All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Grammies: άλλα λόγια να χασμουριόμαστε

Posted by gone4sure στο 12 Φεβρουαρίου 2012

(Αριστερά: η Toni Braxton με το Grammy ανά χείρας, συμβολίζει εικαστικά την maximum ουσία που μπορεί να έχει ένα τέτοιο βραβείο…)

Για μια σειρά από λόγους, τα Grammys πάντα φάνταζαν στα μάτια μου σαν ένα “χαρούμενο πρωινάδικo”: με πολλή διάχυτη χαρά, στημένο glamour αλλά κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι κέρδισα κάτι παρακολουθώντας τα, ποτέ δεν ένιωσα ότι συμμετείχα σε ένα παιχνίδι πριν ανακοινωθούν οι νικητές, ποτέ δεν ανέβηκε η αδρεναλίνη μου για τα ενδεχόμενα ή τις εκπλήξεις των αποτελεσμάτων. Αντίθετα ένιωθα πάντα ότι η “σχέση” των Grammys με τα ακροατήριά τους είναι μονοσήμαντη, μία επιβολή, ουσιαστικά, της επιβράβευσης των εμπορικότερων και μία στείρα ανακοίνωσή τους με μεγάλη δημοσιότητα

Φέτος για μια ακόμη φορά, μοιάζουν σαν μία φιέστα στην οποία οι δυνατοί της μουσικής βιομηχανίας επιβραβεύουν τους εαυτούς τους και τους δυνατότερους όλων, όλοι χαίρονται πάνω σε κόκκινα χαλιά και φλας, οι επώνυμες τουαλέτες κάνουν τους “κουτσομπόληδες” των media να αφηνιάζουν αλλά το ερώτημα ακόμα περαμένει: ποιος νιάζεται στα αλήθεια πέρα από τα 20.000 μέλη της δισκογραφικής Ακαδημίας, για το ποιοι “τα έφεραν”; Ποιο ενδιαφέρον μπορεί να έχει ένας απλός θεατής – αναγνώστης για τους πρώτους, τη στιγμή που ήδη γνωρίζει από τις ετήσιες εμπορικές λίστες στο τέλος του κάθε χρόνου, το ποιοι θα είναι οι κάτοχοι των βραβείων;

Εξηγούμαι: τα Grammys είναι ένας θεσμός που ξεκίνησε στις 4 Μαΐου 1959, μόλις δύο χρόνια μετά τη σύσταση της Δισκογραφικής Αμερικανικής Ακαδημίας, που φρέσκια ακόμα από την ολομέτωπη επίθεση του rock ‘n’ roll έβαζε τις βάσεις για να ανταποκριθεί στο μέλλον, στις αυξημένες απαιτήσεις και τις προσδοκίες της αγοράς του δίσκου. Στην ουσία τα Grammys στήθηκαν με έναν τρόπο τέτοιο ώστε να επιβραβεύονται οι δυνατότεροι με όρους αγοράς και να γιορτάζονται τα εμπορικά επιτεύγματά τους. Οι αναλογίες με το θεσμό των βραβείων Oscar της αντίστοιχης Κινηματογραφικής Ακαδημίας, σταματούν εδώ: τα Oscars εμπεριέχουν ένα καλλιτεχνικό κριτήριο στις συνειδήσεις των ψηφοφόρων (ποια ερμηνεία άρεσε, ποιο σενάριο αναδύθηκε αποτελεσματικότερο κ.λπ.) που κάνουν την διαδικασία πραγματικά ενδιαφέρουσα και για το μαζικό ακροατήριο. Το αν θα προτιμηθεί για παράδειγμα ο τάδε σκηνοθέτης από τον δείνα, δεν έχει να κάνει ποτέ με το πόσα εισητήρια έκοψε στο box office, ούτε το πόσα έσοδα τζίραρε για το κάθε στούντιο. Έχει να κάνει με το κατά πόσο “άρεσε” ή όχι στο σώμα των ψηφοφόρων οι οποίοι είναι μουσικοί επαγγελματίες και ψηφίζουν τους συναδέλφους τους για κάτι που θεωρούν ότι αξίζει να βραβευτεί για την καλλιτεχνική αξία του. Το ότι και η αξιοπιστία των Oscar έχει αμφισβητηθεί δεν έχει να κάνει με την διαδικασία ψηφοφορίας των μελών της Ακαδημίας αλλά με άλλους λόγους. Ο κοινός παρανομαστής στα Oscar παραμένει το κριτήριο “απόλαυσης” –και μέσα σε αυτό το πλαίσιο χωράει και το παιχνίδι προσμονής του κοινού, τα στοιχήματα, οι αντεγκλήσεις, οι αψιμαχίες περί των άξιων κ.λπ.- ενώ στα Grammys, η βράβευση είναι σχεδόν απόλυτα, ένα ζήτημα λογιστικής καταμέτρησης των ετήσιων τζίρων των καλλιτεχνών που έπαιξαν στο μαζικό τερέν. Κανένα σασπένς, καμμία σπίθα για παραγωγή συζήτησης μέσα στο κοινό, κανένας ενθουσιασμός για τίποτα. 

Φέτος η Δισκογραφική Βιομηχανία έκανε ολόκληρη καμπάνια υπέρ της “εγκυρότητάς” τους με πολυσέλιδα αφιερώματα στο Billboard, προβάλλοντας έντονα το “προνόμιο” των ψηφοφόρων του θεσμού – 12.000 επαγγελματίες έχουν δικαίωμα ψήφου από τους 20.000 συνολικά, εγγεγραμένους στην Ακαδημία. Για να έχει δικαίωμα ψήφου ένα μέλος της Ακαδημίας πρέπει να έχει τουλάχιστον έξι credits σε μία δισκογραφική κυκλοφορία φυσικού προϊόντος (cd, βινύλιο κ.λπ.) ή δώδεκα credits σε μία ψηφιακή μουσική κυκλοφορία (mp3, κ.λπ). Οι ψηφοφόροι της Ακαδημίας, χωρισμένοι σε επιτροπές, είναι αυτοί που προτείνουν και τις υποψηφιότητες κάθε χρονιάς, η κάθε επιτροπή στο είδος της – δηλαδή οι τραγουδιστές προτείνουν τραγουδιστές, οι ενορχηστρωτές τους αντίστοιχούς τους κ.λπ. Επιπλέον, στα πρότυπα του Rock’n’Roll Hall Of Fame, η Δισκογραφική Ακαδημία θεσμοθέτησε το 1973 και το Grammies Hall Of Fame, με κριτήριο εισόδου για τις υποψηφιότητες, το απαραίτητο χρονικό διάστημα 25 χρόνων από την αρχική κυκλοφορία ενός δίσκου. Βέβαια, ελάχιστα λέγονται για το γεγονός, ότι στην ουσία αυτός ο θεσμός είναι μία αναδρομική δικαίωση για ηχογραφήσεις που όταν είχαν πρωτοκυκλοφορήσει κινήθηκαν αιχμηρά στο underground, όπως ας πούμε το φετινό event inductee, “The Message” των Grandmaster Flash & The Furious Five featuring Melle Mel & Duke Bootee. To κλασικό αριστούργημα του πρώιμου hip hop είχε κυκλοφορήσει το 1982 και είχε απευθυνθεί στην niche αγορά της μαύρης κοινότητας των ghettoblasters. Ωστόσο η πορεία του μέσα στο χρόνο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, με αποτέλεσμα να γίνει ένα από τα πιο επιδραστικά hip hop classics όλων των εποχών. Όταν είχε πρωτοβγει, το 1982 φυσικά δεν υπήρχε κατηγορία στα Grammies για το ηγετικό, σήμερα, πλέον hip hop, αλλά αντίθετα εκείνη τη χρονιά στη μαύρη μουσική, ο νους των ψηφοφόρων ήταν στο πώς θα δώσουν το βραβείο Καλύτερης Αντρικής R’n’B Ερμηνείας στον James Ingram (“One Hundred Years”)… Το χάσμα είναι πολιτιστικό λοιπόν και για αυτό, αγεφύρωτο…

Αντίστοιχα, στο Garmmy Hall Of Fame φέτος εισέρχεται και το “Exile On Main Street” των Rolling Stones του 1972, ένα album που σηματοδοτούσε τη “μετωπική” καλλιτεχνική αναμέτρηση του group με τις επιρροές του, τα blues, ένας δίσκος, δωρικός, σκληρός και αραφινάριστος που έμελλε να παίξει σπουδαίο ρόλο στην μετέπειτα φήμη του μυθικού συγκροτήματος, ως ένας που από τότε εμφανίζεται συστηματικά στις λίστες με τα καλύτερα albums όλων των εποχών, κάθε φορά που σκάει μύτη και μία τέτοια. Θυμίζουμε, ότι το 1972 στα Grammys βραβεύτηκαν στην Pop Κατηγορία Καλύτερη Ερμηνείας από Group ή Ντουέτο, οι αξιαγάπητοι Carpenters – φαντάζομαι για λάθος λόγους από τους ουσιαστικούς, επειδή δηλαδή είχαν πουλήσει ένα σκασμό δίσκους και όχι επειδή ήταν η πιο εμπνευσμένη, αρμονική easy pop όλων των εποχών. Φυσικά, σε αυτή την κατηγορία, οι Rolling Stones δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν το 1972 στο πλαίσιο της Ακαδημίας, ενώ σήμερα η ίδια αυτή Ακαδημία, σπεύδει να αγκαλιάσει τον “βρώμικο”, εξόριστο δίσκο των Rolling Stones και να τον δαφνοστολίσει μεγαλοπρεπώς…

Όσο για τα φετινά albums της χρονιάς και αυτήν την απαρχαιωμένη κατηγορία “Δίσκος της Χρονιάς” με την οποία εννοούν το Single (…) τι να πει κανείς… Πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ τι ενθουσιασμό και τι ανυπομονησία μπορούν να δημιουργήσουν και σε ποιον οι πεντάδες των υποψηφιοτήτων ανάμεσα μεν, στα “21” της Adele (τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμμύδια;), το “Wasting Light” των Foo Fighters (το ανέκδοτο της χρονιάς), το “Born This Way” της Lady Gaga, το “Doo Wops And Hooligans” του Bruno Mars και το “Loud” της Rihanna και στα δε, “Rolling In The Deep” της Adele, το “Holocene” του Bon Iver (η indie εντεχνομοντερνιά ως ξεκάρφωμα hip credit), το “Grenade” του Bruno Mars, το “Cave” των Mumford & Sons και το “Firework” της Katy Perry.

Πέραν της αύξησης του προσωπικού κασέ τους απέναντι σε ατζέντηδες και πάσης φύσης αγοραίων και πέραν ενός αμήχανου credit στα βιογραφικά τους, οι κάτοχοι Grammys (ο Quincy Jones, έχει, σου λέει 27 από δαύτα, η Alison Krauss, 26, ενώ ο ούγγρος εκλιπών, κλασικός μαέστρος, Georg Solti, παραμένει πρώτος σε νίκες, με 31) διαπιστώνουν ότι στο πέρασμα του χρόνου, ένα βραβείο Grammy δεν βαραίνει καθόλου στο κύρος τους, διαπιστώνοντας ότι αποτελεί απλά μία επιβεβαίωση ότι κάμποσοι συνάδελφοί του, σε κάποια χρονική στιγμή, θαμπώθηκαν από τους τζίρους που έκανε.

Συναρπαστικό ε;

(Δημοσιεύτηκε στο Jumping Fish)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: