All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Μονομάχοι στην αρένα

Posted by gone4sure στο 2 Ιουλίου 2011

Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Gerald Posner, “Motown: Music, Money, Sex & Power” είναι ενδεικτικό του αμερικανικού ονείρου του Berry Gordy και της προσοδοφόρας τακτικής, “ας νικήσει ο καλύτερος”. Το σκηνικό του Greystone γινόταν τακτικά μια αρένα μονομάχων από την οποία έβγαινε ο ένας από τους δύο συναγωνιζόμενους κάθε φορά, νικητής και απολάμβανε των προνομίων του Berry Gordy. Μέχρι που ένα περιστατικό έβαλε τέλος στην αμοραλιστική χοντροκοπιά του δαιμόνιου επιχειρηματία…

Η αναμέτρηση παρακολουθείται με αυτό το soundtrack. Αφού δεν υπάρχει οπτικό ντοκουμέντο από την “αρένα”, μπορείτε να ακούσετε τα τραγούδια και με τη βοήθεια της αφήγησης του Posner, να φέρετε στο νου σας το κλίμα.

Thumbs up… Thumbs down…

«Ο ανταγωνισμός που άρεσε στον Gordy να προκαλεί ανάμεσα στους stars του μπουλουκιού της Motortown ήταν μόνο ένα ζέσταμα για αυτό που τους επιφύλασσε μετά την επιστροφή τους στο Detroit. Τα Χριστούγεννα του 1962, ο Gordy είχε παζαρέψει για 125.000 δολλάρια, μία συμφωνία για αγορά του διάσημου πενταόροφου Greystone Ballroom της πόλης. Όταν ήταν παιδί, το θυμόταν ως ένα μουσικό παλάτι που επέτρεπε την είσοδο στους μαύρους μόνο τις νύχτες της Δευτέρας. Τώρα, μόλις δύο χρόνια μετά την ίδρυση της εταιρίας του, ήταν δικό του. Το μεγάλο πάρτι της εταιρίας έγινε εδώ και ο Gordy βράβευσε με το Έπαθλο του Πνεύματος της Motown το πρόσωπο που αντιπροσώπευε περισσότερο από όλους το πνεύμα της εταιρίας: τον Smokey Robinson. (Το πρόσωπο που βρισκόταν δεύτερο στη λίστα του Gordy, ο Melvin Franklin των Temptations, έλαβε το βραβείο την επόμενη χρονιά).

Ήταν το πρώτο χριστουγεννιάτικο πάρτι στο οποίο φάνηκαν τα πρώτα αληθινά σημάδια της επιτυχίας των καλλιτεχνών. Οι Marvelettes βρίσκονταν ακόμα στη ζάλη της επιτυχίας τους μετά το No.1 τους “Please Mr. Postman” και έμπαιναν στο πάρτι με τον αέρα των stars. “Φορούσαν μεγάλα, φανταχτερά καπέλα και είχαν ένα attitude που φώναζε ότι πλέον ανήκαν στον πλούτο,” θυμόταν ο Otis Wiliiams. “Τις ζήλευα –είμαι σίγουρος ότι όλοι τις ζήλευαν- αλλά όχι με πίκρα. Απλά θέλαμε όλοι μια ευκαιρία να αποδείξουμε ότι ήμασταν το ίδιο καλοί και η ανταγωνιστική αυτή ατμόσφαιρα που ενθάρρυνε ο Berry ήταν ερεθιστική.

Οι Marvelettes δεν ήταν οι μόνες κομψές. Πολλοί άντρες φορούσαν μοχέρ κοστούμια, που τότε ήταν στη μόδα, ενώ οι γυναίκες ήταν ντυμένες με χειροποίητα κοσμήματα και αστραφτερά φορέματα. Όπως θυμόταν αργότερα η Mary Wilson, παρότι δεν έβγαζαν πολλά λεφτά, “σχεδόν κάθε δεκάρα που μαζεύαμε ξοδευόταν σε ρούχα.”

Τo Greystone ήταν το τέλειο σκηνικό για το χριστουγεννιάτικο πάρτι της Motown, αλλά ο Gordy είχε πιο φιλόδοξα σχέδια. Εκεί, σκαρφίστηκε την ιδέα του για μία μάχη των αστέρων του, σύμφωνα με την οποία, οι καλλιτέχνες θα συναγωνίζονταν μεταξύ τους για να κερδίσουν την εύνοια του ακροατηρίου. Συνήθως, έβαζε δύο ονόματα να μάχονται μεταξύ τους: οι Martha Reeves & The Vandellas εναντίον των Marvelettes, οι Temptations εναντίον των Contours ή οι Supremes εναντίον των Velvelettes, πέντε ταλαντούχων κοριτσιών που δεν έκαναν ποτέ μεγάλη επιτυχία. Όλα φαίνονταν να πηγαίνουν περίφημα μέχρι που ένα βράδυ ο Gordy έβαλε τον Little Stevie Wonder εναντίον του μεγαλύτερου, πιο ραφινάτου Marvin Gaye. Ο Gaye είχε ένα πολύ αφοσιωμένο κοινό, περισσότερο γυναικείο, που τον έβρισκε πολύ sexy. Ο Gaye εκμεταλλεύτηκε αυτήν την απήχησή του στο έπακρο. Ο Stevie Wonder από την άλλη, είχε μόλις μία επιτυχία στο ενεργητικό του, το “Fingertips (Part 2)”. Ήταν ηχογραφημένο ζωντανά στο Regal Theatre του Chicago όταν ο Wonder είχε παραμείνει στη σκηνή για κάτι που είχε την εντύπωση ότι ήταν encore και αναπάντεχα ξεκίνησε να παίζει με την μπάντα το τραγούδι. (Μάλιστα, η Mary Wells, νομίζοντας ότι ο Wonder είχε τελειώσει την εμφάνισή του, ανέβηκε στη σκηνή για να τραγουδήσει με τη σειρά της). Το “Fingertips” έμοιαζε με αναβιωτική συνάντηση. Ήταν μία χοροπηδηχτή, αυτοσχεδιαστική ερμηνεία δύο λεπτών και σαράντα εννέα δευτερολέπτων που απαρτιζόταν από την διαπεραστική φυσαρμόνικα του Wonder και των επαναλαμβανόμενων ουρλιαχτών του “yeah, yeah, yeah!” Στα μέσα του τραγουδιού, ένας μουσικός ακούγεται που φωνάζει από πίσω, “σε ποιο τόνο; Σε ποιο τόνο;” Ένας κριτικός τόνισε ότι ήταν “κάτι παραπάνω από ηχογραφημένη υστερία”. Με κάποιο τρόπο όμως, το λάθος αυτό έδωσε στην ηχογράφηση μία ενέργεια και αιχμή που το κοινό λάτρεψε και το εκτόξευσε στο Νο.1 των charts, μόλις το δεύτερο στην ιστορία της Motown. Πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα και παρέμεινε στο Νο.1 επί δεκαπέντε εβδομάδες. (Ο Gordy αναγραφόταν ως παραγωγός σε αυτή την επιτυχία, αν και ο Clarence Paul που είχε γράψει το τραγούδι μαζί με τον Stevie Wonder, αργότερα ομολόγησε ότι ο Gordy δεν ήταν καν παρών όταν ηχογραφόταν το τραγούδι.)

Το album “The 12 Years Old Genius” πήγε στο Νο.1 την ίδια εβδομάδα που το single κατέκτησε το chart. Αυτό ήταν σπάνιο φαινόμενο που μόνο οι καθιερωμένοι stars όπως ο Frank Sinatra, και ο Tony Bennett είχαν κατορθώσει. Η διπλή επιτυχία, έδωσε στην Motown μία αποφασιστική ώθηση μέσα στη δισκογραφική βιομηχανία, περιορίζοντας κάθε πιθανή αμφιβολία σχετικά με τη μακροχρόνια δράση της εταιρίας και την επιρροή της στα πράγματα.

Παρά την τεράστια επιτυχία της επιτυχίας του Wonder, ο Gaye και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες στην εταιρία το θεωρούσαν αρπαχτή. Ο Gaye, είχε μόλις σημειώσει μία μέτρια επιτυχία με το “Pride And Joy” –την πρώτη crossover επιτυχία του- και θεωρούσε τον αγώνα στο Greystone με τον Wonder, μία προσβολή που έπρεπε να υπομείνει για να ικανοποιήσει την αλλόκωτη ιδέα που είχε περί προώθησης ο Gordy. Επιπλέον, ο Gaye ένιωθε υποτιμημένος από τον Gordy επειδή τον έβαλε να συναγωνιστεί με τον νεαρό, τυφλό τραγουδιστή. Παρότι στον Gaye άρεσε ο Wonder, είπε στον φίλο του Beans Bowles ότι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο Gordy “μού έβαλε αυτόν το μικρό, τυφλό καημένο απέναντί μου”. (Το 1969, ο Gaye θα έμπαινε σε ένα καυγά με έναν άλλο τυφλό τραγουδιστή, τον Jose Feliciano, που είχε κατακρίνει την soul ερμηνεία του Gaye στον Εθνικό Ύμνο της Αμερικής στο World Series του Detroit. Ο Gaye είχε κατηγορήσει τον Feliciano για “σπιούνο” και δήλωσε στο Soul Magazine, “Άλλοι τιμωρούνται άγρια, τους σπάνε τα πόδια και τους δένουν τα χέρια για πολύ ελαφρύτερες δηλώσεις απότι του Feliciano.)

Ο Wonder ξεκίνησε την εμφάνισή του τραγουδώντας και παίζοντας πυρετωδώς φυσαρμόνικα στο “Workout Stevie, Workout”. Ο Gordy είχε βοηθήσει τον Wonder να δημιουργήσει μία σκηνική παρουσία εμπνευσμένη από τον Ray Charles και αυτό απέδιδε σωστά. Όπως και άλλοι τυφλοί τραγουδιστές, ο Stevie επιδιδόταν στους αποκαλούμενους “τυφλισμούς” για να ενισχύσει την εμφάνισή του. Έκανε ρυθμικές κινήσεις με το σώμα και το κεφάλι του, σειόταν και χόρευε και συχνά έτριβε τα μάτια του. Η πιο χαρακτηριστική κίνησή του ήταν να ρίχνει το κεφάλι πίσω και να το κουνάει δεξιά – αριστερά. Φορούσε ένα αστραφτερό κοστούμι, η υπερμεγέθης φυσαρμόνικά του είχε γυαλιστεί για να δείχνει λαμπερή και το όνομά του είχε χαραχτεί πάνω στα τύμπανα με απαστράπτοντα γράμματα. Ως το τέλος του τραγουδιού το ακροατήριο χόρευε και είχε ανάψει για τα καλά.

Ο Gaye τραγούδησε ένα από τα πιο καυτά τραγούδια του, το “Hitch Hike”, χόρευε και όργωνε αβίαστα τη σκηνή. Άρεσε επίσης πάρα πολύ στο κοινό που κουνιόταν και φώναζε στο ρυθμό. Στο τέλος του πρώτου γύρου, ο Gordy σκέφτηκε ότι ο Gaye είχε ένα ελαφρό προβάδισμα.

Το δεύτερο τραγούδι του Stevie ήταν ένα bluesy “I Call It Pretty Music But The Old Folks Call It The Blues” και μετά αμέσως προχώρησε στην επιτυχία του “Fingertips”. Το ακροατήριο επιφύλαξε τη μεγαλύτερη και πιο θορυβώδη υποδοχή του. Δεν γινόταν να μη δει κάποιος από το ακροατήριο ότι ο Stevie Wonder ζούσε την καλύτερη στιγμή της ζωής του.

Ο Gaye τώρα ήθελε να κάνει το κοινό να ξεχάσει σύντομα τον Wonder. Καθώς όμως ανέβηκε στη σκηνή και άρχισε να τραγουδά την επιτυχία του “Stubborn Kind Of Fellow”, ακούστηκαν κάποια γιουχαϊσματα. Σε λίγο, οι αποδοκιμασίες και τα γιουχαϊσματα αυξήθηκαν σε αριθμό και ένταση. Ο Gaye έδειχνε μπερδεμένος αλλά συνέχιζε να τραγουδά.

Marvin”, φώναξε κάποιος από το κοινό, “θα έπρεπε να ντρέπεσαι που τα βάζεις με αυτό το μικρό, τυφλό παιδί.” Κάποιοι άλλοι φώναζαν παρόμοιες αποδοκιμασίες. Ο Gaye τους αγνόησε και συνέχισε με το τραγούδι του, αποφασισμένος να κερδίσει το ακροατήριο. Όταν τελείωσε, ο κρότος των χειροκροτημάτων καλύφθηκε από τα σφυρίγματα και τα γιουχαϊσματα. Έσφιξε τα δόντια του και έκρυψε την έκφραση ντροπής που πήρε το πρόσωπό του καθώς έκανε νόημα στην μπάντα να ξεκινήσει να παίζει το “Pride And Joy”. Πριν όμως, καν ξεκινήσει, ο Gordy έτρεξε πάνω στη σκηνή και άρπαξε το μικρόφωνο από τα χέρια του Gaye.

Σε ευχαριστούμε πολύ,” ανακοίνωσε ο Gordy. “Η παράσταση τελείωσε.” Έκανε νόημα σε κάποιον να αρχίσει να παίζει δίσκους. Ο Gaye κατέβηκε γρήγορα από τη σκηνή και ο Gordy τον ακολούθησε. Βρήκε τον Gaye στα παρασκήνια μόνο του, να κρατάει με τα χέρια το κεφάλι του. Ο Gordy ακούμπησε το χέρι του πάνω στον ώμο του Gaye. Κανένας από τους δύο δεν είπε κουβέντα.

Δεν υπήρχε τίποτα να πούμε,” θυμόταν αργότερα ο Gordy. “Παρότι συνέχισα να πιστεύω ότι ο ανταγωνισμός δημιουργεί πρωταθλητές, έβλεπα ότι έχει και μία κακή πλευρά. Και σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση ενός ενήλικου εναντίον ενός μικρού τυφλού αγοριού, είχα κάνει σοβαρό λάθος.”

Αυτή ήταν η τελευταία αναμέτρηση καλλιτεχνών στο Greystone.»

Advertisements

2 Σχόλια to “Μονομάχοι στην αρένα”

  1. Effie said

    Τι ωραία ιστορία! Είμαι μεγάλη φαν του Stevie Wonder και δεν την ήξερα. Thumbs!

  2. Effie said

    …up! 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: