All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

You’ve Made Me So Very Happy – Still after 45 years

Posted by gone4sure στο 14 Απριλίου 2011

Τo “You’ve Made Me So Very Happy” (Part1 και Part2 – στις σαράντα εκτελέσεις που συγκεντρώσαμε) είναι ένα τραγούδι που προσομοιάζει την άνοιξη, την αναγέννηση, το ευτυχές γύρισμα μιας σελίδας. Παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια μου από τα 60’s, με κάνει να νιώθω ζωντανός, χαρούμενος και μου θυμίζει τι σημαίνει να είσαι στη νιρβάνα, σε εκείνη την συναισθηματική – σωματική – νοητική κατάσταση κατά την οποία όλες οι αισθήσεις είναι τεταμένες και απορροφούν σαν σφουγγάρι το περιβάλλον. Επιπλέον, είναι ένα τραγούδι που κατά τη γνώμη μου, εμπεριέχει τρία σπουδαία συναισθήματα στην αλληλουχία τους, αυτήν που αποτελεί την πηγή όλης της συναισθηματικής μυθολογίας, όλης της λογοτεχνικής ερωτικής παραγωγής, όλου του διαχρονικού διδάγματος περί του πώς εξελίσσεται ένας ερωτικός κύκλος.

Η ηρωίδα – ήρωας του τραγουδιού αφηγείται στο πρώτο μέρος την κατάσταση της δυστυχίας από την ερωτική απογόητευση και την ανασφάλεια της εγκατάλειψης, στο δεύτερο τη γνωριμία και την ένταση ενός συναρπαστικού ανοδικού έρωτα και στην τρίτη φάση το απόσταγμα της ερωτικής καταιγίδας και το αίσθημα της μακρόπνοης ευτυχίας. Επιπλέον, δομικά και αισθητικά, εμπεριέχει μία σπουδαία πολιτισμική στιγμή του δυτικού κόσμου, εκείνη στα μέσα των 60’s που το παστέλ γίνεται ηλεκτρικό χρώμα: ο κοσμοπολιτισμός, το περιπετειώδες party και η αίσθηση ότι οι φόρμες “ανοίγουν” αποφασιστικά για να συλλάβουν το συλλογικό αίσθημα του κόσμου ότι ίσως τα πράγματα αλλάζουν κοινωνικά σε όλα τα μέτωπα. Εμπεριέχει την ελευθεριάζουσα χίπικη πρωιμότητα, την sexy διάθεση μίας pop που είναι σπινθηροβόλα και προκλητική και την τολμηρή πλευρά της soul που δεν φοβάται να δανειστεί τις jazzy καταβολές της για να δημιουργήσει ψυχοδιεγερτική απόλαυση.

Το ρεφρέν του “You’ve Made Me So Very Happy (I’m So Glad You Came Into My Life)” είναι μία σπουδαία κατάφαση θετικότητας, μία ολοκληρωτική επικύρωση της πανίσχυρης δύναμης του “μαζί”. Εϊναι η απόλυτη φράση που μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να λάμψει στιγμιαία (ή όχι και τόσο στιγμιαία) από χαρά και ευτυχία, είναι τελικά, ο απόλυτος ισχυρισμός της αποδοχής ότι είμαστε φτιαγμένοι από υλικά που αιτούν την εξωγενή ολοκλήρωσή τους, το πάντρεμά τους με υλικά κάποιου άλλου ανθρώπου.

Το “You’ve Made Me So Very Happy” είναι ένας αλάνθαστος ύμνος στην συντροφικότητα και στην συναισθηματική προσφορά.

Ακολουθεί μία λεπτομερής πορεία του τραγουδιού μέσα στα τελευταία 45 χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκε στο προσκήνιο. Οι σαράντα εκτελέσεις του “You’ve Made Me So Very Happy (ζιπαρισμένες και ανεβασμένες κατά σειρά εμφανίσεως στο κείμενο σε δύο μέρη – είκοσι (α’ μέρος) και είκοσι (β’ μέρος) είναι αυτές που χαρακτήρισαν μέσα στα χρόνια την επιβίωσή του, μία σπουδαία ευκαιρία για τραγουδιστές να εκφράσουν τις δυνατότητές τους στην απόδοση της συναισθηματικής ευδαιμονίας.

01.
Artist: Brenda Holloway
Album: The Artistry Of Brenda Holloway
Produced by: Berry Gordy
Label: Tamla
Year: 1967
Happiness Rate: 85%

Με είχε χωρίσει ο φίλος μου,” είπε η Brenda Holloway για το πώς γράφτηκε το τραγούδι. “Και σκέφτηκα, ξέρεις τι; Θα γράψω ένα τραγούδι για το πόσο ευτυχισμένη είμαι, γιατί αυτός ο τύπος είναι τρελός. Με άφησες; Θα σου δείξω γω!”. Το τραγούδι γράφτηκε από την ίδια και την αδερφή της Patrice Holloway, ως αντίδραση στην απόρριψη. Η Holloway τηλεφώνησε στον Berry Gordy και του είπε “Εχω γράψει μία επιτυχία.” Ο Gordy το άκουσε και κάλεσε τον Frank Wilson για να προσθέσει τη δυναμική γέφυρα του τραγουδιού, αυτή που η Holloway όπως δήλωσε, “ολοκλήρωσε το τραγούδι”. Τo αποτέλεσμα όμως δεν άρεσε στην Holloway. Εκείνη ήθελε να ενσωματωθεί στο τραγούδι το δραμματικά εξελισσόμενο καλλιτεχνικό ρεύμα της εποχής: “Βρισκόμασταν στην αρχή των ψυχεδελικών ήχων, με το rock, το funk και όλα αυτά.” Ο Berry Gordy ήταν κάθετος. Δεν ήθελε οι καλλιτέχνες της Motown να έχουν κανένα σημείο αιχμής ή αμφισβητήσιμο ή προκλητικό στιλ και αυτό ερχόταν σε αντίθεση με το γούστο και την αισθητική της Holloway που προτιμούσε το γρέζι και την τραχύτητα της Tina Turner στις επιρροές της, παρά τη σαλονάτη αισθητική των κοριτσιών της Motown που μιμούνταν τα λευκά μεγαλοαστικά πρότυπα. Μάλιστα, ο Dahl υποστήριξε ότι η Holloway είχε την Tina Turner στο νου της όταν έγραφε το τραγούδι. Ο Berry Gordy ανυποχώρητος, δήλωσε κοφτά “Είμαι ο Berry Gordy. Είσαι η Brenda Holloway. Εγώ βάζω τα χρήματα. Θα το κάνουμε όπως θέλω εγώ, ευχαριστώ.”

Η εκτέλεση τής, μόλις είκοσι ενός ετών, Brenda Holloway έφτασε ως το Νο.40 του r’n’b chart και στο Νο.39 του pop chart και ήταν η τελευταία επιτυχία της για την εταιρία. To single είχε στη δεύτερη πλευρά το “I’ve Got To Find It”. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο single της για την εταιρία. Απογοητευμένη και πικραμένη από την αντιμετώπιση της Motown, εγκατέλειψε την εταιρία, γράφοντας μία επιστολή στον Berry Gordy παραπονούμενη για το ότι δεν της έδωσε την προσοχή που αυτή πίστευε ότι άξιζε.

Κατά τη διάρκεια των τεσσερεσίμισυ χρόνων που είμαι στην Motown,” έγραφε στο γράμμα της, στον Gordy “έχω πέντε κυκλοφορίες που πέτυχαν κάποια αναγνώριση, τέσσερα singles και το album “Every Little Bit Hurts”. Σε αυτά τα τεσσερεσίμισυ χρόνια μου στην εταιρία, υπάρχουν άλλα τέσσερα ονόματα στην Motown, που βρίσκονται για λιγότερο από δύο χρόνια στην εταιρία που σημείωσαν αρκετές επιτυχίες και κυκλοφόρησαν ένα ή δύο albums. Προωθήθηκαν και πουσαρίστηκαν τρομακτικά. Για άλλη μία φορά, δεν καταλαβαίνω γιατί εγώ αγνοούμαι και παραμελούμαι τόσο καταφανώς. Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι είμαι Καλλιτέχνιδα από την Δυτική Ακτή. Σε αμέτρητες περιπτώσεις έχω ζητήσει να έχω τους δικούς μου μουσικούς για να παίζουν μαζί μου σε περιοδείες, έναν κιθαρίστα, ένα μπασίστα και έναν drummer. Αγνοήθηκα και αντιμετωπίστηκα με έναν παιδικό τρόπο. Νιώθω επίσης, ότι όταν έρχομαι στο Detroit για να ηχογραφήσω με παραγωγούς, θα έπρεπε να κάνουμε πρόβες μαζί μου για να βρουν τον κατάλληλο τόνο μου και μετά να κάνουν παραγωγή στα κομμάτια που θα ηχογραφήσω. Ένα ταξίδι μου στο Detroit για ηχογράφηση ένιωσα ότι ήταν καταστροφή γιατί τα κομμάτια ηχογραφούνταν σε ακατάλληλο τόνο που δε μου επέτρεπε να τα ηχογραφήσω πετυχημένα και να δικαιωθώ ως καλλιτέχνιδα.”

Αυτά μεταξύ άλλων πολλών έλεγε η Brenda Holloway στην επιστολή της προς τον Gordy, μην παραλείποντας να την ολοκληρώσει με το υστερόγραφο “Πάντα θα ΑΓΑΠΩ την Motown και σένα.” Η Brenda όμως δεν χωρούσε στο στενό “πρέπει” του Gordy περί ιδανικής γυναικείας pop. Η Brenda (τραγουδίστρια, τραγουδοποιός και βιολονίστα) δεν χωρούσε στα λεπτά, κομψά πλαίσια των “Σχολών Αισθητικής” της Motown. Και αυτός θεωρείται και ο βασικός λόγος που ο ιδρυτής της Motown την παραμελούσε λέγοντάς της “Θα έρθει και σένα η ώρα σου” όταν του παραπονιόταν ότι μένει πίσω στις πρωτεραιότητες της εταιρίας. “Ήμουν πολύ sexy εκείνη την εποχή. Το δέρμα μου δεν ανάσαινε παρά μόνο όταν ήταν ακάλυπτο! Τα κοστούμια που φορούσα ήταν φτιαγμένα για να έχουν sex appeal και όχι για να τα φορούν απλά γυναίκες. Μάλιστα, οι άλλες θέλανε να με κατεβάσουν από τη σκηνή και να με τσακίσουν επειδή νόμιζαν ότι φλερτάρω τους άντρες τους. Ήμουν επηρρεασμένη από την Tina Turner. Όταν περιόδευα στις Νότιες Πολιτείες και προσπαθούσα να της μοιάσω, ο Smokey Robinson μού είπε να μην το κάνω αυτό. Μου είπε, “εσύ έχεις φωνή, δεν χρειάζεται να κάνεις σαν αυτήν.” Προσπάθησα λοιπόν να καταλαγιάσω λίγο τη σκηνική παρουσία μου αλλά δε μου βγήκε καλό.” Όταν η Holloway έφυγε από τη Motown, η εταιρία κυκλοφόρησε ένα δεύτερο album της με singles και παραλειπόμενα, το “The Artistry Of Brenda Hollοway”. Όταν έφυγε από την εταιρία, η Motown έστειλε παντού δελτίο Τύπου ενημερώνοντας ότι η Brenda Holloway αποσύρεται από την εταιρία, για να τραγουδήσει gospel στην εκκλησία. Εν μέρει ήταν αλήθεια.

02.
Act: Blood Sweat & Tears
Album: Blood Sweat & Tears
Produced by: James William Guercio
Label: Columbia
Year: 1969
Happiness Rate: 92%

Αν η φωνή της Brenda Holloway ερμήνευσε το τραγούδι με την αυθεντικότητα που διαθέτει ένας δημιουργός που αποδίδει ο ίδιος το έργο του, η φωνή του Al Kooper (πρώην Blues Project), του μπροστάρη των Blood Sweat & Tears, το εκτίναξε στην στρατόσφαιρα. Θεωρώ ότι ο λόγος που η εκτέλεση των Blood Sweat & Tears, στο single τους με b-side το “Blues II” έφτασε ως το Νο.2 επί τρεις εβδομάδες του αμερικανικού pop chart, χαρακτηρίζοντας ιστορικά και ανεξίτηλα το τέλος της δεκαετίας του ’60, είναι ότι οι στίχοι του τραγουδιού τραγουδιούνται από μία αντρική φωνή. Το συναισθηματικό εκτόπισμα που έχει μία θετική ερωτική εξομολόγηση από μία αντρική φωνή είναι απείρως πιο ιδιαίτερο και διεγερτικό στην ευρεία μάζα διότι απλά δεν είναι συνηθισμένες τέτοιες ανοιχτόκαρδες, συναισθηματικές καταθέσεις από άντρες στο rock. Οι έντεχνοι jazz rockers απογείωσαν το τραγούδι σε μία παραγωγή που ακούγεται ακόμα και σήμερα (και αύριο) φρέσκια και συναρπαστική, με έντονο suspense, με περιπετειώδη ενορχήστρωση και με τα πνευστά της μπάντας να λειτουργούν καταλυτικά και να δίνουν στην ηχογράφηση το απόλυτο σήμα κατατεθέν της. Ο Al Kooper, εμπνευστής της μπάντας των Blood Sweat & Tears δεν βρισκόταν πια στο σχήμα όταν κυκλοφόρησε το δεύτερο ομώνυμο album τους, που περιείχε το τραγούδι. Αντικαταστάθηκε από τον David Clayton Thomas. Αντίστοιχα οι δύο τρομπετίστες του group, Randy Brecker και Jerry Weiss αποχώρησαν μετά το δεύτερο album και αντικαταστάθηκαν από τους Lew Soloff και Chuck Winfield. Η φωνή του Kooper ωστόσο, και οι τρομπέτες των δύο αποχωρήσαντων είναι αυτά που έμειναν για πάντα στην ιστορία. “Η εκτέλεση της Brenda Holloway δεν έγινε επιτυχία,” είπε ο Al Kooper αργότερα. “Ήταν ένα τραγούδι χαμένο στη λήθη. Το ενορχήστρωσα εκ νέου για την μπάντα. Απλά μου άρεσε το τραγούδι και απολάμβανα το να το τραγουδάω.”

03.
Act: Chris Clark
Album: C.C. Rides Again
Produced by: Deke Richards
Label: Weed
Year: 1969
Happiness Rate: 87%

Μία ακόμα σπουδαία τραγουδίστρια της Motown, η Chris Clark, αποτελεί περίπτωση που δεν ευτύχησε να κάνει μία σημαντική καριέρα, αν και πρόλαβε να ηχογραφήσει δύο albums το 1967, πριν ασχοληθεί πιο οργανωμένα με την  σύνθεση τραγουδιών και γίνει… φωτογράφος. Η Chris Clark που λανσαρίστηκε ως αμερικανική απάντηση στην λευκή γαλανομάτα soul της Dusty Springfield, ήταν ένα πλατινέ ξανθό κορίτσι που δούλευε στην υποδοχή της Motown μέχρι που το 1965, ο Gordy της έδωσε μία ευκαιρία να ηχογραφήσει ένα πρώτο single, για να την αφήσει να περιμένει άλλα δύο χρόνια μέχρι να κυκλοφορήσει album. Η Chris Clark είχε μία πολύ γερή και συμπαγή soul φωνή που έκανε κάποιους να τη χαρακτηρίσουν ως Λευκή Νέγρα. Αυτό όμως ήταν και το πρόβλημα στην Motown: την έκρυβαν από τη δημοσιότητα για να μην δει το κατεξοχήν μαύρο κοινό ότι είναι λευκή και την απορρίψουν… Η κοσμοπολίτικη, ευάερη εκτέλεση της Chris Clark, γεμάτη ευφορικά έγχορδα και μεγάλο ενορχηστρωτικό όγκο –ένα γνήσιο mod αριστούργημα-, έρχεται από το δεύτερο –σπάνιο σήμερα πλην υπέροχο- album της, στην Motown, για το οποίο ο Gordy, δημιούργησε καινούργια ετικέτα προκειμένου να το κυκλοφορήσει. Η Weed ήταν μία ακόμα υπο-εταιρία της Motown στην οποία όμως… κυκλοφόρησε μόνο ένα album, το “C.C. Rides Again”. Δεν υπήρξε συνέχεια για την Weed και εν πολλοίς, ούτε για την Chris Clark που πέντε χρόνια μετά το “You’ve Made Me So Very Happy” το 1972, θα ήταν υποψήφια για Oscar Σεναρίου ως μία από τις συν-σεναριογράφους που έγραψαν το “Lady Sings The Blues” με πρωταγωνίστρια την Diana Ross.

04.
Act: Edwin Starr & Blinky
Album: Just We Two
Produced by: Frank Wilson
Label: Gordy
Year: 1969
Happiness Rate: 80%

Τo album που κυκλοφόρησαν ως ντουέτο, ο Edwin Starr και η Sondra Williams (ή Blinky) παρότι συμπαθέστατο και ειλικρινές έπεσε και αυτό θύμα των διαφορετικών προτεραιοτήτων της Motown εκείνη την εποχή. Και οι δύο τους έμπαιναν δυναμικά στο roster της εταιρίας προερχόμενοι από άλλες μικρότερες soul εταιρίες ο καθένας τους (Ric Tic και Golden World ο πρώτος, Vee Jay και Atlantic η δεύτερη), με δύο προσωπικές επιτυχίες έκαστος, το 1968 (“Twenty Five Miles” για τον Edwin Starr, “I Wouldn’t Change The Man He Is” για την Blinky), ο δίσκος όμως που έκαναν από κοινού, δεν προωθήθηκε γιατί όλη η ενέργεια της εταιρίας καταναλωνόταν στην προώθηση άλλων ντουέτων, όπως οι Marvin Gaye & Tammii Terrell και τα συνεργατικά albums των Supremes με τους Temptations. Η εκτέλεση του ντουέτου στο classic της Holloway είναι πραγματικά εντυπωσιακή, με το σεξουαλικό γρέζι των soul φωνών τους να δίνει στο κομμάτι κάτι από την ακατέργαστη αξία που ήθελε να του προσδώσει αρχικά, η Brenda Holloway και ο Gordy δεν την άφησε. Από το “Just We Too” κυκλοφόρησε σε single το “Oh How Happy”.

05.
Act: Bobbie Gentry
Album: Touch ‘Em With Love
Produced by: Kelso Herston
Label: Capitol
Year: 1969
Happiness Rate: 83%

H Bobbie Gentry μία εξαιρετική τραγουδοποιός – τραγουδίστρια της country pop στην Αμερική έφτανε στα τέλη των 60’s αισίως, στο έκτο album της, έχοντας ήδη δρέψει τις δάφνες του ιστορικού ντεμπούτου single της “Ode To Billie Joe” και τη συνεργασία της με τον Glenn Campbell. Το “Touch ‘Em With Love”, παραμένει το καλύτερο album της – μεστή, hip grande country pop, τόσο κοσμοπολίτικη, όσο και τιμητική των Νότιων Πολιτειών από όπου καταγόταν, συγκεκριμένα από το Mississippi. Ήταν το album που περιείχε το breakthrough single της “I’ll Never Fall In Love Again” των Bacharach / David που την ανέβασε στο Νο.1 της Βρετανίας αλλά και αυτό που περιλάμβανε την εκτέλεσή της στο “You’ve Made Me So Very Happy”, μία sexy, αισθαντική απόδοσή της στο soul classic στο κλίμα της εποχής της, με τραγανή εκφορά και έντονα χαραγμένη στις καταλήξεις της, την ιδιαίτερη προσωπικότητά της. Η Bobbie Gentry, παραμένει μία υπέροχη καλλιτέχνιδα που πρέπει απαραίτητα να ανακαλυφθεί εκ νέου.

06.
Act: Mel Torme
Album: Raindrops Keep Falling On My Head
Produced by: Mel Torme
Label: Capitol
Year: 1969
Happiness Rate: 62%

H feel good, μιουζικαλάτη αλά Las Vegas εκτέλεση του Mel Torme έρχεται από την εποχή που ήδη η “μπογιά” του στο κύκλωμα των music halls της Αμερικής είχε ξεφτίσει. Σπουδαίος διασκεδαστής – ηθοποιός – τραγουδιστής – drummer, έζησε την χρυσή εποχή των αμερικανικών χρυσών ονείρων των 50’s με την jazz να απλώνεται στο mainstream ως ένα απολαυστικό, ηδονικό αντίβαρο στο rock ‘n’ roll. Το album του Torme που περιλαμβάνει την εκτέλεσή του στο “You’ve Made Me So Very Happy” αποτελεί ένα σύνολο από standards της εποχής, με βασικό το ομότιτλο του δίσκου hit του B.J. Thomas. Μέσα στο album εκτός από το “You’ve Made Me So Very Happy”, ο Torme διασκευάζει και το “Spinning Wheel” που την ίδια χρονιά ήταν επιτυχία για τους Blood, Sweat & Tears. Φαντάζομαι, εκείνη την εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, οι ερμηνείες του Torme ακούγονταν ήδη παρωχημένες με όλο αυτό το πληθωρικό στιλ ευζωίας και πληθωρικότητας που περιέχει η φωνή του. Σήμερα ακούγεται ως ανεκτίμητο vintage πετράδι.

07.
Act: Cher
Album: 3614 Jackson Highway
Produced by: Arif Mardin, Jerry Wexler, Tom Dowd
Label: Atco
Year: 1969
Happiness Rate: 71%

Ηχογραφημένο με την Muscle Shoals Rhythm Section, μετά την πρώτη διάλυση του ντουέτου Sonny & Cher, το album αυτό της Cher παραμένει ο καλύτερος δίσκος της προσωπικής καριέρας της. Η εκτέλεσή της στο “You’ve Made Me So Very Happy” αντηχεί την αίσθηση της southern soul σε μια παραγωγή, γεμάτη, πυκνή και ιδιαίτερη. Βέβαια, η ερμηνεία της βαραίνει περισσότερο σε αισθησιασμό παρά σε ενθουσιασμό για την “χαρμόσυνη” έλευση του έρωτα στη ζωή της και η ίδια αντιλαμβάνεται πιο πολύ την αξιοποίηση του standard ως ένα ακόμα τσεκαρισμένο όχημα προβολής και αξίας της. Ωστόσο, η ηχογράφησή της αποπνέει αυθεντικότητα και τη διαχρονική ποιότητα που ήξερε να προσθέτει στο στούντιο η Muscle Shoals.

08.
Act: Anita Kerr Singers
Album: Velvet Voices And Bold Brass
Produced by: Anita Kerr
Label: Dot
Year: 1969
Happiness Rate: 72%

Από τη δράση της κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της στο Los Angeles (μετά από το Nashville και πριν από την Ευρώπη), η τραγουδοποιός – παραγωγός – ενορχηστρωτής και πιανίστα Anita Kerr, έρχεται αυτό το album που κυκλοφόρησε πάνω στο απώγειο της επιτυχίας που είχε κάνει μαζί με την ομάδα τραγουδιστών της, όταν τραγούδησαν κομμάτια του Burt Bacharach, στη διετία που ηχογραφούσαν στην Dot. Η εκτέλεση του “You ‘ve Made Me So Very Happy” από το μπουλούκι της Anita Kerr απευθύνεται σε όλη την οικογένεια. Με ενορχήστρωση τόσο όσο μοντέρνα, με μειλίχιες αρμονίες που ακούγονται σαν κυριακάτικες εκδρομές. Από τη μακρά δισκογραφική παραγωγή των Anita Kerr Singers δεν είναι και πάρα πολλά τα κομμάτια με τα οποία είναι δυνατόν να μην καγχάσεις.

09.
Act: John Davidson
Album: My Cherie Amour
Produced by: Tim O’Brien
Label: Columbia
Year: 1969
Happiness Rate: 67%

Στο έκτο και τελευταίο για την Columbia album του, ο John Davidson, τηλεοπτικό αστέρι των πρώτων 60’s, ηθοποιός, τραγουδιστής και ένας από τους πρώτους διασκεδαστές που απλά υποδυόταν τον εαυτό του, τραγουδούσε ελαφρώς ρουτινιάρικα, ως καθωσπρέπει crooner, τα standard hits της εποχής του. Στα τέλη των 60’s, ο τύπος του “γαμπρού” που λάνσαρε μέσα από την τηλεόραση, ο Davidson, άρχισε να ξεφτίζει και να δίνει τη θέση του στον λαϊκό τύπο του δρόμου που ξέρει τι του γίνεται. Ο Davidson τραγουδάει για το ενήλικο κοινό του αλλά και με ένα μοντερνιστικό στιλάκι που φροντίζει τεχνηέντως να μην τον αποξενώνει από την οικογενειακή απογευματινή διασκέδαση. Ήταν όμως τόσο δραματικά εξελισσόμενες οι εποχές που περίπου εκείνη την περίοδο τον πέταξαν έξω από το hype.

10.
Act: Carlos Santos
Album: Santitos
Produced by: Santitos
Label: Fania
Year: 1969
Happiness Rate: 69%

O πορτορικανός τραγουδιστής “με την χρυσή φωνή” έγινε γνωστός αποδίδοντας αισθαντικά boleros της εποχής του, με απώγειο της δράσης του τις συνεργασίες του με τον Tito Puente και την συμμετοχή του στους Fania All Stars, την λαμπερή μπάντα της εταιρίας Fania που διάπρεψε στη salsa και στα λατινοπρεπή ιδιώματα στα 60’s. Η εκτέλεση του Santitos όπως είναι το χαϊδευτικό του, είναι αρκούντως παραδοσιακή και παραδομένη στις επιταγές που ορίζει η κληρονομιά του Puerto Rico. Η εκτέλεση με τον τίτλο “Tu Me Haces Muy Feliz” είναι από τις ελάχιστες ισπανόφωνες του τραγουδιού, παραμένει σπάνια και ιδιαίτερη.

11.
Act: Enoch Light
Album: Brass Menangerie Volume 2
Produced by: Enoch Light
Label: Project 3
Year: 1969
Happiness Rate: 78%

Ο κλασικός παραγωγός και μουσικός Enoch Light θεωρείται ένας από τους πιο βασικούς ανθρώπους των στούντιο στα τέλη των 50’s και αρχές των 60’s που συνέβαλλε στην εδραίωση εκείνου του “μοντέρνου” χαϊφιντελίστικου ήχου που δανειζόταν την ακρίβεια της κλασικής παιδείας των μουσικών για να την εφαρμόσει στον καινούργιο, pop αστικό τρόπο ζωής. Το easy listening που παρήγαγε σε δεκάδες albums είχε τα παστέλ χρώματα της εποχής και το στιλ του έγινε αργότερα σήμα κατατεθέν για μία ολόκληρη γενιά muzak μαέστρων όπως ο Engelbert Humperdinck και ο Paul Mauriat όταν και αυτοί θέλησαν να μπουν στο παιχνίδι μιας pop που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από συντηρητικούς ενήλικες. Το “Brass Menangerie Volume 2” είναι ένα album που εστιάζει στη μαγεία των πνευστών – η απόλαυση είναι μεγάλη αλλά χωρίς κανένα σημείο αιχμής.

12.
Act: Charlie Byrd
Album: Aquarius
Produced by: Teo Macero
Label: Columbia
Year: 1969
Happiness Rate: 60%

Έτσι κι αλλιώς οι πιο πετυχημένες εποχές του Charlie Byrd κυρίως στην Riverside, είχαν περάσει ήδη όταν δοκίμασε να παίξει το “You’ve Made Me So Very Happy” στα τέλη των 60’s, με την μαγευτική “τσιγγάνικη” κιθάρα του. Ο βιρτουόζος κιθαρίστας δεν προσθέτει τίποτα ιδιαίτερο μουσικά στο πάθος του τραγουδιού, απλά υπογραμμίζει τη μελωδία με το finger tappin’ στιλ του από ένα album στο οποίο αναλώνεται σε σιγουράτζες της εποχής όπως τα “Galveston”, “While My Guitar Gently Weeps” και “Time Of The Season” που τις μεταμορφώνει σε συνοδευτικές μουσικές χώρου. Προτιμήστε το αριστούργημα που ηχογράφησε με τον Stan Getz, “Jazz Samba” του 1963.

13.
Act: Matt Monro
Album: En Espana
Produced by: Matt Monro
Label: Capitol
Year: 1970
Happiness Rate: 75%

Η εκτέλεση του Matt Monro είναι η άλλη ισπανόφωνη του τραγουδιού, πέραν εκείνης του Santitos. Ο Matt Monro, ένας εξαιρετικός τραγουδιστής που πλασαρίστηκε (κακώς) ως βρετανική απάντηση στον Frank Sinatra, κυκλοφόρησε αρκετά albums στα ισπανικά, προφανώς για να καλύψει τις πλατιές λατινόφωνες αγορές. Σε ένα από αυτά, που είναι αρκετά σπάνια σήμερα, υπάρχει και η εκτέλεσή του στο “You’Ve Made Me So Very Happy” με τον τίτλο “Puedo Ser Feliz”. Σε όλη τη διάρκεια των 60’s, οι ηχογραφήσεις του στην Parlophone και την Capitol είναι απολαυστικές.

14.
Act: Lou Rawls
Album: You’ve Made Me So Very Happy
Produced by: David Axelrod
Label: Capitol
Year: 1970
Happiness Rate: 79%

Η soulful εκτέλεση του σπουδαίου Lou Rawls φέρει κάτι από την αγωνιώδη πρεμούρα της αντίληψής του περί κλασικού standard. Στο συγκεκριμένο album του, ο Lou Rawls φέρεται ως απόλυτα δεμένος με την χημεία του πιανίστα – παραγωγού του David Axelrod, μαζί με τον οποίο από τα μέσα των 60’s μέχρι τις αρχές των 70’s, έφτιαξαν μια σειρά από ηχογραφήσεις που τιμούσαν τη διαχρονική soul, την jazz και, στο συγκεκριμένο, το rhythm ‘n’ blues με κάποιες rock απολήξεις. Ανάμεσα στα standards που ερμηνεύει στο album του (από Randy Newman μέχρι Traffic) o Lou Rawls χωράει και το classic της Holloway επηρρεασμένος από το rocky κλίμα της εποχής, αποδίδοντάς το με αγωνία και τα “ζόρια” που εκείνη την εποχή έκαναν τις ερμηνείες του ιδιαίτερες πάνω στην ενορχήστρωση του H.P. Barnum.

15.
Act: Smokey Robinson & The Miracles
Album: What Love Has Joined Together
Produced by: Smokey Robinson
Label: Tamla
Year: 1970
Happiness Rate: 89%

Αν εξαιρέσει κανείς την υπερ-επιτυχημένη αντρική απόδοση του κομματιού από τον Al Kooper των Blood, Sweat & Tears, που φέρει πάνω της το λευκό γρέζι του ηλεκτρικού bluesman, αυτή η εκτέλεση του Smokey παραμένει ιδιαίτερα αγαπημένη: μέσα στα “μέλια” και την τρυφερότητα, ο Smokey ανεβάζει την δήλωση της Brenda Holloway στους “ουρανούς” που της αξίζουν. Ολόκληρο το συγκεκριμένο album, είχε το concept του ερωτισμού (λες και ο Smokey ξέφυγε ποτέ από αυτό) και οι αρμονίες του σε συνδυασμό με το “ίσο” των Miracles, κάνουν φόρο τιμής σε έξι μόλις ερωτικά classics των 60’s, από Stevie Wonder και Marvin Gaye μέχρι Beatles και Burt Bacharach.

16.
Act: Ray Conniff Singers
Album: We’ve Only Just Begun
Produced by: Jack Gold
Label: Columbia
Year: 1970
Happiness Rate: 58%

Αν η εκτέλεση των Τραγουδιστών της Anita Kerr ήταν συντηρητική και “οικογενειακά” ακίνδυνη, η αντίστοιχη των Τραγουδιστών του Ray Conniff, ενός γίγαντα του easy listening και της muzak, ακούγεται γηριατρική και αφελής. Από ένα album που δανειζόταν τον τίτλο του από το classic των Carpenters, μοιάζει να δίνει στον Conniff το τέλειο άλλοθι για να εκδικηθεί για το άμυαλο, εντελώς αραιό, μουσικό του μείγμα. Αν το αποτέλεσμα κρίνεται όμως τόσο από την αισθητική όσο και από τις προθέσεις του, η μαλθακή άποψη του Ray Conniff κερδίζει στα σημεία διότι απλά παραμένει ειλικρινής και συνεπής σε αυτά που υπόσχεται.

17.
Act: Alton Ellis
Album: Sunday Coming
Produced by: Clement “Coxson” Dodd
Label: Coxson
Year: 1970
Happiness Rate: 72%

Ο Alton Ellis είναι ένας από τους βασικούς υπεύθυνους της μετεξέλιξης του ska σε rocksteady στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κυρίως μέσα από τη δράση του στο Studio One του Cosxone Dodd στην Jamaica. Τα τραγούδια του απηχούν με μεγάλη επιτυχία την στροφή της τζαμαϊκανής κουλτούρας στο δυτικό rock, ένα soundtrack για την ταραγμένη δράση των rudies. Παρότι ο Ellis δεν ενέκρινε την ταραχοποιό δράση των rudies και αφιέρωνε τραγούδια στην αποτροπή τους, η συγκεκριμένη υποκουλτούρα, έβρισκε πολύ κατάλληλο το μουσικό υπόβαθρο των τραγουδιών του, για να ταυτίζονται μαζί του και να αποκτούν μία καλλιτεχνική ταυτότητα. Παρότι ο κοφτός, συγκοπτόμενος rocksteady διάκοσμος που στήνει ο Dodd για το τραγούδισμα του Ellis φαντάζει θεωρητικά ως ακατάλληλο για την θετική ερωτική κατάθεση των στίχων, ο τραγουδιστής καταφέρνει και του δίνει μία υπόγεια ενεργητικότητα, κάνοντάς το απολαυστικό και ιδιαίτερο.

18.
Act: Sammy Davis
Album: Something For Everyone
Produced by: Jimmy Bowen
Label: Tamla
Year: 1970
Happiness Rate: 75%

Στην προσπάθειά του να αγγίξει τα πιο νεανικά, μουσικά ακροατήρια, ο Sammy Davis έκανε μια συνεργασία με την Motown στις αρχές των 70’s –και οι δύο πλευρές είχαν λόγο να προσδοκούν η μία από την άλλη, διάφορα ωφέλη- η οποία όμως δεν πέτυχε ιδιαίτερα, πέρασε στην εμπορική αφάνεια και δεν συζητήθηκε ξανά ποτέ. Η χημεία αυτή δεν λειτούργησε για τις νόρμες της εποχής, σήμερα όμως, το album του Davis αναζητείται με πάθος από τους συλλέκτες της Motown αλλά και του Rat Pack. Ο Davis ήταν απολαυστικότατος στα χρόνια του Las Vegas και του music hall, ένας γνήσιος ψυχαγωγικός bon viveur της αμερικανικής show biz. Στο album αυτό, δοκιμάζεται στην γενικόλογη soul και στο funk – προσωπικά δεν τον βρίσκω καθόλου κακό ή άστοχο, όπως τον βρήκε η πλειονότητα της κριτικής της εποχής. Μέσα στο album, ο Davis αποδίδει μεταξύ άλλων Laura Nyro, Sonny Bono μέχρι και Blood, Sweat & Tears.

19.
Act: Hearts Of Stone
Album: Stop The World – We Wanna Get On
Produced by: Henry Cosby
Label: V.I.P.
Year: 1970
Happiness Rate: 76%

Οι John Myers, Lindsey Griffin, Floyd Lawson και Carl Cutler που αποτελούσαν το κουαρτέτο των Hearts Of Stone, προέρχονταν από soul και doo wop σχήματα όπως οι Chimes, οι Four Pennies και οι Five Jockers στα 50’s και στα 60’s. Το πώς έφτασαν στην Motown παραμένει ανεξήγητο, όπως και το πώς εξαφανίστηκαν από αυτήν, μετά το μοναδικό album που κυκλοφόρησαν στην V.I.P. και τα δύο singles που βγήκαν μέσα από αυτό. Προφανώς ο Berry Gordy θεώρησε ότι η εποχή ήταν γόνιμη για τη γλυκιά φωνητική soul των αρσενικών σχημάτων και θέλησε να ενισχύσει το ρεπερτόριό του με ένα (ακόμα) από αυτά. Μεταξύ των δικών τους τραγουδιών οι Hearts Of Stone επιδίδονται και σε κάποιες διασκευές καυτών τραγουδιών της εποχής (από Junior Walker μέχρι Tony Joe White και Hollies) όπως το “You’ve Made Me So Very Happy”. Η soul των Hearts Of Stone ακούγεται funky και κοντά στο νεόκοπο στιλ των Temptations που ήδη είχαν ξεκινήσει το ψυχεδελικό trip τους στην αντίπερα της pop, όχθη.

20.
Act: Ramsey Lewis
Album: The Piano Player
Produced by: Charles Stepney, Ramsey Lewis, Richard Evans
Label: Cadet
Year: 1970
Happiness Rate: 64%

Όπως φανερώνει ο τίτλος του συγκεκριμένου album, πρόκειται για μία επίδειξη πιανιστικής δεξιοτεχνίας του Ramsey Lewis, πάνω στις rhythm ‘n’ blues φόρμες που τον ανέδειξαν. Χωρίς να είναι κάτι πραγματικά σπουδαίο, αποτελεί μία όμορφη συνοδευτική μουσική χωρίς καμία ιδιαίτερη αξίωση. Η παραγωγή προκρίνει τα στοιχεία της έγχρωμης ιδιοσυγκρασίας του αλλά στην ουσία δεν αξιοποιεί καμία τολμηρή άποψη. Τα φωνητικά στο ρεφρέν απλά συνάδουν με την easy αντίληψη του “χώρου”.

21.
Act: Nancy Wilson
Album: Can’t Take My Eyes Off You
Produced by: Phil Wright
Label: Capitol
Year: 1970
Happiness Rate: 74%

Η αισθαντική, χλιδάτη εκτέλεση της Nancy Wilson στο classic της Holloway έχει κάτι από τον sexy, ελευθεριάζοντα αέρα των πρώτων 70’s. Στο μεταίχμιο μεταξύ mellow funky soul και φωνητικής jazz, η Nancy Wilson αποδεικνύεται για μία ακόμα φορά μία τεράστια τραγουδίστρια, χωρίς τις υπερβολές και τη ματαιοδοξία της ντίβας. Ακούγεται άνετη, χαλαρή και ηδονική ταυτόχρονα, χωρίς να το κάνει “θέμα”. Στο ίδιο album ερμηνεύει Leonard Cohen, Dusty Springfield, Gary Puckett και Β.J Thomas μεταξύ άλλων με μια τόσο μαγνητική προσωπικότητα που τα υποτάσσει σε ένα απόλυτα δικό της blend. Η Nancy Wilson με την τεράστια δισκογραφία, κορυφώνει σε εκείνη την εποχή την φωνητική δεξιοτεχνία της και αφήνεται στο κλίμα της εποχής της χωρίς να παρασύρεται από την βασική καλλιτεχνική αξία της.

22.
Act: Honey Cone
Album: Take Me With You
Produced by: Greg Perry, William Weatherspoon
Label: Hot Wax
Year: 1970
Happiness Rate: 82%

Η post-Motown soul των Honey Cone στα τέλη των 60’s και στις αρχές των 70’s έδινε τον τόνο σε όλα τα κορίτσια που παρατάσσονταν σε σχήματα εκείνη την εποχή, πάνω στη σκηνή για να τραγουδήσουν. Κάπου ανάμεσα στο στιλιζαρισμένο ύφος των Supremes και στην απρόβλεπτη ερωτική τόλμη των funksters αλά Labelle, οι τρεις Honey Cone σηματοδότησαν τη νέα εποχή που ερχόταν. Το “You’ve Made Me So Very Happy” στη δική τους ερμηνεία ακούγεται πιο κοντά στην ιδέα που είχε αρχικά, η Brenda Holloway για το τραγούδι της: υπαινικτικό, sexy και ατίθασο με τις  φωνές των Edna Wright, Carolyn Willis, Shellie Clark να μην πατάνε ευλαβικά στη μελωδία, στο μονοπάτι του αρμονικού στιλ που είχε καθορίσει η soul της Motown. To δεύτερο αυτό album των Honey Cone περιείχε κατά το ήμισυ, τα ίδια τραγούδια με το πρώτο τους “Sweet Replies” για έναν περίεργο, ακατανόητο λόγο.

23.
Act: Pete Moore Orchestra
Album: Exciting Sounds Of Tomorrow
Produced by: Pete Moore
Label: Fontana
Year: 1970
Happiness Rate: 73%

To απολαυστικό, ονειρικό easy listening της ορχήστρας του Pete Moore γεμάτο από αντηχήσεις του οργάνου και με κομψή, λεπταίσθητη ενορχήστρωση που κυλάει με πλήρη συναίσθηση να μην “κουνηθεί η βάρκα” είναι το απόλυτο σημειολογικό εργαλείο για όποιον θέλει να σκιαγραφήσει την εποχή σύμφωνα με την mainstream αισθητική του σαλονιού της μόδας. Από το εξώφυλλο μέχρι τις επιλογές του ρεπερτορίου της, η Pete Moore Orchestra μοιάζει να παίζει στο υπόβαθρο ενός εξελισσόμενου ρομάντσου με αίσιο τέλος χωρίς καμία ανατροπή, ασφαλές και σίγουρο, ανακουφιστικό και με το μειδίαμα της κρυφής ικανοποίησης.

24.
Act: Dionne Warwicke
Album: A Decade Of Gold: The Dionne Warwicke Story
Produced by: Burt Bacharach
Label: Scepter
Year: 1971
Happiness Rate: 74%

Πριν αποχωρήσει από την Scepter για την Warner, την αμέσως επόμενη χρονιά, η Dionne Warwicke ανακεφαλαίωνε την καριέρα της με ένα χορταστικό διπλό ζωντανά ηχογραφημένο album στο οποίο απέδιδε τους μεγάλους θριάμβους της καριέρας της, με τα τραγούδια του Burt Bacharach αλλά και κάποια extra όπως το “You’ve Made Me So Very Happy” που ταιριάζει πολύ στην σαλονάτη, χαμογελαστή ιδιοσυγκρασία της και την κομψή soul της ντίβας που την έκανε γνωστή. Η εκτέλεσή της ξεκινάει με μια εισαγωγή δανεική από το “Alfie”, πριν μπει το κανονικό κομμάτι και εξελίσσεται σε ένα glamorous αστικό pop διαμαντάκι, από αυτά που κάνουν την Dionne Warwicke πάντα μοναδική. Το 1971 ήταν επίσης η χρονιά στην οποία η Dionne πείστηκε από την αστρολόγο Linda Goodman να προσθέσει ένα “e” στο επώνυμό της για να “ισορροπήσει και να υποδεχτεί ένα καλό vibe που θα της έκανε καλό στο γάμο της με τον drummer Bill Elliott”. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, περίπου, η Dionne Warwicke δήλωσε ότι το να προσθέσει το “e” στο όνομά της, “ήταν το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει και το 1975 το ξεφωρτώθηκε το κωλο-“e” και έγινε ξανά Dionne Warwick.”

25.
Act: Lovelace Watkins
Album: Recorded Live At The Talk Of The Town
Produced by: Deke Arlon
Label: York
Year: 1971
Happiness Rate: 71%

Η βαθιά, εκφραστική βαρύτονη φωνή του Lovelace Watkins δικαιολογεί και με το παραπάνω το γεγονός ότι αυτό το διπλό live album του, είναι περιζήτητο και μυθικό (το αγοράσαμε από το e-bay). Ο Watkins, εξωστρεφής, δυναμικός και χαμογελαστός, “τραγουδισταράς” αποδίδει το κομμάτι με μια αντίστοιχη του Tom Jones στεντόρεια φωνή και όταν λέει “Thank You Baby” αν μη τι άλλο το εννοεί βαθιά και ξεκάθαρα. Στο τέλος του τραγουδιού προσθέτει και μερικές στροφές από την άλλη μεγάλη επιτυχία των Blood, Sweat & Tears, “Spinning Wheel” του 1969. Παρότι ο πανύψηλος Cleveland καταγόταν από την Philadelphia και προετοιμαζόταν για boxer, η βαρύτονη φωνή του τον “ανάγκασε” να στραφεί στην ψυχαγωγία. Έγινε γνωστός στο λονδρέζικο κύκλωμα της northern soul και διέπρεψε στα music halls της πόλης, παρότι δεν άφησε πίσω του δισκογραφικό όγκο.

26.
Act: Whispers
Album: Planets Of Life
Produced by: Ron Carson
Label: Janus
Year: 1971
Happiness Rate: 73%

Παρότι τα χρόνια τους στην Solar από τα μέσα των 70’s και μετά είναι αυτά που απογείωσαν τους Whispers ως ένα από μία από τις πιο συνεπείς και πραγματικά άξιες funk soul μπάντες, τα τέσσερα πρώτα albums τους στην Janus, από το 1969 ως το 1974, αντιπροσωπεύουν την αθώα και ρομαντική και ιδιαίτερα funky περίοδό τους. Το πρώτο   album τους (που αρχικα είχε ως τίτλο το όνομά τους πριν επανακυκλοφορήσει ενάμισυ χρόνο αργότερα ως “Planets Of Life”) φιλοξενούσε το “You’ve Made Me So Very Happy” και παρουσίαζε ένα χυμώδες group σε σαν “έτοιμη από καιρό” φόρμα: τα αδέλφια Walter και Wallace Scott, ο Nicholas Caldwell, ο Marcus Hutson και ο Gordy Harmon τραγουδούν με την ιδιαίτερη καλιφορνέζικη αυτοπεποίθησή τους μία soul που ακούγεται σαν να συναισθάνεται πλήρως ότι οι καιροί αλλάζουν.

27.
Act: Manito
Album: O Incrivel
Produced by: Manito
Label: RCA
Year: 1972
Happiness Rate: 79%

Εξαιρετικό βραζιλιάνικο αστικό funk με διάθεση κοσμοπολιτισμού και έξω καρδιά όσον αφορά την λατινική καταγωγή του: ο Manito δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να ανταποκριθεί στον ψυχαναγκασμό της φιέστας και αφήνεται σε ένα χαλαρό κοσμοπολίτικο κλίμα, που τονίζεται από το σαξόφωνο και την farfisa. Θαυμάσια instrumental εκτέλεση που συνοψίζει το πόσο είχε ήδη κλασικοποιηθεί το τραγούδι στις αρχές των 70’s. Οι εστέτ του σήμερα ανατρέχουν στην οργανική γενναιοδωρία του Manito, συχνά πυκνά για αναφορές και όχι μόνο.

28.
Act: Tito Rοdriguez
Album: You’ve Made Me So Very Happy
Produced by: Tito Rodriguez
Label:
Year: 1975
Happiness Rate: 62%

Το πώς είναι δυνατόν, αυτό το album του Tito Rodriguez να έχει κυκλοφορήσει το 1975 ενώ ο ίδιος πέθανε το 1973 από λευκαιμία, είναι κάτι που δεν μπορώ να ερμηνεύσω, από τη στιγμή που ο δίσκος δεν αναφέρεται σε καμία επίσημη δισκογραφική καταγραφή του. Προφανώς είναι μεταθανάτια κυκλοφορία ή συλλογή αλλά το γεγονός ότι δεν μπόρεσα να ανακαλύψω κάποια στοιχειώδη πληροφορία που να το τοποθετεί σε ένα χρονικό πλαίσιο, είναι κάτι που με ξεπερνάει. Ο πορτορικανός Tito Rodriguez (γνωστός για τους καβγάδες του με άλλους μουσικούς, τις βεντέτες του και την απέχθειά του για τους Nuyoricans – τους μετανάστες από το Puerto Rico στη Νέα Υόρκη) τραγουδάει τα “πορτορικανικά” αγγλικά του με τον χαριτωμένο, γκροτέσκο τρόπο της τσακισμένης, επίπεδης προφοράς της χώρας του σχεδόν συνειδητά – ακούγεται να αρνείται να υιοθετήσει μία προφορά στα αγγλικά που θα τον απομάκρυνε από τις περήφανες ρίζες του.

29.
Act: Shirley Bassey
Album: Love, Life And Feelings
Produced by: Martin Davis
Label: United Artists
Year: 1975
Happiness Rate: 70%

Στα μέσα των 70’s η Shirley Bassey είχε ήδη τον τίτλο της vintage ντίβας, είχε περάσει πάνω από μία δεκαετία από τότε που προσδιόρισε το αλά James Bond, κοσμοπολίτικο glamour και είχε ήδη είκοσι albums στο ενεργητικό της. Ανάμεσα σε επιτυχίες του Gilbert O’ Sullivan και των Captain & Tenille, η madame της βρετανικής jet set ευγένειας, τραγουδούσε και το “You’ve Made Me So Very Happy” σε μία παραγωγή γεμάτη χρυσόσκονη και στρας. Η φωνή της πάντα υπαινικτική, έπαιξε με τις υπερβολές στις λήγουσες των στίχων, ελαφρώς χαμογελαστή και γεμάτη από την καλοζωισμένη νιρβάνα της πολυτέλειας, απέδιδε για το “ενήλικο” ακροατήριό της το classic στο πλαίσιο του vocal σαλονάτου easy listening που την καθιέρωσε. Θα μπορούσε να είναι πιο soulful αλλά δεν το επέλεγε. Το music hall γυάλιζε περισσότερο στο βλέμμα της…

30.
Act: Woody Herman & Rosemary Clooney
Album: My Buddy
Produced by: Woody Herman
Label: Concord
Year: 1983
Happiness Rate: 43%

Στην ηλικωμένη περίοδό της, η Rosemary Clooney όταν στα 80’s πια έκανε διαφημιστικά για την τηλεόραση, ηχογράφησε αυτό το pseudo-jazz album με την ορχήστρα του επίσης παροπλισμένου δημιουργικά Woody Herman, διασκευάζοντας, με υπερφίλαο, μιουζικαλάτο τρόπο, από Duke Ellington μέχρι James Taylor. Το κομμάτι ακούγεται σαν γηριατρική ανακούφιση, ανέμελο και “ξεδοντιασμένο”, χωρίς καθόλου από το πάθος της αρχικής σύλληψής του. Φωνητικά, επίσης, η Clooney δεν στέκεται ιδιαίτερα γερά, καθώς σε αρκετά σημεία, το ηχητικό lifting της φωνής, σπάει και φαίνονται από πίσω οι ρυτίδες της, οι οποίες δεν θα έκαναν δυσάρεστη εντύπωση αν δεν προσπαθούσε να αποδείξει ότι δεν την νοιάζουν…

31.
Act: Gloria Estefan
Album: Hold Me Thrill Me Kiss Me
Produced by: Emilio Estefan Jr.
Label: Epic
Year: 1994
Happiness Rate: 51%

Στον μόλις, πέμπτο προσωπικό δίσκο της, η Gloria Estefan, επέλεξε να διεκδικήσει τα σκήπτρα της ντίβας – ερμηνεύτριας με ένα album διασκευών –από Carole King και Elton John μέχρι Moments και Vicki Sue Robinson– στο οποίο επικαλύπτει τα πάντα με ένα glamour στην παραγωγή και στην ενορχήστρωση χωρίς όμως να προσθέτει κάτι ιδιαίτερο ερμηνευτικά. Η αυταρέσκεια της Estefan δε βοηθάει καθόλου την απόδοσή της στο τραγούδι και το project γενικά, που είναι μία ρουτινιάρικη επιβεβαίωση του εμπορικού status της σε εκείνη την εποχή. Πριν από αυτό είχε προηγηθεί ένα χριστουγεννιάτικο album της με “μελό-σουπες” και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε ένα λατινόφωνό της. Όχι ιδιαίτερα δημιουργική περίοδος για την Estefan τα πρώτα 90’s.

32.
Act: Diana Ross
Album: The Music, The Magic, The Memories of Motown: A Tribute to Berry Gordy
Produced by: Jerry Peters
Label: Motown
Year: 1995
Happiness Rate: 32%

Από ένα έτσι κι αλλιώς μέτριο tribute album στον ιδρυτή της Motown, στο οποίο αστέρια της εταιρίας διασκευάζουν τραγούδια στα οποία έχει συμμετάσχει στη σύνθεσή τους, ο Berry Gordy (πλην τριών εξαιρέσεων), η Diana Ross ερμηνεύει διεκπεραιωτικά και χωρίς ίχνος πάθους το “You’ve Made Me So Very Happy” σε μία faux λαμπερή παραγωγή γεμάτη από τα στερεότυπα του swingbeat της εποχής. Πληκτικό, ακίνδυνο και μισόκαρδο, το τραγούδι θεωρείται “σπανιότητα” (όπως και όλο το album που δίνει την αίσθηση ότι ηχογραφήθηκε με το στανιό) όχι επειδή για κάποιο δισκογραφικό λόγο είναι δύσκολο να το βρει κανείς, αλλά γιατί απλά χάθηκε στην αφάνεια μετά την εμπορική αποτυχία του. Εξαιρέστε τους Temptations που τραγουδούν Contours και τον Stevie Wonder που τραγουδά Temptations στο project.

33.
Act: Khani Cole
Album: Places
Produced by: Michael Broening
Label: Fahrenheit
Year: 1998
Happiness Rate: 46%

Δεν υπάρχει κάτι πραγματικά ενοχλητικό στην εκτέλεση της soul jazz ντίβας Khani Cole από το δεύτερο album της, αυτό όμως που πραγματικά ξενίζει ότι προκειμένου να ανακαλύψε μια κρυμμένη, αδήλωτη ως σήμερα, ερμηνευτική πτυχή του τραγουδιού, καταλήγει να το αποδίδει με ένα αίσθημα αποξενωτικό, με ένα στιλ που δεν κάνει καμία επαφή με την πραγματική ανάγκη της σύνθεσης. Η Cole είναι πραγματικά καλή τραγουδίστρια τεχνικά αλλά πολιτισμικά φαίνεται κάπως διάτρητη: πώς είναι δυνατόν να τονίζεις συλλαβές χωρίς κανένα συναισθηματικό ενδιαφέρον για την ολική εντύπωση, είναι κάτι που ξεπερνάει τη δυνατότητα κατανόησής μου. Ενορχηστρωτικά, ακούγεται σαλονάτο, χαλαρό και αρκούντως στρογγυλό σαν soundtrack ενός πλούσιου αλλά όχι περιπετειώδους δείπνου.

34.
Act: Tin Roof Tango
Album: Tin Roof Tango
Produced by: Tin Roof Tango
Label: Orchard
Year: 2000
Happiness Rate: 65%

To σαντούρι που σε εισάγει στην εκτέλεση των Tin Roof Tango, ενός πενταμελούς σχήματος της παραδοσιακής μουσικής του κόσμου με βάση την αμερικανική folk, σε προϊδεάζει για την “ιδιαιτερότητα” της άποψής τους. Βουκολικοί και μακριά από τις ιλουστρέ παραγωγές της “πόλης”, οι Tin Roof Tango, δανείζονται από zydeco, klezmer, αφρικανικά κρουστά, τσιγγάνικα βιολιά και ό,τι άλλο βάζει ο νους σας για ένα αποτέλεσμα που ακούγεται λιγότερο φορτωμένο από την περιγραφή του. Ωστόσο, η ακουστική διαύγεια και η καλλιτεχνική “ορθότητα” του group είναι αυτή που τους έχει εισάγει με ενθουσιασμό σε διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα στην Αμερική για τη διάδοση της folk μουσικής. Το αποτέλεσμα ακούγεται ειλικρινές και στιλιστικά απέριττο αλλά, προσωπικά, δεν άκουσα πουθενά το πάθος της τραγουδίστριας να ξεπερνά τα όρια στο ρεφρέν όπως έχει ανάγκη το τραγούδι για να λάμψει.

35.
Act: Barrington Levy
Album: Jah The Creator
Produced by: Barrington Levy
Label: Dressed To Kill
Year: 2001
Happiness Rate: 73%

Τζαμαϊκανός ανανεωτής του musichall της reggae, ο Levy, μέσα από τη σχετικά χαμηλών τόνων, προσωπική πορεία του, κατέδειξε ότι δεν χρειάζεται να προκαλέσεις το γούστο και την αισθητική του αντικειμένου σου για να αρθρώσεις κάτι πραγματικά καινούργιο και αξιόλογο. Από τα τέλη των 70’s που ηχογραφεί solo έχει κυκλοφορήσει καμία τριανταριά albums, στα οποία, φαίνεται όχι μόνο η αρμονική εξέλιξη της μουσικής του αλλά και η συνθετική του ποικιλία. Το “You’ve Made Me So Very Happy” γίνεται σύμφωνα με την άποψή του, ένα lovers rock για να εξελιχθεί στην συνέχεια σε μία dub πανδαισία, βελούδινη, από την οποία έχουν αφαιρεθεί στην παραγωγή τα “οξέα”. Είναι όμορφη, χαλαρή και τίμια η εκτέλεσή του αν και όχι μία από αυτές που θα κερδίσουν θεαματικά και με πάθος τις εντυπώσεις.

36.
Act: David Campbell
Album: Good Lovin’
Produced by: Chong Lim
Label: Columbia
Year: 2008
Happiness Rate: 76%

Γιος του Jimmy Barnes και ήδη πετυχημένος crooner του music hall, ο αυστραλός David Campbell πλασαρίστηκε από τη Sony ως το αντίπαλο δέος του Michel Buble. Μόνο που είναι καλύτερος. Στο προτελευταίο album του “Good Lovin’” ο Campbell άφησε κατά μέρος για λίγο τους προβολείς του μουσικού θεάτρου και των μιουζικαλάτων tuxedos και επέλεξε μια σειρά από soul επιτυχίες των 60’s για να τις αποδώσει με την “λευκή, γαλανομάτα soul” νοοτροπία που διδάχτηκε από αρχετυπικούς αντίστοιχους τραγουδιστές όπως ο Chris Farlowe, οι Righteous Brothers και ο Georgie Fame. Ο David Campbell έχει εξαιρετικά εκπαιδευμένη, από την υποκριτική, φωνή και αποδίδει το classic με το ζωντανό πάθος ενός πραγματικά “ευγνώμονα” εραστή. Ούτε λίγο ούτε πολύ είναι μία από τις καλύτερες αντρικές ερμηνείες που ευτύχησε να έχει το τραγούδι μέσα στα χρόνια.

37.
Act: Speedometer featuring Ria Currie
Album: Shakedown
Produced by: Leigh Gracie
Label: Freestyle
Year: 2010
Happiness Rate: 61%

Η acid jazz εκτέλεση των βρετανών funksters Speedometer κάνει το τραγούδι να ακούγεται… παλιό. Η ελαφρώς generic άποψή τους για το funk είναι αυτή του cult θιασώτη του είδους και όχι του δημιουργού που το θεωρεί μία ζωντανή, σύγχρονη πρόταση ή έστω ως αναεωμένη vintage ψυχαγωγία. Η φωνή της Ria Currie ακούγεται σωστή με την αίσθηση του “παλαίμαχου” αλλά όχι ιδιαίτερα σημερινή. Πόσο μάλλον όταν η μπάντα επιλέγει να δέσει το τραγούδι στο τελείωμά του με το “Am I The Same Girl” της Barbara Acklin. Στο τέταρτο album τους οι Speedometer έχουν καταφέρει να πείσουν ένα μεγάλο μέρος του κοινού που επιλέγει τις live εμφανίσεις των συγκροτημάτων –παρά τα ηχογραφημένα albums τους- ότι πραγματικά κρατούν ψηλά τη σημαία του funk. Παρά τα εμπορικά επιτεύγματά τους στην Ιαπωνία και το γεγονός ότι έφτασαν μέσα σε δέκα χρόνια στο πέμπτο album τους, οι Speedometer δεν έχουν αίγλη και αναπαράγουν το groove συντηρητικά και χωρίς πραγματική φλόγα.

38.
Act: Walter Wolfman Washington
Album: Honky Tonk
Produced by: Walter Wolfman Washington
Label: Jukebox Entertainment
Year: 2010
Happiness Rate: 76%

Θρυλικός bluesman της Νέας Ορλεάνης με ελάχιστο δισκογραφικό εκτόπισμα αλλά πολύ δυνατό βιογραφικό στο κύκλωμα των live εμφανίσεων, ο Wolfman, ακούγεται στην τελευταία κυκλοφορία του σχεδόν… μονοφωνικός, παραπέμποντας στις μέρες που όργωνε τις Νότιες Αμερικανικές Πολιτείες με την μπάντα του, ή με εκείνη του Lee Dorsey. Η εκτέλεσή του είναι αποκλειστικά “μαύρη” και δύσκολα μπορεί να ξεφύγει από το κλειστό lobby του νυχτερινού “καπηλιού”. Περιέργως πώς η κυκλοφορία του “Honky Tonk” δεν έχει προστεθεί σε κανένα επίσημο διαδικτυακό προφίλ του – μοιάζει σχεδόν με ημι-επίσημη κυκλοφορία.

39. Bonus 1.

Στη συλλογή “A Cellarful Of Motown Volume 3” που συγκεντρώνει ανέκδοτες ηχογραφήσεις και υλικό που δεν ήταν ως χτες γνωστό, εμφανίστηκε η εκτέλεση της Little Miss Soul που πιστεύεται ότι ήταν η Patrice Jefferson. Αναρωτιέται κανείς γιατί ποτέ δεν βρήκε το δρόμο της αυτή η εκτέλεση για κάποια μεγαλύτερη πιο επίσημη κυκλοφορία.

40. Bonus 2

Η Brenda Holloway ερμηνεύει ξανά το “You’ve Made Me So Very Happy” σε acappella εκδοχή. Στη γυμνή φωνητική εκτέλεσή του, το τραγούδι φαίνεται πόσο δυνατή, αλάνθαστη μελωδία διαθέτει αλλά και το γιατί η Brenda δεν θα μπορούσε να γίνει star της Motown, αφού απαρνιέται τόσο σθεναρά το girly στιλ που ήθελε ο Gordy.

Τέσσερα αποκαλυπτικά clips από την χρυσή εποχή του “You’ve Made Me So Very Happy

Οι παρακάτω εμφανίσεις των καλλιτεχνών δεν έχουν ηχογραφηθεί αλλά έχουν διασωθεί οπτικά από shows των early 70’s.

Temptations
Ed Sullivan Show (1970)

Πάνω στα ψυχεδελικά ντουζένια τους, οι Temptations βρήκαν χρόνο να παίξουν μία λουσάτη εκτέλεση στο show του Ed Sullvan. Προσοχή στα χορευτικά και στα ενδυματολογικά στοιχεία των χορευτριών.

Candi Staton
Eddy Arnold’s Sound America Show (1970)

Μάλλον είναι έγκλημα το ότι η Candi Staton δεν ηχογράφησε σε album της, την εκτέλεση αυτή γεμάτη jazzy απολήξεις και ικετευτικούς τόνους.

Samantha Jones
Two Ronnies Show (1972)

Η ενζενί της γαλανομάτας brit soul από το Liverpool πλήρως ευθυγραμμισμένη στο κλίμα της εποχής. Μεταξύ Dusty και Sandie.

Mina
Alla Bussola Domani (1972)

Η “κρυμμένη” ντίβα με την μιουζικαλάτη soul φωνή σε μία σπάνια έξοδό της στην επιφάνεια, τελαλίζει το τραγούδι μπροστά στο μεσογειακό κοινό. Το «happy» για την Mina έχει κάτι πικρό και αγωνιώδες.

Enjoy!!!

Advertisements

9 Σχόλια to “You’ve Made Me So Very Happy – Still after 45 years”

  1. Homo Ludens said

    Ακόμη δεν έχω καταλάβει πώς στο διάολο μπορείς και κάνεις τέτοια αφιερώματα. Πόσες μέρες χρειάζεσαι δηλαδή κάθε φορά;

  2. Absolutely fabulous!!!

  3. gone4sure said

    @ Homo Ludens: κανά πεντάμηνο, χαλαρά, η έρευνα, οι ακροάσεις και οι αγορές (από e-bay) και δέκα μέρες επίσης χαλαρά το στήσιμο και το γράψιμο. Σαν το αποστακτήριο του Jack Daniels.

    @ Influences Only: Thank you very much!

  4. SexPistols.gege said

    Εξαιρετική δουλειά! Μπράβο σου.

  5. Danae said

    You ‘ve made me so very thankful -and a little bit jealous! το πολύ 5-6 από αυτές τις εκτελέσεις είχα υπ’ όψιν, με κορυφαία αυτή των Blood Sweat and Tears…
    Εξαιρετική ανάρτηση – Happiness Rate: 100%!
    Stay happy!

  6. Nikos said

    Amazing post! Bravo φιλε μου.

  7. scar said

    σε μια εποχή που έχεις την αίσθηση πως η πρόσβαση στην πληροφορία είναι μια εύκολη και γρήγορη υπόθεση(αρκούν 20 λεπτά ελεύθερου χρόνου και μια σύνδεση στο internet)…διαβάζεις ένα τέτοιο κείμενο και συνειδητοποιείς πως υπάρχει ακόμα ανάγκη για μουσικούς ερευνητές που είναι διατεθειμένοι να αξιοποιήσουν τον χρόνο τους και να σου προσφέρουν πληροφορίες άγνωστες στο ευρύ κοινό αλλά πολύ περισσότερο… πληροφορίες ουσιαστικές και ταυτόχρονα ψυχαγωγικές…τέτοια έρευνα επαναπροσδιορίζει την αξία του music journalist σε μια περίοδο που κάνει τα πάντα για να την καταργήσει.

  8. gone4sure said

    Thanks guys. Hope you enjoyed the music

  9. de:coded said

    Speechless ❤

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: