All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Γεμίσαμε μικρόκοσμους.

Posted by gone4sure στο 10 Φεβρουαρίου 2013

60435-cats-drunk-cat

Βόλτα.

Μπαίνεις στο μπαρ χαμηλά στην Κολοκοτρώνη όπου σε υποδέχεται ένα πυκνό νέφος από πρόσφατα όρθια ντους, στριφτό καπνό, μυρωδιές από δέκα λογιών μπύρες και μερικά μισοψημένα ουίσκι. Οι άνθρωποι στενά απιθωμένοι σε γωνίες σκαμπό, ανάμεσα από τραπέζια με φαγωμένες γωνίες, πόζες ακουμπισμένες στους τοίχους χωρίς κίνητρα και ήχοι από “Dream Baby Dream” των Suicide που καραμελώνουν σκληρά την εικόνα. Ο δρόμος έξω βρωμάει αναθυμιάσεις από εκκρίσεις και χυμένα λάδια αλλά μέσα στο παραλληλόγραμμο μπαρ, ο Alan Vega δίνει ένα cool tempo στο πλήθος που έχει ανταλλάξει πολύ ικανοποιημένο, τις μυρωδιές του. Μοιάζουν όλοι να εμπιστεύονται το γεγονός ότι ο Vega τραγουδάει με αγωνία σε μηδενική απόσταση από το μικρόφωνο. Η ψυχωτική προφορά του Alan Vega φαίνεται να δίνει ταυτότητα στο κοινό. Το κοινό αυτό φοράει την ταυτότητα πάνω του σαν σάλι τις φθινοπωρινές βραδυές.

Μπαίνεις στο λαϊβάδικο στου Ψυρρή, πέφτεις πάνω σε κλειστά φοιτητικά λόμπι που θέλουν να νιώθουν διαφορετικά από τα άλλα (λόμπι του διπλανού μπλιμπλικάδικου). Μουσάτα αγόρια με τισέρτ που νοηματοδοτούν μία “διαφορετική” ματιά στην ελληνικότητα, τα greeklish από τα smartphones ζωντανεύουν μπροστά σου, νιώθεις ότι η πραγματική ζωή μιμείται την ζωή των “κοινωνικών δικτύων”. Ανασαίνεις τις καριέρες των μεσοαστικών σχολών, αναζητάς την λαϊκότητα που υπόσχεται η αοιδός –φέρελπις, αγέρωχη με κολλημένο τον τίτλο της ανανεωτικής στην ποδιά της- αλλά στη θέση της βιώνεις μία μετα-έντεχνη αμηχανία. Ξηροκάρπια και μπύρα από παραγωγούς αλληλέγγυου εμπορίου. Ρεφρενάκια που τραγουδούνται αγκαλιά πέρα δώθε με ένα νόημα που απεγνωσμένα ψάχνεται να βρει το δεύτερο ή το τρίτο επίπεδό του. Η αοιδός συμπεριφέρεται ως μία από το κοινό της με μία εσάνς ντίβας. Κανείς δεν φαίνεται να μπερδεύεται, ούτε να συγχέει την Patricia Kaas με την Fairuz. Άγνωστες. Όπως και η λέξη “παράδοξο”.

Μπαίνεις στο αφτεράδικο στην περιφέρεια του πρωταγωνιστικού, ιστορικού κέντρου της Αθήνας. Το “Powertrip” των Monster Magnet ξερνάει αστραπές από τα ηχεία, στο διάβα του μαζεύει μπλούζες που τραβιούνται με βία από τη λαιμόκοψη κάτω, μπουκάλια μπύρας που δεν έμελλε ποτέ να αδειάσουν σε στομάχια, αγόρια που σπρώχνουν τους κολλητούς, τους από κει, τους τοίχους, τις μπάρες, τους διπλανά ντουβάρια της πολυκατοικίας. Κορίτσια που γνωρίζουν απ’ έξω κι ανακατωτά τις φύτρες και τις μπούκλες του Dave Wyndorf αλλά δεν είναι σίγουρες για το αν θέλουν να είναι sexy ή one of the boys. Σχέδια για ένα μέλλον στο Βερολίνο, αποτυχία να ξυπνήσουν για τις αυριανές εξετάσεις, μόνιμο απάλευτο hangover, καθυστερημένο σούρσιμο της σόλας τους στα πεζοδρόμια ως credits. Οι slackers είναι εδώ. Μάλιστα, δεν σηκώθηκαν ποτέ από την καβατζωμένη γωνιά τους. Νιώθεις τη δυσκολία τους να επικοινωνήσουν με έναν τρόπο μεταξύ τους που να τους κάνει να χαρούν και τους βλέπεις να συγκρούονται σαν ακυβέρνητα τρένα χωρίς θυμό.

Περνάς κλεφτά από τον πεζόδρομο έξω από το μπαρ των διαφημιστών, των γραφιστών, των junior executives, των κειμενογράφων. Επιστρατεύεις την διακριτικότητα όλου του ντουνιά αυτού για να μην διαταράξεις με το πέρασμά σου, το φλερτ των κομψών που ζεσταίνουν στις χούφτες τους ένα ποτήρι με ποτό που κανονικά θα έπρεπε να πίνουν κρύο. Η Jessie Ware παρέχει από μέσα στο μαγαζί το soundtrack με το “Wildest Moments” σε ένα κοινό που τη θεωρεί ήδη “δική του” ενώ κουβεντιάζει με ερωτική λιγούρα τις επόμενες πιθανές κινήσεις της Azaelia Banks, όχι στο στούντιο, αλλά στα μποέμ ντεφιλέ κάποιων weirdos μόδιστρων. Το κοινό στο μπαρ αυτό του πεζόδρομου, νιώθει ότι έχει χαραγμένο το cool στα γονίδιά του, πνίγει τις προσδοκίες του στην βολική ρουτίνα του γραφείου (με τη γυάλινη πρόσοψη) ή του γυμναστηρίου, δεν παίρνει χαμπάρι τον υπόγειο ανταγωνισμό του που καμουφλάρεται σε χειρονομίες καλής και “θετικής” διάθεσης. Οι κομψοί όμορφοι και οι μοιραίες εστέτ νιώθουν σίγουροι για τα ρεβέρ στα μπατζάκια τους (ναι, επέστρεψαν) και για τα μαύρα –κατάμαυρα- ρούχα τους σαν ζωντανά πένθη. Στην Νέα Υόρκη είναι όλοι ντυμένοι στα μαύρα. Και στην Κλειτίου επίσης. Στην πρώτη, οι άνθρωποι μοιάζουν με κινούμενο installation της οικονομικής κρίσης. Στη δεύτερη σαν δόκιμοι νίνζα.

Μπαίνεις στο μπαρ πασπαρτού (και ουζάδικο και καφενές και μπαρ και χορευτάδικο σε κέφια και λίγο φαγάδικο και “αναψυκτήριο”) και ένα πέπλο κύφωσης σε αρπάζει απ’ τη μούρη σαν χταπόδι. Οι πενιές μπουρδουκλώνονται με την πίκρα των προδομένων και την αγωνία των άνεργων. Ένας αέρας αριστεράς που μυρίζει “φλούδες μανταρίνι” σου ξινίζει το βλέμμα αλλά όλοι σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος σου σε αυτό. Το ξινό είναι διαθέσιμο για μοίρασμα – για γλυκό, δεν είσαι στον κατάλληλο χώρο. Στα ηχεία ακούγεται το “Όταν Σε Αναστοριθώ” του Ψαραντώνη και η συρτή, λεβέντικη μαγκιά του συνοδεύει τους λυγισμένους τριγύρω σαν φιλικό ταπ – ταπ στην πλάτη. Οι γυναίκες κραυγάζουν “χειραφέτηση” και οι άντρες αντιλαλούν “λεφτεριά”. Νιώθεις πως κάποιος σου ‘κλεψε τ’ άρματα. Θες να βρεις το δικό σου καινούργιο “μετερίζι” αλλά δεν σ’ αφήνουν. Γενικά δε σ’ αφήνουν. Όλους αυτούς που δε σ’ αφήνουν, σου ΄ρχεται να τους βαφτίσεις “σύστημα” και να φτύσεις. Αλλά δε βρίσκεις πρόθυμα μούτρα για φτύσιμο γιατί παντού βλέπεις τη δική σου μούρη. Θυμάσαι τον Γαϊτη.

Μπαίνεις αξημέρωτα στο μπαρ με τη μαρμάρινη πρόσοψη – από τη βιτρίνα του απ’ έξω, έχεις δει προς τα μέσα, σκοτάδι και μαζί, πυκνή κίνηση. Ένα αλλόκωτο πράγμα. Το ένστικτο σε γαργαλάει και ανοίγεις την πόρτα όπου σε υποδέχεται από τα ηχεία η Πάολα η οποία εξαπολύει βαριούς αφορισμούς σε εκείνον – του εύχεται να πάθει τα ανομολόγητα μαρτύρια. Γύρω σου ένα αποφασισμένο πλήθος με τα χέρια ψηλά και με περστρεφόμενους γοφούς θυμίζει την πρώτη σκηνή του “Blade” μέσα στο club όπου οι αγέρωχοι βρυκόλακες χορεύουν techno μέχρι που κορυφώνουν τον οργασμό όταν από τα ντους στο ταβάνι αρχίζουν να ψεκάζονται με παχιές ριπές αίματος. Η Πάολα γίνεται η ηγερία ενός διονυσιακού παραληρήματος – ενός “Blade” με αποδέκτες τους συντονισμένους θαμώνες ενός βρυκολακιασμένου μετα-ελληνάδικου. Οι γυναίκες με τσιτωμένες ισπανικές κοτσίδες και στενά μεσάτα τουρκομπαρόκ και οι άντρες με ανοιχτές πουκαμίσες και απειλητικά στέρνα, ανταλλάσουν κωδικές χειρονομίες που ενσωματώνουν ταυτόχρονα, τη λίβελλο της Πάολας, τη σεξουαλική υπερδιέγερση, το παράπονο του θύματος, την μαγκιά του θύτη, τον καημό της ρουτίνας τους, την αυριανή μέρα που δεν θέλει κανείς να ξημερώσει. Μυρίζει σαν πεδίο μάχης. Μετά ο Παντελίδης σε ρόλο Deacon Frost.

Γυρνάς στα σοκάκια με αναποφάσιστο βήμα και ακούς τις κουβέντες των πρώτων ωρών της μέρας σε ξενυχτάδικα κρεπατζίδικα με παρέες από διαφορετικούς κυβερνοχώρους, timelines και τοίχους. Νιώθεις σαν να παραβιάζεις δεκάδες γειτονιές ταυτόχρονα. Γειτονιές που η καθεμιά καμώνεται ότι είναι η παστρικότερη και η πιο νοικοκυρεμένη, η πιο όμορφη και η πιο περήφανη από όλες τις άλλες τριγύρω. Μασάς την κρέπα με ευγνομωσύνη – νιώθεις με κάθε μπουκιά να βγαίνει από πάνω σου και η Jessie Ware και οι Monster Magnet και ο Ψαραντώνης και η Πάολα και οι Suicide και η αοιδός με τον αέρα της μεταμοντέρνας ελληνίδας κυράς. Νιώθεις διασπασμένος σε δεκάδες γειτονιές, δεκάδες καθημερινότητες, δεκάδες μικρόκοσμους. Ο καθένας θέλει το ζωντανότερο κομμάτι σου. Ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του ως επικρατέστερο όλων.

Σε αυτή τη βόλτα, θέλω αυτό το soundtrack

Advertisements

2 Σχόλια to “Γεμίσαμε μικρόκοσμους.”

  1. πάρα πολύ καλό!

  2. gone4sure said

    Thanks! 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: