All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

45 χρόνια από το «Hurt So Bad»: like needles and pins

Posted by gone4sure στο 25 Δεκεμβρίου 2010

To «Hurt So Bad» είναι σπουδαίο τραγούδι. Ανήκει σε κείνη τη στόφα των διαχρονικών standards των 60’s -της καρδιάς των 60’s- που παρήγαγε μαζικά μαζικά, «βιομηχανικά» τραγούδια ευρείας κατανάλωσης αλλά με έναν θεόπνευστο τρόπο. Η τριάδα που το έγραψε θα πρέπει να είχε ανοιχτή συνομιλία με τα «θεία» – o τρόπος που πραγματεύεται τον πόνο του «απ’ έξω» είναι λαϊκότατος μεν, πλην εντελώς αληθινός και μελαγχολικός. Γραμμένο πάνω στη φωνή και το στιλ του Little Anthony, το «Hurt So Bad» παρέμεινε ύστατο δραματικό classic στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ένα τραγούδι που (δεν) διαχειρίζεται τον πόνο του χωρισμού και την απόγνωση του τέλους. Ικετευτικό, πικρό και ερμηνευμένο από τη μεριά του παρατηρητή «μιας αγάπης που φεύγει ανεπιστρεπετί», το «Hurt So Bad» εμπεριέχει όλη εκείνη την οδύνη που έχει κάποιος που παρακολουθεί το αντικείμενο του έρωτά του να βάζει μια αδιαπραγμάτευτη συναισθηματική τελεία. Έχοντας μείνει πίσω, ο ερωτευμένος, απλά δρα απελπισμένα και με κείνο το αίσθημα της ματαιότητας που ενώ την έχει συνειδητοποιήσει, αρνείται να την αποδεχτεί και να ισορροπήσει.

Ο Βobby Hart θεωρεί το «Hurt So Bad» το καλύτερο τραγούδι που έχει γράψει στην καριέρα του.

Όταν ο συνεργάτης του Bobby Hart, Tommy Boyce με τον οποίο είχαν γράψει τo 1964, το «Come A Little Bit Closer» των Jay & The Americans, ξαναγύρισε πίσω στη Δυτική Ακτή λόγω ενός καινούργιου δελεαστικού συμβολαίου του με την Screen Gems, o Bobby Hart παρέμεινε στην Νέα Υόρκη και υπέγραψε στην εταιρία πνευματικών δικαιωμάτων του Teddy Randazzo και του Don Costa. Όταν ο Teddy Randazzo πήγε στο Las Vegas  για μια σειρά εμφανίσεων, πρόσφερε στον Bobby Hart, δουλειά στα βοηθητικά φωνητικά επί σκηνής. Ένα βράδυ, ο Teddy και ο Don τού είπαν ότι χρειάζονταν ένα τραγούδι για τους Little Anthony & The Imperials, κάτι που να μοιάζει στο «Goin’ Out Of My Head» που είχαν γράψει για το group, ο Teddy Randazzo και ο Bobby Weinstein. Ανάμεσα σε δύο από κείνες τις εμφανίσεις τους στο Las Vegas, o Βobby Hart, ο Teddy Randazzo και ο Bobby Weinstein ανέβηκαν σε μία αίθουσα συνεδριάσεων και έγραψαν το «Hurt So Bad«.

Είκοσι επτά φορές ηχογραφήθηκε μέσα στα χρόνια το «Hurt So Bad» – ακούστε τες εδώ συγκεντρωμένες

Είκοσι επτά φορές -μετρώντας μόνο τις τουλάχιστον αξιοπρεπείς και ενδιαφέρουσες- το «Hurt So Bad» μπήκε στο στούντιο και έγινε κτήμα των καλλιτεχνών που το ερμήνευσαν. Προσεγγίστηκε χαλαρά, εσωτερικά, τεταμένα, ιδιαίτερα, τελεολογικά, υπερθετικά. Είναι από τις περιπτώσεις τραγουδιών που ευτύχησαν μέσα στα χρόνια να γνωρίσουν πραγματικά απολαυστικές αποδόσεις. Ελάχιστοι είναι αυτοί που αποδείχτηκαν κατώτεροι του συναισθηματικού αιτήματος του τραγουδιού.

Αυτή είναι η ιστορική διαδρομή του «Hurt So Bad» μέσα στα χρόνια…


No.01

Act: Little Anthony And The Imperials
From: Goin’ Out Of My Head LP
Producer: Don Costa
Label: DCP / United Artists
Year: 1964
Genre: Soul
Hurt meter: 92%

To single ανέβασε τους Little Anthony & The Imperials ξανά στο chart της Αμερικής τον Φεβρουάριο του 1965, φτάνοντας στο Νο.10, έχοντας κυκλοφορήσει από την εταιρία του Costa, DCP που διανεμόταν από την United Artists, με b-side το «Reputation«. Το «Hurt So Bad» ήταν η τρίτη μεγαλύτερη επιτυχία των Little Anthony & The Imperials στο pop chart, φτάνοντας στο Νο.10 του Billboard – πρώτη ήταν το «Tears On My Pillow» (Αύγουστος 1958) ως το No.4 και δεύτερη το «Going Out Of My Head» (Νοέμβριος 1964) ως το No.6. Ο Little Anthony τραγουδάει τα πρωταγωνιστικά φωνητικά με δακρυσμένη οδύνη, ενώ από πίσω, ο «χορός» με τους τενόρους Sammy Strain και Ernie Wright και τον βαρύτονο Clarence Collins, τονίζει το δράμα ανελέητα, πάνω σε μια ενορχήστρωση με όλη τη μαγεία των εμπνεύσεων της εποχής του Brill Building. Εξαιρετικά έγχορδα και πλήκτρα υπογραμμίζουν την κρισιμότητα της συναισθηματικής φωνητικής κατάστασης του Little Anthony.  O τρόπος που εκστομίζει παραδομένος τον στίχο «like needles and pins» στα μέσα του τραγουδιού πριν το τελικό κρεσέντο, είναι εμβληματικός του soul feeling των 60’s και όχι μόνο. Ενέπνευσε μια σειρά ερμηνευτών να ανταποκριθούν στην καλλιτεχνική πρόκληση και να αποδώσουν τη δική τους εκδοχή σε αυτό τον σπαραγμό.

No.02

Act: Susan Rafey
From: Hurt So Bad LP
Producer: Creed Taylor
Label: Verve
Year: 1965
Genre: Beat Pop, Northern Soul
Hurt meter: 83%

Στα πρώτα μετεφηβικά χρόνια της, η Susan Rafey κουβαλούσε στο στούντιο της Verve όλον τον ταχύκαρδο ενθουσιασμό της ενζενί που θέλει να νιώσει πρώτα τον ίδιο τον εαυτό της να πάλλεται από ένα τραγούδι σαν το «Hurt So Bad«. Η απόδοσή της στο τραγούδι, με την απίστευτα πυκνή αλά «ηχητικό τείχος» ενορχήστρωση του αντι-σπεκτορικού οραματιστή Alan Lorber (γεννήτορα του βοστωνέζικου ήχου των 60’s), θεωρείται ένα από τα πιο πολύτιμα, πρώιμα «ιερά δισκοπότηρα» της σκοτσέζικης northern soul κουλτούρας του Wigan Casino. Το ομότιτλο του τραγουδιού album της επανακυκλοφόρησε με δόξα και τιμή το 2007 για τους ασίγαστους λάτρεις της σκόνης. Εδώ θα ακούσετε και θα νιώσετε την ένταξη του girlie thing, την κοινωνική αξία, ενός it-girl έτσι όπως διαμορφωνόταν από την μαζική κουλτoύρα της pop των 60’s, το σταυροδρόμια της soul και της pop και μια ερμηνεία, λαχανιασμένη, έντονη και εστιασμένη στο δράμα των στίχων. Απόλαυση.

No.03

Act: Willie Bobo
From: Spanish Grease LP
Producer: Creed Taylor
Label: Verve
Year: 1965
Genre: Afro-cuban jazz
Hurt meter: 78%

Mε το glitter της νοεϋορκέζικης λατινικής μειονότητας των μέσων των 60’s που συνωστιζόταν σε λαμπερά σαλόνια για να χορέψει τα επίκαιρα trends της εποχής, ο περκασονίστας Willie Bobo (ή Correa όπως βαφτίστηκε) αποδίδει με την μπάντα του, το «Hurt So Bad» ως ένα ακόμα hit της εποχής του, την ίδια χρονιά που έσκασε στην μόδα. Ηδονική, sexy, μεσόρρυθμη εκτέλεση από τον Willie Bobo στα timbales και το σαξόφωνο του Bobby Brown μέσα από το album που πέρασε τον Willie Bobo στα ευρεία ακροατήρια. Αφού περιπλανήθηκε από τις αρχές των 60’s σε διάφορα labels, αναζητώντας το προσωπικό στίγμα του (Fantasy, Rico, Roulette) κατέληξε στην αγκαλιά της Verve για να αγγίξει το δημιουργικό ζενίθ του, επί μια πενταετία ως τα τέλη των 60’s πριν υπογράψει στην Sussex και κατόπιν, την Blue Note στα 70’s. O γιος του Eric Correa παίζει percussion (κάτω από τη μηλιά…) στους Cypress Hill.

No.04.

Act: Ramsey Lewis
From: Wade In The Water LP
Produced: Esmond Edwards
Label: Cadet
Year: 1966
Genre: Soul Jazz
Hurt meter: 72%

Παρότι είχε ήδη δέκα χρόνια στην πλάτη του ο πιανίστας Ramsey Lewis από το Chicago, όταν ηχογράφησε το album του «Wade In The Water«, γεμάτο διασκευές από δημοφιλή κομμάτια της εποχής, μόλις στα μέσα των 60’s κατάφερε να κάνει το crossover στα pop ακροατήρια, ίσως επειδή οι mods της εποχής αιτούσαν όλο και περισσότερη αυθεντική μαύρη ρυθμική μουσική («The In Crowd«), ίσως επειδή κιόλας, ήταν η χρονιά που το περίφημο τρίο του ανανεωνόταν και η rhythm section καταλαμβανόταν από τον «πολύ» μπασίστα Cleveland Eaton και τον μετέπειτα πατριάρχη των Earth Wind & Fire, Maurice White στα drums. Ο Ramsey Lewis κατήργησε το Trio από το όνομα του group και οι δύο αποχωρήσαντες Eldie Young από τους Clefs και Isaac «Red» Holt σχημάτισαν τους Young – Holt Unlimited. Ο ήχος του «Hurt So Bad» ήταν crunchy, υπόγεια sexy, κιμπάρικος και κομψός και δεν θα μπορούσε να μην πετύχει. Tοποθετήθηκε στο τέλος του album, ως «κλείσιμο» με την καθαρή, instrumental λικνιστική αύρα του.

No.05

Act: David T Walker
From: The Sidewalk LP
Producer: David T Walker
Label: Revue
Year: 1967
Genre: Jazz Funk
Hurt meter:  68%

O κιθαρίστας David T Walker από την Tulsa της Oklahoma είναι ένας από τους πιο διακεκριμένους session men της αφρόκρεμας της soul σκηνής των τελών των 60’s και των 70’s – από Stevie Wonder και Jacksons μέχρι Ray Charles και Manu Dibango έχουν χρησιμοποιήσει την ευκίνητη, δραστήρια κιθάρα του σε στούντιο και σε συναυλίες. Ο ίδιος έχει κυκλοφορήσει μια ντουζίνα προσωπικά albums με πρώτο και -για πολλούς- καλύτερο, το ντεμπούτο του «Sidewalk» στο οποίο χρησιμοποίησε το «Hurt So Bad» μεταξύ άλλων, ως ένα όχημα κιθαριστικής δεξιοτεχνίας, ένα κελαριστό jazzy ‘n’ funky instrumental για το δέος των βιρτουόζων.

Νο.06

Αct: Sandra Alexandra
From: Warm And Wild LP
Producer: Calvin Carter
Label: Uni
Year: 1968
Genre: Soul Pop
Hurt meter:  69%

Η Sandra Alexandra τραγουδάει το «Hurt So Bad» με μια ηδυπαθή, poppy διάθεση, εμπνεόμενη περισσότερο από την Dionne Warwick παρά την Aretha Franklin, σε ένα ατμοσφαιρικό ενορχηστρωτικό πλαίσιο που συνάδει απόλυτα με την ιδέα της soul δισκογραφίας του Los Angeles περί loungin’ άνεσης στα τέλη των 60’s. Στο σπάνιο, σήμερα να βρεθεί lp της (το πήραμε από το e-bay), η Sandra Alexandra βάζει στις ερμηνείες των κλασικών κομματιών που επιλέγει, πολύ εκφραστική νοτιοαμερικανική γλύκα και νάζι αλλά παραμένει μια τραγουδίστρια «έτοιμη να εξερευνηθεί» από τους σκαπανείς του vintage «σαλονιού».

No.07

Act: (Justine) Baby Washington
From: Music In Mind LP
Producer: Henry Glover
Label: Veep
Year: 1968
Genre: Soul
Hurt meter: 77%

Η αγαπημένη τραγουδίστρια και η βασικότερη φωνητική επιρροή της Dusty Springfield, Jeanette Baby Washington, δεν γνώρισε ποτέ την τεράστια επιτυχία που άξιζε στη δωρική, στεντόρεια και κρυστάλλινη φωνή της, μεγαλωμένη γνήσια στο Harlem της Νέας Υόρκης. Με τις Jaynetts και τις Hearts στα τέλη των 50’s, η τραγουδίστρια από τη Νότια Carolina, γνώρισε τις πρώτες επιτυχίες της και στην πρώτη πενταετία των 60’s μια σειρά από crossover pop soul hits. Όταν το 1973 σημείωσε την τελευταία crossover επιτυχία της, με τη συνεργασία της με τον Don Gardner, ήταν ήδη πολύ αργά, γιατί το κουρνιαχτό της disco αιτούσε θηλυκές, γλυκές φωνές και η Baby Washington δεν χωρούσε με τίποτα σε αυτά τα slim ρούχα… Mόλις στο τρίτο album της χώρεσε και το «Hurt So Bad» που αποδίδει με ιδιαίτερη περηφάνεια και τη συναισθηματική γενναιότητα μιας «δυνατής» γυναίκας που δε διστάζει να δηλώσει τις αδυναμίες της.

No.08

Act: Delfonics
From: La La Means I Love You
Producers: Stan Watson, Thom Bell
Label: Philly Groove
Year: 1968
Genre: Philly Soul
Hurt meter: 80%

Νευρώδες, στιλάτο και με τη στάμπα ενός από τα πρώτα ηχητικά δείγματα του θριαμβευτικού Philadelphia Sound, το κατά Delfonics, «Hurt So Bad» είναι περίπου σαν τη χαρά της ζωής, έτσι όπως θεωρούσαν τη χαρά στα τέλη των 60’s. Ο William Hart με τα εξαιρετικά πρίμα φωνητικά του έδινε τον τόνο για το πώς η μελαγχολία είναι και αυτή ένα στιλιστικό εργαλείο στην soul pop της Philadelphia. To ντεμπούτο album των Delfonics πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στην εποχή του, εγκαινιάζοντας στην ουσία τη νέα εποχή της φωνητικής soul των αντρικών σχημάτων, που έμπαινε στην περίοδο του μοντερνισμού με τις ολοκληρωμένες ενορχηστρώσεις μετά από την κυριαρχία του ρομαντικού doo wop. Οι Delfonics είναι ένα από τα πιο σαμπλαρισμένα σχήματα της Philly soul, χάρη κυρίως στο ομότιτλο τραγούδι του ντεμπούτου album τους και του «Ready Or Not» που ακολούθησε την επόμενη χρονιά. Η εποχή των επιτυχιών των Delfonics έληξε στα μέσα των 70’s.

No.09

Act: Bobby & I
From: Bobby & I
Producer: Tommy Oliver
Label: Imperial
Year: 1968
Genre: Sunshine Pop, Light Jazz
Hurt meter: 73%

Ο Bobby Burch και η Ken Fishler είναι ένα από κείνα τα ντουέτα στα τέλη των 60’s, στο στιλ και την κομψότητα των οποίων οφείλουν την ύπαρξή τους, όλοι οι Bird & The Bee και οι Swing Out Sister αυτού του σύγχρονου κόσμου. Κάπου μεταξύ Small Circle Of Friends και Fifth Dimension, οι Bobby & I αποτελούν τη χαρά της beat pop, αυτού του vintage «κυριακάτικου» κράματος από ελαφρά ρυθμικά jazz μοτίβα, αρμονικές διφωνίες και απλά γερά riffs που εντυπώνονται εύκολα, ένα σχήμα που αν έβγαινε σήμερα στην επικαιρότητα θα γινόταν δεκτό με δάφνες τιμής και τόνους από ποζάτη «διαμόρφωση γνώμης» από τους εστέτ. Μάλλον κουμάντο έκανε η πιανίστρια Ken – ο τίτλος του ντουέτου, αυτό καταδεικνύει- με την ανήσυχη, καθαρή mod φωνή της και τις σφιχτές ενορχηστρώσεις που έχει επιμεληθεί.

Νο.10

Act: Grant Green
From: Carryin’ On LP
Producer: Francis Wolff
Label: Blue Note
Year: 1969
Genre: Acid Jazz Funk
Hurt meter: 84%

Ο Grant Green από το Missouri, ο επιδραστικός και σπουδαίος κιθαρίστας της jazz μετά τη θητεία του στη Blue Note στην πρώτη πενταετία των 60’s λάκισε για να αναζητήσει την τύχη του σε άλλες ετικέτες, όπως στη Verve, έπεσε στην πρέζα για δύο χρόνια 1967 -1969 και επέστρεψε ανανεωμένος πάλι στην Blue Note με το album «Carryin’ On». Το acid funk jazz στιλ του album ήταν αυτό που μέσα στην επόμενη πενταετία θα του χάριζε τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές και εμπορικές επιτυχίες του. Το σαξόφωνο του Claude Bartee υποκαθιστά σε αυτό το instrumental «Hurt So Bad» τη μελωδική ρότα της φωνής, τα τύμπανα του Idris Muhammad ακούγονται να βράζουν στο υπόβαθρο, το μπάσο και το βιμπράφωνο των Jimmy Lewis και Willie Bivens, αντίστοιχα, στο εσωτερικό booming της ενορχήστρωσης κάνουν θαύματα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε αυτό το «Hurt So Bad» του Grant Green βασίστηκε ο Etienne De Crecy για να στήσει το εθιστικό space disco «Prix Choc» στο καταπληκτικό «Super Discount» του 1997, δανειζόμενος όλη την ρυθμική ραχοκοκκαλιά του κομματιού. Sensomillia Marijuana

No.11

Act: Lettermen
From: Hurt So Bad LP
Producer: Al De Lory
Label: Capitol
Year: 1969
Genre: Soft Pop
Hurt meter: 71%

Στα τέλη των 60’s οι Lettermen από το Los Angeles είχαν ήδη δέκα χρόνια καριέρας στην πλάτη τους και είχαν δείξει ήδη τα κατορθώματά τους στην αμερικανική chart ιστορία: δεκάξι top 10 singles, τριάντα δύο (!!!) συνεχόμενα albums στο chart μέχρι το 1971. Ο αδερφός του ενός από τους Lettermen, ο Gary Pike είχε ήδη αντικαταστήσει τον Bob Engemann από το 1968 και έτσι το «Hurt So Bad«, ακουγόταν με τον αέρα του ανανεωμένου – ένα φωνητικό σχήμα που βασιζόταν στις αρμονίες (οι άλλοι δύο ήταν ο Jim Pike και ο Tony Butala) και την mainstream καθαρότητα του group που μπορεί να απηχεί στα pop αλλά και στα adult contemporary ακροατήρια. Το single ανέβηκε ως το Νο.12 του singles chart και παρότι δεν ήταν το πιο πετυχημένο τους (το «When I Fall In Love» του 1961 και το medley «Goin’ Out Of My Head/Can’t Take My Eyes Off You» του 1967 είχαν αμφότερα φτάσει ως το Νο.7) ήταν όμως αυτό που σχετικά με οποιοδήποτε άλλο τραγούδι των Lettermen, τους διατήρησε τις περισσότερες εβδομάδες μέσα στο chart, συνολικά, είκοσι μία. Οι Lettermen το ερμηνεύουν με την επαγγελματική -συντηρητική;- ακρίβεια που αρμόζει σε ένα ευοίωνο καλιφορνέζικο σχήμα και η ενορχήστρωση το αναδεικνύει ως ένα από τα πιο «σοβαρά» ελαφρά τραγούδια του τέλους των 60’s.

No.12

Act: Bergen White
From: For Women Only LP
Producer: Bergen White
Label: SSS
Year: 1969
Genre: Soft Pop
Hurt meter: 66%

Σπουδαίος country παράγοντας του Nashville (παραγωγός, ενορχηστρωτής του Elvis Presley, του George Jones και του Glenn Campbell μεταξύ άλλων), ο Bergen White -πρώην μέλος των Ronny & The Daytons– κυκλοφόρησε ένα και μοναδικό προσωπικό album, μέσα στο οποίο συμπεριέλαβε μεταξύ άλλων δικών του και διασκευών, το «Hurt So Bad» ενορχηστρωμένο και ερμηνευμένο με τη χαρακτηριστική γκλιτεράτη αίσθηση ενός σαλονάτου redneck. Ο Bergen White ήταν ένας από τους κατεξοχήν στυλοβάτες της countrypolitan αισθητικής και στο προσωπικό του album την υπερασπίστηκε μέχρι κεραίας. Η εκτέλεσή του, καλαίσθητη παρότι συντηρητική, ακούγεται σαν ένα αποκύημα της εποχής της, του 1969, που στατιστικά είναι η χρονιά που το «Hurt So Bad» διασκευάστηκε τις περισσότερες φορές.

No.13

Act: Mystic Moods Orchestra
From: Love Token LP
Producer: Brad Miller
Label: Philips
Year: 1969
Genre: Hi Tech Easy listening
Hurt meter:  69%

Ο Brad Miller ήταν ένας σπουδαίος πρώιμος τεχνοκράτης του στούντιο, οραματιστής του επικού τεχνολογικού ήχου, ένας μαέστρος μοντέρνος για την εποχή του που συνέλαβε την ιδέα μιας γκραντιόζας σύγχρονης pop και ενέπνευσε κατοπινούς στουντιάνθρουπους όπως τον Vince Montana του Philly sound, τον Meco Monardo με τις αποδόσεις των κινηματογραφικών soundtracks ακόμα και τους tech rockers Jeff Lynne των ELO και Tom Sholz των Boston. O Miller προκαλούσε τα όρια των δυνατοτήτων της ορχήστρας και του αισθητηρίου των χαϊφιντελιστών. Το «Love Token» ήταν το πέμπτο album της θαυμάσιας Mystic Moods Orchestra στο οποίο «αναπαριστούσε» επιτυχίες της εποχής με έναν θεαματικό ηχητικό τρόπο – ακούστε στο «Hurt So Bad» πώς αναπαριστά τη βροχή με τα πρώιμα εφέ, πώς παίζει με τις τετραφωνικές δυνατότητες της κονσόλας και πώς δημιουργεί το concept ενός «κυκλωτικού» tempo που ορίζεται από τα μελωδικά μοτίβα των βιολιών. Στιλάτος και εντυπωσιακός.

No.14

Act: Nancy Holloway
From: Hello Dolly
Producer: Daniel Janin
Label: Concert Hall
Year: 1969
Genre: Jazz Soul
Hurt meter: 87%

Ένα από τα πιο «χαϊδεμένα» κορίτσια της γαλλικής pop στα μέσα των 60’s ήταν η αμερικάνα Nancy Brown που μετονομάστηκε σε Holloway από το όνομα του καταπιεστικού, αυταρχικού συζύγου που την πήγε και εγκατέστησε στη Γαλλία για να κάνει μια καριέρα βασισμένη πάνω στην ye – ye pop της εποχής – θαυμάσιες γαλλόφωνες διασκευές beat pop επιτυχιών. Στα τέλη των 60’s, η εξαιρετική Nancy Holloway κυκλοφόρησε το τελευταίο album της, αυτό που την έβγαζε από την μετεφηβική pop και την έμπαζε με δόξα και τιμή στην soul και το rhythm ‘n’ blues της πατρίδας της. Η Nancy Holloway τραγουδάει εξαιρετικά το «Hurt So Bad» πάνω στις ενορχηστρώσεις του ιδιαίτερα σοφού μέντορά της, Daniel Janin – αν παρατηρήσετε θα διακρίνετε εδώ τις απαρχές του ground beat που δόξασε ο Jazzie B. στους Soul II Soul… Η φωνή της έχει εκείνη την άνεση που σου μουδιάζει το μυαλό, όταν αφηγείται τόσο καταλυτικά την «οδύνη» της ερωτικής απώλειάς της – όχι σαν ντίβα αλά Shirley Bassey αλλά σαν ένα ελεύθερο, τολμηρό soul κορίτσι της εποχής του.

No.15

Act: Nancy Wilson
From: Hurt So Bad
Producer: David Cavanaugh
Label: Capitol
Year: 1969
Genre: Soul
Hurt meter: 82%

Η Nancy Wilson, μία από τις πιο παραγωγικές και συνεπείς τραγουδίστριες της soul και της jazz, είχε ήδη δέκα χρόνια καριέρας στο ενεργητικό της και είκοσι πέντε albums όταν στα τέλη των 60’s κυκλοφόρησε το δίσκο της «Hurt So Bad» με την ομώνυμη διασκευή μέσα. Η Wilson τραγούδησε το κομμάτι με την άνεση και την soulful αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που έχει θητεύσει όχι μόνο κοντά στον Cannonball Adderley και τον George Shearing αλλά έχει και το χρίσμα του darling της Blue Note και κυρίως της Capitol. Η εταιρία του Los Angeles σχεδόν ταύτισε την ιστορική διαδρομή της με την δισκογραφική παραγωγικότητα της Wilson. Σήμερα η εκτέλεση της Nancy Wilson στο «Hurt So Bad» ακούγεται σαν ένα σπάνιο, ατόφιο κομμάτι αυθεντικής soul μελωδικότητας και υψηλής εκφραστικότητας.

No.16

Act: El Chicano
From: Viva Tirado
Producers: Eddie Davis, Billy Watson
Label: Kapp
Year: 1970
Genre: Latin Rock
Hurt meter: 80%

O παχύς πληθωρικός ήχος των El Chicano, μύριζε στο μεταίχμιο των δύο δεκαετιών, τεκίλα, tejano και timbales. Το κουιντέτο των μεξικανών rockers είχε μια εκπληκτική χημεία στην αλληλεπίδραση των μελών του – οι τύποι ήταν καλλιτέχνες και «μερακλήδες» και για αυτό ό,τι απέδιδαν με την ζουμερή ηχητική στόφα τους, το έκαναν απολαυστικά. Το «Hurt So Bad» το διασκεύασαν στο ντεμπούτο τους album στην Kapp, μετατρέποντάς το σε ένα sexy instrumental με απόηχους από τη λατινική περηφάνεια του Santana. Η εποχή είχε ένα προκλητικό ελευθεριάζον κλίμα και οι El Chicano από τον αμερικανικό νότο πρόσθεταν τη μεθυσμένη (και μεθυστική) νότα τους στο classic των 60’s.

No.17

Act: Jackie DeShannon
From: To Be Free
Producers: Irvin Hunt, Sam Russell
Label: Imperial
Year: 1970
Genre: Chamber Pop
Hurt meter: 75%

H Jackie DeShannon ήταν ένα τεράστιο συνθετικό ταλέντο στα 60’s, ένα από τα πρώτα κορίτσια που είχε τα φόντα να σταθεί αυτόνομα στο προσκήνιο με δικά του τραγούδια. Το σύστημα της εποχής όμως δεν ευνοούσε τις τραγουδοποιούς – τραγουδίστριες κι έτσι η Jackie De Shannon δεν έγινε η τεράστια performer, αλλά έγινε πράγματι η σπουδαία συνθέτιδα. Σε όλη τη διάρκεια των 60’s το πάλαιψε και μπρος και πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας. Ο ρόλος της όμως πίσω από τα φώτα επικράτησε θεαματικά. Έτσι, στα τέλη των 60’s, έχοντας ήδη μια καριέρα δέκα χρόνων στην πλάτη της και μια ντουζίνα προσωπικά albums, κυκλοφορούσε το «To Be Free» που μεταξύ άλλων δικών της και διασκευών περιείχε και ένα medley του «You Keep Me Hangin’ On» και του «Hurt So Bad» σε μια απόδοση, αρκούντως δραματική, τονισμένη από τα εξαιρετικά βιολιά της ενορχήστρωσης που βγήκε σε single και έφτασε σε ένα ταπεινό Νο.96.

No.18

Act: Richard Groove Holmes & Ernie Watts
From: Come Together LP
Producer: Richard Bock
Label: World Pacific Jazz
Year: 1970
Genre: Soul Funk
Hurt meter: 70%

Ο γίγαντας -κατά πολλούς γεννήτορας- της acid jazz, οργανίστας Richard «Groove» Holmes, στη διάρκεια των 60’s είχε «σκάψει» υπό την σκέπη, αρχικά της Pacific Jazz και αργότερα της Prestige όλη τη γκάμα της jazz από το σκληρό, macho bop μέχρι τους ρυθμούς της soul jazz. Στα τέλη των 60’s επέστρεψε ξανά στην αγκαλιά της Pacific Jazz και στην τρίτη κυκλοφορία μετά την επιστροφή του στην εταιρία, συνεργάστηκε με τον σαξοφωνίστα Ernie Watts αλλά και τον Wilton Felder στο μπάσο και τον King Errison στα αεικίνητα congas για ένα album οργανικών επανεκτελέσεων γνωστών classics. Ανάμεσα σε αυτά είναι και το «Hurt So Bad» που αναδίδει μια χλιδή και την υπεράνω αύρα της διονυσιακής, γκρουβάτης αύρας του Holmes.

No.19

Act: Willie Hutch
From: Season For Love LP
Producer: John Florez
Label: RCA
Year: 1970
Genre: Funk Soul
Hurt meter: 76%

O Willie Hutch έμπαινε στα 70’s με το δεύτερο album του «Season For Love«, πριν τον προσέξει ο Hal Davis της Motown και τον υπογράψει στην εταιρία. Πριν τους μεγάλους θριάμβους της συμφωνικής soul με τα soundtracks του «Mack» και της «Foxy Brown«, ο Willie Hutch ακουγόταν ως ένας φερέλπιδας  soulman από το Los Angeles. Τραγουδάει το «Hurt So Bad» με την συμβατική παθιασμένη αύρα που αναμενόταν από τους μοντέρνους soul crooners της εποχής του και στο υπόβαθρο, η ενορχήστρωση κεντάει όλα εκείνα τα στοιχεία που έπαιρνε κληρονομιά από τα 60’s για να τα μεταφέρει στα 70’s και να τα μεταλλάξει σε πλούσιο πληθωρικό στιλ. Από την αθωότητα στον ηδονισμό, το «Hurt So Bad» του Willie Hutch ακούγεται πανέμορφο και αγκιστρωμένο στην εποχή του.

No.20

Act: Herb Alpert & Tijuana Brass
From: Summertime LP
Producers: Herb Alpert, Jerry Moss
Label: A&M
Year: 1971
Genre: Easy listening
Hurt meter: 64%

Στις αρχές των 70’s ο Herb Alpert έχοντας ήδη συμβάλλει στο «καλό πνεύμα» των 60’s, από την πλευρά της «καλής ζωής» του κοσμοπολιτισμού του Los Angeles, διέλυσε την Tijuana Brass – το «Summertime» είναι το τελευταίο album της μπάντας, πριν μετεξελιχθεί σε ένα άλλο σχήμα. Με τα γαλόνια του πετυχημένου, ο Alpert επιχειρούσε στο «Summertime» να δώσει τη δική του πνευστή εκδοχή σε classics της εποχής – ένα από τα οποία, και το «Hurt So Bad«: πανάλαφρο σαν πούπουλο, δροσερό σαν αεράκι και πρωτοεπίπεδο με έναν ανακουφιστικό τρόπο, ο Herb Alpert κρατιόταν από τη μελωδία του και αφαιρούσε το μελαγχολικό περιεχόμενο της αρχικής σύνθεσης. Αργότερα  η μουσική του βαφτίστηκε «μουσική για ασανσέρ» και muzak αλλά ο Alpert το έκανε καλύτερα από όλους γιατί είχε εγγενές στο κύτταρό του το τρίπτυχο «sea – sun – sex» της Δυτικής Ακτής.

Νο.21

Act: Dionne Warwicke
From: From Within LP
Producers: Burt Bacharach, Hal David
Label: Scepter
Year: 1972
Genre: Soul
Hurt meter: 73%

Η Dionne έβγαινε από τα 60’s με τη φόρα της πρώτης λαίδης της satin soul και με ένα μεγάλο φορτίο επιτυχιών και έμπαινε στα 70’s ξέροντας πρώτα η ίδια, ότι οι εποχές άλλαζαν και αιτούσαν μια διαφορετική, ανανεωτική εικόνα για την γυναικεία soul. Από τις τελευταίες μέρες της καριέρας της στην θρυλική Scepter, τραγούδησε το «Hurt So Bad» με το δράμα της ντίβας και την παράδοση της glamorouς πλην θλιμμένης πριγκίπισσας, μακριά από το λαϊκό αίσθημα της ερωτικής απώλειας όπως τη βίωνε ο Little Anthony στην ερμηνεία του. Στυλιζαρισμένη και κομψή πάντα, η Dionne δεν έγραψε ιστορία με το «Hurt So Bad«, πρόσθεσε όμως ένα ακόμα classic στο ενεργητικό της.

Νο.22

Act: Carl Carlton
From: Everlasting Love LP
Producer: Bob Monaco
Label: ABC
Year: 1974
Genre: Symphonic Soul
Hurt meter: 82%

Ο Carl Carlton από το Detroit ατύχησε στο να κάνει μια καριέρα αντάξια του ταλέντου του – η δισκογραφία του, σποραδική, αποσπασματική και ασυνεχής δεν βοήθησε στην εδραίωση του ονόματός του. Ωστόσο, η φωνητική ομοιότητά του με τον Stevie Wonder και κάποιες πολύ γερές παραγωγές που μέσα στην ατυχία του, ευτύχησε να έχει, τον βοήθησαν να αφήσει ένα στίγμα στην ιστορία της soul. Για πολλούς, το δεύτερο από τα έξι συνολικά albums της καριέρας του, είναι και το καλύτερό του: ο Carl Carlton τραγουδάει σε αυτό το «Hurt So Bad» με την κουλαριστή ηδυπάθεια ενός πραγματικά αφοσιωμένου soulman, ενώ στην ενορχήστρωση συμβαίνει όλο το glamour του ντουνιά .  Στη σκιά της επιτυχίας του «Everlasting Love» από τον ομώνυμο δίσκο, ο Carlton είναι από τους τραγουδιστές που ταυτίστηκαν με την εποχή που η soul επιτάχυνε στην disco…

No.23

Act: Philly Devotions
From: Hurt So Bad 7″
Producer: John Davis
Label: Columbia
Year: 1976
Genre: Disco Soul
Hurt meter: 85%

Αστραφτερή, λαμπερή και ολονύκτια disco soul από αντρικό κουαρτέτο της Philadelphia που σχημάτισε προφανώς ο John Davis ως «επόμενη πίστα» για την γλυκιά, φωνητική soul των πρώτων 70’s. Εξαιρετική η απόδοση του τραγουδιού -στιλάτη, ζωντανή- από τους τέσσερις Φιλαδελφειώτες και ακούραστα κινητική η παραγωγή του John Davis που εισήγαγε την πόλη στην disco φρενίτιδα της εποχής. Οι Philly Devotions είναι το group που κυκλοφόρησε το πρώτο maxi single της Columbia («Ι Just Can’t Make It With You«) το 1975 και ένα από τα πιο τιμημένα από την περίφημη μίξη του Tom Moulton – ο οποίος εκείνη ακριβώς την περίοδο είχε ενθουσιαστεί με τη διαδικασία τού να μετατρέπει τις επτάϊντσες τραγουδιστικές ή ραδιοφωνικές διάρκειες σε δωδεκάιντσες χορευτικές. Ο Dimitri From Paris τίμησε το «Hurt So Bad» των Philly Devotions στη συλλογή του «Get Down With The Philly Sound» τιμώντας την εκτέλεσή τους ως ένα ακριβό, μοναδικό και αντιπροσωπευτικό δείγμα της soul από την Πόλη της Αδελφικής Αγάπης.

Νο.24

Act: David Cassidy
From: Hurt So Bad 7″
Producer:
Label: Columbia
Year: 1976
Genre: Disco Soul
Hurt meter: 55%

Kάτι σαν το προσωπικό Βατερλώ του David Cassidy στα τέλη των 70’s, το «Hurt So Bad» ήταν η διασκευή που έμελλε να τελειώσει την πρώτη φάση της καριέρας του από όλη εκείνη την δεκαετία, κατά τη διάρκεια της οποίας σάρωνε ως εφηβικό τηλεοπτικό είδωλο παγκόσμιας εμβέλειας, πριν από όλες τις Hannah Montana και Jonas Βrothers αυτού του κόσμου. Ο David Cassidy, πρώτα με τους Partridge Family και μετά solo, κατάφερε να κάνει τα κορίτσια του πλανήτη να παραμιλούν για χάρη του, αλλά η νέα εποχή που ερχόταν, δεν είχε καμία θέση περισσευούμενη για αυτόν. Το «Hurt So Bad» είναι το πιο αποτυχημένο, εμπορικά single της καριέρας του, αυτό που τον κράτησε μακριά από την δισκογραφία για έξι χρόνια, πριν επιστρέψει το 1985 με το «Last Kiss» αλλά όχι πλέον ως γοητευτικός (μετ)έφηβος. Η ερμηνεία του Cassidy είναι αναιμική και ανέμπνευστη, βεβιασμένη και στιλιστική προκειμένου να προλάβει το «τρένο» της εποχής του.

Νο.25

Act: Bobby Hart
From: The First Bobby Hart Solo Album LP
Producers: Bobby Hart, Barry Richards
Label: Wea
Year: 1979
Genre: Soul
Hurt meter: 82%

Στα τέλη των 70’s ο ένας από τους συνθέτες του τραγουδιού αποφάσισε να ηχογραφήσει το standard στο μοναδικό album που κυκλοφόρησε με το όνομά του (πέρα από τους Boyce & Hart) για να εκμεταλλευτεί το κύμα της λευκής, γκλαμουράτης discofied soul. Οι τραγουδιστές που χρησιμοποιεί ο Bobby Hart για την εκτέλεσή του –Barry Richards, Marin Parsonnet, Sydney Foxx– είναι εξαιρετικοί επαγγελματίες που κάνουν το αίσθημα δικό τους και η ενορχήστρωσή του με την αφρόκρεμα των session men της εποχής ακούγεται αρκούντως πληθωρική και κοντά στην αισθητική των αδελφών Gibb. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι στο στιχουργικό περιεχόμενο προστίθεται και ένα ενισχυμένο παραλήρημα περί «απώλειας» και έρωτα. Η εκτέλεση του Bobby Hart δεν ακούστηκε όσο ευρέως θα της άξιζε.

Νο.26

Act: Linda Ronstadt
From: Mad Love LP
Producers: Peter Asher
Label: Asylum
Year: 1980
Genre: Blue Eyed Soul
Hurt meter: 94%

Στα τέλη των 70’s η Linda Ronstadt έκανε την έξυπνη κίνηση να ηχογραφήσει ένα νευρικό new wave album για να ανταποκριθεί στο αίτημα της εποχής. Το «Mad Love» είναι ένα από τα πολύ αγαπημένα albums της Linda Ronstadt -θυμίζει πολύ τον ήχο των πρώτων albums της Pat Benatar– με διασκευές της σε κομμάτια του Neil Young, των Cretones και του Elvis Costello αλλά και του «Hurt So Bad» που ανέβηκε ως single στο Νο.08 του Billboard. Η ερμηνεία της Ronstadt ακούγεται ως πρότυπη ακόμη και σήμερα: ο τρόπος που τα παίρνει στο κρανίο μετά τη μέση του τραγουδιού και ικετεύει σαν σχεδόν γονυπετής τον καλό της να επιστρέψει γιατί δεν αντέχει τον πόνο του αποχωρισμού, είναι συγκλονιστικός. Αξίζει να δει κανείς στο video από live απόδοση του τραγουδιού μαζί με την μπάντα της Ronstadt το πόσο αποστασιοποιημένα και επαγγελματικά «δεν» συνεργάζεται η φυσική παρουσία της (το πρόσωπο, οι εκφράσεις, τα κλειστά μάτια, η κίνησή της) με το μοιραίο, οδυνηρό περιεχόμενο του τραγουδιού. Η Linda παραμένει μια αλάνθαστη επαγγελματίας, μία συγκλονιστική ερμηνεύτρια που δεν δανείζει την «ψυχή της». Απλά προσομοιάζει στο στιλ της χωρισμένης ερωμένης…

No.27

Act: Alicia Keys featuring J Love
From As I Am LP
Producers: Alicia Keys, J Love
Label: J
Year: 2008
Genre: Nu Soul
Hurt meter: 80%

Επί είκοσι οκτώ χρόνια, μετά την εκτέλεση της Linda Ronstadt, το «Hurt So Bad» πέρασε στην αφάνεια, ίσως επειδή κανείς δεν τόλμησε να το ερμηνεύσει και να συγκριθεί με την υπεροχή της Linda, ίσως επειδή η «μόδα» του είχε κριθεί παρελθόύσα. Ωστόσο, η Alicia Keys στην super deluxe έκδοση του album της «As I Am» που βγήκε το 2008, συμπεριέλαβε την διασκευή της στο «Hurt So Bad» ως bonus κομμάτι. Απλή, σκελετική και δωρική, η Alicia Keys τραγουδάει με trip hop στοιχεία στην ενορχήστρωση, μαζί με τον J Love, με ένα ειλικρινές -αν και σε στιγμές ιδιαίτερα αυτάρεσκο- αίσθημα το standard δίνοντας έμφαση στην μοναχικότητα και την εγκατάλειψη. Η μελαγχολία είναι η προτεραιότητα που επιλέγει η Alicia Keys για να επικοινωνήσει με την ερμηνεία της και όχι τόσο το δράμα. Προς τιμή της.

Enjoy!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: