All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for Απρίλιος 2018

Κάτι Ιδιαίτερο Για Σαββατόβραδο

Posted by gone4sure στο 28 Απριλίου 2018

Το «Saturday Night Special» είναι το βαλς του τρόμου. Ένα ύπουλα στροβιλιστικό και επιφανειακά, ακίνδυνο τραγούδι που εμπεριέχει όμως όλη την εκρηκτική στόφα για μια κοινωνική δομή που έχει χτιστεί πάνω σε σάπια υλικά. Παραμένει ένα από τα πιο ιδιοσυγκρασιακά και μοναδικά τραγούδια της ηλεκτρονικής πρωτοπορίας.

Fad Gadget Naked

Ο Fad Gadget ή Francis John Tovey

O Fad Gadget είχε αποφασίσει το 1981 να «στρώσει» τον ήχο του και να αποδεχτεί τη φόρμα της pop -μιας pop εκκεντρικής και ασυμβίβαστης ωστόσο- για να προχωρήσει στο δεύτερο album του. Είχε εισέλθει μόλις δύο χρόνια πριν στη δισκογραφία και είχε ήδη καταχωρηθεί στους πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής βρετανικής σκηνής και μέσα σε αυτά τα χρόνια είχε ήδη καταφέρει να στρέψει τον προβολέα πάνω του όχι μόνο με τα μουσικά εγχειρήματά του αλλά και με τις εμφανίσεις του, τον προνομιακό χώρο δράσης του, την performance art. Γεννημένος ως Francis John Tovey στο East End του Λονδίνου το 1956 θυμόταν τις μέρες που δούλευε τα Σάββατα στο κατάστημα με οστρακοειδή του πατέρα του στο Bow για να βγάζει το χαρτζιλίκι που του επέτρεπε να αγοράσει τα πρώτα μουσικά όργανά του – φλάουτο, βιολί και ηλεκτρικό πιάνο. Όπως δήλωσε αργότερα στον Steve Taylor του Face το 1980, «Όταν μάθαινα τρεις νότες, βαριόμουνα και τα παράταγα.» Ενώ τα πειράματά του με την ηλεκτρική κιθάρα ήταν ακόμα πιο καταστροφικά. «Τη βαρέθηκα κι αυτή επίσης, τη διέλυσα σε κομμάτια και τη συνέδεσα σε έναν ενισχυτή και κάτι ηχεία. Ανατινάχτηκαν όλα.» Κατά κάποιο τρόπο ήταν σαν να προοιώνιζε το industrial σκηνικό των Einstürzende Neubauten

Fad Gadget 2

O Fad Gadget ήταν ένας ακραίος performer.

Ο Frank Tovey μεγάλωσε ακούγοντας Marc Bolan, David Bowie, Iggy Pop και Lou Reed αλλά και τις εκπομπές του John Peel στο ραδιόφωνο, του άρεσαν ιδιαίτερα οι καινούργιοι ήχοι των kraut rockers Amon Düül και σύντομα άρχισε να παίζει σε διάφορες τοπικές μπάντες με όχι ιδιαίτερα αποτελέσματα. Η αποτυχία του να παίξει κιθάρα και να τραγουδήσει τον οδήγησε στην ηλεκτρονική τεχνολογία. Όπως είπε στο Smash Hits το Φεβρουάριο του 1982, «Προσπάθησα να μάθω κιθάρα αλλά δεν μπορούσα να παίξω πέρα από δύο – τρία ακκόρντα. Απλά δεν μπορούσα να παίξω όπως άλλοι και δεν μπορούσα επίσης να τραγουδήσω όσο καλά ήθελα – δεν είχα αυτοπεποίθηση με τη φωνή μου. Τότε ήταν που άρχισα να πειραματίζομαι με προηχογραφημένες λούπες και τέτοια – από απλή ανάγκη. Τα παράτησα όλα όμως όταν έφτασα στα δεκάξι μου που ανακάλυψα την τέχνη της παντομίμας και τρόπους να εκφράζομαι χωρίς να χρησιμοποιώ τη φωνή μου.» To 1974 μπήκε στην Καλών Τεχνών του St. Martin και την επόμενη χρονιά μεταπήδησε στην αντίστοιχη του Leeds στην οποία ήταν ο μόνος στην γενιά του που ειδικεύτηκε στην performance art. Στη σχολή επίσης φοιτούσε και ο Hugh Burnham των Gang Of Four με τον οποίο έγινε φίλος όπως και μια άλλη μπάντα από το Leeds, τους Mekons. Όταν αποφοίτησε, γύρισε στο Λονδίνο με τη φιλενάδα του Barbara Frost και άρχισαν να συγκατοικούν με τον Edward Pouncey που θα γινόταν πετυχημένος μουσικός δημοσιογράφος και με τον κομίστα Savage Pencil.


Η ηλεκτρονική πρωτοπορία της Βρετανίας στα τέλη των ’70s: από αριστερά, Fad Gadget «Back To Nature» (1979, Mute), Gary Numan «Are Friends Electric?» (1979, Beggars Banquet), Throbbing Gristle «United» (1978, Industrial Records), Human League «Being Boiled» (1978, Fast Product), Robert Rental «Double Heart» (1980, Mute), Cabaret Voltaire «Nag Nag Nag» (1979, RoughTrade)

Στον περιορισμένο χώρο που είχε στη διάθεσή του στο σπίτι, κατάφερε και χώρεσε ένα πιάνο και μια συσκευή ηχογράφησης μαγνητοταινιών μέσα σε μια ντουλάπα όπου κλεινόταν και πειραματιζόταν. «Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι κατά τις 11 το βράδυ άρχιζα να ζαλίζομαι και συνειδητοποιούσα ότι άρχιζα να ασφυκτιώ από την έλλειψη αέρα.» Η εμπειρία του αυτή καταγράφηκε αργότερα στο single «The Box» με τις κλειστοφοβικές τάσεις που του δημιουργούσε ο εγκλεισμός του στη ντουλάπα. Στο σπίτι, άκουγαν τη συλλογή δίσκων της Barbara Frost –Kraftwerk, David Bowie και το πρωτοποριακό «T.V.O.D.» που είχε κυκλοφορήσει ο Daniel Miller το 1979 από την Mute Records, υπό το όνομα The Normal. O Daniel Miller ήταν φίλος με τον Edward Pouncey ο οποίος έδωσε στον πρώτο ένα δοκιμαστικό του Frank Tovey. Ο Miller όπως δήλωσε στον Pouncey, στο ντοκιμαντέρ «Fad Gadget By Frank Tovey«, «Πραγματικά ξετρελλάθηκα αμέσως από τα τραγούδια του, ήταν πολύ καλύτερα από οτιδήποτε μού είχαν στείλει τους τελευταίους έξι – οκτώ μήνες». Ο Tovey υιοθέτησε το όνομα Fad Gadget επειδή υποδήλωνε ένα αναλώσιμο μικρό αντικείμενο που μπορεί να ήταν χρηστικό, μπορεί και όχι και έγινε ο πρώτος καλλιτέχνης που υπέγραψε στην Mute του Daniel Miller και έγινε με το single «Back To Nature / The Box» ένας από την πρωτοποριακή σκηνή της ανερχόμενης ηλεκτρονικής σκηνής με τους Human League, τους Cabaret Voltaire, τους Throbbing Gristle, τον Robert Rental και τον Gary Numan. Ο Rusty Egan συμπεριέλαβε το single του στο DJ set του για το Billy’s και κατόπιν το Blitz και ένας ενθουσιασμένος Boy George πριν καν ηχογραφήσει με τους Culture Club θυμάται να χορεύει με την παρέα του από νεορομαντικά παγώνια, αποθεώνοντας τον Fad Gadget…

Fad Gadget Bandaged

Ο Fad Gadget το 1980 στο Clarendon του Λονδίνου με μπαταρισμένο σπασμένο κεφάλι και αίματα στο λευκό κοστούμι του.

Ήταν ωστόσο διαφορετικός από όλους τους σύγχρονούς του. Ο Frank Tovey ήταν μία ζωντανή έκρηξη επί σκηνής, ένας καλλιτέχνης που χρησιμοποιούσε το σώμα του ως καμβά των νοημάτων του. Ο Marc Almond στο βιβλίο του «Tainted Life» αναφέρει ότι ο Frank Tovey βρισκόταν στην επόμενη από αυτόν τάξη στη σχολή στην Καλών Τεχνών του Leeds και τον θυμάται να δίνει παραστάσεις επίσης παντομίμας, σκοτεινές και υποφωτισμένες και σκανδαλώδεις (με γυμνό, σεξουαλικές εκφράσεις, αναπαράσταση σεξουαλικών πράξεων κ.λπ.). Το 1980 στην περίοδο του πρώτου album του «Fireside Opposites» ο Dave Gahan, μόλις λίγους μήνες πριν αρχίσει να ηχογραφεί με τους Depeche Mode θυμόταν ότι «Ήταν σαν αυτό που ήθελα να κάνω, αυτό που ήθελα να γίνω, αυτό το άλλο πράγμα χωρίς να χρειάζεται να είμαι ο εαυτός μου. Αντιπροσώπευε μια φαντασίωσή μου για το τι σημαίνει performer.» Η φήμη του Fad Gadget βασιζόταν τόσο στην έκκεντρη ηλεκτρονική μουσική του όσο και στις ακραίες επικίνδυνες παραστάσεις του. Στο Paradiso του Amsterdam πήδηξε από τη σκηνή στο κοινό και προσγειώθηκε με τις φτέρνες σε ένα σκαλοπάτι, σκίζοντας και τους τένοντές του και στα δύο πόδια. Ήταν τόσο γεμάτος αδρεναλίνη που δεν ένιωσε αμέσως τον πόνο και κατάφερε να συρθεί έρποντας πίσω στη σκηνή και μόνο όταν τελείωσε την εμφάνισή του και είδε τα πόδια του να πρήζονται κατάλαβε ότι δεν θα συνέχιζε την περιοδεία του. To 1980 στο Clarendon του Λονδίνου αποφάσισε να παίξει ηλεκτρονικό τύμπανο με το κεφάλι του με αποτέλεσμα να σπάσει το κεφάλι του και να αρχίσει να αιμορραγεί. Έδεσε το κεφάλι του με γάζες και συνέχισε. Με αφορμή το θάνατο του Frank Tovey το 2002 από καρδιακή προσβολή, ο Boyd Rice μεταξύ άλλων δήλωσε «Ηταν σπουδαίος performer. Ξέρεις, οι άλλοι που έφτιαχαν ηλεκτρονική μουσική στέκονταν εκεί στη σκηνή, ψυχροί και αναίσθητοι, ενώ αυτός ξεπέρναγε κάθε όριο, έτρεχε μέσα στο κοινό ουρλιάζοντας στους ανθρώπους. Δε νομίζω να έχει ξαναεμφανιστεί κάτι τέτοιο στην ηλεκτρονική σκηνή.»


Incontinent

Fad Gadget «Incontinent» (Ιούλιος 1981, Mute)

Σε μια συνέντευξή του στην Akiko Hada στο Zig Zag ο Fad Gadget έδωσε στοιχεία για τον ήχο του δεύτερου album του – «Νομίζω θα χρησιμοποιώ πολύ περισσότερο τη φωνή στο μέλλον. Θα πειραματιστώ με την μίξη της φωνής» επηρρεασμένος από το «Carmina Burana» του Carl Orff, ηχογραφημένο στα ’30s, που άκουγε εκείνη την εποχή. Το 1981 ήταν επίσης το καλοκαίρι των ταραχών σε πολλές μεγάλες βρετανικές πόλεις και αυτή η ταραχή και η βία σε συνδυασμό με την πιο διευρυμένη προσέγγισή του Fad Gadget φάνηκε στο «Incontinent» ένας τίτλος λογοπαίγνιο και αναφερόταν στην παγκόσμια περιοδεία που είχαν κάνει με την μπάντα του τους δώδεκα προηγούμενους μήνες (Incontinent = Ακράτεια, In Continent = Στην Ήπειρο). Ωστόσο όλα τα τραγούδια του δίσκου διέπονται από την σκληρή ματιά του Fad Gadget πάνω στις κοινωνικές αστάθειες και τις πολιτικές διαφθορές που το  φέρνει ως αίσθηση πολύ κοντά στο περιεχόμενο του «Ghost Town» των Specials το οποίο λίγους μήνες πριν είχε ανεβεί στο Νο.1 του chart. Τα φωνητικά της Anne Clift και της Barbara Frost ακούγονται προβεβλημένα στη μίξη, μαζί με το synthesizer και το sequencer αλλά και λιγότερο συμβατικά όργανα που χειρίζεται ο ίδιος ο Tovey, όπως το κινέζικο πνευστό shawm -περίπου σαν πίπιζα-, σαξόφωνο και φλάουτο, ενώ ο Nick Cash παίζει και επιπλέον jew’s harp και ακκορντεόν πέρα από κρουστά. Ο Robert Gotobed που θα εμφανιζόταν για τελευταία φορά στο επιτελείο μουσικών του Fad Gadget παίζει drums σε ένα κομμάτι («Manual Dexterity»). O Pete Balmer παίζει κιθάρα και μπάσο και ο David Simmonds παίζει πλήκτρα, ο John Fryer εκτός από την ηχοληψία στα Blackwing Studios, παίζει και κάθε λογής βιομηχανικά κρουστά. Το «Incontinent» αποτελεί μια μεγάλη εξέλιξη μουσικά σχετικά με το ντεμπούτο album του «Fireside Opposites«. O Fred Dellar του Smash Hits έγραψε ότι «ο Fad προσφέρει synth ήχους που σε παροτρύνουν να ακούσεις ενώ οι κρουστές εκρήξεις του σε χτυπούν στα πλευρά με έναν τρόπο που απολαμβάνεις. Και ενώ τα τραγούδια του μιλούν για τύπους που δεν γουστάρεις -φρικιά που μαζεύονται όταν γίνεται ένα ατύχημα, καλοζωισμένους που δε δίνουν δεκάρα για τα δεινά των φτωχών του κόσμου- o Fad τους παρουσιάζει με έναν τρόπο που σε κρατάει ανυπόμονο. Μπορεί ένας τύπος με μια ανέκφραστη φωνή να δημιουργήσει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα albums της χρονιάς; Έτσι φαίνεται.»

Punch & Judy

Τα λαϊκά θεάματα «Punch & Judy» που στοίχειωσαν την παιδική ηλικία του Fad Gadget, συνεχίζονται στη Βρετανία.

Για το εξώφυλλο του album αλλά και για τα εξώφυλλα των δύο singles που βγήκαν από το album, ο Tovey φωτογραφήθηκε από τον Anton Corbijn αφού ντύθηκε σαν τον Mr. Punch, την δημοφιλή εκείνη λαϊκή φιγούρα του κουκλοθέατρου, που χαρακτηρίζεται από τη βιαιότητα και τη βαρβαρότητα του χαρακτήρα του, μία απόλυτα ταιριαστή συμβολική μεταφορά για την έκφραση των καιρών. Ο Fad Gadget εξήγησε στο Smash Hits τις προθέσεις του πίσω από τη μεταμφίεσή του: «Ο Fad μεταμορφώνεται σε αυτή την δημοφιλέστατη λαϊκή φιγούρα των πανηγυριών που ταράζει στο ξύλο τη γυναίκα του Judy επειδή κουβαλάει μέσα του όλες τις αντιφάσεις που αντιπροσωπεύει αυτή η μαριονέτα. Δηλαδή ο Punch μπορεί να μας κάνει να γελάσουμε αλλά από την άλλη είναι απεχθής, σεξιστής, ρατσιστής και δέρνει αστυνομικούς. Είναι όλα όσα διδάσκει κανείς στα παιδιά του να μη γίνουν.» Στη συνέντευξη που έδωσε στον Paul Morley για το NME ο Tovey είπε «Η μητέρα μου δεν μπορούσε να με ξεκολλήσει από τις παραστάσεις «Punch & Judy«. Τις έβλεπα και έμενα μαγεμένος για μέρες. Η εικόνα της παράστασης με κρατούσε υπνωτισμένο με αυτές τις μαριονέτες που μιλούσαν, κουνιόντουσαν και χτυπούσαν η μία την άλλη. Ήταν η εικόνα του κόσμου του ίδιου, ασυνήθιστη, απίθανη, αλλά πιο αληθινή από την αλήθεια η οποία τότε μού παρουσιαζόταν με μια απεριόριστα απλοποιημένη μορφή σαν καρικατούρα για να τονίσει την γκροτέσκα και βάρβαρη αλήθεια.»

Pulcinella

Η γαλλική εκδοχή της διάσημης λαϊκής μαριονέτας Polichinelle

O Mr. Punch βασίζεται στη μαριονέτα Pulcinella, (pulcino + pollastrello δηλαδή κλωσσόπουλο και κόκκορας μαζί) που λανσαρίστηκε στην ναπολιτάνικη comedia dell arte το 1620 από τον Silvio Fiorillo. Ο Pulcinella ήταν ένας άσχημος τύπος που είχε κληρονομήσει τα χαρατηριστικά από τους δύο πατέρες του, τον Maccus και τον Bucco, ο πρώτος είρωνας, εξαιρετικά πονηρός, αγενής και βάναυσος, ο δεύτερος, εγωκεντρικός, αφελής και απατεώνας. Η φιγούρα του με γαμψή και μυτερή μύτη σαν ράμφος, με μεγάλη καμπούρα και με ξεχειλωμένη πλατιά κοιλιά διαδόθηκε στις λαϊκές παραδόσεις όλης της Ευρώπης και μεταμορφώθηκε σε Petrushka στη Ρωσία, Kasper στγ Γερμανία, Jan Klaasen στην Ολλανδία, Mester Jakel στη Δανία, Vasilache στη Ρουμανία, Mr. Punch στη Βρετανία (λανσαρίστηκε στο Covent Garden το 1622), Polichinelle στη Γαλλία, Vitéz szló στην Ουγγαρία. Μέχρι και ο τουρκικός Karagöz και κατόπιν ο ελληνικός Καραγκιόζης έχουν τις ίδιες πάνω κάτω ιδιότητες με τον Pulcinella (παρότι χρησιμοποιούνται στο θέατρο σκιών), αν και είναι προσαρμοσμένοι στις ιδιομορφίες και στις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου. Το μπαστούνι που κρατάει στο χέρι είναι κοινό σε όλες τις κουλτούρες και τις παραλλαγές του.

Το «Saturday Night Special» του Fad Gadget:

Όλοι θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να έχουν όπλο
Όλοι θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να πυροβολήσουν κάποιον
Κινηματογραφικοί ήρωες και αγρότες ακόμα προωθούν τις γνώμες τους
Όπως οι τηλεοπτικοί πολιτικοί παίζουν καουμπόηδες και ινδιάνους
Ο θείος Sam κοιμάται με το άλογό του, κρατάει το μυαλό του μέσα στο καπέλο του
Με ευκολία  βγάζει το όπλο του και rat-a-tat-tat-tat-tat

Πέτα προς τον ήλιο και η ζημιά θα γίνει

Όλοι θα έπρεπε έχουν το δικαίωμα να πάρουν μια σύζυγο
Όλοι θα έπρεπε να έχουν κάποια να μοιραστούν τις ζωές τους.
Να την κρατούν σπίτι με τα παιδιά και το μαγείρεμα
Να είναι όλα τακτοποιημένα και καθαρά όταν κοιτάζουν οι γείτονες
Είναι μητέρα και άγγελος και πόρνη ταυτόχρονα
Πάντα καυτή στην κρεβατοκάμαρα, να ντύνεται μόνο για τα μάτια σου

Πέτα προς τον ήλιο και η ζημιά θα γίνει

Όλοι θα έπρεπε έχουν το δικαίωμα να έχουν ένα γιο
Όλοι θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να διαλέξουν το παιδί τους
Ένας γιος είναι εγγύηση για το όνομα της οικογένειας
Μια κόρη όμως μπορεί να επιφέρει μόνο ανησυχία και ντροπή
Μπορείς να λύσεις όλα τα προβλήματά σου με μια μικρή εγχείριση
Προστατεύοντας τον ανδρισμό σου από την μοιραία ακύρωσή του
Πέτα προς τον ήλιο και η ζημιά θα γίνει


Saturday Night Special

Fad Gadget «Saturday Night Special (Ιανουάριος 1982, Mute)

Το 1982 ξεκίνησε με την κυκλοφορία του πέμπτου single του Fad Gadget «Saturday Night Special» ένα σκοτεινά σαρδόνειο τραγούδι με ένα αργό πιάνο που παίζει βαλς ρυθμό που αντισταθμίζεται από τα γυναικεία φωνητικά που παίρνουν το ρόλο του χορού σε αρχαία ελληνική τραγωδία, καθώς επαναλαμβάνουν το προειδοποιητικό ρεφρέν: «πέτα προς τον ήλιο και η ζημιά θα γίνει». Το τραγούδι έγραψε από κοινού ο Tovey με την Barbara Frost, με τους συγκλονιστικούς στίχους γραμμένοι μισοί – μισοί επίσης από τους δύο τους. Η παρουσία της Barbara Frost δικαιολογεί τον καυτηριασμό της σεξιστικής παράδοσης στο πατριαρχικό μοντέλο οικογένειας στην Αμερική, αφήνοντας φεμινιστικές απολήξεις. Η φωνή του Tovey ένα κράμα εφιάλτη και σεξουαλικότητας που φέρνει στο νου τις ερμηνείες του Howard Devoto, εκφέρει σε χαμηλό τόνο που μοιάζει καθησυχαστικός αλλά στην ουσία είναι εμπρηστικός, παρουσιάζοντας το βάρβαρο κοινωνικό μοντέλο της Αμερικής σαν αυτό της Άγριας Δύσης και η ακρίβεια της παρατήρησής του είναι εντυπωσιακή. Πάλι στο Smash Hits, ο Tovey έδωσε τις εξηγήσεις του: «Νιώθω ότι υπάρχει μία αμερικανική macho καουμπόικη εικόνα, εδώ, σύμφωνα με την οποία, ένας άντρας έχει τρία είδη δικαιωμάτων στη ζωή του. Ένα είναι το δικαίωμα να υπερασπίζεται τη ζωή του που εγείρει το ερώτημα κατά πόσο έχει δικαίωμα να σκοτώνει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Μετά, πάρα πολλοί άντρες πιστεύουν ότι έχουν δικαίωμα να πάρουν μία γυναίκα και νιώθουν ότι μπορούν να διαλέξουν όποια θέλουν για να τη χρησιμοποιήσουν όπως θέλουν. Τέλος, υπάρχει το δικαίωμα να μεγαλώσουν ένα γιο, κάτι που δημιουργεί ξανά τον κύκλο από την αρχή, ο γιος μεγαλώνει με την ίδια νοοτροπία και καταλήγει σε μια παράδοση που διαιωνίζεται.»

Fad Gadget Upside Down

Η ανορθόδοξη performance art του Fad Gadget. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τις εμφανίσεις του John Maus δεν είναι καθόλου συμπτωματική.

Για να προωθήσει το δίσκο, ο Fad Gadget βγήκε σε περιοδεία με την μπάντα σε όλη την Βρετανία, ως support της Toyah η οποία τότε άγγιζε το ζενίθ της επιτυχίας της και επιπλέον λάτρευε τον Fad Gadget, αν και το κοινό της δεν εντυπωσιαζόταν και τόσο από το συγκρότημα που άνοιγε τις συναυλίες της. Στο Smash Hits στις αρχές του 1982, ο Tovey δήλωσε την δική του ερμηνεία για αυτή την κακή υποδοχή που του έκανε ο κόσμος στις συναυλίες. «Όλοι ούρλιαζαν το όνομα της Toyah όσο βρισκόμασταν στην σκηνή. Στη Βρετανία ήταν εντάξει αλλά στην Ιρλανδία το πράγμα πήρε βίαιες διαστάσεις, μας έριχναν καρέκλες και κέρματα και μας έφτυναν. Στο Ulster πήδηξα μέσα στο κοινό και με έδειραν. Μου έσκισαν το πουκάμισο και μετά βγήκα έρποντας με ένα παπούτσι.» Ο Gavin Martin έγραψε το 1982 στο NME μια κριτική για μια εμφάνισή του: «Τρέχει μέσα στο κοινό, κυλιέται στο πάτωμα και χώνει το μισό μικρόφωνο στο στόμα του. Ανοίγει το παντελόνι του και ραίνει το κοινό με τρίχες από τα γεννητικά όργανά του. Γλύφει ένα hamburger και το πετάει στο πλήθος

Στο booklet που συνοδεύει την κυκλοφορία της ανθολογίας του «The Best Of Fad Gadget» (2001, Mute) o Paul Morley γράφει ένα συγκλονιστικό κείμενο για την ουσία της τέχνης του Fad Gadget και την κληρονομιά του και τους ποικίλους τρόπους που επηρρέασε ένα ολόκληρο φάσμα καλλιτεχνικής δράσης. Λίγο πριν ολοκληρωσει το κείμενό του γράφει: «Πριν τον Fad Gadget, το ερώτημα ήταν – που ήταν ο Fad Gadget; Βρισκόταν στα ίχνη των πραγμάτων που επρόκειτο να συμβούν. Μετά τον Fad Gadget το ερώτημα είναι – ποιος είναι ο Fad Gadget; Η απάντηση είναι ότι είναι κάποιος που βρίσκεται στα κενά ανάμεσα στα πάντα που έχουν συμβεί στην pop μουσική, από την εποχή των Kraftwerk, του glam, του punk, του ίδιου. Είναι το gadget στη μηχανή. Είναι η μόδα που ποτέ δεν υπήρξε και βρίσκεται ολούθε γύρω μας.. Όποιος και αν είναι, οτιδήποτε κι αν ήταν, οπουδήποτε και αν βρίσκεται, πάντα είναι έτοιμος να ανοίξει το στόμα του ξανά και να παίξει με την τέχνη και να εργαστεί στην ψυχαγωγία και να κινηθεί υπέροχα από έναν κόσμο που υπήρχε πριν από αυτόν σε έναν άλλο που είναι διαφορετικός.«

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

The Dust Grain Six: Tame Impala «New Person, Same Old Mistakes»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , | 13 Σχόλια »

Καινούργιο Πρόσωπο, Ίδια Παλιά Λάθη

Posted by gone4sure στο 21 Απριλίου 2018

To «New Person, Same Old Mistakes» είναι μια υπέροχη, θεαματική, γενναιόδωρη επικύρωση ότι ο έρωτας δεν υπακούει σε καμμία λογική, κοινή ή μη, ούτε καν την προσωπική δική μας.

Tame Impala

Tame Impala: η μπάντα, μη-μπάντα του Kevin Parker

To 2015 ο Kevin Parker πραγματοποίησε το απόλυτο crossover. Από τις indie παρυφές του psych rock πέρασε στην ηλεκτρονική μετρονομία καλύπτοντας όλο το ενδιάμεσο έδαφος με συνδετικό υλικό που δεν μπορεί παρά να είναι ένα στην pop κουλτούρα: η γερή μελωδικότητα. Παρότι οι Tame Impala από την αρχή της καριέρας τους λανσαρίστηκαν ως μια psych rock μπάντα από το Perth της Αυστραλίας, ουσιαστικά ήταν πάντα ένα one man show, ήταν ο ίδιος ο Kevin Parker που έγραφε, ενορχήστρωνε, μίξαρε και έκανε παραγωγή στο υλικό του. «Πάντα έκανα μουσική μόνος μου αλλά δεν υπήρχε μια πλατφόρμα για αυτό κι έτσι σκέφτηκα ότι έπρεπε να προσποιούμαι ότι είχα μπάντα» είπε στην Elisa Bray του Independent, τον Φεβρουάριο του 2016. «Δεν είναι μπάντα όμως αλλά ντρεπόμουνα να πω «αυτό είναι δικό μου, το έκανα μόνος μου». Ένιωθα ότι έπρεπε να κρύβομαι πίσω από μία μπάντα κι έτσι ξεγελούσα τον εαυτό μου ότι ήμουν μέλος μιας μπάντας. Μόλις πρόσφατα άρχισα να τα αποκαλώ δικά μου albums.»

Τα δύο πρώτα eps του και τα δύο πρώτα albums του «Innerspeaker» (2008) και «Lonerism» (2012) κυκλοφόρησαν από την Modular Recordings ενώ το τρίτο album του «Currents» του 2015 από την Interscope. Στο «Currents» χρησιμοποίησε τους Dominic Simper (keyboards, κιθάρα), Jay Watson (κιθάρα), Cam Avery (μπάσο), Julien Barbagallo (τύμπανα) για τις ζωντανές εμφανίσεις του αλλά στην ουσία, στο στούντιο η δουλειά γίνεται όλη από τον ίδιο. Στο Perth της Αυστραλίας, ο Kevin Parker κάνει παρέα με την μπάντα των Pond κάτι που οδήγησε πολλούς πρόθυμους δημοσιογράφους ανά τον κόσμο να βιαστούν να βαφτίσουν αυτή την παρέα μια νέα psych σκηνή, κάτι που απέχει πολύ από την πραγματικότητα. «Δε νομίζω ότι υπάρχει πραγματικά μια αυστραλέζικη psych σκηνή» είπε στην Nancy Groves και την Alexandra Spring του Guardian τον Μάιο του 2015. «Έχουμε τους φίλους μας στο Perth, όπως τα παιδιά από τους Pond. Ζούσαμε όλοι μαζί σε κάποια φάση, ένας κύκλος φίλων ίσως δέκα ή δεκαπέντε ανθρώπων. Και ξέρεις τι, ο Jay Watson (από τους Pond, τους Tame Impala και τους Gum) έμενε μαζί με τον King Gizzard όταν ήταν στη Μελβούρνη και έχουν κι αυτοί την παρέα τους. Νομίζω ότι οι παρέες μας αναμείχθηκαν για λίγο εκεί. Τους έκανα παρέα για λίγο και φαίνονται εντάξει παιδιά.»

Kevin Parker

Ο κύριος Kevin Parker. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τον Rick Wakeman είναι καθαρά συμπτωματική.

Όλη η φιλολογία γύρω από το πρόσωπο του Kevin Parker έχει να κάνει με το κατά πόσο είναι θεμιτό και αυθεντικό να μεταπηδά κάποιος από τo indie rock στην pop και να παραμένει γνήσιος και εστιασμένος. Η διαμάχη είναι παλιά και παραμένη άσβεστη αν και πλέον τα επιχειρήματα της indie αλλαζονίας φαίνεται να έχουν ξεθωριάσει. Ο ίδιος ο Kevin Parker μίλησε στον Roy Rogers του Billboard τον Ιούλιο του 2015 σχετικά με αυτό: «Παλιότερα ήμουν μέρος ενός indie τρόπου ζωής, αντιμετώπιζα λοιπόν όσους ήταν πετυχημένοι εμπορικά ως ανόητους, τύπου «α θέλουν να γίνουν διάσημοι».  Το έκοψα αυτό. Αυτή τη φορά, προκάλεσα τον εαυτό μου. Δεν θόλωσα τη μελωδία. Ο παλιός μου εαυτός θα το αντιμετώπιζε αυτό ως πολύ cheesy, πολύ εμπορικό, πολύ top 40. Ο νέος μου εαυτός το αντιμετωπίζει ως αυτό που θέλει η μελωδία να κάνει.» Η ωρίμανση δεν έχει να κάνει με το ότι ένας μουσικός μεγαλώνοντας προσανατολίζεται στην κερδοσκοπική εκμετάλλευση της μουσικής του. Έχει να κάνει με πιο προσωπικές και ιδιαίτερες ζυμώσεις μέσα του που προκρίνουν και άλλα πράγματα πέραν της τυφλά «ασυγκράτητης» αδρεναλίνης που προκρίνει το rock. Μιλώντας στην Stephanie Janssen του Agolde τον Φεβρουάριο του 2017 είπε: «Διατηρώ το cool credit μου, όσο είμαι έντιμος. Φαντάζομαι ότι οι αρνητικές πεποιθήσεις των ανθρώπων για την pop κουλτούρα έχουν να κάνουν με το ότι είναι ανέντιμη κι ότι ο εναλλακτικός κόσμος είναι το αυθεντικό πράγμα. Τύπου, κάνουν μουσική για να κάνουν μουσική και ότι η pop κουλτούρα έχει να κάνει μόνο με τη λάμψη, την επιτυχία και τη φήμη. Ξεκίνησα και γω με αυτή την πεποίθηση, αλλά αρκεί μόνο να βρεθείς στα παρασκήνια μερικών φεστιβάλ για να συνειδητοποιήσεις ότι όλα αυτά είναι μαλακίες. Υπάρχουν φανατικοί τύποι που το κρατάνε τάχα αληθινό αλλά είναι υπέρτατοι μαλάκες και υπάρχουν pop stars που είναι σπουδαίοι άνθρωποι και γνήσια πιο βαθιά μέσα στη μουσική από,τι ίσως οι indie. Ακούγεται λίγο κλισέ, αλλά τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.«

Οι μελωδίες και οι αναπτύξεις του «Currents» δεν ήταν καθόλου απλές. Υπάρχει ένα στοιχείο μέσα στον Kevin Parker που τον συνδέει μουσικά με το progressive rock των 70s και άλλο ένα που τον φέρνει κοντύτερα στη groovy πλευρά του r’n’b. Στο «Lonerism» οι επιρροές του έρχονταν από τους Supertramp και τους King Crimson. Στο «Currents» έρχονται και από το μοντέρνο chillwave, τους MGMT και τους Washed Out. Τον Αύγουστο του 2015 δήλωσε στον Andrew Perry του Mojo: «Συνειδητοποίησα ότι είναι ευκολότερο να επικοινωνήσεις με το μυαλό των ανθρώπων απότι με την καρδιά τους. Όταν έγινα «rock» μουσικός θεωρούσα ότι είναι εύκολο να γράψεις pop μουσική. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι είναι το γράψεις ένα pop τραγούδι είναι το δυσκολότερο πράγμα μουσικά.» Και δεν είναι τυχαίο ότι κατάφερε να παραδώσει το πιο ολοκληρωμένο και συναισθηματικά έντονο album του όταν απαλλάχθηκε από τα ιδεοληπτικά βαρύδια του. Πάλι στον Guardian, τον Μάιο του 2015 δήλωσε: «Για μένα ήταν πάντα μια προσέγγιση τού κατά πόση θα αφήσω την αγάπη μου για την pop να εισχωρήσει στη μουσική μου. Από νωρίς, όταν έφτιαχνα το πρώτο album μου («Innerspeaker«) είχα ψηλά τις άμυνες. Έπρεπε να είναι τόση η ποσόστωση του «εναλλακτικού» σκεφτόμουνα και δεν επέτρεπα να αφήσω εκείνα τα στοιχεία που ο κόσμος θεωρεί της mainstream κουλτούρας. Μπλόκαρα τις pop επιρροές επειδή ήθελα η μουσική μου να έχει μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Μέσα στα χρόνια όμως συνειδητοποίησα ότι δεν έχει να κάνει με το μουσικό είδος ή με τα δημογραφικά του ακροατηρίου. Δεν είναι ο χώρος που κάνει τη μουσική κακή. Αν είναι κακή, είναι από μόνη της. Είδα τα πράγματα με την αληθινή αξία τους.» Και παραμένει ένας μουσικός με όραμα, βάσεις και γι’ αυτό μέλλον, αφού πιστεύει βαθιά στη δύναμη της μελωδίας. Μιλώντας στον Derrick Rossignol του Nerdist, τον Ιούνιο του 2016, είπε: «Για μένα οι pop μελωδίες είναι αυτόνομες με το δικό τους συναίσθημα και δεν ανήκουν απαραίτητα μόνο σε pop τραγούδια. Πάντα υποστήριζα ότι οι μελωδίες των Tame Impala είναι καθαρή pop. Απλά στο «Lonerism» για παράδειγμα πήραν μία εντελώς ελευθεριάζουσα, φαζαρισμένη psych rock μορφή. Για μένα όμως παραμένει pop μουσική με μια παραγωγή που μου άρεσε να έχω στη συγκεκριμένη φάση.»

Tame Impala - Currents

Tame Impala «Currents» (2015, Interscope). Ένας υπέροχος δίσκος.

Αν το «Innerspeaker» και το «Lonerism» διαπραγματεύονταν την ανεξαρτησία του και την προβληματική σχέση του με το εξωτερικό περιβάλλον, το «Currents» διαπραγματεύτηκε το χωρισμό από μία σχέση και την ανθρώπινη ευπάθεια. Όπως είπε στον David Zammitt του Loud And Clear : «Έχει να κάνει με τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις μέσα σου που σε πάνε σε διαφορετικές κατευθύνσεις ως άτομο, που σε μετασχηματίζουν, όχι ενάντια στη βούλησή σου, αλλά υποσυνείδητα. Υπάρχουν αποφάσεις που παίρνουμε για το ποιοι είμαστε και τι κάνουμε αλλά στο τέλος είναι ανεξέλεγκτο ποιοι καταλήγουμε να είμαστε και βαθιά μέσα μας ποιο άτομο γινόμαστε.» Στην ουσία σύμφωνα με τον ίδιο τον Kevin Parker αυτό που πραγματικά άλλαξε στο «Currents» είναι η εσωτερική συναισθηματική προσέγγισή του στα πράγματα και η απελευθέρωσή του όσον αφορά στην τόλμη του να δοκιμάσει μοντέρνες ενορχηστρώσεις. Τον Ιανουάριο του 2016 δήλωσε στον Mark Smith του Electronic Beats:  «Κάποιοι άνθρωποι εστιάζουν μόνο στο πώς ακούγονται οι ήχοι στα αυτιά τους. Το στιλ της παραγωγής διαμορφώνει τη γνώμη τους για το πόσο οπτιμιστικό ή πεσσιμιστικό είναι ένα album. Για μένα, το «Currents» σημαίνει το να προχωράς μπροστά με μια ξαφνική αίσθηση αυτοπεποίθησης. Ξαφνικά αυτή η εσωτερική φωνή διακηρρύσει τι είναι και τι θέλει, σε αντίθεση με τα άλλα δύο albums που έχουν να κάνουν περισσότερο με την αναζήτηση του εαυτού. Η κυρίαρχη γενική ομολογία για το «Currents» είναι ότι πρόκειται για ένα μελαγχολικό και λυπημένο album, κάτι που με μπερδεύει γιατί το «Lonerism» συγκριτικά ήταν πολύ σκυθρωπό. Οι στίχοι του ήταν για την ήττα και το «Lonerism» γενικά είχε έναν καταθλιμμένο τόνο, παρότι οι άνθρωποι έλεγαν ότι είναι πολύ ανεβαστικό και θετικό. Είναι περίεργο, αλλά έχω πάντα την αντίθετη προσέγγιση στην επεξήγηση της μουσικής μου.»

same_old_mistakes.0.0

Απόπασμα από το video του «New Person, Same Old Mistakes» των Tame Impala

Το τελευταίο τραγούδι του album του συνοψίζει απόλυτα την ωρίμανσή του, το μετασχηματισμό του από ένα θερμοκέφαλο psych rock μουσικό σε έναν ενδοσκοπικό και σοφότερο δημιουργό της pop κουλτούρας. Το «New Person, Same Old Mistakes» αποτελεί ένα κομψοτέχνημα παραγωγής και ένα μικρό θαύμα συνθετικής ικανότητας. Ο χαμηλόμπιτος ρυθμός του ακούγεται σαν μια ατέρμονη ανάβαση που ποτέ δεν καταλήγει σε κορυφή και αυτό το κάνει ακόμα πιο συναρπαστικό. Ο Parker στους στίχους του υποδύεται το διττό εαυτό του, από τη μία αυτόν που φλέγεται από το καινούργιο, που συναρπάζεται από έναν νέο έρωτα και ταυτόχρονα, από την άλλη, αυτόν που προτάσσει τη λογική του και την νοητική ανάλυση των πραγμάτων. Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρη η έκβαση αυτού του εσωτερικού αγώνα.

To «New Person, Same Old Mistakes» των Tame Impala:

 Τους ακούω τώρα «πώς μπόρεσες να μας απογοητεύσεις έτσι;»
Αλλά δεν ξέρουν πώς ένιωσα, δεν μπόρεσαν να το δουν απ’ τη μεριά μου
‘Ενιωσα να ξεπερνάω όλα όσα μισούσα, αναρωτήθηκα τι θα γίνει αν το διαπραγματευτούμε
Προσπάθησα αλλά ήταν πολύ αργά
Όλα τα σημάδια που δεν είδα, οι δυο πλευρές μου δεν μπορούν να συμφωνήσουν
Όταν ανασαίνω πολύ βαθιά, να αναζητώ αυτό που πάντα ήθελα

 Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος – Αλλά κάνεις τα ίδια λάθη
Δε με νοιάζει, είμαι ερωτευμένος – Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά
Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος – Αλλά κάνεις τα ίδια λάθη
Επιτέλους ξέρω τι είναι αγάπη – Δεν έχεις ό,τι χρειάζεται. Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά
Ξέρω ότι διακυβεύονται πολλά κάνοντας τα ίδια λάθη
Κι ακόμα δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό – Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά
Και ακόμα δεν ξέρω

Τελικά απογειώνομαι, ξέρω πιστεύεις ότι δεν είναι σωστό
Ξέρω ότι πιστεύεις ότι είναι ψεύτικο
Ίσως το ψεύτικο είναι αυτό που μου αρέσει απ’ αυτήν την πλευρά
Σκέφτομαι σαν τι, σκέφτομαι ότι αξίζει τον κόπο να παλέψω
Σύντομα θα εξαφανιστεί, θα το πετάξω αυτή τη φορά
Να αναζητώ αυτό που πάντα ήθελα

 Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος – Αλλά κάνεις τα ίδια λάθη
Δε με νοιάζει, είμαι ερωτευμένος – Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά
Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος – Αλλά κάνεις τα ίδια λάθη
Επιτέλους ξέρω τι είναι αγάπη – Δεν έχεις ό,τι χρειάζεται. Σταμάτα πριν είναι πολύ αργά

Φίλε, ξέρω είναι δύσκολο να το χωνέψεις
Αλλά αυτή η αγάπη είναι τόσο διαφορετική από τις υπόλοιπες
Και ξέρω είναι δύσκολο να το αποδεχτείς
Αλλά πρέπει να το κάνεις, έχει κι αυτή τις αμφιβολίες της
Και ξέρω ότι είναι δύσκολο να το πιστέψεις
Ξέρω ότι είναι τόσο καλό όσο γίνεται
Και ξέρω ότι είναι δύσκολο να το αποδεχτείς
Αλλά έχεις κι εσύ τους δαίμονές σου, έχει κι αυτή τις αμφιβολίες της
Αλλά έχεις κι εσύ τους δαίμονές σου, έχει κι αυτή τις αμφιβολίες της

Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος
Τόσο χαρούμενος που είναι σωστό σε μια καινούργια κατεύθυνση
Τόσο χαρούμενος που τελικά με κέρδισε
Σταμάτα να σκέφτεσαι ότι η μόνη περίπτωση ήταν να
Νιώθω σαν ένας ολοκαίνουργιος άνθρωπος
Τελικά ξέρω πώς είναι
Σταμάτα να σκέφτεσαι ότι η μόνη περίπτωση ήταν να
Τόσο χαρούμενος που τελικά με κέρδισε
Σταμάτα να σκέφτεσαι ότι η μόνη περίπτωση ήταν να
Και ξέρω είναι δύσκολο να το περιγράψεις
Σταμάτα να σκέφτεσαι ότι η μόνη περίπτωση ήταν να
Τόσο χαρούμενος που ξέρω ότι είναι το σωστό


Rihanna

H Rihanna λάτρεψε το τραγούδι του Kevin Parker και το ερμήνευσε πιστά, σύμφωνα με κάποιους σαν karaoke, κατά άλλους εξαιρετικά.

Rihanna - Anti

Rihanna «Anti» (2016, Def Jam)

To «Same Ol’ Mistakes» της Rihanna:

Δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη που η Rihanna αγάπησε το τραγούδι του Kevin Parker και θέλησε να το συμπεριλάβει στο όγδοο album της «Anti«, που υποτίθεται αποτέλεσε μια πιο εναλλακτική προσπάθειά της να μετατπίσει το καλλιτεχνικό στίγμα της σε πιο εκλεκτικά στιλ πέρα από το συμβατικό r’n’b. Η απόδοσή της στο τραγούδι του Parker, τιτλοφορήθηκε «Same Ol’ Mistakes» και παρότι ο ίδιος ο Parker θεωρεί ότι αποτελεί την βέλτιστη ερμηνεία του τραγουδιού, η αλήθεια είναι ότι δεν προσπάθησε πολύ το επιτελείο της Rihanna να παραλλάξει την αίσθηση που είχε το τραγούδι στην αυθεντική απόδοσή του. Οι πιο κακόπιστοι χαρακτήρισαν την ερμηνεία της Rihanna ως μια karaoke εκτέλεση χωρίς κανένα προσωπικό στίγμα της. Όπως δήλωσε στην Elisa Bray του Independent το Φεβρουάριο του 2016: «Αυτό παραήταν σουρεαλιστικό. Θυμάμαι διάβασα το μήνυμά του δύο φορές. Μου φαινόταν τόσο εξωπραγματικό να συμπεριλάβει η Rihanna το τραγούδι μου στο album της. Είναι πολύ αστείο όμως το ότι είχα φανταστεί αυτό το τραγούδι εξ’ αρχής ως ένα τραγούδι για r’n’b τραγουδιστή, συγκεκριμένα για τις TLC. Έτσι ξεκινούν πολλά τραγούδια των Tame Impala – ως ιδέες για τραγούδια που δυνητικά θα έδινα σε κάποιον άλλο. Τα φαντάζομαι με μια διαφορετική περσόνα στο νου μου, είναι ένας υποσυνείδητος τρόπος να μην είσαι δεσμευμένος με αυτό που νομίζεις ότι είσαι ως καλλιτέχνης. Ακούγοντας την εκτέλεση της Rihanna με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι το τραγούδι τελικά βρήκε την πλήρη απόδοση που άξιζε να έχει από την αρχή. Ολοκληρώθηκε.»

Όσο και αν είναι πρόθυμος να επικυρώσει την ερμηνεία της στο τραγούδι ο Kevin Parker, δεν παύει να είναι πιθανό ότι το κάνει για να δηλώσει την προθυμία του σε ενδεχόμενες μελλοντικές πάρα πολύ κερδοφόρες συνεργασίες μαζί της. Συνεργασίες γενικά με ένα pop κατεστημένο που ως χτες, πριν από το «Currents» φαίνονταν ως ένα πολύ μακρινό σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, ο Parker έγινε κολλητός φίλος του Mark Ronson, συνεργάστηκε μαζί του στο album του «Uptown Funk» (“Daffodils” and “Summer Breaking”), συμμετείχε στη δημιουργία του «Perfect Illusion» της Lady Gaga και μέσα στον Μάρτιο του 2018 συνεργάστηκε και με τον Steven Zhu για ένα πλήρως ηλεκτρονικό και μάλλον συμβατικό single («My Life«). Ίσως η δήλωσή του στην Stephanie Janssen του Agolde τον Φεβρουάριο του 2017 να εμπεριέχει όλη την μουσική καταγωγή του: «Μεγαλώνοντας άκουγα κυριολεκτικά λίγο απ’ όλα – Nirvana, Muse– όλος ο μουσικός κόσμος μου είναι αναποδογυρισμένος πλέον, αλλά ο Serge Gainsbourg είναι μια μεγάλη έμπνευση για μένα. Αυτός ο τύπος ο Max Martin, έμαθα για αυτόν και συνειδητοποίησα πόσο τιτάνας του μουσικού κόσμου είναι και κανένας δεν τον ξέρει, εκτός από ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας. Είναι κάπως σαν τον Darth Vader της pop.»

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

 The Dust: Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

The Dust: Grain Four: Crosby, Stills, Nas & Young «Helpless»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , | 14 Σχόλια »

Αβοήθητοι

Posted by gone4sure στο 14 Απριλίου 2018

Το «Helpless» είναι το πιο αφοπλιστικά απλό τραγούδι – ωδή στην μνήμη εκείνη στην οποία αποδρούμε για να κρατήσουμε το νου μας αλύγιστο όταν όλα γύρω καταρρέουν.

CSNY

Οι όχι και τόσο χαρμόσυνες μέρες του τέλους των 60s. Από αριστερά: Graham Nash, David Crosby, Stephen Stills, Neil Young

Οι Crosby Stills Nash & Young στην ουσία δεν υπήρξαν ποτέ ενιαία μπάντα. Ήταν περισσότερο, ένα καλοσχεδιασμένο άθροισμα των μελών τους, στιβαγμένα στο στενό πλαίσιο ενός σχήματος, που πάλευαν μεταξύ τους για να κυριαρχήσει ο καθένας πάνω στους άλλους. Τέσσερα ταλαντούχα εγώ σε ένα ταμπλό σκάκι που αναζητούσαν τη μοιραία στρατηγική κίνηση ρουά ματ ο καθένας απέναντι στους αντιπάλους του. Η κόλαση της δημιουργίας του δεύτερου album τους «Vu» περιείχε τα πάντα: κατάχρηση ηρωίνης, κοκαϊνης, αλκοόλ, παράνοια, μεγαλομανία, ίντριγκες, ομηρικούς καυγάδες ανταγωνισμού μεταξύ των μελών για επικράτηση, τραγωδίες και θάνατο. Όλα καταγράφηκαν καταπληκτικά στο βιβλίο «Hotel California» από τον Barney Hoskyns.

Μετά το ντεμπούτο album τους «Crosby Stills & Nash» οι τρεις τους είχαν βρεθεί στη δύσκολη θέση να πρέπει να μεταφέρουν επί σκηνής τον ήχο που είχαν παράγει στο στούντιο, γεμάτος στρώσεις και πολύπλοκες υφές. Ο Stephen Stills άρχισε να ζυμώνει στο μυαλό του την ιδέα που είχε ρίξει ο Ahmet Ertegun, να μπει στο σχήμα ο Neil Young για να ενισχύσει την δύναμή τους στις συναυλίες παρότι οι δρόμοι τους είχαν χωρίσει επεισοδιακά στους Buffalo Springfield. O Elliot Roberts της Lookout Management δεν μπορoύσε να πιστέψει ότι ο Stills θεώρησε καν πιθανό να συμβεί κάτι τέτοιο. «Πάντα θα με σοκάρει το γεγονός ότι ο Stephen προσκάλεσε τον Neil να επιστρέψει στο σχήμα από τη στιγμή που ήξερε ότι δεν θα μπορούσε πια να τον εκφοβίσει.» Από την δική του πλευρά, ο Graham Nash ένιωσε τρομοκρατημένος με την ιδέα της επιστροφής του Neil Young στο σχήμα. Πάνω που είχε βρει το απόλυτα αρμονικό τρίο, ξαφνικά, ο παλιός συνεργάτης του Stephen Stills στους Buffalo Springfield έμπαινε στην εικόνα. Όπως είπε ο δημοσιογράφος Ben Fong Torres «Ενώ οι περισσότερες ομάδες είναι ικανοποιημένες να έχουν δύο παίκτες να ρίχνουν τη μπάλα, οι CSNY είχαν τέσσερις.»

Ο Neil Young έγινε αισθητός πριν καν μπει στο σχήμα: έδωσε οδηγίες στον manager του Elliot Roberts να ενημερώσει το τρίο ότι δεν ήταν διαπραγματεύσιμη η «ίση μεταχείριση των τεσσάρων». Όπως εξήγησε ο Neil Young στον Jimmy McDonough «Όλοι προσπαθούσαν να κάνουν το δικό τους. Δεn πίστευα καν από την αρχή κιόλας ότι θα  ήταν μπάντα.» Όταν συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές του Young από το σχήμα ήταν ένα πολύ γερό ποσοστό των εσόδων τους, ο drummer Dallas Taylor επαναστάτησε και δε βοηθούσε καθόλου το γεγονός ότι ήταν ένας από τους πρώτους ηρωινομανείς στην rock σκηνή του Los Angeles. Στις συναυλίες προσπαθούσε να βγάλει τον Neil Young εκτός ρυθμού κατά τη διάρκεια των solos του κιθαρίστα. Ο Young κανόνισε να αποβληθεί ο Taylor από την μπάντα.

David Geffen - Elliot Roberts - Neil Young

David Geffen (αριστερά) και Elliot Roberts (κέντρο) διόγκωναν την αλλαζονία των CSNY και συνέβαλαν στον τυφλό ανταγωνισμό μεταξύ τους

Η απόφαση του Young να μπει στους CSNY αποδόθηκε εκείνη την εποχή στον ενθουσιασμό που ένιωθε όταν μονομαχούσε με τον Stills επί σκηνής. Μια πιο πιστευτή ερμηνεία της απόφασής του είναι ότι το συγκρότημα τού παρείχε μεγαλύτερη προβολή από αυτή που θα είχε ως solo καλλιτέχνης (είχε ήδη κυκλοφορήσει τα δύο πρώτα albums του, το 1968 – 1969, το δεύτερο με τους Crazy Horse), αφού ο Young κυνηγούσε τόσο τα χρήματα όσο και ο David Geffen, manager του μαζί με τον Elliot Roberts. Κατανόησε πλήρως τον τρόπο που είχε ο Geffen να βγάζει χρήματα από τις πλάτες των καλλιτεχνών που φαινομενικά δεν τους ένοιαζε καθόλου η κερδοσκοπία. Αυτή ήταν η στρατηγική του Δούρειου Ίππου για την εκμετάλλευση του rock: να πουλάει αντικαπιταλισμό στα παιδιά, τους μακρυμάλληδες, τους περιθωριακούς. «Δεν θα πω ότι δε μ’ αρέσουν τα λεφτά», είπε ο Young στον Richie Yorke. «Μου αρέσουν τα λεφτά και θα βγάλω πολλά και σίγoυρα αυτό παίζει ένα ρόλο στο να βρίσκομαι εδώ.»

Η έλευση του Neil Young στους CSNY έφερε μία ολόκληρη επιπλέον διάσταση κινδύνου και απρόβεπτων συνεπειών.. Η έντασή του φάνηκε στα προσωπικά τραγούδια που έφερε στο συγκρότημα. Οι παρατεταμένες εκτελέσεις τραγουδιών σαν το «Down By The River» ήταν το έδαφος για τον Neil Young και τον Stephen Stills να επιδοθούν σε ένα τυφλό ανταγωνισμό μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια αυτών των εμφανίσεων, ο Graham Nash ήταν υποχρεωμένος να στέκεται στην άκρη της σκηνής και να χτυπάει ένα ντέφι. Ωστόσο ο Stills αισθανόταν ότι ο Neil Young τον προκαλούσε από την αυξανόμενη αυτοπεποίθησή του. Οι ανασφάλειές του βγήκαν εκτός ελέγχου όταν στα παρασκήνια, μετά τη συναυλία τους στο Fillmore East της Νέας Υόρκης, ξέσπασε ένας άσχημος καυγάς μεταξύ τους. Σημειωτέον, οι CSNY είχαν ήδη παίξει ως support στην Joni Mitchell στο Chicago στις 16 Αυγούστου 1969, δύο μέρες αργότερα στο Woodstock και ένα μήνα αργότερα στο Big Sur Folk Festival στις 13 και 14 Σεπτέμβρη.

Το γεγονός ότι ο Geffen, ο Roberts και οι λακέδες τους ενίσχυαν την αυταρέσκειά τους μπορεί να έφερε αποτελέσματα στα καλλιτεχνικά τους προϊόντα και στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους αλλά δεν ήταν και τόσο ηθική η στάση τους. «Αυτό ήταν που τους ξέκοψε από την πραγματικότητα και τους εαυτούς τους,» είπε ο Nurit Wilde, φωτογράφος στο Laurel Canyon. «Ερέθιζε ακόμα περισσότερο την αυξανόμενη μεγαλομανία τους και την πεποίθησή τους ότι ήταν θεοί.» Το κουκούλι που τους είχε χτίσει ο Elliot Roberts στο Wally Heider Studio του San Francisco όταν ηχογραφούσαν το δεύτερο album τους «Vu» έκανε τους ανταγωνισμούς τους ακόμα πιο κλειστοφοβικούς. «Όταν φτιάχναμε τον πρώτο δίσκο των CSN ήμασταν πολύ ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο και ο ένας με τη μουσική του άλλου,» είπε ο Graham Nash στον Robert Sandall. «Μέχρι τo «Vu» όλο αυτό είχε μετρατραπεί σε μία φρίκη.»

Inlay puzzle

Το κολλάζ στο εσώφυλλο του «Déjà Vu»: χάος

Η ένταση ανάμεσα στον Stills, μανιακό με τον έλεγχο και τον τεμπέλη αλλά πολυλογά David Crosby ήταν ιδιαίτερα τοξική. Η αλλαζονία του Stills και η απόφασή του ότι αυτός ήταν ο αρχηγός των CSNY δημιουργούσε την περισσότερη ένταση στο συγκρότημα. «Οι διαμάχες τότε ήταν μεταξύ εμένα και του Stills, μεταξύ του Nash και του Stills και λίγο μεταξύ του Young και του Stills,» θυμόταν ο Crosby. «Ο Stephen ένιωθε λες και ο Neil τού είχε κλέψει το συγκρότημα κατά το ένα ή τον άλλο τρόπο, αν και ο Stephen ήταν αυτός που είχε καλέσει αρχικά τον Neil να έρθει στο σχήμα.» Ο Young ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος με τις υπερ-πολύπλοκες ενορχηστρώσεις των CSN. «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να ακούμε από μια σκοπιά απλότητας,» γκρίνιαζε καθώς έβλεπε τον Stills να δουλεύει με τον ηχολήπτη Bill Harveston. «Σκέψου ότι μπορούμε να το κάνουμε ακόμα μεγαλύτερο αν το απλοποιήσουμε.» Σε κάποια στιγμή η ατμόσφαιρα στο Wally Heider έγινε τόσο φρικτή που ο Nash κάλεσε τη μπάντα για μια συνάντηση. Καθώς προσπαθούσε να εκφράσει την απογοήτευσή του από τις δύσθυμες κακίες που ανταλάσσονταν ανάμεσα στα μέλη του σχήματος, ξέσπασε σε κλάμματα. «Ο Nash έπρεπε να προσπαθήσει πολύ σκληρά για να γίνει ο διπλωμάτης που θα κρατήσει το συγκρότημα μαζί,» είπε ο παραγωγός Denny Bruce. «Είπε ότι κάποιες μέρες ο Stills θα μπορούσε να θεωρηθεί παράφρονας ή άλλα τέτοια λόγια ανάλογης σοβαρότητας. Και ο Geffen είπε ότι ποτέ δεν είχε δει κάποιον να χάνει την ψυχραιμία του όπως ο Stills. Είπε ότι οι φλέβες στο λαιμό του πετάγονταν έξω μέχρι κάτω στους ώμους του.»

Ο Nash που είχε νοσταλγήσει την αγάπη μεταξύ τους στο πρώτο album ήταν επίσης ενοχλημένος από την απροθυμία του Young να προσαρμοστεί και να αφοσιωθεί στους CSNY, αλλά και από αυτό που αργότερα περιέγραψε ως την «αχόρταγη ανάγκη του Neil για έλεγχο.» Ο Nash ως ένας μουσικός που πάντα υποσκέλιζε το δικό του εγώ για το κοινό μουσικό καλό, ένιωσε την υπομονή του να εξαφανίζεται με τον Young. Επιπλέον, υπήρχε ένα πολιτικό σχίσμα ανάμεσα στον Crosby και τον Nash από τη μία μεριά και τον Stills και τον Young από την άλλη. Όταν ο Hugh Wavy Gravy Romney προσκάλεσε τους CSNY να παίξουν σε μια συναυλία υποστήριξης στους «Επτά του Chicago», στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών το 1968, ο Stills και ο Young -αδιάφοροι πολιτικά- αρνήθηκαν να συμμετέχουν. Το τραγούδι του Nash, «Chicago» του 1971 ήταν μια ευθεία ικεσία στα άλλα μέλη του συγκροτήματος να ακολουθήσουν τις συνειδήσεις τους.

Nash - Mitchell

Graham Nash και Joni Mitchell: η Joni «ασφυκτιούσε στη συμβίωσή της με τον Graham.

Stills - Collins

Stephen Stills και Judy Collins: ο χωρισμός τους συνέβαλε στην μανία για έλεγχο του Stephen στο στούντιο και στη σκηνή.

Crosby - Hinton

David Crosby και Christine Hinton: ο θάνατος της Christine βύθισε τον David σε κατάθλιψη και ακόμη πιο φανατικά στην ηρωίνη.

Κι επίσης, δε βοηθούσε ότι το «Vu» ηχογραφήθηκε με φόντο την απώλεια και την τραγωδία. Ο Stills είχε χωρίσει από την Judy Collins, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο στοχοθετημένο και μονομανή στο στούντιο. Ο Nash είχε προβλήματα στη σχέση του με την Joni Mitchell η οποία ένιωθε εγκλωβισμένη από τη συμβίωσή τους. Ακόμα χειρότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου 1969 η ερωμένη του Crosby, Christine Hinton σκοτώθηκε σε μια μετωπική σύγκρουση ενώ έτρεχε για μια δουλειά κοντά στο σπίτι τους στο Marin County. Ο θάνατός της δημιούργησε τόσο μεγάλη κατάθλιψη στον Crosby που την κουβαλούσε σε όλη τη ζωή του και επιπλέον ο εθισμός του στην ηρωίνη αυξήθηκε κατακόρυφα, αποδρώντας από τη θλίψη του που θα τον ξανάβρισκε αργότερα.

Η ηρωίνη και η κοκαϊνη έπαιξαν το δικό τους ρόλο στα προβλήμτα γύρω από το «Déjà Vu«. Ο Dallas Taylor που ισχυριζόταν ότι ο Crosby και ο Keith Richards είχαν κυλήσει το «μισό Hollywood» στην πρέζα, έκανε χρήση και στο στούντιο. Ο Stills εντωμεταξύ έπινε αλκοόλ και σνίφαρε μανιακά κόκα για να αντέξει στους ολονύκτιους μαραθώνιους στο στούντιο. «Πάρα πολλές φορές, οι CSNY βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί,» είπε ο Young, «σε σημείο που όλοι έδειχναν καμμένοι εντελώς.» Μέσα σε αυτήν την κολασμένη παράνοια, το «Vu» ολοκληρώθηκε στα μέσα του Νοέμβρη του 1969 κι ακουγόταν πιο πομπώδες από το πρώτο, με ένα σέπια εξώφυλλο που εικονίζονται και αναγράφονται εκτός από τους τέσσερίς τους κι ο drummer Dallas Taylor και ο μπασίστας Greg Reeves σε μια φωτογραφία που μοιάζει να κατάγεται από τον αμερικανικό εμφύλιο. Η Atlantic μετά την επιτυχία του πρώτου album τύπωσε εκατομμύρια αντίτυπα και οι ίδιοι οι CSNY ανέπτυξαν μια αυτοεικόνα τόσο σπουδαιοφανή σαν να ήταν οι αμερικανοί Beatles. «Το θέμα με μας είναι ότι είμαστε μαζικοί καλλιτέχνες» είπε ο Crosby στον Ben Fong Torres. «Δεν υπηρξε ποτέ στο παρελθόν κάτι σαν και μας μέχρι πίσω στον Γουτεμβέργιο

CSNY - Deja Vu

Crosby, Stills, Nash & Young «Déjà Vu» (Μάρτιος 1970, Atlantic)

Μέσα σε όλη αυτήν την παρανοϊκή κόλαση το «Helpless» μέσα στο δίσκο αποκτούσε λυτρωτική διάσταση. Το τραγούδι ήταν γραμμένο στις αρχές του 1969 από τον Neil Young στο πλαίσιο της μπάντας του Crazy Horse και μπήκε στο ρεπερτόριο των CSNY όταν τον έπεισαν οι υπόλοιποι να το ηχογραφήσουν μαζί. Αφού το τραγούδησε με τη λιγνή, τριμαρισμένη φωνή του πέρασε στο στούντιο από σαράντα κύματα ιδεών όσον αφορά τους προτιμόμενους τρόπους ενορχήστρωσής του, κατέληξε ευτυχώς στην απλή ακουστική μορφή του με τον Neil Young να τραγουδάει το βασικό μέρος του κομματιού και τους υπόλοιπους να τραγουδούν την αρμονία στο ρεφρέν. Ο τρόπος που επαναλαμβάνεται στο ρεφρέν η λέξη «Αβοήθητοι» εντείνει δραματικά την αίσθηση της απόγνωσης – άλλωστε τα «γαλάζια παράθυρα πίσω από τα αστέρια μπορεί να είναι και μελαγχολικά παράθυρα (blue). Στο πλαίσιο της ασφυκτικής διαδικασίας που επικρατούσε στις ηχογραφήσεις του album τους, το «Helpless» ακουγόταν σαν μία απέλπιδα προσπάθεια σωτηρίας τους από την φρίκη, μία τρυφερή επίκληση μιας ανάμνησης που θα τους οδηγούσε σε μια διέξοδο. Ο Neil Young αποκάλυψε στον Nick Kent για το Mojo το 1995, ότι αυτή η πόλη στο βόρειο Ontario του Καναδά που αναφέρει στον πρώτο στίχο, είναι το χωριό Omemee, βάζοντας την στο χάρτη του πάνθεου της rock κουλτούρας αφού διαθέτει και μουσείο Neil Young καθώς ο σπουδαίος καναδός τραγουδοποιός εκεί πέρασε μέρος της παιδικής ηλικίας του με τη μητέρα του.

Neil Young Museum - Omemee

Το μουσείο Neil Young στο χωριό Omemee στο Ontario. Το Omemee είναι η πόλη που εννοεί στον πρώτο στίχο του «Helpless».

Neil Young - Helpless Single

Crosby, Stills, Nash & Young «Woodstock / Helpless» 7» Single (1970, Atlantic)

Το «Helpless» από τους Crosby, Stills, Nash & Young:

Είναι μια πόλη στο βόρειο Ontario
Ονειρική ανακουφιστική ανάμνηση για ν’ ανατρέχεις
Και στο νου μου έχω ανάγκη ακόμα ένα μέρος να πάω
Όλες οι αλλαγές μου συνέβησαν εκεί

 Γαλάζια, γαλάζια παράθυρα πίσω από τα αστέρια
Κίτρινο φεγγάρι στην ανατολή του
Μεγάλα πουλιά πετάνε στον ουρανό
Ρίχνοντας σκιες στα μάτια σου

 Μας αφήνουν

 Αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους
Μωρό μου, μπορείς να με ακούσεις τώρα;
Οι αλυσίδες είναι δεμένες και κλειδωμένες στην πόρτα
Μωρό μου, τραγούδησε μαζί μου με κάποιο τρόπο

 Γαλάζια, γαλάζια παράθυρα πίσω από τα αστέρια
Κίτρινο φεγγάρι στην ανατολή του
Μεγάλα πουλιά πετάνε στον ουρανό
Ρίχνοντας σκιες στα μάτια σου

 Μας αφήνουν

 Αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους, αβοήθητους


Neil Young + The Band

Rick Danko, Robbie Robertson και Neil Young επί σκηνής στις 25 Νοεμβρίου 1976 στο San Francisco για το «Last Waltz» ερμηνεύουν το «Helpless»

Band - The Last Waltz

The Band «The Last Waltz» (1978, Warner Bros. Records)

To «Helpless» από τον Neil Young, τους Band και την Joni Mitchell:

O Neil Young ερμήνευσε ξανά το «Helpless» στο πλαίσιο της αποχαιρετιστήριας συναυλίας των Band στο San Francisco στις 25 Νοεμβρίου 1976, με όλη την αφρόκρεμα του roots rock (Eric Clapton, Ringo Starr, Bob Dylan, Ronnie Wood, Muddy Waters, Neil Diamond, Van Morrison, Bobby Charles, Dr. John, Paul Butterfield, Emmylou Harris, Ronnie Hawkins, Joni Mitchell, The Staple Singers) που συμπεριλήφθηκε σε ένα τριπλό album και μια ταινία σκηνοθετημένη από τον Martin Scorsese με τον τίτλο «The Last Waltz«, ένα συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ που χρονικά ισοδυναμεί με το τέλος της αθωότητας στη Δυτική Ακτή. Η εκτέλεση αυτή, διαπνέεται από την πολύ πιο ηδονική και γιορτινή ατμόσφαιρα της συναυλίας, με τον Neil Young να συνοδεύεται από τον Robbie Robertson και τον Rick Danko των Band πάνω στη σκηνή και από την βοηθητική φωνητική συνοδεία της Joni Mitchell από τα παρασκήνια, καθώς δεν ήθελε να βγει μαζί τους επί σκηνής επειδή θα αποδυνάμωνε τη δική της εμφάνιση που ακολουθούσε στο πρόγραμμα της συναυλίας. Σημειολογικά, η εκτέλεση αυτή ακούγεται σαν λύτρωση και σαν δικαίωση από την έξοδο από τη στενωπό των CSNY και πάνω σε αυτή την εμφάνιση βασίστηκαν οι δεκάδες καλλιτέχνες που ερμήνευσαν αργότερα το «Helpless» επί σκηνής με καλεσμένους τους όπως ο Ryan Adams μαζί με την Gillian Welch, ο Elton John με τον Leon Russell, την Sheryl Crow και την Neko Case, οι Cowboy Junkies, οι Arcade Fire κ.λπ.
★★★★★★★★★★


Neil Young - Unplugged

Neil Young «Unplugged» (1993, Reprise)

Το «Helpless» από τον Neil Young στην live unplugged εκτέλεσή του:

Ο Neil Young θα συμπεριλάμβανε διάφορες ακόμα φορές το «Helpless» σε δίσκους του με πιο σημαντική από αυτές την ζωντανή unplugged εκτέλεσή του στις 7 Φεβρουαρίου 1993 που κυκλοφόρησε στις 15 Ιουνίου 1993. Ο Neil Young τελειομανής και αδιαπραγμάτευτος για το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα ταλαιπώρησε πολύ τους μουσικούς του μέχρι να πετύχουν τις εκτελέσεις που ήθελε, η γκρίνια δεν έλειψε καθόλου από αυτά τα sessions. Οι Nils Lofgren (κιθάρα, ακκορντεόν, autoharp), Ben Keith (ντόμπρο), Spooner Oldham (πιάνο, όργανο), Tim Drummond (μπάσο), Oscar Butterworth (τύμπανα) και οι Astrid Young και Nicolette Larson στα φωνητικά, ζυμώθηκαν αρκετά υπό την καθοδήγηση του Young για να αποδώσουν το τελικό αποτέλεσμα.
★★★★★★★★★


Μέσα στα χρόνια το τραγούδι αποδόθηκε κατά κόρον από διάφορους καλλιτέχνες που επικαλούνταν τη γήινη, τρυφερή αύρα του για να προσθέσουν ένα credit στο ενεργητικό τους. Οι ακόλουθες δέκα και μία είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες αν και όχι πάντα αξιόλογες, σε χρονολογική παράθεση με μια συγκριτική βαθμολόγηση – με άριστα τα δέκα αστεράκια– κάτω από την καθεμιά:

Buffy Sainte Marie

Buffy Saint Marie

Buffy Sainte-Marie ‎- She Used To Wanna Be A Ballerina

Buffy Saint Marie «She Used To Wanna Be A Ballerina» (1971, Vanguard)

Το «Helpless» από την Buffy Saint Marie:

Ακριβώς ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του «Déjà Vu» και του «Helpless» η Buffy Saint Marie ηχογράφησε το τραγούδι το 1971, με όλο το επιτελείο του Neil Young και των Crazy Horse στο υπόβαθρο και τον Jack Nitzsche στην παραγωγή όπως ακριβώς και στο album του Neil Young, «After The Gold Rush«. Επιπλέον, στο album της «She Used To Wanna Be A Ballerina«, η Buffy Saint Marie είχε επιστρατεύσει τον Ry Cooder και τον Jesse Ed Davis στις κιθάρες και την καταπληκτική Merry Clayton στα βοηθητικά φωνητικά. Ωστόσο η εταιρία της Vanguard που στην ουσία πατρόναρε όλη την ηχογράφηση του δίσκου της Saint Marie, επειδή είχε μεγάλες εμπορικές προσδοκίες από αυτήν, δεν ικανοποιήθηκε από την επίδοσή του στο chart – έφτασε μόλις στο Νο.182 του αμερικανικού chart. Η Buffy Saint Marie, τραγούδησε πολύ στυλιζαρισμένα και κάπως βεβιασμένα το classic του Neil Young και παρά το θαυμάσιο rhythm ‘n’ blues folk υπόβαθρο δεν κατάφερε να το απογειώσει.
★★★★★★1/2★★★


Fosterchild

Fosterchild

Fosterchild - On The Prowl

Fosterchild «On The Prowl» (1980, Vera Kruz Records)

To «Helpless» από τους Fosterchild:

Το «Helpless» από το κουαρτέτο από το Calgary του Καναδά, αποδόθηκε το 1980 στο τρίτο και τελευταίο album τους, «On The Prowl«, με την ευλάβεια που έπρεπε αλλά όχι και με κάποια σπουδαία διαφοροποίηση στην τυπικά rock με country επιρροές εκτέλεσή τους η οποία ακολουθεί πιστά και λίγο φοβικά τον οδηγό χρήσης του είδους. Πολύ κοντά στο πνεύμα και στο στιλ του A.O.R. που έκανε θραύση στην εποχή εκείνη, οι Fosterchild είχαν απομείνει μετά από αλλαγές στα μέλη της rhythm section, οι Jim Foster (κιθάρα, φωνή), Vern Wills (κιθάρα, μπάσο, φωνή), Peter Sweetzir (πλήκτρα) και Gerry Wand (τύμπανα). Το 1981 ο Jim Foster προσχώρησε στους One Horse Blue και οι άλλοι τέσσερις πρόσφεραν τις session υπηρεσίες τους στην καναδική rock σκηνή της περιόδου (Loverboy κ.λπ.)
★★★★★1/2★★★★


Yukihiro Takahashi

Yukihiro Takahashi

Bill Nelson

Bill Nelson

Yukiiro Takahashi - Helpless

Yukihiro Takahashi «Wild & Moody» (1984, Yen Records)

To «Helpless» από τους Yukihiro Takahashi και Bill Nelson:

Το «Helpless» στα χέρια του Yukihiro Takahashi από το «Wild And Moody» του 1984 παίρνει ίσως την πιο μοντέρνα, ηλεκτρονική μορφή του, μια αργόμπιτη, ατμοσφαιρική εκτέλεση με τον Bill Nelson (από τους Be Bop Deluxe και τους Red Noise) στην πιο ενορατική, νεορομαντική περίοδό του στην κιθάρα και στα φωνητικά να δίνει στο τραγούδι μια ερμηνεία εξίσου λυπημένη αλλά όχι απελπισμένη. Ο Takahashi, ένας από τους σημαντικότερους Ιάπωνες μουσικούς από τα 70s και μετά θήτευσε στους Sadistic Mika Band, τους Yellow Magic Orchestra, τους Beatniks κ.λπ. και κυκλοφόρησε είκοσι επτά προσωπικά albums μεταξύ 1977 – 2013 ενώ συνεργάστηκε με τον ανθό της art pop, από τον Steve Jansen των Japan, μέχρι τον Iva Davies των Icehouse, αμφότεροι παρόντες στο album του «Wild And Moody».
★★★★★★1/2★★★


Lisa Lagoda

Lisa Lagoda

Lisa Lagoda - Helpless

Lisa Lagoda «Helpless / Don’t Think It Over» (1986, WEA)

To «Helpless» από την Lisa Lagoda:

Το 1986 εμφανίστηκε αυτό το single από την Lisa Lagoda με τη διασκευή της στο «Helpless» στην πρώτη πλευρά και ένα άλλο τραγούδι, το «Don’t Think It Over» στη δεύτερη. Η Lisa Lagoda το ερμηνεύει με έναν χαλαρό ηδονιστικό τρόπο, με hi tech pop ενορχήστρωση, παραγωγή από τον έμπειρο περφεξιονίστα Malcolm Luker (που είχε ξεκινήσει από τους Smoke στα ’60s) και τον ήχο που δόξασε ο Bryan Ferry στα ’80s, μία δεξιοτεχνική pop υψηλών τεχνοκρατικών προδιαγραφών αλλά χαμηλής συναισθηματικής έντασης. Η Lisa Lagoda τραγουδάει με έναν τρόπο σαν να μην κατανοεί καν τους στίχους, το ωραιοποιεί και το περνάει στη σφαίρα της generic, smooth art pop σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Η Lisa Lagoda έκανε μια καριέρα με singles στη γερμανική αγορά των ’80s, κυκλοφόρησε ένα album το 1989 και είναι απορία άξιο αν βρήκε ποτέ ένα ακροατήριο να τη στηρίξει.
★★★★★★★★★★


Nick Cave

Nick Cave

Nick Cave - The Bridge A Tribute To Neil Young

Various «The Bridge: A Tribute To Neil Young» (1989, Caroline Records)

Το «Helpless» από τον Nick Cave:

Το 1989 κυκλοφόρησε η συλλογή «The Bridge: A Tribute To Neil Young» υπό το συντονισμό του ιστορικού στελέχους της δισκογραφίας Terry Tolkin, με σκοπό, μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις της να διατεθεί στη σχολή Bridge που καταπιανόταν με τεχνολογικές εφαρμογές για τη βοήθεια των ανάπηρων παιδιών. Η πρωτοβουλία σεβαστή όπως και η προθυμοποίηση της εναλλακτικής κοινότητας να ανταποκριθεί στο κάλεσμα, οι περισσότεροι καλλιτέχνες από τους οποίους ηχογράφησαν τα αγαπημένα τραγούδια τους από το ρεπερτόριο του Neil Young μέσα στο 1988: Soul Asylum, Victoria Williams, Flaming Lips, Nikki Sudden, Loop, Pixies, Sonic Youth, Psychic T.V., Dinosaur Jr., Henry Kaiser, Bongwater, B.A.L.L. αλλά και φυσικά ένας αγέρωχος Nick Cave που πρόσδωσε στο τραγούδι μια ερμηνευτική εκδοχή από τη μεριά του ανθρώπου που βρίσκεται μετά την απελπισία. Μαζί του φυσικά «κεντάει» σε ένα σχεδόν spiritual υπόβαθρο η slide κιθάρα του Kid Congo Powers και η rhythm section που χειρίζεται μόνος του ο Mick Harvey.
★★★★★★★★★★


Nazareth

Nazareth

Nazareth - Snakes 'N' Ladders

Nazareth «Snakes ‘N Ladders» (1989, Vertigo)

Το «Helpless» των Nazareth:

Στο δέκατο έβδομο album τους το 1989, θυμήθηκαν οι σκοτσέζοι hard rockers Nazareth να διασκευάσουν το «Helpless» και να το μετατρέψουν σε «αναπτηράκι» για τις αρένες με τη γνωστή στυλιζαρισμένη παραπονιάρικη φωνή του Dan McCafferty που σέρνει πάνω στη μελωδία τη φωνή του, όχι πολύ συμπαθητικά ενόσω ο Manny Carlton στο υπόβαθρο ελέγχει τον προγραμματισμό των υπολογιστών, τα πλήκτρα και τις κιθάρες ώστε η ατμόσφαιρα να προκύπτει αρκούντως υπομεταλλική, o Peter Agnew παίζει το μπάσο και ο Darrell Sweet τα τύμπανα. Το brand Nazareth μετά από δεκάδες αλλαγών μελών έχει διαρκέσει μέχρι το 2014 ξεκινώντας να ηχογραφεί από το 1971 και ενώ έχει διαπρέψει στο hard rock των 70s και κατόπιν στις power μπαλάντες με έναν ήχο που πια έχει γεράσει, έχει παραμείνει στο παρελθόν και επιστρέφει στο τώρα σαν αντήχηση που προσπαθεί να διασωθεί.
★★★1/2★★★★★★


Trip Shakespeare

Trip Shakespeare

Trip Shakespeare ‎- Volt

Trip Shakespeare «Volt» (1992, Black Hole Records)

Το «Helpless» από τους Trip Shakespeare:

Το «Volt» έμελλε να είναι η τελευταία κυκλοφορία της μπάντας από την Minneapolis της Minnesota, το 1992, ένα ep με έξι διασκευές τους σε classics, το οποίο η εταιρία τους A&M «δεν βρήκε λόγο» να κυκλοφορήσει και γι’ αυτό βγήκε από την ανεξάρτητη Twin Tone πριν διαλυθούν. Τα αδέλφια Matt Wilson (κιθάρα, φωνή), Dan Wilson (κιθάρα, πιάνο), Elaine Harris (τύμπανα, κρουστά) και John Munson (μπάσο) αποδίδουν το «Helpless» με αναπαλαιωμένο χιπισμό χωρίς να προσθέτουν ιδιαίτερη αίγλη στο τραγούδι και με τη λιγνή φωνή του Matt Wilson να μην επιφέρει σπουδαία συναισθηματική δύναμη στα λόγια του. Οι Trip Shakespeare κατάφεραν να κυκλοφορήσουν τέσσερα albums πριν τους διώξει η A&M λόγω του ότι το grunge που κυριαρχούσε στην εποχή το 1991 δεν άφηνε περιθώρια για κλασικές rock περιπτύξεις. Ο Dan Wilson και ο John Munson σχημάτισαν τους Semisonic και ακόμα πιο μετά ο Dan Wilson έγινε ένας προβεβλημένος συνθέτης της αμερικανικής pop και rock βιομηχανίας.
★★★★★1/2★★★★


kd lang

k.d. lang

kd lang - Hymns Of The 49th Parallel

k.d. lang «Hymns Of The 49th Parallel» (2004, Nonesuch)

Το «Helpless» από την k.d. lang:

Στο ένατο album της «Hymns Of The 49th Parallel» το 2004, η καναδή Kathryn Dawn Lang από το Edmonton της Alberta του Καναδά, πρόσφερε ένα φόρο τιμής στους αγαπημένους της πατριώτες Καναδούς τραγουδοποιούς, όπως η Joni Mitchell, η Jane Sibbery, ο Bruce Cockburn, ο Leonard Cohen και ο Ron Sexsmith. Φυσικά δεν θα μπορούσε να παραλείψει τον Neil Young με δύο επιλογές από αυτόν, το «After The Gold Rush» και το «Helpless» το οποίο ερμηνεύει με αφοπλιστικά έμπειρη και πάντα βελούδινη, ιαματική φωνή, μπροστά από την ενορχήστρωση του Eumir Deodato (τα έγχορδα ακούγονται σαν αέρας), τις κιθάρες του Ben Mink και τα πλήκτρα του Teddy Borowiecki. Από όσους καλλιτέχνες μετά τον Neil Young αποφάσισαν να ερμηνεύσουν το «Helpless» η k.d. lang φαντάζει ως η πιο κατάλληλη από ύφος και ήθος να το τραγουδήσει και πράγματι του έδωσε μια άλλη αίσθηση η οποία δεν ξεφεύγει από το λυτρωτικό αλλά σίγουρα αγκαλιάζει και μία λεπτή δεξιοτεχνία που δεν είναι όλοι σε θέση να φτάσουν.
★★★★★★★1/2★★


Needle

Needle

Needle - Songs Your Mother Never Sang You

Needle «Songs Your Mother Never Sang You» (2006, Online Rock Records)

Το «Helpless» από τους Needle:

Ίσως η πιο πρωτότυπη, μυσταγωγική και ιδιαίτερη εκτέλεση από όσες έχουν γίνει στο «Helpless«, έρχεται από το 2006 και ένα σχήμα, άγνωστο σχετικά, τους Needle από το San Francisco, οι οποίοι με την απόδοσή τους, δικαιώνουν θαυμάσια την έννοια της διασκευής μέσα από το album τους «Songs Your Mother Never Sang You«. Ο Stephen Beck παίζει κιθάρα, μπάσο, drums, ξυλόφωνο και keyboards και η Julie Cornett τραγουδάει, παίζει κιθάρα, drums, ξυλόφωνο και keyboards και η Christine Banks τραγουδάει σε αυτό το ατμοσφαιρικό κράμα, από συμφωνική μινιμαλιστική chamber pop αναδεικνύοντας ίσως τον βαθύ χαρακτήρα του τραγουδιού με έναν τρόπο υψηλής καλαισθησίας και άποψης. Οι Needle έχουν κυκλοφορήσει τρία albums στα 00s και παραμένουν κρυφό μυστικό στην αμερικανική Δυτική Ακτή.
★★★★★★★★★★


Patti Smith

Patti Smith

Patti Smith - Twelve

Patti Smith «Twelve» (2007, Columbia)

To «Helpless» από την Patti Smith:

Το 2007 η Patti Smith έφτανε στο δέκατο album της και αποφάσισε να φτιάξει ένα album με αποδόσεις σε δώδεκα αγαπημένα της classics από Nirvana, Doors, Paul Simon, Bob Dylan, Allman Brothers, Stevie Wonder, Beatles, Jefferson Airplane, Tears For Fears, Jimi Hendrix Experience, Rolling Stones και CSNY συν ένα δέκατο τρίτο bonus των R.E.M. Η Patti Smith τρoφοδοτεί με όση τρυφερότητα είναι δυνατόν να επιστρατεύσει για την ακουστική εκτέλεσή της, παρέα με την κιθάρα του Lenny Kaye και το ακκορντεόν του Jay Dee Daugherty. Οι λυγμοί σε κάποιες απολήξεις της προσθέτουν αυτήν την διαφορετικότητα που κατά κάποιους είναι αναμενόμενο να διαθέτει η Patti Smith όταν τραγουδάει ένα κομμάτι που έμεινε στην ιστορία για τη λύπη του και την αναζήτηση της σωτηρίας. Η Patti το δίνει με ελπίδα και καθησυχαστική ομορφιά.
★★★★★★★★★★


Black Label Society

Black Label Society

Black Label Society - The Song Remains Not The Same

Black Label Society «The Song Remains Not The Same» (2011, eOne)

Το «Helpless» από τους Black Label Society:

To 2011 οι Black Label Society κυκλοφόρησαν το «The Song Remains Not The Same«, ένα σύνολο επεξεργασμένων τραγουδιών σε ακουστικές εκτελέσεις από διασκευές τους ή bonus τραγουδιών τους από albums τους, κυρίως από το προηγούμενο album τους του 2010 «Order Of The Black«. Ο Zakk Wylde τραγουδάει με τη σκαμμένη φωνή του επιστρατεύοντας όλη το σεβασμό του για το classic του Neil Young με συνοδεία μόνο από το πιάνο που παίζει ο ίδιος. Ο drummer John DeServio και ο μπασίστας Will Hunt δεν έχουν σπουδαίο ρόλο στην ηχογράφηση. Οι σκληροί rockers από το Los Angeles έχουν διαγράψει μια πολύ εντυπωσιακή πορεία που τους έχει αποφέρει μεγάλη εμπορική επιτυχία  στα charts. O Zakk Wylde είναι ο κιθαρίστας του Ozzy Osbourne και έχει κυκλοφορήσει δύο προσωπικά albums, ένα με τους Pride & Glory και δεκατρία με τους Black Label Society.
★★★★★★★★★★


Rachael Sage & Judy Collins

Rachael Sage & Judy Collins

Rachael Sage - Blue Roses

Rachael Sage «Blue Roses» (2015, MPress Records)

To «Helpless» από την Rachael Sage και την Judy Collins:

Η Rachael Sage από το Port Chester της Νέας Υόρκης στο ενδέκατο album της το 2015 συμπεριέλαβε μια «γυναικεία» εκτέλεση του «Helpless» καλώντας και την θρυλική Judy Collins να το ερμηνεύσουν μαζί, μία αρκετά πετυχημένη ιδέα, αφού η αντίστιξη ανάμεσα στην χυμώδη, γεμάτη ψήγματα λαχτάρας και άγχους, φωνή της Sage, δένει εξαιρετικά με την κραταιότητα της folk εμπειρίας της αειθαλούς Collins. Η Rachael Sage εκτός από καλή τραγουδοποιός είναι και ένα υπόδειγμα ανεξάρτητης καλλιτέχνιδας αφού κυκλοφορεί μόνη της το υλικό της από την προσωπική δισκογραφική εταιρία της και επιπλέον είναι και ζωγράφος. Όχι γνωστή στην Ευρώπη, παρότι θα έπρεπε έχει κυκλοφορήσει δώδεκα albums από το 1995 ως το 2016. Για κάποιο λόγο, μέσα στην ίδια χρονιά, δύο άλλες κυρίες, η Donna Lewis στο album της «Brand New Day» και η Ida Sand στο «Young At Heart» διασκεύσασαν το «Helpless» συμπαθητικά, ίσως για να γιορτάσουν τα 45 χρόνια από την πρώτη ηχογράφησή του.
★★★★★★★★★★


 

The Dust Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

The Dust Grain Three: Supertramp «Hide In Your Shell»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , | 13 Σχόλια »

Κρύψου Στο Καβούκι Σου

Posted by gone4sure στο 9 Απριλίου 2018

To «Hide In Your Shell» είναι ένας ύμνος στη δύναμη απέναντι στη μοναχικότητα. Είναι αυτό το χέρι που προτείνεται από το πουθενά για να πιαστείς απ’ αυτό και να σωθείς από τον όποιο πιθανό πνιγμό καραδοκεί στη δική σου διαφορετικότητα. Είναι η προσωπική αντίσταση απέναντι στην αποξένωση, ένα δραματικό art rock κομψοτέχημα που παραμένει μοναδικό και κλασικό μέσα στα χρόνια, καλυμμένο κάτω από τόνους σκόνης αλλά όχι και λήθης.

Supertramp

Οι Supertramp με το line up της επιτυχίας, Από αριστερά: Dougie Thompson (μπάσο), Roger Hodgson (φωνή, κιθάρα, πλήκτρα), John Helliwell (σαξόφωνο), Rick Davies (φωνή πλήκτρα, φυσαρμόνικα), Bob Siedenberg (τύμπανα)

To 1973 ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά για τους Supertramp: τα δύο πρώτα albums τους «Supertramp» (1970) και «Indelibly Stamped» (1971), βαρετά, αναιμικά και αδιέξοδα στις progressive rock εμμονές τους είχαν αποτύχει εμπορικά και η μπάντα είχε απομείνει με δύο μόλις μέλη της -τα βασικά- αφού οι υπόλοιποι αποχώρισαν απογοητευμένοι από την εμπορική αποτυχία τους. O Kevin Currie (τύμπανα) και ο Frank Farrell (κιθάρα) έφυγαν από τη μπάντα μετά το δεύτερο album τους όπως είχε αποχωρήσει αντίστοιχα ο Bob Miller (τύμπανα) και ο Richard Palmer (κιθάρα) μετά το πρώτο album τους. Αυτό σημαίνει ότι ο Rick Davies (πλήκτρα) και ο Roger Hodgson (μπάσο) είχαν απομείνει μόνοι τους και χωρίς πλέον την οικονομική υποστήριξη του ολλανδού εκατομμυριούχου Stanley August Miesegaes που είχε χρηματοδοτήσει αρχικά την πρωτοβουλία του Rick Davies να σχηματίσει μια μπάντα το 1969, ενόσω ο Davies ήταν ακόμα μέλος των Joint. Ίσως αυτό καθ’αυτό το ξεκίνημά τους να είχε λανθασμένο κίνητρο, αφού η ύπαρξη ενός χρηματικού κεφαλαίου, δεν αποτελεί σίγουρα επαρκές κίνητρο από μόνο του για να σχηματιστεί μια μπάντα. Η οποία μπάντα πήρε το όνομά της από τον τίτλο του βιβλίου «The Autobiography Of A Supertramp» (1908) του κλοσάρ ποιητή και μποέμ τυχοδιώκτη William Henry Davies. Είναι ενδιαφέρον να εξιχνιάσει κανείς αν ο Rick Davies ονόμασε τη μπάντα έτσι επειδή ένιωθε ότι μοιραζόταν πολλά κοινά με τον συγγραφέα του βιβλίου ή απλά βασίστηκε στο γεγονός ότι μοιράζονταν απλά το ίδιο επώνυμο – Davies.

Οι Rick Davies και Roger Hodgson είχαν πλέον με το μέρος τους μόνο την προθυμία της εταιρίας τους A&M να διατηρήσει το συμβόλαιό τους και να τους δώσει μια ακόμα ευκαιρία, μέσω του A&R της Dave Margereson που θα γινόταν και ο manager τους για την επόμενη δεκαετία. Οι Davies και Hodgson προσέλαβαν δύο μέλη των Alan Bown Set (τον σαξοφωνίστα John Helliwell και τον μπασίστα Dougie Thompson) και ένα μέλος των Bees Make Honey (τον drummer Bob Siebenberg) και μπήκαν σε μια φάρμα του 17ου αιώνα στο δυτικό Dorset για να φτιάξουν τελικά 42 demos για το καινούργιο album τους. Από τα 42 δοκιμαστικά τελικά επιλέχθηκαν οκτώ τα οποία ηχογραφήθηκαν σε τρία στούντιο του Λονδίνου (το Rampart των Who, τα Trident Studios και το Scorpio Sound) με τη βοήθεια του έμπειρου συμπαραγωγού τους, Ken Scott που ανέλαβε την υπηρεσία κατόπιν εντολής της εταιρίας τους A&M ως ένας εξαιρετικά πετυχημένος δεξιοτέχνης που είχε συμβάλλει στην επιτυχία των Manfred Mann’s Earth Band, του Elton John και του David Bowie μεταξύ άλλων.

Cover

Supertramp «Crime Of The Centrury» (1974, A&M). Η μακέτα του Ken Wakefield παραμένει εμβληματική.

Naked Supertramp

Οι Supertramp στο οπισθόφυλλο του «Crime Of The Century», γυμνοί κρατούν τα κοστούμια με τα υμίψηλα στα χέρια τους και ατενίζουν το σύμπαν.

Το τρίτο album των Supertramp, «Crime Of The Century» προέκυψε ένα κομψοτέχνημα του βρετανικού art rock, με καλογραμμένα, εύσχημα και πολυδαίδαλα αλλά όχι ματαιόδοξα στην εκτέλεσή τους τραγούδια, με θεματολογία που μπορούσε στα ίσα πια να ανταγωνιστεί τα μεγαθήρια της εποχής του (King Crimson, Gentle Giant, Spooky Tooth) και κατάφερε να φτάσει στο Νο.4 του βρετανικού chart, βγάζοντας μάλιστα και δύο singles («Dreamer» και «Bloody Well Right«), ανέλπιστα για τα δεδομένα της prog rock εποχής που είχε ξορκίσει τα singles στο πυρ το εξώτερον. Όπως είπε ο Roger Hodgson στον Mike Ragogna του Huffington Post το 2014 για την επέτειο των σαράντα χρόνων της κυκλοφορίας του: «Ήταν ένα πολύ πολύ ιδιαίτερο album. Κατά έναν τρόπο αποτελεί το αποκορύφωμα της μπάντας ως μίας ενοποιημένης μονάδας αλλά ήταν επίσης και μια σπουδαία συλλογή ξεχωριστών τραγουδιών. Αυτά τα τραγούδια έχουν αντέξει σαράντα χρόνια και δεν έχουν γεράσει. Υπάρχει μια ποιότητα ευγένειας μέσα τους και όταν βιώνω την σχέση και τον ενθουσιασμό των ανθρώπων όταν βρίσκομαι στη σκηνή, σημαίνει ότι έχουν κάτι μαγικό πάνω τους αυτά τα τραγούδια. Σημαίνουν πάρα πολλά για πολλούς ανθρώπους.» Σε μια εποχή που θριάμβευαν τα concept albums, η κεντρική ιδέα του «Crime Of The Century» απεικονιζόταν εύγλωττα στο επίσης εμβληματικό εξώφυλλο που φιλοτέχνησε ο Ken Wakefield με τα δύο χέρια (τα δάχτυλα των χεριών είναι του αδελφού του Ken Wakefield που βοήθησε στην φωτογράφηση) που κρατούν τις ατσάλινες μπάρες στο παράθυρο. «Είναι το ανθρώπινο πνεύμα που προσπαθεί να βγει έξω» όπως είπε ο Roger Hodgson στον Jeb Wright του Goldmine το 2015.

Roger Hodgson

Ο Roger Hodgson στο στούντιο

Το «Hide In Your Shell» στέκεται μέχρι και σήμερα το πιο αγαπημένο, από το album στους κύκλους των φανατικών θαυμαστών της μπάντας, ένα αριστουργηματικό, δραματικό και σοφά κλιμακούμενο τραγούδι που καταγράφει την αγωνία και την ψυχική ασφυξία ενός ανθρώπου που αναζητάει την ταυτότητά του σε ένα αποξενωμένο και εχθρικό ή αδιάφορο περιβάλλον. Το θέμα, πολύ συχνό στην εποχή -και σε κάθε εποχή, μάλλον- αφού οι ήρωες των περισσότερων αξιόλογων prog rock συνθέσεων υποφέρουν από την ίδια σκια της απομόνωσής τους, χαμένοι σε ένα προσωπικό σύμπαν χωρίς επικοινωνία και επαφή. Παρόμοιους χαρακτήρες με αυτόν του «Hide In Your Shell» μπορεί να βρει κανείς σε εκατοντάδες δίσκους της εποχής, από το «The Lamb Lies Down On Broadway» των Genesis μέχρι το «Dark Side Of The Moon» των Pink Floyd. Το εκπληκτικό μυστικό της τόσο αποτελεσματικής επιτυχίας του τραγουδιού στην επικοινωνία της κραυγής αγωνίας του ήρωα, είναι ότι αυτός ο ήρωας δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Roger Hodgson που έγραψε και ερμήνευσε -με το αβίαστο φαλτσέτο του- το τραγούδι. «Το «Hide In Your Shell» είναι πολύ αυτοβογραφικό» είπε ο Hodgson στον Mike Ragogna. «Εκείνη την εποχή αισθανόμουνα πολύ μόνος μου, είχα πολλές απορίες και ταυτόχρονα έμπαινα σε μια περίοδο προσωπικής εξέλιξης μέσα μου. Είχα μόλις γίνει χορτοφάγος και η διαδικασία  της πνευματικής εξέλιξής μου έβγαινε έντονα στην επιφάνεια και δε με καταλάβαιναν οι γύρω μου και μέσα στη μπάντα και εκτός αυτής. Ήταν πραγματικά δύσκολη εποχή και «κρυβόμουνα πολύ στο καβούκι μου.» Την ενορχήστρωση στο «Hide In Your Shell» όπως και σε ολόκληρο το album έκανε ο Richard Hewson (κατοπινός muso των Rah Band) ενώ το περίεργο όργανο που ακούγεται στο ρεφρέν είναι μουσικό saw, παιγμένο από «έναν πλανόδιο μουσικό που φέραμε στο στούντιο», που προσδίδει μια αίσθηση theremin στο σύνολο. Ο συνδυασμός δε, των synthesizers (που πλέον έπαιζε και ο Roger Hodgson), του σαξοφώνου του Helliwell με τα βοηθητικά φωνητικά (ανάμεσα στους καλεσμένους ερμηνευτές και ο Scott Gorham των Thin Lizzy) προσδίδει μια επιπλέον δραματικότητα στην εναγώνια προσπάθεια του ήρωα να επικοινωνήσει και να έρθει σε επαφή, τόσο έντονη και ηχηρή που έκανε πολλούς στο μέλλον να δώσουν την ερμηνεία ότι το «Hide In Your Shell» πραγματεύεται την σχιζοφρένεια ή την ψυχονοητική ανισορροπία… λες και όσοι προσπαθούν να κλειστούν στο καβούκι τους εκεί έξω είναι απαραίτητα άρρωστοι… «Το έγραψα ακριβώς πριν μπούμε στο στούντιο…» είπε ο Hodgson στον Jeb Wright. «Πραγματικά ήμουν παθιασμένος να ανακαλύψω μια βαθύτερη σχέση με τον Θεό και κανένας στη μπάντα δεν ενδιαφερόταν για αυτό και χλευάστηκα πολύ τα επόμενα χρόνια για αυτό.»

Το «Hide In Your Shell» των Supertramp:

Κρύψου στο καβούκι σου γιατί ο κόσμος κοιτάει να σε ματώσει για πλάκα
Τι θα κερδίσεις αν μακρύνεις τη ζωή σου λίγο περισσότερο;
Παράδεισος ή Κόλαση, ήταν κρύο το ταξίδι που σου χάρισε αυτά τα ατσάλινα μάτια;
Στηρίξου πίσω από τις ζωγραφιές του μυαλού σου και από το να το παίζεις παλιάτσος

Πολύ τρομακτικό να ακούς έναν ξένο
Πολύ όμορφο για να βάλεις την περηφάνεια σου σε κίνδυνο
Περιμένεις από κάποιον να σε καταλάβει
Αλλά έχεις δαίμονες στην ντουλάπα σου
Και ουρλιάζεις για να τους σταματήσεις
Λες ότι η ζωή έχει αρχίσει να σε εξαπατά
Οι φίλοι έχουν βγει να σε τσακίσουν

Μην αφήνεις τα δάκρυα να λιμνάζουν μέσα σου
Γιατί σίγουρα είναι η ώρα που κέρδισες τον έλεγχο
Αν μπορώ να σε βοηθήσω, αν μπορώ να σε βοηθήσω
Αν μπορώ να σε βοηθήσω, απλά πες το μου
Άσε με να σου δείξω το κοντινότερο σημάδι
Για να επιστρέψει η καρδιά σου και να ξαναμπείς σε δρόμο
Αν μπορώ να σε βοηθήσω, αν μπορώ να σε βοηθήσω
Αν μπορώ να σε βοηθήσω, απλά πες το μου

Όλη τη νύχτα καθώς είσαι ξαπλωμένος ξύπνιος και κρατιέσαι σφιχτά
Τι ανάγκη έχεις να το παίζεις δευτεροκλασάτος ηθοποιός για να ανακουφιστείς;
Εγώ σαν αγόρι, πίστευα ότι η απλή θεραπεία για τον πόνο είναι η αγάπη
Πώς θα ήταν αν κοιτούσες τον κόσμο μέσα από τα μάτια μου;

Πολύ τρομακτικό – η φωτιά γίνεται όλο και πιο κρύα
Πολύ όμορφο – να σκέφτεσαι ότι μεγαλώνεις
Ψάχνεις κάποιον να δώσει μια απάντηση
Αλλά ό,τι βλέπεις είναι ψευδαίσθηση
Περιβάλλεσαι από σύγχυση
Λες ότι η ζωή έχει αρχίσει να σε εξαπατά
Οι φίλοι έχουν βγει να σε τσακίσουν
Κρατήσου απ’ αυτά για τα οποία πασχίζεις

Μην αφήνεις τα δάκρυα να λιμνάζουν μέσα σου
Γιατί σίγουρα είναι η ώρα που κέρδισες τον έλεγχο
Αν μπορώ να σε βοηθήσω, αν μπορώ να σε βοηθήσω
Αν μπορώ να σε βοηθήσω, απλά πες το μου
Άσε με να σου δείξω το κοντινότερο σημάδι
Για να επιστρέψει η καρδιά σου και να ξαναμπείς σε δρόμο
Αν μπορώ να σε βοηθήσω, αν μπορώ να σε βοηθήσω
Αν μπορώ να σε βοηθήσω, απλά πες το μου

Θέλω να ξέρω, θέλω να ξέρω
Θέλω να ξέρω
Θέλω να σε ξέρω
Άσε με να σε μάθω
Θέλω να σε νιώσω
Θέλω να σε αγγίξω
Σε παρακαλώ άσε με νάρθω κοντά σου
Μπορείς να ακούσεις τι λέω;
Ελπίζω, ονειρεύμαι, προσεύχομαι
Ξέρω τι σκέφτεσαι
Βλέπω τι βλέπεις
Ποτέ μα ποτέ μην αφήνεις τον εαυτό σου να ξεφύγει

Κρατήσου προσγειωμένος, κρατήσου προσγειωμένος
Γιατί δεν κρατιέσαι προσγειωμένος;
Γιατί δεν ακούς;
Μπορείς να με εμπιστευτείς
Υπάρχει ένα μέρος, ξέρω το δρόμο να πάμε
Ένα μέρος όπου υπάρχει ανάγκη να σε νιώσω
Να νιώσω ότι είσαι μόνος σου
Άκου με
Ξέρω ακριβώς πώς νιώθεις
Γιατί όλοι οι μπελάδες βρίσκονται μέσα σου
Σε παρακαλώ ξεκίνα να βλέπεις ότι κι εγώ ματώνω επίσης
Αγάπα με, σε αγαπώ
Η αγάπη είναι ο τρόπος να με βοηθήσεις, να σε βοηθήσω
Γιατί πρέπει να είμαστε τόσο cool;
Ω είμαστε τόσο βλάκες…

Hodgson & Davies

Roger Hodgson και Rick Davies: δύο άσπονδοι συνεργάτες και διαφορετικές μεταξύ τους ιδιοσυγκρασίες που έφεραν όλο το συνθετικό βάρος των Supertramp.

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίπτωση του «Crime Of The Century» είναι το πόσο αταίριαστοι και διαφορετικοί ήταν οι δύο βασικοί συνθέτες της μπάντας, πόσο διαφορετικές διαδρομές δημιούργησε αυτό στην καλλιτεχνική κατεύθυνσή τους και πώς τελικά οδήγησε στην αποχώρηση του Roger Hodgson από το σχήμα το 1983. Επίσης ενδιαφέρον έχει το πώς αυτή η συγκρουσιακή διαφορετικότητά τους δεν φαινόταν πουθενά, αφού παραπλανητικά, στα credits των τραγουδιών αναγράφονταν ως συνθέτες και οι δύο ενώ δεν ήταν έτσι… To «Hide In Your Shell» γράφτηκε μόνο από τον Hodgson ο οποίος αναδρομικά, έχει μετανιώσει ξεκάθαρα για το ότι σε όλα τα τραγούδια του δίσκου αναγράφονταν και οι δύο συνθέτες. «Και στο προηγούμενο album «Indelibly Stamped» γράφαμε τα τραγούδια ξεχωριστά ο καθένας μόνος του στην μπάντα, αλλά τα τραγούδια δεν ήταν προσωπικά. Τα τραγούδια στο «Indelibly Stamped» αποτελούν μια ετερόκλητη συλλογή με τα οποία προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε τους εαυτούς μας. Με το «Crime Of The Century» νομίζω ενηλικιωθήκαμε κι εκφραζόμασταν μέσω της μουσικής. Όφειλα να μιλάω μόνο για τον εαυτό μου. Εκφραζόμουν με τη μουσική και αυτό οδηγούσε στην αφύπνισή μου. Δεν μιλούσα πλέον στους στίχους, στο τρίτο πρόσωπο, μιλούσα μόνο για τον εαυτό μου και τα εσωτερικά συναισθήματά μου. Αυτή ήταν μια δραματική αλλαγή και ήταν η στιγμή που τα τραγούδια άρχισαν να αποκτούν δεσμούς με το κοινό με ένα πολύ βαθύτερο τρόπο… Δεν έχω μετανιώσει για πολλά πράγματα στη ζωή μου αλλά για αυτό έχω βαθιά μετανιώσει σε πολλά επίπεδα, πραγματικά. Υπάρχει μια τεράστια παρεξήγηση ότι το ότι ο Rick και γω γράφαμε αυτά τα τραγούδια μαζί, δημιούργησε όλη τη μαγεία και την επιτυχία των Supertramp. Μόνο όταν ξεκινήσαμε να γράφουμε χώρια, ολοκληρωθήκαμε ως συνθέτες. Τότε ήταν που όχι μόνο σημειώσαμε επιτυχίες -το «Dreamer» ήταν η πρώτη μου επιτυχία και πρώτη των Supertramp- αλλά και η μουσική μας απόκτησε μια πολύ βαθύτερη ποιότητα. Από την άλλη μεριά, έχω επίσης μετανιώσει επειδή τόσοι πολλοί άνθρωποι που έχουν μια βαθιά σχέση με τα τραγούδια μου, τα συνδυάζουν με τους Supertramp και νομίζουν ότι τα έχω γράψει μαζί με τον Rick και η αλήθεια είναι ότι με ζορίζει πάρα πολύ που πρέπει να διαχειρίζομαι το ότι τα βαθιά προσωπικά, δικά μου τραγούδια πιστώνονται στους Supertramp και στον Rick ως συν-συνθέτη. Το αστείο είναι ότι στον Rick δεν άρεσαν καν ή δε συμφωνούσε καθόλου με τα περισσότερα πράγματα που έγραφα. Αυτό είναι το ειρωνικό της υπόθεσης. Η άλλη πλευρά για την οποία έχω μετανιώσει είναι σε επαγγελματικό επίπεδο, γιατί πράγματι έχω χάσει πάρα πολλά χρήματα επειδή έχω γράψει μόνος μου τις περισσότερες επιτυχίες των Supertramp. Εκείνα τα χρόνια, ήμουν πολύ αφελής με τα επαγγελματικά. Ούτε ο manager των Supertramp βοήθησε, δεν πρόσφερε καλές συμβουλές. Όταν κοιτάζω πίσω αυτό είναι κάτι που θα ήθελα να είναι διαφορετικό.» Πέντε χρόνια αργότερα θα έφταναν στο εμπορικό τους ζενίθ με το «Breakfast In America«…

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

The Dust: Grain Two: David Sylvian «I Surrender»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , , , , | 14 Σχόλια »

Παραδίνομαι

Posted by gone4sure στο 6 Απριλίου 2018

Το «I Surrender» είναι ένα αριστούργημα κλασικής κομψότητας. Κυλάει νωχελικά και αρμονικά μέσα στην κελαριστή διάρκειά του σαν μια από καρδιάς εξομολόγηση, μια εκφραστική απολογία στη Θεά Επιθυμία. Διότι αυτή παραμένει η καρδιά του: μια απόλυτη, τεράστια, συγκλονιστική επιθυμία που λυτρώνει από τις ταραχές ενός προηγούμενου εαυτού.

David Sylvian 2

Ο David Sylvian το 1999

Μετά την κυκλοφορία του τέταρτου album του «Secrets Of The Beehive» το 1987, ο Sylvian διένυσε μια δεκαετία μέχρι το επόμενο προσωπικό album του στην οποία επιχείρησε τα πάντα: κυκλοφόρησε δύο albums μινιμαλιστικής avant garde με τον Holger Czukay των Can το 1988 – 1989, συνεργάστηκε με τον Russell Mills για την multi media εγκατάσταση «Ember Glance – The Permanence Of Memory» στη Shinagawa του Tokyo το 1990 και την ίδια χρονιά σχημάτισε μια δεύτερη εκδοχή των Japan και την ονόμασε Rain Tree Crow. Επιπλέον, κυκλοφόρησε δύο albums με τον Robert Fripp (1993 – 1995) αλλά και μία ακόμα multi media εγκατάσταση στο Shinjuku του Tokyo. Τέλος, παντρεύτηκε την Ingrid Chavez από την Minneapolis, ποιήτρια, φωτογράφο και darling του Prince, έκανε δύο κόρες μαζί της, τις Ameera-Daya (1995) και Isobel (1997) και πραγματοποίησε μια περιοδεία με τον τίτλο «Slow Fire – A Personal Retrospective» το 1995. Ωστόσο το 1998 η λογιστική – οικονομική κατάστασή του δεν ήταν καθόλου φωτεινή. Οι προσπάθειές του να πετάξει από την Minneapolis στα Real World Studios στην Αγγλία για να ξεκινήσει να δουλεύει μουσικά πάνω σε κάποιες ιδέες του διακόπηκαν από την δυστοκία της έμπνευσής του και την οικονομική δυσπραγία του η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στο σπίτι του στην Minneapolis. Επιπλέον η ανασφάλειά του να συνθέσει μόνος του υλικό είχε πλέον γιγαντωθεί, οι δισταγμοί του να ολοκληρώσει δικές του ιδέες μόνος του δεν του επέτρεπαν να διατηρήσει ένα χρονικό προγραμματισμό τέτοιον που θα του επιτρέψει να έχει έτοιμο το υλικό ενός καινούργιου δίσκου σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Η ευτυχής συγκυρία του εξωδικαστικού συμβιβασμού που κέρδισε τελικά η Ingrid Chavez για την διεκδίκηση του συνθετικού credit της στο «Justify My Love» της Madonna, μετά τη μήνυση που είχε κάνει στον Kravitz το 1992, απέδωσε και μια γερή χρηματική αποζημίωση. Η Ingrid Chavez είχε γράψει ένα ποίημα για τον Lenny Kravitz και του το είχε δώσει και όταν αυτό χρησιμοποιήθηκε με τη συγκατάθεσή της (στην περίοδο που η Chavez έπαιζε στην ταινία «Graffiti Bridge» του Prince) από τον Kravitz και τον παραγωγό Andrew Betts για το τραγούδι της Madonna, περίμενε να πάρει και το credit που άξιζε. O David Sylvian έτσι, άρχισε να ηχογραφεί στο studio που είχε φτιάξει μόνος του στο σπίτι του, τα Atma Studios και σύντομα το υλικό του άρχισε να διαμορφώνεται στα Synergy Studios στο Los Angeles, βασισμένος στη δουλειά που έκανε την προηγούμενη χρονιά στα Real World Studios.

I Surrender CD Single 1

Το CD Single 1 «I Surrender»

I Surrender CD Single 2

To CD Single 2 «I Surrender» μαζί με την Ingrid Chavez

To single «I Surrender» κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1999 και ήταν ένας καθρέφτης της συναισθηματικής κατάστασής του εκείνη την εποχή: την παράδοσή του στην απόλυτη αγάπη και την ομολογία της μεταμόρφωσης του εαυτού του σε κάτι καινούργιο και πιο πνευματικό, ήταν η έκφραση της «επιθυμίας, το να επιθυμείς την επιθυμία μέχρι τελικά να της παραδοθείς, να εξαφανιστείς μέσα της και να γίνεις μέρος της, το να επιθυμείς το αγαπητό σου πρόσωπο ως το σημείο της απόλυτης παράδοσης και της αφομοίωσής σου στο μεγαλύτερο όλον.» Παρότι ο David Sylvian είχε ξανακάνει αναφορές σε τραγούδια του στην υποταγή όπως στο «Darshan» του 1993 από τη συνεργασία του με τον Robert Fripp, που υπονοούσε ικεσία σε «μία μεγαλύτερη δύναμη από την προσωπική», το «I Surrender» ακουγόταν πιο προσωπικό και πιο προσγειωμένο όσον αφορά στο μήνυμά του προς το ακροατήριό του, αφού ξεκάθαρα απευθυνόταν στη σύζυγό του. Ο ίδιος βέβαια, πιστεύει ότι τα θέματά του μπορούν να διευρυνθούν ως προς τις ερμηνείες και να συμπεριλάβουν πιο πνευματικούς ορίζοντες: «Κάποιοι έχουν ισχυριστεί ότι το να παραδίνεσαι είναι ένας εύκολος δρόμος,» είπε στον Rob Young του Wire. «Ποτέ δεν ένοιωσα ότι αυτό είναι αλήθεια. Πάντα ένιωθα ότι είναι το δυσκολότερο πράγμα το να παραδίδεις την βούλησή σου σε μια μεγαλύτερη δύναμη ή σε οτιδήποτε άλλο. Ή οποιονδήποτε. Δεν είναι ένα γεγονός που συμβαίνει μια κι έξω, είναι μια διαρκής διαδικασία που χρειάζεται να επικυρώνεις στο κάθε δευτερόλεπτο της ζωής σου.» Στη δημιουργία του «I Surrender» συνέβαλε ένα εκλεκτό επιτελείο μουσικών που ταιριάζουν εξαιρετικά με τον Sylvian: ο Kenny Wheeler παίζει flugelhorn, ο αδελφός του Sylvian, David Jansen παίζει κρουστά, ο Lawrence Feldman παίζει φλάουτο, ο Marc Ribot και ο ίδιος ο Sylvian παίζουν κιθάρες και ο παλιός γνώριμος και σταθερά αγαπητός  Ryuichi Sakamoto παίζει φυσικά, ηλεκτρικό Rhodes πιάνο και ενορχηστρώνει. «Ο Ryuichi διαθέτει ένα πλούτο γνώσης από όλα τα μουσικά είδη,» είπε ο Sylvian. «Είναι ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορεί να εφαρμόσει αυτή τη γνώση έτσι απλά. Μπορεί να βρίσκεσαι σε ένα δωμάτιο μαζί του δουλεύοντας σε κάποια ενορχήστρωση και να πει «θα ήταν ωραία κάποια στοιχεία από Debussy» και ξαφνικά αυτά εμφανίζονται… είναι πολύ σπάνιο αυτό και όλα έχουν την προσωπική σφραγίδα του.» Βέβαια η υπνωτιστική μαγεία των εννιάμισυ λεπτών του «I Surrender» δεν θα ήταν ίδια αν δεν υπήρχε στο υπόβαθρο αυτή η τεμπέλικη funky ρυθμική ραχοκοκκαλιά, ένα χαμηλόμπιτο, αργοκίνητο καραβάνι μπάσου (του Rick Laird) και τυμπάνων (του Billy Cobham) που δανείστηκε αυτούσια ο Sylvian από ένα υπέροχο jazz rock fusion κομμάτι του 1971, το «You Know You Know» της Mahavishnu Orchestra και του John McLaughlin μέσα από το ντεμπούτο album τους «The Inner Mounting Flame«.

Mahavishnu Orchestra With John McLaughlin ‎- The Inner Mounting Flame

The Mahavishnu Orchestra With John McLaughlin – The Inner Mounting Flame (1971, Columbia)

Το «You Know You Know» των Mahavishnu Orchestra with John McLaughlin:

Το «I Surrender» κυκλοφόρησε σε δύο διαφορετικά singles όπως ήταν η συνήθης πρακτική της εποχής στη δισκογραφία με σκοπό να πουσάρουν τις πωλήσεις, με αποτέλεσμα να καταφέρει να ανεβεί μέχρι το Νο.40 του βρετανικού chart, η καλύτερη εμπορική επίδοσή του σε single μετά το 1984 και το «Ink In The Well» από το ντεμπούτο album του που είχε φτάσει ως το Νο.36. Σε καθένα από τα δύο singles του «I Surrender«, φιλοτεχνημένα στα εξώφυλλά τους από την φωτογράφο και πρώην σύντροφο του David Sylvian, Yuka Fujii, υπήρχαν συνοδευτικά και από δύο επιπλέον τραγούδια (τέσσερα καινούργια τραγούδια συν το «I Surrender«, ένα κανονικό ep), ένα μήνα πριν την κυκλοφορία του μόλις πέμπτου προσωπικού album του «Dead Bees On A Cake» , στις 26 Μαρτίου 1999, δώδεκα ολόκληρα χρόνια μετά το προηγούμενό του «Secrets Of The Beehive«. Ο τίτλος του album του σίγουρα δεν ήταν κοινότοπος. «Στα περισσότερα πνευματικά μονοπάτια,» είπε στη δημοσιογράφο Sylvie Simmons για το Mojo το 1999, «ακούς τους ανθρώπους να μιλούν για το θάνατο του εαυτού -την αφομοίωσή του στην ιδέα της επιθυμίας- αυτό λοιπόν δημιούργησε την εικόνα των μελισσών που γίνονται ένα με το cake.» To «Dead Bees On A Cake» φέρει στα credits του την αφιέρωση του Sylvian όλου του album «με απέραντη αγάπη, ευγνομωσύνη και ταπεινότητα στα πόδια της αγαπημένης μου Amma (μητέρα) Mātā Amṛtānandamayī Devī«, την ινδή ασκητική φιλόσοφο και πνευματική ηγέτιδα που λάτρεψε ο Sylvian καθώς βοηθήθηκε από αυτήν για να βρει το μονοπάτι του προς την πνευματικότητα και την αγάπη.

Dead Bees On A Cake

David Sylvian «Dead Bees On A Cake» (Μάρτιος 1999, Virgin)

David Sylvian 1

Ο David Sylvian στο artwork του «Dead Bees On A Cake»

To «I Surrender» του David Sylvian:

«Άνοιξα το μονοπάτι της καρδιάς
Τα άνθη μαράθηκαν χολωμένα από την αρχή
Εκείνη τη νύχτα διέσχισα τη γέφυρα των στεναγμών και παραδόθηκα
Κοίταξα πίσω και πρόσεξα το περίγραμμα ενός αγοριού
Οι οδύνες της ζωής του τώρα διαλύονται μέσα στη χαρά
Και σήμερα τα άστρα έχουν ευθυγραμμιστεί και παραδίνομαι
Η μητέρα μου κλαίει κάτω από ένα νότιο ουρανό και παραδίνομαι

Ηχογραφώντας άγγελους και ποιητές της νύχτας
Φέρνει πίσω τα τρόπαια των μαχών που δίνουμε
Φώτα από φακούς γεμίζουν τους ανοιχτούς ουρανούς και παραδίνομαι
Διαπεραστικές κραυγές έρωτα μου αποκρίθηκαν
Εκτροχίασαν τα τρένα του νου, ανατίναξαν τις αναστολές
Μου λες δε χρειάζεται να αναρωτιέμαι γιατί και παραδίνομαι

Στέκομαι πολύ κοντά να δω το τέχνασμα στα χέρια
Πώς αυτή ανακάλυψε το παιδί μέσα σε έναν τρομαγμένο άντρα
Σήμερα μαθαίνω να πετάω και παραδίνομαι
Ταξίδεψα όλον αυτόν το δρόμο για την αγκαλιά σου»
Μαγεμένος από την αναγνώριση στο πρόσωπό σου
Κράτα με τώρα καθώς η παλιά μου ζωή πεθαίνει απόψε και παραδίνομαι
Η μητέρα μου κλαίει πέρα από τους ανοιχτούς ουρανούς και παραδίνομαι

Ένα αρχαίο βράδυ ακριβώς πριν την πτώση
Το φως στα μάτια σου, το νόημα των πάντων
Τα πουλιά πετούν και γεμίζουν τον καλοκαιρινό ουρανό και παραδίνομαι
Πετάει τα φλεγόμενα βιβλία στη θάλασσα
«Έλα να βρεις το νόημα μέσα μου»
Είναι ντάξει που τα άστρα ευθυγραμμίζονται και παραδίνομαι
Η μητέρα μου κλαίει πέρα από τον φεγγαρόφωτο ουρανό και παραδίνομαι

Το σώμα μου γίνεται στάχτη στα χέρια της
Ο κόσμος από τα ίχνη που χάνονται στην άμμο
Πες μου τώρα ότι αυτή η αγάπη δεν θα πεθάνει ποτέ και θα παραδοθώ
Η μητέρα μου κλαίει πέρα από τους ανοιχτούς ουρανούς και παραδίνομαι.»

Όπως γράφει στον επίλογο του κεφαλαίου «Πίσω Στην Εδέμ«, ο Simon Reynolds στο βιβλίο του «Sex Revolts«:

“Κοντινή απεραντοσύνη” είναι η φράση με την οποία ο φιλόσοφος Gaston Bachelard χαρακτήρισε αυτή την κατάσταση – ένα αίσθημα ταύτισης με το σύμπαν που φέρνει κοντά το σώμα με τον ορίζοντα. Στην ψυχεδελική φαντασία, το βουκολικό, το διαστημικό και το ωκεάνειο μπλέκονται σε ένα σύνολο, επειδή όλα αναδίδουν μία αίσθηση πραότητας, εναγκαλιστικής γιγαντοσύνης. Μία γιγαντοσύνη που φαίνεται να υπόσχεται ένα τέλος στους διαχωρισμούς μας και μία διόρθωση της χαμένης αίσθησης της συνέχειας.»

Το απόσπασμα φαίνεται ως κάτι παραπάνω από ταιριαστό στην συναισθηματική κατάσταση του David Sylvian, στην ώριμη στιγμή του που συνειδητοποιεί ότι αυτός είναι ο τελικός προορισμός του, η εξαϋλωσή του μέσα της, η υπακοή του στο κάλεσμά της να βρει το νόημά του μέσα της. Σε αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση στην Ingrid Chavez, με την οποία, όπως συνήθως θέλει η ειρωνία της τύχης, ο David Sylvian χώρισε μόλις έξι χρόνια αργότερα… Το «I Surrender» είναι η νίκη του άντρα απέναντι στον τρόμο που του προκαλεί η σκοτεινιά και οι εκκρίσεις του γυναικείου σώματος και όπως υποστήριξε ο φροϋδικός ψυχαναλυτής Sandor Ferenczi, είναι η παράδοσή του στο δρόμο της επιστροφής του προς τον γυναικείο κόλπο, χωρίς φόβο. Είναι ο πλήρης απογαλακτισμός του από τη μητέρα του που κλαίει επίμονα και σε τακτά διαστήματα στους στίχους (κάτω από το νότιο ουρανό, κάτω από τον ανοιχτό ουρανό, κάτω από το φεγγαρόφωτο κ.λπ.) και στην εξαϋλωσή του «σε στάχτες» μέσα στην αγαπημένη του. O David Sylvian επιστρατεύει τον εικονοπλαστικό ρομαντισμό του και την δύναμη των συμβόλων -τον ουρανό, τα άστρα, τα φώτα- για να καταγράψει ένα επιστέγασμα σε μια προσωπική διαδρομή.

Sylvian + Sakamoto

David Sylvian και Ryuichi Sakamoto στη νεορομαντική περίοδό τους, το 1981 στο «Bamboo Houses»

Αυτό που έχει ίσως μεγαλύτερη σημασία και γοητεία περισσότερο από την επίτευξη του στόχου του -την κατάκτηση της απόλυτης ενοποιητικής αγάπης- είναι ίσως η πλευρά της λύτρωσής του από τον παλιό εαυτό του. Ο Sylvian αναφέρεται γεμάτος σκοτεινά συναισθήματα στον παλιό εαυτό του, τον βλέπει σαν ένα αγόρι με τρομερές οδύνες, έναν «τρομαγμένο» άντρα, ένα μαραμένο άνθος από την αρχή του. Μάλιστα, η γυναίκα «καίει και πετάει στη θάλασσα τα βιβλία» που συμβολίζουν την γνώση που έχει αποκομίσει η οποία δεν τον έχει κάνει προφανώς ευτυχισμένο και δεν του έχει προσφέρει ένα ικανοποιητικό νόημα. Και είναι απόλυτα συμβατή αυτή η εικόνα με την καλλιτεχνική διαδρομή του David Sylvian, ενός μουσικού που από την αρχή της καριέρας του ετεροφωτίζεται από πρότυπα παρότι το καλλιτεχνικό προϊόν του παραμένει μεγάλης αξίας. Ο David Sylvian ως ιδιοσυγκρασία ένιωθε πάντα δέος και υποβαλλόταν από «γίγαντες» της μουσικής παράδοσης και εντσικτωδώς κατευθυνόταν προς αυτούς προσπαθώντας να τους μοιάσει, να «ζεσταθεί» από την ακτινοβολία τους. Όλη η διαδρομή του αποτελεί μια αλληλουχία αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων με κοινό παρανομαστή καθεμιάς από αυτές τις μεταμορφώσεις, την προσκόλλησή του σε ένα πρότυπο. Αρχικά και σημειολογικά πολύ έντονη ήταν η αλλαγή του ονόματός του στην εποχή που ξεκινούσε την καριέρα του: ενώ λεγόταν David Alan Batt μετονομάστηκε σε David Sylvian, παίρνοντας το όνομα του αγαπητού κιθαρίστα του από τους New York Dolls, του Sylvain Sylvain (Sylvain Mizrahi). Ήταν η εποχή του glam rock που επηρρέασε βαθιά τον Sylvian στο ξεκίνημά του, όπως φάνηκε και από το ντεμπούτο album των Japan, το 1978, στο οποίο ο Sylvian είχε ήδη προχωρήσει στην αποθέωση του Marc Bolan (λαρυγγισμοί, σαρκασμός και glitter cool χαρακτήριζαν τις ερμηνείες του). Στη συνέχεια οι φωτοδότες του έγιναν ο Bryan Ferry και ο David Bowie που εξέθρεψαν την νεορομαντική περίοδό του στους Japan, παρουσιάζοντας μια σκανδαλιστική ομοιότητα στο στιλ του μαζί τους, τόση που προκαλούσε τη συχνή ειρωνία του Τύπου απέναντί του. Μέχρι που ανακάλυψε τον Ryuichi Sakamoto και θαμπώθηκε από την λεπτόγραμμη καλαισθησία του και μεταμορφώθηκε σε εστέτ συνεργάτη του. Και στη συνέχεια της καριέρας του ο David Sylvian έτεινε να προσκολλάται στους σπουδαίους συνεργάτες του, να βασίζεται σε αυτούς και να ακουμπάει συνθετικά πάνω τους, είτε έπαιζε μινιμαλιστική πρωτοπορία με τον Holger Czukay είτε έκλινε προς την προοδευτική, σύνθετη ηδυπάθεια του Robert Fripp. Κοινή συνισταμένη σε όλη την πορεία των σχέσεών του με τα πρότυπά του, η αγωνία της αυτοπραγμάτωσης, το κυνήγι της προσωπικής ολοκλήρωσής του, η οποία φυσικά, ποτέ δεν ερχόταν ικανοποιητική γιατί ήταν η αφετηρία του ετερόφωτη. Η αγωνία της μεταπήδήσής του από το ένα πρότυπο στο επόμενο στη διάρκεια της καριέρας του συνιστά τον «τρομαγμένο» άντρα γεμάτο οδύνες.

The Dust: Grain One: Richenel «L’ Esclave Endormi»

Posted in Music, The Dust | Με ετικέτα: , , | 16 Σχόλια »