All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Post punk production Vol.2: Steve Lillywhite, commander of O.B.E. – Part 2

Posted by gone4sure στο 1 Απριλίου 2012

Ο παραγωγός που νιώθει το rock ως δόξα.

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, από το Νο.01 ως το Νο.38 των παραγωγών του Steve Lillywhite (σύμφωνα πάντα με το δικό μου countdown, από το χειρότερο προς το καλύτερο) παρέλασαν πολλά τραγούδια που έρχονται από την πλέον πρόσφατη αμερικανική περίοδό του. Από το Νο.39 ως το Νο.76 που ακολουθεί, τα πράγματα γίνονται πιο συναρπαστικά και αναδεικνύεται η πραγματική αξία και συνεισφορά του στη σύγχρονη μουσική.

Για όσους δεν μπήκαν στον κόπο στο πρώτο μέρος, εδώ βρίσκονται συγκεντρωμένα τα πρώτα 38 τραγούδια (Νο.01 – Νο.38 (Dld here)

Kαι το δεύτερο μέρος των τραγουδιών: 
Νο.39 – Νο.76 (dld here)

No.39
Act: Penetration
Song: Come Into The Open
From:  “Come Into The Open / Lifeline” 7” Single,
“Coming Up For Air” LP
Label: Virgin
Year: 1979
Written by: Pauline Murray, Fred Purser, Robert Blamire
File under: New Wave
White Lillies: 6,5/10

Μετά το ντεμπούτο album τους “Moving Targets” και την μικρή περιοδεία τους στην Αμερική, οι Penetration το 1978 βρίσκονταν “στα κάγκελα”: οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν μπερδεμένες, οι κιθαρίστες Neal Floyd και Fred Purser δεν μιλιόντουσαν μεταξύ τους, η Pauline Murray είχε κουραστεί από το rock’n’roll lifestyle και η σχέση της με τον Robert Balmire δοκιμαζόταν αφού πέρα από επαγγελματική ήταν και συναισθηματική (πριν παντρευτούν τελικά) και ο drummer Gary Smallman απλά ανέμενε τις εντολές. Μέσα σε αυτό το κλίμα, μπήκαν κακήν κακώς στο στούντιο για να ηχογραφήσουν ένα δεύτερο album με το στανιό, έχοντας μόνο το μισό υλικό των τραγουδιών στα χέρια τους. Στην ουσία, το “Coming Up For Air” γράφτηκε μέσα στο στούντιο. Ο ρόλος λοιπόν του Steve Lillywhite που είχε διαδεχτεί τον Mike Howlett στην παραγωγή ήταν ακόμα πιο δύσκολος, ώστε να αμβλύνει την αμηχανία και την ασυνενοησία του group που έβγαινε στα τραγούδια του. Το “Come Into The Open” είναι μία από τις ευτυχείς περιπτώσεις του ατυχούς album: η Murray βρίσκεται σε κείνη την ερμηνευτική φόρμα που τη επιτρέπει να ισορροπεί ανάμεσα στην αθωότητα της επαρχιωτοπούλας (από το Durham) και της έμπειρης punkette που έχει “χτίσει” το Roxy Club στις θρυλικές εκατό πρώτες ημέρες του, παίζοντας μαζί με τους Adverts, τους Vibrators και τους Generation X. Επιπλέον η κιθάρα του Fred Purser, μεταλλική και ελαφρώς μπλαζέ όσον αφορά τα στενά, λακωνικά punk ιδεώδη, ακούγεται αγέρωχη και macho, υπακούοντας σε μία δική της, ηχητική λογική που δίχαζε το κοινό τους. Όταν διαλύθηκαν αμέσως μετά, αφήνοντας ένα τεράστιο χρέος από τα κόστη ηχογράφησης στην Virgin, η Pauline Murray έφτιαξε με τον “καλό της” Robert Balmire τους Invisible Girls και συνεργάστηκε με τον παραγωγό της Factory, Mike Hannett. Ο Purser, δε, ακολούθησε το κάλεσμα της μοίρας του και προσχώρησε στους hard rockers, Tygers Of Pan Tang πριν στραφεί στην παραγωγή (Blyth Power, Leatherface κ.λπ.), ο Neal Floyd άλλαξε καριέρα, πρώτα επόπτης σε μία κατασκευαστική εταιρία και μετά manager του Jazz Café, ο πρώτος κιθαρίστας της μπάντας Gary Chaplin έβγαλε δύο singles με τους Soul On Ice και ο Gary Smallman αφού απέρριψε τη πρόταση των Marillion να προσχωρήσει στις τάξεις τους, συνέχισε να παίζει με διάφορα γκρουπάκια της Βορειοανατολικής Αγγλίας.

No.40
Act: Tom Robinson’s Sector 27
Song: Can’t Keep Away
From:  “Can’t Keep Away” EP,
“Sector 27” LP
Label: I.R.S.
Year: 1980
Written by: Tom Robinson, Jo Burt, Alan Blanchard
File under: New Wave
White Lillies: 6,5/10 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Tom Robinson είχε ήδη πίσω του μία πενταετία γεμάτη, την αποδοχή από τον Ray Davies των Kinks που του έκανε παραγωγή στο σχήμα των Café Society το 1975, μία εντυπωσιακή άνοδο στην επικαιρότητα της Tom Robinson Band με ένα ντεμπούτο κλασικό (“Power In The Darkness”) και μερικά singles που είχαν γίνει εμβληματικά στην new wave σκηνή (“2, 4, 6, 8 Motorway”, “Glad To Be Gay”, “Up Against The Wall”), την προεδρία του κινήματος Rock Against Racism, μία απογοήτευση για την εμπορική αποτυχία του δεύτερου album “TRB2”, μία χαλαρή συνεργασία με τον Elton John στη σύνθεση μερικών τραγουδιών. Όταν λοιπόν αποφάσισε να αλλάξει σελίδα στην καριέρα του και να φτιάξει καινούργια μπάντα για να αντιμετωπίσει τα 80’s, οι Sector 27 φάνηκε να είναι αυτό που χρειαζόταν. Το μοναδικό album τους, τίμιο, καλοφτιαγμένο, στρωτό new wave με την παραγωγή του Lillywhite να του δίνει πόντους νεοκυματικής αξιοπιστίας, δεν πήγε καθόλου καθόλου καλά εμπορικά και έτσι singles όπως το τραγανό “Can’t Keep Away” (ανάμεσα στα τέσσερα που έβγαλε ο δίσκος) με την rockabilly κιθάρα, χαιρετίστηκαν ως “επιστροφή στη φόρμα” αλλά τους έλειπε η μαζική αποδοχή. Ο Robinson έφυγε στην Αμερική για εμφανίσεις με τους Police, η εταιρία management που τον είχε αναλάβει φαλήρισε και ο Robinson βρέθηκε σε ψυχολογικό κενό: ο νευρικός κλονισμός και η αγωνία των χρεών τον εξόρισαν στο Αμβούργο της Γερμανίας για να βρει τον εαυτό του και να κάνει ένα καινούργιο ξεκίνημα, ξανά… Είναι μυθιστορηματική η πορεία του Tom Robinson, γεμάτη δραματικές απολήξεις, αδιέξοδα και κορυφές και ως καλλιτέχνης, την ίδια τεθλασμένη έχει επιδείξει όσον αφορά στο έργο του. Ωστόσο, από μία καριέρα στην οποία κάθε επόμενο βήμα της σχεδόν ακύρωνε το προηγούμενο, οι Sector 27 (οι υπόλοιποι ήταν οι κιθαρίστες Jo Burt και Stevie Blanchard και ο drummer Derek Quinton) αποτέλεσαν ένα από τα πιο άδικα one-offs της νεοκυματικής περιόδου.

No.41
Act: Rapture
Song: Love Is All
From: «Love Is All / I Need Your Love» 7″ Single
“Echoes” LP
Label: DFA
Year: 2003
Written by: Luke Jenner, Vito Roccoforte, Gabriel Andruzzi, Mattie Safer
File under: Indie Rock
White Lillies: 6,5/10 

Το “Love Is All” είναι ένα από τα τρία singles που βγήκαν από τον περιβόητο δεύτερο δίσκο (αν μετρήσουμε ως ντεμπούτο το “Mirror” του 1999) των νεοϋορκέζων Rapture και σίγουρα καθόλου χαρακτηριστικό της αύρας και της σημαντικότητας του συνολικού album, που ήδη έχει αφήσει το αποτύπωμά του στην ιστορία ως ένα από τα πιο δημιουργικά υβριδιακά μείγματα αναβίωσης. Στο “Love Is All”, οι Rapture και η ομάδα της DFA δεν προσπαθεί να ενώσει τον Giorgio Moroder με τους Cure όπως κάνει σε όλο το υπόλοιπο album, αλλά απλά και ταπεινά αποτίνει έναν φόρο τιμής στους Gang Of Four. Δεν προκαλεί καμμία τρομερή έκπληξη το ότι για την single version του τραγουδιού κλήθηκε ο Steve Lillywhite στην παραγωγή. Θεωρήθηκε δικαίως ότι αυτός περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον γνωρίζει βαθιά τα μυστικά του street post punk και πράγματι, οι κιθάρες ακούγονται συγκινητικά άμεσες, με τη “λεπιδωτή” ποιότητα των Gang Of Four και η φωνή του Luke Jenner –μονίμως σαν τσιτωμένου παιδιού που παραπονιέται για κάτι- βγαίνει μπροστά σαν άτεχνη εξομολόγηση ενός τύπου που έχει γίνει έρρινη η φωνή του από το πλάνταγμα στο κλάμα. Στην προκειμένη περίπτωση εξομολογείται ότι η αγάπη της είναι όλα όσα έχει ανάγκη στον κόσμο. Τα τύμπανα είναι στη φάση της “χαρμάνας” τους –ο Vito Roccoforte ξαποσταίνει-, το μπάσο του Mattie Saffer ακολουθεί από κοντά τη μουδιασμένη ρυθμική γραμμή και το rock ‘n’ roll κερδίζει στα σημεία απέναντι στο groove. Στο δεύτερο album τους με παραγωγό τον Ewan Pearson και τον Paul Epworth, οι Rapture κατακάθισαν με πάταγο, ρημαγμένοι εν πολλοίς από το αλλοτριωτικό hypin’ αλλά στο τρίτο, σε παραγωγή Phillipe Zdar συνήλθαν πλήρως, μόνο που τους πήρε πέντε χρόνια.

No.42
Act: Pretenders
Song: Room Full Of Mirrors
From:  “Get Close” LP
Label: Sire
Year: 1986
Written by: Jimi Hendrix
File under: Alt.  Rock
White Lillies: 6,5/10 

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η Chrissie Hynde ήταν ήδη super star: είχε τρία ένδοξα albums με τους Pretenders να λαμπραίνουν τη φήμη της, είχε “θάψει” δύο από τα αρχικά μέλη του group, τον James Honeyman-Scott (κιθάρα, keyboards) το 1982 και τον μπασίστα Peter Farndon το 1983 – ο πρώτος από ηρωίνη, ο δεύτερος από ανακοπή λόγω κοκαϊνης- είχε ήδη κάνει ένα παιδί με τον Ray Davies των Kinks, το 1983, είχε παντρευτεί τον Jim Kerr το 1984 και είχε κάνει ανάστατο το line up του group, για να καταλήξει σε κείνη τη χρονική περίοδο με τον κιθαρίστα Robbie McIntosh, τον μπασίστα T.M. Stevens και τον drummer Blair Cunningham –όλοι τους έμπειροι session μουσικοί που μπορούσαν να σταθούν δίπλα στη “γυναίκα – αράχνη”. Στη δίνη αυτή, το “Get Close” ήταν το εμπορικό super-crossover album τους, με έναν ήχο που είχε τσαγανό και θράσος αλλά ήταν και οριακά ομογενοποιημένος για να ταιριάζει στο αμερικανικό ακροατήριο. Τα singles του “Don’t Get Me Wrong” και “Hymn” έκαναν τα πάντα προς αυτή την κατεύθυνση και οι μεγαθηριακοί παραγωγοί Bob Clearmountain και Jimmy Iovine φρόντισαν να κάνουν τους Pretenders να ακούγονται σαν σάρκα εκ της σαρκός του τεχνοκρατικού, γηπεδικού rock. Το τελευταίο τραγούδι μόνο εκείνου του album, έφερε την υπογραφή του Steve Lillywhite στην παραγωγή, ένα δυνατό, εξωστρεφές rocker, διασκευή στο τραγούδι του Jimi Hendrix από τα τέλη των 60’s, με keyboards από τον Bernie Worrell και percussion και synthesizer από τον Carlos Alomar. Πληθωρικό, ξεκάθαρα επιδεικτικό, με μεγάλη αυτοπεποίθηση και κιθαριστική “μαγκιά” το “Room Full Of Tears” ήταν η απόλυτη σπουδή του Lillywhite στην τεχνοκρατία και στον κόσμο των μουσικών – celebrities, μία άσκηση παραγωγής όχι στη δημιουργικότητα αλλά στις τεχνικές δυνατότητές της, που προσπαθούσε να απαντήσει στο ερώτημα, αν το rock ‘n’ roll μπορεί να συνυπάρξει με golden boys. Η Chrissie αποδεικνυόταν για μια ακόμη φορά οριακά ανώτερη από τη hype της. Συνέχισε, την επόμενη χρονιά με δύο τραγούδια του group στην James Bond-ική ταινία “Living Daylights” και κατόπιν, τα φλερτ με τον Ali Campbell των UB40… Επόμενο album κυκλοφόρησαν οι Pretenders το 1990, το απολαυστικό “Packed” με παραγωγό τον Mitchell Froom.

No.43
Act: Chris Cornell
Song: Arms Around Your Love
From: “Arms Around Your Love / Thank You” 7” Single,
«Carry On” LP
Label: Atlantic
Year: 2007
Written by: Chris Cornell
File under: Alt.Rock
White Lillies: 7/10          

Οκτώ χρόνια μετά από το solo ντεμπούτο album του (το “Euphoria Morning” του 1999) και αφού είχε συμμετάσχει στους Audioslave και στο soundtrack του “Casino Royale” (μόλις η δεύτερη φορά που ο Bond τα σπάει με υπόκρουση αντρικής φωνής, μετά τους A-ha) με το “You Know My Name”, ο Chris Cornell, ο μόνος από την γενιά των grunge kids που φάνηκε να έχει διάθεση να κάνει καριέρα εκτός της συγκεκριμένης υποκουλτούρας, κυκλοφόρησε το δεύτερο album του “Carry On” σε παραγωγή Steve Lillywhite. Με σαφή, καταλαγιασμένα γκάζια, πιο ώριμη αποφασιστικότητα αλλά και με μεγαλύτερη έμφαση στο παιχνίδι της φιλαρέσκειάς του, ο Cornell ακούγεται ως ένας soft rocker που “κουβαλάει” ένα παρελθόν νεανικού κινδύνου, αλλά πλέον δεν διακυβεύεται τίποτα στο παρών. Η σκληρή μελωδικότητα που φέρει το κατά τα άλλα συμπαθέστατο “Arms Around Your Love” είναι μόνο στιλ και τίποτα παραπάνω. Αν εξαιρέσεις λοιπόν τη βεβαιότητα ότι είναι ένα τραγούδι που θα μπορούσε κάλιστα να ερμηνεύει και ο Joe Cocker, μπορείς να απολαύσεις και την καλή ενορχήστρωση και να παραβλέψεις το γεγονός ότι η φωνή του Cornell έχει μία πατίνα που δεν ταιριάζει σε μεγαλεπίβολα, μελωδικά μοτίβα, διότι αυτό που αντιλαμβάνεται ο ίδιος  ως “γαλόνι” στη φθορά του μετάλλου του, ακούγεται σε άλλα αυτιά ως απλό φάλτσο. Στο επόμενο album του “Scream” σε μία ύστατη κίνηση αυτοκαταστροφής, συνεργάστηκε στην παραγωγή με τον Timbaland, με θλιβερά αποτελέσματα.

No.44
Act: Arthur Comics?
Song: Isgodaman
From:  “Streets Compilation” LP
Label: Beggars Banquet
Year: 1977
Written by: Giovanni Dadomo
File under: Punk
White Lillies: 7/10 

Ένα από εκείνα τα λαμπερά πυροτεχνήματα, του d.i.y., οι Arthur Comics ήταν ένα κουαρτέτο που δημιουργήθηκε κυριολεκτικά μέσα στον αχό των ημερών και διαλύθηκε σχεδόν ένα χρόνο μετά, αφήνοντας πίσω του ένα θορυβώδες, ιδιαίτερο στίγμα. Στην πραγματικότητα λέγονταν Snivelling Shits και ανάλογα με την περίπτωση, άλλαζαν σε Snivelling Hits, ή απλά σε The Hits, ή ακόμα σε Arthur Comics για να συπεριληφθούν στην συλλογή της Beggars Banquet, “Streets” κατόπιν παραίνεσης της εταιρίας που δεν ήθελε να δει στο εξώφυλλο τη λέξη Shits… Υπό την ηγετική φιγούρα του χαρισματικού δημοσιογράφου της εφημερίδας Sounds, Giovanni Dadomo, στα φωνητικά και μαζί με τον επίσης δημοσιογράφο Dave Fudger (μπάσο), τον Pete Makowski (κιθάρα) και τον drummer των Eddie & The Hot Rods, Dave Nicol, οι Snivelling Shits φρόντισαν το πέρασμά τους στην σελίδα του punk να γραφτεί με ένταση, καθότι η μόνη δισκογραφική προσφορά τους ήταν δύο singles μέσα στο 1977 και μόλις μια ντουζίνα χρόνια αργότερα ένα ανεμομάζωμα από παραλειπόμενα, demos κλπ. που βρήκαν τη θέση τους στην αγορά όταν η εταιρία επανεκδόσεων Damaged Goods, αποφάσισε να δώσει μία ευκαιρία στη νέα γενιά να ανακαλύψει ένα συγκρότημα που διήρκεσε σχεδόν όσο, αθροιστικά διαρκούσαν τα τραγούδια του. Ο Dadomo μάλιστα είχε πείσει τους συνάδελφούς του στο ΝΜΕ ότι το single τους “Terminal Stupid” ήταν τόσο υπέροχο που του άξιζε να γίνει Single Of The Week… Το “Isgodaman” που και αυτό ξανακυκλοφόρησε το 1989 από την Damaged Goods, φέρνει στο νου το εκτελεστικό punk στιλ των Fall της εποχής, ο Dadomo τραγουδάει ως σημαίνουσα φιγούρα, πολύ κοντά στο στιλ του Joe Strummer των Clash και η ατμόσφαιρα που αναδίδει είναι αποφασιστικά “αναβράζουσα” επιμελημένη από την παραγωγή του Steve Lillywhite και του Ed Hollis που συμμετέχουν στην εμπειρία της ηχογράφησης ως μέλη του group.

No.45
Act: Local Operator
Song: Pressure Zone
From:  “Pressure Zone / The Untouchables” 7” Single
Label: Virgin
Year: 1979
Written by: Jo Broadbery
File under: Punk, Power Pop
White Lillies: 7/10 

Ο αδικοχαμένος Jo Broadbery (πέθανε το 1987) άφησε το σύντομο στίγμα του στη νεοκυματική σκηνή, πρώτα με τους Local Operator και μετά με τους Standouts στην τριετία 1979 – 1982 και εξαφανίστηκε. Τα μόνα στοιχεία που υπάρχουν για αυτόν διαδικτυακά είναι ότι καταγόταν από την Κοπεγχάγη της Δανίας και έτερον ουδέν. Οι Local Operator είχαν καταφέρει να διατηρηθούν πάνω σε μία αξιοθαύμαστη, ηχητική ισορροπία ανάμεσα στο punk που εξελισσόταν, στην power pop που έπαιρνε από το punk την πιο ενεργητική αλλά οργανωμένη κρίσιμη, μουσική μάζα και την αναβίωση του ska που έκανε το Λονδίνο της εποχής να μοιάζει με ασπρόμαυρη σκακιέρα χάρη στις δραστηριότητες της 2-Tone. Το ντεμπούτο single των Local Operator σε παραγωγή Lillywhite, ήταν μία εξωστρεφής, χαρούμενη και μάλλον ευοίωνη κατάθεση από ένα group που δε φαινόταν να συμμερίζεται τον αρνητισμό του punk, αλλά μοιραζόταν ταυτόχρονα μαζί του την κοινωνική θεματολογία και την διαχείριση των προβλημάτων. Με μία φρέσκια φωνή που μοιάζει πολύ με Elvis Costello αλλά πιο εκπαιδευμένη και λιγότερο έρρινη, ο Broadbery φαινόταν να έχει από την αρχή της καριέρας του τη δυνατότητα να οργανώνει αποτελεσματικά τον ήχο και το στιλ της μπάντας του, δηλαδή του κιθαρίστα Geoff Cooper, του μπασίστα Mick Shiner και του drummer Dave O’ Regan. Το “Pressure Zone” είναι πράγματι ένα ευτυχές ξεκίνημα για μία μπάντα που εμφανίζεται στο πρώτο “σβήσιμο” του punk από την επικαιρότητα. Ακολούθησαν δύο ακόμα singles (“Temptation”, “Law And Order”) και το album “Pushing Out The Poets” σε παραγωγή Mike Howlett, για τον οποίο ήδη τα έχουμε πει. Όταν διαλύθηκαν οι Local Operator προφανώς λόγω έλλειψης εμπορικής επιτυχίας, ο Broadberry κυκλοφόρησε άλλα δύο albums με τους Standouts πριν χαθεί από τη σκηνή.

No.46
Act: Engine Alley
Song: Diamond Jane And Crazy Jill
From:  “A Sonic Holiday” LP
Label: Chrysalis
Year: 1992
Written by: Canice Kenealy, Kenneth Rice, Brian Kenealy, Eamonn Byrne, Emmaline Duffy – Fallon
File under: Indie Pop
White Lillies: 7/10

Περισσότερο ένα πείραμα παρά μία συντονισμένη προσπάθεια να συσταθεί μία μπάντα με μακρόπνοη προοπτική, οι Engine Alley κυκλοφόρησαν δύο albums και τέσσερα ep’s στις αρχές των 90’s πριν χαθούν ξανά στην ανωνυμία τους, εκτιμώντας οι ίδιοι, ότι το πείραμα αυτό δεν πέτυχε και ιδιαίτερα. Τo ότι ήταν Ιρλανδοί και ότι ηχογραφούσαν στην εταιρία των U2, Mother, τους έφερε προφανώς στο δρόμο τους, τον Steve Lillywhite ως παραγωγό. Τα αδέλφια Canice Kenealy (φωνή) και Brian Kenealy (κιθάρα) μαζί με τον Eammon Byrne (μπάσο), τον Ken Rice (βιολί) και την Emmaline Duffy – Fallon (drums), έπαιζαν ένα εξωστρεφές indie rock pop με επιρροές από το glam των 70’s αλλά και από το σκοτσέζικο, ηρωικό στιλ των James. Η παραγωγή του Steve Lillywhite (και τα φωνητικά της Kirsty MacColl που πλέον σε όλη τη διάρκεια του γάμου της μαζί του ήταν στανταρισμένα στις ηχογραφήσεις του) δημιούργησε μία ατμόσφαιρα μετα-κολλεγιακού, ανεξάρτητου rock που είναι αποφασισμένο να διασκεδάσει. Το “Diamond Jane And Crazy Jill” είναι ένα από τα αδιαφιλονίκητα highlights του ντεμπούτου τους album, από τα τραγούδια εκείνα που κατά κάποιον τρόπο στάθηκαν ως ευχή και κατάρα στην σύντομη καριέρα τους: από τη μία, το χαρούμενο, ζουμερό rock και από την άλλη η αφηγηματική, “δημιουργική γραφή” τους στο πλάσιμο χαρακτήρων στους στίχους, φαίνεται ότι αποτελούσαν μία χημεία που συνολικά δεν τους απέφερε εμπορικά αποτελέσματα ώστε να τους καταστήσει βιώσιμους. Ο Steve Lillywhite δεν καταναλώνει και πολλή ενέργεια στους Engine Alley: νιώθει περισσότερο σαν να βρίσκεται σε ένα οικείο περιβάλλον με ιρλανδικά ξωτικά που χορεύουν γύρω από τη φωτιά και απολαμβάνει μαζί τους την ατμόσφαιρα. Κάθε άλλο παρά ευπρόσωπος ο ήχος τους, δεν κατάφερε να χτυπήσει καμία διάνα αλλά δεν πέρασε και στην ιστορία ως άτιμος ή ψεύτικος. Ίσα – ίσα, οι Engine Alley ακούγονται σχεδόν επικίνδυνα αληθινοί και αυτό είναι μάλλον που δεν τους επέτρεψε να προχωρήσουν.

No.47
Act: One Night Only
Song: You And Me
From: “You And Me / Nintendo” 7” Single,
“Started A Fire” LP
Label: Atlantic
Year: 2007
Written by: Jack Sails
File under: Brit.Rock
White Lillies: 7/10            

Οι πενταμελείς, βρετανοί One Night Only από το Yorkshire, παίζουν εκείνο το indie brit pop – rock κράμα που –μαντέψτε!- ξεκινάει από τους Beatles και τους Kinks και φτάνει στους Supergrass και στους Kaiser Chiefs. Όλη αυτή η διαδρομή μπορεί να αποβεί είτε θανατερά πληκτική, είτε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, όταν είναι δεδομένο πλέον ότι τα riffs της βρετανικής κιθαριστικής pop παράδοσης, έχουν πια τελειώσει. Ωστόσο οι One Night Only, στο ντεμπούτο τραγούδι τους, “You And Me” κερδίζουν τη συμπάθεια, επειδή όχι μόνο είναι όμορφο και εξώστρεφο το τραγούδι τους αλλά και επειδή δεν δίνουν την αίσθηση ότι αφήχθησαν για να “σώσουν” τη μουσική σκηνή, τη βιομηχανία, τον Τύπο ή ότι άλλο χρειάζεται σωτηρία αυτές τις μέρες. Απλά καλή μουσική, ψυχαγωγική, προσγειωμένη, με επαρκή γνώση της παράδοσης και βαθιά συνείδηση ότι η παρθενογέννεση είναι ουτοπία. Ο George Craig ευτυχώς δεν ποζάρει όταν τραγουδάει, ο Mark Hayton δεν φαντασιώνεται ότι είναι ο μεσίας όταν παίζει κιθάρα, η rhythm section (μπασίστας Daniel Parkin – drummer Sam Gunner Ford) δεν οραματίζεται εκκωφαντικούς βόμβους και ο κιμπορντίστας Jack Sails δεν είναι ο Wagner της brit pop. Το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό και κυρίως παρουσιάζει μία μπάντα που πρώτα η ίδια διασκεδάζει αυτό που κάνει. Ο Steve Lillywhite βέβαια δεν θα χωρούσε στο σκηνικό, αν δεν τον καλούσαν οι U2,  από την Αμερική που βρισκόταν τότε πίσω στο Λονδίνο για να δουλέψουν μαζί σε υλικό του “New Line On The Horizon”, οπότε παράπλευρα ασχολήθηκε και με τους One Night Only. ‘Εχουν κυκλοφορήσει δύο albums ως σήμερα. Όχι σπουδαία.

No.48
Act: Razorlight
Song: Stumble & Fall
From: “Stumble & Fall” EP,
“Up All Night” LP
Label: Vertigo Records
Year: 2003
Written by: Johnny Borrell, Bjorn Agren, Razorlight
File under: Brit-indie rock
White Lillies: 7/10 

H αναγέννηση του brit rock και της cool Britania στα 90’s δημιούργησε απόγονους που ούτε λίγο ούτε πολύ μεγάλωσαν και δημιούργησαν με το σκεπτικό ότι αυτό που αξίζει να ειπωθεί από τη Μεγάλη Βρετανία στον κόσμο, είναι το… μενού των Small Faces και των XTC. Οι Razorlight, μία μπάντα με τρομερό hype στο πλευρό της, από τότε που σχηματίστηκε, κατέληξε να θεωρείται ως σωτήρια για την παραπαίουσα αγγλική rock σκηνή και να χαιρετίζεται με τις τιμές των μετά-Oasis πριγκίπων. Η αλήθεια είναι ότι ο Johnny Borrell, κεντρική φιγούρα τους έχει όλα όσα χρειάζεται ένας rock μύθος για να χτιστεί γερά –έχει και Strummer και Thunders και Gallagher μέσα του- αλλά οι Razorlight όσο συμπαθείς, έντιμοι και ενεργητικοί και αν είναι, ακούγονται “παλιοί” και σχεδόν αναχρονιστικοί – κάτι σαν Libertines χωρίς τον θρύλο της αυτοκαταστροφής. Από το πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο τους που ηχογραφήθηκε σχεδόν ολόκληρο σε παραγωγή John Cornfield, το “Stumble And Fall” ξεχωρίζει όχι τόσο επειδή την παραγωγή υπογράφει ως κράτος εν κράτει, ο Steve Lillywhite, όσο επειδή ακούγεται τόσο κοντά στο new wave όσο ελάχιστοι θα μπορούσαν να φανταστούν ως αναβιωτές. Ως τέτοιο, αφήνει τον Lillywhite να θυμηθεί τι έκανε στις κονσόλες στα τελευταία χρόνια των 70’s, με τα γκρουπάκια της Rough Trade: τσιτώνει τις ταχύτητές τους, συντονίζει την αίσθηση της μπάντας ως σύνολο, κάνει την κιθάρα να αισθάνεται το κέντρο του σύμπαντος και τα drums να νιώθουν ότι αποτελούν το ύστατο δικαιωμένο καθήκον του punk. Το σύστημα των Razorlight δουλεύει ρολόι, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ, ποιος θα τους αναζητήσει ως ανάγκη, όταν τελειώσει το hype. Στα επόμενα δύο albums τους, μέχρι το 2008, ο Chris Thomas και ο Mike Crossey αντίστοιχα διατήρησαν και επέκτειναν τη δυναμική του group, σε μία εποχή που οι Arctic Monkeys φάνηκαν να τα διεκδικούν όλα για την πάρτη τους.

No.49
Act: Chameleons
Song: In Shreds
From:  “In Shreds / Less Than Human” 7” Single
Label: Epic
Year: 1982
Written by: Mark Burgess, Reg Smithies, Dave Fielding, John Lever
File under: Post Punk
White Lillies: 7/10 

Προφανώς αν οι Chameleons από το Middleton του Manchester, δεν είχαν υπογράψει στην αρχή της καριέρας τους με πολυεθνική, έστω για ένα single, δεν θα διασταυρώνονταν οι δρόμοι τους με τον Steve Lillywhite ο οποίος πλέον είχε ξεφύγει από το στενό indie κύκλωμα και δεν προλάβαινε να απαντάει σε κλήσεις πολυεθνικών, για να αναλάβει κάποιο καινούργιο γκρουπάκι που φαινόταν να προέρχεται από τα νεοκυματικά μέρη. Το “In Shreds”, ως πρώτο single των Chameleons, βέβαια σε τίποτα δεν θύμιζε πολυεθνική αντίληψη και όταν αμέσως μετά υπέγραψαν στην εξαιρετική, ανεξάρτητη Statik για δύο albums, συν ένα τρίτο στην Geffen, πριν διαλυθούν το 1985, απέδειξαν ότι δίκαια η ιστορία, τους κατέγραψε ως μία από τις πιο δυνατές, δραματικές post punk φωνές της Σκoτίας. Στο εύγλωττο “In Shreds”, ο χαρισματικός Mark Burgess τραγουδάει με απεγνωσμένη αγωνία, σκίζοντας τα εσωτερικά ιμάτιά του, οι κιθαρίστες Reg Smithies και Dave Fielding αναδυκνείονται από τον Lillywhite ως κινητήριοι μοχλοί αυτής της αίσθησης συναγερμού που έχει το τραγούδι και ο John Lever χτυπάει τα τύμπανά του σαν να ξορκίζει μακριά δαίμονες. Επικό και μεγαλόπρεπο με κείνη την υγρή μουντάδα του αγγλικού βορρά, το “In Shreds” αποτελεί το καλύτερο ξεκίνημα για ένα group που αγαπήθηκε από τους ορκισμένους “περίλυπους” ακροατές με τα γκρίζα παλτά, ως τοτέμ του post punk. Ο Lillywhite πολύ κοντά στο πνεύμα δουλειάς του με τους Urban Verbs ανέδειξε το ηλεκτρισμένο, δραματικό στιλ στον ήχο των Chameleons, το ίδιο που είχε δημιουργήσει και στο ντεμπούτο των U2. Στα δύο πρώτα albums τους, οι Chameleons συνεργάστηκαν με τον Colin Richardson στην παραγωγή και στο τρίτο με τον David M. Allen.

No.50
Act: Joan Armatrading
Song: I’m Lucky
From:  “I’m Lucky / Shine” 7” Single,
“Walk Under Ladders” LP
Label: A&M Records
Year: 1981
Written by: Joan Armatrading
File under: Electro Pop
White Lillies: 7/10 

Ίσως η πρώτη συνεργασία του Steve Lillywhite με έναν αμιγώς mainstream καλλιτέχνη, που δεν είχε βαπτιστεί στην νεοκυματική κολυμπήθρα αλλά προερχόταν από την βρετανική rock pop κουλτούρα των πρώτων 70’s, ήταν αυτή με την Joan Armatrading, την εντυπωσιακά συνεπή τραγουδοποιό και πρώτη μαύρη καλλιτέχνιδα από την Βρετανία που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία. Η Armatrading με έναν πάντα ψηλό πήχυ αξιοπρέπειας και ποιότητας στο υλικό της, είχε βρεθεί στα τέλη των 70’s να κλείνει τον πρώτο επαγγελματικό – καλλιτεχνικό κύκλο της και να στέκεται μπροστά στην πρόκληση των 80’s, με την υποχρέωση να αποφασίσει τη μεγάλη στροφή στην καριέρα της. Η αρχή του καινούργιου μουσικού κεφαλαίου της έγινε με το “Me, Myself, I” του 1980 σε παραγωγή Richard Gottehrer (είχε μόλις κάνει παραγωγή στον Robert Gordon και τους Blondie), το εγχείρημα πέτυχε ιδιαίτερα και όταν ήρθε η ώρα για το “Walk Under Ladders” του 1981, προτιμήθηκε ο Steve Lillywhite που και αυτός έφερνε τον αέρα της νέας σκηνής στο στούντιο. Το “I’m Lucky”, ως ένα από τα τέσσερα singles του album, είχε αυτή την αύρα της ηλεκτρονικής pop σκηνής της εποχής, συνδυασμένη με την ιδιαίτερη, μελωδική τραγουδοποιία της Armatrading. Ένα έμψυχο (όχι soul) τραγούδι πειθαρχειμένο σε μία ενορχήστρωση που έφερε τον πολύ Tony Levin (μέσα μόνο στην αμέσως προηγούμενη χρονιά είχε παίξει στα albums του Peter Gabriel, της Carly Simon, του John Lennon, του Randy Vanwarmer και του Paul Simon!) στο μπάσο, τον Jerry Marotta (φρέσκος από τις πρόσφατες δουλειές των Daryl Hall & John Oates και Peter Gabriel) στα drums, τον Hugh Burns (και αυτός μόλις είχε βγει από το στούντιο με τον Gerry Rafferty, τον Jim Rafferty και το disco project του Tony Rallo, Midnight Band) στην κιθάρα, τον Ray Cooper (με ζεστά τα χέρια του ακόμα από τα κρουστά για τον Ian Dury, τους ολλανδούς jazz funkers Solution και τον Roger Chapman) στο percussion και τον Thomas Dolby (μόλις είχε αποχωρήσει από τους Camera Club του Bruce Wooley) στα κυρίαρχα synthesizers. Το “I’m Lucky” είναι ένα τραγούδι, εύθραυστο, απλό, με μεγάλο, άδειο “ηχητικό” χώρο μέσα του, στα πρότυπα της μινιμαλιστικής ατμόσφαιρας της εποχής του. Η συνεργασία του Lillywhite με την Joan Armatrading συνεχίστηκε και στο επόμενο album της “The Key” του 1983. Πλέον ο Lillywhite, δεν ήταν ο εκλεκτός της νεοκυματικής σκηνής αλλά μίας δισκογραφικής βιομηχανίας που αισθανόταν ότι τίποτε δεν θα είναι ξανά όπως πριν το 1976.

No.51
Act: La’s
Song: Timeless Melody
From:  “Timeless Melody” EP,
“The La’s” LP
Label: Go! Discs
Year: 1990
Written by: Lee Mavers
File under: Indie Pop
White Lillies: 7/10 

Στα τέλη των 80’s, το brit-rock ήταν τόσο τελματωμένο που οποιοδήποτε γκρουπάκι υποσχόταν καθαρότητα στις μελωδίες και πίστη στην παράδοση του skiffle αναγορευόταν εύκολα σε νέο σωτήρα της κουρασμένης σκηνής. Οι La’s από το Liverpool δεν ήταν ακριβώς “οποιοδήποτε” γκρουπάκι. Ήταν μία μπάντα με κεντρικό πρωταγωνιστή τον τραγουδοποιό και κιθαρίστα Lee Mavers που μέχρι να κυκλοφορήσει το μοναδικό album της, το 1990 είχε ήδη κερδίσει τη φήμη της ως μια ειλικρινής και ανεξάρτητη προσπάθεια. Το “There She Goes” είναι αναμφίβολα ένα από τα κλασικότερα βρετανικά τραγούδια των τελευταίων τριάντα χρόνων αλλά και το album τους, ένα από τα πιο γνήσια albums της σκηνής που είχε ζαλιστεί από τα MDMA και τα baggies και αναζητούσε γήινες, πιο τρυφερές και ανθρώπινες απολαύσεις. Το “Timeless Melody”, ένα από τα τρία singles του album τους, ερχόταν σε παραγωγή Steve Lillywhite να προιονίσει την cool Britannia λίγα μόλις χρόνια πριν γίνει το μεγάλο άνοιγμά της στο mainstream. Αυτό που ακούγεται ακόμα και σήμερα άφθαρτο και απολαυστικό στον τρόπο που “βγαίνει” προς τα έξω η φωνή, η κιθάρα και η μελωδικότητα του Mavers είναι και το συστατικό που κάνει τους La’s να μημονεύονται σε αφιερώματα και αναδρομές του Τύπου προς τα πίσω. Πόσο μάλλον όταν η ιστορία των ηχογραφήσεων του album λέει ότι ο ίδιος ο Mavers δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με τα αποτελέσματα της παραγωγής του Steve Lillywhite και η ένταση που υπήρχε στη σχέση του με την Go! Discs ήταν σχεδόν αδιέξοδη. Η μετέπειτα πορεία και η βιωσιμότητα του group δεν ήταν καθόλου αντάξια των ικανοτήτων της, πόσο μάλλον όταν ο μπασίστας του group John Power εγκατέλειψε ένα χρόνο αργότερα. Είκοσι ένα χρόνια αργότερα ο Mavers αναβίωσε τους La’s και έδωσε συναυλίες στην “πλάτη” της φήμης τους.

No.52
Act: Lurkers
Song: Freak Show
From:  “Freak Show / Mass Media Believer” 7” Single
Label: Beggars Banquet
Year: 1977
Written by: Arturo Bassick, Matt Esso, Pete Stride, Howard Wall
File under: Punk
White Lillies: 7/10 

Οι Lurkers από το Δυτικό Λονδίνο, παρότι ένα από τα groups που πρωτοστάτησαν στην σκηνή του punk, δεν κατάφεραν ποτέ να κερδίσουν την αίγλη των πρωτοκλασάτων, αν και η απήχησή τους ήταν τέτοια, που καταγράφηκαν στην ιστορία ως ένα group, τίμιο και αφοσιωμένο στα ιδανικά του, πλην όμως μουσικά, δεν κατάφεραν ποτέ να ξεφύγουν από το πρώτο επίπεδο του ενεργητικού buddy punk – κάτι σαν απάντηση των Βρετανών στα δύο ακόρντα των Ramones. Ήταν από τους πρώτους που έπαιξαν στο θρυλικό Roxy Club, ως support στους Jam, τους Eater και τους Slaughter & The Dogs. Οι Lurkers είχαν μία “λεβεντιά” στον τρόπο τους, που απέρρεε κυρίως από το φωνητικό στιλ του Howard Wall, ο οποίος τραφουδούσε φωναχτά, αδιαπραγμάτευτα και “αντρικά” σαν να βρίσκεται μόνιμα με φίλους στο δρόμο σε δραστηριότητες στα “κόκκινα”. Η  ατμόσφαιρα του “Freak Show” παρότι μονοδιάστατη και άκαμπτη δεν ακούγεται στιλιστική ή δευτεροκλασάτη όπως εκείνες των συγκροτημάτων της δεύτερης γενιάς του punk. Πάντα οι Lurkers είχαν τα εύσημα της αυθεντικότητας στο μπράτσο τους, ως εχέγγυα της punk περηφάνειας τους και το “Freak Show”, σε παραγωγή του Steve Lillywhite, έφερε αυτή την απλουστευτική, ιδρωμένη αύρα των δύο d.i.y. ακόρντων. Οι Lurkers ήταν το πρώτο συγκρότημα που κυκλοφόρησε singles στην ετικέτα της Beggars Banquet, κατέχοντας τα δύο πρώτα νούμερα της εταιρίας. Βασικός συνθέτης τους, ο Pete Stride, είχε και τον σχεδόν πλήρη αισθητικό έλεγχο του ήχου τους, ως κιθαρίστας τους και οι Arturo Bassick (μπάσο) και Peter “Manic Esso” Haynes (drums) ήταν υπεύθυνοι για την ξεσαλωμένη rhythm section. Ο Arthur Bassick διατηρήθηκε στο line up της μπάντας μόλις για ένα single πριν αντικατασταθεί από τον πρώην μπασίστα των Saints, Kym Bradshaw και λίγο αργότερα τον αρχικό μπασίστα της μπάντας, Nigel Moore. Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του δεύτερου αυτού single, ήρθε και η κυκλοφορία του ντεμπούτου album τους, “Fulham Fallout” αλλά πλέον ο Mick Glossop καθόταν στη θέση του παραγωγού τους.

No.53
Act: The Doll
Song: Trash
From:  “Streets Compilation” LP
Label: Beggars Banquet
Year: 1977
Written by: Marion Valentine
File under: Punk Pop
White Lillies: 7/10 

Oι Doll ήταν ένα κoυαρτέτο του ενός album και μερικών singles πριν πέσουν στην αφάνεια με την έλευση των 80’s. Η διαφορά τους σχετικά με τα άλλα γκρουπάκια της σκηνής ήταν ότι επικεντρώνονταν γύρω από την κινητήρια φιγούρα της κιθαρίστριας Marion Valentine και –στα πρώιμα στάδια του group- του συζύγου της Black Lou που εκτελούσε χρέη –φρικτού- τραγουδιστή. Το leather-goth image τους δημιουργούσε μία υποβλητική ατμόσφαιρα στο στιλ τους και ο ένας ολόκληρος χρόνος (επί τρεις φορές την εβδομάδα) που έκαναν πρόβες στο υπόγειο του καταστήματος της Beggars Banquet, απέδωσε μία καλοφτιαγμένη μπάντα που έπαιζε με τα όρια του γκροτέσκου. Την υπόλοιπη μπάντα, μετά την τροχάδην αποχώρηση του Black Lou από τη θέση του τραγουδιστή (κόντεψαν να τον σκοτώσουν με ένα μαχαίρι μετά από μία συναυλία) αποτελούσαν τα δύο ξαδέλφια -ελληνικής ή κυπριακής καταγωγής- Christos Yanni με το ψευδώνυμο Whizz Kidd (μπάσο) και Adonis Yanni (keyboards) –με τα αντίστοιχα ψευδώνυμα και ο Mario Watts (drums). Το ντεμπούτο τραγούδι των Doll που ξεκινούσε την θρυλική συλλογή “Streets” της Beggars Banquet ήταν ένα καλοκουρδισμένο, punk pop καλούδι –φανταστείτε τους Rezillos και τους Oingo Boingo σε ντελιριακή κούρσα επικράτησης- με γερή τραγουδιστική βάση και “στα κόκκινα” εκτέλεση, με την παραγωγή των Ed Hollis και Mark Lillywhite να αποδίδει τους καλύτερους καρπούς της συνεργασίας τους ως εκείνη τη στιγμή. Το “Trash” είναι ένα τραγούδι με το δικό του τρόπο, ιστορικό. Την επόμενη χρονιά, η μπάντα το έβαζε στη δεύτερη πλευρά του single της, με πρώτη το “Don’t Tango On My Heart”. Αυτό που κάνει την εκτέλεση της συλλογής μοναδική είναι ακριβώς η τεταμένη ατμόσφαιρα της παραγωγής, η οποία λειάνθηκε όταν το τραγούδι εμφανίστηκε ξανά στο single, όπου την παραγωγή υπέγραφε ο Mick Glossop.

No.54
Act: The Brains
Song: Asphalt Wonderland
From:  “Electronic Eden” LP
Label: Mercury
Year: 1981
Written by: Tom Gray
File under: Power Pop
White Lillies: 7/10

Παρότι κυκλοφόρησαν τρία albums στην περίοδο 1980 – 1982, παρότι είχαν κριτική αποδοχή και μία απήχηση αρκετή ώστε να συντηρήσει την περιορισμένη, έστω, φήμη τους, οι τέσσερις Brains, από την Atlanta της Georgia, δεν ξεπέρασαν ποτέ την αίγλη του πρώτου punk single τους, “Money Changes Everything” του 1978, όχι μόνο επειδή οι κριτικοί αργότερα συνέκριναν τα πάντα με αυτό αλλά επειδή, κυρίως για αυτό, η Cyndi Lauper το 1983, το έκανε τεράστια επιτυχία, διασκευάζοντάς το στο ντεμπούτο της “She’s So Unusual” και βγάζοντάς το σε single. Οι Brains, έγιναν μεμιάς, απλά οι συνθέτες του “Money Changes Everything” και όχι ένα καλό, νεοκυματικό group των πρώτων 80’s… Είναι πραγματικά κρίμα, διότι και τα δύο, πρώτα τους, albums, για τα οποία ο Steve Lillywhite έκανε τον κόπο να ταξιδέψει στα Axis Sound Studios της Atlanta για να αναλάβει την παραγωγή, περιείχαν συμπεγές, καλό υλικό όχι αστεράτης ποιότητας, αλλά σίγουρα αξιοπρεπές και στην πλειονότητά του απολαυστικό. Το “Asphalt Wonderland” από το δεύτερο album τους, είναι ένα ρολαριστό, αγέρωχο, power pop καλούδι, με όγκο στην παραγωγή και με εντελώς διαφορετική αίσθηση στην ενορχήστρωση από αυτήν που είχε συνηθίσει από τα συγκροτήματα του λονδρέζικου punk. Στην πρώτη αμερικανική παραγωγή του, ο Lillywhite πλούτισε τον επαγγελματικό πολιτισμό του με την λογική του ηχητικού όγκου που έχουν οι αμερικανοί, σε αντίθεση με τους βρετανούς, που δίνουν περισσότερη έμφαση στην ιδέα της σύνθεσης και της αυθεντικής απόδοσής της στο στούντιο. Μετά και το mini lp τους, “Dancing Under Streetlights” του 1982, οι Brains διαλύθηκαν και ο κιθαρίστας τους Ric Price προσχώρησε στους Georgia Satellites παίζοντας μπάσο και ο αρχηγός τους Tom Gray στους Delta Moon.

No.55
Act: Debbie Harry & Iggy Pop
Song: Well, Did You Evah
From:  “Well, Did You Evah / Who Wants To Be A Millionaire” 7” single,
“Red, Hot & Blue” LP Compilation
Label: Chrysalis
Year: 1990
Written by: Cole Porter
File under: Power Pop
White Lillies: 7/10 

To ντουέτο της Debbie Harry και του Iggy Pop στο “Well Did You Evah” που είχε γράψει ο Cole Porter για το musical “Du Barry Was A Lady” του 1939 είναι ίσως το πιο “κόντρα” στην αρχική εκτέλεση των Betty Grable και Charles Walters, απότι ίσως είναι κάθε ανανεωτική ερμηνευτική προσέγγιση που υπάρχει στα υπόλοιπα standards του Cole Porter μέσα στο tribute album “Red, Hot & Blue”. Το τραγούδι του Porter είχε δοξαστεί ξανά το 1956 με την εκτέλεση του Frank Sinatra και του Bing Crosby για τις ανάγκες της ταινίας “High Society”) αλλά και με το ντουέτο Robbie Williams και Jon Lovitz από το ρετρό album διασκευών του πρώτου, “Swing When You’re Winning” του 2001. Η Debbie Harry, με επικαιρότητα μεγάλη στις αρχές της δεκαετίας του ’90, απολάμβανε τις δάφνες του album της “Def, Dumb And Blonde” με την καθαρή, δυνατή pop που περιλάμβανε αυτό και την φωνητική φόρμα με την οποία τραγουδούσε η Harry. Ο Iggy Pop από την άλλη, είχε και αυτός, νέο album το 1990, το εν πολλοίς, δοξασμένο “Brick By Brick” που τον είχε φέρει ξανά στη δημοσιότητα, χάρη κυρίως στο ντουέτο του με την Kate Pierson των B-52’s στο “Candy”. Συντονισμένοι και οι δύο σε μία ακμαία καλλιτεχνική φάση τους, οι δύο παλαίμαχοι του αμερικανικού punk, προσφέρουν μία εκτέλεση πραγματικά cool, ιδιαίτερη, δυνατή, σαν αντι-ήρωες, μέλη ενός ζευγαριού που η κούραση της μεγάλης και επεισοδιακής καριέρας δεν έχει γράψει και πολύ πάνω τους. Είναι ευχάριστοι, χιουμοριστικοί, δε φοβούνται να κάνουν πρόζες και να αφεθούν ελεύθεροι να ερμηνεύσουν όπως αυτοί αντιλαμβάνονται, ένα standard της αμερικανικής παράδοσης. Στο γενικό punk feel της εκτέλεσής τους, συμβάλλει ο Chris Stein, στην κιθάρα, τα synthesizer και την ηχοληψία, κάνοντας την Harry να νιώθει ακόμα πιο ασφαλής μέσα στο στούνιο, στα drums ο Mel Gaynor δίνει ρέστα μαζί με τον Guy Pratt στο μπάσο, υπό την εποπτεία ενός Steve Lillywhite (αλλά και του Chris Stein στην συμπαραγωγή) που νιώθει σαν να βρίσκεται στο τιμόνι της παραγωγής, όπως τότε στις πρώτες μέρες του 1977 με τα punk γκρουπάκια της Rough Trade. Το single “Well Did You Evah” κυκλοφόρησε ως double-a-side με το “Who Wants To Be A Millionaire” (1956, από την ταινία “High Society” με τον Frank Sinatra και την Celeste Holm).

No.56
Act: Johnny Thunders
Song: Dead Or Alive
From:  “Dead Or Alive / Downtown” 7” Single,
“So Alone” LP
Label: Real
Year: 1978
Written by: Johnny Thunders
File under: Punk
White Lillies: 7/10 

To 1978 o Johnny Thunders ήταν ήδη θρύλος στη λονδρέζικη σκηνή του punk: είχε θητεύσει στους New York Dolls, είχε μόλις διαλύσει τους ένδοξους Heartbreakers και είχε ούτε λίγο ούτε πολύ “εισάγει” την πρέζα από τη Νέα Υόρκη σε ένα λονδρέζικο σκηνικό που ως τότε έφτανε μόνο ως τις αμφεταμίνες και τα speeds για να φτιαχτεί. Ο Thunders μαζί με την αίγλη της γνησιότητας του νεοϋορκέζικου punk εμφύσησε στους πρωταγωνιστές της αγγλικής σκηνής και την παράφορη σχέση του με την απόλυτη “παραμύθα”, αυτήν της ηρωίνης. Έτσι, όταν ηχογράφησε το πρώτο προσωπικό album του εκεί, το γεγονός δεν θα μπορούσε παρά να θεωρηθεί μείζον για την εξέλιξη της εγχώριας δόξας του punk. Στα sessions, έσπευσαν όλοι: η Chrissie Hynde, οι Only Ones, η Patti Paladin, οι Hot Rods, οι Sex Pistols, μέχρι και ο Phil Lynott βρέθηκε στο στούντιο μαζί με τον Thunders, για αυτό που έμεινε στην ιστορία ως ένα τα πιο “νταγκλαρισμένα” και “ντοπαρισμένα” sessions της λονδρέζικης punk σκηνής, ως εκείνη την περίοδο. Στο “Dead Or Alive”, την rhythm section κρατούν γερά ο Paul Gray και Steve Nicol των Eddie & The Hot Rods που τότε λέγονταν απλά Rods και την “λεπιδωτή” κιθάρα κρατάει ο Thunders, για ένα βρώμικο, περήφανο punk ‘n’roll που τονίζεται με ευλάβεια από τον Steve Lillywhite, αφήνοντας την παρορμητική, γνήσια φωνή του να δίνει την αίσθηση της συνέχειας από την ρετρό φάση του rock ‘n’roll προς το σήμερα. Το “Dead Or Alive” είναι ένας party rock ύμνος, “τελεσίδικος” στην αίσθησή του, από αυτούς που “δεν κρατάνε καμία καβάτζα για την πάρτη τους”. Από τον Απρίλη του 1991 και μετά, έτσι κι αλλιώς ο Thunders δεν θα είχε πλέον ανάγκη τις όποιες καβάτζες – βρέθηκε νεκρός στη Νέα Ορλεάνη μέσα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, σε μία παράδοξη στάση, τυλιγμένος σαν pretzel κάτω από ένα τραπεζάκι. Η ειρωνία είναι ότι στην νεκροψία, δεν βρέθηκαν φονικές ποσότητες ναρκωτικών στο αίμα του…

No.57
Act: Beady Eye
Song: Bring The Light
From: “Bring The Light / Sons Of The Stage” 7” Single,
“Different Gear Still Speeding” LP
Label: Beady Eye
Year: 2010
Written by: Liam Gallagher
File under: Brit.Indie Rock
White Lillies: 7/10            

Δεν γλυτώνεις εύκολα από τους Oasis, αλλάζουν μουτσούνα και συνεχίζουν. Οι Beady Eye είναι ο Liam και άλλοι τρεις από τους Oasis (οι κιθαρίστες Gem Archer και Andy Bell συν τον drummer Chris Sharrock) που συνεχίζουν από κει που τους άφησε ο Noel. Το album των Beady Eye δεν θα μπορούσε να είναι σπουδαίο – φυσικά και δεν είναι. Ωστόσο ακούγεται δαιμονικά οικείο και ευχάριστο, όπως το “Bring The Light”, το single μέσα από αυτό που έγραψε ο Liam και ερμήνευσε με τη φρεσκάδα του ανθρώπου που αισθάνεται ότι συμμετέχει σε κάτι καινούργιο και άφθαρτο χωρίς το “βάρος” μίας με το στανιό συνεργασίας με έναν αδερφό που οριακά μισεί. Ο Lillywhite ανεβαίνει στο τρένο με την εμπιστοσύνη του ανθρώπου που κατέχει το brit rock καλύτερα από τον οποιονδήποτε αλλά και με την άνεση απέναντι σε κατεστημένα αστέρια της σκηνής. Ο ήχος είναι τραγανός, ρολαριστός και ανεβαστικός, θυμίζει τα rollers του Elton John από τα mid 70’s με το πιάνο να τρέχει ακούραστο και τα γυναικεία φωνητικά στο υπόβαθρο να παραπέμπουν στις Raelettes του Ray Charles και στην παράδοση του rhythm ‘n’ blues των 60’s. Η παραγωγή συνειδητά παραμένει “σπαρτιάτικη” – ο όγκος και η συνθετότητα δεν χωρούν στις αυθεντικές, παρορμητικές ηχογραφήσεις και αν υπάρχει μία ποιότητα που λυσσαλέα αποζητούν οι Beady Eye, αυτή είναι η γνησιότητα και η πρωτογένεια, προκειμένου να πετάξουν από πάνω τους τη φθορά που φέρνει μαζί του το σταριλίκι.

No.58
Act: Matchbox 20
Song: How Far We’ve Come
From: «How Far We’ve Come» EP
“Exile On Mainstream” LP
Label: Atlantic
Year: 2007
Written by: Rob Thomas, Kyle Cook, Paul Doucette, Brian Yale, Ryan MacMillan
File under: Alt.Rock
White Lillies: 7,5/10      

Οι Matchbox 20 από το Orlando της Florida έχουν μία λακωνικότητα στη δισκογραφική δράση τους που έχει αποδειχτεί όχι μόνο σοφή εμπορικά αλλά και χρήσιμη καλλιτεχνικά: παρότι υπάρχουν δεκαπέντε χρόνια ως group, έχουν κυκλοφορήσει μόλις τέσσερα albums αλλά έχουν επιβάλλει τη φήμη τους ως μία συνεπή μπάντα αμερικανικού power pop – roots rock που λίγοι συνάδελφοί τους έχουν καταφέρει να έχουν. Το “Exile On Mainstream” είναι το τέταρτο album τους –ένα διπλό set, με το ένα του μέρος, καινούργιο υλικό και το δεύτερο μέρος, ανθολογία επιτυχιών τους από την πρώτη δεκαετία της δράσης τους. Από το καινούργιο υλικό, το “How Far We’ve Come” ακούγεται με όλα τα πλεονεκτήματα της μπάντας, ανεβασμένα στο κόκκινο: o Rob Thomas παραμένει ένας εξαιρετικός τραγουδιστής και κιθαρίστας (προς τιμή του, δεν ξιπάστηκε πριν από μία δεκαετία με την ισοπεδωτική επιτυχία που γνώρισε ως καλεσμένος του Santana στο “Smooth”) και οι τρεις ακόμα “έγχορδοι” –Kyle Kook, Bryan Yale και ο Paul Doucette που πέρασε από τα κρουστά στην ρυθμική κιθάρα μετά την αποχώρηση του Adam Gaynor– παίζουν ένα τίμιο, γήινο rock που σε ίσες ισορροπίες τιμάει την παράδοση αλλά και τις “νεοκυματικές” καταβολές του. Το “How Far We’ve Come” δεν αλλάζει τον κόσμο με την ενέργειά του αλλά σίγουρα δημιουργεί συνθήκες εμπιστοσύνης στον ακροατή του – οι Matchbox 20 απέχουν πολύ από οποιαδήποτε λοβοτομή επιφυλάσσει το αμερικανικό κορπορατικό κατεστημένο στους νέους rockers. Θυμίζουν Replacements και λίγο Cars των 70’s και αυτό μόνο υπέρ τους μπορεί να λειτουργήσει όταν το κάνουν γνήσια και αληθινά, με τη βοήθεια του Steve Lillywhite που δεν ανέχεται πολλά – πολλά στιλιστικά τερτίπια όταν πρόκειται για απλό, βασικό rock.

No.59
Act: World Party
Song: Is It Like Today
From: “Is It Like Today” EP,
“Bang!” LP
Label: Chrysalis
Year: 1993
Written by: Karl Wallinger
File under: Indie Pop
White Lillies: 7,5/10 

Ο Karl Wallinger σίγουρα είναι πολύ πιο ανήσυχος και ασυμμάζευτος μουσικός από το πολύ συγκεκριμένο όραμα του Mike Scott για τους Waterboys, για αυτό και τους εγκατέλειψε μετά το “This Is The Sea” του 1985 για να δημιουργήσει τους World Party. To “Bang!” είναι το τρίτο album του, μετά το πολυπαινεμένο “Goodbye Jumbo” του 1992, και στην ουσία αποτελεί ένα ξεκάθαρο, μπιτλικό αλλά και groovy πείραμα με την pop, φτιαγμένο σχεδόν ολόκληρο από τον ίδιο, μαζί με τη βοήθεια του κιθαρίστα David Catlin-Birch και του drummer Chris Sharrock. Το “Is It Like Today” παραμένει ως σήμερα το πιο γνωστό τραγούδι των World Party, ένα αρμονικό, καλοφτιαγμένο, ραδιοφωνικό καλούδι, από αυτά που δεν είναι δυνατόν να κάνουν κάτι λάθος, ενδεικτικό τού πώς γράφει τα τραγούδια του ο Wallinger. Η συμπαραγωγή του με τον Steve Lillywhite δεν άφηνε και πολλά περιθώρια επεμβάσεων στον δεύτερο – ο Wallinger είναι άνθρωπος – ορχήστρα και κατά πολύ συγκεντρωτικός, οπότε ο ήχος και η κατεύθυνσή του δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από τις εμμονές του. Ο Lillywhite, περισσότερο φρόντισε τις “γωνίες” και τις λεπτομέρειες, παρά δημιούργησε. Μετά από το album “Bang!” οι World Party έγραψαν το “When You Come Back To Me” για το soundtrack του “Reality Bites” και η καριέρα του Wallinger ξεκίνησε ένα τρελό rollercoaster περιπετειών (θάνατος της μητέρας του, εμπορική αποτυχία του επόμενου album του “Egyptology”, ανεύρυσμα που τον άφησε άλαλο κ.λπ.) που δεν τον άφησαν να συνέλθει παρά μόλις στα μέσα των 00’s με την συνεργασία του με τον Peter Gabriel.

No.60
Act: Urban Verbs
Song: Acceleration
From:  “Early Damage” LP
Label: Warner Bros. Records
Year: 1981
Written by: Roddy Frantz, Robert Goldstein
File under: Dark Wave
White Lillies: 7,5/10 

Από εκείνα τα σύνολα του αμερικανικού new wave που δεν δοξάστηκαν, όσο ίσως θα τους άξιζαν, οι Urban Verbs από την Washington D.C. κυκλοφόρησαν δύο albums τη διετία 1980 – 1981 πριν διαλυθούν και ο καθένας από τα πέντε μέλη ακολουθήσει δική του πορεία. Οι Urban Verbs, εκπαιδευμένοι στο “σκοτεινό”, δραματικό new wave, από τις μέρες που έπαιζαν στο CBGB, απέκτησαν μεγάλες συμπάθειες στον Τύπο και στο κοινό, παίζοντας ανά καιρούς μαζί με τους Cramps, Pere Ubu και B-52’s. Το πρώτο ομότιτλο album τους του 1980 ηχογραφήθηκε σε παραγωγή Mike Thorne και το δεύτερο σε μία από κοινού παραγωγή του Jeff Glixman και του Steve Lillywhite: ο πρώτος, με εμπειρία στον καθαρά αμερικανικό ήχο (πρόσφατα είχε κάνει παραγωγή στο προσωπικό album του Paul Stanley των Kiss, στο ντεμπούτο των A.O.Rockers Gambler και στο “Dust In The Wind” των Kansas!) και ο δεύτερος με εμπειρία στο φρέσκο dark wave της Βρετανίας, έδωσαν στο “Early Damage” εκείνη την αύρα του “σοβαρού” και του επιβλητικού. Η συμβολή του Lillywhite, σχεδον “φωνάζει” την πείρα του, χρησιμοποιώντας τους Urban Verbs ως καμβά των εμπειριών του. Το “Acceleration” είναι ένα θαυμάσιο τραγούδι με τονισμένο το ημισκιασμένο σασπένς των πλήκτρων. Η μετρονομία και η τεταμένη αίσθηση ενός νυχτερινού, απρόβλεπτου κινδύνου προέρχεται από την υφέρπουσα κιθάρα του βασικού συνθέτη τους Robert Goldstein και την επιμονή του κρουστού ρυθμού του Danny Frankel σε συνδυασμό με τα εκφραστικά φωνητικά του Roddy Frantz – αδερφού του Chris Frantz των Talking Heads. Το μπάσο της Linda France και τα synthesizer του Robin Rose συντείνουν σε ένα ηλεκτρισμένο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να γεφυρώνει μέσα στο χρόνο το “Pornography” των Cure με το “Echoes” των Rapture. Οι Urban Verbs ήταν το συγκρότημα που θα έπαιζαν support στην περιοδεία των Joy Division στον Καναδά και την Αμερική. Όταν έφτασαν στο Toronto τον Μάιο του 1980, περιμένοντας την άφιξη των σκοτσέζων, προς μεγάλη απογοήτευσή τους έμαθαν ότι οι Joy Division δεν θα έφταναν ποτέ, γιατί ο Ian Curtis είχε αυτοκτονήσει.

No.61
Act: Morrissey
Song: Dagenham Dave
From: “Dagenham Dave” EP,
“Southpaw Grammar!” LP
Label: RCA Victor
Year: 1995
Written by: Morrissey, Alain Whyte
File under: Indie Pop
White Lillies: 7,5/10 

Στα μέσα των 90’s, ο Morrissey βρισκόταν σε πλήρη καλλιτεχνική φόρμα, με ανοιγμένα φτερά από την καθολική αποδοχή του “Vauxhall And I” (το οποίο ηχογράφησε με πρόθεση κύκνειου άσματος που προέκυψε εντέλει όχι και τόσο κύκνειο) και την συνεργασία του με την Siouxsie στο “Interlude” single, ένα από τα πιο όμορφα ντουέτα της indie γενιάς, από καταβολής indie. Το album “Southpaw Grammar” λοιπόν, με τις εκτεταμένες κιθαριές του και τα ανοικονόμητα, εκστατικά rockers αντιμετωπίστηκε ως αποπροσανατολισμός και αμφισβητήθηκε με επιμονή. Μέσα από ένα άνισο album, εντελώς κόντρα στην ενδοσκοπική αισθητική του “Vauxhall And I”, το “Dagenham Dave” είναι ένα single που δεσπόζει ως ένα από τα πιο ρεφρενάτα τραγούδια της προσωπικής καριέρας του. Στις κιθάρες, ο συν-συνθέτης Alain Whyte και ο Boz Boorer, στο μπάσο ο Johnny Bridgewood και στα drums ο Spencer James Cobrin φτιάχνουν μία συνολική αίσθηση μπάντας. Δεμένο, ανοιχτόκαρδο και δοξαστικό, το “Dagenham Dave”, εξωραϊζει την εικόνα του ήρωά του –στο εξώφυλλο, η φάτσα του βετεράνου ποδοσφαιριστή και παράγοντα Terry Venables– και παίζει με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του ρεφρέν. Ο Steve Lillywhite διασταυρώθηκε με τον Morrissey σε μία πολύ ιδιαίτερη φάση της πορείας τού δεύτερου. Με έναν κάπως ακαθόριστο τρόπο, η συμβολή του Lillywhite στον ήχο του στη συγκεκριμένη περίοδο, ταυτίζεται με τη στροφή του Morrissey από την indie pop στο alternative rock: αποκτάει αίσθηση μπάντας, ξανά μετά τους Smiths και σκληραίνει τον διάκοσμό του. Από το 1995 και για οκτώ χρόνια οι περιπέτειες στις οποίες μπήκε με τους υπόλοιπους των Smiths, σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα των τραγουδιών τους και η αμφισβήτηση που σήκωσε το “Southpaw Grammar” αλλά και το επόμενο album του “Maladjusted” κράτησαν τον Morrissey μακριά από την επικαιρότητα, για να αναδυθεί από τις στάχτες του το 2004, με το θαυμάσιο “You’re The Quarry”.

No.62
Act: Psychedelic Furs|
Song: Sister Europe|
From:  “Sister Europe / ****” EP,
“The Psychedelic Furs ” LP
Label: CBS
Year: 1980
Written by: Richard Butler, Tim Butler, Duncan Kilburn, Vince Ely, Roger Mortis, John Ashton
File under: Dark Wave
Lillywhite: 7,5/10 

Οι λονδρέζοι Psychedelic Furs είχαν μία μουσική κατεύθυνση ιδανική για την εποχή που ηχογράφησαν τα δύο πρώτα albums τους το 1980 και το 1981, για να συνδεθούν με την φάση στην οποία βρισκόταν ο Steve Lillywhite ως παραγωγός. Το punk είχε τελειώσει και την σκυτάλη έπαιρναν ακριβώς συγκροτήματα που φλέρταραν περισσότερο με το δραματικό dark wave της Factory αλλά φαίνονταν και πρόθυμα να ανοιχτούν σε πιο μαζικές αγορές. Ο Lillywhite ωρίμαζε μαζί με την σκηνή μέσα στην οποία γεννήθηκε. Στην περίπτωση των Psychedelic Furs, η ανάγκη να πιάσουν στην αμερικανική αγορά χωρίς κατ’ ανάγκη και από την αρχή της καριέρας τους, να νερώσουν τον στιβαρό, νευρώδη νεοκυματικό ήχο τους, φαινόταν σχεδόν ανάγλυφη. Η φωνή του Richard Butler διέθετε αυτή την μουντή, υπονλητική βραχνάδα που τον έκανε αρεστό και στα κολλέγια της Αμερικής -ήταν σαφώς macho, οριακά βρώμικος στην εκφορά του και εκκεντρικός- και ο ήχος του group τονισμένος με δύο κιθάρες (Rigor Mortis, Jay Ashton) και με υποβλητική rhythm section (ο αδερφός του Richard, Tim Butler στο μπάσο, ο Vince Ely στα drums) είχε επιπλέον και ένα σαξόφωνο (Duncan Kilburn) να διασκεδάζει την μονοδιάστατη φύση του punk. Το “Sister Europe” ήταν ένα θαυμάσιο single, ρομαντικό, μεσόρυθμο, τελετουργικό που τονίζει την εποχή του με την στάμπα του “κουρασμένου” δανδή στην καρδιά του και το παράπονο του σαξόφωνου να τριγυρνάει αδικαίωτο στην ενορχήστρωση. Υπάρχουν στιγμές που μπορείς να ακούσεις τη φωνή του Butler σαν κήρυγμα στα αυτιά σου – επέμενε στο αγέλαστο και αφ’ υψηλού στιλ της. Ο Lillywhite ανέλαβε την παραγωγή της πλειονότητας του ομότιτλου ντεμπούτου τους (τρία κομμάτια μόνο, έφεραν διαφορετική παραγωγή από τους Ian Taylor, Howard Thompson και τα ίδια τα μέλη του group) και ολόκληρου του δεύτερου album τους, “Talk Talk Talk”, την επόμενη χρονιά.

No.63
Act: Simple Minds
Song: Waterfront
From:  “Waterfront / Hunter & The Hunted (live)” 7” Single,
“Sparkle In The Rain” LP
Label: Virgin
Year: 1983
Written by: Jim Kerr, Charlie Burchill, Mel Gaynor, Derek Forbes, Michael MacNeil
File under: Nu Pop
White Lillies: 7,5/10 

Το 1983, οι Simple Minds βρίσκονταν σε κατάσταση επιτάχυνσης της καριέρας τους. Μετά τα εύσημα της electro pop, του dark wave και του σκοτσέζικου new wave, είχαν μόλις αλώσει τα στρατηγεία των νεορομαντικών με το εξαίρετο “New Gold Dream” και όδευαν ολοταχώς προς την δόξα της πλήρως τεχνοκρατικής nu pop και τις αρένες των αμερικανικών σταδίων. Σε αυτήν την πυρετωδώς μεταβατική περίοδο, η κυκλοφορία του single “Waterfront” ήρθε σαν επιστέγασμα των επικών προθέσεών τους αλλά και ως προάγγελος ενός μέλλοντος που ήταν στρωμένο με δάφνες εμπορικής επιτυχίας και sold out νούμερα. Το “Waterfront” ερχόταν μετά τις αγγλοπρεπείς, κομψές παραγωγές του Peter Walsh (Heaven 17, Pale Fountains) στο “New Gold Dream” του 1982, ως λάβαρο επίθεσης των σκοτσέζων στα αμερικανικά στάδια με βασικό κανόνι την ικανότητα του Steve Lillywhite στα έπη: ένα κλιμακούμενο εμβατήριο χωρίς ύστατο ξέσπασμα, το “Waterfront” αποτελεί το μόνιμο σήμα κατατεθέν των Simple Minds στις συναυλίες τους – σημειολογικά, ο ρυθμός του παραπέμπει σε νικηφόρα προέλαση. Τα υπόλοιπα singles από το ίδιο arena rock album τους (“Up On The Catwalk”, “Speed Your Love To Me”) είχαν το ίδιο αίσθημα στην καρδιά τους – καλογραμμένα και αποφασιστικά με αιχμηρή, δυνατή παραγωγή που τόνιζε σε οριακά δυνατό βαθμό τα drums του Mel Gaynor, πειθαρχούσε τις ατμοσφαιρικές πλάτες των πλήκτρων του Michael MacNeil, εξωθούσε ψηλά την κιθάρα του Charlie Burchill σαν τοτέμ και άφηνε το μπάσο του Derek Forbes να παίζει τον συνδετικό κρίκο μεταξύ ρυθμού και μελωδίας. Στη μέση του ανεμοστρόβιλου, ο Jim Kerr, τραγουδούσε με όλη τη δύναμη των σωθικών του για την αποφασιστικότητά του “step in, step out of the rain, I’m gonna move on up to the waterfront”, απολαμβάνοντας την “ανηφόρα” του. Στο επόμενο album, το “Once Upon A Time”, σειρά για την καρέκλα του παραγωγού είχε ο Jimmy Iovine (φρέσκος από Dire Straits, Tom Petty, Stevie Nicks και U2), πριν από αυτόν όμως, ο Keith Forsey τους εκτίναξε στην εμπορική στρατόσφαιρα με το “Don’t You Forget About Me” για την ταινία “Breakfast Club”.

No.64
Act: Talking Heads
Song: Nothing But Flowers
From:  “Nothing But Flowers / Ruby Dear” 7” Single,
“Naked” LP
Label: Sire
Year: 1988
Written by: David Byrne
File under: Afrobeat Pop
White Lillies: 7,5/10 

Στα τέλη των 80’s φαινόταν ότι ο David Byrne έχει πάρει τις αποφάσεις του σχετικά με το μέλλον των Talking Heads. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας με το “Little Creatures” και το soundtrack της ταινίας του, “True Stories” το ενδιαφέρον του Byrne είχε μετατοπιστεί από το καλλιτεχνικό, φουτουριστικό rock προς τις ρίζες της αμερικανικής παράδοσης, φλερτάροντας την country. Στο “Naked” πλέον, ηχογραφημένο όλο στο Παρίσι, διαφάνηκε όχι μόνο ότι οι Talking Heads, ολοκλήρωσαν τον δημιουργικό κύκλο τους, μετά από δεκαπέντε χρόνια προσφοράς, αλλά και ότι η καρδιά του Byrne, είχε μετατοπιστεί για τα καλά στην αφροκουβανική παράδοση και τους νοτιοαμερικανικούς ρυθμούς. Στο “Naked” κατάφερε να ενσωματώσει στο ύφος των Talking Heads, τη νέα μανία του, με τις πολυρυθμίες του νότιου ημισφαιρίου, παράγοντας ένα συνολικό αποτέλεσμα που φέρει την αδιαμφισβήτητη σφραγίδα του group αλλά ακούγεται και ως ένα afro-beat-funky κράμα που προϊδέαζε για το καλλιτεχνικό μέλλον του και τον ενθουσιασμό του με την εταιρία Luaka Bop που έφτιαξε για να στεγάσει αυτές τις δημιουργικές, καλλιτεχνικές συζεύξεις, δύσης και νότου. Σε αυτή τη διαδρομή, στο πλευρό των Talking Heads, στεκόταν ο Steve Lillywhite, παρών στις ηχογραφήσεις του album στο Παρίσι, καθημερινά. Κάθε τραγούδι γινόταν ένα event στο στούντιο. Στο “Nothing But Flowers”, τα ιδιώματα της Δυτικής Αφρικής βρήκαν την τιμητική τους: ο σενεγαλέζος Abdou Μ’Boup, o καμερουνέζος Brice Wassy στα κρουστά, ο κονγκολέζος κιθαρίστας Yves N’Djock από τη μία και το hammond του Jerry Harrison, τα φωνητικά της Kirsty MacColl και η δωδεκάχορδη κιθάρα του Johnny Marr μαζί φυσικά με την ευέλικτη φωνή του Byrne δημιουργούν ένα τρομερά ισορροπημένο αποτέλεσμα που πατάει από τη μία στο ελίτ πνεύμα και την εγκεφαλική τραγουδοποιία του Byrne και από την άλλη στη γνήσια δυτικοαφρικανική λαϊκότητα μέσω Παρισιού. Ο Lillywhite επιμελείται μία στέρεη παραγωγή με αυτοπεποίθηση καθότι βρίσκεται στο οικείο περιβάλλον του τεχνικά: μέσα στα παντός είδους κρουστά. Από την άλλη, ο Byrne κάνει ένα από τα πιο εύστοχα σχόλια για το αγαπημένο θέμα του –την παρακμή του αστικού, μητροπολιτικού πολιτισμού- καταθέτοντας στους στίχους, ένα θαυμάσιο φαντασιακό σενάριο, κατά το οποίο ξαφνικά, τα brands της δυτικής κουλτούρας, αντικαθίστανται ξαφνικά με φυσικά τοπία –This was a pizza hut, Now it’s all covered with daisies– για να καταλήξει ο ήρωάς του αποξενωμένος μέσα σε ένα περιβάλλον παραδείσιο μεν, ανοίκειο δε και να δηλώσει ότι δεν μπορεί να συνηθίσει αυτόν τον τρόπο ζωής.

No.65
Act: Reeve Carney featuring Bono & Edge
Song: Rise Above
From: “The Spider Man: Turn Off The Dark” LP
Label: Mercury
Year: 2011
Written by: Bono, Edge
File under: Pop Rock
White Lillies: 8/10            

Το musical του Broadway “Spider Man: Turn Off The Dark” που συνέθεσαν ο Bono με τον Edge των U2 μοιάζει με γεφύρι της Άρτας τόσα χρόνια που σκόνταφτε σε ατυχήματα, κακούς προϋπολογισμούς και ολιγωρίες μέχρι που ανέβηκε χωρίς τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ωστόσο από το φιλόδοξο έργο που παίρνει αμπάριζα από τον αθάνατο ήρωα της Marvel, έχει ένα soundtrack αξιόλογο και στιβαρό, γραμμένο με πλήρη γνώση της ισορροπίας ανάμεσα στην θεματικότητα και την μελωδική στόφα του musical. Το “Rise Up” είναι ένα τραγούδι που ερμηνεύει κατά βάση ο πρωταγωνιστής του έργου, o εικοσιοκτάχρονος τραγουδοποιός και ηθοποιός Reeve Carvey, αφήνοντας στον Bono το ρόλο του υπερβατικού αφηγητή. Πρόκειται για ένα επικό, φιλόδοξο κομμάτι με σοβαρή μελωδική γραμμή και κρεσέντα τέτοια που φωτίζουν τη μεταμόρφωση του ήρωα Paul Parker σε Spider Man, με μία πρόσθετη μελαγχολία στον πυρήνα του. Προφανώς ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχει γράψει το δίδυμο των U2 μέσα στην τελευταία δεκαετία και σίγουρα μία από τις πιο περίτεχνες παραγωγές που έχει επιμεληθεί ο Steve Lillywhite στην καριέρα του. Η rhythm section κρατάει γερά το τέμπο της σε όλη τη διάρκεια του κομματιού ακόμα και στα σημεία που το κρεσέντο ξεσπάει και στο μέρος που τα εμβατηριακά φωνητικά μιλούν για “τους καιρούς της προδοσίας που είναι καιροί για πίστη”. Θαυμάσιο και εγκληματικά υποτιμημένο από μια επικαιρότητα που δικαίως έχει “ξεράσει” τους U2 ως μαϊντανούς, καίγοντας και τα υγιή, χλωρά κομμάτια τους.

No.66
Act: Pogues & Kirsty MacColl
Song: Fairytale Of New York
From:  “Fairytale Of New York / The Battle March Medley” 7” Single,
“If I Should Fall From The Frace Of God” LP
Label: Stiff
Year: 1987
Written by: Shane MacGowan, Jem Finer
File under: Folk Rock
White Lillies: 8/10

Μετά την κοσμοπολίτικη οχλοκρατία στην οποία είχε μπλέξει για τα καλά στα μέσα των 80’s με τους “μεγαλύτερους από τη ζωή” stars, ο Steve Lillywhite αισθάνθηκε σαν να γυρνάει στο ζεστό, φιλόξενο σπίτι του με την παραγωγή του στο “Fairytale Of New York” και, αυτό ίσχυε σχεδόν κυριολεκτικά. Το αναπάντεχο χριστουγεννιάτικο hit των Pogues, αρχικά σχεδιασμένο ως ντουέτο του Shane MacGowan και της μπασίστριας του group, Cait O’Riordan, θεωρείται από πολλούς το καλύτερο εποχικό τραγούδι όλων των εποχών. Ίσως η υπερβολή αυτή, έχει να κάνει εν πολλοίς με την γενική παραδοχή ότι τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, εν γένει, κουβαλάνε αυτήν την “με το στανιό” θαλπωρή που το στυλιζάρισμά της δημιουργεί αρνητικά αντανακλαστικά στα ακροατήρια. Το “Fairytale Of New York” είναι πράγματι το αντι-“Last Christmas”: δανείζεται τον τίτλο του από το ομώνυμο μυθιστόρημα του J.P. Donleavy (βαφτίστηκε έτσι μετά την ολοκλήρωση της ηχογράφησης), καταπιάνεται με τους παρίες και τους παράνομους και στην ουσία αποτελεί ένα φαντασιακό ντουέτο ανάμεσα σε έναν ιρλανό μετανάστη στη Νέα Υόρκη, που ακούει ένα γέρο να τραγουδάει το παραδοσιακό ιρλανδικό “Rare Old Mountain Dew” μέχρι που ζωντανεύει η ηρωίδα του τραγουδιού. Ο MacGowan και η MacColl σε ντελίριο ιρλανδισμών αποδίδουν το πιο γνήσιο λαϊκό ζευγάρι της chart ιστορίας σε νεοϋορκέζικο, χιονισμένο φόντο, με πικρές κουβέντες και σκέψεις αλλά με μία μποέμικη διάθεση που φαίνεται ότι πολλοί από το κοινό έχουν ανάγκη. Τεράστια επιτυχία το “Fairytale Of New York” –ανέβηκε στο Νο.2 του βρετανικού chart με το “Always On My Mind” των Pet Shop Boys να του στερεί την κορυφή, τα Χριστούγεννα του 1987- ακούγεται πάντα με την ίδια ζέστη και ζωντάνια, αυθόρμητο και διακριτικά γιορτινό με την παραγωγή του Lillywhite, να τονίζει την επική φεστιβαλική διάθεσή του, χωρίς να το καπελώνει όμως με περισσευούμενο glamour. Η MacColl γνώρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας της με αυτό και είναι απίτσευτη ειρωνία της τύχης το ότι έκανε το ντουέτο με τον MacGowan μόνο και μόνο επειδή η Cait O’Riordan που αρχικά θα τραγουδούσε μαζί του, αποχώρησε από το group στη μέση των ηχογραφήσεων και έτσι την αντικατέστησε η MacColl που βρισκόταν εκεί, αρχικά μόνο για τους οδηγούς της φωνής. Ή απλά για να κάνει παρέα στον άντρα της…

No.67
Act: Members
Song: The Sound Of The Suburbs
From:  “The Sound Of The Suburbs / Handling The Big Jets” 7” Single,
“At The Chelsea Nightclub” LP
Label: Virgin
Year: 1979
Written by: Nicky Tesco, Jean Marie Carroll
File under: Punk
White Lillies: 8/10 

Eίναι ίσως φυσικό, το ότι οι Members απολάμβαναν μιας ειδικότερης μεταχείρισης από τον Steve Lillywhite, ως παραγωγό, όχι επειδή απαραίτητα ήταν καλύτεροι από τα υπόλοιπα συγκροτήματα της εποχής τους, που έφεραν την υπογραφή Lillywhite στην παραγωγή (πράγματι ήταν καλύτεροι, έτχι κι αλλιώς), αλλά επειδή drummer του κουαρτέτου από το Camberley ήταν ο αδελφός του Steve, o Adrian Lillywhite. Είναι επόμενο λοιπόν, να έχουν μία ιδιαίτερη χημεία και μία από κοινού αντιμετώπιση του υλικού τους, γεγονός που έκανε τους Members να αντιμετωπίζονται ως ανήκοντες σε μία κλάση ψηλότερη από τους Lurkers ή τους Doll. Πρωτοεμφανίστηκαν και αυτοί δισκογραφικά στην συλλογή “Streets” με το αντιρατσιστικό punk reggae “Fear On The Streets”, συνέχισαν με ένα ντεμπούτο single στην Stiff (το μάλλον απλοϊκό “Solitary Confinemnet”) πριν υπογράψουν στην Virgin για δύο albums μέχρι τις αρχές των 80’s και μετά άλλο ένα στην Albion πριν διαλυθούν. Ο Nicky Tesco έγινε δημοσιογράφος στο Music Week και ραδιοφωνικός κριτικός στο BBC6 και επιπλέον είχε και μία ασυνήθιστη μικρή περιπέτεια με τον κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας στο “Leningrand Cowboys Go America” του Aki Kaurismaki. Ιδεολογικά συνειδητοποιημένοι, οι Members διέφεραν πολύ από την μέση δυναμική πλην όμως ανεγκέφαλη punk μπάντα που απλά εκτόνωνε την οργή της. Στο “Sound Of The Suburbs” –μία μεγάλη εμπορική επιτυχία στο βρετανικό top 20, που πούλησε 250.000 αντίτυπα, σίγουρα το μεγαλύτερο εμπορικό επίτευγμά τους- σχολιάζουν κοινωνικά χωρίς να γίνονται διδακτικοί, διατηρώντας ταυτόχρονα τη στιβαρότητα του punk διάκοσμου. Την υπόλοιπη μπάντα συμπλήρωναν οι κιθαρίστες Jean-Marie Carroll και Nigel Bennett  και ο μπασίστας Chris Payne. Ο Steve Lillywhite έκανε παραγωγή σε ολόκληρο το πρώτο album τους, το δεύτερο ανέλαβε ο Rupert Hine και το τρίτο, μοιρασμένο ανάμεσα στον Dave Allen των Pinpoint, τον Martin Rushent και τα ίδια τα μέλη του group.

No.68
Act: Kirsty MacColl
Song: A New England
From:  “A New England / Patrick” 7” Single
Label: Stiff
Year: 1984
Written by: Billy Bragg
File under: Indie Pop
White Lillies: 8/10

H καριέρα της Kirsty MacColl από το Croydon του νότιου Λονδίνου είχε από πάνω της πάντα μία “ομπρέλα” προστασίας και θαλπωρής: ήταν πάντα αγαπητή στον Τύπο και μετρημένη όσον αφορά τις φιλοδοξίες της, επικοινωνούσε την ανάγκη της να παίξει μουσική που έχει ένα νόημα πέραν της απόλαυσης και βρισκόταν πάντα περικυκλωμένη από υγιή καλλιτεχνικά στοιχεία και συνεργάτες. Από το 1981 μέχρι το 2000 που σκοτώθηκε άδοξα στη θάλασσα από ένα ταχύπλοο -μία παράδοξη υπόθεση με αμφισβητούμενα και σκοτεινά στοιχεία- μόλις πέντε albums κυκλοφόρησε solo ενώ έκανε και πολλές φωνητικές συμμετοχές σε ηχογραφήσεις άλλων, κυρίως εκείνων στους οποίους έκανε παραγωγή ή ηχοληψία, ο σύζυγός της, από το 1984, Steve Lillywhite. Ο οποίος, βέβαια,  έκανε παραγωγή στα τρία πρώτα albums της, μέχρι το 1993, χρονιά που ο γάμος τους κλονίστηκε για τα καλά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο τρόπος που αντιμετώπιζε ως παραγωγός, ο Lillywhite την MacColl, ήταν και ο τρόπος που ιδεατά θεωρούσε ότι μία τραγουδοποιός θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται στο στούντιο: προσγειωμένα, ανθρώπινα, τρυφερά και ρεαλιστικά. Σε αυτή την  θεώρηση κατάτειναν και οι δουλειές της McColl και σε αυτή την παραδοχή βασίστηκε ο σεβασμός και η αίγλη που χτίστηκε από το κοινό της. Ένα one-off single του 1984 αποτελεί το highlight της, ένα τραγούδι που δεν μπήκε σε κάποιο album: το “A New England”, ένα στρωτό, απλό, κιθαριστικό pop τραγούδι που έγραψε ο Billy Bragg για την ίδια και έγινε και η μεγαλύτερη προσωπική επιτυχία της, μπαίνοντας στο βρετανικό top 10. Το κομμάτι, ερωτικό, με θαυμάσιους πικρούς στίχους απήχησε σε μία σκηνή που είχε προπονηθεί από την κιθάρα του Johnny Marr των Smiths, στα στρωτά, απλά αλλά γερά pop τραγούδια και διασκέδαζε την ιδέα του τίτλου, που θα μπορούσε να είναι και μία πολιτική, αντιθατσερική δήλωση.

No.69
Act: Ultravox
Song: Hiroshima Mon Amour
From:  “Ha Ha Ha!” LP
Label: Island
Year: 1977
Written by: John Foxx, Chris Cross, Warren Cann, Billy Currie, Stevie Shears
F
ile under: Electro pop
White Lillies: 8/10

Η πρώτη πραγματική πρόκληση για τον Steve Lillywhite ως παραγωγό ήρθε με τους Ultravox, όχι μόνο επειδή ο ήχος τους ήταν πιο εγκεφαλικός και έντεχνα πολυεπίπεδος στα δύο πρώτα albums τους, μέσα στο κλίμα του punk, αλλά και με σαφείς έντεχνες συνιστώσες που δεν χώραγαν στο στενό ηχητικό πλαίσιο της μίας συγχορδίας. Ήταν και ο παράγοντας Brian Eno, στην συμπαραγωγή που έριχνε τη σκια του επιβλητική και έκανε τον Steve Lillywhite να φορτσάρει τεταμένος τις προσπάθειές του για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Η μικρή εμπειρία του στην ηχοληψία του φασαριόζικου punk τον είχε εκπαιδεύσει να κρατάει τον γυμνό ήχο, ατόφιο και να αναδεικνύει τον ηλεκτρισμό με έναν απέριττο τρόπο που έδινε την αίσθηση της απόλυτης αμεσότητας στο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση των albums “Ultravox!” και “Ha Ha Ha” (αμφότερα του 1977) ο Lillywhite γυμνάστηκε πολύ διαφορετικά, με αποκορύφωμα το σκελετικό τραγούδι που έκλεινε το δεύτερο album τους, ένα πρωτόλειο, ηλεκτρονικό, μινιμαλιστικό κομμάτι που δικαίως θεωρείται ένα από κείνα που καθόρισαν όχι μόνο τη δική τους μελλοντική πορεία αλλά και ολόκληρης της electro pop σκηνής. Το “Hiroshima Mon Amour” συνδύαζε την απλότητα μίας στοιχειώδους μελωδίας με μία πρωτοποριακή, για τα ήθη της εποχής, ενορχηστρωτική αντίληψη, πιο εγκεφαλική – μία σπουδή πάνω στη φωνή, το drum machine (το δοξασμένο Roland TR-77) και το σαξόφωνο. Ο John Foxx τραγουδούσε σε αυτό με το νοσταλγικό παράπονο του δανδή, ο C.C., σαξοφωνίστας των goth punks, Gloria Mundi έπαιζε με έναν ρομαντισμό που ήταν σχεδόν αφορισμένος στην punk σκηνή και ξεχασμένος από την πρώτη εποχή των Roxy Music και ο Billy Currie πατούσε τα ελάχιστα δυνατά πλήκτρα στα keyboards του, διατηρώντας την ατμοσφαιρική συχνότητα στο υπόβαθρο. Ακούγοντάς το σήμερα, δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί όλο τον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στους Magnetic Fields, τους Piano Magic και τους Knife. O Steve Lillywhite και οι Ultravox, αισθάνεσαι ότι όταν έφτιαχναν αυτό το τραγούδι, ένιωθαν σαν να μπαίνουν σε μία νέα καλλιτεχνική διάσταση και από όλους τους, μόνο ο Brian Eno φαινόταν καταρτισμένος και κατατοπισμένος…

No.70
Act: David Byrne
Song: Make Believe Mambo
From:  “Make Believe Mambo / Lie To Me” 7” Single,
“Rei Momo” LP
Label: Sire
Year: 1988
Written by: David Byrne
File under: Orisa, Pop
White Lillies: 8/10

Βουτηγμένος μέχρι το λαιμό στην πολυρυθμική βοή των αφρικανικών, βραζιλιάνικων και κουβανέζικων ιδιωμάτων, ο David Byrne ταύτισε το ξεκίνημα της Luaka Bop με το πρώτο στην ουσία, προσωπικό album του (η συνεργασία του με τον Brian Eno στο σπουδαίο “My Life In The Bush Of Ghosts” του 1981 λογίζεται ως ντουέτο) στο οποίο, η περιήγησή του στις φυλές των δασών και της υπαίθρου απέδωσαν το λανσάρισμα μία σειρά τραγουδιών που σύστηναν στο δυτικό κοινό, ιδιώματα που δεν υπήρχε περίπτωση να έρθουν στο φως της δημοσιότητας, υπό άλλες συνθήκες. Περισσότερο ως πολιτισμικός αγγελιοφόρος, παρά ως δημιουργός της πόλης, ο Byrne στο “Rei Momo” έπαιζε cumbia και merengue, bolero και salsa, cha cha και charanga, rhumba και mapeye, samba, pagode και orisa. Σε αυτό το τελευταίο ιδίωμα κινείται το “Make Believe Mambo”, ένα single γνωριμίας με τον φανταστικό κόσμο του Βασιλιά Μώμου, του Rei Momo, ο οποίος στην ουσία είναι μία πληθωρική, φαντασμαγορική περσόνα (συνήθως ένας παχύς, ψηλός άντρας) που εγκαινιάζει τις φεστιβαλικές τελετές κάθε χρόνο, ένας πρέσβης του διονυσιασμού και της χαράς, που συνήθως απαντιέται στην Κολομβία και την Βραζιλία. Ο Byrne, ως διανοούμενος βασιλιάς Μώμος, παραδίδει στη δύση, το τροπικό πνεύμα της χαράς και του ρυθμού, μία τάση που άρχισε ήδη να διαφαίνεται στο τελευταίο album των Talking Heads, “Naked”. Για μία ακόμη φορά, στην καρέκλα του παραγωγού κάθεται ένας εκστασιασμένος από την εμπειρία Steve Lillywhite με συμπαραγωγό τον ίδιο τον Byrne. Μαζί του ένα επιτελείο μουσικών που ζαλίζει: στο μπάσο ο Andy Gonzalez (από τους Golden Latin Jazz All Stars του Tito Puente), στο πιάνο ο Paquito Pastor, στα congas και στο shekere οι Milton Cardona και Jose Mangual Jr., στo timbal ο Marc Quinones, στα σαξόφωνα, βαρύτονο, ο Steve Sacks, άλτο οι Bob Porcelli και Ken Hitchcock, τενόρο ο Mitch Frohman, τρομπέτες, οι Charlie Sepulveda, Angel Fernandez και Joe Shepley, coro ο Willie Colon και στα φωνητικά η Kirsty McColl που σε όλο το δεύτερο μισό των 80’s δεν έχανε session του συζύγου της Steve Lillywhite.

No.71
Act: Steel Pulse
Song: Ku Klux Klan
From:  “Ku Klux Klan” 7” Single,
“Handsworth Revolution” LP
Label: Island
Year: 1978
Written by: David Hinds
File under: Roots Reggae
White Lillies: 8/10

Παρότι είχαν σχηματιστεί στα μέσα των 70’s στο Birmingham και είχαν κυκλοφορήσει μερικά singles, οι Steel Pulse, άρχισαν να γιγαντώνονται στις συνειδήσεις της βρετανικής νεοκυματικής και –φυσικά- της  reggae σκηνής από το 1978 και μετά, που ο Burning Spear τους σύστησε στην Island. Το ντεμπούτο single των Steel Pulse στην Island, “Ku Klux Klan” είχε κεφαλαιώδη σημασία για τις συνειδήσεις των ανατρεπτικών εκείνων μερίδων του κοινού που αναζητούσαν απόλυτη ρήξη με το συντηρητικό καθεστώς αλλά και με τους ακροδεξιούς skinheads. Το τραγούδι έγινε η απόλυτα ταιριαστή crossover σημαία του Rock Against Racism κατά του ανερχόμενου Εθνικού Μετώπου της Βρετανίας, μία καταπληκτική, “διαμαρτυρόμενη”, μεσόρυθυμη σύνθεση που μπορούσε να γίνει οικεία σε όσους ήθελαν ειλικρινά να ακούσουν. Η φωνή του David Hinds – η ερμηνεία και η πνευματική “φωνή” του ταυτόχρονα- ταίριαζε τέλεια με την αντίληψη του ανερχόμενου new wave, με τους Police, τον Elvis Costello και τον Tom Robinson: ακουγόταν σαν σοφός σαμάνος και ταυτόχρονα ως ευγενής, “βελούδινος” τραγουδιστής. Η παραγωγή του Lillywhite, από κοινού με τον έμπειρο στην reggae, Godwin Lodgie αναδείκνυε τα πιο μυστικιστικά στοιχεία του ήχου τους και την ατμόσφαιρα του δραματικού κινδύνου που αναδυόταν από το θέμα του. Οι Steel Pulse με το ντεμπούτο album τους, πρόσθεταν ένα σημαντικό συστατικό στον ηλεκτρισμό των ημερών και χαιρετίστηκαν ως μία από τις μεγαλύτερες ελπίδες της εποχής. Το υπόλοιπο album ηχογραφήθηκε σε παραγωγή του βετεράνου στη τζαμαϊκανή κουλτούρα, Karl Pitterson, και λειτούργησε ως ένας φόρος τιμής στους ανθρώπους του Handsworth, όπου οι Steel Pulse μεγάλωσαν.

No.72
Act: Thompson Twins
Song: In The Name Of Love
From:  “In The Name Of Love” EP, “Set” LP
Label: Hansa
Year: 1982
Written by: Tom Bailey, Alannah Currie, Joe Leeway
File under: Nu Pop
White Lillies: 8,5/10

To “In The Name Of Love” ήταν ένα μοιραίο single για την καριέρα των Thompson Twins: έσκισε στην Αμερική, ανεβαίνοντας στην κορυφή του dance chart, κάνοντας το group ένα από τα πιο περίβλεπτα της δεύτερης βρετανικής εισβολής στο αμερικανικό ραδιόφωνο. Η επιτυχία του τραγουδιού ήταν τόσο καταλυτική που το συγκρότημα, στον επόμενο τρίτο δίσκο του, περιορίστηκε στα τρία μέλη που είχαν την πιο δημιουργική χημεία μεταξύ τους, για να γίνουν πιο ευέλικτοι ώστε να εξελίξουν αυτόν τον πλούσιο σε πολυρυθμικά στοιχεία ήχο. Οι εναλλαγές των line-ups είχαν κάνει τους Thompson Twins σαν ένα κέντρο διερχομένων, από το 1977 που είχαν πρωτοσχηματιστεί. Το πρώτο album των Thompson Twins, “A Product Of” καθρέφτιζε αυτήν την post punk κατεύθυνση της πολυρυθμικής nu pop, ήταν τεταμένο, περιπετειώδες και ακόμα δεν είχε βγάλει από πάνω του την ένταση του new wave. Επιπλέον είχε στην παραγωγή του τον Dennis Bovell που αναλάμβανε όλους όσοι ήθελαν να πειραματιστούν με το funk, το afrobeat, ή το dub (από τους Pop Group μέχρι τις Slits). Στο δεύτερο album τους, “Set”, o Steve Lillywhite κλήθηκε να οργανώσει τον ήχο, καθαρίζοντάς τον από όλα εκείνα τα πυκνά στοιχεία που έκαναν τους Thompson Twins ένα ενδιαφέρον μεν, αλλά και σε σύχγιση group. Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι το “In The Name Of Love” ενώ έσκισε στην Αμερική, δεν πέτυχε να κάνει τρελή επιτυχία στην Βρετανία. Προφανώς η αμερικανική εμπειρία του Lillywhite είχε γράψει μέσα του αρκετά βαθιά, βγάζοντας στοιχεία στη δουλειά του που στην ουσία προσάρμοζαν τα τραγούδια που επεξεργαζόταν στα αμερικανικά αυτιά. Έτσι και αλλιώς όμως, είναι τόσο δυνατή η μελωδία αυτού του τραγουδιού, τόσο ακαταμάχητο το groove που έχει στα σπλάχνα του που το κάνει χαλαρά, ένα από τα καλύτερα nu pop τραγούδια των 80’s – περιλαμβάνοντας και σλογκανάτο ρεφρέν αλλά και άποψη και στιλ στον ήχο και χορευτική διάθεση και δημιουργικό πνεύμα δρόμου. Ο Tom Bailey τραγουδάει με την μπλαζέ υπεροχή του καλλιτέχνη που γνωρίζει ότι βρίσκεται σε θέση να κοιτάζει αφ’ υψηλού, η Alannah Currie και ο Joe Leeway χτυπούν τα πάσης φύσης κρουστά συντονισμένοι στο boogie που απαιτείται και οι John Roog και Peter Dodd “τσιμπούν” τις ρυθμικές κιθάρες τους συμπεριφερόμενοι σαν να κρατούν μπάσο. Στον επόμενο δίσκο τους, “Quick Step And Side Kick”, οι Thompson Twins συνεργάστηκαν με τον μεγα-star Alex Sadkin στην παραγωγή.

No.73
Act: U2
Song: I Will Follow
From:  “I Will Follow / Boy Girl” 7” Single,
“Boy” LP
Label: Island
Year: 1980
Written by: Bono, The Edge, Larry Mullen, Adam Clayton
File under: New Wave
White Lillies: 9/10

Από όλα τα επιτεύγματα του Steve Lillywhite, η συνεργασία του με τους U2 είναι αυτή που ευθύνεται για το κορυφαίο status του, ως ένας από τους πιο περιζήτητους παραγωγούς στον πλανήτη: είναι αποτέλεσμα της χημείας του με τους ιρλανδούς super stars, ο ιδιαίτερος, αναγνωρίσιμος ήχος της μπάντας, που ξεπήδησε στο μεταίχμιο της αλλαγής της εποχής, που το punk διχαζόταν ανάμεσα στην ιντελιγκέντσια του new wave, από τη μία (Elvis Costello) και στο dark wave από την άλλη (Joy Division). Οι U2 εμφανίστηκαν πατώντας και στα δύο, φλερτάροντας μουσικά και με μία τρίτη διάσταση, αυτή του arena rock, ενός ήχου που είναι φτιαγμένος για να απηχεί σε ζωντανές μεταδόσεις μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Στα τρία πρώτα albums των U2, o Steve Lillywhite στα Windham Lane Studios του Δουβλίνου, καλλιέργησε ταυτόχρονα τις δικές του εμμονές (τραγανή, ξεκάθαρη πρωταγωνιστική κιθάρα, βομβώδη τύμπανα, στακάτη rhythm section) συντονίζοντάς τες με τις αντίστοιχες των U2 που αναζητούσαν τον διαφοροποιημένο ήχο τους μέσα στην αχλύ του new wave για να πετάξουν ψηλά και να κατακτήσουν την υφήλιο. Όλοι έμειναν ευχαριστημένοι, καταφέρνοντας η κάθε πλευρά να πετύχει τους στόχους της. Η κουδουνιστή κιθάρα –σαν συναγερμός σε γκέτο- και τα εμβατηριακά drums πάνω σε μία σειρά καλλογραμμένων, αυθεντικών τραγουδιών ήταν ικανά να δημιουργήσουν ένα προηγούμενο τέτοιο που στο μέλλον, μετά τις παραγωγές του στους U2, ο Steve Lillywhite μπήκε σε μία περίοδο κατά την οποία κάθε καλλιτέχνης που τον πλησίαζε, αναζητούσε ακριβώς αυτόν τον τραγανό ήχο των Ιρλανδών. Οι U2 εγκαινίασαν την δεύτερη φάση της καριέρας του, μετά την ενασχόλησή του με το punk και το new wave. Το “I Will Follow” από το ντεμπούτο album τους, με όλη τη μυθολογία που το περιβάλλει –το μοναδικό τραγούδι του καταλόγου τους, που παίζουν σε κάθε συναυλία τους μέχρι σήμερα, ο στιχουργικός φόρος τιμής στη μητέρα του που έφυγε από τη ζωή όταν αυτός ήταν δεκατεσσάρων ετών κ.λπ.- είναι ένα μικρό, μετεφηβικό διαμαντάκι, ένα μεγαλόπρεπο πρότυπο αναφοράς για το τι μπορεί να δημιουργήσει ένα σοφά οργανωμένο κιθαριστικό riff, ένα από-μηχανής-θεϊκό glockenspiel και μία δεμένη, αποφασισμένη μπάντα, συν έναν τραγουδιστή που τραγουδάει με πάθος και με εκφραστική δεινότητα, πριν καν υποψιαστεί την αλλοίωση της μεγαλομανίας… Στα 00’s ο Steve Lillywhite ξανακλήθηκε στην παραγωγή των U2, όχι βέβαια μόνος του, αλλά στο πολυσυλλεκτικό πνεύμα των albums τους “How To Dismantle An Atomic Bomb” και “No Line On The Horizon”, μαζί με την αφρόκρεμα από Brian Eno, Daniel Lanois, Nellee Hooper, Flood, Jacknife Lee, Chris Thomas και λοιπών κορυφαίων.

No.74
Act: XTC
Song: Making Plans For Nigel
From:  “Making Plans For Nigel” EP,
“Drums And Wires” LP
Label: Virgin
Year: 1979
Written by: Colin Moulding
File under: New Wave
White Lillies: 9/10

Ένα ακόμα λαμπερό επίτευγμα παραγωγής του Steve Lillywhite, το “Making Plans For Nigel” των XTC αποτέλεσε ένα ιστορικό τραγούδι για την εξέλιξη του βρετανικού new wave, έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία τους, ως τότε στο αγγλικό chart μπαίνοντας στο top 20 και έθεσε ένα προηγούμενο στο πώς μπορεί να χτιστεί ηχητικά ένα μουσικό κομμάτι, αναδεικνύοντας αισθητικά τις αρετές του. Αξιοποιώντας την εμμονή του για τον καθαρό κρουστό ήχο και την ατμόσφαιρα που μπορούν να δημιουργήσουν τα τύμπανα, ο Lillywhite δούλεψε με τους XTC στο Townhouse Studio του Λονδίνου, που ήταν ονομαστό για την αντήχηση των τυμπάντων. Πραγματικά, η παραγωγή του “Making Plans For Nigel” και σε όλο το τρίτο album του group, “Drums And Wires”, ακούγεται υποδειγματική: ο Αndy Partridge τραγουδάει με αυτόν τον “απειλητικά” μειλίχιο τόνο για τον Nigel, ο Terry Chambers χτυπάει τις μπαγκέτες στα drums του με ένα μοτίβο που από μόνο του υπόσχεται σασπένς, ο μπασίστας Colin Moulding τον ακολουθεί στρώνοντας “στρουμπουλούς” βόμβους για να πατήσει η μελωδία και ο Dave Gregory (που είχε αντικαταστήσει στο group τον Barry Andrews που εφυγε για να σχηματίσει τους Shriekback)  παίζει αυτές τις γραμμές στα πλήκτρα του σαν να υπογραμμίζει τον ελικοειδή ήχο που περιστρέφεται γύρω από τον τραγουδιστή σαν “ρομφαία”. Η μουσική αίσθηση του τραγουδιού απόλυτα εναρμονισμένη με το στιχουργικό περιεχόμενο –την οικογενειακή καταπίεση, την ομογενοποίηση των νέων με το προκαθορισμένο μέλλον- παραπέμπει στην ιδρυματοποίηση του ήρωα, μουσική, στίχος και ατμόσφαιρα κατατείνουν στον αυτισμό του Nigel. Το τραγούδι τάραξε λίγο τα νερά της συντήρησης στην Αγγλία του 1979, αφού θεωρήθηκε ότι μπορεί να εμπεριέχει έμμεσα προσβλητικά στοιχεία για την ατσαλοβιομηχανία (η εταιρία British Steel)  –“κάνουμε, απλά, σχέδια για τον Nigel, έχει το μέλλον του στρωμένο στην βρετανική ατσαλοβιομηχανία”. Το “Making Plans For Nigel” διασκευάστηκε θραυστικά από τους hardcore punks, Burning Heads, το 1992, αποψάτα από τους Primus την ίδια χρονιά, ελαφρά από τους Rembrandts το 1995, ανεξήγητα από τον Robbie Williams το 1997, σε industrial παράκρουση από τους Pitchshifter το 1998, ανώφελα από τους Nouvelle Vague το 2004 και αχρείαστα από τους ambient techno Hinterlandt το 2007. Οι XTC εξελίχθηκαν σε μία από τις σημαντικότερες μουσικές δυνάμεις της Αγγλίας, μία μπάντα με ισχυρό πνευματικό υπόβαθρο, άριστη ισορροπία ανάμεσα στην έντεχνη πλευρά της pop και την μαζική και μία σειρά albums που θα τους έβαζαν στην λίγκα των σημαντικότερων και πιο περίβλεπτων εκπροσώπων της βρετανικής πολιτιστικής κουλτούρας, παίρνοντας την αμπάριζά τους από τους Kinks και δίνοντάς την στους Blur.

No.75
Act: Siouxsie & The Banshees
Song: Hong Kong Garden
From:  “Hong Kong Garden / Voices” 7” Single
Label: Polydor
Year: 1978
Written by: Siousxie Sioux, John McKay
File under: Punk
White Lillies: 9,5/10

Ουσιαστικά, το πρώτο επίτευγμα του Steve Lillywhite από τη θέση του παραγωγού, το “Hong Kong Garden”, το ντεμπούτο single των Siouxsie & The Banshees αποτελεί ένα τρανό παράδειγμα λειτουργικής χημείας ανάμεσα σε μία ομάδα ανθρώπων που λειτουργούν μαζί στην κατάλληλη στιγμή για να προσφέρουν υλικό από τη στόφα που στο μέλλον θα έγραφε ιστορία. Το “Hong Kong Garden” ηχογραφήθηκε τον Αύγουστο του 1978 μόλις δύο μήνες μετά την υπογραφή συμβολαίου του group με την Polydor. Στην ουσία, ένας φόρος τιμής στο μικρό κινέζικο “ντελιβεράδικο” στην Chislehurst High Street, με τον ίδιο τίτλο, το “Hong Kong Garden” είναι ένα τραγούδι που δοξάζει μία τοπική συνήθεια αλλά με έναν μεγαλόπρεπο, εμπνευσμένο τρόπο. Είναι προφανώς ευχής έργο, το ότι τα demos που είχε φτιάξει η μπάντα με τον παραγωγό που τους είχε προτείνει η Polydor, τον Bruce Albertine, ήταν σκέτη καταστροφή. Ο Albertine (η αμέσως προηγούμενη δουλειά του ήταν μία ηχοληψία του στο “Give Me Some Skin” του James Brown και των J.B.’s) δεν είχε καμία απολύτως ιδέα, όπως έγραψε η Siouxsie στη βιογραφία της, για το τι ήθελε να κάνει η μπάντα. Ευτυχώς ο Nils Stevenson, ο manager τους, γνώριζε τον Steve Lillywhite που εκείνη την εποχή, έκανε παραγωγή στο album του Johnny Thunders και είχε μόλις αρχίσει να διαμορφώνει μία δική του άποψη για την παραγωγή, τονίζοντας τα drums (έβαλε τον Kenny Morris των Banshees να γράψει ξεχωριστά τα μέρη των μπάσων τυμπάνων, των πιατινιών, των tom tom και των snare (συν το εθιστικό glockenspiel που έκανε αργότερα τους U2 να αναζητήσουν τον Lillywhite στην παραγωγή) έτσι ώστε να αποκτήσουν όγκο στη μίξη, προσθέτοντάς τους και επιπλέον ηχώ. Το concept της κινεζικής ατμόσφαιρας του single πέτυχε με διακριτικό τονισμό των κρουστών, με πατινάρισμα της κιθάρας του John McKay –ένας ήχος που έμελλε να γίνει το σήμα κατατεθέν τους που τους ξεχώριζε από την υπόλοιπη punk σκηνή- με τον λεπταίσθητο βόμβο του μπάσου του Steve Severin και με εξώθηση των φωνητικών της Siouxsie στην εμπροσθοφυλακή, για να ακούγονται κομψά αλλά τονισμένα τα συριστικά σύμφωνα στην εκφορά της και πεντακάθαροι οι λαρρυγγισμοί της που έμελλε να χαρακτηρίσουν μία ολόκληρη γενιά ακροατών που σύντομα θα αποθέωναν τη Siouxsie στο status της ιέρειας ενός ολόκληρου αισθητικού σύμπαντος. Φάνηκε ότι ο Lillywhite, ως παραγωγός ερωτεύτηκε την στιλιστική ιδιαιτερότητα της Siouxsie αλλά και την ταυτότητα που αυτή είχε καταφέρει να δώσει από την αρχή στον ήχο της μπάντας της. Η επιβράβευση ήταν καθολική – NME, Melody Maker και Record Mirror το ανακήρυξαν ομόφωνα ως single της εβδομάδας, έφτασε στο Νο.7 του αγγλικού chart και σήμερα απολαμβάνει τη θέση του ως ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της νεοκυματικής γενιάς. Στη δεύτερη πλευρά του single, στο “Voices” η μπάντα κράτησε το credit του Bruce Albertine στην παραγωγή…

No.76
Act: Peter Gabriel
Song: Games Without Frontiers
From:  “Games Without Frontiers / Lead A Normal Life” 7” Single,
“Peter Gabriel 3” LP
Label: Charisma
Year: 1980
Written by: Peter Gabriel
File under: Nu Pop
White Lillies: 9,5/10

Είναι προφανές ότι αυτό που έφερε κοντά τον Peter Gabriel με τον Steve Lillywhite έτσι ώστε να συνεργαστούν στο τρίτο προσωπικό album του πρώτου, ήταν η αγάπη τους για τα εκκωφαντικά, αλλά καθαρά κρουστά που πρωταγωνιστούσαν στην ατμόσφαιρα σχεδόν πάνω από τις μελωδίες του, που έμπαιναν ως βάσεις στον ήχο του, πάνω στις οποίες χτίζονταν τα τραγούδια. Η πρωτοποριακή, τεχνολογική πρακτική του gated reverb στα κρουστά (πλήρης απουσία πιατινιών στην ενορχήστρωση και συγκεκτριμένη τεχνική επεξεργασία για την μπάσα ενίσχυση των τυμπάνων και για να δίνουν αυτή την αίσθηση γροθιάς) στιφογύριζε σαν εμμονή στο κεφάλι του Steve Lillywhite και όπως φάνηκε και του Peter Gabriel: η μυστηριακή αίσθηση του album σε συνδυασμό με την ανατριχιαστικά σοβαρή θεματολογία των τραγουδιών του, έχουν κατατάξει αυτή την τρίτη solo προσπάθειά του σε ένα από τα καλύτερα albums του rock των τελευταίων πενήντα χρόνων. Το “Games Without Frontiers” είναι ένας χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του σύμπαντος του Gabriel από κείνη τη χρονιά, ένα τραγούδι που παίζει με τις σκιες στην ενορχήστρωσή του, που κρύβει τα τρομερά νοήματά του σε αυτά που δεν κατονομάζει στους στίχους, σε αυτά που αφήνει στο σκοτεινό υπόβαθρο. Ενορχηστρωτικά, το “Games Without Frontiers” αποτελεί ένα αριστούργημα ευρηματικότητας που πάντα λειτουργεί ως πρότυπο στουντιακής δουλειάς. Η αίσθηση που δίνουν τα κρουστά του Jerry Marotta σε συνδυασμό με τα synthesizer του Larry Fast είναι πάντα “επικίνδυνη” –με έναν σωτήριο τρόπο- για έναν ανυποψίαστο ψυχισμό. Και σαν επιστέγασμα, για να γίνει ακόμα πιο ζοφερή η αλήθεια του, τα σφυρίγματα στη “γέφυρα” του τραγουδιού (σφυρίζουν οι Steve Lillywhite, Hugh Padgham και ο ίδιος ο Gabriel, ένα “αθώο” εμβατήριο που παίρνει κόντρα διαστάσεις) συν την “ταξιδεμένη” γαλλική φράση “Jeux Sans Frontiers” που επαναλαμβάνει η Kate Bush μετά το ρεφρέν (“If looks could kill, They’d probably will, In games without frontiers, War without tears”) κάνουν αυτό το τραγούδι ένα αξεπέραστο classic σε όλα τα επίπεδα: αντιπολεμική αλληγορία, ψυχογραφική διάνα, τεχνολογική πρωτοπορία, αισθητικός φουτουρισμός. Με μία κίνηση ο Peter Gabriel, σκίασε όλη την “διανοούμενη” ανάγκη που είχε το new wave, όλη την μεταμοντέρνα υπερβατικότητα των νεορομαντικών, όλη την αλλαζονική ευκολία της ηλεκτρονικής ρυθμολογίας. Ο Steve Lillywhite ήταν εκεί για να μοιραστεί την εμπειρία και να οπλίσει τη φαρέτρα του με αναντικατάστατα υλικά.

Enjoy!

2 Σχόλια to “Post punk production Vol.2: Steve Lillywhite, commander of O.B.E. – Part 2”

  1. depecher said

    Εγκυκλοπαίδεια σκέτη…
    Είναι γαμάτα , όλα τ’αφιερώματα που έχεις κάνει σε παραγωγούς master.
    Το «Fairytale Of new York» , δεν το κατάλαβα ποτέ !

  2. indictos said

    Φοβερή δουλειά ρε φίλε.
    Μπράβο Μάρκο, επικό ποστ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: