All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Wild Beasts «Present Tense»

Posted by gone4sure στο 11 Μαρτίου 2014

Present_Tense_b2Wild Beasts
Present
Tense
(Domino)

 Αν υπάρχει ένας λόγος βασικότερος, ας πούμε από τους υπόλοιπους, για τον οποίο το “Present Tense”, το τέταρτο album των Wild Beasts από το ταπεινό Kendal, μου φαίνεται συναρπαστικό είναι επειδή ακριβώς αναζοπυρώνει την πίστη μου. Πιστεύω ξανά στην κινητήρια δύναμη της μουσικής, στους καταλύτες της τέχνης και στην ωστική δύναμη μίας μελωδίας που γεννιέται και μπλέκεται με λόγια και φτιάχνει ένα αποτέλεσμα που όχι μόνο με αφορά αλλά μετατρέπεται σε ένθεση μέσα μου. Το “Present Tense” μού ξαναθυμίζει, απλά, λιτά και χωρίς φανφάρες, ότι έχω ανάγκη αληθινή τις μελωδίες και τα λόγια τους. Διότι παρέχουν τις ικανοποιητικές απαντήσεις σε όσα αδυνατεί να καλύψει μέσα μου η “αριστοτελική” λογική. Αυτό υποτίθεται δεν επιτελεί η τέχνη; Να απαντάει σε αυτά που δεν μπορεί η γνώση;

 E, αυτό κάνουν μαγικά οι Wild Beasts. Πάρτε για παράδειγμα αυτό το δίστιχο που κλείνει ένα από τα πιο μελαγχολικά τραγούδια του νέου album τους, το “Pregnant Pause”.

“Sometimes you seem like a lost cause
Breathe a second, feel the pregnant pause”

 Σαράντα ψυχαναλυτικά συμβούλια από πάνω σου δεν θα είχαν την ίδια επίδραση όσο αυτό το απλό μα τόσο εύγλωττο και με πολλαπλά επίπεδα στιχάκι. Σημειολογικά, η αντίθεση μεταξύ του “lost” (χαμένου) και του “pregnant” (εγκυμονούντος) με το δεύτερο να έπεται του πρώτου, σοφά, μπορεί να αλλάξει με ένα κλικ, το κεφάλι και την καρδιά σου. Κι επιπλέον, η απόλυτη αντίθεση ανάμεσα στο “cause” (σκοπός) και στο “pause” (παύση) έρχονται και κάθονται σαν μία υπέροχη αμοιβαιότητα. Και ξέρετε, το “Present Tense” είναι γεμάτο από αυτή την σοφία, όπου και αν πέσει το “αυτί σου”. Στιχουργικά, είναι το απόλυτο αποκορύφωμα της καριέρας τους ως σήμερα – δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για αυτό. Ο Tom Flemming και ο Hayden Thorpe, γράφουν ως φωτισμένοι outsiders μιας σύγχρονης βρετανικής σκηνής που βολοδέρνει ανάμεσα στο αναχρονιστικό και στο ψευδο-αυθεντικό. Εύχομαι να μείνουν outsiders, να υπακούνε αυτές τις εσωτερικές φωνές που τους κάνουν να γράφουν τέτοια αριστουργήματα και να υπηρετούν την, όπως φαίνεται, παραγωγική διαλλεκτική σχέση μεταξύ τους.

 Στο “Present Tense” οι Wild Beasts κάνουν λόγια τα αισθήματα που έχουν οι άνθρωποι όταν έρχονται σε επαφή. Σε ερωτική. Σεξουαλική. Κοντινή. Μακρινή. Έντονη. Ανταγωνιστική. Άγρια. Ή βανίλα. Όλες αυτές οι αισθήσεις (ίσως κάποιες φορές και όλες μαζί ταυτόχρονα) μεταβολίζονται σε αισθήματα και αυτά με τη σειρά τους σε λόγια – στίχους. Κάνουν δηλαδή, πραγματικότητα ένα ξεχασμένο αυτονόητο της έξυπνης, διαχρονικής και κλασικής pop μουσικής: επικοινωνούν το αίσθημα και όχι την αίσθηση. Αυτό το απλό αυτονόητο που έχει ξεχαστεί βάνδαλα από την πλειονότητα των στιλιστικών ηδονοθήρων… Οι Wild Beasts κάνουν λόγια και μελωδίες το κατακάθισμα της κάβλας και όχι την ίδια. Όπως δήλωσε και ο Tom Fleming στο Uncut, οι άνθρωποι έχουμε σταματήσει να μιλάμε για τον πυρήνα του sex. Μιλάμε για τη διαδρομή μας μέχρι αυτό… Ενώ αυτό που όλους ενδιαφέρει είναι το αποτέλεσμά του, αυτό που κερδίζεις μέσα σου, όταν η ένταση των αισθητήρων κάνει τη δουλειά της. Οι Wild Beasts συλλαμβάνουν ακριβώς το αίσθημα της στιγμής αξεπέραστα στο “Mecca”:

Cause all we want is to know the feeling won’t end
Yeah how we feel now is felt by the ancients
Yeah all we want is to know that the feeling won’t mend
Just surrender your lips to my every whim
Now we’re lovers and you can’t breathe in.

Κι έπειτα είναι και η μουσική, οι ήχοι. Νομίζω, όσο και αν προσπάθησα δεν κατάφερα να ανακαλύψω αδύναμες στιγμές μέσα στο νέο σύνολο τραγουδιών τους – καμία μελωδία δεν παραπατάει, κανένα hook δεν μετεωρίζεται στο βρόντο και κανένα κουπλέ δεν ακούγεται περιττό. Μέσα σε ένα κλίμα γενικά, απλών τραγουδιών (καθαρών riffs, έξυπνων μελωδιών, αισθαντικών ιδεών) οι Wild Beasts μηδενίζουν τους δείκτες ηχητικού λίπους. Το “Present Tense” είναι ένα πληθωρικό αλλά και διακριτικό ψαχνό, μία ισορροπία τόσο κομψά καμωμένη ανάμεσα στο ουσιαστικό και στο ευχάριστο… Δεν γέρνει πουθενά, δεν καμώνεται τίποτα παραπάνω απ’ όσα προσφέρει, εννοεί και δημιουργεί. Και φυσικά είναι πολύ δύσκολο να “περιγραφεί”: κάτι σαν καλοτεχνίτικη, εστέτ pop για μεταπτυχιακούς φοιτητές ανθρωπιστικών σπουδών με συναισθηματικές ιδιαιτερότητες και αισθητικό προβάδισμα. Ακούγεται σχεδόν γραφικό, αλλά δεν θα μπορούσα να εντάξω οπουδήποτε αλλού τη μουσική που έχουν χτίσει μέσα στα χρόνια οι Wild Beasts. Ο όρος indie ακούγεται παιδαριώδης. Η synth pop στην οποία έσπευσαν κάποιοι να τους κατατάξουν, ακούγεται εντός τόπου και χρόνου. Art pop είναι πιο δόκιμο, μού φαίνεται. Αλλά και πάλι με μία συστολή. Από όλους τους διθυράμβους που έχουν γραφτεί τριγύρω στο δίκτυο για το νέο τους album, αισθάνομαι ότι ελάχιστοι με καλύπτουν ως περιεχόμενο (αν και συμφωνώ μαζί τους για το αποτέλεσμα). Μόνο ίσως ο Rob Hakimian από το πάντα ενδιαφέρον The 405, αισθάνομαι ότι συλλαμβάνει στην κριτική του, με έναν τρόπο που με καλύπτει, την υπεροχή και το καλλιτεχνικό στίγμα αυτού του δίσκου.

Πράγματι στο νέο album τους, οι Wild Beasts ρίχνουν το ενορχηστρωτικό βάρος τους στα synths, αλλά τα χρησιμοποιούν με έναν τόσο δημιουργικό τρόπο, που ακούγονται σαν ένα διαρκές ατμοσφαιρικό fade in. Ακούστε (ξανά) τα “Wanderlust” και “Sweet Spot”. Τα πλήκτρα εδώ εξυπηρετούν τις “πλάτες” (αυτές οι πλάτες που προσωπικά με διαλύουν), πλέκουν μοτίβα που επαναλαμβάνονται για να εξυπηρετήσουν τις, κατά κύριο λόγο, απλές, καθαρές συνθετικές ιδέες τους, επιμένουν να συνοδεύουν τις αφηγήσεις σε νυχτερινή ατμόσφαιρα, διακριτικά πλαισιώνουν τις δύο καταπληκτικές φωνές του Hayden και του Tom. Αν μπορούσαμε να προσωποποιήσουμε αυτά τα synths, θα έμοιαζαν με υπασπιστές των δύο πρωταγωνιστών, άνθρωποι που κινούνται μόνο στις σκιες και φροντίζουν να είναι όλα στην εντέλεια. Ο ηχητικός πολιτισμός των Wild Beasts, δεν κραυγάζει την έξυπνη γεωμετρία του. Υπηρετεί το σύνολο. Πότε ακούσατε πρόσφατα ηλεκτρονική –κατά βάση- μουσική, που δεν καμώνεται τη σπουδαία, με τα synths να μην προβάλλονται μπροστά σαν αυτάρεσκες σφήνες; Το credit εν πολλοίς πρέπει να αποδοθεί και στους δύο οικείους παραγωγούς τους Leo Abrahams και Alex Drumgoole που έχουν χτίσει ήδη χημεία μαζί τους από το “Two Dancers” (2009) και το “Smother” (2011). Kudos και στον drummer Chris Talbot που χτυπάει τα toms και τα snares του χωρίς τη μανία του “παχιού” gated ήχου που έχει ψυχώσει τους σύγχρονούς του. Kudos και στον Ben Little που τσιμπάει την κιθάρα του ως μία επιλογή που στον αντίποδά της έχει το ανελέητο φαζάρισμά της.

Ακόμα και σε γερά ηχητικά flashbacks, στην ανεξάρτητη ηλεκτρονική pop της καλοτεχνίτικης φουρνιάς των πρώτων 80’s, όπως το “Nature Boy” ένα κομψοτέχνημα που θα μπορούσε στην αρχαϊκή μορφή του να βρίσκεται στο “III” του Peter Gabriel και το “Daughters” ίσως στις πιο διαυγείς στιγμές του “Under The Flag” του Fad Gadget.  Στο “A Simple Beautiful Truth”, από την άλλη, φτιάχνουν κατά αντιστοιχία, ένα μοντέρνο διαμάντι που παραπέμπει στην συνειδητοποιημένη σοσιαλιστική pop του “Tragedy And Mystery” των China Crisis. Αμέσως μετά φροντίζουν να ρίξουν ένα πέπλο μελαγχολίας στο χώρο με το “A Dog’s Life”, που προσεγγίζει το μέγιστο βαθμό που οι δημιουργοί του επιτρέπουν στους εαυτούς τους να συνδιαλλαγούν με την έννοια της δραματικότητας και του θλιμμένου λυρισμού – φανταστείτε κάτι αντίστοιχο του “Stay” των Blue Nile – o Paul Buchanan είναι ένας καλλιτέχνης που μίλησε αυτή την αισθητική γλώσα με αποτελεσματικότητα. Μάλιστα, στο “Palace” που ολοκληρώνει το album, σαν ένα “πικρό” χάδι, μού θύμισαν έντονα το “Friends Of Mr. Cairo”, τη συνεργασία του Βαγγέλη Παπαθανασίου και του Jon Anderson, μόνο που οι Wild Beasts ακούγονται μακράν πιο ραφινάτοι και υπερβατικοί. Ήδη έχετε ένα ηχητικό περίγραμμα του ήχου τους που μπορεί να λειτουργήσει ενδεικτικά για τη μουσική τους, ως επικοινωνιακό εργαλείο.

Ωστόσο, όποιες αναφορές και αν επικαλεστείτε (θα δυσκολευτείτε ενδεχομένως να τις βρείτε εύκολα και πληθωρικά), κανένα επικοινωνιακό εργαλείο δε λειτουργεί καλύτερα από το δέσιμο του φαλτσέτο του Hayden Thorpe με το τενόρο – βαρύτονο (εναλλάξ) του Tom Fleming. Αυτή η διαβολεμένα ιδιοσυγκρασιακή φωνητική ισορροπία που τους κάνει μοναδικούς και αναγνωρίσιμους μέσα στη σύγχρονη έντεχνη pop, είναι και η ακλόνητη ταυτότητά τους. Είναι ο πόλος έλξης των διψασμένων και όλων εκείνων που αισθάνονται ότι δεν χωράει ούτε ένας επιπλέον “τζαγκερισμός” από κάποιον επίδοξο brit-popper στη ζωή του, ούτε μία ακόμα “μορισεϊκή” οιμωγή, ούτε ανέχονται πλέον τα θραύσματα του “λιάμιου” φωνητικού γρεζιού. Διότι ξέρετε, στην μεγάλη παράδοση της pop μουσικής, υπάρχουν και όλοι εκείνοι οι αθόρυβοι διπλανοί μας, που συγκινούνται από τα φαλτσέτο (αυτά που γίνονται εσωτερικές φαλτσέτες) και τα καθαρά τενόρο κάποιου που δεν μπαίνει απαραίτητα σε ρόλο για να τραγουδήσει. Ρόλο macho, ρόλο αλανιού, ρόλο γαλονάτου rock ‘n’ roller, ή ρόλο νταγκλαρισμένου μποέμ. Όχι. Υπάρχουν διπλανοί μας που είμαστ’ εμείς οι ίδιοι που όσο πνίγουμε τα δικά μας τυχόν φαλτσέτο, τόσο αυτά βρίσκουν διέξοδο μέσα από τις χερουβιμικές αρμονίες του Hayden.

To πιο από καρδιάς εννιάρι μου, το πιο δίκαιο, το πιο ηχηρό (εδώ και κάποιο καιρό).

9/10

 Αν σας άρεσε αυτό, ακούστε επίσης:

– Blue Nile «A Walk Across The Rooftops»
– Talk Talk «Spirit Of Eden»
– China Crisis «Working With Fire And Steel»
– These New Puritans «Field Of Reeds»
– Antlers «Antlers«

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: