All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Specials – Ghost Town – Αφιέρωμα σε ένα μονίμως επίκαιρο αριστούργημα

Posted by gone4sure στο 11 Ιουλίου 2015

Το εξώφυλο του ep

Το εξώφυλο του ep «Ghost Town»

34 καλοκαίρια ακριβώς πριν, στις 11 Ιουλίου 1981, το «Ghost Town» ανέβαινε στο Νο.1 της Αγγλίας μετατρέποντας σε τραγούδι μια από τις χειρότερες, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, χρονιές της χώρας που γεννήθηκε. Σήμερα φαντάζει  επίκαιρο στην ελληνική πραγματικότητα σαν να μην έχει αλλάξει ούτε ένα κομμάτι του τρομακτικού παζλ από την Βρετανία των 1970′s στην Ελλάδα των 2010′s.

H Ελλάδα της μεταμνημονιακής εποχής θα μπορούσε να είναι η έμπνευση του Jerry Dammers των Specials για να γράψει μια καινούργια Πόλη Φαντασμάτων, όπως έκανε τότε 35 χρόνια πριν που γύρω του διαλύονταν τα πάντα (η χώρα του, οι φίλοι του μέχρι και η ίδια η μπάντα του) που κάρφωσε επί τρεις εβδομάδες στο Νο.1 του chart κάπως ειρωνικά αφού το σχήμα είχε ήδη διαλυθεί ακόμα και τη στιγμή που έπαιζαν στο Top Of The Pops – στα παρασκήνια της εμφάνισής τους, ο Terry Hall με τον Lynval Golding και τον Neville Staple ήδη είχαν συμφωνήσει τη δημιουργία των Fun Boy Three

To «Ghost Town» εκτός από ένα δυστοπικό classic που συνοψίζει σαν σε μια κάψουλα όλο το περιβάλλον και το κλίμα μιας εποχής, ένα αντανακλαστικό soundtrack της πραγματικότητας, είναι και ένα αριστούργημα της παράδοσης των rudies. Ακούγεται φρέσκο, σημερινό, παλλόμενο σαν μια παρακαταθήκη για το μέλλον και ίσως μια «ενοχλητική» υπενθύμιση της παρακμής της δυτικής κοινωνίας. Ο πολύς κριτικός και συγγραφέας Dave Marsh το χαρακτήρισε ως απάντηση στο «Street Fighting Man» των Rolling Stones και το κατέταξε στα 1000 σημαντικότερα τραγούδια όλων των εποχών, στο βιβλίο του «The Heart Of Rock & Soul» και οι τρεις μουσικές εφημερίδες της Βρετανίας, New Musical Express, Melody Maker και Sounds, το ανακήρυξαν καλύτερο single της χρονιάς και έμελλε να γίνει ένας εμβληματικός εθνικός αντι-ύμνος για ένα έθνος που υπέφερε.

To σεπτέτο από το Coventry: διαδοχικά ονομάστηκαν Coventry Automatics, Automatics, Specials και Special A.K.A.

To σεπτέτο από το Coventry: διαδοχικά ονομάστηκαν Coventry Automatics, Automatics, Specials και Special A.K.A.

Οι Specials από το Coventry ξεκίνησαν ως Automatics το 1977 και πήραν το τελικό όνομά τους μέχρι το 1979 που κυκλοφόρησαν το ομότιτλο ντεμπούτο τους, σχηματισμένοι από τον Jerry Dammers μία από τις πιο σημαντικές φιγούρες του βρετανικού post punk που ευθύνεται στο μεγαλύτερο βαθμό για την αναβίωση του τζαμαϊκανού ska, την ανάσυρση στην επιφάνεια του τέλους των 70’s, των blue beat και brit reggae ηχογραφήσεων των 60’s, την μόδα των neo-mods και των rudies και φυσικά την δημιουργία της ανεξάρτητης 2-Tone. Όταν το «Ghost Town» πήγε στο Νο.1 της Αγγλίας το καλοκαίρι του 1981, οι Specials είχαν ήδη στο ενεργητικό τους, δύο albums, μία σειρά από πετυχημένα singles (το ντεμπούτο τους «Gangsters» και το «Too Much Too Young» κορυφαία εμβλήματα μιας εποχής) και μία πολύ σημαντική, επιδραστική παρουσία στο post punk σκηνικό, έχοντας συγκεντρώσει γύρω τους σχήματα όπως οι Selecter, οι Madness, οι Beat, οι Bad Manners, οι Bodysnachers και οι Swinging Cats που οδηγούσαν το neo-ska – mod ρεύμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με την στήριξη του κινήματος Rock Against Racism και Anti-Nazi League κατά του φασιστικού Εθνικού Μετώπου που στα μέσα των 70’s αύξανε ανησυχητικά τις δυνάμεις του. Ίσως όλη η ιστορία του Rock Against Racism που σχεδόν ταυτίζεται στην εποχή του τέλους των 70’s με την ίδρυση, τη δράση και την επιτυχία της 2-Tone, ξεκίνησε… με αφορμή έναν προκλητικό μεθυσμένο rock star και έναν ακροδεξιό πολιτικό.

Οι εμπρηστικές δηλώσεις του Eric Clapton στη συναυλία του στο Odeon του Birmingham στις 5 Αυγούστου 1976 έγινε η αφορμή για τη δημιουργία του Rock Against Racism

Οι εμπρηστικές δηλώσεις του Eric Clapton στη συναυλία του στο Odeon του Birmingham στις 5 Αυγούστου 1976 έγινε η αφορμή για τη δημιουργία του Rock Against Racism

«Εχουμε καθόλου ξένους στο κοινό σήμερα;» Ο Eric Clapton ανέβηκε στη σκηνή του Οdeon στο Birmingham στις 5 Αυγούστου 1976 μεθυσμένος και όσο περνούσε η βραδυά γινόταν όλο και χειρότερα. «Αν υπάρχουν, παρακαλώ να σηκώσουν τα χέρια τους. Νομίζω ότι σήμερα πρέπει να ψηφίσουμε υπέρ του Enoch Powell.» Επί σκηνής στο Odeon του Birmingham, στην καρδιά της μεταναστευτικής περιοχής της μέσης Βρετανίας, ο κιθαρίστας, γνωστός και ως Θεός, δήλωσε ανοιχτά την υποστήριξή του στον ακρδεξιό πολιτικό που έγινε περισσότερο γνωστός για την υποστήριξή του στην αναγκαστική απέλαση του μαύρου πληθυσμού της Βρετανίας (ο ίδιος πολιτικός που έμεινε στην ιστορία για την ομιλία του περί «ποταμών αίματος», εμπνεόμενος από την Αινειάδα του Βιργίλιου: «όπως βλέπω στο μέλλον, έχω μια προαίσθηση, σαν τον Ρωμαίο, βλέπω «τον Τίβερη ξεχειλισμένο στο αίμα»). Μέσα στη βραδυά ακούστηκαν διάφορα τσιτάτα από το στόμα του Clapton: «πετάξτε τους αράπηδες έξω», «κρατήστε την Βρετανία λευκή» και «στείλτε τους όλους πίσω».

Ο Clapton έριχνε άλλο ένα κούτσουρο στη φωτιά της έκρηξης του punk που ερχόταν. Την επόμενη εβδομάδα και οι τρεις μεγάλες μουσικές εφημερίδες, το Sounds, το Melody Maker και το New Musical Express δημοσίευσαν μία επιστολή των Red Saunders, David Widgery και Syd Shelton: «Έλα Eric, μαζέψου» έγραφε η επιστολή. «Η μισή μουσική σου είναι μαύρη. Είσαι ο μεγαλύτερος αποικιοκράτης του rock. Θέλουμε να οργανώσουμε ένα κίνημα των χαμηλών στρωμάτων ενάντια στο ρατσιστικό δηλητήριο στη μουσική. Προσφέρουμε την υποστήριξή μας στο Rock Ενάντια στο Ρατσισμό.» Ως υστερόγραφο η επιστολή απευθυνόταν στον Clapton ειρωνικά, σχετικά με τη μεγάλη επιτυχία που είχε κανει διασκευάζοντας, ένα χρόνο πριν, το «I Shot The Sherriff» που είχε γράψει ο Bob Marley και είχε κυκλοφορήσει με τους Wailers, το 1973 στο album «Burnin’«: «Ποιος πυροβόλησε το σερίφη, Eric; Σίγουρα, όχι εσύ…» Μέσα στις επόμενες επτά μέρες, η επιστολή είχε 140 απαντήσεις από το κοινό.

Αυθεντική κονκάρδα με το λογότυπο του Rock Against Racism

Αυθεντική κονκάρδα με το λογότυπο του Rock Against Racism

Μέσα στα επόμενα επτά χρόνια, άλλαξε το πρόσωπο της Βρετανίας. Το Rock Against Racism (RAR) παραμένει η πιο αποφασιστική δράση για πολιτική αλλαγή στην ιστορία της μουσικής. Συντασσόμενο τόσο νωρίς και τόσο δυναμικά με τις δυνάμεις του punk rock, έγινε αναπόσπαστο μέρος του, ένα εστιακό σημείο τόσο δυνατό που ακόμα και όταν όλες οι punk ιδέες κατέρρεαν και γινόταν ταχύτατα φανερό ότι η ανεργία, η φτώχεια και η πείνα δεν θα ήταν ηλεκτρικές κιθάρες, το RAR θριάμβευσε. Ίσως ο ρατσισμός να μην εξολοθρεύθηκε. Αλλά η κουλτούρα της άγνοιας (και της αδιαφορίας), η οποία αποτελεί το πιο γόνιμο έδαφος για το ρατσισμό, σίγουρα πλήγηκε καίρια και στερήθηκε κατά πολύ την πρώτη ύλη της.

Ο Eric Clapton έσπευσε να αναθεωρήσει. Ήταν μεθυσμένος είπε, έκανε πλάκα. Τελικά ακόμα και οι πιο λυσσώδεις πολέμιοί του συμφώνησαν ότι μερικές φορές, κάποιος μπορεί να πει πράγματα που είναι εντελώς άκυρα, συνήθως επειδή γιατί δεν έχει κάτσει να τα σκεφτεί από πριν. Ο Clapton αντέδρασε σε ένα προσωπικό περιστατικό που συνέβη (ένας Άραβας τσίμπησε τον πισινό της γυναίκας του) αλλά όταν παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος, δεν ζήτησε ποτέ συγνώμη. Διότι, με την τόσο βάρβαρη ανακίνηση ενός θέματος που σιγόκαιγε κάτω από την επιφάνεια της βρετανικής κοινωνίας για πάνω από είκοσι χρόνια, βοήθησε την ίδια αυτή κοινωνία να κάνει ένα βήμα το οποίο επί τόσα χρόνια «ενσυνείδητης πολιτείας» δεν είχε καταφέρει να πραγματοποιήσει.

Skinheads του φασιστικού Εθνικού Μετώπου

Skinheads του φασιστικού Εθνικού Μετώπου

Το ρατσιστικό ζήτημα που ανακινήθηκε στα μέσα των 70’s έγινε άλλοθι για τις μεθόδους καταστολής της κυβέρνησης αργότερα προκειμένου να παταχθεί η εγκληματικότητα. Στην ουσία όμως, αυτό που φαινόταν σαν διαμάχη μεταξύ λευκών και μαύρων από τα media ήταν μια ακόμα έκφανση της πολιτικής αστάθειας, της κοινωνικής απόγνωσης και της απελπισίας ενός έθνους σε πλήρες αδιέξοδο. Μέχρι το 1981, οι διαμάχες σε διαδηλώσεις μεταξύ Rock Against Racism και του φασιστικού Εθνικού Μετώπου κιλήδωναν σχεδόν κάθε συναυλία της 2-Tone που συγκέντρωνε ένα μεικτό ακροατήριο από rudies, mods και skinheads. To 1981 μέσα σε 12 μόλις μήνες, τα νούμερα της ανεργίας ήταν αμείλικτα: οι άνεργοι αυξήθηκαν από 1,5 εκατομμύριο σε 2,5 ενώ το ποσοστό ανεργίας στις εθνικές μειονότητες αυξήθηκε στο 82% τον ίδιο χρόνο.

Αστυνομικοί συλλαμβάνουν νεαρό που συμμετείχε στην εξέργερση του 1981 στο Brixton.

Αστυνομικοί συλλαμβάνουν νεαρό που συμμετείχε στην εξέργερση του 1981 στο Brixton.

Μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Απριλίου 1981 η αστυνομία του Brixton επέβαλλε μια πολιτική που έμεινε στην ιστορία με το μνημειώδες θατσερικό διάταγμα «Operation Swamp ’81» παίρνοντας το όνομά του από τη θρυλική δήλωση της Margaret Thatcher το 1978 ότι η «Βρετανία θα βούλιαζε στο βάλτο από ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων». Μέσα σε έξι μέρες 943 άνθρωποι εξετάστηκαν στο δρόμο από αστυνομικούς ντυμένους με πολιτικά ρούχα. Στις 10 Απριλίου ξέσπασε η πρώτη ταραχή στο Brixton. Μέσα στις επόμενες δέκα μέρες πάνω από 100 άνθρωποι συνελλήφθησαν και 15 αστυνομικοί τραυματίστηκαν σε συμπλοκές στο Finsbury Park, το Forest Gate και το Ealing. Άλλες 350 συλλήψεις έγιναν εκτός Λονδίνου. Στο Coventry την πατρίδα των Specials, ένας ασιάτης έφηβος, ο Samtam Gill σκοτώθηκε σε μια ρατσιστική επίθεση και στις ταραχές που ακολούθησαν μεταξύ skinheads και εθνικών μειονοτήτων έγιναν 80 συλλήψεις. Με αφορμή την κυκλοφορία του «Ghost Town» ο Dammers είχε κανονίσει να δώσουν οι Specials συναυλία στη γεννέτειρά τους στο Coventry στις 20 Ιουνίου αλλά φημολογούμενη επίθεση του Εθνικού Μετώπου είχε ως αποτέλεσμα να είναι μισοάδειος ο χώρος.

Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό οι Specials αντιμετώπιζαν τρομερές εντάσεις και διαμάχες μεταξύ τους, επί έξι μήνες είχαν σταματήσει να δουλεύουν ως σχήμα για να πάρουν τις αποστάσεις τους αλλά η φλόγα του Dammers να φτιάξει το απόλυτο τραγούδι τους, αυτό που θα στεφάνωνε την δράση τους τα τελευταία πέντε χρόνια, δεν είχε σβήσει. Λέγεται ότι η πρώτη ύλη που είχε ο Jerry Dammers για να συνθέσει το «Ghost Town» ήταν το «7 Wonders Of The World» των Prince Buster’s All Stars, ένα στοιχειωτικό instrumental που κυκλοφόρησε στην Blue Beat το 1967…

Ο παραγωγός του

Ο παραγωγός του «Ghost Town», John Collins

Ο John Collins, παραγωγός και ιδιοκτήτης της reggae εταιρίας Local Records εξηγεί αναλυτικά τη διαδικασία της παραγωγής του «Ghost Town»: «Ξεκίνησε με ένα τηλεφώνημα του Jerry Dammers τον Μάρτιο του 1981. Είχε ακούσει έναν reggae δίσκο που είχα φτιάξει στο σπίτι μου στο Tottenham, το «At The Club» του Victor Romero Evans και με ρώτησε αν θα ενδιαφερόμουν να κάνω παραγωγή στους Specials. Καχύποπτος ότι μπορεί να είναι φάρσα, δέχτηκα ωστόσο να πάω μέχρι το Coventry δύο μέρες μετά για να γνωρίσω την μπάντα και ήταν μεγάλη η έκπληξή μου όταν διαπίστωσα ότι σοβαρολογούσαν. Και αυτή εξεπλάγησαν επειδή ήμουν λευκός. Υπήρχαν ξεκάθαρα εντάσεις μεταξύ τους, είχαν ανάγκη να τους ενώσει και φαίνονταν πρόθυμοι να συνεργαστούμε. Ο Jerry ήταν απογοητευμένος από την τεχνολογία και τα ακριβά στούντιο και του άρεσε η σπιτική προσέγγισή μου και η δράση μου στη reggae. Είχε βρει ένα οχτακάναλο στούντιο στο Leamington και ενώ ήταν μόλις δύο βήματα από τους Specials ήταν και ένα βήμα από το δικό μου τετρακάναλο στούντιο που είχα στο σπίτι. Αποφασίστηκε να πάμε εκεί να ηχογραφήσουμε τρία τραγούδια για το επόμενο single της μπάντας. Μου έδωσαν ένα συμβόλαιο με 2% μερίδιο και 1500 λίρες προκαταβολή, που είναι καλή συμφωνία για έναν άγνωστο παραγωγό. Κι έτσι ξεκίνησε το πείραμα. Την πρώτη μέρα στο στούντιο ήθελα να ηχογραφήσουμε τα ρυθμικά μέρη: τύμπανα, μπάσο, ρυθμική κιθάρα και όργανο. Οι Specials συνήθως ηχογραφούσαν όλοι μαζί παίζοντας ζωντανά αλλά εγώ είχα συνηθίσει να χτίζω το μουσικό υπόβαθρο του τραγουδιού κομμάτι – κομμάτι. Έτσι κι αλλιώς δεν θα χωρούσαν και οι επτά στο στούντιο.»

O John Collins έπαιξε στον drummer John Brudbury ένα κομμάτι του Gregory Isaacs, το «Oh What A Feeling» σε παραγωγή Sly & Robbie για να συλλάβει το αίσθημα. Ακολούθησαν και οι υπόλοιποι μουσικοί στο στούντιο, ο μπασίστας Horace Panter, ο Jerry Dammers με ένα Hammond όργανο που υπήρχε στο στούντιο, η lead κιθάρα του Roddy Radiation Byers και η ρυθμική κιθάρα του Lynval Golding, συν τα πνευστά του Rico Rodriguez (τρομπόνι) και του Dick Cuthell (fluegelhorn). Τα βοηθητικά φωνητικά στο υπόβαθρο, των Neville Staple, Jerry Dammers, Terry Hall και Lynval Golding ηχογραφήθηκαν σε όλη τη διάρκεια των ρυθμικών μερών του κομματιού έτσι ώστε να μπορεί αργότερα να μιξάρει όπου και όπως θέλει ο John Collins. Ηχογραφήθηκε και ένα rap μέρος του Terry Hall ως toasting αλλά δε βρήκε τη θέση του στην τελική μίξη γιατί ο Collins ήθελε να κρατήσει την επτάιντση εκτέλεση του κομματιού κοντά στα τρία λεπτά. Για αυτό και το solo στο τρομπόνι του Rico Rodriguez συμπεριλήφθηκε μόνο στην δωδεκάιντση εκτέλεση. Ο Collins αναγκάστηκε να «χωρέσει» και το φλάουτο του Paul Heskett από τους Swinging Cats, που ο Dammers το ήθελε οπωσδήποτε. Χρειάστηκε άλλες τρεις εβδομάδες μίξης του τραγουδιού στο σπίτι του στο Tottenham και στο τέλος πρόσθεσε και το εφέ του φαντάσματος από το Transcendent synthesizer στην εισαγωγή και στο κλείσιμο του τραγουδιού.

Ο Dave Thompson στο βιβλίο του «Wheels Out Of Gear: 2 Tone The Specials And A World In Flame» το 2004 συνόψισε με υποδειγματικό τρόπο το συναρπαστικό αφήγημα που γέννησε το «Ghost Town» στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του, πριν από τον επίλογο, ολοκληρώνοντας έτσι την καταγραφή του περιπετειώδους χρονικού των Specials και μαζί με αυτούς, την χαρτογράφηση μιας ολόκληρης, συγκλονιστικής εποχής.

«Στις 5 Ιουνίου 1981, η 2-Tone κυκλοφόρησε το πρώτο single της για τους τελευταίους έξι μήνες, το «Ghost Town» των Specials. Ηχογραφήθηκε στο Leamington τον Απρίλη, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης των Specials εκεί για τη συναυλία της Αντι-ρατσιστικής Επιτροπής αλλά η διαδικασία της ηχογράφησης ήταν απλά μια κατάληξη αυτού που ο Terry Hall περιέγραψε ως «μήνες γεμάτοι πρόβες στο στούντιο», μία περίοδος γεμάτη διαφωνίες, αντιδικίες και αδιεξοδικές αρνήσεις. Ο ίδιος ο Dammers έφευγε από τις πρόβες πολλές φορές έξαλλος όταν κάποιος απέρριπτε τις ιδέες που είχε.

Η κατάσταση ήταν περίπλοκη λόγω της ίδιας της φύσης του τραγουδιού. Σύμφωνα με τον Roddy Radiation, «ο Jerry τα είχε σχεδιάσει όλα μόνος του στο κεφάλι του». Ο Dammers συμφωνεί: «Το «Ghost Town» δεν ήταν ένας αυτοσχεδιασμός με ελεύθερη για όλους συμβολή σε αυτό» δήλωσε στην Guardian το 2002. «Κάθε του κομματάκι είχε δουλευτεί και μελετηθεί.» Ισχυρίστηκε ότι είχε ξεκινήσει να δουλεύει το τραγούδι, τουλάχιστον ένα χρόνο νωρίτερα, με σκοπό να δημιουργήσει κάτι που θα συνόψιζε όλα όσα είχαν κάνει οι Specials ή όλα θα μπορούσαν να έχουν κάνει. Ήξερε πόσο σκληρά αντιδρούσαν τα μέλη της μπάντας στη δικτατορία του. Αν μπορούσε να τους αποδείξει ότι ήξερε τι έκανε, παραδίδοντας τον καλύτερο δίσκο που ο καθένας τους είχε ποτέ του φανταστεί, ίσως τα πράγματα να επανερχόντουσαν στο κανονικό.

Ο Jerry Dammers προσπαθούσε να ισορροπήσει τις εντάσεις στις τάξεις των Specials. Τα υπολοιπα μέλη τον κατηγορούσαν για ολοκληρωτικό και συγκεντρωτικό.

Ο Jerry Dammers προσπαθούσε να ισορροπήσει τις εντάσεις στις τάξεις των Specials. Τα υπολοιπα μέλη τον κατηγορούσαν για ολοκληρωτικό και συγκεντρωτικό.

Η ανταρσία όμως, είχε προχωρήσει πολύ μακριά. Ο Neville Staples απαντούσε στις απαιτήσεις του Dammers με ένα ειρωνικά δουλοπρεπές «Ναι, Αφέντη…«, ο Radiation σε κάποια στιγμή του αμόλησε ένα «Jawol mein Fuehrer«. Τα πράγματα γινόντουσαν αλλά με έναν ρυθμό σαλιγκαριού σε σημείο που υπήρχαν στιγμές που φαινόταν ότι το τραγούδι δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ – διότι ακόμα και αν ολοκληρωνόταν, πάντα κάποιος θα περίμενε στη γωνία να το σαμποτάρει. Ο Dammers θυμάται μια περίπτωση που, όταν ηχογραφούσαν τα πνευστά με το παράφωνο jazz άρωμα, ο Golding ξαφνικά εισέβαλλε στο χώρο της κονσόλας και παραπονέθηκε ότι ακουγόταν εντελώς λάθος. Μια άλλη στιγμή, είπε, ο Radiation άρχισε να κλωτσάει τον τοίχο του στούντιο της κονσόλας σαν να προσπαθεί να διαπεράσει τον τοίχο και να βγει από την άλλη. Χρειάστηκαν πολλές πυρετώδεις παρακλήσεις από τον Dammers και η επιμονή του ότι έφτιαχναν τον «καλύτερο δίσκο που έχει γίνει στην ιστορία γενικά» για να πείσει τον εξαγριωμένο ηχολήπτη John Rivers να μην τους πετάξει όλους έξω από το στούντιο.

Μόνο όταν τελείωσαν την ηχογράφηση ομολόγησε ο Hall ότι «φαινόταν ότι θα διαρκέσει για πάντα (όμως) ήταν μία φανταστική διαδικασία η ηχογράφηση αυτού του δίσκου. Ακουγόταν τόσο αλλόκωτος…» Χτισμένο πάνω σε μια ενορχήστρωση που έμοιαζε κατά το ήμισυ σαν καμπαρέ της Βαϊμάρης και κατά το άλλο μισό σαν εισαγωγή στο σκοτεινό «Jonah» του reggae star, Keith Hudson, το «Ghost Town» ήταν ένας στοιχειωτικός και στοιχειωμένος θρήνος για μια πόλη, μια χώρα, έναν τρόπο ζωής που είχαν σφραγιστεί από την φτώχεια, την ανεργία, το φόβο και την κυβέρνηση. Ο Dammers εξήγησε τη γέννηση των πικρών στίχων: «Η χώρα διαλυόταν. Ταξίδευες από πόλη σε πόλη και αυτό που συνέβαινε ήταν τρομερό. Στο Liverpool όλα τα καταστήματα ήταν διαλυμένα, όλα έκλειναν. Η Margaret Thatcher προφανώς είχε αποτρελλαθεί, έκλεινε όλες τις βιομηχανίες, πετώντας εκατομμύρια ανθρώπων στην ανεργία. Το βλέπαμε μπροστά μας γιατί περιοδεύαμε τότε. Ένιωθες την αγωνία και την οργή στο ακροατήριο. Στην Γλασκώβη είδαμε κάτι ηλικιωμένες κυρίες στους δρόμους να πουλάνε το νοικοκυριό τους, τα φλυτζάνια τους, τους δίσκους τους. Ήταν απίστευτο. Ήταν σαφές ότι κάτι πήγαινε πάρα πάρα πολύ λάθος.»

Σύμφωνα με τον αρχιαστυνόμο Kenneth Oxford οι περισσότεροι μαύροι του Liverpool ήταν αποτέλεσμα της συνεύρευσης από λευκές πόρνες και μαύρους ναυτικούς.

Σύμφωνα με τον αρχιαστυνόμο Kenneth Oxford οι περισσότεροι μαύροι του Liverpool ήταν αποτελέσματα των συνευρέσεων που ειχαν λευκές πόρνες και μαύροι ναυτικοί.

Αρχικά, ο δίσκος φάνηκε να πέφτει σε κουφά αυτιά. To ραδιόφωνο στην αρχή ξεκάθαρα το αγνόησε όσο μπορούσε και μεσολάβησαν δύο εβδομάδες πριν το τραγούδι μπει στο βρετανικό chart. Όταν μπήκε όμως φαινόταν ασταμάτητο. Νο.21 στις 20 Ιουνίου, την επόμενη εβδομάδα στο Νο.6 και όταν οι Specials έπαιζαν συναυλία στο Leeds ανέβηκε στο Νο.2 συμπιεσμένο ανάμεσα στο «One Day In Your Life» του Michael Jackson και το φρενήρες χορευτικό «Can Can» των Bad Manners – η έκτη συνεχόμενη επιτυχία τους. Την επόμενη Τρίτη -την ίδια μέρα που 250 νεαροί επέλασαν στο προάστιο του βόρειου Λονδίνου, Wood Green, σπάζοντας παράθυρα καταστημάτων και πολεμώντας με την αστυνομία, την ίδια μέρα που ο αρχιαστυνόμος της πόλης, Kenneth Oxford έβαλε το λιθαράκι του στις φυλετικές σχέσεις διακηρύσσοντας ότι οι περισσότεροι μαύροι κάτοικοι του Liverpool ήταν το «αποτέλεσμα των σχέσεων που έκαναν οι λευκές πόρνες με τους μαύρους ναυτικούς»- το «Ghost Town» έφτασε στο Νο.1 του chart, αποτελώντας εκ των συνθηκών, πνευματικά και πλέον αναπόφευκτα το soundtrack στο πιο βάρβαρο καλοκαίρι που γνώρισε ποτέ η σύγχρονη Βρετανία. Το ξέσπασμα του Oxford ήταν συγκλονιστικό. Προφανώς προσπαθώντας να επιβεβαιώσει όλους εκείνους που έτρεμαν στην ιδέα ότι οι προφητείες του Enoch Powell δεν θα έβγαιναν αληθινές, διακήρυξε ότι οι «κλέφτες και οι απατεώνες» που εδρεύουν στο Toxteth και μόνο αυτοί, ήταν υπεύθυνοι για το ξεκίνημα των ταραχών, ότι «οι ανεύθυνοι γονείς» είναι αυτοί που φταίνε επειδή αφήνουν τα παιδιά τους να βγαίνουν στο δρόμο για να συμβάλλουν στο μακελειό. «Δεν έχω καμία αμφιβολία» επέμεινε, ότι «αυτές δεν είναι ρατσιστικές ταραχές».

Το κακό ήταν, τουλάχιστον όσο αφορά στην τελευταία του διακήρυξη, ότι είχε δίκιο. Ή ίσως, δεν ήταν λάθος.

Μέσα στην χιονοστιβάδα της οικονομικής αστάθειας και της κοινωνικής σύγχισης που χαρακτήρισαν την Βρετανία των 70’s, σε μια κοινωνία που το έγκλημα στους δρόμους, ο πληθωρισμός, η εργασιακή ανασφάλεια, οι διαμάχες των εργατών και η διαφθορά σε κάθε επίπεδο του κατεστημένου είχε γίνει η μόνη πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπων, οι φυλετικές σχέσεις έγιναν θέμα όχι επειδή η ίδια η κοινωνία ήταν απαραίτητα ρατσιστική αλλά επειδή όλοι οι άνθρωποι σε μία κρίση, τείνουν να συνασπίζονται για αλληλεγγύη. Περιοχές όπως το Southall, το Brixton, το Handsworth, το Toxteth και το St. Paul’s έχουν καταγραφεί ως γκέτο. Δικαίως. Όμως γκετοποιημένοι δεν είναι και οι πλούσιοι γείτονές τους στα εξοχικά τους και στους πύργους τους; Και η μεσαία τάξη δεν είναι κλεισμένη σε κλουβιά στα προάστια και στις πόλεις – κοιμητήρια; Το ίδιο δε συμβαίνει σε όλη την κλίμακα της κοινωνίας; Δεν αντιδρούν αυτές οι ομάδες με την ίδια καχυποψία όταν μπαίνουν ξένοι στις περιοχές τους; «Πάει η γειτονιά μας» (There Goes The Neighborhood) ακουγόταν παντού στο Hackney όταν εγκαταστάθηκαν εκεί οι yuppies, το ίδιο και στο Notting Hill όταν κατέφτασαν οι πρώτοι μετανάστες από τις Δυτικές Ινδίες.

Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η Βρετανία είναι μια εγγενώς μη ανεκτική χώρα. Απλά χρειάζεται να ρίξεις μια ματιά στις φυλετικές ταραχές του τέλους των 50’s -ή του τέλους των 90’s- για να καταλάβεις ότι οι μαύροι ίσως θεωρούσαν τους εαυτούς τους πιο ανεπιθύμητους κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Ελισσάβετ Β’ απότι 400 χρόνια νωρίτερα. Η τωρινή βασίλισσα κάποτε παραπονέθηκε ανοιχτά ότι «αρκετοί μαύροι σκλάβοι έχουν εγκατασταθεί στο βασίλειο και είναι ήδη πολλοί τέτοιου είδους άνθρωποι πλέον». Συγκριτικά με την εμπειρία άλλων δυτικοποιημένων εθνών, τα σοβαρότερα φυλετικά περιστατικά της Βρετανίας είναι σποραδικά και έχουν αποφασιστικά εξαλειφθεί – όπως απέδειξε η ύπαρξη των κινημάτων Rock Against Racism και του Anti-Nazi League. Οι δημοσκοπήσεις του 1979 συνέτριψαν το Εθνικό Μέτωπο και μέσα σε τρία χρόνια σχεδόν εξολοθρεύθηκε, μία νίκη που επέτρεψε στο Anti Nazi League να διαλυθεί και επίσημα το 1982. Οι πολιτικοί στόχοι του Εθνικού Μετώπου θα εμφανίζονταν ξανά, φυσικά αλλά για κάθε δράση υπάρχει και μια αντίδραση, για κάθε δηλητήριο υπάρχει ένα αντίδοτο. Λέγεται Κοινωνία. Αν ήταν όλοι να συμφωνούσαμε με όλους, θα είχαμε παρανοήσει από την πλήξη.

Το εξώφυλλο του single

Το εξώφυλλο του single «Cast Of Thousands» των Adverts (1979)

Φυσικά υπήρχαν ρατσιστές σε θέσεις εξουσίας και γινόταν κατάχρηση αυτής της εξουσίας από τους ανθρώπους που τις κατείχαν. Οι ίδιες αυτές θέσεις εξουσίας καλύπτονταν συχνά από εγκληματίες, ψεύτες, κλέφτες και απατεώνες και όλοι τους απολάμβαναν αυτή την κατάχρηση και όλοι τους φέρουν προσωπικές ευθύνες για την κόλαση στην οποία έπεσαν μεγάλες μερίδες της βρετανικής κοινωνίας. Ανεργία, πληθωρισμός, αστυνομική βαρβαρότητα, λίστες αναμονής σε νοσοκομεία και ο κατάλογος με τα βασανιστήρια συνεχίζεται. Όταν κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1979, σε μια χρυσή εποχή που ήδη έμοιαζε μακρινή, το ομότιτλο τραγούδι που έκλεινε το δεύτερο album «Cast Of Thousands» των Adverts με έναν ζοφερό κατάλογο από τις καθημερινές αγωνίες του κόσμου, που καθεμιά αναφερόταν σαν πηχιαίος τίτλος εφημερίδας, όλες όμως πολύ φρικτές για να αναφερθούν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο: «βιασμοί, νοικοκυρές που εγκαταλείπουν τους συζύγους τους, ζωές των άλλων, σεισμοί, πλυμμήρες, άνθρωποι στη λάσπη, νοσοκομειακά περιστατικά, βρετανικά όπλα σε άλλες χώρες…» και το πιο φρικτό όλων «όλοι οι ανθρώπινοι δαυλοί στη φωτιά, ειδικά για σένα.» Το αυθεντικό εξώφυλλο του δίσκου της μπάντας εικόνιζε τον βουδιστή μοναχό που αυτοπυρπολήθηκε διαμαρτυρόμενος για τον πόλεμο του Βιετνάμ το 1964 αλλά η δισκογραφική εταιρία τους, RCA, το απέρριψε με το επιχείρημα της δημόσιας αιδούς. Πόσο θλιβερό ήταν που άλλοι φύλακες του εθνικού ήθους δεν σοκάρονταν με τον ίδιο τρόπο όταν έκαναν δικές τους τερατωδίες.

Το μεγαλύτερο κακό που έβλεπαν οι λευκοί που βρίσκονταν στην εμπροσθοφυλακή κατά τη διάρκεια των μεγαλύτερων πολιτικών διαμαχών στα τέλη των 70’s, ήταν η απειλή του Εθνικού Μετώπου. Αλλά για τους ανθρώπους που απειλούνταν περισσότερο από τους φασίστες, το Εθνικό Μέτωπο ήταν απλά άλλο ένα μέτωπο του κακού που είχε ήδη συμβεί – του συστήματος. Στην Red Lion Square, στο Lewisham και στο Southall, οι λευκοί διαδηλωτές πίστευαν ότι μάχονται για τα δικαιώματα των μαύρων. Στο Toxteth, στο Brixton και στο St. Paul’s οι μαύροι ταραξίες ήξεραν ότι μάχονταν για τα δικαιώματα των πάντων. Οπότε, ναι η Thatcher και ο Oxford και οι λοιποί είχαν δίκιο. Ήταν η απόγνωση και όχι το μίσος που κατάκαιγε τη Βρετανία – η κυβέρνηση εγκατέλειπε τη νεολαία στο ράφι. Οι άνθρωποι εξοργίζονταν. Την ίδια εβδομάδα που το «Ghost Town» έφτανε στην κορυφή του chart και το πικρό και επιθετικό «Funeral Pyre» των Jam ενίσχυαν τη φωτιά με τη δική τους δυσαρέσκεια, οι UB40 κυκλοφόρησαν το νέο single τους «One In Ten» με τον τίτλο του παρμένο από τους βρετανούς εργάτες που έμεναν χωρίς δουλειά εκείνο το καλοκαίρι. Τα μέσα ενημέρωσης πάντα έτοιμα με μια πιασάρικη παραλλαγή της είδησης, τους αποκάλεσαν τα «εκατομμύρια της Maggie«. Τώρα περνούσαν στην αντεπίθεση.

Στις 8 Ιουλίου, μετά από μια σύλληψη ενός νεαρού μαύρου, πάνω από 1000 διαδηλωτές επιτέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα του Moss Side του Manchester, την αντίστοιχη γειτονιά του Toxteth στο Liverpool, ξεκινώντας έτσι δύο μέρες ταραχών. Την επόμενη μέρα περισσότεροι από 300 αστυνομικοί κινητοποιήθηκαν για να αντιμετωπίσουν τις ταραχές στους δρόμους του Woolwich στο νότιο Λονδίνο. Εκείνο το Σαββατοκύριακο, καθώς το Brixton ξαναπαραδινόταν στις φλόγες, ταραχές ξέσπασαν στο Battersea, στο Dalston, στο Southall, στο Streatham και στο Walthamastow στο Λονδίνο, στην περιοχή του Handsworth στο Liverpool, στο Chapeltown στο Leeds και στο Highfields του Leicester. Και φυσικά σε κάθε κέντρο πόλης σε όλη την επικράτεια: Aldershot, Bedford, Blackburn, Chester, Derby, Εδιμβούργο, το λιμάνι του Ellesmere, High Wycombe, Huddersfield, Luton, Newcastle, Nottingham, Portsmouth, Preston, Reading, Sheffield, Southampton, Stockport και Wolverhampton.

Ταραχές στο Moss Side το 1981

Ταραχές στο Moss Side το 1981

Το σκηνικό επαναλαμβανόταν σε κάθε περίπτωση. Οι σειρήνες ηχούσαν κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού, με τον ανησυχητικό ήχο τους να συνοδεύεται από το τρίξιμο που κάνει το σπασμένο τζάμι και τα πρώτα κροταλίσματα της φωτιάς. Πολύ πριν το βραδινό δελτίο ειδήσεων ανακοινώσει τα γεγονότα, όσοι ενδιαφέρονταν να μάθουν βρίσκονταν ήδη στον κεντρικό δρόμο, οι πιο ανήσυχοι παρακολουθούσαν από τις γωνίες ή μέσα στα αυτοκίνητά τους και οι πιο ακραίοι έμπαιναν κι έβγαιναν από τις ανοιχτές τζαμαρίες που έμοιαζαν τόσο θελκτικές σαν ανοιχτές καρότσες νταλίκας. Υπήρχε μια περίεργη τάξη στο πλιάτσικο. Οι περισσότεροι προτιμούσαν τις μεγάλες αλυσσίδες καταστημάτων, αυτές με παραρτήματα σε εθνικό επίπεδο που μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις απώλειες χωρίς καν να το καταλάβουν – αν μπορείς να πληρώνεις ενοίκια για 50 διαφορετικά υποκαταστήματα, αντέχεις οικονομικά τη ζημιά του εμπορεύματος σε ένα από αυτά. Οι τηλεοράσεις, τα ηχοσυστήματα, τα κασετόφωνα έκαναν φτερά. Αργότερα, αναρωτιόσουν τι στο καλό θέλει να κάνει αυτός ο χοντρός τύπος με ένα σπασμένο κομμάτι της ταμπέλας από neon, που κραδαίνει θριαμβευτικά μέσα στο πλήθος αλλά ίσως δεν ήθελε να κάνει κάτι συγκεκριμένο. Ήταν ένα αναμνηστικό, ένα τρόπαιο που προφανώς θα κατέληγε στο καθιστικό του σπιτιού του δίπλα στα άλλα κάδρα, έτσι ώστε όταν τα εγγόνια του τον ρωτούσαν τι έκανε στον πόλεμο θα τους έδειχνε την ταμπέλα και θα τους έλεγε. Διότι αυτό ήταν πόλεμος. Αν και τα ίδια σκηνικά είχαν συμβεί στο παρελθόν δεν μπορούσες να πιστέψεις ότι δεν θα χρειαζόταν να ξανασυμβούν.

Οι rudies εξεγέρθηκαν. Μαύροι με λευκούς και ασιάτες με όλους, μία ολόκληρη γενιά ενωμένη από την αγωνία της και την οργή και το θυμό και το κυριότερο, την αχρήστευσή της. Ήταν λες και όλη η χώρα βρισκόταν στους δρόμους, για να τους επανακτήσει, εξεγερμένη ενάντια στους Καρόλους και τις Νταϊάνες και τις Thatcher και τους ακόλουθούς τους, ενάντια στους απρόσωπους γραφειοκράτες που μιλούσαν για οικονομία αλλά ξόδευαν και 40 εκατομμύρια το χρόνο για να πετούν το Concorde, αυτοί που μιλούσαν για σφιχτά ζωνάρια αλλά άφηναν χαλαρά τα δικά τους παντελόνια. Δεν είχαν όλες οι ταραχές σχέση με συγκεκριμένες αδικίες. Κάποιοι σαματάδες ήταν ξεσπάσματα ανόητου βανδαλισμού και βίας, εκμεταλλευόμενοι τα τεντωμένα νεύρα της αστυνομίας που βρισκόταν σε σημείο κατάρρευσης. Οι Αρχές όμως δεν ρίσκαραν.

Η προγραμματισμένη περιοδεία της Thatcher στα απομεινάρια του Toxteth ακυρώθηκε επειδή δε γινόταν να εγγυηθεί η ασφάλειά της. Στο Λονδίνο μια ολική απαγόρευση επιβλήθηκε στις πολιτικές διαδηλώσεις και πορείες για τον υπόλοιπο μήνα – ανάμεσα στις παραβάσεις της απαγόρευσης, λες και ήθελαν να προβάλλουν τη δίκαιη μεταχείριση που κάνει το καθεστώς, ήταν η πορεία του Εθνικού Μετώπου στο Chelsea και μια κηδεία για τα θύματα της εμπρηστικής επίθεσης στο Walthamastow.

Η επόμενη μέρα μετά τις ταραχές στο Liverpool το 1981.

Η επόμενη μέρα μετά τις ταραχές στο Liverpool το 1981.

To «Ghost Town» έπαιζε πάνω από όλα αυτά τα γεγονότα. Ήταν ήδη στο No.1 του chart όταν η κυβέρνηση ζήτησε από το BBC και τα ανεξάρτητα δίκτυα να κάνουν ένα de facto blackout σε οποιαδήποτε πιθανή μελλοντική «εστία φωτιάς» για να αποφύγουν την πιθανότητα να προσελκύσουν κι άλλους εξεργερμένους και να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να αναπαράγουν την ανταρσία. Το τραγούδι βρισκόταν ακόμα στο Νο.1 όταν η διαταγή της κυβέρνησης τέθηκε άμεσα σε εφαρμογή καθώς η αστυνομία εισέβαλλε σε μια σειρά κατοικιών στο Brixton αναζητώντας μια φημολογούμενη γιάφκα παραγωγής βομβών πετρελαίου. Δεν βρήκαν καμία γιάφκα αλλά τα πλήθη συνέρρευσαν έτσι κι αλλιώς για να διώξουν τους εισβολείς αστυνομικούς από τους δρόμους τους. Το «Ghost Town» παιζόταν ακόμα καθώς η αστυνομία συγκρουόταν με χίλιους μοτοσυκλετιστές στον παράδεισο της Lake District στο Keswick στις 25 Ιουλίου και συνέχιζε να παίζεται όταν τζαμαρίες έσπαγαν και ληστεύονταν περιουσίες ακόμα και τη μέρα των Βασιλικών Γάμων. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι κανένα άλλο τραγούδι στην ιστορία δεν έχει σφραγίσει τα κοινωνικά γεγονότα της επικαιρότητας με τόση ακρίβεια όσο το «Ghost Town» συνέλλαβε το πνεύμα των καιρών του.

Ο TV Smith το 1977 μέλος τότε των Adverts.

Ο TV Smith το 1977 μέλος τότε των Adverts.

Σύμφωνα με τον πρώην τραγουδιστή των Adverts, τον TV Smith το τραγούδι του, «Wheels Out Of Gear» γράφτηκε ενόσω οι πόλεις καίγονταν εκείνο το καλοκαίρι: «Άκουσα για πρώτη φορά το «Ghost Town» όταν ήμασταν σε περιοδεία, στο Birmingham, στο Leeds και στο Manchester, σε όλα εκείνα τα μέρη που συνέβαινε η έκρηξη εκείνο το καλοκαίρι και η κατάσταση έμοιαζε λες και παίζαμε σε ταινία. Κοίταζες έξω από το παράθυρο σε αυτές τις γκρίζες, καταθλιπτικές πόλεις και είχαν κατεβάσει τα ρολά τους και είχαν απομονωθεί. Το «Ghost Town» άρχιζε να ακούγεται στο ραδιόφωνο και κοίταζες την εφημερίδα που είχε τη Maggie να λέει πόσο τέλεια ήταν όλα. Ήταν προφανές ότι κάτι θα συνέβαινε. Φυσικά, η μουσική δεν προκάλεσε τις ταραχές. Τραγούδια όμως όπως το «Ghost Town» βοηθούσαν τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι κάτι λάθος συνέβαινε στη χώρα και όταν συνειδητοποιείς ότι κάτι πάει λάθος θες να κάνεις κάτι για αυτό.»

Με μια συμμετρία που θα ήταν ανατριχιαστική αν δεν ήταν τόσο τέλεια, ο θρήνος των Specials για μία πόλη και μια ολόκληρη χώρα που είχε σφαλιστεί και είχε παραδοθεί στους αρουραίους και στα χαλάσματα, έμεινε στο Νο.1 για τρεις μεγάλες, φλεγόμενες εβδομάδες. Και πράγματι οι Specials έπρεπε να διαλυυθούν σχεδόν αμέσως μετά, γιατί δεν θα μπορούσαν να ξαναφτάσουν στο ίδιο επίπεδο.»

Στον απόηχο του τραγουδιού, πρωταγωνιστές και παρατηρητές της εποχής μίλησαν στον Independent πριν από τέσσερα χρόνια στα τριαντάχρονα του τραγουδιού:

Η Pauline Black τραγουδίστρια των Selecter δήλωσε:

Pauline Black τραγουδίστρια των Selecter«Δεν ήταν έκπληξη το ότι το τραγούδι έφτασε στο Νο.1 – τα περισσότερα της 2 Tone έγιναν επιτυχίες. To «Ghost Town» ήταν η επιτομή της ιδέας της 2-Tone ότι το μαύρο και το λευκό μπορούν να λειτουργήσουν στην ίδια μονάδα και να μιλήσουν στους νέους. Η αίσθηση της μελαγχολίας που αναδίδει μίλησε καθαρά: υπήρχαν οι νόμοι για το Operation Swamp και περί «ύποπτων» (sus law), τα κέντρα των πόλεων δεν λειτουργούσαν, ο ρατσισμός δίχαζε την εργατική τάξη. Υπήρχαν ταραχές στις συναυλίες μας και πολλοί από το Εθνικό Μέτωπο τριγύρω. Υπήρχε και αγωνία για την 2 Tone που διαλυόταν. Ήμασταν 70’s μπάντες σε μια εποχή που κυριαρχούσαν τα ντουέτα της synth pop. Οι δισκογραφικές εταιρίες χαίρονταν που άφηναν πίσω τους τα προβλήματα της 2 Tone.»

Ο Pete Waterman, διετέλεσε και manager των Specials, πριν γίνει ο πετυχημένος pop παραγωγός:

article-1080535-01359D3200001005-356_224x319«Ήμουν manager των Specials το 1978 – 1979 όταν λέγονταν ακόμα Automatics: ο Neville και ο Lynval ήταν μόνιμοι θαμώνες στο club Locarno όπου έπαιζα ως dj. Το μανατζάρισμά τους ήταν δύσκολη δουλειά: η reggae δεν ήταν punk και η βιομηχανία δεν την αποδέχτηκε αρχικά, ήξερα όμως ότι θα τα κατάφερναν. Το «Ghost Town» δημιούργησε μεγάλη δυσαρέσκεια στο Coventry εκείνη την εποχή: γράφτηκαν θυμωμένες επιστολές στην τοπική εφημερίδα που έλεγαν «το Coventry δεν είναι έτσι», αλλά φυσικά, έτσι ακριβώς ήταν. Θυμάμαι ότι αν βάζαμε τιμές πάνω από 50 πένες στο Locarno δεν ερχόταν κανένας γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν. Οι στίχοι του Jerry ήταν μοντέρνα ποίηση.»

Ο Tom Watson ήταν βουλευτής των Εργατικών από το Δυτικό Bromwich East:

Tom-Watson«Ήμουν 14 ετών το καλοκαίρι μετά τoν θρυλικό προϋπολογισμό των Tories. Το «Ghost Town» μού μίλησε όπως και σε κάθε άλλο έφηβο. Θυμάμαι τον δάσκαλο στο σχολείο που ήταν υπεύθυνος επαγγελματικού προσανατολισμού που μου έλεγε ότι αν δε βάλω μυαλό δεν θα έβρισκα δουλειά στο ντόπιο εργοστάσιο χαλιών. Η δική μου «Ghost Town» ήταν το Kidderminster αλλά θα μπορούσαν να είναι οποιαδήποτε άλλη πόλη στη μέση Βρετανία. Φορούσαμε όλοι τα Fred Perry μας και λατρεύαμε τους Specials. 25 χρόνια αργότερα ο Συντηρητικός Sir Peter Tapsell είπε ότι αυτό που έκαναν η Thatcher και ο αντιπρόεδρος Geoffrey Howe το 1981 ήταν «οικονομικά και λογιστικά αδαές». «Αντε γαμήσου» σκέφτηκα όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα του γραφείου επαγγελματικού προσανατολισμού. Μπήκα στο κόμμα των Εργατικών.»

Ο Les Black, καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Goldsmiths στο Λονδίνο:

sddefault«Το «Ghost Town» συλλαμβάνει με μεγάλη λεπτομέρεια αλλά με τρομακτική αποτελεσματικότητα, την αστική παρακμή της Βρετανίας το 1981. Είναι η διακήρυξη του θανάτου των βιομηχανικών πόλεων. Επίσης κατέδειξε στο μέσον αυτού του μετα-βιομηχανικού κόσμου, μία ευαισθησία της 2 Tone που αντλούσε από τους ρυθμούς του rocksteady των τζαμαϊκανών καλλιτεχνών όπως οι Wailers συνδυασμένη με την κιθαριστική ενέργεια του punk. Είναι ένας δίσκος που τόσο τέλεια συνέλλαβε τη στιγμή της εποχής και έγινε διαχρονικό. Το «Lucille» του Little Richard που κυκλοφόρησε το 1957 έχει αυτή την ποιότητα και το «God Save The Queen» των Sex Pistols, το 1977.»

O Paul Williams, συγγραφέας του βιβλίου «You’re Wondering Now: A History Of The Specials«:

51CUnn4c3TL._SY344_BO1,204,203,200_«Το ότι το «Ghost Town» κατάφερε να ηχογραφηθεί σε βινύλιο είναι κατόρθωμα, όπως επίσης και το ότι εσωκλείει τη βία και την παράνοια που υπήρχε στην μπάντα. Ο Jerry ήταν τελειομανής και ήθελε να το φτιάξει με το δικό του τρόπο. Το ρεφρέν ηχογραφήθηκε στο διαμέρισμα του παραγωγού John Collins στην Tottenham Court Road στο Λονδίνο. Η μουσική και τα ρυθμικά μέρη ηχογραφήθηκαν στο Leamington Spa. Το τραγούδι μπήκε σε ένα ep και δεν συμπεριλήφθηκε σε album, έτσι δούλευαν τότε. Ήθελαν να προσφέρουν μία αξία στα προϊόντα. Τους είδα στο Bridlington Spa: ήμουν 13 και θυμάμαι όλους εκείνους τους γιγάντιους skinheads. Ήταν άγριο. Αλλά σε έκανε να χορεύεις. Σε έκανε να σκέφτεσαι.»

O συγγραφέας Alex Wheatle:

ALEX-WHEATLE-PORTRAIT-small-«Νομίζω ήμουν στη φυλακή όταν ανέβηκε στο Νο.1, για μια συμπλοκή κατά τη διάρκεια των ταραχών του Brixton. Ήμουν 18 ετών εκείνη τη χρονιά και ασχολιόμουν με τα ηχοσυστήματα. Όλοι οι φίλοι μου ήταν άνεργοι. Ήμουν θαυμαστής της reggae – η reggae μιλούσε για όλων των ειδών τα προβλήματα. Οι εξεγέρσεις του 1981 έγιναν εν μέρει των σκοτεινών στίχων καλλιτεχνών όπως ο Peter Tosh, ο Dennis Brown και ο Barrington Levy. Πίστευα ότι οι Specials ήταν κάπως πιο μαλακοί. Και εντελώς ξαφνικά μιλούσαν για το πρόβλημά μου. Οι στίχοι του «Ghost Town» είναι φανταστικοί. Είδα ζωντανά τους Specials δύο χρόνια πριν (το 2009). Τα ‘σπαγαν.»

John Rivers ήταν ηχολήπτης στο «Ghost Town»:

ClassicTracks_05-1111«Η ηχογράφηση των τριων τραγουδιών του ep κράτησε περίπου 10 μέρες. Θυμάμαι τον παραγωγό, τον John Collins που έκανε μόνο μια πρόταση σε όλη τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, έκανε όμως τη μίξη, που είναι σπουδαία. Εγώ ήμουν μέσα στη δυστυχία – υπήρχαν προβλήματα με τους ανθρώπους που ήταν «ανήμποροι». Θυμάμαι πολύ έντονα εκείνο το φωνητικό μέρος στο μέσον του τραγουδιού – όταν ο Jerry άρχισε να μας το μουρμουρίζει νομίζαμε ότι αποτρελλάθηκε. Ήταν όμως αποφασισμένος και είχε δίκιο. Είναι ευφυές. Και το φλάουτο ηχογραφήθηκε στο χολ του σπιτιού μου. Ο Horace Panter, ο John Bradbury και ο Lynval Golding ήταν η καλύτερη rhythm section που έχω δουλέψει ποτέ μου.»

O Jerry Dammers ήταν κιμπορντίστας των Specials και συνθέτης του «Ghost Town»:

Jerry-Dammers«Έγινε μια εξέργερση στο Brixton περίπου έναν χρόνο πριν την κυκλοφορία του δίσκου. Έγραφα το τραγούδι εν μέρει για αυτό. Επίσης η Βρετανία διαλυόταν. Η βιομηχανία αυτοκινήτων έκλεινε στο Coventry. Περιοδεύαμε και για αυτό είδαμε πολλά. Το Liverpool και η Γλασκώβη ιδιαίτερα ήταν σε κακή κατάσταση. H γενική αίσθηση που ήθελα να περάσω ήταν αυτή μιας επικείμενης καταστροφής. Υπήρχαν αλλόκωτα, φθίνοντα ακκόρντα. Συγκεκριμένα μέλη της μπάντας συχαίνονταν το κομμάτι και ήθελαν τα απλά ακκόρντα που έπαιζαν στο πρώτο album. Είναι δύσκολο να εξηγήσω πόσο δυνατό ακουγόταν. Μας είχαν σχεδόν ξεγράψει μέχρι που εμφανίστηκε το «Ghost Town» από το πουθενά.»

O Horace Panter μπασίστας των Specials

tumblr_m6ls8qmZ8w1qb0vb5o1_400«Ήταν εποχή της reggae αλλά είχε αυτή τη μελωδία από τη Μέση Ανατολή. Όταν κυκλοφόρησε, το Melody Maker έγραψε ότι είναι σπουδαίο αλλά το NME και το Sounds έγραψαν ότι δεν ήταν και τόσο καλό. Δεν έγινε αμέσως επιτυχία – ήταν αρκετά σκοτεινό. Είμαι συνεπαρμένος που ηχογραφήθηκε σε ένα μικρό υπόγειο σε ένα από τα οικήματα ενός δρόμου στο Leamington. Ήταν εκείνη η εποχή που οι μπάντες πήγαιναν στο Montserrat για να ηχογραφήσουν σε στούντιο 96 καναλιών. Οι Specials πήγαν σε μια μικρή πόλη στα Midlands και ηχογράφησαν σε οχτακάναλο. Την εβδομάδα μετά την κυκλοφορία του έγιναν ταραχές και κοινωνική ανταρσία σε όλη τη χώρα. Ήταν περίεργη εποχή.»

Ο Simon Price είναι rock κριτικός του κυριακάτικου Independent

Simon-Price«17 μήνες χωρίζουν τα δύο Νo.1 singles των Specials και ένα εκατομμύριο μουσικά μίλια. Το πρώτο τους, μία live ηχογράφηση του «Too Much Too Young» στην ουσία ήταν το «Bodies» των Sex Pistols σε ska αλλά στην ενδιάμεση χρονιά οι Specials εγκατέλειψαν αυτή την punky reggae συνταγή. Ο Jerry Dammers πειραματίστηκε με το lounge noir στο δεύτερο album τους, προκαλώντας εσωτερικές διαμάχες στη μπάντα. Το «Ghost Town» ξεκίνησε ένα χαρμάνι στοιχειωμένης βρετανικής pop που μετεξελίχθηκε στο trip hop του Tricky και των Portishead και το dubstep του Burial και του James Blake


Το «Ghost Town» αρνείται φυσικά να γεράσει μέσα στα χρόνια. Αναδύεται κάθε τόσο με διαφορετική, πιο μοντέρνα μορφή από γνωστούς και αγνώστους καλλιτέχνες αν και γενικά, υπάρχει μια συστολή στο να τολμήσει κάποιος να το διασκευάσει:

steve-nieve-playboyTo 1987 o Steve Nieve, κιμπορντίστας των Attractions του Elvis Costello αλλά και των JB All Stars, του group που σχημάτισε ο drummer των Specials, John Bradbury όταν διαλύθηκαν, στην 2-Tone, κυκλοφόρησε το 1987 το album «Playboy» στην Demon, παίζοντας σε «κλασικές γραμμές» στο πιάνο του γνωστά classics, με ένα εξώφυλλο που μοιάζει σκανδαλωδώς με Bryan Ferry. Η εκτέλεση του Nieve στο «Ghost Town» δεν έχει popular value, έχει όμως βιρτουοζιτέ καθώς ο ικανότατος μουσικός διατρέχει τα πλήκτρα του προκειμένου να αποδώσει την oriental μελωδία που είχε η αυθεντική εκτέλεση με το Hammond.


R-2974538-1310459666.jpegΤο 1995, ο Terry Hall, ο τραγουδιστής των Specials, είχε ήδη διανύσει μια πορεία στην pop με τους Fun Boy Three το 1982, τους Colourfield το 1985, το τρίο Terry, Blair & Anouchka το 1990, το ντουέτο των Vegas το 1992 με τον Dave Stewart και είχε προλάβει να κυκλοφορήσει και το ντεμπούτο solo album του «Home» το 1994 και να συνεργαστεί με τον Ian Broudie των Lightning Seeds. Την επόμενη χρονιά, το 1995 κυκλοφόρησε το ep «Rainbows» στην Anxious Records και συμπεριλάμβανε ως τέταρτο και τελευταίο κομμάτι του εκεί, μια ιδιαίτερη εκτέλεση του «Ghost Town» που είχε αποδώσει live στο Shepherd’s Bush Empire του Λονδίνου στις 3 Αυγούστου 1995 μαζί με τον Tricky. Η εκτέλεση του Tricky είναι βαριά, υπομεταλλική, έρπουσα και ενδεικτική μετά το σεισμό του «Maxinquaye». Ο Hall τραγουδάει πολύ αυτάρεσκα και με ένα μια χάρη που δεν ήθελε να έχει στις μέρες των Specials. Ένα χρόνο μετά, το 1996 ο Terry Hall ήταν καλεσμένος του Tricky σε δύο κομμάτια στο ομότιτλο project του Nearly God.


R-377200-1386324892-8025.jpegTo 2002 οι Prodigy συμμετέχοντας στο charity compilation «NME & Warchild Presents 1 Love» διασκεύασαν το «Ghost Town» φέρνοντάς το στην γενιά των bleeps. Η εκτέλεσή τους δεν είναι καθόλου ιδιαίτερη αλλά καταδεικνύει έμπρακτα το πόσο fan των Specials είναι ο Liam Howlett. «Η 2-Tone ήταν πραγματικά σημαντική για μένα επειδή ήταν η πρώτη μουσική που αγόρασα. Ιδιαίτερα οι Specials που ντύνονταν με τα καπελάκια κι όλα αυτά, με επηρρέασαν πολύ. Αυτό που μ’ άρεσε ήταν ότι έμοιαζαν με συμμορία, ο Jerry Dammers δεν είχε καν δόντια. Έδειχναν ακριβώς όπως ήθελα να είμαι στα 12 χρόνια μου – μια σκληρή cool συμμορία που δεν ήθελες να πειράξεις,» δήλωνε ο Liam Howlett στο Mojo για την επετειακή έκδοση του περιοδικού περί ska.


bemannTo 2007 o B.E. Mann (Bringing Entertainment Man) ερμήνευσε με έναν αρκετά αυθεντικό τρόπο το «Ghost Town» στο album του «Cool Runnings: UK Tribute Inna Reggae Style». Με ένα flow εξαιρετικό ο B.E. Mann εκφέρει τα λόγια σαν toaster θυμίζοντας πολύ το lovers rock στιλ του Gregory Isaacs αλλά και μπάντες όπως οι Steel Pulse στον τρόπο που αποδίδουν την brit-reggae. Ο ήχος του δεν είναι χαρακτηρισμένος από την επικαιρότητα της εποχής του, ανήκει σε ένα διαχρονικό στιλ που δεν τροποποιείται ποτέ από ελεύσεις μόδας.


R-2424191-1283512907.jpegTo 2009, οι Smoke City και οι Shrift είχαν πια παροπλιστεί κι έτσι η αγγλο-βραζιλιάνα Nina Miranda μαζί με τον συνεργάτη της από τα groups αυτά, τον γερμανό Chris Franck σχημάτισαν τους Zeep για να παίξουν ελεύθεροι bossa nova που αγαπούν και tropicalia που λατρεύουν. Στο πλαίσιο αυτό και στο δεύτερο album τους, «People And Things» διασκεύασαν στα βραζιλιάνικα το «Ghost Town» μετατρέποντάς το σε «Isso Não Da«. Όσο όμορφο και εξωτικό και αν ακούγεται δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να αποδεχτώ άνετα την τουριστικοποίηση ενός εμβληματικού ύμνου που σφράγισε πολιτικά και κοινωνικά την εποχή του.


R-4468991-1365744905-4741.jpegTo 2009 οι Aggrolites, μία ska reggae μπάντα από το Los Angeles, φτιαγμένη το 2003 από τη σύζευξη δύο άλλων σχημάτων, των Vessels και των Rhythm Doctors, ηχογράφησαν τη δική τους διασκευή στο «Ghost Town» αλλά δεν την συμπεριέλαβαν σε κάποιο από τα πέντε albums τους μεταξύ 2003 – 2011 αλλά στο soundtrack της ταινίας «Endless Bummer» μεταξύ άλλων σχημάτων όπως οι Pennywise που διασκεύαζαν Iggy Pop και η Katy Perry που διασκεύαζε Outfield! Οι Aggrolites έχουν έναν πολύ καλό, στιβαρό τραγουδιστή και κιθαρίστα, τον Jesse Wagner που αναδεικνύει το τραγούδι στην καλιφορνέζικη εκδοχή του, όπως πρέπει, με τόσο – όσο macho και η μπάντα δίνει μια πιο ορθόδοξη reggae εκτέλεση. Στο ίδιο soundtrack οι Aggrolites διασκεύαζαν και το «Pass The Dutchie» των Musical Youth μαζί με τον General Smiley.


R-2602091-1292631741.jpegΣτις 22 Αυγούστου 2009 οι επανενωμένοι Specials θα ανέβαιναν στη σκηνή του φεστιβάλ Chelmsford στο Hylands Park για να τραγουδήσουν μετά από τόσα χρόνια το «Ghost Town» μόνο που θα είχαν μαζί τους και την Amy Winehouse, φιγούρα που χωρίς να προσφέρει ερμηνευτικά και πολλά πράγματα στη σκηνή, η παρουσία της παίζει ρόλο… To live single κυκλοφόρησε ως Specials featuring Amy Winehouse σε bootleg φυσικά, από μια 2 Good Records και διανεμήθηκε σε 500 συλλεκτικά αντίτυπα. Παρότι ο Terry Hall και ο Neville Staple ως φιγούρες δεν θυμίζουν τους ντελικάτους rudies των πρώτων 80’s, φωνητικά είναι θαυμάσιοι και ας πασχίζουν…


R-1827941-1246105209.jpegΤο 2009 ο Dean J. Grenier ή αλλιώς DJG από το San Francisco, έναν dj και παραγωγό που αγαπάει το dubstep, το μετέτρεψε σε ένα χορευτικότερο mid tempo, έδωσε βάθος στο όργανο του Dammers και ανέδειξε στο full τα μπάσα του τραγουδιού. Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε bootleg βέβαια επειδή κανένα εργοστάσιο κοπής δεν αναλάμβανε να το αναπαράγει χωρίς άδεια. Ονομάστηκε «Ghost Town Bootleg» και είναι ένα dub καλούδι που φυσικά δεν μπορεί κανείς να προμηθευτεί επίσημα. Ο Dean J. Grenier συνεχίζει μια μακριά παράδοση από το χώρο του dub και της χορευτικής μουσικής που αντιμετώπισε το κομμάτι των Specials ως πηγή έμπνευσης για να το διασκευάσουν επί το ηλεκτρονικότερο φέρνοντάς το κοντά στα ακροατήρια που δεν γνώρισαν την αναλογική εποχή.


hqdefaultTo 2011 η Swing Easy Orchestra κυκλοφόρησε ένα πάρα πολύ περίεργο album, το «In The Mood For Ska Plays Punk New Wave Classics» στην εταιρία Swing Easy. Την Ορχήστρα Swing Easy κατά πάσα πιθανότητα απαρτίζουν γιαπωνέζοι που φαίνεται ότι αγαπούν όχι μόνο το ska αλλά και το punk και τη nu pop, αφού έχουν επιλέξει με τόσο ιδιαίτερη άποψη το τι θα διασκευάσουν από εκείνη την περίοδο. Vibrators, Slits, Clash, UB40, Sex Pistols και Cure από τη μία αλλά και Style Council και Thompson Twins. Συν φυσικά το «Ghost Town» των Specials στο οποίο δίνουν μια γενναία εκτέλεση 5:29 λεπτών αρκετά γοητευτική και με μια επίφαση vintage αυθεντικότητας. Σολίστας στα keyboards, ο Hakase Sun.


CS2040479-02A-BIGΤο 2012 οι Hot Brass 8 Band από την Νέα Ορλεάνη το προσέγγισαν με την πνευστή άποψη που ταιριάζει τέλεια στο κομμάτι στο album τους «The Life And Times Of…» που κυκλοφόρησε στην Tru Thoughts. Στο βίντεο που έφτιαξαν για την αυθόρμητη σπιτική εκτέλεσή τους συμπεριέλβαν πλάνα από την καταστροφή που έφερε στην πόλη τους ο τυφώνας Κατρίνα το 2005. Η δική τους Πόλη Φαντασμάτων είναι η Νέα Ορλεάνη. Αρχηγός της μπάντας είναι ο Bennie «Big Peter» Pete (tuba) και συνιδρυτικά μέλη ο τρομπονίστας Jerome «Baybay» Jones και ο Harry «Swamp Thang» Cook που παίζει bass drum. Κοντά τους, οι τρομπέτες (Terrell «Burger» Batiste, Alvarez «B.I.G. AL» Huntley, Raymond «Dr. Rackle» Williams), κι άλλα τρομπόνια (Keith «Wolf» Anderson, Jereau «Cousin» Fournett) και φυσικά το σαξόφωνο (Wendell «Cliff» Stewart).


R-3833237-1351074934-2273.jpegTo 2012 οι Phoenix City All Stars κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο album τους, «Two Tone Gone Ska» στην Phoenix City / Cherry Red, έναν φόρο τιμής στην 2-Tone και στους ska βετεράνους (Specials, Madness, Selecter, κ.λπ.) παίζοντας standards της brit-ska περιόδους αλλά και διασκευές αυθεντικών τραγουδιών που έγιναν επιτυχίες ξανά από ska εκτελέσεις όπως το «One Step Beyond» (του Prince Buster που έκαναν γνωστό οι Madness), το «Tears Of A Clown» (των Smokey Robinson & The Miracles που ξανάγινε επιτυχία από τους Beat) ή το «I Can’t Stand Up For Falling Down» (των Sam & Dave) που έκανε επιτυχία ο Elvis Costello με τους Attractions και μάλιστα ήταν και το μοναδικό single που κυκλοφόρησε στην 2-Tone. Οι Phoenix City All Stars καθοδηγούνται από τον Sean Flowerdew (των Pama Intl) και τον Lenny Bignell (των Sidewalk Doctors) και μαζί τους παίζει μια κολλεκτίβα βετεράνων μουσικών από Specials, The Loafers, Big Boss Man, Kasabian, Dub Vendor All-stars, The Bongolian, Forest Hillbillies, Intensified, The Delegators συν καλεσμένους τραγουδιστές όπως οι Dave Barker (Dave & Ansel Collins), AJ Franklin (The Chosen Few/The Federals), Freddie Notes κ.λπ. Χαρακτηρίζουν τον ήχο τους ως The Sound Of Young Jamaica (κατά το The Sound Of Young America της Motown) και εδρεύουν στο Λονδίνο.


R-5869581-1409540525-8282.jpegΣτις 16 Σεπτεμβρίου 2013 ο Elvis Costello μαζί με τους Roots το ανέβασαν στην σκηνή του Brooklyn Bowl στη Νέα Υόρκη. Η εκτέλεσή τους που κυκλοφόρησε το 2014 δεν είναι σπουδαία αλλά κατά κάποιο τρόπο είναι τιμητική. Ο Elvis Costello που κυκλοφόρησε ένα single στην 2-Tone του Jerry Dammers το 1981 βρισκόταν πάντα κοντά στην σκηνή των rudies και του Rock Against Racism. Ήταν αυτός που έκανε παραγωγή στο ντεμπούτο album των Specials και ένας από τους πιο θερμούς καλλιτέχνες για την ανάμειξη του new wave, του pub rock και του rocksteady. Το καταπληκτικό στην ανεπίσημη αυτή κυκλοφορία του «Ghost Town» είναι ότι έχει διατηρηθεί η ασιθητική της ετικέτας της 2-Tone (έχει μεταλλαχθεί σε 2 Wise) μόνο που η φιγούρα του Walt Jabsco με μια αντίστοιχη που θυμίζει τον Ahmir Questlove Thompson


a0456211191_10Οι Holophonics είναι μια εξαμελής ska μπάντα από το Denton του Texas που σχηματίστηκε ενόσω τα μέλη της σπούδαζαν ακόμα στο πανεπιστήμιο του Βόρειου Texas. Φανατικοί θιασώτες της αμερικανικής σκηνής του «τρίτου ska κύματος» οι Holophonics δηλώνουν επηρρεασμένοι περισσότερο από τους Mighty Mighty Bosstones παρά από τους Madness… Το «Ghost Town» στη δική τους εκδοχή είναι μία ska punk σπίντα που στη μέση του τραγουδιού αλλάζει αψυχολόγητα, ρότα και γίνεται ένα σοφιστικέ dub. Δύσκολο να πάρεις στα σοβαρά την μάλλον καρτουνίστικη άποψη των Holophonics, όσο δύσκολο είναι να μην διαβάσεις με ελληνικό μάτι τον τίτλο του album τους «MaSkaRades Vol.7: Skalloween» που κυκλοφόρησαν το 2014 συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτό και τη διασκευή τους. Eric Daino (κιθάρα, φωνή), Harrell Petersen (τρομπέτα, φωνητικά), Willie Basler (τρομπόνι), Tyler Waguespack (μπάσο), Will Huebner (τύμπανα), Lydia Low (φωνητικά).


R-6907760-1429274785-5631.pngKάτι σαν φόρος τιμής στην μνήμη του 44χρονου Stephen Samuel Gordon ή Space Ape που πέθανε στις 2 Οκτωβρίου 2014 από καρκίνο, το «Ghost Town» που κυκλοφόρησε από την Hyperdub στην Record Store Day στις 18 Απριλίου 2015 στην ουσία αποτελεί και την τελευταία συνεργασία του σκοτσέζου Steve Goodman (του Kode 9), με τον Space Age, μια κοινή καλλιεχνική πλεύση που μέτρησε δέκα χρόνια κυκλοφοριών και ανήσυχου, σκοτεινού, φανατικά αστικού dubstep. O Space Ape, ποιητής και ζοφερός αφηγητής απλώνει την πρόζα του με τα λόγια του τραγουδιού πάνω σε ένα τρομακτικό ατμοσφαιρικό «νυχτόραμα» που φτιάχνει ο Kode 9 θυμίζοντας πόσο σχετικά και κοντινά μπορούν να είναι τα ερεθίσματα και οι εμπνεύσεις μέσα στο σκηνικό της πόλης. Το κείμενο στο single είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Jerry Dammers και τα έσοδα από την κυκλοφορία πήγαν στην οικογένεια του Gordon.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: