All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Linda Per(h)aps

Posted by gone4sure στο 4 Οκτωβρίου 2011

Με τις προτροπές του scar και του spiral στα σχόλια του προηγούμενου post, άκουσα τελικά την Linda Perhacs την οποία μόνο από ένα δυναμικό hype είχα γνωρίσει κατ’ όνομα – περιοδικά και δαιμονικά blogs εν δράσει, σε ομοβροντίες επαίνων. Δεν το ήξερα αυτό το κορίτσι και χαίρομαι που την ανακαλύπτω και γω και σαφώς μπαίνω στους ευδαίμονες υποστηρικτές του ιαματικού, ήπια ψυχεδελίζοντος folk στιλ της. Ωστόσο, επειδή, ούτε τον scar γνωρίζω, ούτε τον spiral, άρα δεν ξέρω και τις ηλικίες τους, υποθέτω ότι η Linda Perhacs, τους βρήκε ύστερα από έναν χρονικό κύκλο μίας μεγάλης διαδρομής από τα πρώτα 70’s μέχρι σήμερα και τους πέτυχε στην τρέχουσα, την σημερινή νεότητά τους (ή κάνω λάθος;)

Η Linda Perhacs είναι ένα θαυμάσιο κορίτσι, γεμάτο πνευματικότητα που ξεχειλίζει και χυμώδεις φωνητικές αρμονίες από αυτές που θέλουν να συντονιστούν με την πολιτισμένη ενέργειά σου, μία κατευναστική, μελωδική φωνή που τραγουδάει δευτεροεπίπεδα και τριτονοηματικά καλέσματα τρυφερότητας και συνύπαρξης στο ευρύτερο -χίπικο τότε- σύμπαν. Το «Parallelograms» έχει την κλασικότητα που έχει η φωνή της Joan Baez και οι ανάσες της Karen Carpenter – η Linda βρίσκεται ακριβώς στη μέση της διαδρομής, αγκαζέ με τα κορίτσια των Mamas & Papas.

Αυτόματα, ωστόσο,  αναρωτιέμαι (ελαφρώς ρητορικά), πώς γίνεται να βρει στόχο η Linda Perhaps στους παραπάνω bloggers, στους σημερινούς εικοσάρηδες και τριαντάρηδες όταν οι μοναδικές βιωματικές αναμνήσεις που έχουν από το κουδουνιστό, αγλαϊσμένο folk rock της, είναι μέσω ίσως του Devendra Banhart και του Sufjan Stevens; Πώς γίνεται μία φιγούρα, που έχει βγει από μία δραματική και μοναδική ιστορική συγκυρία, αυτή των αρχών των 70’s και του τέλους του χίπικου ονείρου να απηχεί στο σημερινό ακροατή, όταν έχουν μεσολαβήσει, το punk, η disco, οι goths, το grunge, το house, το trip hop, τα riot grrrls και η νέα americana; (Εδώ ήρθαμε.)

Πώς γίνεται να απηχεί σήμερα μία κοπέλα που τραγουδάει (εξαιρετικά, ξανατονίζω) σαν να μην συνέβη ποτέ, η Debbie Harry και η Patti Smith και η Siouxsie, η Kate Bush και η Tori Amos και η Bjork; Πού ακριβώς υπάρχει η διασύνδεση ανάμεσα στα ηλιοφωτισμένα πρώτα 70’s και στα σημερινά noughties με τις νευρωτικές μαινάδες τους; H απορία μου εμπεριέχει θαυμασμό. Αλλά και δέος.

Αισθάνομαι, ότι ο κύκλος που αρχίζει από την Linda Perhacs και κουμπώνει στην σημερινή St. Vincent, όσο μεγάλος και μακρύς και τεθλασμένος και αν είναι, όσες αντιθετότητες και διαφορετικότητες και αν εμπεριέχει, όσο έντονα τεντώνονται τα δύο άκρα ανάμεσα στον χιπισμό -ας πούμε- και την εγκεφαλικότητα της σύγχρονης νεοϋορκέζικης chamber pop, τόσο η νέα γενιά ανακαλύπτει εκ νέου (ευτυχέστατα) αυτά που έχει ανάγκη για να ανακουφίσει κάπως την αστική (ή την ιντερνετική, αν θέλετε) αποξένωσή της. Και αυτό που έχει ανάγκη είναι η αλάνθαστη ενέργεια της αρμονίας και της στέρεης, γήινης μελωδίας που υπακούει σε καμπύλες νοητές γραμμές και σε μοτίβα που σχηματίζουν ένα «όλον».

Ευχαριστώ λοιπόν τους κατά πολύ νεότερούς μου -εικάζω- scar και spiral που μου πρόσφεραν μία ευκαιρία να βάλω την Linda Perhacs μέσα στο «χώρο μου» -μέσα κι έξω. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να διαπιστώσουμε σούμπιτοι ότι εγώ λόγω ηλικίας, κάτι είχα προλάβει από την χίπικη αύρα κοριτσιών σαν την Linda Perhacs. Είχα προλάβει αυτά τα αθώα ανοίγματα ψυχής και ειλικρινούς προσφοράς -κυρίως μέσω των μεγαλύτερών μου τότε, φίλων- είχα ακούσει τα ευγενικά θροϊσματα του ντεφιού και της κρυστάλλινης, καθαρής ερμηνείας τους. Κι ας έβραζε το αίμα μου τότε που ανακάλυπτα την Poly Styrene και την Siouxsie και ήθελα να ουρλιάζω μαζί τους και να πετάγονται οι φλέβες στο λαιμό μου από την τερματισμένη τσίτα μου… Η προηγούμενη γενιά, δεν είχε ακόμα ξεπεράσει την Sandy Denny και την Julie Driscol και την Joan Baez (σήμερα αντιλαμβάνομαι ότι ευτυχώς, που τότε δεν μπορούσαν να τις ξεπεράσουν εύκολα…)

Επιμένω στο δέος με την Linda Perhacs – μου είναι «μεγάλη» η ιδέα ότι αυτό το επαρχιακό άκουσμα που ακούγεται με ακτίνες ήλιου ανάμεσα σε οπωροφόρα δέντρα, έρχεται συστημένο από ανθρώπους που μεγαλώνουν με τον αυτοματισμό και την νεύρωση της κρυσταλλικής οθόνης. Την ακούω να τραγουδάει σαν την Pattie Santos των It’s A Beautiful Day στο «Morning Colors» και ακούγεται στ’ αυτιά μου σαν τόσο αληθινά σημερινή και αναγκαία…

Cheers με πλατιά χαμόγελα απόλυτης νιρβάνας.

Advertisements

2 Σχόλια to “Linda Per(h)aps”

  1. spiral said

    Καταρχάς, οφείλω ένα ευχαριστώ γι’ αυτό το κείμενο. Είναι πάντα μεγάλη η χαρά όταν ένας αγαπημένος δίσκος συναντά μια δυνατή πένα -ή πληκτρολόγιο στην προκειμένη περίπτωση. 🙂

    Ένα από τα πολλά που άλλαξαν στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη μουσική από το 2000 και δώθε, είναι η σταδιακή κατάλυση της σειριακότητας του χρόνου στην εξέλιξη της μουσικής ιστορίας. Δεν υπάρχει πλέον ‘πριν 30 χρόνια’. Όλα όσα έχουν συμβεί από την πρώτη μουσική καταγραφή μέχρι σήμερα, όλα συμβαίνουν εδώ, τώρα. Όλα συνυπάρχουν σε απόσταση αναπνοής από εμάς σε ένα virtual τσουβάλι, απ’ όπου ανασύρουμε οτι θέλουμε, όποτε το θέλουμε. Περισσότερη σημασία για τον ακροατή έχει πλέον όχι πότε κυκλοφόρησε ένας δίσκος, αλλά πότε τον άκουσε ο ίδιος. Και ναι μεν αυτό ίσχυε λίγο-πολύ πάντα, όχι όμως στον σημερινό βαθμό. Επιπλέον, δεκάδες μουσικά ρεύματα τρέχουν παράλληλα το ένα με το άλλο, και καμιά μελλοντική καταγραφή δεν πιστεύω πως θα είναι αρκετή για να πει την ιστορία του μουσικού σήμερα. Όλο αυτό προσωπικά μου προκαλεί αμηχανία -είμαι κι εγώ βλέπεις της παλιάς σχολής, σίγουρα μικρότερος από εσένα, αλλά αρκετά μεγάλος για να έχω περάσει άπειρες ώρες ηχογραφώντας εκπομπές από το ραδιόφωνο σε κασσέτες, διαβάζοντας μουσικά περιοδικά και αποστηθίζοντας την ιστορία των αγαπημένων μου συγκροτημάτων. Από την άλλη, δεν μ’ αρέσει η άνευ όρων παράδοση στη νοσταλγία. Ξέρω οτι δεν μου λείπει τόσο ο τρόπος που άκουγα μουσική τότε, όσο ο τοτινός, ο δεκαπεντάχρονος εαυτός μου. Και σίγουρα δεν μπορώ να πω οτι έχω παράπονο: Τα παλιά χρόνια, η Linda Perhacs είναι μάλλον απίθανο να είχε βρει το δρόμο για τα αυτιά μου. 😉

    Cheers λοιπόν!

  2. alex said

    Ακριβώς αυτό συμβαίνει.
    Η αστική και ιντερνετική αποξένωση έφθασε στο σημείο της ανατροπής της. ( ελπΪζω και αισθανομαι…)
    Η αναβίωση των 70΄s δεν είναι μόνο θέμα μόδας. Είναι ανάγκη.
    Περπατώντας τα βράδια στούς δρόμους αυτής της μουδιασμένης πόλης, φορώντας την καμπάνα σου, περνάς από πλατείες γεμάτες από παιδιά που πίνουν την μπύρα τους και ακούν ή παίζουν μουσική.
    Εξω από τα μπαράκια, διάφορες ηλικίες κατακλύζουν τα στενά του κέντρου της Αθήνας.
    Στα πεζοδρόμια , ποδήλατα και μυρωδιές σου θυμίζουν λίγο Αμστερνταμ.
    (Αυτοί οι άνθρωποι, αυτές τις στιγμές, χαμογελούν.)
    Τ’ αυτιά τους, αναζητούν κάτι πιό ζεστό, γλυκό, ήρεμο.
    Κάτι, που θα τους μιλήσει και θα έχει κάτι να τους πει.
    Επιζητούν ν΄ακούσουν αυτό που έχει γίνει πια ανάγκη για επιβίωση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: