All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for Οκτώβριος 2016

Diggin’ My Scene 23.10.2016

Posted by gone4sure στο 26 Οκτωβρίου 2016

Posted in Music | 1 Comment »

Diggin’ My Scene 16.10.2016

Posted by gone4sure στο 19 Οκτωβρίου 2016

8 albums that influenced Michael Kiwanuka and shaped his music, 6 from the 30 Songs in 30 Days anti-Trump campaign and some fresh releases (Luke Haines, Blossoms, Goat Girl, Bruno Mars)

Posted in Uncategorized | 1 Comment »

Diggin’ My Scene 09.10.2016

Posted by gone4sure στο 10 Οκτωβρίου 2016

Η εκπομπή μου της Κυριακής

Posted in Music | 2 Σχόλια »

Angel Olsen «My Woman»

Posted by gone4sure στο 5 Οκτωβρίου 2016

angel-olsen-my-woman

Μετά την όγδοη ακρόαση του «My Woman», του τρίτου (ή τέταρτου, αν μετράτε με ένα διαφορετικό τρόπο) album της πολυπαινεμένης τραγουδοποιού από το St. Louis του Missouri, πήρα τη γενναία απόφαση να διαβάσω όλες όσες κριτικές μπόρεσα να ανακαλύψω στο διαδίκτυο για αυτό το δίσκο, τις κριτικές εκείνες που συμβάλλουν στο γιγάντιο hype που απολαμβάνει, ως ένα από τα «σπουδαία ακούσματα της χρονιάς».

O Kilian Fox στον Observer χαρίζει απλόχερα πέντε αστεράκια στο δίσκο αλλά πουθενά στο σύντομο κείμενό του, δεν τα δικαιολογεί. Η Ciara Dolan στο Consequene Of Sound βαθμολογεί με Α- το δίσκο γράφοντας στον πρόλογό της ότι «ενώ το «Burn Your Fire For No Witness» του 2014 παλλόταν από μια lo-fi θέρμη, το «My Woman» βρίθει από αβίαστη λάμψη και στιγμές σαρωτικής μεγαλοπρέπειας,» με τη συντάκτρια να υπερασπίζεται παρακάτω την φεμινιστική δύναμη της Olsen που ενώ όλοι την είχαν ως εξαρτώμενη από άντρες (λόγω των συνεργασιών της με τον Bonnie Prince Billy) αυτή «κρατάει τον έλεγχο και μπορεί να είναι οποιαδήποτε θέλει.» Στο Uncut, η Laura Snapes της δίνει 9/10 και γράφει ότι «το φιλόδοξο τρίτο album της σηματοδοτεί μια γιγαντιαία πρόοδο σε μια ήδη διακεκριμένη καριέρα και προσφέρει προκλητικές σκέψεις περί θυσίας και ταυτότητας που θα έπρεπε να επιβιώνουν και μετά τα 48 λεπτά της διάρκειας του album.» Η Marcy Donelson του allmusic γράφει μεταξύ άλλων για να δικαιολογήσει τα τέσσερα αστεράκια που δίνει, ότι «τα στοιχεία που είναι καινούργια εδώ λειτουργούν ως μια διέξοδος για μια τραγουδοποιό που έχει πράγματα να αφηγηθεί, γεμάτα ωμά συναισθήματα. Τα τραγούδια στέκονται θαυμάσια και από μόνα τους επίσης, πέρα από τη θεματολογία τους.» O Matt Williams από το A.V. Club ξεκαθαρίζει στο κείμενό του ότι «το «My Woman» είναι ένα από τα πιο αληθινά albums της χρονιάς», δίνοντας και αυτός ένα A- ενώ και ο John Murphy στο musicomh ενθουσιάζεται με την προοπτική του ότι «καθώς το «My Woman» θα φιγουράρει ως ένα από τα καλύτερα albums της χρονιάς τον Δεκέμβριο, είναι συναρπαστική η προοπτική τού πού θα φτάσει η Angel Olsen την επόμενη φορά.»

Και τα 8ρια και τα 9ρια συνεχίζονται κατά ριπές από Pitchfork, Paste, New York Times, Guardian κ.λπ. Το προφίλ ενός δίσκου σπουδαίου και μεγαλειώδους φιλοτεχνείται αδιαμφισβήτητο, ενώ εγώ εντωμεταξύ έχω φτάσει στη δέκατη ακρόαση του album και αφού έχω διαβάσει τους στίχους της, συνεχίζω να αναζητώ το κλου που μου διαφεύγει. Κάτι υπάρχει που δεν μου αποκαλύπτεται…

Το «My Woman» (τίτλος προκλητικός και με μια γενναιότητα μέσα του, είναι η αλήθεια, μπορεί να διαβαστεί με διαφορετικούς τρόπους) είναι ένα album από μια τραγουδοποιό που βρήκε σχετικά γρήγορα το ηχητικό στίγμα της στην τρέχουσα δεκαετία – τοποθετήθηκε καθαρά και ξάστερα στην ακουστικότερη, πιο γειωμένη και ρεαλιστική πλευρά της σύγχρονης americana και του ανεξάρτητου folk rock και επικύρωσε τη στάση της με τις συνεργασίες του 2011 – 2012 με τον Bonnie Prince Billy. Και στο δεύτερο αυτό album της για την Jagjaguwar προσέλαβε τον παραγωγό τον Justin Raisen που έχει επιμεληθεί από Charlie XCX μέχρι Ariel Pink, πήρε μια μπάντα πέντε μουσικών και κλείστηκε στα Vox Studios του Los Angeles για να γράψει το υλικό της. Απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι από την διθυραμβική υποδοχή του album από τα παραπάνω έντυπα, η καλλιτεχνική διαφοροποίηση που επιφυλάσσει η Angel Olsen στο υλικό της, έχει να κάνει με μια σχετική ποικιλομορφία από στιλ που υπάρχουν στο δίσκο, από uptempo rockers μέχρι ακουστικά ιντερλούδια και από βασανισμένα blues μέχρι ερωτικό crooning.

Σε όλη τη διάρκεια του «My Woman» η Angel Olsen προσφέρει ευθύβολες ερωτικές επιθέσεις – εξομολογήσεις – κρυπτικές βολές στο ερωτικό αντικείμενό της, εκλιπαρεί ή καταλογίζει -συχνά τα εξ αμάξης- στο πρόσωπο που την ενδιαφέρει, σχηματίζει το προφίλ μιας ερωτικά πάλλουσας καλλιτέχνιδας. Και όλα αυτά με έναν «βιολογικής καλλιέργειας» ήχο από μια μπάντα που υπηρετεί αφοσιωμένα και πιστά τις συνθέσεις.

Μάλιστα.

Προσπάθησα με πολύ ενέργεια και καλή διάθεση να αφουγκραστώ τη «μεγαλοπρέπεια», τη «λάμψη» και όλα όσα ανακάλυψαν οι συντάκτες των παραπάνω κριτικών στο «My Woman». Με κάθε ακρόαση, το αίσθημα της οικειότητας που αποκτούσα λόγω επαναλήψεων, άφηνε όλο και πιο ακάλυπτη την διογκούμενη έλλειψη ενός στοιχειώδους απογειωτικού ενθουσιασμού. Τα τραγούδια της συμπαθητικούλια στις περισσότερες περιπτώσεις και γραμμένα με μια αισθητική επάρκεια (που μάλλον δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη στις μέρες μας) ακούγονται σαν ασκήσεις χειραφετημένης γυναικείας τραγουδοποιίας αλλά πουθενά δεν παρουσιάζουν την παραμικρή ειδοποιό ιδιαιτερότητα. Η Angel Olsen αγκαλιά με την μπαναλιτέ, τραγουδάει και παίζει με «ελεγχόμενο» αισθαντισμό, με «καθωσπρέπει» ακκόρντα, με «ως είθισται στην indie americana» δραματική διάθεση. Αν εξαιρέσει κανείς το «Woman» στο δεύτερο μισό του album (το πιο χαμηλότονο) που πραγματικά είναι μια πολύ γερή και εύγευστη, αρχοντικά απλωμένη σύνθεση και το αργόσυρτο «Heart Shaped Face» που μοιάζει με ράθυμη, αναπολιστική βόλτα στην εξοχή, το soulful αλλά και αγουροξυπνημένο (σαν να μην πρέπει να σπάσουν τα αυγά) «Those Were The Days» και το single «Shut Up Kiss Me», όλα τα άλλα μοιάζουν στα δικά μου αυτιά με περιορισμένου βεληνεκούς απόπειρες να γεφυρώσουν την Joni Mitchell με την Courtney Barnett και την Carly Simon με την Cat Power.

Όχι και συναρπαστική προοπτική ε;

Το κενό που αφήνει το «My Woman» δεν έχει να κάνει με την αισθητική του: αυτή είναι κατοχυρωμένη ως «σοβαρή» και «έγκυρη» από την Olsen. Το κενό του «My Woman» έχει να κάνει με την πνιγηρή απουσία μιας φλόγας πρωτοτυπίας. Η Olsen δεν παρεκλίνει πουθενά από αυτά που «γνωρίζει» και «έμαθε τόσα χρόνια», δε γεννάει τίποτα δικό της, δεν εκτοξεύει πουθενά κανένα δικό της -αποκλειστικά δικό της- υγρό πυρ. Στο όριο να βουτήξει στο βαρετό και ελάχιστα πριν η όχι σπουδαία αλλά με ένα αισθησιακό μέταλλο φωνή της αρχίσει να ακούγεται σαν μονότονη πατίνα, η Olsen εξασφαλίζει με το «My Woman» ένα album από κείνα που η ίδια αισθάνεται ότι κανείς δεν θα βρεθεί να το ακυρώσει ως αναξιοπρεπές… Όμως το στοίχημα είναι αν θα βρεθεί κανείς να το επικυρώσει ως «δικό του» και σημαντικό για το προσωπικό του σύμπαν. Και με το βλοσυρό βλέμα – κεντρί της Angel Olsen στο εξώφυλλο (πιο πολύ κορπορατική φράου με τη μονόπαντη κουπ της πριν από κρίσιμο meeting, παρά ευαίσθητη τραγουδοποιός) μάλλον, ακόμα και οι δήθεν εγκάρδιοι τιμητές της θα την ψιλοξεχάσουν αύριο.

Και υπάρχει και κάποια στιγμή που πρέπει να κάνεις ένα ξεκαθάρισμα στα folders σου για να μην κλατάρουν από τη μετριότητα.

★★★★★★✩✩✩✩

Posted in Music, Reviews | Leave a Comment »

Merchandise «A Corpse Wired For Sound»

Posted by gone4sure στο 4 Οκτωβρίου 2016

Merchandise-A corpse wired copy 800 packshot.jpgΣτην έκτη κυκλοφορία τους, οι Merchandise από την Tampa της Florida, ακούγονται σαν ένα post punk σχήμα που παραλίγο να υπερβεί την εποχή του. Δεν την υπερβαίνει τελικά και επιλέγει να πισωγυρίσει. Ολόκληρο το album τους που έρχεται δύο χρόνια μετά το «After The End», από τότε δηλαδή που τους ανέλαβε η 4AD και ξέφυγαν από τα γεωγραφικά όρια του αμερικανικού νότου, μοιάζει με μια ακάθαρτη γέφυρα ανάμεσα στους Sisters Of Mercy των 80s και τους Depeche Mode 90s, ένα μετεωρικό πηγαιν’ έλα ανάμεσα στις σκοτεινιές της ατμοσφαιρικής βιομηχανίλας του dark wave και στον Trent Reznor. Και παρότι δεν είναι καθόλου σπουδαίο, εμπεριέχει εκείνο το υλικό που δημιουργεί τους cult ήρωες. Με λίγα λόγια, το κοινό των Merchandise έχει μια κλίση στη τυφλή λατρεία τους αλλά, μάλλον, για λόγους άσχετους από το μουσικό περιεχόμενό τους.

Η θολούρα στην παραγωγή του «A Corpse Wired For Sound», η παραμόρφωση και το ημίφως των ενορχηστρώσεών τους -το υλικό της cult απήχησής τους, που είπαμε παραπάνω- έρχεται σαν υποκατάστατο μάλλον, των αδούλευτων στην πλειονότητά τους, τραγουδιών τους που πλεονάζουν σε δράμα και «εγκατάλειψη» αλλά χάνουν σε δομικά στοιχεία ικανά να χτίσουν τους αρμούς του δίσκου. Οι Merchandise ακούγονται σπουδαιοφανείς και υποβλητικοί (μετά από κάθε fade out έχεις την έμμονη ιδέα ότι θα «σκάσει» το «Lucretia My Reflection» ή το «Barrel Of A Gun») αλλά ουσιαστικά απέχουν ένα βήμα από το να μετατραπούν σε ποζεράτους επαγγελματίες θεατρώνηδες. Νάτο και το άλλο στοιχείο της μαγιάς της καλτίλας.

Η αίσθηση όμως ότι τα κίνητρά τους δεν είναι ακριβώς κάλπικα, είναι έντονη. Ο Carson Cox (φωνή και ηλεκτρονικός προγραμματισμός), ο Dave Vassalotti (κιθάρα και ηλεκτρονικός προγραμματισμός) και ο Pat Brady (μπάσο) δανείζονται μάλιστα και τον τίτλο του δίσκου τους από ένα διήγημα του J.G. Ballard, όλο το σκηνικό μιας υποσχόμενης μυθολογίας είναι στημένο πλήρως. Οι ίδιοι, προφανώς αυτο-τοποθετούνται στην λίγκα των indie rockers που απέχουν ένα βήμα από το να κερδίσουν τα εύσημα των «κολασμένων», πασχίζουν να δώσουν ουρανομήκη συναισθηματικά γκάζια στο υλικό τους και ο Carson Cox τραγουδάει με αυτή την αγουροξυπνημένη έρρινη coolness που για κάποιο λόγο θεωρείται σεξουαλικά διεγερτική σε κάποιες μερίδες ακροατηρίου. (Δεν το συμμερίζομαι: εγώ ακούω έναν τύπο που τραγουδάει σαν να ανακλαδίζεται διαρκώς, ή σαν να είναι έτοιμος να χασμουρηθεί αλλά στο καίριο σημείο το μετανιώνει.) Οι προθέσεις τους για ένα μεσόρυθμο, λασπωμένο και ηλεκτρικά τσιτωμένο rock είναι κρυστάλλινα καθαρές. Στην πορεία όμως, το αποτέλεσμά τους βρωμίζει.

Υπάρχουν μερικά τραγούδια εδώ που είναι κακά. Απλά κακά. Το «End Of The Week» είναι κακό τραγούδι. Και το «My Dream Is Yours» είναι κακό και αφελές τραγούδι. Τα περισσότερα όμως από τα υπόλοιπα τραγούδια κυμαίνονται ανάμεσα στο συμπαθές και στο λειψό, από κείνο το είδος που σε βρίσκει να συγκατανεύεις με ένα ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού, κάτι που μπορεί και να σημαίνει «ok…». Το «Flowers Of Sex», το «Lonesome Sound» και το «Right Back To The Start» είναι συμπαθή τραγούδια «ok…» και τα «Right Back To The Start» και το «Crystal Cage» (που ανοίγει σαν το «I Feel You» των Depeche Mode), το «Shadow Of Truth» και το «Silence» είναι λειψά τραγούδια «ok…» ασπόνδυλα αλλά όχι διαλυτικά.

Με ένα «ok…» όμως δε σώθηκε κανείς.

★★★★★✩✩✩✩✩

Posted in Music, Reviews | Leave a Comment »