All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for Ιανουαρίου 2012

Leonard Cohen – Old Ideas

Posted by gone4sure στο 27 Ιανουαρίου 2012

LEONARD COHEN - "OLD IDEAS"Στα 77 του και μόλις 45 χρόνια μετά το ντεμπούτο album του –εκείνο το τρισμέγιστο “Songs Of Leonard Cohen”-, ο Leonard Cohen επιστρέφει για να ολοκληρώσει μία δισκογραφική ντουζίνα καταθέσεών του πριν αλλάξει σελίδα… Το “Old Ideas” έχει μία πικρή ειρωνία στον τίτλο του, ένα ανεπαίσθητο σήκωμα του φρυδιού και ένα μειδίαμα που δεν καλοφαίνεται από κάποιο απαίδευτο βλέμμα. Μοιάζει με την προσωπική εξομολόγηση ενός ανθρώπου που ανήγαγε τη σοφία σε ύψιστη αξία του rock ‘n’ roll (του rock; του roll; κι άλλη ειρωνία;), την κατεργασμένη νοητική προσφορά σε, εκ των ων ουκ άνευ, καλλιτεχνικό εργαλείο. Σήμερα αυτό το εργαλείο μοιάζει να μην οδηγεί το χειριστή του σε νέες απαντήσεις.  Μοιάζει στομωμένο αλλά πάντα πρόθυμο να χρησιμοποιηθεί εκ νέου, να “σκάψει” για να βρει τι είναι αυτό που ανακουφίζει την ύπαρξη. Ο τίτλος, η ψυχή και η δυναμική του “Old Ideas” μοιάζουν να συναινούν στην παραδοχή αυτή: η ύπαρξη δεν ανακουφίζεται, δεν απαλάσσεται ποτέ από το βάρος της. Ελίσσεται όμως.

Λέει ο Leonard Cohen στο “Show Me The Place” (το μοναδικό τραγούδι του album του οποίου το credit μοιράζεται με τον Patrick Leonard) ένα ενήλικο, βαρύ αγλάισμα, με την βαθιά φωνή του, βγαλμένη τόσο “μπροστά” από τον παραγωγό Ed Sanders. Ο Cohen παρότι ψιθυρίζει, επιβάλλεται στο χώρο με μία έμμεση θρησκευτική ευλάβεια που απορρέει από τα λόγια του:

“Show Me The Place, Help Me Roll Away The Stone
Show Me The Place, I Can’t Move This Thing Alone
Show Me The Place, Where The Word Became A Man
Show Me The Place, Where The Suffering Begun”

 Με αυτά τα λόγια κλείνει το τραγούδι στενάζοντας ο Cohen – μία απλούστατη επικύρωση της ανάγκης του για συνύπαρξη αλλά και της βεβαιότητάς του για τη ματαιότητά της. Είναι βαρύ, πράγματι το “Old Ideas”, αλλά όχι ασήκωτο, έχει απλά δημιουργηθεί από την ποιητική στόφα εκείνη που θέλει τους καλλιτέχνες να μην αντιλαμβάνονται το έργο τους ως καταναλωτικό αγαθό με πεπερασμένες χρηστικές δυνατότητες. Πάντα ο λόγος του Cohen ήταν βαρύς και πάντα απλωνόταν σε πολλά επίπεδα –η αίσθηση, το αίσθημα, η νόηση και το ένστικτο στο έργο του λειτουργούσαν σε μία διαβολεμένα ψύχραιμη σύμπνοια. Στο “Old Ideas” όμως, η ποιητική του έχει αποκτήσει μία αίσθηση “ιζηματοποιημένη” – τα λόγια του “κατακάθονται” βαριά σαν μολύβι, ποτέ όμως τοξικά. Στο “Darkness” με το επίμονο bluesy riff αφηγείται με ειλικρίνεια και αυτή τη χαρακτηριστική, “βουδιστικά” κατοχυρωμένη πραότητά του, την ρεαλιστική πεποίθησή του ότι οι μέρες του είναι μετρημένες πλέον και δεν έχει μέλλον, χωρίς να ακούγεται θλιμένος επειδή, ακόμα και το παρελθόν που νόμιζε ότι κατέχει, το έχει καταπιεί το σκοτάδι:

“I Got The Darkness, It Was Drinking From Your Cup
I Said “Is This Contagious?”, You Said “Just Drink It Up”
I Got No Future, I Know My Days Are Few
The Presence Not That Pleasant, Just  A Lot Of Things To Do
I Thought The Past Would Last Me
But The Darkness Got That Too” 

Σε άλλα κομμάτια, όπως το “Lullaby” με την americana soul του, ακούγεται σαν κλειδοκράτορας της καλλιτεχνικής ύπαρξης καλλιτεχνών σαν τον Kurt Wagner των Lambchop: το συγκεκριμένο τραγούδι ακούγεται σαν όλο το “Nixon” μαζί, του 2000 (άκουσέ το τώρα αμέσως που είσαι στη διάθεση),  στο “Amen” ακούγεται σαν ξάδερφος του Tom Waits σε φάση μεθυσμένης διαύγειας (αυτή την ακαταμάχητη λαμπρότητα του νου που πετυχαίνεται μόνο όταν έχεις σουρώσει το σώμα σου στο μαύρο αλκοόλ) και στο “Crazy To Love You”, μόνος του με μια ακουστική κιθάρα, ακούγεται σαν όλες οι πίκρες μαζί του Richard Thompson, σαν πανοραμικός “μπαμπάς” κάθε Scott Matthews και κάθε Bon Iver και κάθε Damien Rice και κάθε John Grant (και κάθε…)  αυτού του γκρίζου κόσμου που έχει υποκύψει στην λύπη του folk τραγουδιού. Και βέβαια στο σχεδόν ικετευτικό gospel “Come Healing” μαζί με την Sharon Robinson (που χρησιμοποιεί ως αρχάγγελο στα τραγούδια του) και τις Webb Sisters (που χρησιμοποιεί ως χερουβείμ) προσπαθεί να αμβλύνει το ερώτημά του που χρόνια τώρα βασανίζει το έργο του και μαζί με αυτό όλους τους στοχαστές – επίγονούς του: αξίζει ο πόνος της ζωής;

Ωστόσο, όσο αναπάντητα και αν μένουν τα ερωτήματα που χρόνια τώρα θέτει ο Cohen (και ακόμα πιο βαριά, είπαμε, στο “Old Ideas”) η αίσθηση ότι ανάμεσα στα λόγια του κρύβεται η λαχτάρα του “ανήκειν”, η πρωτόγονη φλόγα του “μαζί”, (το 2006, κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή του “The Book Of Longing” –το βιβλίο της “λαχτάρας”- το οποίο μελοποίησε την ίδια χρονιά, ο Philip Glass)  παραμένει πάντα φωτεινή και αναγκαία. Στο “Anyhow” διαπραγματεύεται μέσα σε μία ατμόσφαιρα –μετά την παρακμή, μετά από όλα τα κεφαλαιοποιημένα λάθη, μετά από την διάλυση, μετά από την αποτυχία- την λαχτάρα που δεν λέει να σβήσει παρότι, ναι είναι άδικη και ανάξιά του:

“I Dreamt About You Baby, Wearing Half Your Dress
I Know You Have To Hate Me, But Could You Hate Me Less?
I’ve Used Up All My Chances And You’ll Never Take Me Back
But Ain’t No Harm In Asking, Could You Cut Me One More Slack?
Now I’m Naked And I’m Filthy And I Sweat Upon My Brawl
And Both Of Us Are Guilty Anyhow
Have Mercy On Me Baby, After All I Did Confess
Even Though You Have To Hate Me, Could You Hate Me Less?”

Ίσως τελικά, το αδιέξοδο που προβάλλεται σαν καθρέφτης στα τραγούδια των “Παλιών Ιδεών” (των Αρχέγονων) του Leonard Cohen να αμβλύνεται με την ίδια την ομολογία του ότι δεν γίνεται να υπάρξει κανονική, χωρίς προβλήματα, συνύπαρξη. Για μία ακόμα φορά, δε, συμβαίνει αυτό που συνέβαινε με όλα τα θαυμάσια albums του: αφού περιηγηθείς, συνήθως με τις ώρες μέσα τους (έχει μία νωχέλεια αυτή η ακρόαση που δεν συνάδει με νευρικές βιασύνες), θες μετά μόνο να σιωπείς.

(Δημοσιεύτηκε στο Jumping Fish)

Posted in Music | 2 Σχόλια »

Η Etta James τα μούτζωσε κι έφυγε.

Posted by gone4sure στο 23 Ιανουαρίου 2012

Η Etta James όταν “έπιανε τις ψιλές της” τέντωνε τόσο πολύ τα ζυγωματικά της που τα μάτια της γίνονταν μικρές σχισμές σαν κερματοδέκτες, ακυρώνοντας κάθε πιθανή φιλαρέσκεια που θα μπορούσε να έχει –σχεδόν στερεοτυπικά- μία κοπέλα του Los Angeles των 30’s και των 40’s. Δεν νιαζόταν για το παιχνίδι της “γάτας”, δεν είχε ανάγκη να “κουνήσει την ουρά της”, το δωρικό φωνητικό στιλ της διέλυε κάθε κλισέ περί “αδύναμης γυναικείας” φύσης. Η Etta James ήταν μία από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες της rock’n’roll περιόδου –ένα εμβληματικό όνομα αναφοράς για κάθε “έμψυχο” κορίτσι που βγήκε στο μικρόφωνο από το 1955 και μετά.

Η Etta James τραγουδούσε με την γενναιότητα και την “ανοιχτότητα” του ανθρώπου που ακούγεται σαν να “μην έχει τίποτα άλλο να χάσει”. Ήταν μία τραγουδίστρια που ούτε λίγο ούτε πολύ κατάφερε να φέρει το rhythm ‘n’ blues στα rodeos της αμερικανικής επαρχίας, τα blues στα αστικά λευκά σαλόνια, το rock ‘n’ roll στα ύποπτα bars των πίσω δρόμων που έπαιζαν “παράνομη” και επικίνδυνη soul. Η Εtta James ήταν τραγουδίστρια πάνω και πέρα από τα μουσικά είδη και τους διαχωρισμούς, κυριολεκτικά – το λέω χωρίς καμία διάθεση εξωραϊστικού ρομαντισμού.  Τραγουδούσε σαν να μην έχει ουδεμία αντίληψη περί του τι κάνει τις μουσικές να διαφοροποιούνται μεταξύ τους: η ίδια η φωνή της και η συναισθηματική ενέργεια που ανέδιδαν οι ερμηνείες της ήταν καταλυτική. Ποιο rock, και ποια blues, ποια soul και ποια country; Η Etta (η στιβαρή μιγάδα Jamesetta Hawkins) βρισκόταν πάνω από τα παιχνίδια που στήνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους για να μπορούν να βρίσκουν λόγους να διαιρούνται πολιτισμικά και πολιτικά. Και σοφά, όλο αυτό το παιχνίδι της pop κουλτούρας με τις έννοιες και τους ορισμούς, της ήταν απόλυτα ακατανόητο.

Η Etta James ποτέ δεν υπήρξε hipster. Δεν ήταν το it girl καμμίας φράξιας. Δεν έπαιξε σε ιλουστρασιόν lobbies, δεν ήταν ούτε στο ελάχιστο, ματαιόδοξη, ακόμα και στην εποχή του αποκορυφώματος της εμπορικής επιτυχίας της στα πρώτα χρόνια των 60’s τότε που η δισκογραφική βιομηχανία, την ήθελε ξανθιά σαν την Doris Day να ποζάρει στα εξώφυλλά της για να καλοπιάσει τους “νοικοκυραίους”. Η Etta, ήταν μία λαϊκότατη τραγουδίστρια, που δεν ήξερε τα πώς και τα γιατί – συχνά η ζωή την έβρισκε απροετοίμαστη: βούτηξε βουλιμικά στην αυτοκαταστροφή των drugs, στα 70’s, έκανε προσπάθεια να αποτοξινωθεί στο Tarzana Rehabillitation Center ξανακύλησε σε όλη τη διάρκεια των 80’s, μπήκε στην κλινική της Betty Ford αλλά μέχρι να πεθάνει τη συνήθεια των υπνωτικών δεν την είχε κόψει. Όπως κάθε γνήσια, δραματική καλλιτέχνιδα (από αυτές που αφήνουν τα δράματα να τις αλώσουν και όχι αυτές που τα δημιουργούν επί τούτου ως φόντο), η Etta James έκανε τατουάζ στην ψυχή της τα “πάνω” και τα “κάτω” αυτής της οδύσσειας και αυτό ακριβώς ήταν η καλλιτεχνική προσφορά της: η ερμηνευτική απόδοση αυτών των ουλών.

Δεν είναι μόνο η μουδιαστική φωνή της στο ζαλιστικό αποκορύφωμα της soul, “At Last”, η σχεδόν gospel απόδοση του “προσωπικού” rock’n’roll της στο “Something’s Got A Hold On Me” το πάντρεμα της soul με την country στο “All I Could Do Was Cry” –κάπως σαν πληγωμένη και τραχιά Patsy Cline– η ψυχαγωγική pop του “Pushover” –φανταστείτε την Betty Everett με ξύπνιες αισθήσεις- ή το αιχμηρό rhythm ‘n’ blues του Clarence Carter στο “Tell Mama” και η αφηγηματικότητα του bluesy “Almost Persuaded” συν φυσικά το απόλυτο ερμηνευτικό ζενίθ της “I’d Rather Go Blind”. Δεν είναι μόνο η αποδόσεις της στο “You Can Leave Your Hat On” και το “Piece Of My Heart” δεν είναι η πάντα αξιοπρεπής και περήφανη παρουσία της στη σκηνή ακόμα και στα χρόνια που υπέφερε γονατισμένη κάτω από την ίδια την αδυναμία της να διαχειριστεί την ζωή και την καριέρα της. Δεν είναι μόνο ο τρόπος που έχει αποτυπωθεί στο βινύλιο η τραγουδιστική δεινότητά της. Και βέβαια δεν είναι τα όψιμα Grammies της βιομηχανίας (μόλις το 1995 έσπευσαν να της απονείμουν το πρώτο Grammy για το “Mystery Lady – Songs Of Billie Holiday” και το 2004 να της “φορτώσουν” άλλα δύο για το Καλύτερο Blues Album της χρονιάς, για το “Let’s Roll”) που φρόντισε να αποπληρώσει αναδρομικά, το ηθικό “γραμμάτιό της”.

Αυτό που κάνει την Etta James μία αναντικατάστατη τραγουδίστρια είναι το ότι από όλες τις επιγόνους της (η τερατωδώς “τεχνική” Joss Stone, η η “λίγη” Diana Ross, η γκλαμουράτη-μέσα-στα-jeans-μου, Sheryl Crow ή ακόμα και η αντι-star Adele) καμία δεν θα καταφέρει ποτέ να προσομοιάσει στα αισθήματα που χρωμάτιζε η Etta James με τις ερμηνείες της, πέραν ίσως από την αδικοχαμένη Amy Winehouse η οποία επίσης είχε εσωτερικά στο κορμί της αντίστοιχα οδυνηρά τατουάζ που έβγαζε στο τραγούδι της.

(Δημοσιεύτηκε στο Jumping Fish)

Posted in Music | 1 Comment »

Paul McCartney – Kisses On The Bottom

Posted by gone4sure στο 21 Ιανουαρίου 2012

Στο καινούριο, δέκατο πέμπτο album του Macca, η γεροντική άνοια ακούγεται να απέχει μόλις δύο μόλις βήματα από την ευδαιμονία. Το φάρμακο κατά της θλίψης που προκαλούν οι βαθιές ρυτίδες, είναι πλέον μία πραγματικότητα όχι από κάποια φαρμακοβιομηχανία αλλά από την αυτού υψηλότητά του την ίδια.

Υποτίθεται, το “Kisses On The Bottom” περιέχει ένα μενού με κλασικά στανταράκια των 20’s και 30’s από το μεγάλο αμερικανικό songbook που ενέπνευσαν τους Beatles. Στην πραγματικότητα, το “Kisses On The Bottom” είναι ένας ακόμη ψιλοεκβιαστικός ψυχαναγκασμός της απόδοσης αγαπημένων τραγουδιών που παραπέμπουν στις “ρίζες” έτσι ώστε κανένας “να μην μπορεί να του προσάψει τίποτα”, σύμφωνα με τη λογική που θέλει κάποιον που επιλέγει να διασκευάσει Benny Goodman ή Fats Waller να παραμένει στο απυρόβλητο και να επιβραβεύεται επιπλέον. Ανεξήγητο για το δικό μου σύμπαν. Ωστόσο, δεν είναι άσχημο το “Kisses On The Bottom”. Είναι όμως βαρετό, σπαταλημένο, άνευρο, βαθιά γεροντικό μέσα στη ασφαλή νηνεμία των δαφνών του βετεράνου που δεν αφήνει κανένα περιθώριο στο “μου αρέσει – δε μου αρέσει” να σηκώσει κεφάλι. Μάλιστα, ο Macca φρόντισε να επιστρατεύσει και την μπάντα της Diana Krall για να αποδώσει αυτό το μενουδάκι (άξιοι, έμπειροι, βαθιοί, με ρετρό κοστούμια και ρομαντισμό αλλά με μοντέρνα προσέγγιση στην καρδιά τους) για να εξασφαλίσει και την έγκριση της jazzy ιντελιγκέντσιας.

Οk, οχυρώθηκε από παντού ο Sir, δεν υπάρχει ψεγάδι που να παρεμβάλλεται στην ήπια, κελαριστή και γουργουριστή ατμόσφαιρα του “Kisses On The Bottom”. Κάλεσε και τον Eric Clapton στα “My Valentine” και “Get Yourself Another Fool” και τον Stevie Wonder στο “Only Our Hearts” και τον Tommy LiPuma στην παραγωγή και το… μουσείο της Madame Tissaut είναι έτοιμο και γυαλισμένο για το πλατύ κοινό. Επιπλέον, διατυμπανίζει ότι είναι η πρώτη φορά που δεν παίζει κανένα όργανο στο album –λες και το ότι ακούγεται μόνο η σπασμένη φωνή του –την οποία πουλάει ως ζεστή και παρεϊστικη- αποτελεί κάποιο ιδιαίτερο credit…  

Έχω την αίσθηση, ότι ένας Paul McCartney σπασμένος και γονατισμένος θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέροντας, αν υποθέσουμε ότι ντε και καλά πρέπει οπωσδήποτε να ηχογραφεί ακόμα. Ο τρόπος που έχει “θαμπώσει” την παραγωγή –πάντα στυλιστικός και πονηρός στις λύσεις που σκαρφίζεται- ακούγεται τόσο “δήθεν” που δεν σου επιτρέπει παρά να καγχάσεις. Το “Kisses On The Bottom” ακούγεται σαν wine bar για πρώην μποέμ, νυν πλουτοκράτες θαμώνες που δεν έχουν κανένα “θέμα” στην προσωπική ατζέντα τους, που δεν παίζει κανένα μυστήριο στην πίσω μεριά του μυαλού τους, που ακούνε αυτές τις μισοφωτισμένες, απονευρωμένες από την πραγματική λειτουργικότητά τους, smooth –ή παραλυμένες- τζαζιές και ο νους τους δεν παράγει απολύτως τίποτα. Απλώς συντονίζονται με τον ήχο από το σκουπάκι πάνω στις μεμβράνες των τυμπάνων για να έχουν κάπου να ανακουφίσουν την πολυτελή αδράνειά τους.

Η οργή μου έχει να κάνει με αυτό καθ’αυτό το γεγονός του ότι ο Macca αισθάνεται πλέον μόνο μία ανάγκη να ακούγεται ευχάριστος και τίποτα άλλο. Το καταφέρνει, βουτηγμένος μέσα σε μία ασημαντότητα που ακόμα και στον Michel Buble τη συγχωρείς για πολλούς και διάφορους λόγους. Μοιάζει όμως, σαν το κουρελιασμένο τέλος ενός ανθρώπου που κάποτε κινητοποίησε τον πλανήτη μόνο με το τίναγμα του κεφαλιού του.Σήμερα περισσότερο από ποτέ, αναδύεται μία ηθική που βρωντοφωνάζει ότι η πλουτοκρατία ποτέ δεν παρήγαγε τέχνη πόσο μάλλον, ευρύτερo pop πολιτισμό.

3/10

(Δημοσιεύτηκε στο Jumping Fish)

Posted in Music | 1 Comment »

Lee Burton «Busy Days For Fools»

Posted by gone4sure στο 15 Ιανουαρίου 2012

O Lee Burton παλιότερα λεγόταν Liberto (το “Lullaby” πριν έξι χρόνια είναι δικό του) αλλά κανονικά λέγεται Λευτέρης – άρα είναι Έλληνας, κανονικός. Ακούγοντας το δεύτερο άλμπουμ του, “Busy Days For Fools”, δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις: υπάρχει εδώ πολλή ένταση “βόρειας” προέλευσης, αντίληψη για την ηλεκτρονική μουσική μίας άλλης γεωγραφικής πηγής. Στη Γερμανία ήδη μιλούν για ένα από τα άλμπουμ της χρονιάς – οι μοντέρνοι τεύτονες ταυτίζονται με τα ηχοτοπία του Burton, φτιαγμένα με ανορθόδοξα υλικά που επιτάσσει το σύγχρονο lo-fi: ηχογραφήσεις μέσα από μικρόφωνα κάμερας ή κινητών, μοτίβα που έρπουν στο μυαλό σαν παραλυτικά ματζούνια, αναπτύξεις που δεν κάνουν buzz γύρω τους, αλλά σε βάζουν χωρίς να το πολυπάρεις χαμπάρι μέσα σε μία δίνη που απολαμβάνεις.

Αν ο Lee Burton είναι ο Έλληνας Nicolas Jaar ή ο Lindstrom, δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να ξεπεράσει και τόσο εύκολα: δεν είναι δυνατόν να συμβιβαστείς εύκολα με την ιδέα τού ότι ένας Έλληνας καταφέρνει να ακούγεται σαν Σκανδιναβός ή Νοτιοαμερικανός. Σύμφωνοι, η ηλεκτρονική μουσική δεν έχει πατρίδα που να την προσδιορίζει αλλά από την άλλη δεν έχεις συνηθίσει να ακούς ντόπιο υλικό βγαλμένο μέσα από επαναλαμβανόμενα, εκστατικά σχήματα, ή ατμόσφαιρες που ακουμπούν σε δύο ή τρεις συχνότητες (“Boyman”, “Die Therapie”) για να φτιάξουν μικρόκοσμους από εναλλακτικά στολίδια, που να είναι εμπνευσμένα και φτιαγμένα στην Ελλάδα. Είναι απορίας άξιο ότι ο Lee Burton δηλώνει Έλληνας. Μάλλον νιώθει σε αντιδιαστολή με το συλλογικό στερεότυπο περί αγάπης των Ελλήνων για το μινόρε…

Αφαιρετικός, μινιμαλιστής στις ιδέες αλλά μαξιμαλιστής στις αναπτύξεις του, ο Burton φτιάχνει στο “Busy Days For Fools” τον ηλεκτρονικό δίσκο που δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε post-Schiller προσπάθεια που συνήθως θεωρείται στην Ελλάδα το πρότυπο του ηλεκτρονικού διάκοσμου. Συνδέεσαι μαζί του λίγο υποδόρρεια (δεν επιτρέπει αλλιώς τόσο εγκεφαλικό, ηλεκτρονικό), πέφτεις σε ένα μουδιαστικό trip, αλλά σου λείπει στο τέλος της μέρας μία Christobelle μαζί του να αμβλύνει την εντύπωση της μοναξιάς.

(Δημοσιεύτηκε στο Jumping Fish)

Posted in Music | Leave a Comment »

Post punk production Vol.1: Mike Howlett. Το Post Tου Punk

Posted by gone4sure στο 8 Ιανουαρίου 2012

Ένα αφιέρωμα σε έναν από τους παραγωγούς που άνδρωσαν το post punk.

45+1 παραγωγές του Mike Howlett (Κατεβάζετε εδώ)

Υπάρχει ένας -περίπου- συγκεκριμένος ήχος που χρονικά αναδύθηκε μετά ακριβώς από το punk και πριν από αυτό που οι βρετανοί αποδέχτηκαν ως new authenticity –όρος που στην ουσία έβαζε τέλος στο synthesizer και καλωσόριζε ξανά την αμερικανική κιθάρα- στα μέσα των 80’s. Δεν είναι ακριβώς το post punk, ούτε η nu pop των νεορομαντικών. Είναι κάτι ανάμεσα σε αυτά τα δύο συν κάτι. Δεν είναι κάτω από την ομπρέλα του rock ούτε κάτω από την ομπρέλα της pop. Ακουμπάει κάπως σφετεριστικά σε αμφότερους κόσμους.

Eίναι ένας ήχος που προφανώς ξεκίνησε από το punk και κατέληξε στην nu pop και στο arena rock, αυτός που διαμόρφωσε την ατμόσφαιρα της εποχής και έγραψε ιστορία, όχι μόνο με αριστουργηματικά albums και ορόσημα αλλά και με… τις μετριότητες, τα ημι-ασήμαντα –κυρίως αυτά. Είναι ένας ήχος που γίνεται σήμερα στόχος από τους chillwavers και τους electro-rockers, μία γόνιμη πηγή αναφορών για το καινούργιο και το αυριανό.

Ο ήχος αυτός διαμορφώθηκε κυρίως από τους παραγωγούς, αυτούς που έμπαιναν στο studio και συμμάζευαν τον ασυμμάζευτο ή τον ανερμάτιστο των συνθέσεων των groups. Ο Stephen Hague. Ο Stewart Levine. Ο Trevor Horn. O Martin Rushent. Ο Martin Hannett.  Ή ο Mike Howlett. Εδώ είμαστε. Στον τελευταίο. Ένας παραγωγός που δεν δοξάστηκε ίσως φωναχτά όσο οι πρηγούμενοι. Δεν έκανε μεγάλο buzz γύρω από το όνομά του όσο άλλοι της εποχής του και παρότι βρέθηκε σε μία συγκεκριμένη περίοδο στις αρχές των 80’s να είναι περιζήτητος για να “στρώσει” τον ήχο πολλών δίκαιων και αδίκων, έμεινε γνωστός στην ιστορία ως κάτι άλλο από το αποτύπωμα που άφησε στην πολιτιστική ιστορία της pop μουσικής.

Ο Mike Howlett γεννημένος στα νησιά Fidji και μεγαλωμένος στην Αυστραλία, ήρθε το 1970 στην Αγγλία ως μπασίστας των Affair, ενός group από το Sidney που είχε κερδίσει ένα ταξίδι στη Βρετανία από το διαγωνισμό Battle Of The Bands του Hoadley. Στην ιστορία πέρασε αρχικά ως μπασίστας των Gong -ενός progressive σχήματος που κατά την γνώμη μου αποτελεί ό,τι πιο μαθουσαλικό και ξεχειλωμένο στα χρονικά του art progressive fusion rock- και κατά δεύτερον, ως… groomer των Police καθώς μαζί με τους τρεις τους –StingGordon Sumner τότε- Stewart Copeland και Andy Summers– αποτελούσαν τον κορμό των Strontium 90, του προπαρασκευαστικού σχήματος πριν από τους Police.

Μόνο ο Howlett δεν προσχώρησε στους Police από τους τέσσερίς τους. Σοφά ίσως. Έκανε αντίθετα μία καριέρα ως state of the art παραγωγός: αν ενώσει κανείς τις κουκίδες των παραγωγών του στα 80’s θα σχηματίσει ένα μοτίβο μέσα στο οποίο χωράει η αναμνησιολογία όλου του ντουνιά αυτού και μερικού ακόμα. Διάλεξα να παρουσιάσω σε ένα συνεκτικό concept όλα τα ονόματα στα οποία έκανε παραγωγή ο Mike Howlett από τότε που ξεκίνησε να κάνει παραγωγές -1977- μέχρι το τέλος των 80’s -1989- επειδή μέσα σε αυτή την δουλειά κονσόλας που έκανε χωράει η βασική θεματολογία των 80’s. Ο λόγος για τον οποίο δεν συνεχίζω την έρευνα στη δουλειά του στα 90’s και δώθε είναι ότι θεωρώ ότι ο “ωφέλιμος” χρόνος του τέλειωσε στα 80’s. Στη δεκαετία του ΄90 συνέχισε να κάνει ασήμαντες παραγωγές (είχε ήδη ξεκινήσει από τα τέλη των 80’s τις αστοχίες) σε ονόματα όπως οι Indochine, ο Marian Gold και οι Tam Tam Go!, σχημάτισε τη δική του δισκογραφική εταιρία Mauve (με ονόματα όπως Debbie Cassell, Rafa Russo, Jay Fisher και άλλους που δεν έχουν απασχολήσει ποτέ κανέναν και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα απασχολήσουν ούτε στο μέλλον) και στα 00’s έγινε Πρόεδρος της Ένωσης Μουσικών Παραγωγών. To 2009 έγινε επικεφαλής του Μουσικού Τμήματος στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Queensland (QUT) στο Brisbane της Αυστραλίας κάνοντας πλέον καριέρα ακαδημαϊκού στην πατρίδα του.

Ο Howlett προσφέρεται ως “καμβάς” επειδή τίποτα από ό,τι επιμελήθηκε στο στούντιο δεν κατέληξε “μασημένο” και πολυπαιγμένο, τίποτα δεν γνώρισε τη φθορά του hype ή του χρόνου. Παρότι η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγών του στα πρώτα 80’s ήταν επιτυχίες, δεν πέρασαν ποτέ στη υπερμαζική κονίστρα (παρότι κέρδισε Grammy για τη δουλειά του στους A Flock Of Seagulls). Επιπλέον, δεν είναι οι “επιτυχίες” αυτές που στοιχειοθετούν την αξία του ως παραγωγός, όσο τα “κρυμμένα” ή τα “άξια να ανακαλυφθούν” (αυτά που υπομονετικά περιμένουν στις καλένδες του χρόνου, τη σειρά τους). Ο Howlett όπως και όλοι οι παραγωγοί με μια ταυτότητα ιδιαίτερη στην ιστορία έκανε και άτυχες επιλογές (παραγωγές σε μετριότητες ή κακά τραγούδια, ειδικά μετά το 1983 – 1984 που ξεκινάει η περίοδος της διεκπεραίωσης του ομογενοποιημένου generic, υπεροπτικού pop rock για στάδια) που και αυτά συνθέτουν το puzzle της συνεισφοράς του με έναν συχνά γραφικό τρόπο. Είναι όμως τα λαμπερά, υπέροχα τραγούδια αυτά που τον φέρουν σε μία θέση περίοπτη στις σελίδες του post punk.

Η μεθοδολογία του αφιερώματος είναι οικεία σε όσους έχουν παρακολουθήσει έστω και ένα από τα ψυχαναγκαστικά αφιερώματα αυτού του blog: επέλεξα ένα μόνο από τα τραγούδια από κάθε σχήμα στο οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του ο Howlett ως παραγωγός, τα έβαλα στη σειρά, όλα, τα παίδεψα και τα σκέφτηκα, τα έμαθα και τα καταχώρισα και τέλος τα τοποθέτησα σε μία λίστα που –φυσικά- ξεκινάει από το χειρότερο κατ’ εμέ και φτάνει στο καλύτερο.

Όπως όλοι οι δραστήριοι και τολμηροί παραγωγοί, έτσι κι ο Mike Howlett υπέγραψε στην πορεία των παραγωγών που έκανε, ανοσιουργήματα και αριστουργήματα. Ξεκινάμε από τα πρώτα για να κερδίσουμε σταδιακά τα δεύτερα, σε μία απόλυτα ιεραρχική σειρά. Εσείς να κάνετε τη δική σας.

45+1: Countdown Mike Howlett Productions 1977 -1989

01.
Act: Nik Turner’s Sphynx
Song: Anubis
Label: Charisma
From: “Xitintoday” LP
Year: 1977
Written by: Nik Turner
File under: Space Ambient
Howlett value: 1/10


Στο ερώτημα αν υπάρχει ακόμα πιο ανερμάτιστο, αναιμικό progressive space ambient cheesy listening από την υποθερμία των Gong, η απάντηση είναι ναι, οι Sphynx του Nik Turner, ένα συμμάζεμα μουσικών των Gong και των Hawkwind που οργανώθηκαν από τον Steve Hillage, γιατί; Μα για να συνοδέψουν μουσικά (;) την πρόζα – αφήγηση – παραλήρημα του φλαουτίστα και σαξοφωνίστα Nik Turner (των Hawkwind) ο οποίος πήγε στην Αίγυπτο για διακοπές (δικαιώνοντας την εμμονή του με την χώρα και την ιστορία της) και πήρε άδεια από τις τοπικές (Αν)Αρχές για να μπει στην Αίθουσα του Θρόνου της Μεγάλης Πυραμίδας της Γκίζας επί τρεις ώρες για να… ηχογραφήσει με το φλάουτό του, κάποιους αυτοσχεδιασμούς. Μετά γύρισε στο Λονδίνο και απήγγειλε στίχους από την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών χρησιμοποιώντας τους υπόλοιπους space rockers ως διάκοσμο στο εγχείρημά του. Βρίσκω το όλο παραμουσικό αυτό concept ένα αφελέστατο κουρέλι – μία ανόητη μπαναλαρία βαθιάς μαστουρωμένης αντιμουσικότητας. Ο Turner βαθύτατα βουτηγμένος στη χίμαιρα της progressive παραφιλολογίας κυκλοφόρησε ένα album μνημειώδους σπατάλης μουσικών ωρών. Ο Steve Hillage και ο Mike Howlett ως συμπαραγωγοί παριστάνουν ότι οργανώνουν το χάος της αιγυπτιολογικής διαταραχής του Turner.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: δεν μπορώ να πιστέψω ότι ούτε ως υπνωτικό δεν μπορεί να λειτουργήσει όλη αυτή η φούσκα – οι φλαουτιές του Turner ακούγονται ενοχλητικές και σε ξυπνούν.

02.
Act: Julien Clerc
Song: Helene
Label: Virgin
From: “Helene / Running Thin” 7” Single,
“Les Aventures A L’ Eau” LP
Year: 1987
Written by: David McNeil, Julien Clerc
File under: Reggae Pop
Howlett value: 2/10

Ο Julien Clerc στα προχωρημένα 80’s είχε ήδη πίσω του δόξες στο γαλλικό chanson τις οποίες προσπαθούσε να συντηρήσει προσαρμοζόμενος στα νέα ήθη της εποχής. Ωστόσο, όπως όλοι οι γάλλοι τραγουδιστές του παριζιάνικου bon vivre –αυτοί που είχαν ξεκινήσει στα τέλη των 60’s και είχαν δοξαστεί στα 70’s- βολόδερναν αμήχανοι στην νέα συνθετική εποχή, χωρίς να καταφέρουν να χωρέσουν στο καινούργιο ηλεκτρονικό τοπίο. Το “Helene” είναι ένα μάλλον ανόητο τραγούδι –ένα reggae της κακιάς ώρας σε ένα synth ενορχηστρωτικό πλαίσιο, με τον Clerc να τραγουδάει από πάνω ως παρωχημένη δόξα του παρελθόντος. Ελαφρύ και σαχλό, το “Helene” ακούγεται ως το πιο αξιοπερίεργο και καταγέλαστο credit στην καριέρα του Mike Howlett ως παραγωγού.

Προσωπικά, ακούγοντάς το:  νιώθω ότι βλέπω μια κακή τηλεοπτική γαλλική συμμετοχή στο φεστιβάλ της Eurovision με συγκομιδή μηδέν πόντων. Ούτε το Βέλγιο δεν θα το ψήφιζε.

03.
Act: Annette Ducharme
Song: No Such Thing
Label: Capitol
From: “No Such Thing / Get Back” 7” Single,
“Blue Girl” LP
Year: 1989
Written by: Annette Ducharme
File under: FM rock
Howlett value: 2/10

Η Annette Ducharme –ή Anet από τα μέσα των 90’s και μετά- είναι μία γαλλοκαναδή τραγουδοποιός – τραγουδίστρια με πέντε προσωπικά albums στο ενεργητικό της από το 1989 και μετά, συν κάποια συνθετικά credits για τον Tom Cochrane μεταξύ άλλων. Η Ducharme ξεκίνησε στα 80’s μία καριέρα που ποτέ δεν βγήκε προς τα έξω νικηφόρα. Και όχι άδικα. Το “No Such Thing” από το προσωπικό ντεμπούτο album της είναι ένα αχρείαστο αμερικανιζέ τραγουδάκι χωρίς καμία ιδιαιτερότητα, κανένα στιλ και σχεδόν καμία μελωδική ραχοκοκκαλιά. Και εδώ ο Mike Howlett μοιάζει άκαιρος και παράταιρος. Η συνεργασία του με την Ducharme ξεκίνησε τον κύκλο της ασημαντότητας που θα χαρακτήριζε τη δισκογραφική δράση του στα 90’s.

Προσωπικά, ακούγοντάς το:  νιώθω λες και η Pat Benatar επέστρεψε λοβοτομημένη για να διεκδικήσει κάτι που αισθανόταν ότι δεν κέρδισε την πρώτη φορά…

04.
Act: Gong
Song: Flying Teapot
Label: Virgin
From: “Live Etc.” LP
Year: 1977
Written by: Daevid Allen, Francis Moze
File under: Progressive rock
Howlett value: 3/10

Το τραγούδι που τροφοδότησε βασικά, την μυθολογία των Gong πίσω στα 1973, ερμηνευμένο live από την ίδια χρονιά αλλά κυκλοφορημένο τέσσερα χρόνια αργότερα στο διπλό live album τους που συγκέντρωνε ζωντανές εκτελέσεις υλικού τους από εμφανίσεις τους της περιόδου 1973 – 1975. H αρχική παραγωγή του στούντιο ήταν του Giorgio Gomelsky αλλά η παρούσα εκτέλεση φέρει την υπογραφή της συμπαραγωγής Phil Newell και Mike Howlett με ένα line up μουσικών που περιλαμβάνει τον “πολύ” Steve Hillage στην κιθάρα, τον –φίλο του Howlett, επίσης εκπατρισμένο Αυστραλό και υπεύθυνο για την έλευση του Howlett στις τάξεις των Gong- Pierre Moerlen στα drums, την Gilli Smyth στους “διαστημικούς ψίθυρους”, τον Daevid Allen στην κιθάρα, τον Didier Malherbe στα κρουστά και στα πνευστά και τον Tim Blake στα keyboards. Ο Howlett με τον επιπλέον ρόλο της περσόνας Mista T. Being, του… αιγυπτιολόγου που έχει στα χέρια του ένα σκουλαρίκι το οποίο λαμβάνει μηνύματα από τον Πλανήτη Gong μέσω ενός πειρατικού ραδιοσταθμού με το όνομα Radio Gnome Invisible. Η συνέχεια περιλαμβάνει ταξίδια στο Θιβέτ, αναζήτηση της επιφώτισης, ξωτικά με έλικες στο κεφάλι και “ιπτάμενες τσαγιέρες”. Εδώ ήρθαμε, στον τίτλο του τραγουδιού. Παρότι σήμερα όλο αυτό το σουρεαλιστικό concept ακούγεται ως ακατάσχετη μπουρδολογία από λιωμένους χίπιδες, στην εποχή του, το “Flying Teapot” έγινε ένα τεράστιο μυθολογικό θέμα με διαστάσεις που διεύρυναν τον “συλλογικό” νου της εποχής, όχι βέβαια στο mainstream αλλά στα πανεπιστημιακά κοινόβια και στα campings. Δε μου λείπει καθόλου.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: δοξάζω τη μέρα που οι Pistols και o ΜcLaren τα έκαναν μαντάρα στον Τάμεση. Νομίζω, μία χρονιά πριν από το εν λόγω…

05.
Act: Trevor Herion
Song: Kiss Of No Return
Label: Imperial
From: “Kiss Of No Return” 7” Single,
“Beauty Life” LP
Year: 1982
Written by: Trevor Herion
File under: New Romantic, Electro Pop
Howlett value: 3/10

Ατυχής ο ιρλανδός Trevor Herion δεν στέριωσε ποτέ σε μπάντα που να κυκλοφόρησε πάνω από δύο – τρία singles (Puritans, Civillians) με πιο γνωστή τους Fallout Club ένα βραχύβιο σχήμα των τριών singles που απαρτιζόταν από τον Herion, τον Thomas Dolby και τον Matthew Seligman. Στην προσωπική καριέρα του επίσης άτυχος, ο Herion κυκλοφόρησε ένα album σε παραγωγή Stewart Levine, το οποίο αποκύρηξε ο τελευταίος λόγω παρεξήγησης (διαφώνησε για κάποια remixes), συν τέσσερα singles μέσα από αυτό. Το “Kiss Of No Return”, είναι ένα single που προηγήθηκε του album του, σε παραγωγή Mike Howlett και ενορχήστρωση του Thomas Dolby αλλά πραγματικά δε φαίνεται πουθενά ο λόγος όλης της σπατάλης ενέργειας. Πρόκεται για ένα μελοδραματικό βαριετέ με επίμονο ακορντεόν που ακούγεται ανυπόφορο με τον ίδιο να τραγουδάει σαν τους Righteous Brothers σε τσιγγάνικη ρομαντζάδα, ένα τραγούδι που αγγίζει τα όρια της παρωδίας. Επηρρεασμένος σαφώς από τον Billy McKenzie ως ερμηνεία, ο Herion ανεβοκατεβαίνει με τη φωνή του την cheesy σκάλα του kitsch. Κρίμα γιατί στο album του δεν ήταν τόσο τραγικά τα πράγματα, παρά τη δυσαρέσκεια του Levine. Προφανώς υπό το βάρος της κατάθλιψης που ανέπτυξε στα 80’s, ο Trevor Herion αυτοκτόνησε το 1988.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: αισθάνομαι σαν να ακούω την συμμετοχή της Βοσνίας -Ερζεγοβίνης στον στον ημιτελικό  του φεστιβάλ τραγουδιού της Eurovision. Φυσικά δεν περνάει με τίποτα στον τελικό.

06.
Act: Roman Holliday
Song: Don’t Take It All Away
Label: Jive
From: “Fire Me Up” LP
Year: 1984
Written by: Steve Lambert, Brian Bonhomme
File under: FM Rock
Howlett value: 4/10


Το βρετανικό κουιντέτο των Roman Holliday στα μέσα των 80’s κυκλοφόρησε τρία albums πριν διαλυθεί άδοξα – ίσως το ίδιο άδοξα με το πώς σχηματίστηκε. Οι Roman Holliday ποτέ δεν ξεπέρασαν τη μετριότητα –ίσως σε κάποια συμπαθητικά singles- επειδή ακριβώς έμοιαζαν να έχουν δημιουργηθεί για να πιάσουν στην αμερικανική αγορά, χωρίς όμως ποτέ να προσφέρουν κάτι διαφορετικό από τα ήδη υπάρχοντα γκρουπάκια αυτού του προσανατολισμού. O συνδυασμός της ρετρό αισθητικής στη μουσική τους και της σύγχρονης εικόνας τους –σαν wannabe groupies των Duran Duran– δεν απέδωσε τα βέλτιστα στην καριέρα τους. Το “Don’t Take It All Away” ήταν το ένα από τα δύο τραγούδια του τρίτου και τελευταίου album τους, στα οποία παραγωγή έκανε ο Mike Howlett (στα υπόλοιπα, το ρόλο του παραγωγού έπαιζε ο Nigel Green), ένα μέτριο και συμβατικότατο ημι-macho τραγουδάκι κορπορατικής pop για στάδια (μισογεμάτα). Ο βασικός τραγουδιστής Steve Lambert ποτέ δεν ήταν χαρισματικός, παρότι σωστός στον τρόπο του και φιλότιμος στις προσπάθειές του.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: βεβαιώνομαι ότι η ιστορία γράφεται από τους δεύτερους ρόλους αλλά σπανίως από τους τρίτους.

07.
Act: Ward Brothers
Song: Easy Prey
Label: Virgin
From: “Easy Prey” 7” Single,
“Madness Of It All” LP
Year: 1986
Written by: Graham Ward
File under: FM Rock
Howlett value: 4/10

Dave, Derek και Graham Ward ήταν οι Ward Brothers, ένα one hit wonder των μέσων των 80’s απο το Λονδίνο που προσπαθούσαν να παίξουν δελεαστικό τεχνοκρατικό rock pop (Starship, Yes…) για το αμερικανικό κοινό. Όπως και οι Alarm –χωρίς όμως τη “λεβεντιά” της ουαλικής καταγωγής, οι Ward Brothers ακούγονταν σοβαροφανείς και παραπάνω δραματικοί από όσο καταδείκνυε το στιλ τους: μουσικοί της χαίτης και με μία κρυφή (ή όχι και τόσο κρυφή) τάση για να γίνουν musos. Το album που κυκλοφόρησαν στα μέσα των 80’s δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε μεγάλη επιτυχία μέχρι που οι Wards εξαφανίστηκαν για να ξαναδώσουν το παρών το 1993 με ένα ακόμα αναιμικό psuedo-rock album – το ηλιθιωδώς τιτλοφορημένο “Wave Goodbye To Grandma”. Μέσα σε αυτή τη μάλλον άτυχη ύπαρξη του group, ο Mike Howlett παραδίδεται αμαχητί στην αμερικανίλα του στούντιο και χάνει στα σημεία: ούτε μία παραγωγή αξιοσημείωτη πετυχαίνει, ούτε να “σώσει” τα αδέλφια Ward από τη συμβατική μετριότητα, μπορεί.

 Προσωπικά, ακούγοντάς το: δικαιώνω προς στιγμήν, αυτούς που γιορτάζουν το ότι τελειώσαμε με τα 80’s για τα καλά και στον αγύριστο.

08.
Act: Valerie Lagrange
Song: Faut Plus Me La Faire
Label: Virgin
From: “Faut Plus Me La Faire / Sauve Moi” 7” Single,
“Faut Plus Me La Faire” LP
Year: 1980
Written by: Valerie Lagrange
File under: Reggae, New Wave
Howlett value: 5/10

H Valerie Lagrange από παριζιάνα it-girl στα 60’s μέχρι περιπλανώμενη χίπισσα –μετά το Μάη του ’68 που προφανώς τη συγκλόνισε- από τις ακτές της Ιταλίας μέχρι τη Βομβάη και πάλι πίσω στο Παρίσι, διένυσε μία περιπετειώδη καριέρα ηθοποιού στα πρώιμα 60’s και τραγουδίστριας -που έχει καταγραφεί στην ιστορία του γαλλικού chanson ως μία από τις επεισοδιακότερες της πατρίδας της. Το 1977 ήταν η πρώτη γαλλίδα που ηχογράφησε reggae υπό τις ευλογίες του εραστή της, Ian Jelfs (στο single “Si Ma Chanson Pouvait”) και η πρώτη γαλλίδα καλλιτέχνιδα που κυκλοφόρησε υλικό υπό την ομπρέλα της Virgin, στις αρχές των 80’s με το album της “Faut Plus Me La Faire” από όπου και το ομότιτλο κομμάτι. Η όλη ανανέωση στο image και στον ήχο της Lagrange από τον Jelfs μύριζε new wave και αυτό ακριβώς προσπάθησε να συγκεράσει στο reggae τραγούδι της. Η Lagrange τραγουδάει με τσαγανό και πόζα σε alternative ύφος και ο Howlett προσπαθεί να βρει τα σημεία όπου ενώνεται η βρετανικότητα με την γαλλοπρέπεια χωρίς να καταφέρνει συναρπαστικά αποτελέσματα.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: αντιλαμβάνομαι την υπερπροσπάθειά της να ακουστεί ως Chrissie Hynde της εποχής της. Μακράν δεν το καταφέρνει και δεν διαθέτει επιπλέον και κανένα σπουδαίο εκτόπισμα ούτε ως τραγουδίστρια ούτε ως συνθέτιδα.

09.
Act: Swimming Pool Q’s
Song: Pretty On The Inside
Label: A&M
From:  “Pretty On The Inside / Blue Tomorrow” 7” Single, “Blue Tomorrow” LP
Year: 1986
Written by: Anne Richmond Boston, William S. Burton, John F. Calder, Robert Matthew Elsey, John Edward Garnett
File under: FM Rock
Howlett value: 5/10

Παρότι χαιρετίστηκαν στις αρχές των 80’s ως ένα από τα “καυτά” συγκροτήματα της σκηνής της Georgia των Η.Π.Α. (μαζί με R.E.M., B-52’s, Pylon, Brains, Love Tractor), οι Swimming Pool Q’s είχαν πάντα ένα επίμονα “φιλολό” στοιχείο στην αύρα τους. Ίσως η Anne Richmond Boston ανέδιδε αυτή την αίσθηση της έντεχνης χειραφετημένης καλλιτέχνιδας και συνειδητά αποκεντρωμένης τύπισσας που έδινε και το συνολικό κλίμα στο group. Στο τρίτο album τους στα μέσα των 80’s, είχαν πλέον παγιωθεί σε αυτό το εντεχνιζέ στιλ με το οποίο ποτέ δεν κατάφερα να νιώσω άνετα. Πάντα μου φαινόταν στριμένο και μαζεμένο. Το “Pretty On The Inside” ακούγεται βαρετό και με τις ματιές του προς το roots rock να ακουμπάνε “κόκκινο”. Χωρίς να είναι κακό, ακούγεται λες και οι δημιουργοί του είναι πολύ ευχαριστημένοι μόνο και μόνο επειδή άρθρωσαν ένα απλό τραγούδι που πατάει μελωδικά σε όλη την παράδοση της αμερικανικής τραγουδοποιίας. Ο Mike Howlett τονίζει άστοχα την πατιναρισμένη φωνή της Boston (ένα πόντο από το να βγει αντιπαθής) και την κιθάρα του Bob Elsey που αφήνεται να παίξει και solo.  Υποτίθεται, το πέμπτο και πιο πρόσφατο ως σήμερα album τους, “Royal Academy Of Reality” του 2003 αποτελεί και το επίτευγμά τους.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: βαριέμαι τόσο πολύ όσα συμβαίνουν σε αυτό αλλά δεν με ενοχλεί και τόσο ώστε να το εκδηλώσω. Απλά περιμένω να τελειώσει.

10.
Act: Berlin
Song: Now It’s My Turn
Label: Geffen
From: “Now It’s My Turn / Lost In The Crowd” 7” Single, “Love Life” LP
Year: 1984
Written by: John Crawford
File under: Tech Rock
Howlett value: 5/10

Τέσσερα albums στο πρώτο μισό των 80’s συν άλλα δύο με το comeback τους στο πρώτο μισό των 00’s πρόσφεραν οι εξαμελείς Berlin από το Los Angeles, ένα group που συνόψισε γλαφυρά την ελαφρώς μπερδεμένη αντίληψη του μέσου αμερικάνου ακροατή για το πώς θα μπορούσε να λέγεται ένα μουσικό ιδίωμα που εμπνέεται από τους Kraftwerk και τον Giorgio Moroder. Συνήθως η αμερικανική μουσική δημοσιογραφία, αναφερόταν στο στιλ των Berlin (και όλων των ομογάλακτών τους) ως synth rock, μπερδεύοντας τους όρους και τις έννοιες σχετικά με το τι είναι rock, τι είναι pop και τα λοιπά. Οι Berlin έπαιζαν ένα υβρίδιο ηλεκτρονικής μουσικής που ανακάτευε αμήχανα την βρετανική electro pop με το σεξουαλικό φετιχισμό του ρόλου της μπροστάρισάς τους –της Terri Nunn– ως θηλυκό πρότυπο vamp, κάτι σαν το αρχέτυπο της γυναίκας αράχνης. Κοινώς, οι Berlin δεν είχαν καμία διάθεση να αποκοπούν από τα αμερικανικά στερεότυπα των ρόλων που μπορεί να υποδυθεί κάθε φύλο και συμπεριφέρονταν μουσικά σαν το punk να μην είχε συμβεί ποτέ. Στο τρίτο album τους, το μέτριο “Love Life” είχαν τον Mike Howlett στο πλευρό τους ως παραγωγό, εκτός από δύο τραγούδια – singles στα οποία παραγωγή έκανε ο Giorgio Moroder. Το “Now It’s My Turn” κυκλοφόρησε επίσης σε single, διαθέτοντας ακριβώς τον ήχο του μεταίχμιου ανάμεσα στην περίοδο των δύο πρώτων albums τους που έπαιζαν electro disco pop και των επόμενων (της θριαμβικής εμπορικά, περιόδου του “Take My Breath Away” και του “Top Gun”) που ήταν απλά ένα mainstream συγκρότημα συνθετικού rock. Ο ηγέτης τους John Crawford αλλοτριώθηκε σταδιακά ως συνθέτης μέσα στα 80’s και κατέληξαν από τα μέσα των 80’s και μετά να γράφει σαν τους Big Country, αφήνοντας την αρχική έμπνευσή του από τους Kraftwerk να υποχωρήσει στο μηδέν.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: το βρίσκω μέχρι και συμπαθητικό και διασκεδάζω πολύ με τις macho “εκδικητικές” φωνές της Terri Nunn.

11.
Act: Joan Armatrading
Song: Temptation
Label: A&M
From: “Temptation / Talking To The Wall” 7” Single, “Secret Secrets” LP
Year: 1985
Written by: Joan Armatrading
File under: Pop
Howlett value: 5/10

Παρότι η καριέρα της βρετανίδας (από τις Δυτικές Ινδίες) Joan Armatrading από τις αρχές των 70’s μέχρι και τα τέλη των 00’s αριθμεί δεκαεπτά albums, διακρίσεις (Grammies, Ivor Novello κ.λπ.) δύσκολα θα βρει κανείς ψεγάδια στον τρόπο που έχει “τοποθετηθεί” καλλιτεχνικά στη βρετανική σκηνή. Η συνέπεια και η εξελιξιμότητα του στιλ της παραμένουν παραδειγματικές αρετές για μία καλλιτέχνιδα που πάντα δρούσε εκτός μόδας και στιλ. Ωστόσο, στα μέσα των 80’s η Armatrading φάνηκε να χάνει τον προσανατολισμό της και να οδεύει στο δρόμο του απρόσωπου, corporate pop rock ύφους με ομογενοποιημένα χαρακτηριστικά, όπως φαινόταν στο album “Secret Secrets” με παραγωγό τον Mike Howlett. Ήταν η εποχή που ο Howlett, έχοντας ήδη διανύσει τον δημιουργικό κύκλο του post punk, έπιανε τον εαυτό του να μην έχει αντιστάσεις απέναντι στο διαβρωτικό τεχνοκρατικό στιλ των session μουσικών που κλάταραν τα studios αλλά με αποτελέσματα φτωχότερα των προσδοκόμενων. Το “Temptation” είναι ένα μέτριο single με αμήχανη ερμηνεία από την Armatrading και ακόμα πιο παροπλισμένο σαξόφωνο από τον Dave Bitelli.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που εφευρέθηκε ο “θεσμός” των session μουσικών. Θα ήταν καλύτερα να ακούγονταν λιγότερο βιρτουόζοι αλλά περισσότερο τραγανοί.

12.
Act: Athletico Spizz 80
Song: Central Park
Label: A&M
From: “Central Park / Doctors And Nurses (Dub Version)” 7” Single
Year: 1980
Written by: C.P. Snare, Dave Scott, Jim Solar, Mark Coalfield
File under: New Wave
Howlett value: 5,5/10

Οι Athletico Spizz 80 είναι ένα μόνο από τα πολλά ονόματα υπό τα οποία έδρασε αυτό το σύνολο (τα άλλα ονόματα ήταν Spizz, Spizzenergi και Spizzles), κυκλοφόρησαν δύο albums και πολλά singles αλλά πέραν του πρώτου υπέροχου punk rock τους “Where’s Captain Kirk”, δεν κατάφεραν να αρθρώσουν ποτέ έναν ήχο που να είναι ξεκάθαρος ούτε να γράψουν τραγούδια με ευδιάκριτες γραμμές, πλην εξαιρέσεων. Οι Athletico Spizz 80 στο “Central Park” ουσιαστικά φανερώνουν τη βασική αδυναμία τους –αυτήν που έχει να κάνει ακριβώς με το ότι αδυνατούσαν να βρουν συμπαγείς ραχοκοκκαλιές στα τραγούδια τους- αλλά και τη βασική δύναμή τους –μία περιρέουσα “λεβέντικη” punk διάθεση στον τρόπο που τραγουδάει ο Spizz. Ο Howlett χωρίς ουσιαστικά να έχει ένα καλογραμμένο τραγούδι στα χέρια του, τονίζει στην ουσία τα στοιχεία που ήταν της μόδας στην εποχή εκείνη –τα dub ίχνη, την ψιλή κιθάρα, τα keyboards που κάνουν στο υπόβαθρο, σουλάτσα αλά Stranglers και την “χύμα” διάθεση του group που δεν πολυνιάζεται να φτιάξει ευμνημόνευτη μουσική αλλά να συμμετέχει περισσότερο σε ένα κλίμα.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: θυμάμαι πόσο εξαιρετικοί ήταν οι… Gang Of Four στο ίδιο τερέν και πόσο καθόλου δεν μου έχει λείψει ο πειραματισμός και η μίξη του punk attitude με το dub και τη reggae.

13.
Act: Alarm
Song: Knife Edge
Label: I.R.S.
From: “Knife Edge” EP,
“Strength” LP
Year: 1986
Written by: Eddie McDonald, Mike Peters
File under: Classic Rock
Howlett value: 5,5/10

Οι Alarm είναι ένα group χαρακτηριστικό της τάσης κάποιων μερίδων του ακροατηρίου που εκτιμά περισσότερο τη λεβεντιά και τη στάση παρά το μουσικό περιεχόμενο. Περήφανοι Ουαλλοί rockers, οι Alarm δεν ξεπέρασαν ποτέ τη μετριότητα και παρά την εμπορική επιτυχία τους, δεν γράφτηκαν σε κανένα ιστορικό σημειωματάριο ως σπουδαίοι. Ενδεχομένως, το γεγονός ότι μοιράστηκαν τον ίδιο ατζέντη με τους U2 –τον Ian Wilson– λειτούργησε σαν κακό κάρμα πάνω τους, αφού τους κυνηγούσε παντού στον Τύπο, η ρετσινιά των U2 wannabes και όχι άδικα. Ο Mike Peters τραγουδάει με πάθος και με αδιαπραγμάτευτη επιμονή τα κομμάτια του με έναν τρόπο που δείχνει άμεσα στην κατεύθυνση του Bono. Κι επιπλέον, οι Alarm δεν διέθεταν ποτέ, εκείνο το τραγανό feel του νεοκυματικού δρόμου – ακούγονταν πάντα ως λαϊκοί macho rockers που τους ένιαζε πιο πολύ το ντεσιμπέλ παρά ο λόγος τους. Ο Mike Howlett ανέλαβε ολόκληρη την παραγωγή του δεύτερου album τους, να αντιμετωπίσει δηλαδή έναν ήχο που στα δικά μου αυτιά ακούγεται σαν αμερικανοπρεπές boogie rock και όχι –σε καμμία περίπτωση- ως alternative rock. Οι Alarm στο “Knife Edge” ακούγονται πιο πολύ σαν Georgia Satellites με φωνητικά U2 που αλληθωρίζουν στα μεγαστάδια.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: πιστεύω ότι μόνο όσοι έχουν χαίτη μπορούν να εκτιμήσουν με πίστη και σε βάθος.

14.
Act: TV21 with Cannizarro Strings
Song: All Join Hands
Label: Dindisc
From: “All Join Hands / A Journey Up The Zambezi (And Back)” 7” Single
Year: 1981
Written by: Norman W. Rodger
File under: Nu Pop
Howlett value: 5,5/10

Από τα άξια groups που γράφτηκαν με πολύ ψιλά γράμματα στις ιστορικές σελίδες επειδή κυκλοφόρησαν μόλις ένα album και μία χούφτα singles, οι TV21 έπαιζαν ένα new wave διαλλακτικό αλλά αποφασιστικό. Μετά από ένα ζευγάρι singles στην μικρή Powbeat, η Deram κυκλοφόρησε το album τους συν δύο singles μέσα από αυτό, σε παραγωγή του Ian Broudie των μετέπειτα Lightning Seeds και ένα ακόμα single πριν διαλυθούν, το “All Join Hands” μαζί με τα έγχορδα μέρη των Cannizarro Strings, δηλαδή τoυ βιολιού της Charlotte Buchanan και του τσέλου της Judith Herbert. Το single παρουσίαζε πλήρως αλλαγμένο τον ήχο του group, σε μία προσπάθεια να ευθυγραμμιστεί με τα νέα ήθη της εποχής –μία διεκπεραιωση που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Mike Howlett ως παραγωγός-, μίας pop εκλεκτικής και αποψάτης, με τη φωνή (όχι πάντως, ιδιαίτερα ευπρόσωπη) του Norman Rodger να θυμίζει τον Michael Head των Pale Fountains. Ο Mike Howlett δεν έχει και πολύ γερό υλικό στα χέρια του για να φροντίσει και περιορίζεται στο να προσπαθεί να δώσει την αίσθηση της νέας εποχής της electro pop, τονίζοντας διακριτικά τα keyboards στο υπόβαθρο. Το τελικό, όμως, στοίχημα του τραγουδιού δεν κερδίζεται – ξεχνιέται εύκολα, αν και δεν υπάρχει τίποτα ενοχλητικό ή άσχημο μέσα του.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: νιώθω την μανία της εποχής που κυκλοφόρησε, για αλλαγή και νέα ήθη. Ο κιθαριστικός ήχος στρογγυλοποιείται και τα keyboards γίνονται πιο περίπλοκα.

15.
Act: Radio Actors
Song: Nuclear Waste
Label: Virgin
From: “Nuclear Waste / Digital Love” 7” single
Year: 1977
Written by: Harry Williamson
File under: Power Pop
Howlett value: 5,5/10

Οι Radio Actors δεν ήταν παρά ένα απεγνωσμένο εγχείρημα των Gong (και αν θέλετε να κάνετε αναγωγές, του progressive rock, γενικότερα) που προσπαθούσαν να ενταχτούν – προσαρμοστούν – αγκαλιάσουν την νέα εποχή που είχε ήδη καταφτάσει με τη νευρική power pop και το punk κλίμα των ημερών. Στην ουσία, μέλη των Gong – Steve Hillage (κιθάρα), Nik Turner (σαξόφωνο), Harry Williamson (ρυθμική κιθάρα), Gilli Smyth (φωνητικά), Steve Broughton (drums), Mike Howlett (drums) ακολούθησαν το offshoot όραμα του Williamson και συνέβαλαν στο δυστοπικό αυτό single που ευαγγελιζόταν τον πυρηνικό όλεθρο και την ισοπέδωση. Το μεγάλο trivia εδώ, είναι ότι o ίδιος ο Howlett πρότεινε ως τραγουδιστή στο βραχύβιο σχήμα τον Sting, ο οποίος είχε μόλις βγει από τους Strontium 90 και όδευε προς την δόξα των Police. Αξιοσημείωτο είναι το πώς η φωνή του κυρίου Gordon Summer δεν “δένει” καθόλου με αυτήν του Harry Williamson. Πρόκειται για μία ζωντανή αναπαράσταση του χάσματος ανάμεσα στο ξεχειλωμένο prog rock (ο Hillage δεν αντέχει να μην κάνει τα solos του) και το new wave που ερχόταν μαινόμενο (ο Sting “φτύνει” τα αδρεναλινούχα λόγια του με μανία). Αυτός ο γάμος δεν θα ήταν δυνατόν να συλληφθεί ούτε ως ιδέα και οι Radio Actors πέραν του εν λόγω single δεν είχαν καμμία συνέχεια. Ωστόσο, ως παραγωγή –του Simon Heyworth σε συνεργασία με τον Mike Howlett, καταδεικνύει θολά τα μέρη στα οποία θα άρχιζε να κινείται στο μέλλον ο δεύτερος.

Προσωπικά ακούγοντάς το: νιώθω την αμηχανία των “παλιών” και την ορμή του “καινούργιου” κάπως σαν σκυτάλη ανάμεσα σε δύο εποχές.

16.
Act: Dedringer
Song: Sunday Drivers
Label: Dindisc
From: “Sunday Drivers / We Don’t Mind” 7” Single,
“Direct Line” LP
Year: 1981
Written by: Neil Hudson, Al Scott, Lee Flaxington, Kenny Jones
File under: Hard Rock
Howlett value: 6/10

Στη θητεία του στην Dindisc ως σχεδόν μόνιμος παραγωγός του roster της ετικέτας, ο Mike Howlett δεν είχε πάντα να αντιμετωπίσει υλικό που ανήκε στο ευρύτερο νεοκυματικό πλαίσιο. Οι Dedringer ήταν ένα κουαρτέτο αμιγούς hard rock που ανέβηκε στο τρένο του ιλλιγιωδώς μανιασμένου NWOBHM (new wave of british heavy metal) αρχικά παίζοντας διασκευές και αργότερα αναπτύσσοντας δικό τους υλικό που τους έφερε στη θέση να παίζουν support στους Praying Mantis, τους Triumph και τους Michael Schenker Group. Οι Dedringer με έναν ήχο όχι πολύ διαφορετικό από το σκληρό boogie rock των Foghat και με όλα τα κλισέ που μπορεί να έχει το βρετανικό hard rock των 70’s που μεταγγίστηκαν στο hair metal των αμερικανών στα 80’s (macho πόζες, ζορισμένα φωνητικά, κιθαριστικά riffs που εκρήγνυνται σε solos μετά τα μέσα των τραγουδιών κ.λπ) δεν είχαν σχεδόν κανένα σημείο διαφοροποίησης στον ήχο τους από το μέσο brit heavy group και για αυτό δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν ποτέ τα όρια ενός μικρού, στενού κύκλου φανατικών. Ηχογράφησαν δύο albums, το 1981 και το 1983 (το δεύτερο ήταν το ατυχές “Second Rising”) και χάθηκαν, αφήνοντας ένα ισχνό αποτύπωμα στην ιστορία. Το ντεμπούτο αυτό single τους φανερώνει μία party rock μπάντα που δεν κρατιέται να “τα σπάσει” αλλά δεν πολυξέρει και πώς να… δημιουργήσει μόνη της αυτά που θέλει να σπάσει κατόπιν…

Προσωπικά ακούγοντάς το: εκτιμώ ότι πάλεψαν να γράψουν τραγούδι της προκοπής αλλά είναι τέτοια η λαχτάρα τους για μία θορυβώδη νύχτα έξω με τους φίλους τους, πνιγμένη στη μπύρα, που δεν σου μένει και μεγάλο περιθώριο να τους ξαναθυμηθείς μετά το hangover.

17.
Act: Strontium 90
Song: New World Blues
Label: Ark 21
From: “Police Academy” LP
Year: 1997 (1977)
Written by: Mike Howlett
File under: Groove rock
Howlett value: 6/10

Οι Strontium 90 ήταν ένα ακόμα πείραμα του Mike Howlett να εισαχθεί στην νέα εποχή μετά τον παροπλισμό των prog rockers Gong. Κάλεσε τον Sting, τον Andy Summers και τον Stewart Copeland να φτιάξουν ένα σχήμα στο καινούργιο κλίμα της εποχής του new wave, παράλληλα σχεδόν με το project των Radio Actors το οποίο στην ουσία ήταν το νεοκυματικό άλλοθι μελών των Gong και των Hawkwind. Οι Strontium 90 έπαιξαν support στις 28 Μαϊου 1977 σε ένα comeback των Gong στο Λονδίνο – φαίνεται ότι η καριέρα του Sting έμελλε μοιραία να βαπτιστεί από το περιβάλλον των Gong. Οι Strontium 90 ηχογραφήθηκαν σε κείνο το live των Gong και μαζί με κάποιες στουντιακές αλχημείες τους πριν από κείνο το live, συγκέντρωσαν ένα υλικό που κυκλοφόρησε μόλις είκοσι χρόνια αργότερα, το 1997 σε ένα αρχειακό album που ονομάστηκε “Police Academy”. O Howlett εγκατέλειψε τους Strontium 90 ενώ οι υπόλοιποι τρεις συνέχισαν ως Police σε μία καριέρα θριάμβου και κατάκτησης της υδρογείου.

Προσωπικά ακούγοντάς το: αναγνωρίζω την αγωνία στη φωνή του Sting να κατακτήσει τον κόσμο, χωρίς όμως να έχει ανακαλύψει εντελώς το στίγμα του.

18.
Act: Original Mirrors
Song: Dancing With The Rebels
Label: Mercury
From: “Dancing With The Rebels / Sure Yeah” 7” Single, “Heart Twango & Raw Beat” LP
Year: 1981
Written by: Ian Broudie, Steve Allen
File under: Power Pop
Howlett value: 6/10

O Ian Broudie από τους Big In Japan και ο Steve Allen από τους Deaf School ήταν ο πυρήνας των Original Mirrors από το Liverpool, ενός group που λειτούργησε ως διάμεσο μεταξύ της νεοκυματικής glam pop και του new wave για να προετοιμάσει την καριέρα του Ian Broudie ως άρτιο παραγωγό και συνθέτη. Το “Dancing With The Rebels” διαθέτει αρκετούς από τους επικούς αντίλαλους του τεχνοκρατικού rock των σταδίων έτσι όπως θα εξελισσόταν στα 80’s με τους Big Country και τους Simple Minds. Προέρχεται από το δεύτερο, μάλλον ατυχή δίσκο του group, μετά το υποσχόμενο ομώνυμο ντεμπούτο τους και δεν προκαλεί καμία έκπληξη ότι οι Original Mirrors διαλύθηκαν μετά την εμπορική αποτυχία του. Την καθόλου άδικη, βεβαίως. Διότι όλες οι αρετές που ήρθαν στην επιφάνεια αργότερα στο συνθετικό ταλέντο του Broudie, εδώ ακούγονται ακόμα άγουρες αν και ενδεικνύουν την ικανότητά του να στήνει έξυπνα pop ρεφρέν. Ο Steve Allen ενώ στο ντεμπούτο τους τραγουδούσε με κείνους τους απολαυστικούς λαρυγγισμούς και το στιλ του cool rocker, εδώ τραγουδάει σαν δευτεροκλασάτος Jim Kerr. Ο Mike Howlett στην παραγωγή δίνει στο τραγούδι τη μοναδική διέξοδό του στην πιθανότητα της επιτυχίας, τονίζοντας τον εμβατηριακό ρυθμό του.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: σκέφτομαι ότι ακόμα και η πιο φανατική αγορίστικη buddy pop έχει όρια στην αφέλειά της.

19.
Act: Sniff ‘N’ The Tears
Song: That Final Love
Label: Chiswick
From: “That Final Love / Like My Fantasy” 7” Single,
“Love / Action” LP
Year: 1981
Written by: Paul Roberts
File under: New Wave
Howlett value: 6/10

Οι Sniff ‘N’ The Tears δικαίως θεωρούνται one hit wonders στην πατρίδα τους την Αγγλία, καθώς ποτέ δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν την θραυστική επιτυχία τους “Driver’s Seat” του 1979, αν και είχαν κυκλοφορήσει τέσσερα albums πριν διαλυθούν το 1984 και άλλα τρία μετά τον επανασχηματισμό τους το 1992, το πιο πρόσφατο μάλιστα album τους κυκλοφόρησε αθόρυβα μόλις το 2011. Βέβαια μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, το line up του group σπανίως παρέμενε ίδιο από δίσκο σε δίσκο – με μόνο κοινό παρανομαστή τον αρχηγό του Paul Roberts, ο οποίος ακόμα και μετά την πρώτη διάλυσή τους στα μέσα των 80’s κυκλοφόρησε δύο προσωπικά albums. Ο λόγος για τον οποίο, οι Sniff ‘N’ The Tears δεν συνέχισαν τις επιτυχίες τους ήταν προφανώς ο ίδιος για τον οποίο οι Dire Straits για παράδειγμα, τις συνέχισαν και θριάμβευσαν εμπορικά, αλλά έχοντας αξιοποιήσει, οι τελευταίοι τα συγκριτικά εμπορικά πλεονεκτήματά τους. Το άνοιγμά τους στην αμερικανική αγορά με την παράλληλη προσαρμογή του ήχου τους σε αυτήν, στάθηκε η κατάρα τους. Μετά το ντεμπούτο τους “Fickle Heart”, οι κυκλοφορίες του group ακούγονταν ως αναιμικά δευτερογενή αναμασήματα μίας ακαθόριστης αμερικανόπληκτης αισθητικής. Και η φωνή του Paul Roberts δεν βοηθούσε ιδιαίτερα: ακουγόταν πάντα σαν παραγιός του J.J. Cale με ένα γρέζι που σύντομα έγινε μία στιλιστική μανιέρα. Στο τρίτο album τους, οι Sniff ‘N’ Tears είχαν μάλλον, ήδη οσμιστεί ότι το πράγμα δεν πάει πουθενά. Όσο συμπαθητικό και αν είναι το ένα από τα δύο singles του album, “That Final Love” δεν μπορεί να αποτινάξει από πάνω του την αίσθηση του “λίγου” και του ελαφρώς μπανάλ.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: νιώθω ότι ακούω ένα βρετανικό group που μιμείται ένα αμερικανικό που μιμείται ένα βρετανικό. Το μπρος πίσω στον Ατλαντικό, χάνει πράγματα στη διαδρομή.

20.
Act: Voice Of America
Song: I Will Tell
Label: An Ammunition Communication
From: “I Will Tell” EP
Year: 1986
Written by: David Shaw, Mark Duckworth, Steve Bow
File under: Electro Pop
Howlett value: 6/10


Οι Voice Of America είναι ένα πολύ “πίσω από τον ήλιο” τρίο που έβγαλε… ενάμισυ περίπου single στα μέσα των 80’s και μετά εξαφανίστηκε όσο μυστηριωδώς είχε εμφανιστεί. Με έναν ήχο που δανειζόταν την υπερβατική ατμόσφαιρα των νεορομαντικών, μεταλλαγμένη στο ελαφρώς τεχνοκρατικό κράμα του arena pop rock οι Voice Of America τραγουδούσαν με τις έρρινες φωνές που αντηχούν ακόμα από τα 80’s και κείνη την διάθεση της μεταμοντέρνας περιφρόνησης κάθε επιθετικού και αιχμηρού στοιχείου στον ήχο τους. Το ep τους κυκλοφόρησε αρχικά στη δική τους εταιρία, πριν τους “τσιμπήσει” η Virgin και επανακυκλοφορήσει το single την επόμενη χρονιά. Ο Mike Howlett θυμάται στιγμιαία ξανά το post punk των πρώτων 80’s και δίνει “χώρο” στην αλά Simple Minds αισθητική τους, χωρίς όμως να έχει σπουδαία σύνθεση στα χέρια του. Το single κέρδισε μία μυθική αίγλη μέσα στα χρόνια λόγω της σπανιότητάς του, χάρη στην οποία οι φανατικοί του περίφημου 80’s ήχου το αναζητούν με μανία σε δισκοπωλεία “δεύτερου χεριού”.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: αναγνωρίζω ότι τα rarities του παρελθόντος απέκτησαν αυτή την ιδιότητά τους για ένα λόγο. Ποτέ τυχαία.

21.
Act: Tin Tin
Song: Hold It
Label: WEA
From: “Hold It / Blowing Kisses” 7” Single
Year: 1983
Written by: Stephen Duffy
File under: Electro Pop
Howlett value: 6/10 

Δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο το αν ήταν ευτυχία ή ατυχία το ότι ο Stephen Duffy από το Birmingham, παρότι ιδρυτικό μέλος των Duran Duran, εγκατέλειψε το group ένα χρόνο πριν υπογράψουν στην EMI. Αν είχε παραμείνει, δεν θα είχε φτιάξει τους Tin Tin (με μέλη των Fashion και Dexy’s Midnight Runners), δεν θα είχε ηχογραφήσει πέντε προσωπικά albums και άλλα οκτώ με τους Lilac Time και άλλο ένα με τον Roger Freeman των Pigbag ως Dr. Calculus και άλλο ένα με τον Nick Rhodes ως Devils και ένα single με τον Alex James των Blur και την Justine Frischman των Elastica, ως Me Me Me και δεν θα έκανε παραγωγές για τον Robbie Williams. Ο Stephen Duffy αν μη τι άλλο είναι ιδιαίτερα ανήσυχος δημιουργός – παραγωγός στην βρετανική pop σκηνή και τότε στις αρχές των 80’s δε κρατιόταν να κάνει μία καριέρα που θα σημείωνε θραύση. Παρότι το “Hold It” ως Tin Tin ήταν αρκούντως ηλεκτρονικό και επαρκώς αυτάρεσκο ως διάθεση και ερμηνεία, δεν κατάφερε να τον επιβάλλει όσο το άλλο solo single του “Kiss Me”. Το “Hold It” ακούγεται σήμερα σαν μία τυπική μέρα του 1983 στο Top Of The Pops, όλο ναζιάρικα synths και φλερτ από τη μία, με τους νεορομαντικούς και από την άλλη με το italo disco. O Mike Howlett απλά αφήνεται να ακολουθήσει το ρεύμα, στρώνει τα bleeps των synths και φροντίζει τη φωνή του Duffy ώστε να ακούγεται ματαιόδοξη και αφελής όσο χρειαζόταν η εποχή της μπαντάνας και του ρεβέρ.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: η εφηβεία πουσάρει σφοδρά ξανά στην επιφάνεια διεκδικώντας την πρωτοκαθεδρεία της στη μνήμη.

22.
Act: Straight Eight
Song: I’m Sorry
Label: RCA
From: “I’m Sorry / Satisfied” 7” Single,
“Shuffle ‘N Cut” LP
Year: 1981
Written by: Rick Cassman
File under: Power Pop
Howlett value: 6/10 

Οι λονδρέζοι Straight Eight δεν άφησαν κάποιο σπουδαίο αποτύπωμα στην pop ιστορία. Διήρκεσαν περίπου επτά χρόνια από τα μέσα των 70’s μέχρι το 1983 και κυκλοφόρησαν τρία albums ανάμεσα στην power pop και το boogie rock χωρίς ποτέ να έχουν αποφασίσει αν είναι μέρος του βρετανικού new wave ή του αμερικανικού A.O.R. Το “I’m Sorry” από το δεύτερο album τους είναι μία από τις καλύτερες στιγμές τους, ένα κομμάτι που κυμαίνεται ανάμεσα στους Ruts D.C., τους Cars και τους Loverboy, ηχητικά αλλά με έναν αέρα φρέσκο για την εποχή του. Νευρώδες, κελαριστό και αγέρωχο, με τη φωνή του Rick Cassman να προσομοιάζει νεοϋορκέζο αυτόχθονα όσο τίποτ’ άλλο, φέρει την υπογραφή του Howlett στην παραγωγή που νιώθει και μία επιπλέον ανάγκη να προσθέσει στον ήχο τους κάποια macho στοιχεία, τονίζοντας την “ανάγκη” της εποχής για “άνοιγμα” στα στάδια. Οι Straight Eight ευτύχησαν από τη μία να ανακαλυφθούν από τον Pete Townshend των Who που τους υπέγραψε στην εταιρία του Eel Pie αλλά ατύχησαν όταν ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν αμερικανική περιοδεία ως support των Who, αλλά ο θάνατος του Keith Moon φρέναρε τα σχέδιά τους για αμερικανικό crossover.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: νιώθω εκείνη την αφελή διάθεση ελευθερίας που μόνο groups σαν τους Journey και τους Styx σε κάνουν να νιώσεις – πριν προσγειωθείς ευτυχώς, πάλι στην πραγματικότητα και σοβαρευτείς για να αντιμετωπίσεις τα δύσκολα.

23.
Act: Ruts D.C.
Song: Different View
Label: Virgin
From: “Different View / Formula Eyes” 7” Single, “Animal Now” LP
Year: 1981
Written by: John «Segs» Jennings, Paul Fox, Dave Ruffy
File under: New Wave
Howlett value: 6,5/10

Οι λονδρέζοι Ruts έγιναν ένα από τα πιο ελπιδοφόρα darlings της punk – new wave σκηνής του τέλους των 70’s αφού κατάφερναν να περάσουν στον ήχο τους στοιχεία από την reggae dub σκηνή και το αναβιωτικό ska πάνω σε έναν ηχητικό κορμό που παρέμενε πιστός στο σκεπτόμενο punk. Από τον John Peel μέχρι τον Rat Scabbies των Damned, η κοινότητα του “καινούργιου” αγκάλιασε τους Ruts και τα δύο albums που κυκλοφόρησαν με αυτό το όνομα, πριν πεθάνει από overdose ηρωίνης ο τραγουδιστής τους Malcolm Owen το καλοκαίρι του 1980. Ο Paul Fox ανέλαβε την πρώτη φωνή αργότερα και οι Ruts μετονομάστηκαν σε Ruts DC (Da Capo που σημαίνει επιστροφή από την αρχή) για να κυκλοφορήσουν δύο ακόμα albums πριν διαλυθούν το 1983. Από το τρίτο album τους “Animal Now”, το “Different View” ακούγεται πολύ πιο σμιλεμένο και φροντισμένο από τα τραγούδια της πρώτης φάσης τους, ωστόσο, η φλόγα είχε ήδη υποχωρήσει. Παρότι το group ακούγεται δεμένο, με το θαυμάσιο break του σαξοφώνου του Gary Barnacle και την σχετική αίσθηση έντασης που άλλοτε έβαζε φωτιά (θυμηθείτε το εμπρηστικό “Babylon’s Burning”), το “Different View” ως το πρώτο single από τη νέα φάση τους, δεν απογειώνεται ποτέ, αν και οι προσπάθειες του Howlett στην παραγωγή να προσδώσει στο positive new wave μία φρεσκάδα, είναι έντονες πλην άκαρπες. Η σύνθεση είναι γραμμένη μουδιασμένα. Στο album τους, “Animal Now” που ακολούθησε αμέσως μετά, την παραγωγή ανέλαβε ο John Brand.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: αισθάνομαι ότι θέλω πολύ να μου αρέσει (όλα τα οικεία χαρακτηριστικά ενός αγαπημένου ήχου είναι παρόντα) αλλά για κάποιο λόγο δε μου επιτρέπεται από τους ίδιους.

24.
Act: John Foxx
Song: Twilight’s Last Gleaming
Label: Virgin
From: “Golden Section” LP
Year: 1983
Written by: John Foxx
File under: New Romantic, Electro Pop
Howlett value: 7/10

Ο John Foxx είναι ο πρώτος τραγουδιστής των Ultravox, στην περίοδο των πρώτων τριών albums τους στα 70’s, όταν ακόμα δεν είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν το punk για να βγουν στα ανοιχτά νεορομαντικά πεδία με μπροστάρη τον Midge Ure. Μετά τους Ultravox, ο Foxx ξεκίνησε ένα προσωπικό ταξίδι στη δισκογραφία με τέσσερα albums στην πρώτη πενταετία των 80’s και μετά με ένα σερί δίσκων που δεν έχει τελειωμό, από το 1997 που επανεμφανίστηκε στο προσκήνιο, είτε με solo albums είτε συνεργατικά με τον Louis Gordon, και πρόσφατα μετά τα 00’s με τον Harold Budd και το σχήμα των Maths. Στα studios του που ονόμασε The Garden στο Λονδίνο, ηχογράφησαν όλα τα λαμπερά ονόματα της ηλεκτρονικής pop σκηνής της εποχής του. Στα πρώτα albums του των 80’s έπαιζε αυτήν την συνθετική, “πολική” pop, εντελώς αδρή και υποβλητική με συστατικά που αντλούσε μόνο από τον “βορρά”. Το τελευταίο τραγούδι που έκλεινε το τρίτο album του “Golden Section” έφερε την υπογραφή της παραγωγής του Mike Howlett, μία περιβαλλοντικής αισθητικής ηλεκτρονική ατμόσφαιρα, με μελαγχολική διάθεση που θυμίζει έντονα την δεύτερη περίοδο των Depeche Mode (“Black Celebration” κ.λπ.)

Προσωπικά, ακούγοντάς το: νιώθω το κρύο της ατμόσφαιρας πάνω μου σαν κουβέρτα. Ωστόσο, η φωνή του Foxx και η μελωδία του σε προφυλλάσουν από τα κρυοπαγήματα.

25.
Act: Susan Fassbender
Song: Merry Go Round
Label: Criminal
From: “Merry Go Round / Reasons” 7” Single
Year: 1981
Written by: Kay Russell, Susan Fassbender
File under: Nu Pop
Howlett value: 7/10

H Susan Fassbender ήταν μία τραγουδοποιός – τραγουδίστρια – πολυοργανίστα από το Bradford του αγγλικού Yorkshire που εμφανίστηκε στις αρχές των 80’s στο προσκήνιο για να παίξει στρογγυλή, καλαίσθητη, νεοκυματική pop. Παρότι η Fassbender (πραγματικό όνομα Susan Whincup) στην ουσία ηχογραφούσε και έπαιζε live μαζί με την κιθαρίστα Kay Russell ως ντουέτο, τα μόλις τρία singles που κυκλοφόρησαν (με εκπληκτικό artwork και τα τρία από τη ζωγράφο Hilary Goodwright) έφεραν το όνομα της πρώτης μόνο. Τα δύο κορίτσια προσπαθώντας να βρουν το στίγμα τους μέσα στην καινούργια, τότε εποχή, δεν είχαν την ευκαιρία καν να κυκλοφορήσουν album, καθώς μετά την επιτυχία του πρώτου single τους, “Twilight Café” αλλά την μέτρια εμπορική αποδοχή των δύο επόμενων “Stay” και “Merry Go Round”, η εταιρία τους Criminal Records έσπασε το συμβόλαιό τους και τις έδιωξε. Οι δύο τους διέλυσαν το ντουέτο τους, χώρισαν τους δρόμους τους, παντρεύτηκαν, μεγάλωσαν παιδιά και σποραδικά μέσα στα υπόλοιπα 80’s, αντάλασσαν ιδέες για πιθανά τραγούδια. Το τελευταίο τους single “Merry Go Round” είναι μία συμπαθητική προσπάθεια της Fassbender και της Russell να αποδείξουν την εύλογη βιωσιμότητά τους στη μουσική βιομηχανία με μία παραγωγή από τον Mike Howlett που τονίζει τα keyboards και τα αρμονικά φωνητικά τους (μοιάζουν πολύ με τις Martha Johnson και Martha Ladly των Martha & The Muffins) σε ένα φόντο χαρούμενο και ξέγνoιαστο, όχι όμως σαχλό. Μάλλον όμως δεν ακούσε αυτό για το βρετανικό κοινό. Η Susan Fassbender αυτοκτόνησε το 1991 – προφανώς ποτέ δεν κατάφερε να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα της άτυχης καριέρας της.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: συμμερίζομαι απόλυτα την διάθεσή τους για εξωστρεφή, ανεβαστική pop και χαίρομαι που διαπιστώνω για μία ακόμη φορά ότι την ιστορία και την ατμόσφαιρα μιας εποχής, δεν την δημιουργούν μόνο οι νικητές αλλά και οι “κρυμμένες” απολαύσεις της.

26.
Act: Wendy Wu
Song: For Your Love
Label: Epic
From: “For Your Love / Charlotte” 7” Single
Year: 1982
Written by: Graham Gouldman
File under: New Wave, Electro Pop
Howlett value: 7/10

H Wendy Wu ήταν η τραγουδίστρια και κεντρική φιγούρα των new wavers Photos, μαζί τους είχε ηχογραφήσει το ομότιτλο album τους το 1980 και μερικά singles πριν διαλυθούν, μία συμπαθέστατη μπάντα που ξεπήδησε από τις στάχτες του punk με αρχικό όνομα Satan’s Rats. Η Wendy προσπάθησε να στήσει μία προσωπική καριέρα αργότερα, με μερικά singles που ποτέ δεν μαζεύτηκαν σε album, πριν στήσει το ντουέτο Strange Cruise, μαζί με τον Steve Strange των Visage το 1986. Το “For Your Love”, το classic των Yardbirds μεταμορφώνεται εδώ σε ένα μοντέρνο, τεχνολογικά τεταμένο new wave για τη φουτουριστική γενιά που στα 80’s ατένιζε το μέλλον με δέος και στιλάτα κοστούμια εμπνευσμένα από το διάστημα και την φιλολογία του. Χορευτικό, εξωστρεφές και έντονο, το κομμάτι δεν θα μπορούσε να αποτύχει – είναι τόσο σπουδαία η σύνθεση που δεν υπήρχε περίπτωση να μην “δείξει” τη δυναμική της, όποια μεταχείριση και αν της επιφύλασσαν. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Mike Howlett φαίνεται να διαθέτει πλήρη επίγνωση ότι έχει στα χέρια του ένα “σιγουράκι” και ο κόπος που καταβάλλει δεν είναι πολύς.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: θυμάμαι γιατί το shake παραμένει ο πιο sexy και διεγερτικός χορός από όλους τους χορούς που επινοήθηκαν από τους hipsters από την εποχή των μέσων των 50’s και μετά.

27.
Act: Revillos
Song: Juke Box Sound
Label: Dindisc
From: “Rev Up” LP
Year: 1980
Written by: Hifi Harris
File under: New Wave, Rock ‘n’ Roll
Howlett value: 7/10

Ο Εugene Reynolds και η Faye Fife όταν αποφάσισαν to 1980 να δώσουν συνέχεια στους επεισοδιακούς Rezillos  που διαλύονταν προς πάσα κατεύθυνση, ονομάζοντας το νέο τους σχήμα Revillos, μετέφεραν μαζί τους όλη εκείνη την τρέλλα για το glam sci fi, το camp των b-movies και όλη την ανανεωμένη εναλλακτική ματιά στο κλασικό rock ‘n’ roll του προηγούμενου σχήματος. Το “Secret Of The Shadow” και γενικά όλη η φιλοσοφία των Revillos βρίσκεται κοντά στην γνήσια pop πολυχρωμία των B-52’s αλλά με μία πρόσθετη εσκεμμένη αφέλεια που έχει να κάνει με τη νοσταλγία τους για την χρυσή εποχή του rock ‘n’ roll των 50’s. Ουσιαστικά η παραγωγή του Howlett άπλωνε γέφυρες ανάμεσα στην ρετρολαγνεία των Revillos με το τρέχον νεοκυματικό κλίμα της εποχής. Πρόσδωσε σημεία αιχμής στις κιθάρες και τα φωνητικά και έδεσε σε ένα νευρικό, αδιαπραγμάτευτα χορευτικό στιλ τον ήχο του group. Οι Revillos διήρκεσαν ως το 1985 κυκλοφορώντας έναν ακόμα δίσκο μέχρι τότε (το “Attack” του 1982) και ξαναφτιάχτηκαν το 1994 για δύο χρόνια.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: νομίζω ότι πρωταγωνιστώ στο “Happy Days” ή ίσως στο “American Graffiti”.

28.
Act: Comsat Angels
Song: Island Heart
Label: Jive
From: “Island Heart / Scissors And Stones” 7” Single,
“Land” LP
Year: 1983
Written by: Stephen Fellows, Kevin Bacon, Mik Glaisher, Andy Peake
File under: Electro Pop
Howlett value: 7/10

Από το Sheffield και το Doncaster, το κουαρτέτο των Comsat Angels ξεκίνησε ως μία δύναμη του post punk για να εξελιχθεί μετά τα τρία πρώτα albums του στην Polydor, σε ένα συμβατικό, προσανατολισμένο στην αρένα συγκρότημα που πόνταρε στην τεχνολογία των 80’s αλλά χωρίς να το πηγαίνει πουθενά. Οι Comsat Angels (ονομάστηκαν Dream Command το 1990 για να παίξουν αποενοχοποιημένα A.O.R.) κυκλοφόρησαν εννιά albums μέχρι τη διάλυσή τους το 1995. Ο κιθαρίστας και τραγουδιστής τους Stephen Fellows τραγουδάει με έναν τρόπο που δικαιολογεί το σχεδόν cult status του group – συνοψίζει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνει το σκοτεινό post punk, τόσο αγαπητό στους σκληρούς πυρήνες του ακροατηρίου του. Ενώ τα τρία πρώτα albums τους στην Polydor έφεραν την υπογραφή του Peter Wilson, όταν άλλαξαν εταιρία για την Jive, ο Mike Howlett, λείανε τις γωνίες τους και προσανατόλισε τον ήχο τους προς τη ρότα των Simple Minds – με απώτερο στόχο να πιάσουν φυσικά την Αμερική. Το “Island Heart” είναι ένα τεταμένο κομμάτι – κάτι σαν σπουδή πάνω στα αγχωμένα uptempo της εποχής, με τα κελαριστά synthesizers στο υπόβαθρο να παίζουν τον ακρογωνιαίο ρόλο τους. Εύκολο, άμεσα κατανοητό και υπερβατικό στις προθέσεις του, αντιπροσωπεύει όχι μόνο την κατάσταση των Comsat Angels στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά ολόκληρη την ηλεκτρονική pop σκηνή που είχε χτυπηθεί από τον ιό ενός αδιαπραγμάτευτου ρομαντισμού.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: θέλω να ξανακούσω με κάθε λεπτομέρεια όλη τη δισκογραφία τους και να βρω ποια σημεία ακριβώς ξεσήκωσαν οι Editors και οι Interpol.

29.
Act: Punishment Of Luxury
Song: Engine Of Excess
Label: United Artists
From: “Engine Of Excess / Jellyfish” 7” single,
“Laughing Academy” LP
Year: 1979
Written by: Brian Bond, Jimmy Giro, Nevill Luxury
File under: New Wave
Howlett value: 7/10

Οι Punishment Of Luxury με το θαυμάσιο σοσιαλιστικό όνομα (δανεικό από έναν πίνακα του Giovanni Segantini του 1891) ήταν ένα έντεχνο καλοτεχνίτικο κουιντέτο που γεννήθηκε μέσα στις ζυμώσεις αριστερίστικων θεατρικών ομάδων στο Newcastle. Εμπνευσμένοι από το κλίμα της εποχής τους, ο Brian Bond, ο Neville Luxury και ο Red Helmet που αποτελούσαν τον πυρήνα τους δημιούργησαν ένα δυναμικό new wave ήχο αλλά ταυτόχρονα στριφνό και αδιαπέραστο από ένα απαίδευτο αυτί. Επέμειναν στην πολιτικο-κοινωνική θεματολογία τους με έναν σαρκαστικό, ανελέητο τρόπο και για αυτό το ντεμπούτο album τους αγκαλιάστηκε μόνο από τους σχετικούς κύκλους που ήταν σε θέση να εκτιμήσουν το λόγο τους. Οι Punishment Of Luxury δεν είχαν καμία διείσδυση στο λαϊκό κοινό του punk και ο μικρόκοσμός τους είχε να κάνει περισσότερο με το “εκπαιδευμένο” κολλεγιακό ακροατήριο. Το “Engine Of Excess” είναι ίσως η πιο αυθόρμητη punk συνεισφορά τους στην πιο σοφιστικέ διάδοχη κατάσταση των μονόχορδων ακκόρντων. H πορεία των Punishment Of Luxury μέσα στο χρόνο υπήρξε αποσπασματική – άλλαξαν το όνομά τους σε Punilux, ηχογράφησαν δύο ακόμα albums, ένα το 1984  Ο Howlett στην παραγωγή αντί να αραιώσει την πυκνότητά τους και να αμβλύνει την ένταση, υπερτονίζει την κιθάρα και το βιμπράτο του βασικού τραγουδιστή τους.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: θυμάμαι πολύ την βρετανικότητα αλά 999 και Vibrators και χαίρομαι με τη φλεγματική, όχι εύκολη προσέγγιση γιατί μου είναι οικεία.

30.
Act: Local Operator
Song: Put You In An Exile
Label: Stiff
From: “Pushing Out The Poets” LP
Year: 1980
Written by: Jo Broadberry
File under: New Wave
Howlett value: 7/10

H μπάντα από την Κοπεγχάγη της Δανίας, των Local Operator αποτελούσε μία τίμια προσπάθεια του εγκέφαλού τους, Jo Broadberry να φτιάξουν ένα new wave με πολλά ska στοιχεία ακριβώς στο μεταίχμιο μεταξύ 70’s και 80’s. Μόλις ένα album κατάφεραν να ηχογραφήσουν και δύο singles πριν διαλυθούν και ο Boadberry σχηματίσει τους επίσης βραχύβιους Jo Boradberry & The Standouts. Το “Put You In A Exile” είναι σαν σπουδή ανάμεσα στους Clash και τους Selecter, ένα όμορφο αλλά όχι σπουδαίο χορευτικό punk boogie για εξασκημένους ακροατές. Ο Howlett ποτίζει όλη την ηχογράφηση με τις χαρακτηριστικές αιχμηρές κιθάρες και μία βρετανοκεντρική ατμόσφαιρα από την οποία δεν κατάφεραν να ξεφύγει το group και μάλλον αυτός είναι και ο λόγος της χαμηλής εμβέλειάς τους: πώς να συναγωνιστείς τους Βρετανούς και ειδικά στο δικό τους γήπεδο; Ο Broaderry δεν πρόλαβε να δοκιμαστεί σε μία ακόμα ευκαιρία για καριέρα πιο σταθερή και διαρκή, αφού πέθανε το 1987.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: θαυμάζω την διάθεση και την μαχητικότητα ενός Ευρωπαίου που θέλει να παλέψει για να διεκδικήσει μία πίτα που δεν έχει προβλέψει κανένα μερίδιο για όσους δεν παίζουν με έδρα τη μητρόπολη του Λονδίνου.

31.
Act: Thompson Twins
Song: Perfect Game
Label: T Records / Hansa
From: “Perfect Game / Politics” 7” Single,
“A Product Of Thompson Twins” LP
Year: 1981
Written by: Tom Bailey, Pete Dodd, Chris Bell, Joe Leeway
File under: New Wave
Howlett value: 7/10

Πολύ πριν κατακτήσουν την Αμερική, ως ένα από τα βασικά συγκροτήματα της “δεύτερης βρετανικής εισβολής” στα charts του Billboard, και χωρίς ακόμα την Allanah Currie, ως πλήρες μέλος τους, οι Thompson Twins (πήραν το όνομά τους από τους δίδυμους κατάσκοπους Thomspon από το comic “Tintin” του Herge) έπαιζαν new wave με κάποια ίχνη μόνο από φυλετικούς ρυθμούς. Ο Tom Bailey πάντα αδιαφιλονίκητος αρχηγός τους, πειραματίστηκε από δίσκο σε δίσκο επί μία δεκαετία ακριβώς (1981 – 1991, στην οποία παρήχθησαν οκτώ άνισα μεταξύ τους albums), με το ρυθμό, την electro pop, το synth funk και την αμερικανική mainstream pop, πριν μετονομαστούν σε Babble για δύο μάλλον ασήμαντα albums ακόμα, μέχρι τα μέσα των 90’s. Στο ντεμπούτο album τους, οι Thompson Twins είχαν ως παραγωγό τον Dennis Bovell αλλά ο Mike Howlett είχε προλάβει να κάνει τη δική του παραγωγή σε ένα single τους με δύο τραγούδια που μπήκαν στο album αυτούσια χωρίς να ξαναβρεθούν σε διαδικασία παραγωγής. Το “Perfect Game” δε θυμίζει σε τίποτα τους κατοπινούς εμπορικούς (και καλλιτεχνικούς) pop θριάμβους του group, ειδικά αυτούς που σημειώθηκαν μέσα από τα albums “Set”, “Quick Step And Side Kick” και “Into The Gap” μέχρι τα μέσα των 80’s. Εδώ ακούγεται ένα πρωτόλειο new wave group, αρκούντως θυμωμένο με το περιβάλλον του, σαρκαστικό και με μια τεράστια λαχτάρα να νιώσει μέρος ενός μοντερνισμού που παίρνει διαστάσεις γύρω του.

Προσωπικά ακούγοντάς το: ξαναθαυμάζω την χαρισματικότητα του Tom Bailey – ενός frontman που οδήγησε το πλοίο του επεισοδιακά αλλά αποφασιστικά και γενναία, σε προορισμούς που δεν γνώριζε από πριν.

32.
Act: Penetration
Song: Don’t Dictate
Label: Virgin
From: “Don’t Dictate / Money Talks” 7” single,
“Moving Targets” LP
Year: 1977
Written by: Pauline Murray, Gary Chaplin
File under: Punk
Howlett value: 7/10

Οι Penetration, μία punk μπάντα που γεννήθηκε στον πρώτο αχό του punk, με κεντρική φιγούρα την Pauline Murray – ένα κορίτσι τότε, που πήρε θέση ως μία από τις punkettes στη σκιά της Siouxsie, αν και ήταν επηρρεασμένη περισσότερο από την ποιητική της Patti Smith. Η μπάντα των Penetration που πήρε το όνομά της από ένα τραγούδι των Stooges, στα δύο albums που κυκλοφόρησε, δεν ευτύχησε να αποδώσει σε πληρότητα το καλλιτεχνικό και εμπορικό δυναμικό της. Το πρώτο album τους “Moving Targets”, ολόκληρο σε παραγωγή Howeltt ήταν κατώτερο από τις προσδοκίες που δημιουργούσε το single τους “Don’t Dictate”, μία αντίδραση στην πίεση που ερχόταν από κάθε κατεύθυνση, ένα νευρικό, εκφραστικά λακωνικό punk τραγούδι που πατούσε στα ίχνη των Sex Pistols αλλά έβλεπε και πέρα από την όποια καγκουριά, προς το μέλλον. Η Pauline Murray τραγουδάει με έναν τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στο τσαντισμένο diy και την “κανονικότητα”.  Μετά το single αυτό, ο κιθαρίστας και συνθέτης του group αποχώρησε από το group και τη θέση του πήρε ο Fred Purser, ένας τύπος που δεν είχε αποφασίσει αν το punk ή το metal είναι αυτό που βαραίνει στις προτιμήσεις του, με αποτέλεσμα έναν σχετικό αποπροσανατολισμό της μπάντας. Τo δεύτερο album τους “Coming Up For Air” του 1979, σε παραγωγή Steve Lilywhite ήταν ακόμα πιο συγχισμένο από το πρώτο, με αποτέλεσμα τη διάλυσή τους.

 Προσωπικά ακούγοντάς το: νιώθω ότι έρχομαι σε επαφή με την κλασικότητα του punk – με τις αξίες εκείνες που έκαναν το punk να ακούγεται πάντα τραγανό και τσαμπουκαλεμένο, αλλά και με μπόλικα ψήγματα μυαλού στο κεφάλι του.

33.
Act: Smirks
Song: Angry With Myself
Label: Smirksongs
From: “American Patriots” EP
Year: 1979
Written by: Simon Milner
File under: New Wave
Howlett value: 7,5/10

Οι Smirks από το Manchester ήταν ένα κουαρτέτο που δεν ευτύχησε να δει το album του να κυκλοφορεί ποτέ (ως σήμερα) – δύο φορές αναβλήθηκε η κυκλοφορία του, την πρώτη το 1979, όταν η διαμάχη τους με την εταιρία τους Beserkley οδήγησε στη ματαίωσή του και τη δεύτερη, όταν το 2007 η Sanctuary πουλήθηκε στην Universal με αποτέλεσμα μια δεύτερη ματαίωσή του. Είναι από τις περίεργες ατυχίες της ιστορίας η περίπτωση των απολαυστικών Smirks που ευτύχησαν να δουν μόνο τρία singles τους και το παρών ep τους να κυκλοφορεί επίσημα. Μάλιστα το παρών ep κυκλοφόρησε αφότου είχαν φύγει από την Beserkley και αναγκάστηκαν να συστήσουν τη δική τους εταιρία που ονόμασαν Smirksongs ως παρωδία της Swansong των Led Zeppelin. Οι Smirks είχαν γενικά βασίσει όλη την ύπαρξή τους στα δύο χρόνια που υπήρξαν ενεργοί 1978 – 1979, στην παρωδία και το σαρκασμό με γενναίς δόσεις τρελού χιούμορ. Το “Angry With Myself” είναι ένα τραγούδι του οποίου ο ήρωας τα παίρνει με τον εαυτό του που βρίσκεται μονίμως μέσα σε ένα μέτριο περιβάλλον που δεν έχει επιλέξει, απέναντι σε διαφορετικούς ανθρώπους που δεν γουστάρει καθόλου. Οι Smirks παίζουν νευρικά, έμπειρα και πολύ κοντά στο στιλ του “White Music” των XTC – μάλιστα ο βασικός τραγουδιστής τους Simon Milner ακούγεται φτυστός ο Andy Partridge. Ο Howlett επιφυλλάσει μία τραγανή, buddy προσέγγιση στην παραγωγή αναδεικνύοντας υπέροχα το εξώστρεφο κιθαριστικό riff της μελωδίας. Ζωντανή απόδειξη ότι η ιστορία δε γράφεται μόνο με ένδοξους πρωταγωνιστές, οι Smirks στη σύντομη καριέρα τους (πριν συνεχίσουν ο καθένας χωριστά σε groups όπως οι Freshies, η αναβιωτική swing μπάντα Oscar Bernhardt Ensemble και οι Distant Cousins) έμειναν στην ιστορία ως μία βαθιά ρομαντική μπάντα με ισχυρό όπλο της την παρωδία και σημαντικότερη δράση της την εκστρατεία Smirks Against Travolta που στην ουσία εναντιωνόταν στην επικράτηση των djs στις disco, οι οποίοι παραγκώνιζαν τις μπάντες και τις ζωντανές εμφανίσεις τους, αφαιρώντας έτσι από τη διασκέδαση το στοιχείο της ανθρώπινης αμεσότητας.

Προσωπικά ακούγοντάς το: νιώθω σαν ένας κανονικός μετέφηβος λίγο πριν το καταραμένο πτυχίο. Ακούω επίσης όλο το επακόλουθο κύμα των Vaccines και Pete & The Pirates αυτού του κόσμου που θα ακολουθούσε περίπου τριάντα χρόνια αργότερα.

34.
Act: Teardrop Explodes
Song: When I Dream
Label: Mercury
From: “When I Dream / Kilimanjaro” 7” Single,
“Kilimanjaro” LP
Year: 1980
Written by: Gary Dwyer, Julian Cope, Michael Finkler
File under: New Wave, Neo-Psychedelia
Howlett value: 7,5/10

Παρότι το πρώτο album των Teardrop Explodes από το Liverpool ηχογραφήθηκε κυρίως σε παραγωγή του ντουέτου των Chameleons –δηλαδή του Bill Drummond και του David Balfe– το τελευταίο τραγούδι του album και ένα από τα τέσσερα singles που έβγαλε, δόθηκε για παραγωγή στον Howlett ο οποίος είχε οσμιστεί θαυμάσια την τάση της εποχής για επιστροφή στις ρίζες της ψυχεδέλειας του τέλους των 60’s. Ο Howlett έδωσε βάθος στην επαναληπτική μέχρι απόλυτου “χασίματος” φωνητική λούπα του Julian Cope και την εξάντλησε σε διάρκεια μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Το τραγούδι ακούγεται πάντα ως ένα νεοκυματικό pop ψυχεδελούργημα, όπως και ολόκληρο το ντεμπούτο του group. Οι Teardrop Explodes έρχονταν από μία σκηνή που διέθετε ως αντίπαλο δέος τους Echo & The Bunnymen και παρότι τα δύο albums τους τιμώνται πάντα ως γνήσια αποκυήματα μίας περιόδου αθωότητας, θεωρούνται ως τα εφαλτήρια, κυρίως για την προσωπική καριέρα του Julian Cope, γεμάτη ψυχοπτροπικές ουσίες και οράματα.

Προσωπικά ακούγοντάς το: θέλω να πλέξω ένα –μικρό- κολιέ από “μαστουρωμένες” μαργαρίτες και να πω τι αισθάνομαι όταν ονειρεύομαι με ανοιχτά μάτια.

35.
Act: A Flock Of Seagulls
Song: Modern Love Is Automatic
Label: Jive
From: “Modern Love Is Automatic” EP,
“A Flock Of Seagulls” LP
Year: 1982
Written by: Mike Score, Paul Reynolds, Ali Score, Frank Maudsley
File under: New Romantic, Electro Pop
Howlett value: 7,5/10

Παρότι οι A Flock Of Seagulls από το Liverpool έχουν περάσει στη συλλογική μνήμη ως ένα από τα βασικά συστατικά της kitscherella των 80’s λόγω της αστείας φράτζας του ηγέτη τους Mike Score (πρώην κομμωτής ένεκα), η αλήθεια απέχει μακράν από την άδικη αυτή θέση που τους επιφύλαξε το image τους. Τα πέντε albums που κυκλοφόρησαν (μεταξύ 1982 – 1986 συν ένα comeback το 1995) φανερώνουν πολύ γερή συνθετική φλέβα και ικανότητα να γράφουν τραγούδια που κολλούν στο μυαλό για πάντα. Το “Modern Love Is Automatic” είναι το ένα από τα τέσσερα singles του ντεμπούτου album τους και ένα από τα πρώτα τραγούδια που κυκλοφόρησαν – περιλαμβανόταν και στο πρώτο ομότιτλο ep τους. Όπως συμβαίνει και σε όλα τα τραγούδια τους, η μελωδική γραμμή του είναι ακαταμάχητα εθιστική και αυτή η ικανότητά τους να γράφουν ρεφρέν που δεν γίνεται πρακτικά να ξεχαστούν από τον ακροατή τους, είναι που τους κάνει grosso mondo ένα συγκρότημα χαρακτηριστικό της MTV αισθητικής, pop των 80’s μεν αλλά και τέτοιο που έχει αφήσει πίσω του electro pop classics. Επιπλέον, η προσέγγιση στη θεματολογία τους (δέος απέναντι στην τεχνολογία, φουτουριστικά οράματα, αποπροσωποποίηση σχέσεων κ.λπ.) γινόταν πάντα με έναν ευχάριστο, cult τρόπο – κάπως σαν την ανάγνωση των σουρεαλιστικών comics της Marvel. Ο Mike Howlett ανέλαβε την παραγωγή εξ ολοκλήρου στα δύο πρώτα albums τους “A Flock Of Seagulls” και “Listen” που παραμένουν και τα καλύτερά τους.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: θέλω να διακτινιστώ στο Enterprise και να πάρω τη θέση μου πίσω από το πηδάλιο υπηρετώντας τυφλά τον Spock.

36.
Act: Bruce Woolley
Song: Blue Blue (Victoria)
Label: CBS
From: “Blue Blue (Victoria) / 1000 Mph” 7” Single
Year: 1981
Written by: Bruce Woolley
File under: New Romantic
Howlett value: 7,5/10

Παρότι ο Bruce Woolley διέθετε όλα τα φόντα για να κάνει μία καριέρα πετυχημένου performer στην εποχή του (αρχές 80’s) στην Βρετανία, δεν τα κατάφερε. Έγινε όμως ένας από τους πολύ πετυχημένους συνθέτες της αγγλικής μουσικής βιομηχανίας αφού τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει κατεστημένοι stars, όπως η Grace Jones, ο John Farnham, ο Divine, ο Cliff Richard κ.λπ. Tα τραγούδια του Woolley συνολικά, έχουν πουλήσει από τις ποικίλες ηχoγραφήσεις τους μέσα στα χρόνια, είκοσι πέντε εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Ο Woolley δεν ευτύχησε με την μπάντα του Camera Club (keyboards από τον Thomas Dolby) να κυκλοφορήσει ένα δεύτερο album λόγω διαφωνιών του με την CBS και έτσι τους διέλυσε, ξεκινώντας μία πολύ σύντομη solo καριέρα ως τραγουδιστής – τραγουδοποιός πριν εγκαταλείψει εντελώς το πρώτο και εστιάσει αποκλειστικά στο δεύτερο. Ο Woolley αρχικά φάνηκε να μην έχει την τύχη με το μέρος του αφού ήταν ένας από τους τρεις συνθέτες του “Video Killed The Radio Star” και του “Clean Clean” των Buggles αλλά χωρίς να είναι μέρος του group (οι άλλοι δύο είναι οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι Trevor Horn και Geoff Downes). Μάλιστα, η πρώτη εκτέλεση του “Video Killed The Radio Star” υπάρχει μέσα στο album των Camera Club, “English Garden” του 1979, από την εποχή που οι τρεις συνθέτες κινούνταν στα ίδια μήκη κύματος. Ένα χρόνο αργότερα θα γινόταν το εμβληματικό, παγκόσμιο hit που θα προφήτευε την επικράτηση της εικόνας πάνω στη μουσική… Το “Blue Blue (Victoria)” επηρρεασμένο σε ίσες δόσεις από το electro pop κλίμα της εποχής που ανέβαινε τρομερά στην επικαιρότητα και από το new wave που άλλαζε προς ένα σωρό διαφορετικές κατευθύνσεις ακούγεται απολαυστικό: μία σύνθεση καλλίγραμμη, ιδιαίτερη, ελαφρά δραματική που παίρνει την αμπάριζά της από το φουτουριστικό στιλ ερμηνείας της περιόδου, έτσι όπως το είχαν προσδιορίσει οι νερομαντικοί.

Προσωπικά ακούγοντάς το: αισθάνομαι ότι ακούω τον Billy McKenzie στο “Party Fears Two” σε συνδυασμό με τον Howard Jones του “New Song”.

37.
Act: Any Trouble
Song: Trouble With Love
Label: Stiff
From: “Trouble With Love / She’ll Belong To Me” 7” Single, “Wheels In Motion” LP
Year: 1981
Written by: Clive Gregson
File under: New Wave
Howlett value: 8/10

Οι Any Trouble από το Crewe της Βρετανίας ήταν ένα από κείνα τα γκρουπάκια της έντεχνης νεοκυματικής pop, κοντά στον ήχο των Motors και των Squeeze που κυκλοφόρησαν τέσσερα albums με σταδιακά λιγότερη επιτυχία μέσα στα χρόνια, πριν διαλυθούν στα μέσα των 80’s. Ο Clive Gregson ως ψυχή του συγκροτήματος το πάλεψε αρκετά να διατηρήσει τη δυναμική που είχαν αναπτύξει ως μία από τις μεγάλες ελπίδες της Stiff Records, αλλά δεν τα κατάφερε ακριβώς. Το “Trouble With Love” (από το δεύτερο album τους) ωστόσο, ακούγεται ακόμα και σήμερα ιδιαίτερο και όμορφο – ένα κομμάτι ευγενικής, νευρώδους pop, με ζωηρή παραγωγή από τον Mike Howlett. Η ερμηνεία του Gregson ακούγεται ως τυπική μίας εποχής κατά την οποία μια “κανονική” φωνή έπρεπε να διαθέτει τα έρρινα χαρακτηριστικά του Elvis Costello. Αυτή η σύγκριση όμως είναι κάτι που ο Gregson ποτέ δεν κατάφερε να πετάξει από πάνω του, αδικώντας την σωστή, στέρεη φωνή του, συχνά πιο “κανονική” από την φωνή του Costello στις πρώτες ηχογραφήσεις του.

Προσωπικά ακούγοντάς το: φαντάζομαι πώς θα μπορούσε να ακούγεται ιδανικά ένα pop group που δεν μασάει από βιομηχανικές φόρμουλες σύνθεσης.

38.
Act: Hunters & Collectors
Song: Droptank
Label: White Label Records
From: “Payload” EP
Year: 1982
Written by: Doug Falconer, Geoff Crosby, Greg Perano, John Archer, Mark Seymour, Martin Lubran, Michael Waters, Robert Miles
File under: Art Twisted Funk
Howlett value: 8/10

Οι εγκληματικά υποτιμημένοι Hunters & Collectors από την Μελβούρνη της Αυστραλίας επί δεκαοκτώ χρόνια (1981 – 1998) υπήρξαν μία απίστευτα παραγωγική και ανήσυχη κολλεκτίβα μουσικών, με αρχηγό τον τραγουδιστή και κιθαρίστα τους, Mark Seymour – αδερφός του Nick Seymour των Crowded House. Πειραματίστηκαν με το kraut rock (πήραν μάλιστα το όνομά τους από ένα τραγούδι των Can του 1975, και ήταν ψυχωμένοι με τις παραγωγές του Conny Plank) και με το λευκό afro funk στο ρεύμα που επέβαλλαν οι Talking Heads και κυκλοφόρησαν ένα ζαλιστικό σερί από albums, που αξίζει κανείς να το εξερευνήσει για τις ιδιαιτερότητες που κρύβει. Εκτός από τα δέκα στουντιακά albums τους, κυκλοφόρησαν και τρία eps, από τα οποία το δεύτερό τους “Payload” παρουσιάζεται εδώ, με ένα κομμάτι που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα… back to the future των Rapture. Τo “Droptank” είναι ένα εξαιρετικό, “άναρχα” εξελισόμενο και εκστατικό rollercoaster για νεοκυματίες που δεν έχουν ησυχία ποτέ στο κεφάλι τους. Ένα θαυμάσιο δείγμα τού πώς μπορούν να δέσουν τα cowbells με τις σκοτεινές, σκιερές κιθάρες συν μία δοξαστική αίσθηση που θυμίζει τηλε-ευαγγελιστές σε καταληψία.

Προσωπικά, ακούγοντάς τo: θαυμάζω την ικανότητα του Mike Howlett να οργανώνει το εκρηκτικό ταπεραμέντο μιας μπάντας που ακούγεται σαν να μην κρατιέται με τίποτα.

39.
Act: Gang Of Four
Song: Call Me Up (If I’m Home)
Label: EMI
From: “Call Me Up (If I’m Home) / I Will Be A Good Boy” 7” Single, “Songs Of The Free” LP
Year: 1982
Written by: Andy Gill, Jon King
File under: Nu Pop, Twisted Disco Funk
Howlett value: 8/10

Το στίγμα και το εκτόπισμα των Gang Of Four στην μουσική ιστορία περιγράφεται ίσως καλύτερα από κάθε άλλη ανάλυση του υλικού τους, από την συμβολιστική που έχει το όνομά τους: βαφτίστηκαν έτσι από κάποιο μέλος των Mekons, που εκείνη τη μέρα διάβαζε κάτι στην εφημερίδα για την δράση της περιβόητης τετραμελούς φράξιας του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας που ονομάστηκε από τον Τύπο της εποχής Συμμορία των Τεσσάρων. Οι Gang Of Four από το Leeds απέδειξαν ότι η δική τους δράση καλλιεργήθηκε σαν ιός μέσα στις μελλοντικές γενιές των ανήσυχων μουσικών και επηρρέασε όλο το κύμα του νεοϋορκέζικου lobby από Rapture, Faint και τα τοιαύτα, αφού πρώτα στην εποχή τους εκθειάστηκαν ως ένα από τα σημαντικότερα πολιτικοποιημένα (νεο-μαρξιστικά με αιχμηρά δόντια) συγκροτήματα του post punk. Πράγματι τα δύο πρώτα albums “Entertainment” και “Solid Gold” ήταν καταλύτες. Το μείγμα από αιχμηρές, κάθετες κιθάρες και στρεβλό, μεθυσμένο funk με ξερακιανούς ρυθμούς που εξέλιξαν με μοναδική προσωπικότητα, στο τρίτο album τους είχε ραφιναριστεί για να συντονιστεί με το κλίμα της εποχής σύμφωνα με τις συνέπειες που είχε η αντικατάσταση του Dave Allen από την μπασίστρια Sarah Lee. Ο Allen συνέχισε συνδημιουργώντας τους εξαιρετικούς Shriekback. Η Lee πρόσδωσε στο συγκρότημα έναν αέρα glamour αλλά καθόλου ιλουστρασιόν. Το “Call Me Up (If I’m Home)” ως δεύτερο single από το album “Songs Of The Free”, μετά το “I Love A Man In Uniform” ακούγεται απολαυστικό: πάνω σε ένα disco, στην ουσία ρυθμό, ο Jon King απλώνει αυτή τη γαμάτη ερμηνεία (τραγουδάει πάντα σύροντας έρρινα τις τελευταίες συλλαβές του που χάνονται σε ένα ελαφρύ, ανεπαίσθητο vibrato με προφορά πραγματικά καταπληκτική) ενόσω οι κιθάρες του Andy Gill κόβουν επικίνδυνες βόλτες δίπλα του και η rhythm section παριστάνει την συντονισμένη αλλά δεν είναι – και το μπάσο της Sarah Lee αλλά και τα drums του Hugo Barnham τορπιλίζουν καίρια κάθε στερεότυπο της χορευτικής μουσικής. Στην πρώτη φάση τους οι Gang Of Four κυκλοφόρησαν τέσσερα albums (1979 – 1983) πριν επανεμφανιστούν το 1991 με άλλα τρία μέχρι το “Content” του 2011.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: δεν το αλλάζω με τίποτα. Ταυτόχρονα cool και αγωνιώδες, sexy και μάχιμο, το fusion των Gang Of Four παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά ακούσματα ever.

40.
Act: Fischer Z
Song: Remember Russia
Label: United Artists
From: “Remember Russia / Bigger Slice Now” 7” single,
“Word Salad” LP
Year: 1978
Written by: John Watts
File under: New Wave Reggae
Howlett value: 8,5/10

Ακριβώς στην αυγή του όρου new wave, όταν το punk είχε γίνει ασφυκτικός ως όρος μην μπορώντας να στεγάσει τις ελαφρώς πιο σύνθετες και κυμαινόμενες μελωδικές αποκλίσεις της καινούργιας γενιάς του diy, εμφανίστηκαν οι Fischer Z. Στην ουσία ήταν group προσωπικό όχημα του John Watts, ενός τύπου εκπαιδευμένου και αρκετά έξυπνου ώστε να συμπεριλαμβάνει στη θεματολογία του, δεύτερα και τρίτα επίπεδα στίχων αναφερόμενα στην ψυχολογία και τις συμπεριφορές χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτικός. Το “Remember Russia” ήταν ένα από τα τέσσερα singles του ντεμπούτου album τους, ενός από τα καλύτερα εκείνης της χρονιάς. Η ικανότητα του Watts να τραγουδάει φαλτσέτο και να το εναλλάσει με το σοπράνο είναι καταλυτική και ιδιαίτερα χρήσιμη στην λειτουργικότητα των πολλαπλών προσωπικοτήτων που συνήθιζε να υποδύεται. Ο Howlett στην παραγωγή οργάνωσε θαυμάσια τις διαφορετικές κατευθύνσεις του Watts –reggae, synth new wave, power pop- σε ένα σύνολο που αντιπροσωπεύεται εξαιρετικά από το ατμοσφαιρικό “Remember Russia”. Ο Howlett έκανε παραγωγή και στο δεύτερο, επίσης καλό album των Fischer Z, “Going Deaf For A Living”. Το group ηχογράφησε με αυτό το όνομα τρία albums στις αρχές των 80’s πριν διαλυθεί, για να επανεμφανιστεί εντελώς διαφορετικό το 1987 για άλλα έξι albums ως το 2002.

Προσωπικά ακούγοντάς το: απολαμβάνω βουλιμικά τα ακούραστα keyboards του Steve Skolnik και ξαναθυμάμαι την πεμπτουσία αυτού που ονομάστηκε new wave γιατί χωρούσε επιπλέον και τη reggae ως προπομπό του trip hop.

41.
Act: Modern Eon
Song: Euthenics
Label: Dindisc
From: “Euthenics / Cardinal Signs” 7” Single,
“Fiction Tales” LP
Year: 1981
Written by: Alix Plain, Danny Hampson
File under: Dark Wave
Howlett value: 8,5/10

Οι Modern Eon από το Liverpool βγήκαν στην ίδια φουρνιά μαζί με τους Echo & The Bunnymen, τους Dalek I Love You και τους Dead Or Alive (όταν ο Pete Burns ένιωθε περισσότερο εραστής του Paisley και όχι τόσο εραστής του Botox) και στη σύντομη καριέρα τους στο μεταίχμιο ανάμεσα στις δύο δεκαετίες 70’s και 80’s, κυκλοφόρησαν ένα album – βίβλο για το σκοτεινό post punk (το υποβλητικό “Fiction Tales”) αλλά και πριν από αυτό το “Pieces EP” στην Eon Records το 1979. To “Euthenics” κυκλοφόρησε ως single αμέσως μετά το ep τους, στην εταιρία Inevitable που στέγαζε όλα τα φρέσκα ονόματα της σκηνής του Liverpool, αλλά όταν το group υπέγραψε στην Dindisc ξανακυκλοφόρησε με διαφορετικό εξώφυλλο (πιο χαρακτηριστικό του ήχου τους), διαφορετικό b-side (το “Cardinal Signs”) και διαφορετική παραγωγή (την συνεργατική δουλειά του Mike Howlett με τους δύο συνθέτες του τραγουδιού και ιδρυτικά μέλη της μπάντας, τον κιθαρίστα Alex PlainAlex Johnson) και τον μπασίστα Danny Hampson (ο οποίος είχε μόλις εγκαταλείψει το ψευδώνυμό του Luglo Slugs). Το “Euthenics” είναι ένα κλασικό, πρωτοκλασάτο dark wave single, απαραίτητο κομμάτι του puzzle της νεοκυματικής σκηνής του Liverpool μαζί με το “Puppet” των Echo & The Bunnymen και το “Freedom Fighters” των Dalek I Love You. Ο Alix τραγουδάει με κείνη την τεταμένη ανησυχία στη φωνή του που σημαίνει αγωνία και εγρήγορση, o Bob Wakelin χειρίζεται τα πλήκτρα του με έναν τρόπο που ταιριάζει και σε μικρό club και σε στάδιο και το μπάσο του Hampson ακούγεται με κείνο το φλουταρισμένο, σέπια τρόπο που έδινε το στίγμα στο “βροχερό” νέο κύμα της πόλης.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: νιώθω ότι μεταφέρομαι με μία χρονομηχανή σε ένα υπόγειο της εποχής – γιάφκα, όπου παίζουν ρόλο περισσότερο τα κολλημένα βλέμματα και οι σιωπές παρά η κοινωνικότητα και το φλερτ.

42.
Act: China Crisis
Song: Tragedy And Mystery
Label: Virgin
From: “Tragedy & Mystery / A Golden Handshake For Every Daughter” 7” Single, “Working With Fire And Steel” LP
Year: 1983
Written by: Eddie Lundon, Gary Daly
File under: New Romantic, Electro Pop
Howlett value: 9/10

Ένα από τα καλύτερα σχήματα της electro pop γενιάς, οι China Crisis από το Liverpool είχαν στον πυρήνα τους, τον Eddie Lundon και τον Gary Daly, δύο μουσικούς από το Liverpool με μεγάλη συνθετική ικανότητα και κοινωνική ευαισθησία που τους επέτρεπε να εμβολιάζουν με χιούμορ τις συχνά πικρές πολιτικές αναφορές τους. Από τα έξι albums που κυκλοφόρησαν από το 1982 ως το 1994, τα δύο πρώτα τους, παραμένουν σημεία αναφοράς για ολόκληρο το electro pop ιδίωμα: το “Difficult Shapes And Passive Rhythms: Some People Think It’s Fun To Entertain” ήταν μία πολυσυλλεκτική παραγωγή (Stewart Levine, Peter Walsh, Gil Norton, Jeremy Lewis) ενώ το δεύτερο “Working With Fire And Steel – Possible Pop Songs Volume Two” ήταν μία ενιαία, στρωμένη παραγωγή του Mike Howlett, ο οποίος φαίνεται ότι συντονίστηκε πλήρως στο κομψό και ευγενές πνεύμα του group. Οι China Crisis εδώ έφτιαξαν μια pop με synthesizer που δεν είναι απαραίτητο να “καταναλώνεται” μέσα στην πόλη: έχουν μία ποιότητα επαρχιακή αλλά πολύ high. Από τα τέσσερα singles αυτού του album, το “Tragedy And Mystery” είναι ένα εκπληκτικά γραμμένο και εμπνευσμένα χτισμένο τραγούδι που βρήκε τη θέση του στην ιστορία ως νεορομαντικό classic. Ο Gary Johnson και ο Kevin Wilkinson στη rhythm section (μπάσο και drums αντίστοιχα) στήνουν ένα tempo καταπληκτικό πάνω στο οποίο ο Gary Daly τραγουδάει εξαιρετικά τα λόγια του, εικονοπλαστικά και με ελεγχόμενο αίσθημα ενός σοσιαλιστικού συναγερμού (“Your world is changing though you can not see there’s no room for secrecy / Your world is changing faster every day, there’s no truth in what they say”).

Προσωπικά, ακούγοντάς το: νιώθω την ασφάλεια ενός προηγμένου πολιτισμού. Η αποκεντρωμένη pop μίας φαντασιακής, προχωρημένης πνευματικά και αισθητικά, εποχής.

43.
Act: Martha & The Muffins
Song: Saigon
Label: Dindisc
From: “Saigon / Copacabana” 7” single,
“Metro Music” LP
Year: 1980
Written by: David Millar, Martha Johnson
File under: New Wave
Howlett value: 9/10

Οι Martha & The Muffins παρότι από τον Καναδά, έδρασαν με βάση το Λονδίνο από τις αρχές των 80’s κυκλοφορώντας υπό το αρχικό όνομά τους ή υπό το λακωνικό M + M, αρχικά καλλιτεχνικό new wave ή art pop και στη συνέχεια synth funk και λευκή, συνθετική soul. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ονόματα που ξεπήδησαν στην ατμόσφαιρα του new wave, οι Muffins με κεντρικές φιγούρες την Martha Johnson και τον Mark Gane αφέθηκαν στα τρία πρώτα singles τους και τα δύο πρώτα albums τους στα χέρια του Mike Howlett (πριν τους αναλάβει στη συνέχεια ο Daniel Lanois) και πολύ σοφά έπραξαν καθότι αυτή η συνεργασία απέδωσε καλλιτεχνικούς καρπούς αξιοζήλευτους και σίγουρα διαφορετικούς από το μέσο οξύθυμο new wave γκρουπάκι της εποχής. Ίσως επειδή ήταν οι μόνοι μαζί με τους X-Ray Spex που ενέταξαν τόσο δημιουργικά το σαξόφωνο (της Martha Ladly) στην ενορχήστρωσή τους, σε μία εποχή που το σαξόφωνο ακουγόταν ανεκτό μόνο στα αναβιωτικά ska της 2-Tone. To “Metro Music” περιέχει σοφιστικέ new wave της πιο κομψής στόφας και ο Howlett εκμεταλλεύεται θαυμάσια τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του group –αρμονία, ευκολία στο χτίσιμο των μελωδιών, εξημερωμένα πάθη και υπερκλασάτο γούστο-για να αναδείξει τα τραγούδια, ανάμεσα στα οποία φιγουράρουν ως singles όχι μόνο το κλασικό διαμάντι τους “Echo Beach” αλλά και το “Saigon” ένας υποβλητικός φόρος τιμής στην ιστορική πόλη του Βιετνάμ. Οι δύο Marthas (η Johnson και η Ladly) φτιάχνουν αρμονίες στο υπόβαθρο που συνάδουν με την μυθική, σχεδόν νεορομαντική αύρα που διαθέτει το τραγούδι, με τα εξαιρετικά αυτά περάσματα των keyboards και την ανήσυχη στακάτη κιθάρα του Mark Gane. Οι Martha & The Mufiins όχι μόνο κυκλοφόρησαν επτά albums μέχρι το 1992 αλλά έκανανα και ένα αξιοπρεπέστατο comeback το 2010 με το “Delicate”.

Προσωπικά ακούγοντάς το: βουτάω στην ομορφιά του girl fronted new wave με όλη μου την δύναμη. Ακούω ένα κλασικό τραγούδι που ακόμα και σήμερα να φτιαχνόταν δεν θα έπρεπε να αλλάξει τίποτα στην ενορχήστρωση και την παραγωγή του.

44.
Act: Orchestral Manouvres In The Dark
Song: Messages
Label: Dindisc
From: “Messages / Taking Sides Again” 7” single,
“Orchestral Manouvres In The Dark” LP
Year: 1980
Written by: Andy McCluskey, Paul Humphreys
File under: Electro Pop
Howlett value: 9/10

Από το Liverpool μέσα σε μία γνήσια dark wave ατμόσφαιρα του τέλους των 70’s, οι Orchestral Manouvres In The Dark εξελίχθηκαν σε ένα από τα πιο επιτυχημένα, εμπορικά και αγαπητά σε ένα σκληροπυρηνικό electro pop κοινό, ονόματα των 80’s. Ο Andy McCluskey ενώ συνεχίζει μέχρι σήμερα να ηχογραφεί χρησιμοποιώντας το όνομα ΟΜD, καμία από τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες του δεν φτάνει στο επίπεδο των 80’s albums τους. Μετά από έντεκα albums μέσα σε τριάντα χρόνια, οι OMD φαντάζουν ακόμα ως η εμπροσθοφυλακή της δραματικής αλλαγής του τέλους των 70’s, από την κιθάρα στο synthesizer. Το ντεμπούτο album των OMD παραμένει ιστορικό για το σκοτεινό κλίμα του και για την θεμελίωση της ικανότητας του McCluskey να γράφει ακαταμάχητες, ευανάγνωστες μελωδίες που σε αρπάζουν από τα μούτρα. Το “Messages” είναι ένα από τα τρία singles του album (τα άλλα είναι το “Electricity” το οποίο ο Howlett ανέδειξε σε τεραστίων διαστάσεων διαμάντι μετά την έλευση των OMD από την Factory στην Dindisc και το “Red Frame White Light”), ένα δραματικό ηλεκτρονικό mid tempo με τονισμένη την υπερβατική ατμόσφαιρά του από το Mike Howlett στην παραγωγή. Ο Howlett στους OMD συνεισέφερε με αυτόν ακριβώς τον τρόπο: τόνισε το δραματικό, επικό στοιχείο στο υπόβαθρο με τα synthesizers να στρώνουν παχιές, αυστηρές επιφάνειες. Μία αδιόρατη λύπη της οποίας η πηγή δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή από τον ακροατή, κάθεται σαν γλάσο πάνω στο “Messages”. Ο Howlett θα βρισκόταν για τα δύο πρώτα albums τους μαζί τους – και στο δεύτερο, το “Organisation” έλαμψε για μία ακόμα φορά αυτή η χημεία μεταξύ τους.

Προσωπικά ακούγοντάς το: λύνονται οι αρθρώσεις μου. Οι Kraftwerk επιβλέπουν την παραλυτική διείσδυση του παγωμένου synthesizer στον οργανισμό. Ο καημός του μετρονόμου.

45.
Act: Blancmange
Song: Living On The Ceiling
Label: London
From: “Living On The Ceiling / Running Thin” 7” Single, “Happy Families” LP
Year: 1982
Written by: Neil Arthur, Stephen Luscombe
File under: New Romantic, Electro Pop
Howlett value: 9,5/10

Οι Blancmange ήταν μία από τις βασικές δυνάμεις του τεχνολογικού ήχου στις αρχές των 80’s, ένα ντουέτο από κείνα που συντέλεσαν καίρια στο να σχηματιστεί η φουτουριστική σκηνή της electro pop, έτσι όπως δραματικά αποτυπώθηκε στην ιστορική συλλογή “Some Bizarre” του γκουρού της synth κουλτούρας, Stevo. O Neil Arthur και ο Stephen Luscombe είχαν στη φαρέτρα τους όλα τα απαραίτητα εφόδια: πνεύμα μοντερνισμού, χιούμορ, δυνατές προσλαμβάνουσες από τους Kraftwerk ως τον Giorgio Moroder και μία γερή ικανότητα να γράφουν ευμνημόνευτα τραγούδια. Με τα τρία albums που ηχογράφησαν από το 1982 ως το 1984 (συν μία μισόκαρδη επιστροφή με το “Blanc Burn” του 2011) οι Blancmange έδωσαν το στίγμα τους και έμειναν στην ιστορία της pop ως εκλεκτικοί και αξιοπρεπείς αλλά και σαρκαστικοί μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Ο Neil Arthur εκφραστικός και χωρίς στιλιστικά ταμπού στην ερμηνεία του και ο Stephen Luscombe διορατικός και έμπειρος πολυοργανίστας (με μία πρόσθετη αγάπη στην ινδική μουσική παράδοση των tablas) κορύφωναν μόλις στην αρχή της καριέρας τους, τη δυναμική τους, με το απόλυτο αριστούργημά τους “Living On The Ceiling”, ένα single (από τα πέντε που βγήκαν από το “Happy Families”), λαμπερό και μεγαλοπρεπές που διαθέτει ένα από τα πιο ευμνημόνευτα oriental μουσικά μοτίβα των 80’s. Τα εύσημα της παραγωγής του Mike Howlett έχουν να κάνουν με όλες τις παράμετρους του ήχου του τραγουδιού: με τη διαύγειά του, με την λάμψη του, με την ανατολίτικη μαγεία του, με την ακαταμάχητα νεορομαντική αίσθησή του, με την φουτουριστική αντίληψη περί synths στο υπόβαθρο και του πώς αυτά δένουν με τα πολυρυθμικά στοιχεία της ενορχήστρωσης. Επιπλέον τα εύσημα του Mike Howlett έχουν να κάνουν και με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αν χρειαζόταν σήμερα να ξανακάνει παραγωγή στο τραγούδι αυτό και αν έκανε ακριβώς τα ίδια, δεν θα ακουγόταν καθόλου παρωχημένο.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: νιώθω μονίμως και επαναλαμβανόμενα, τον ενθουσιασμό που προκύπτει όταν ακούς για πρώτη φορά κάτι που σε αφήνει άφωνο. Kάπως έτσι ακούγονται τα ιδανικά pop τραγούδια.

46.
Act: Tears For Fears
Song: Pale Shelter (You Don’t Give Me Love) (Extended Version)
Label: Mercury
From: “Pale Shelter (You Don’t Give Me Love) / The Prisoner” 12” Single
Year: 1982
Written by: Curt Smith, Roland Orzabal
File under: New Romantic, Electro Pop
Howlett value: 9,5/10

Οι Tears For Fears είναι το ντουέτο που έδωσε ένα πολύ σοβαρό κίνητρο στους φανατικούς του post punk θίασου να στραφούν στην electro pop: ξεκίνησαν ως ένα σχήμα που αποποιήθηκε την εξωστρεφή mod ατμόσφαιρα των Graduate (του group που τους φιλοξένησε πριν γίνουν ντουέτο) προς χάρη μίας βαθιά μελαγχολικής, αλλά και λυρικότατης ηλεκτρονικής pop που πραγματευόταν πάσης φύσης συναισθηματικά και ψυχικά τραύματα. Ο Roland Orzabal και ο Curt Smith θριάμβευσαν στον τομέα της “καταγγελίας” των δυσλειτουργικών σχέσεων και των φαντασμάτων του παρελθόντος. Τα albums που έχουν κυκλοφορήσει ως σήμερα (επτά μέσα σε είκοσι τρία χρόνια) διαφέρουν σε ποιότητα, διάθεση και στόχους αλλά όλα λίγο ή πολύ έχουν κοινό παρανομαστή την ικανότητα –ιδιαίτερα του Orzabal- να στήνει μικρά pop δράματα οπερατικών, ωστόσο, διαστάσεων, γερά τραγούδια με μεγάλη συναισθηματική γενναιοδωρία. Το ντεμπούτο album τους “The Hurting” παραμένει αξεπέραστο σε καντάρια δράματος. Πριν από αυτό το album, οι Tears For Fears είχαν κυκλοφορήσει δύο singles τα οποία εμφανίστηκαν στο album τους αλλά σε διαφορετική μορφή και διαφορετική παραγωγή. Το ένα ήταν το “Suffer Little Children”. Το άλλο, το “Pale Shelter”, με τίτλο εμπνευσμένο από το έργο “Pale Shelter Scene” του 1941 του βρετανού γλύπτη Henry Moore, ήταν ένα κελαριστό παράπονο στη μορφή pop τραγουδιού και ταυτόχρονα μία ωδή στο ρόλο του ερωτικά υποτελούς. Το “Pale Shelter” αρχικά ηχογραφήθηκε σε παραγωγή Mike Howlett, πιο τραγανό και πικρό, με τη φωνή του Orzabal να ακούγεται ικετευτική προς τα έξω και τα synths να πλέκουν έναν παχύ ιστό δράματος. Το single είχε στο εξώφυλλο ένα απαλό πράσινο χρώμα που πλαισίωνε την εξαιρετική φωτογραφία του Matthew White με τον πιτσιρίκο που σκαρφαλώνει στα κάγκελα του παράθυρου, σαν ερεθισμένο θηρίο στο κλουβί του. Αργότερα, όταν η Mercury ενέκρινε την ηχογράφηση του album τους, ανάθεσε στον Chris Hughes και τον Ross Cullum, την παραγωγή του album οι οποίοι επεξεργάστηκαν και το “Pale Shelter”. Η νέα μορφή του τραγουδιού κυκλοφόρησε ως τρίτο single από το album τους μετά το “Mad World” και το “Change”, το 1983, σε έντεκα συνολικά συλλεκτικές εκδόσεις, με βασικό b-side το “We Are Broken» και εικαστικό εξωφύλλου μία αγαλιά σκιτσαρισμένη από την σύζυγο του Roland, Caroline Orzabal. Και οι δύο διαφορετικές μορφές του “Pale Shelter” ακούγονται μοναδικές και ιδιαίτερες. Απλά η παραγωγή του Howlett δεν είναι τόσο γνωστή όσο εκείνη των Hughes και Cullum, στη μορφή με την οποία οι Tears For Fears έκαναν μεγάλη επιτυχία.

Προσωπικά, ακούγοντάς το: θέλω να πέσω στα πατώματα και να κλαίω σαν να μην υπάρχει αύριο. Τόσο απλά. Ο στίχος “And I can’t operate on this failure when all I wanna be is completely in command” είναι κάτι σαν εσωτερικό τατουάζ.

Enjoy

Posted in Music | 4 Σχόλια »