All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Bετεράνοι στην παγανιά – Μέρος δεύτερο

Posted by gone4sure στο 23 Οκτωβρίου 2010

Seal
Commitment
(Reprise / Warner Bros)

Το έβδομο album του 47χρονου Seal σε παραγωγή David Foster ακούγεται ως το υγιέστερο «ενήλικο» mainstream της εποχής του: κανονικά τραγούδια, ευχάριστος ήχος, προσγειωμένο πνεύμα, εμπειρία και ευχέρεια στα επικοινωνιακά τρικ. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα καλύτερο για έναν τραγουδιστή που κάποτε πίστεψε ότι είναι σχεδόν μεσίας (στην εποχή του «Kiss From A Rose» και της άλωσης του αμερικανικού mainstream) και μετά έπεσε κάθετα στο «χρηματιστήριο» των charts όπως άξιζε σε κάθε ματαιόδοξο της ιστορίας. Νομίζω ότι ο λόγος που «δε με ενοχλεί» ο δίσκος του Seal και μάλιστα ομολογώ ότι σε κάποια σημεία του, μου αρέσει, είναι επειδή ακριβώς ο Seal τραγουδάει (υγρά, μεστά και στέρεα) χωρίς να πιστεύει όπως παλιότερα ότι κρεμόμαστε όλοι από τα χείλη του. Το «Commitment» είναι ένας chamber pop-soul-soft rock φτιαγμένος με εγγυημένα υλικά για όλη την οικογένεια (όχι τη λοβοτομημένη οικογένεια του Stepford), ένας δίσκος μετά-την-αλλαζονεία, μετά το ψωνισμένο glamour, μετά την παραμύθα του super star. Χωρίς κανένα cuttin’ edge βέβαια, αλλά εδώ δεν το χρειάζεσαι.

6/10 (μεγάλες βραδυνές βόλτες)

Joe Cocker
Hard Knocks
(Columbia)

Στα 66 χρόνια του, ακόμα ο Joe Cocker δεν μπορεί να αποβάλλει από πάνω του την στάμπα του βρετανού που δεν γεννήθηκε στο Memphis αλλά ήθελε να τραγουδάει τα blues και τη soul. Βέβαια, σε πείσμα εκείνων που τον απέρριπταν επειδή δεν ανταποκρίνεται στα αμερικανικά περί soul στερεότυπα, ο Joe Cocker πάντα soul τραγουδούσε, πάντα με το rhythm ‘n’ blues είχε να κάνει, πάντα με μια μαύρη «ψυχή» πάλευε να τα βάλει… ακόμα και στην περίοδο που είχε πάρει αμπάριζα τα soundtracks για να τραγουδάει τα θέματα των ταινιών και να παραμένει στο pop προσκήνιο, ακόμα και τότε που ερμήνευε σούπες κατά βούληση. Το «Hard Knocks» είναι ένα συμπαθητικό album, με ένα ταπ – ταπ στην πλάτη… Είναι φτιαγμένο περισπούδαστα, με έντονα σασπένς και γωνίες, με ενέργεια και πραγματική πίστη στο πνεύμα του Ray Charles (sic) Τα τραγούδια μόνο δεν «συνεργάζονται» πανάθεμά τα… αφήνοντας τον Cocker να περιδιαβαίνει σε αφιλόξενα ρυθμκά τοπία τα εμφανή μεσόκοπα χρόνια του… Υπάρχουν κάποια εδώ («Runaway Train«, «Get On«) που ίσως σου προκαλέσουν ένα ψιλορίγος στην πλάτη και σε κάνουν να αλλάξεις σταυροπόδι. Δεν θα σε κάνουν όμως να σηκωθείς.

5,5/10 (χειροποίητα μπαστούνια)

Brian Ferry
Olympia
(Virgin)

Δεν περίμενε κανείς κάτι λιγότερο από την αστραφτερή σαλονάτη πολυτέλεια της παραγωγής του «Olympia«, δεν περίμενε κανείς κάτι λιγότερο από την Kate Moss στο εξώφυλλο (άντε να περίμενε την Tyra Banks…), δεν περίμενε κανείς, ασχήμιες ή προχειράτζες από τον δανδή της «δαντελωτής» pop, τον 65χρονο Brian Ferry. Αυτό που εγώ όμως περίμενα είναι, τριανταεπτά χρόνια μετά το ντεμπούτο προσωπικό album του, να τσαλακωθεί λίγο συναισθηματικά και να αφεθεί να μας δείξει τις «δύσκολες» προσωπικές στιγμές του, από το να περιφέρεται ξανά με ένα μαρτίνι στο χέρι και μια περιποιημένα λυμένη γραβάτα στο λαιμό, στα μεταμεσονύκτια πριβέ πάρτι που μυρίζουν Gianfranco Ferre. Το «Olympia» είναι ένα μουδιαστικά συμπαθές album: έχει ωραία τραγουδάκια -πλούσια και γενναιόδωρα αλλά όχι ιδιαίτερα- έχει πλουμιστούς συνεργάτες (Scissor Sisters και Groove Armada αλλά και David Gilmour και Johnny Greenwood των Radiohead και σχεδόν σούμπιτους τους πρώιμους Roxy Music των 70’s, του Brian Eno συμπεριλαμβανομένου), έχει εστέτ -πλην αχρείαστες- διασκευές («Song To The Siren» του Tim Buckley και «Tender Is The Night» των Blur), έχει αέρινη πόζα και ενατένιση αλλά φευ! Δεν έχει κανένα μα κανένα σημείο αναφοράς στον ρεαλισμό του σήμερα. Νομίζεις ότι ο Ferry υπάρχει ακόμα για να ωραιοποιεί και να ψεκάζει τα μπούστα των κοριτσιών με Ferre, πριν τα ρίξει στα σομόν σατέν σεντόνια. Ένας δίσκος που ξεπερνάει ξεχειλωμένα την ηδυπάθεια και το ναρικισισμό…

6/10 (βαποριζατέρ)

Brian Eno
Small Craft On A Milk Sea
(Warp)

Αδιαμφισβήτητα κινηματογραφικός και με τον αέρα μιας κλασικιστικής αντίληψης πλέον στις συνθέσεις του, ο Brian Eno δημιουργεί στο πρώτο album του στην Warp, ένα ανακουφιστικό αλά David Lynch τοπίο, με απίστευτη αφαιρετική ευαισθησία (νιώθεις ανατριχίλες από αυτά που ΔΕΝ κάνει στον δίσκο, περισσότερο από αυτά που κάνει) και με έναν κατακτημένο «περιβαλλοντικό» μινιμαλισμό. Το «Small Craft On A Milk Sea» είναι το αποκορύφωμα της χαμηλής τονικότητας, της υπαινικτικής μελωδίας, αυτής που γεννιέται για να συνοδεύσει ένα οπτικό όραμα περισσότερο. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να ξανασυγκινηθώ από τα «εγκεφαλικά» πειράματα του Brian Eno, ειδικά στη μετά-pop εποχή του αλλά το «Small Craft On A Milk Sea» έχει ένα όραμα -συχνά δυστοπικό- που ξεπερνάει τα όρια του απλά ενδιαφέροντος… Μετά από όλους τους Boards Of Canada αυτού του κόσμου, μετά την απαξία του ambient και τον ευτελισμό του σε ένα απλό συνοδευτικό μενουδάκι, το «Small Craft On A Milk Sea» φέρνει πάλι στο τραπέζι τον ανοιχτό φάκελλο του intelligent tech και του οργανωμένου θορύβου, σε μια εποχή που νόμιζες ότι έχει μπει για πάντα σφραγίδα σε αυτόν.

8/10 (αυτοκρατορικές βούλες)

Phil Collins
Going Back
(Atlantic)

Δεν είναι σίγουρα έκπληξη ένας δίσκος με αναπαλαιωμένες διασκευές του ρεπερτορίου της Motown από τον Phil Collins. Πάντα είχε την πετριά (από τη διασκευή του «You Can’t Hurry Love» το 1982 μέχρι το δικό του «Two Hearts» που έγραψε με τον Lamont Dozier το 1988) να τραγουδήσει soul και πάντα φρόντιζε να μας θυμίσει ότι σε αυτήν την pop χτυπάει η καρδιά του… Σήμερα στα 59 του ο Collins κάνει ολική επαναφορά και γυρνάει στη δεκαετία του ’60 και στα 4/4 της Motown με μια παραγωγή -δική του- πνιγμένη στα φώτα και στις πλούσιες ενορχηστρώσεις, στα vintage, ανώδυνα χαμόγελα και σε μια αγκαλιά τραγούδια που… το τελευταίο που είχαν ανάγκη είναι η φωνή του… Φορμαλιστικό, ελαφρώς δουλοπρεπές ως στάση και σε στιγμές αστείο (στο «Uptight» τραγουδάει σχεδόν σαν τον Duffy Duck προκειμένου να μοιάσει στον πιτσιρίκο Stevie Wonder…) το «Going Back» είναι μια μάλλον αχρείαστη επίδειξη δύναμης του Collins που θυσιάζεται στο βωμό της μαζικής ψυχαγωγίας, αφαιρώντας κάθε ψυχικό ψήγμα από τα αριστουργήματα που επιλέγει. Πραγματικά δε με νοιάζει καθόλου αν ο Phil Collins αγαπάει τη soul. Και φαίνεται ότι δεν την αγαπάει περισσότερο από μένα.

3,5/10 (εφηβικά χνούδια)

Bad Religion
The Dissent Of Man
(Epitaph)

Είναι απίστευτο το πόσο γαμάτα τραγουδάει ο Gregg Graffin ακόμα και σήμερα, στο δέκτο πέμπτο album των καλιφορνέζων punks Bad Religion. Η φωνή του έχει ταυτόχρονα μια ευγένεια αλλά και ένα «χώσιμο», ένα γρέζι αλλά κι ένα βελούδο σιρίτι, μια μαγκιά αλλά και μια ικεσία… Θεωρώ ότι ο ένας λόγος που οι Bad Religion παραμένουν ένα γαμάτο, απίστευτα γαμάτο group, αφοσιωμένο τυφλά στην ενέργεια του δίχορδου punk είναι η φωνή το Graffin, τελεία και παύλα. Ο άλλος λόγος που το «Dissent Of Man» είναι όντως ένα θαυμάσιο punk album, είναι ότι η μπάντα παίζει γκαζωμένη, έμπειρη και αχαλίνωτη μέσα στο punk χωράφι της, γυμνασμένη πια στο πηλοφόρι των live και όχι σε κάποιο στούντιο παθητικής γυμναστικής.  Μακάρι όλοι οι άμυαλοι πιτσιρίκοι που ξεμπουκάρουν από την εφηβεία τους πριν καν κλείσουν τα σπυριά της ακμής στα μέτωπά τους και αρπάζουν κιθάρες και τύμπανα, να είχαν έστω τη μισή από την πληθωρική σοφία των Bad Religion, οι οποίοι πλέον και να θέλουν, δεν θα μπορούν να ακουστούν κακοί. Μακάρι να είχα ακόμα ανάγκη την αφρισμένη ενέργεια του punk: θα ένιωθα καλύτερα να τους βάλω ένα νουμεράκι παραπάνω στο προσωπικό παιχνίδι μου με τους βαθμούς αξιολόγησης.

7/10 (amp shapers)

Ozzy Osbourne
Scream
(Columbia)

Δέκα albums μέσα σε τριάντα χρόνια είναι ένα σχετικά καλό score για την αυτού μεγαλειότητα του υπέροχα Βλαμμένου Ozzy: με το «Scream» μοιάζει πριν από όλους, ο ίδιος να παρωδεί τα ευτυχή κλισέ που τον έκαναν σύμβολο της γουρλωμένης μεταλλικής αντάρας. Επιπλέον, στο album του περιλαμβάνει πλέον όλα εκείνα τα ευτυχή κλισέ που έκαναν το παραδοσιακό βρετανικό metal, μια σταθερή αξία που οι πολλοί αγαπούν να μισούν και οι λιγότεροι αγαπούν να αγαπούν φανατικά και αδιαπραγμάτευτα. Πίσω από τους μεγαλύτερους από τη ζωή σκληροτράχηλους ρυθμούς του «Scream» ακούει κανείς όλη την γκρουβάτη τεχνολογία, όλη την ψηφιακή ευκολία που κάνει ακόμα και το metal σήμερα να ακούγεται σαν ένεση εφεδρίνης. Πυκνό, αδιαπέραστο, διαβολεμένα κινητικό και πανέξυπνο, το «Scream» είναι μια απολαυστική «όζεια» επίθεση στο σαρκαστικό πνεύμα της «σαμπαθικής» κληρονομιάς. Υπάρχουν τραγούδια που ακούγονται σαν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για το βαρυμεταλλικό, θορυβώδες, αρσενικό rock του 62χρονου Ozzy. Επιπλέον, «κλείνει το μάτι» με το εξώφυλλό του (ο Ozzy εωσφορικός κατακτητής ενός δυσοίωνου «hamburger hill»;) σε όσους είχαν σαρδόνεια χαμογελάσει με το εξώφυλλο του ντεμπούτου album του «Bark At The Moon» πίσω στο 1980…

7,5/10 (ουρλιαχτά)

Halford
Halford IV: Made Of Metal
(Metal God Entertainment)

Αντίθετα από την ευφυή αντίληψη του Ozzy περί σαρκαστικής αντιμετώπισης του παραδοσιακού metal ως βασική συνισταμένη της βιωσιμότητάς του, ο Rob Halford παίρνει περισσότερο σοβαρά από όσο ίσως θα άντεχε η αυτοεκτίμηση του metal, την ύπαρξή του και τραγουδάει στα 59 χρόνια του, ως troll της Mordor. Ένα βήμα πριν την απόλυτη παρωδία, ο Halford σώζεται μόνο όταν ξεφεύγει από το μπαράζ των κλισέ (στο ομώνυμο κομμάτι, ας πούμε). Παντού αλλού μοιάζει να στοιχηματίζει σε μια πολύ λεπτή ισορροπία που τις περισσότερες φορές μπατάρει, ότι δεν θα κουνήσει ρούπι από τις στενωπούς του θέλουν το μεταλλικό rock δέσμιο της ρουτίνας του αλλά και δεν θα αφήσει κανέναν να ξεχάσει πόσο καλό group ήταν οι Judas Priest στα τέλη των 70’s και στις αρχές των 80’s. Το τέταρτο album των Halford -της ομώνυμης μπάντας του Rob- ακούγεται σαν μία οριακά πιστή αναπαραγωγή του μύθου των μεταλλόμορφων θεών της βαριάς rock μυθολογίας, μία κλινική περίπτωση αφοσιωμένου στην «τέχνη του» ροκά που δεν διδάχτηκε και πολλά πράγματα από την φαλάκρα του…

4/10 (μαντάρες)

Will Downing
Lust, Love And Lies (An Audio Novel)
(Peak)

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Will Downing, ένα αξιοπρεπές, χαμηλών τόνων αντίπαλο δέος στον Luther Vandross (δυστυχώς το καλλιτεχνικό αυτό ανταγωνιστικό δίπολο έμεινε ορφανό μετά το θάνατο του Luther) κυκλοφόρησε μετά από είκοσι χρόνια από τότε που ντεμπουτάρισε, ένα από τα καλύτερα albums της καριέρας του, αυτό που θα έπρεπε να έχει ηχογραφήσει ο Maxwell αντί για το αναιμικό, άτολμο περσινό  «Blacksummer’s Suite». Το «Lust, Love And Lies» είναι ένα ερωτικό concept album που παρακολουθεί τις διακυμάνσεις μιας σχέσης του με την «κοπέλα» σε διάφορες φάσεις κορυφώσεων και υφέσεων, ένα θαυμάσιο soul (όχι r’n’b) album με εύρωστες μελωδίες, χυμώδεις, εμπνευσμένες από αυτές που θα έπρεπε να έχει σπουδάσει ο R. Kelly αν δεν ήθελε να είναι μονίμως βορά στα νύχια των αλαφιασμένων γυναικών. Το συγκριτικό πλεονέκτημα του Will Downing (ένα smooth αλλά πολύ ζωντανό και έντονο crooning) παίρνει υπέροχες διαστάσεις στο «Lust, Love And Lies«, γίνεται ένας παλλόμενος οργανισμός με πλήθος πιθανοτήτων, ακούγεται σαν σύγχρονη ποιότητα μιας επικαιρότητας που δεν έχει αλλωθεί από την μελιστάλαχτη γκρίνια των Usher και των Chris Brown αυτού του κόσμου.

7,5/10 (croons)

Jamey Johnson
Guitar Song
(Mercury)

Στα τριάντα πέντε του χρόνια ο Jamey Johnson από την Alabama έχει ηχογραφήσει μόλις τέσσερα albums και ήδη… ακούγεται ως βετεράνος και μάλιστα πολύ πιο ψημένος από κάποιους αυτής της δεκάδας. Το «Guitar Song«, ένα χορταστικό διπλό album χωρισμένο σε «Μαύρο Μέρος» (με τις απαισιόδοξες, δύσκολες ιδέες) και σε «Λευκό Μέρος» (με τις αισιόδοξες, χαρούμενες) ακούγεται σαν ένα γνήσιο country rock album κατευθείαν από την μοσχομυριστή αμερικανική επαρχία, φτιαγμένο από έναν outlaw που με κάποιο τρόπο τον δέχτηκαν πίσω στο «μαντρί» του Nashville επειδή ίσως η βιομηχανία διαισθάνεται ότι μόνο με τους «παρίες» μπορεί να ανανεωθεί… Η συνθετική υπεροχή του Johnson πατάει στην μοναδικότητα του Johnny Cash και την περίσκεψη του Kriss Kristofferson, παράγει country rock της ρόδας και του ξύλινου φράχτη με έναν πόνο παραπάνω: ο Johnson φαίνεται να πήγε στην πόλη και να επέστρεψε αποφασισμένος να την εγκαταλείψει για πάντα. Γι’ αυτό ακούγεται ολοκληρωμένος σαν δημιουργός, με μια γκάμα εμπειριών να σιγοβράζει στα θέματά του, βαθύς και σε στιγμές βαρύς…, αφηγηματικός, παραδοσιακός αλλά και με πλήρη επίγνωση ότι η country χωρίς το rollin’ του rock φαίνεται ως λειψή και δύσοσμη βλάχα… Το «Guitar Song» είναι το album που κάνει την americana να ακούγεται σαν αστικό καπρίτσιο και επαναφέρει στην country την αγνότητα των πλατιών οριζόντων της αλλά και την μοναχική, εσωτερική φωνή του cowboy που νιώθει καλύτερα όταν στοχάζεται παρά όταν φλερτάρει…

8/10 (γδαρμένα δέρματα)

Advertisements

3 Σχόλια to “Bετεράνοι στην παγανιά – Μέρος δεύτερο”

  1. g said

    Χαίρομαι γιατί εδώ και μια βδομάδα σκέφτομαι τι θέση θα πάρει ο Ίνο στο τοπ20. I’m not alone 🙂

    Δεν ξέρω αν θα είναι πάνω ή κάτω από Laurie Anderson…

  2. gone4sure said

    Ειλικρινά θα ήθελα, όλα τα διλήμματά μου να έχουν αυτό το μοτίβο, αν και μου φαίνεται ότι έχω αποφασίσει εύθραυστα για το συγκεκριμένο (δηλαδή λίγο να με «κουνήσεις» τούμπαρα…)

  3. g said

    Λέω από κάτω. Για την ώρα δηλαδή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: