. Περάσαμε 40 χρόνια μέσα στην Ευρώπη και τώρα περιμένουν να αποσυνδέσουμε όλους τους συνδέσμους που μας ένωναν μέσα σε δύο χρόνια. Είναι πάρα πολύ σύνθετο. Είναι χάος. Προσωπικά είμαι πολύ υπέρ της Ευρώπης, είμαι υπέρ τού να ενώνονται οι άνθρωποι.»

Όπως και η μεγάλη πλειονότητα των καλλιτεχνών…

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τέλεια. Υπάρχει σπατάλη χρήματος, πολλοί εγωισμοί, κάποιες χώρες ελέγχουν άλλες μικρότερες χώρες… σίγουρα δεν είναι τέλεια. Προτιμώ όμως να είμαι μέσα σε αυτήν παρά έξω. Ξέρεις, οι νεότεροι άνθρωποι δεν πήγαν να ψηφίσουν γιατί πιστεύουν ότι οι πολιτικοί λένε μόνο ψέμματα. Κι όταν ξύπνησαν την επόμενη μέρα είπαν «Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι κατέστρεψαν το μέλλον μας.» Γι’ αυτό πήγαν και ψήφισαν όλοι στις τελευταίες εκλογές και οι Συντηρητικοί δεν εξασφάλισαν την πλειοψηφία που πίστευαν ότι θα είχαν. Οι νέοι αποφάσισαν να ψηφίσουν Σοσιαλιστές. Είναι πολύ αργά όμως για το brexit.»

To «Robot Man» των OMD:

Ας ελπίσουμε ότι τα πράγματα θα εξομαλυνθούν και ας προχωρήσουμε στους OMD. Είστε ένα σχήμα που δεν έχει ξεπέσει στον κύκλο της νοσταλγίας, όπως άλλοι καλλιτέχνες της εποχής σας, όπως η Kim Wilde και ο Nick Kershaw. Μέσα στα 40 χρόνια που υπάρχετε ως σχήμα είστε πάντα στην επικαιρότητα με κάτι καινούργιο, κάτι που σας εξελίσσει. Ακόμα και ο Prince δεν είχε τόσο μακρύ χρόνο δημιουργικότητας μέσα στα χρόνια, από κάποια στιγμή και μετά οι δίσκοι του δεν ήταν τόσο δυνατοί. Πώς το κάνετε αυτό;

«Είναι πολύ όμορφο αυτό που λες. Υπήρχαν στιγμές στην καριέρα μας που σκεφτόμασταν ότι κάνουμε το καλύτερό μας, αλλά θα μπορούσαμε να τα πάμε και καλύτερα. Υπήρχαν εποχές που είχαμε πιέσεις… Ξέρεις, κοιτάζουμε τα albums μας και είμαστε περήφανοι για το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μας. Σήμερα βρισκόμαστε σε μια θέση που είναι πολύ περίεργη. Όταν ήμασταν παιδιά, θέλαμε να είμαστε το μέλλον. Τώρα όμως συμβαίνει αυτό το μέλλον. Όταν ήμασταν παιδιά, θέλαμε να είμαστε μοντέρνοι. Τώρα όμως βρισκόμαστε στην μεταμοντέρνα εποχή. Τι κάνει λοιπόν, ένας μοντερνιστής στην μεταμοντέρνα περίοδο; Δεν υπάρχει «καινούργιο» σήμερα. Η παλιά pop κουλτούρα τρώει την ιστορία της. Σήμερα μπορούμε να κάνουμε δύο πράγματα και τα κάνουμε και τα δύο. Όταν ξαναξεκινήσαμε είπαμε, δεν θα παίζουμε τα παλιά τραγούδια μας. Δεν θα γίνουμε tribute μπάντα των εαυτών μας. Θέλουμε να κάνουμε καινούργια μουσική και έχουμε φτιάξει τρία albums για τα οποία ο κόσμος λέει πολύ καλά λόγια, ότι ακουγόμαστε ακόμα διψασμένοι, ότι έχουμε μερικές καλές ιδέες, ότι έχουμε ενέργεια και μελωδίες, ότι μπορούμε να τραγουδάμε ακόμα. Συνεχίζουμε λοιπόν να προχωράμε μπροστά και να ακουγόμαστε φρέσκοι και να το παλεύουμε με ενέργεια, κάτι που δεν είναι σύνηθες στην ηλικία μας. Όμως επειδή είμαστε και περήφανοι για όσα έχουμε κάνει και πλέον έχουμε καθιερωθεί ως κάποιοι που συνεχίζουν να κοιτάζουν μπροστά μπορούμε και μεις να συμμετέχουμε σε αυτόν τον «κύκλο της νοσταλγίας». Δίνουμε λοιπόν συναυλίες και με μια ομάδα καλλιτεχνών από τα 80s γιατί στο κάτω κάτω μπορούμε να γεμίσουμε μία ώρα μόνο με επιτυχίες που έχουμε κάνει. Δεν είναι πολλοί που μπορούν να το κάνουν αυτό. Οπότε ναι, κάνουμε και το φόρο τομής στο παρελθόν, γιατί μέσα σε αυτή την ώρα που παίζουμε στη σκηνή, όλοι στο κοινό ξέρουν όλα τα τραγούδια και για πολλούς, αυτά είναι το soundtrack για μερικές από τις πιο σημαντικές αναμνήσεις τους -καλές ή κακές- οπότε είναι μια χαρά να γιορτάζει κανείς τα σπουδαία πράγματα του παρελθόντος.»

OMD - The Punishment Of Luxury

Το «Punishment Of Luxury» των OMD, ένα album με την αυθεντική σύνθεση μελών τους.

Δεν είναι κακό να συμμετέχεις σε νοσταλγικές συναυλίες των 80s αλλά η διαφορά με τους OMD είναι ότι δεν βασίζονται μόνο σε αυτό. Έχουν καινούργιο υλικό πάντα και καλό υλικό.

«Ακριβώς. Οι καινούργιοι δίσκοι μας δεν ακούγονται σαν τις παλιές επιτυχίες μας. Αν ακούσεις το «English Electric» και το «Punishment Of Luxury«, υπάρχει ένα μουσικό DNA: εγώ τραγουδάω και ο Paul γράφει μελωδίες με ένα συγκεκριμένο στιλ. Το ήθος των OMD είναι να προσπαθούν πάντα να πειραματιστούν, να βρουν έναν καινούργιο ήχο, μια νέα ιδέα, ένα καινούργιο συμπαγές sample αλλά από την άλλη δεν μας αρέσει να πειραματιζόμαστε μόνο και μόνο προς χάρη του πειραματισμού. Θέλουμε να λέμε, «αυτό είναι συναρπαστικό και καινούργιο!» Αυτό είναι το ήθος των OMD. Να προσπαθούν πάντα να είναι καινούργιοι και να προσαρμόζουν αυτό το «καινούργιο» στη μουσική και αυτή η διαδικασία είναι που δημιούργησε τους Orchestral Manoeuvres In The Dark. Ο ήχος στα δύο τελευταία albums είναι εντελώς διαφορετικός. Μερικές φορές πραγματικά τσαντίζομαι πολύ γιατί διαβάζω κάτι κριτικές τύπου «Α ok, μερικές ακόμα 80s synth pop μελωδίες» και σκέφτομαι για αυτόν που τα γράφει «μπήκες καν στην διαδικασία να ακούσεις το δίσκο;» Ναι σίγουρα, υπάρχει μια μελωδία και γω τραγουδάω. Αυτό είναι το μόνο κοινό στοιχείο με το παρελθόν. Όλο το υπόλοιπο είναι χτισμένο με έναν πλήρως διαφορετικό τρόπο. Δεν είναι μόνο ένα bass drum και ένα ακκόρντο στο όργανο – ξέρεις, ο ήχος των 80s.»

Τα νέα τραγούδια σας είναι πολύ συντονισμένα στο σήμερα. Και ακόμα και μετά τα μεγάλα χρονικά διαστήματα στα 90s που απουσιάζατε δισκογραφικά, όταν επιστρέφατε ήσασταν πάντα σχετικοί με την εποχή σας, με το παρόν.

«Αυτό θέλουμε ακριβώς και χαίρομαι πολύ που το διαπιστώνεις. Δε θα ήθελα να κριτικάρω αυτά που κάνουν άλλοι καλλιτέχνες της γενιάς μας (σ.σ. του ανάφερα για παράδειγμα, πόσο έχει μεταλλαχθεί ο Dr. Robert των Blow Monkeys, σαν να μην έχει επαφή πλέον με το παρόν). Ξέρεις, τους καταλαβαίνω όλους τους καλλιτέχνες της γενιάς μου: είσαι μια ζωή μέσα σε μια μπάντα και κερδίζεις τα προς το ζην με αυτήν και κάνεις συναυλίες και περιοδείες και τονώνεται το εγώ σου. Το πρόβλημα είναι όταν όλοι αυτοί χρειάζεται να βγουν σε μια περιοδεία νιώθουν την ανάγκη να φτιάξουν ένα καινούργιο album. Καινούργιο λογότυπο, καινούργιο merchandise να πουλήσουν κ.λπ. Δεν είναι σωστός όμως αυτός ο τρόπος να φτιάξεις ένα καινούργιο album. Το να κάνεις ένα δίσκο μόνο και μόνο για να βγεις σε μια περιοδεία και να παριστάνεις ότι έχεις κάτι καινούργιο να πεις και να πουλήσεις είναι λάθος. Όπως και λάθος είναι να βγεις σε περιοδεία και να κάνεις παραλλαγές του ίδιου πράγματος. Είναι πιο τίμιο να βγεις για περιοδεία και να πεις, ξέρετε δεν κάναμε καινούργιο album γιατί δεν έχουμε τίποτα καινούργιο να πούμε οπότε θα παίξουμε τα παλιά τραγούδια μας. Μια χαρά. Πολύ πιο έντιμο από το να βγει κανείς με ένα δίσκο χωρίς καμία ενέργεια, καμία καινούργια μελωδία, σαν ένα άδειο μείγμα του παρελθόντος.»

Δεν θα το έλεγα σε καμία περίπτωση αυτό για τους OMD.

«Ξέρεις, είναι ένα πρόβλημα που συχνά έχετε εσείς οι δημοσιογράφοι με καλλιτέχνες. Τους μιλάτε και αυτό που πραγματικά θέλετε να τους πείτε είναι «ok, ας μιλήσουμε για τα παλιά σας τραγούδια γιατί το καινούργιο album σας είναι μαλακία.» (Ξεκαρδίζεται). Θα ήθελα να πεθάνω αν έφτιαχνα ένα δίσκο που ο κόσμος θα σκεφτόταν «χμ… ας μιλήσουμε για τα παλιά σας, δεν υπάρχει τίποτα στο καινούργιο για να ασχοληθεί κανείς.»

omd-english-electric-promo-1

Ο Paul Humphreys και ο Andy McCluskey των OMD.

Τι σε εμπνέει λοιπόν για να γράψεις το καινούργιο υλικό σου;

«Όπως θα έλεγε ο ψυχαναλυτής μου, οι «διανοητικές παραμορφώσεις» μου (cognitive distortions). Κάπου μέσα στο κεφάλι μου, ακόμα πιστεύω στο ήθος της ηλικίας μου μεταξύ 16 και 21 χρόνων. Το οποίο έχει να κάνει με το να προσπαθώ να φτιάχνω καινούργια και ενδιαφέροντα μουσικά πειράματα τα οποία θα αλλάξουν τον κόσμο. (Γελάει). Ξέρεις είναι ένας διαρκής διάλογος, μεταξύ εμένα και του Paul Humphreys: παίρνουμε ιδέες και βγάζουμε στην επιφάνεια αισθήματα έτσι ώστε να μπορούμε να τα κοιτάζουμε και να τα προσαρμόζουμε στην φόρμα ενός τραγουδιού. Είναι το μουσικό αντίστοιχο τού να κοιτάζεις σε έναν καθρέφτη. Ο μουσικός καθρέφτης σου επιτρέπει αρχικά να δεις πώς είσαι αλλά μπορείς και να κάνεις photoshop μουσικά για να δείχνεις ακόμα ωραιότερος, από όσο νιώθεις ή σκέφτεσαι. Βγάζει τον πόνο σου, τα λάθη σου και σου επιτρέπει να εξωτερικεύσεις τη συζήτηση που έχει με σκέψεις και συναισθήματα. Και μετά φυσικά αν τα δουλέψεις αυτά τα συναισθήματα, να τα κάνεις πραγματικά καλή μουσική, τα προσφέρεις σε κάποιον άλλο και λες «αυτά σκέφτομαι και νιώθω. Βρίσκεις καμία σχέση με τα δικά σου;» Και αν βρίσκεις επαφή, σε κάνει να νιώθεις τέλεια, ότι δεν είσαι μόνος σου και σε καταλαβαίνουν οι άνθρωποι. Είναι ο ίδιος τρόπος που όταν ακούς ένα τραγούδι και λες «Θεέ μου με καταλαβαίνουν, έτσι ακριβώς αισθάνομαι»

Κάποιοι λένε ότι το να φτιάχνεις μουσική και τραγούδια είναι ένα υποκατάστατο των ανθρώπινων σχέσεων και της φυσικής επαφής. Είναι υποκατάστατο για σένα;

«Είναι. Δηλαδή θες να κάνεις έρωτα με ένα ανθρώπινο ον ή με ένα μαρμάρινο άγαλμα ενός ανθρώπινου όντος; Τα περισσότερα σπουδαία τραγούδια είναι στην ουσία, θλιμμένα τραγούδια. Όταν είσαι πραγματικά συνδεδεμένος με κάποιον όταν είσαι βαθιά ερωτευμένος, είσαι τόσο χαρούμενος που σου απορροφά όλο τον χρόνο. Όταν είσαι ερωτευμένος δεν μπορείς να κάτσεις να γράψεις τραγούδια. Όταν ο έρωτας τελειώνει έχεις χρόνο να κάτσεις και να γράψεις γιατί αισθάνεσαι χάλια. Δηλαδή όταν είσαι ερωτευμένος δεν μπορείς να πεις στον άλλο «δεν μπορώ να σε δω σήμερα, θα κάτσω να γράψω ένα τραγούδι για το πόσο σε αγαπάω» (ξεκαρδίζεται).»

Η θεωρία του καταραμένου καλλιτέχνη. Πρέπει να υποφέρεις για να δημιουργήσεις και να πετύχεις;

«Έχει να κάνει πιο πολύ με τον τρόπο ζωής και όχι με τη δημιουργική διαδικασία της μουσικής, έχει να κάνει με την ανασφάλεια που καλύπτει ο τρόπος ζωής σου. Κάποτε με ρώτησαν «θα προτιμούσες να είσαι στη σκηνή μπροστά από 2000 ανθρώπους που ουρλιάζουν για ένα encore ή θα προτιμούσες να είσαι μαζί μου;» Απάντησα «Ελα τώρα… Μη με σκοτώνεις. Μπορώ να έχω και τα δύο;» (γελάει). «Όχι δεν μπορείς» μου ειπώθηκε. «Αποφάσισε: αγάπη 100% από έναν άνθρωπο ή 2000 ανθρώπους που παραληρούν για σένα για μερικά λεπτά;». Όλοι οι καλλιτέχνες έχουμε ανασφάλειες, όλοι μας στον ένα ή τον άλλο βαθμό δεν αγαπάμε αρκετά τους εαυτούς μας, όχι με ένα ναρκισιστικό τρόπο. Στην ουσία δεν μας αρέσουν οι εαυτοί μας. Κι έτσι θέλουμε πάντα κάποιον άλλον να μας πει «είσαι σπουδαίος, σε αγαπάω, μην ανησυχείς, αξίζεις αγάπη». Πολλοί καλλιτέχνες λοιπόν υποκαθιστούν με την τέχνη τους, την αγάπη, ακόμα και αυτή τη μαζική, εξωτερική, πρόσκαιρη αγάπη από το κοινό. Εισπράττουν ενέργεια. Τι γίνεται όμως όταν ο δίσκος σου βγαίνει από το chart και οι άνθρωποι πάνε στα σπίτια τους μετά από τη συναυλία; Νιώθεις ότι δεν αγαπιέσαι. Τι γίνεται μάλιστα όταν οι άνθρωποι δεν έρχονται στη συναυλία ή κανένας δεν αγοράζει το δίσκο σου; Θα μπορούσε να γίνει πολύ επικίνδυνο αν αυτό νομίζεις ότι είναι η αγάπη. Πολλοί καλλιτέχνες λοιπόν παίρνουν μια απόφαση και αναζητούν αυτήν την απρόσωπη μαζική αγάπη του κοινού από μια φυσική αγάπη ενός προσώπου. Ένας από τους λόγους που αποσύρθηκα το 1996 είναι επειδή γεννήθηκε ο γιος μου και αναρωτήθηκα αν πραγματικά ήθελα να πάω για περιοδεία για έξι μήνες από την οποία όταν θα γύριζα, θα έβλεπα το παιδί μου να έχει μεγαλώσει και αντίστοιχα, δύο χρόνια μετά θα επέστρεφα από κάποια άλλη περιοδεία και θα έβλεπα το παιδί μου να μην είναι πια μωρό. Και αποφάσισα ότι ήθελα να δω το παιδί μου να μεγαλώνει»

Το τίμημα είναι πάντα επώδυνο;

«Πραγματικά πήραμε ένα μάθημα όταν τέσσερα χρόνια πριν κυκλοφορήσαμε το «English Electric» (2013). Ήταν τόσο δημοφιλές και είχαμε ήδη περάσει επτά χρόνια περιοδεύοντας και κερδίζοντας τη φήμη ότι είμαστε ακόμα καλοί στη σκηνή με καινούργιο υλικό και συνειδητοποιήσαμε πόσο εγωιστική είναι η μουσική βιομηχανία. Αν είσα αρκετά τυχερός ώστε να πετύχεις, αυτό θα σημαίνει ότι έχει κατασχεθεί η ζωή σου και ουσιαστικά δεν έχεις καθόλου χρόνο να περάσεις με τους ανθρώπους που πραγματικά αγαπάς. Ταξιδεύεις σε όλο τον κόσμο και όλοι σε αποζητούν και μπορεί να περάσουν μήνες και μήνες μόνο ως μουσικός. Είναι πολύ εγωιστικό. Και πάρα πολύ δύσκολο να πετύχεις μια ισορροπία. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια γράφαμε το «Punishment Of Luxury» κάνοντας λίγες περιοδείες αλλά φέτος από τον Ιούνιο μέχρι τον Δεκέμβριο περιοδεύουμε ασταμάτητα. Τα παιδιά μου πλέον έχουν μεγαλώσει, δεν έχουν ανάγκη να με βλέπουν κάθε μέρα, δεν είμαι παντρεμένος, οπότε έχω μια ευελιξία.»

Τα παιδιά σου κρίνουν τη δουλειά σου;

«Το μεγαλύτερο παιδί μου, η κόρη μου που μόλις μπήκε στα 26, πάντα της άρεσε η μουσική μας. Ο γιος μου, από τότε που συνειδητοποίησε ότι ο πατέρας του είναι σε μια μπάντα που κάποτε ήταν διάσημη και ξεκίνησε ξανά την καριέρα της μετά από χρόνια, του άρεσε πολύ. Ήρθε σε μια συναυλία μας όταν ήταν 14 χρονών με τους φίλους του και ένας από αυτούς του είπε, «ο πατέρας σου χορεύει σαν αλλόκωτος» (ξεκαρδίζεται). Και τότε ο γιος μου είπε, «ok ο μπαμπάς μου δεν είναι cool». Του πήρε άλλα τέσσερα – πέντε χρόνια για να με αποδεχτεί ξανά. Και το νεότερο παιδί μου είναι 18 χρονών και την ενδιαφέρει μόνο η γιαπωνέζικη και η κορεάτικη μουσική – j-pop και k-pop. Καταλαβαίνω το γιατί, είναι ο δικός της τρόπος να εκφράσει αυτό που εγώ ένιωθα όταν είχα λατρέψει τους Kraftwerk και τους Neu! Ήθελα να διαφέρω. Η πρώην σύζυγός μου είναι αμερικάνα, οπότε τα παιδιά μου πήγαν στην California, ο γιος μου επέστρεψε στην Αγγλία αλλά η κόρη μου παραμένει εκεί και νιώθει διαφορετικά: ένα κορίτσι που μεγάλωσε στην Αγγλία και βρέθηκε στην California έχει ανάγκη έναν δικό της τρόπο να δείξει ότι βρίσκεται εκτός του mainstream, βρίσκεται εκτός της καλιφορνέζικης κουλτούρας της μαζορέτας και διαφοροποιείται λέγοντας, «δεν με καταλαβαίνετε, δεν μπορείτε να με κρίνετε» Είναι ο δικός της τρόπος να ξεφύγει από τις επικρίσεις και τις πολιτισμικές διαφορές.»

Είναι θέμα προσωπικής ταυτότητας που χτίζουμε πάντα…

«Δημιουργεί τη δική της ταυτότητα (βρίσκει στο κινητό του μια φωτογραφία της και μου τη δείχνει). Μαύροι φακοί επαφής, μοιάζει με comic Manga, θέλει να φαίνεται Γιαπωνέζα…»

Το «Ghost Star» των OMD:

Στο βιβλίο του «Retromania» ο Simon Reynolds καταλήγει ότι η pop μουσική έχει κάνει τον κύκλο της οριστικά, επειδή ενώ όλα τα νεανικά ρεύματα μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο οραματίζονταν το καθένα με το δικό του τρόπο το μέλλον (hippies, rockers, mods, goths, glams, nu romantics κ.λπ.) σήμερα ό,τι ενδιαφέρον συμβαίνει στη μουσική δεν έχει ένα όραμα για το αύριο – αντίθετα κοιτάζει στο παρελθόν.

«Συμφωνώ απόλυτα με το συμπέρασμά του. Δεν μπορούσα να καταλάβω στα μέσα των 90s τους Oasis, γιατί δεν μπορούσα να αντιληφθώ ότι μπαίναμε στην μεταμοντέρνα εποχή. Όταν μεγάλωνα εγώ, όλα ήταν καινούργια. Αντιλαμβανόμουνα ότι κάτι είναι παλιό και κάτι που γεννιόταν ήταν καινούργιο. Όλα ξεκίνησαν όταν οι καλλιτέχνες -μουσικοί και καλλιτέχνες της εικόνας- αποφάσισαν να διαχωριστούν από τους χορηγούς τους. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, 100 χρόνια πριν, όλοι οι πίνακες εικόνιζαν βασιλιάδες, πλούσιους και θρησκευτικές ιστορίες και όλοι οι πίνακες ήταν παραγγελίες των ενδιαφερόμενων. Αντίστοιχα και οι κλασικοί μουσικοί βρίσκονταν στις αυλές κάποιων και συνέθεταν κατά παραγγελία θέματα για τα γενέθλια των εργοδοτών τους, για τις γιορτές τους ή για την δόξα του Θεού. Όταν οι καλλιτέχνες αποφάσισαν ότι θα δημιουργούν τέχνη για την τέχνη, τότε ακριβώς ξεκίνησε αυτή η συζήτηση για την διαρκή στιλιστική αλλαγή. Όταν ήμουνα έφηβος πίστευα ότι το αγγλοαμερικανικό rock των μέσων των 70s ήταν ένα άθλιο κλισέ, το μισούσα, ήθελα κάτι καινούργιο και άκουγα μουσική από το Dusseldorf -καινούργια!- synthesizers -καινούργια! κ.λπ. Όταν ξεκίνησε η μεταμοντέρνα περίοδος λοιπόν, σκεφτόμουνα, αν τα synthesizers ήταν το μέλλον, πώς διάολο οι Beatles μπορούν να ξαναγίνουν το μέλλον. Και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι δεν υπάρχει πουθενά πλέον να πάμε. Όσον αφορά στη μουσική ιστορία, δεν υπάρχει πραγματικά καινούργια τεχνολογία – είχαμε τους υπολογιστές και τα samplers και τίποτα καινούργιο δεν έχει εφευρευθεί τα τελευταία 15 – 20 χρόνια. Κι επιπλέον η μουσική βιομηχανία πασχίζει πλέον να βγάλει χρήματα. Η μουσική βιομηχανία δεν επιθυμεί να βγει κάτι καινούργιο στιλιστικά πέρα από κάποιο καινούργιο πρόσωπο γιατί μπορούν να πουλήσουν ένα φρέσκο αγόρι ή κορίτσι στην επόμενη γενιά εφήβων, Οπότε τους ενδιαφέρει ένα καινούργιο πρόσωπο για το προϊόν αλλά στην ουσία δεν θέλουν κάποιον καινούργιο ήχο γιατί δεν είναι σίγουροι αν αυτό το καινούργιο θα πουλήσει…»

Και ποτέ δεν ήθελε το καινούργιο η δισκογραφική βιομηχανία…

«Συγκεκριμένα μετά τον Β’ Παγκόσμιο υπήρξε μια σειρά από νεανικά ρεύματα κατά τα οποία τα ρούχα, τα κουρέματα και η μουσική προσδιόριζαν το τι είναι κάθε γενιά. Όταν ήσουν μεταξύ 16 – 21 ετών έβλεπες αυτόν που ήταν 27 ως κάτι παλιό, ως κάτι της προηγούμενης δεκαετίας. Σήμερα στην μεταμοντέρνα περίοδο μπορείς να έχεις όπως θες τα μαλλιά σου, τα ρούχα σου και μπορείς να ακούς τα πάντα, από σκληροπυρηνικό electro μέχρι…»

Μέχρι Adele…

«Είναι μια τελείως διαφορετική περίπτωση αυτό το φαινόμενο της Adele και του Ed Sheeran. Ξέρω ότι ο κόσμος αγαπάει τη μουσική τους αλλά σε μένα δεν λένε τίποτα. Για μένα είναι ακριβώς το ίδιο με την θεωρία της Budweiser. Η μπύρα Budweiser ζυμώνεται ιδιαίτερα με χαμηλά ποσοστά ζυθοβότανου (λυκίσκου). Όσο περισσότερο ζυθοβότανο προσθέτεις τόσο περισσότερη γεύση έχεις. Η σκούρα βέλγικη μπύρα έχει ένα ποσοστό ζυθοβότανου 31 – 32%, μετά έχεις τις πικρές μπύρες, την lager κ.λπ. Η Budweiser ζυμώνεται με ποσοστό 14% έτσι ώστε να μην προκαλεί αντίδραση στη γεύση. Δηλαδή στο ερώτημα προς τον καταναλωτή αν του αρέσει, η απάντηση είναι «δεν είναι κακή». Όχι «μου αρέσει». Είναι σχεδιασμένη να μην έχει γεύση. Σαν τα McDonalds, σαν την Adele, σαν τον Ed Sheeran. Κι έτσι ξαναγυρνάμε στην «Τιμωρία της Πολυτέλειας». Αν ξοδέψουμε αρκετά στο marketing μπορούμε να κάνουμε τους ανθρώπους να την αγοράσουν. Κι έτσι ο κόσμος μοιάζει ομογενοποιημένος, πίνει Budweiser, τρώει McDonalds και ακούει Adele, μοιάζει ίδιος, δεν υπάρχει χρώμα, δεν υπάρχει διαφορά.»

Ακούγεται σαν δυστοπία…

«Ναι είναι. Αλλά οι άνθρωποι πραγματικά είναι ικανοποιημένοι με αυτό. Η αναλογία που έκανα είναι χονδροειδής γιατί δεν θέλω να είμαι αρνητικός για άλλους μουσικούς ή καλλιτέχνες αλλά όπως είπε ο Paul Weller στους Jam, «the public likes what the public gets» (σ.σ. στο «Going Underground» του 1980). Αν συνεχίσεις να δίνεις σκατά στις μύγες, θα τους αρέσει η γεύση του σκατού. (Γελάει). Είναι θλιβερό το ξέρω… Ξέρεις, ο γιος μου θέλει να γίνει μουσικός και αναρωτιέται τι να κάνει. Του αρέσουν οι Joy Division αλλά οι Joy Division ήταν οι καλύτεροι Joy Division που υπήρξαν ποτέ, το ίδιο και οι Clash, οπότε δεν ξέρει ποια κατεύθυνση να πάρει. Όταν εμείς ξεκινούσαμε στα 70s υπήρχε μια πλειάδα κατευθύνσεων σε ένα κύκλο 360 μοιρών (Δείχνει με τα χέρια του μια διαφορετική ακτίνα του κύκλου). Υπήρχε το rock, η reggae, υπήρχε η disco, υπήρχε ο Frank Sinatra, οι big bands, το gospel, η ηλεκτρονική μουσική. Υπάρχουν και κατευθύνσεις -ακτίνες του κύκλου- που ήταν κενές, δεν είχαν καλυφθεί ακόμα. Μπορούσαμε να ακολουθήσουμε μια από αυτές. Σήμερα είναι όλες καλυμμένες. Είναι όπως όταν έμπαινες σε ένα καράβι, 500 χρόνια πριν και έπλεες θα μπορούσες να βρεθείς σε κάποιο μέρος που δεν έχει ξαναπάει ο άνθρωπος. Σήμερα δεν γίνεται αυτό.»

Αφού λοιπόν δεν υπάρχει όραμα για ένα αύριο από πουθενά και τόπος που δεν έχει μείνει ανεξερεύνητος, ποιο πιστεύεις ότι θα ήταν ένα ιδανικό όραμα για το επόμενο album των OMD;

«Υπάρχει ένα τραγούδι στο «Punishment Of Luxury» που λέγεται «Art Eats Art«. Είναι ακριβώς όλο αυτό το θέμα. Ήθελα να γράψω ένα τραγούδι για το πώς στην μεταμοντέρνα εποχή, η τέχνη είναι πλήρως αυτοαναφορική, όχι μόνο η pop αλλά και όλες οι τέχνες, αρχιστεκτονική, κινηματογράφος, μόδα είναι αυτοαναφορικές. Σκέφτηκα να γράψω ένα τραγούδι «Η Τέχνη Τρώει Την Τέχνη» και να απαγγείλω έναν κατάλογο μουσικών, καλλιτεχνών κ.λπ. Μόλις τελειώσαμε το «Punishment Of Luxury» και δεν έχω την παραμικρή ιδέα πώς θα ακούγεται το επόμενο album μας. Καταρχήν δεν θα κάνουμε άλλο album αν δεν έχουμε κάποιες καλές ιδέες ή αρκετές από αυτές ώστε να γεμίσουμε ένα album. Είναι η αναζήτηση του καινούργιου πάντα που μας δίνει την ενέργεια. Όσα albums μας πιστεύουμε ότι θα μπορούσαν να είναι καλύτερα, δεν έγιναν με αυτό το σήμα κατατεθέν ήθος των OMD. Τα κάναμε γιατί έπρεπε να τα κάνουμε, γιατί είχαμε πιέσεις. Υπογράφαμε πολύ κακά συμβόλαια που δεν μας κέρδιζαν χρήματα. Στο τέλος των 80s είχαμε πουλήσει 20 εκατομμύρια singles και 10 εκατομμύρια albums και ωστόσο συνεχίζαμε να χρωστάμε στην Virgin Records, ένα εκατομμύριο λίρες. Και δεν αγοράζαμε πύργους και σκάφη, απλά κάναμε καταστροφικές συμφωνίες. Δεν παίρναμε ποτέ πίσω χρήματα από περιοδείες και βίντεο. Το «Best Of OMD» ξεχρέωσε όλους τους λογαριασμούς μας το 1988.»

To «Art Eats Art» των OMD:

Πιστεύεις ότι υπάρχει μέσα σου χώρος που δεν έχεις ακόμα εξερευνήσει;

«Ναι υπάρχει αλλά ξέρεις τι; Γίνεται όλο και δυσκολότερο να ανεβώ στο καράβι μου και να πλεύσω μέσα μου σε μέρη που δεν έχω φτάσει πριν. (Γελάει). Ωστόσο αρνούμαι να παρατήσω το ψάξιμο. Η καλύτερη αναλογία είναι με ένα πηγάδι. Το πηγάδι των ιδεών. Πηγαίνεις πάλι στο πηγάδι, ρίχνεις μέσα το καλάθι σου και το ανασύρεις και λες «χμ… έχουμε χρησιμοποιήσει αυτή την ιδέα και αυτήν, και αυτήν, έχουμε γράψει αυτό το τραγούδι, κι αυτό και ξαφνικά… Ωωω… νάτο! Αυτό είναι καινούργιο!» Όμως πρέπει να ρίχνεις το καλάθι σου στο πηγάδι πιο συχνά. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα φτιάξουμε καινούργιο album του χρόνου γιατί δεν έχουμε τον χρόνο να βρούμε καινούργιες ιδέες. Οι άνθρωποι ρωτάνε «γιατί σας πήρε τέσσερα χρόνια για το καινούργιο album;» Γιατί τόσα χρειάστηκαν γαμώτο για να φτιάξουμε ένα album που πιστεύουμε ότι είναι υπέροχο. Μπορούμε να φτιάχνουμε ένα album το χρόνο, αν το θες, δεν θα είναι πολύ καλό όμως. Χρειάζεται χρόνος για τις πολύ ωραίες ιδέες και για να γίνουν ωραία μουσική αυτές οι ιδέες. Δεν είμαστε 20 χρονών πλέον. Τότε είχαμε ένα μεγάλο πηγάδι ιδεών που δεν είχαμε εξερευνήσει ποτέ και ότι βγάζαμε από αυτό ήταν καινούργιο. Κάθε ιδέα ήταν καινούργια…»

Για αυτό είχατε βγάλει και δύο albums μέσα σε μια χρονιά («Orchestral Manoeuvres In The Dark» και «Organisation» το 1980)…

«Ναι, ακριβώς! Γεμάτοι ιδέες! Πλέον γίνεται δυσκολότερο. Δεν ξέρω πώς και τι θα βρω αύριο. Αν ήξερα δεν θα είχε νόημα γιατί δεν θα ήταν αποτέλεσμα εξερεύνησης. Ο λόγος που προσπαθούμε να βρούμε κάτι καινούργιο που δεν έχουμε ξαναπροσπαθήσει πριν είναι ότι μας δίνει ενέργεια. Μας ενθουσιάζει και μας κάνει να νιώθουμε ότι είμαστε 19 χρονών ξανά. Κι όταν έχεις αυτόν τον ενθουσιασμό, τόσο συμβαίνουν οι σπίθες, βάζουμε στην ιδέα την φωνή, τη μελωδία. Είναι ενέργεια και δίψα για δημιουργία. Μουσικές σπίθες.»

Οι ενδορφίνες στον οργανισμό μας που βγαίνουν στην επιφάνεια… Υπάρχει λοιπόν καθόλου καλό υλικό εκεί έξω που να σας αρέσει;

«Νομίζω η Robyn κάνει θαυμάσια μουσική παρότι η συλλογή της με τα «Body Talk» eps είναι πλέον επτά χρόνων, μου αρέσουν πολλά από τους Hot Chip, τους XX… Υπάρχει ένας γερμανός που λέγεται Uwe Schmidt και ηχογραφεί ως Atom™ και κάνει glitch μουσική και αυτό για μας ήταν ο νέος ήχος που θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε. Το glitch βασικά είναι οι ήχοι που κανονικά θα έπρεπε να απορριφθούν  -η παραμόρφωση, η ρωγμή, η παρεμβολή. To glitch παίρνει αυτούς τους ήχους που δεν θεωρούνται μουσικοί και τους κάνει μουσική. Είναι πραγματικά δύσκολο γιατί είναι σαν να προσπαθείς να πάρεις ένα σπασμένο τούβλο και να χτίσεις ένα σπίτι με πολλά τέτοια. Είναι δύσκολο να φτιάξεις κάτι με θραύσματα. Στο δίσκο μας, η εισαγωγή του «Art Eats Art» είναι glitch με όλους αυτούς τους αλλόκωτους θόρυβους. Ίσως το καλύτερο παράδειγμα glitch στο δίσκο μας είναι το «As We Open So We Close» γιατί είναι εσκεμμένα αποδομημένο και βγαίνω μετά από πάνω σαν Perry Como (γελάει). Όσοι το άκουσαν μου είπαν «τι διάολο; τι είναι αυτό;» αλλά από τη στιγμή που «πιάσεις» τη μελωδία επανέρχεσαι.»

Το «As We Open So We Close» των OMD:

Ποια είναι μια τελευταία δήλωση που θες να κάνεις για τους OMD;

«Έχουμε περάσει τα τελευταία 10 χρόνια λέγοντας στους εαυτούς μας ότι είναι σπουδαίο να είμαστε στους OMD, φτιάχνουμε μουσική για μας, σαν έφηβοι και όχι για τη δισκογραφική εταιρία, όχι για τον manager. Έχουμε τον πλήρη έλεγχο του υλικού μας, δε βιαζόμαστε, κυκλοφορούμε τους δίσκους όποτε είμαστε έτοιμοι χωρίς άγχος. Είναι πολλοί που μας λένε ότι τα τρία τελευταία albums σας στέκονται στο ύψος των τεσσάρων πρώτων. Φτιάξαμε τα τέσσερα πρώτα albums μας με τις πιο καθαρές καλλιτεχνικές προθέσεις μας και για αυτό και τα τρία πιο πρόσφατα στέκονται μαζί τους. Όμως θα σου εξομολογηθώ ότι όταν ακούμε τα υπόλοιπα albums που πουλάνε εκατομμύρια, σκέφτομαι ότι πραγματικά έχω σκάψει τόσο βαθιά στο κέντρο της ύπαρξής μου για να βρω κάτι που θα μπορούσα να μετατρέψω στο δικό μου διαμάντι, τόσο γεμάτο αισθήματα και τρομακτικά όμορφο και να το προσφέρω. Κι εσύ ακόμα θες να πίνεις ακόμα εκατομμύρια γαλόνια από Budweiser; (Ξεκαρδίζεται).»

Είναι επειδή δεν έχετε με το μέρος σας τις δυνάμεις του marketing.

«Ναι δεν τις έχουμε. Και ξέρεις κάτι; Αν το «English Electric» ή το «Punishment Of Luxury» κυκλοφορούσε μετά το «Architecture And Morality» θα πουλούσε εκατομμύρια.»

Πιστεύεις πραγματικά ότι η «αμερικανική περίοδός σας» όπως το «If You Leave» στο soundtrack του «Pretty In Pink» σας έχει βλάψει μακροπρόθεσμα καλλιτεχνικά;

«Στα μέσα των 80s και μέχρι το τέλος τους, όταν ήμασταν πιεσμένοι και δεν είχαμε χρήματα, περιοδεύαμε επί εννέα μήνες και όταν επιστρέφαμε από την περιοδεία ο manager μας έλεγε, «δεν έχετε καθόλου χρήματα». Και μεις λέγαμε, «μα πουλήσαμε ένα εκατομμύριο albums και περιοδεύσαμε σε όλο τον κόσμο, τι εννοείς δεν έχουμε χρήματα;» Στην περιοδεία χάσατε χρήματα μας έλεγε. Κι ερχόταν η δισκογραφική εταιρία και μας έλεγε θα σας δώσουμε μια προκαταβολή για ένα καινούργιο album αλλά πρέπει να το έχετε έτοιμο για να κυκλοφορήσει τα Χριστούγεννα. Και μεις λέγαμε «δηλαδή έχουμε μόνο τέσσερις εβδομάδες να γράψουμε ένα album;» Φυσικά δεν είχαμε χρόνο να βουτήξουμε στο πηγάδι των ιδεών μας για να βρούμε τις πιο συναρπαστικές από αυτές. Μάθαμε όμως σε κείνη την περίοδο πώς να γίνουμε επιδέξιοι τεχνικοί στη μουσική μας, γιατί δεν είχαμε μεν σπουδαίες ιδέες αλλά δέναμε σωστά τις μελωδίες και δημιουργούσαμε τεχνικά κάτι που παρέμενε εκλυστικό. Τραγούδια λοιπόν σαν το «If You Leave» είναι σπουδαία, τεχνικά αλλά προσωπικά, δεν μπορώ να τα βάλω δίπλα στο «Electricity«, το «Enola Gay» και το «Maid Of Orleans» αλλά παραμένει σπουδαίο κομμάτι επιδεξιότητας. Τα λέω αυτά επειδή είμαι ίσως ψευτοδιανοούμενος ή χαζός αλλά ναι, είναι ένας ωραίος πίνακας, αλλά θα προτιμούσα τον Picasso. Κάποιος που έφτιαξε αυτόν τον πίνακα είναι καλλιτέχνης αλλά προτιμώ τον Picasso. Αυτή είναι η διαφορά. Αλλά είμαστε εντάξει με αυτήν την περίοδο. Αν δεν είχαμε υπογράψει τόσο καταστροφικά συμβόλαια για μας και δεν είχαμε τις πιέσεις, θα μπορούσαμε να έχουμε διατηρήσει την καθαρότητα του οράματος που είχαν οι Depeche Mode οι οποίοι όταν πουλούσαν πέντε εκατομμύρια δίσκους, είχαν ένα κέρδος πέντε με δέκα εκατομμύρια λίρες. Όταν εμείς πουλούσαμε πέντε εκατομμύρια albums, απλά ξεπληρώναμε τους λογαριασμούς μας. Είχαμε ένα ελάχιστο ποσοστό και όχι ένα 50% μερίδιο κέρδους. Αυτό είναι που έκανε τα πράγματα πολύ διαφορετικά και δεν μπορώ να γυρίσω πίσω στο χρόνο να το αλλάξω. Τουλάχιστον είχαμε ένα δισκογραφικό συμβόλαιο, μια ευκαιρία να κάνουμε την τέχνη μας. Αλλά κι από την άλλη ποιος ξέρει, αν είχαμε καλύτερο συμβόλαιο, αν θα κάναμε περισσότερα καλλιτεχνικά πράγματα τα τελευταία 40 χρόνια. Ίσως πλουτίζαμε και αγοράζαμε πύργους και σκάφη και πίναμε και παίρναμε ναρκωτικά μέχρι εσχάτων.»

Έχω μια υποψία ότι δεν θα το κάνατε αυτό!

 «Σε ευχαριστώ που έκανες κάποιες ερωτήσεις που με έβαλαν σε διαδικασία να σκεφτώ λίγο παραπάνω.»

Posted in Music | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »