All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Οι αμερικανιές: δέκα από τα πολλά

Posted by gone4sure στο 15 Οκτωβρίου 2010

Δέκα «δείγματα» του τι συμβαίνει δισκογραφικά αυτή την εποχή στις Η.Π.Α.

Gin Blossoms
No Chocolate Cake
(429 Records)

Στο πέμπτο album τους, οι Gin Blossoms από την Arizona, παίζουν εκείνο το απόλυτα κορπορατικό, απόλυτα βιομηχανοποιημένο pop rock υβρίδιο κάπου μεταξύ Smithereens και Deep Blue Something, κολλεγειακού sitcom και ενός νέου mainstream ήχου που αντλεί την ισχύ του από αυτό που οι Αμερικανοί ονομάζουν «εναλλακτικό». To «No Chocolate Cake» δεν διαθέτει απολύτως τίποτα εναλλακτικό (και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό), αντιθέτως έχει μέσα του τη «βαθιά αμερικανιά» αλλά σε πιο «νεανικό» και «αφελές» παρότι υπάρχουν πάνω από είκοσι χρόνια ως όνομα. Βαρετός δίσκος, χωρίς τίποτα πραγματικά κακό να του προσάψεις, γεμάτος φωνές -κυρίως του Robin Wilson– που προσποιούνται τις συναισθηματικά φλογισμένες και μελωδίες -κυρίως του Doug Hopkins– που διεκδικούν πρωτεία αφέλειας και «σιγουράτζας». Δεν υπάρχει τίποτα «επικίνδυνο» σε αυτό το album, δεν διακυβεύεται απολύτως τίποτα σε επίπεδο «δράματος» και ακούγεται ως το album που μια μοντέρνα μαμά, θα χαιρόταν να ακούει το παιδί της.

4/10 (ψόφια κέφια)

Weezer
Hurley
(Epitaph)

Οι Weezer φτάνουν στον ένατο δίσκο τους μετά βαϊων, κλάδων, τρελού χαβαλέ και επίμονης προσήλωσής τους στο fun – χωρίς – όρια. Το «Hurley» με εξώφυλλο που κοσμείται από το Jorge Garcia που υποδήθηκε τον φοβερό Hurley στο «Lost» περιέχει τραγούδια σαν την ίδια την κυριακάτικη, ηλιόλουστη, ντε και καλά χαμογελαστή χαρά της ζωής. Πουθενά δεν λοξοδρομούν από τον μονόδρομο της κιθαριστικής power pop τους, φροντίζουν πάντα οι κιθάρες τους να κάνουν κοφτά και στακάτα  «γκα-γκα-γκα» ακόμα κι εκεί που δεν χρειάζεται και καταλήγουν περιχαρείς στο συμπέρασμα ότι η ζωή είναι αυτό ακριβώς: ένα πανηγύρι με φίλους σε μία ημιάγρια νύχτα έξω, χωρίς δεύτερες σκέψεις, αλλά με ενσωματωμένο ένα ευέλικτο «πνεύμα» – κληρονομιά από το κολλέγιο και τις αναμνήσεις που δημιούργησε. Όλα αυτά με τισιμπημένα ντεσιμπέλ με σαφείς εξημερωμένες punk εμπειρίες και με θεματολογία μεταξύ Offspring και πρώιμων Green Day («Πού Είναι Το Sex Μου;», «Όλοι Οι Φίλοι Μου Είναι Έντομα», «Έξυπνα Κορίτσια», «Ζήτω Η Ζωή» και τέτοια…). Απλοϊκοί αλλά ειλικρινείς, οι Weezer φτιάχνουν επαγγελματικό buddy rock για παιδιά όλων των εποχών.

6/10 (μπιρόνια)

Walkmen
Lisbon
(Fat Possum)

Το «φρόνιμο», εξημερωμένο νεοϋορκέζικο alt.rock  των Walkmen μετά από πέντε albums και οκτώ παιδεμένα χρόνια έχει μεταμορφωθεί σε ένα παχύρευστο κράμα από φιλολό αναζητήσεις και κάπως έμμεση θεματολογία που κάνει τη φωνή του Hamilton Leithauser να «φλέγεται» όπως πάντα, αλλά αυτή τη φορά ελαφρώς πιο στιλιστικά από όσο θα έπρεπε. Το πώς θα έπρεπε δε, το έχουν οι ίδιοι ορίσει με προηγούμενα έργα τους… Tα έγχορδα ακούγονται στο album τους, λίγο επιδεικτικά πλέον μέσα στην vintage ατμόσφαιρά τους, οι συνθέσεις τους είναι πιο μεθοδικές και οργανωμένες τεχνικά (αλλά αυτό δεν μετατρέπεται σε πλεονέκτημα στο «Lisbon«), οι έντεχνοι σπόροι που έχουν σπαρθεί στη γενιά τους τελευταία, μετατρέπουν την όλη ατμόσφαιρα του album σε ένα ρομαντικό πλην όμως, «κολλημένο» κάπως ύφος που γειώνει ακόμα και τις πολύ όμορφες στιγμές τους («Blue As Your Blood«, «Woe Is Me«) και κάνει τις πιο μέτριές τους, πραγματικά πληκτικές («Victory«).  Το «Lisbon» ακούγεται πιο καθαρό τεχνικά αλλά και πιο αποσυναρμολογημένο συναισθηματικά.

6/10 (φιλολό βραδιές)

Deerhunter
Halcyon Digest
(4AD)

Ο Bradford Cox στο τέταρτο album των Deerhuner φαντάζει στ’ αυτιά μου, ως ένας ικανός πλην αυτοκαταστροφικός τραγουδοποιός που ξεκινάει το ξήλωμα της ζωής του από το ίδιο του το έργο: σκοτώνει στα ίσα τα τραγούδια του που ομολογουμένως βασίζονται σε γερές ιδέες, παρουσιάζει μια παροιμιώδη άρνηση να ολοκληρώσει τις μελωδίες του σαν να είναι αυτός βασικά ο σκοπός του, ακούγεται όπως θα ακουγόταν ο Black Francis αν δεν είχε συναντήσει ποτέ την Kim Deal, σαν ένας ελλειπτικός -λοξός μάλλον- υπερνευρωτικός άνθρωπος με ένα ταλέντο να σκαρώνει diy ήχους αλλά με καμία ενσυναίσθηση, για τους παραλήπτες της δουλειάς του. Δηλαδή, ο Cox ακούγεται σαν να μην θέλει να απευθυνθεί. Υπό αυτό το πρίσμα, το «Halcyon Digest» ακούγεται ως ένα δίχρωμο, ατμοσφαιρικό δωμάτιο που έχει εξαιρετική δυνατότητα να γίνει φιλόξενο και ευπρόσωπο living room αλλά ο νέος νοικάρης του επιμένει να το κρατάει ως αποθήκη επειδή δεν θέλει να αποχωριστεί τις κούτες με τις αναμνήσεις του… Δυσκοίλιο και αντιεπικοινωνιακό album, ωστόσο όμως αφήνει κάποιες σχισμές ότι μπορεί κάποια στιγμή ο δημιουργός του να εξοικειωθεί με τις παρουσίες άλλων ανθρώπων γύρω του. Καθόλου δεν μπορώ να συμμεριστώ το «κύμα» υπέρ των Deerhunter.

4,5/10 (Μαφάλντες)

Stars
The Five Ghosts
(Vagrant)

Πέμπτος δίσκος για τους εξαιρετικούς Stars από το Toronto του Καναδά, ένα group που σε όλη τη διάρκεια των 00’s επέμεινε ευτυχώς σε μια ισορροπημένη, ψύχραιμη, πολύ καλά εκπαιδευμένη indie pop, περίτεχνη και «μορφωμένη» η οποία μοιάζει να κορυφώνεται με το «Five Ghosts«, ένα album που χρειάζεται κυριολεκτικά «μελέτη». Δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα με την pop των Stars: αποτελεί την πιο ιδανική συνέχεια των Beautiful South, διαθέτει εκείνη την μαγεία της βαρύτιμης εναλλακτικής chamber αισθητικής που επιτρέπει στον ήχο να καταταχθεί ως μια κλασική, all-weather μουσική πρόταση, διαθέτει ταυτόχρονα αθωότητα και επαγγελματισμό, είναι άμεση και καθαρή αλλά ακούς «από κάτω» τα «θέματα» (όπως issues) να σιγοβράζουν και προτείνει τα καλύτερα αντιστικτικά φωνητικά αγοριού – κοριτσιού (η Amy Millan και ο Torquil Campbell) από την εποχή της Briana Corrigan και του Dave Rotheray. Mε θαυμάσια τραγούδια που φέρουν εύγλωττους τίτλους όπως «Πέθανα Για Να Μπορώ Να Σε Στοιχειώσω», «Ονειρεύεται Ότι Είναι Ξύπνιος», «Δεν Θέλουμε Το Σώμα Σου», «Ψόφιες Καρδιές» κ.λπ. το «Five Ghosts» είναι ένα album που πυροδοτεί θύελλες συζητήσεων.

7,5 (έξυπνα φαντάσματα)

Ray Davies & Various
See My Friends
(Universal)

Η ειρωνία εδώ είναι ότι το απόλυτα εστέτ βρετανικό σύμβολο, ο Ray Davies των Kinks που έχει να εμφανιστεί στη δισκογραφία από το 2007, παίρνει εμβληματικά τραγούδια του καταλόγου του και τα ερμηνεύει παρέα με διάφορα μεγαθήρια μικρά και μεγάλα της αμερικανικής παράδοσης στο μεταίχμιο μεταξύ mainstream και alternative. Έτσι η «Lola» τραγουδιέται από την Paloma Faith (σαν να βγάζει τα πωθημένα της το λέει αλλά εγώ συνεχίζω να μην πολυκαταλαβαίνω γιατί θεωρείται ιδιαίτερο αυτό το κορίτσι), οι Metallica λένε το «You Really Got Me» (εδώ φαίνεται η αξία του αρχετυπικού metal riff), ο Bruce Springsteen το «Better Things» (πώς το heartland rock παντρεύεται με το σαρκαστικό αγγλικό πνεύμα, δεν είμαι σίγουρος ότι το πιάνω), ο Jackson Browne το «Waterloo Sunset» (με δέος, ωριμότητα και ένα τρίκλισμα που μ’ αρέσει), οι Mumford & Suns το «Days» μαζί με το «This Time Tomorrow» σε medley (ωραίο accapella, rootsy και ροδομάγουλο), η Amy McDonald το «Dead End Street» (χωρίς να αλλάξει ιδιαίτερα τον βαριετέ ρυθμό του), οι Spoon το «See My Friends» (επαρχιώτικη jangly κιθαριστική pop με μια σχετική φρεσκάδα), ο Black Francis το «This Is Where I Belong» (κλασικότατος στον τρόπο του και πιο Neil Young απότι Pixies), o Gary Lightbody των Snow Patrol το «Tired Of Waiting» (χωρίς να του αφαιρέσει από το shake αίσθημα που πρωταρχικά είχε συν μια επιπλέον vintage ιρλανδική αθωότητα), ο Billy Corgan το «All Day And All The Night» και το «Destroyer» σε ένα ενδιαφέρον medley (σαν τσαντισμένος mod με μεταλλικές κιθάρες), η Lucinda Williams και οι 88 το «Long Way From Home» (παραπονιάρα και ορκισμένα «άλουστη») και τέλος οι 88 μόνοι τους -χωρίς Lucinda- το «David Watts» (υπερχαρούμενο και ασυγκράτητο, όπως πρέπει). Εδώ καταλαβαίνεις όχι μόνο την υπεροχή των συνθέσεων του Davies αλλά κυρίως την μειονεκτικότητα των επιγόνων του…

6/10 (ηλιοβασιλέματα στο Βατερλό)

Elton John & Leon Russell
The Union
(Mercury)

Φαίνεται ότι ο Elton John στο τριακοστό στούντιο album του νιώθει ότι έχει ανάγκη από ενισχυτικές συνεργασίες για να επιβεβαιώσει ότι καταρχήν «έχει τελειώσει με την pop» και κατά δεύτερον ότι το μόνο που μένει στην επεισοδιακή, ταραχώδη και άνιση καριέρα του είναι η απόκτηση ενός credit που αναζητά τη ρίζα του στο χρόνο (στο παρελθόν, την παράδοση και τις πηγές της τραγουδοποιίας του). Εδώ και κάποια χρόνια πειραματίζεται με την country, το αμερικανικό rock της ενδοχώρας και τα mix’n’match των μνημών του. Στο «Union» συνεργάζεται με τον ημι-απόμαχο βετεράνο τραγουδοποιό Leon Russell (σεβασμός στην ταλαιπωρία της γενειάδας) και άλλους καλεσμένους από το κορυφαίο πλανητικό επιτελείο των μεσόκοπων, όπως ο Bono, ο Don Was, ο Brian Wilson και ο Booker T, όλοι κάτω από μια εργώδη νεο-παραδοσιακή παραγωγή του T-Bone Burnette. Αν εξαιρέσεις τα slow motion συναισθήματα, το γεγονός ότι τραγουδούν πασχίζοντας (δεν μπορούν πάντα να βγουν ασπροπρόσωποι στον αγώνα με το rollin’) και το ότι συνθετικά δεν έχουν απολύτως τίποτα να προσθέσουν σε μια παράδοση που τους αγκαλιάζει μεν, αλλά δεν τους παρέχει κανένα λάκτισμα πλέον, το «Union» ακούγεται σαν ένα σεβαστό album αλλά με οστεοπόρωση. Περισσότερο ένιωσα να με στεναχωρούν τα «κιμπάρικα» τραγούδια των δύο τους παρά να με κάνουν να νιώθω οικεία. Περίεργος δίσκος.

6,5/10 (μπλε χαπάκια για να θυμίζουν τα κίτρινα πριν τα κόκκινα…)

Pretty Reckless
Light Me Up
(Interscope)

Αν οι Hole είχαν τραγουδίστρια την Suzi Quattro, με παραγωγή από τον Steve Albini σε φάση «ώρα-να-κονομήσουμε», κάτι σαν το «Light Me Up» θα είχαν παράγει. Βέβαια, όσο ο δίσκος κυλάει και το glam hard rock των νεοϋορκέζων Pretty Reckless απλώνεται αυτάρεσκα και ελαφρώς δραματικά στο χώρο, είναι εύκολο και εύστοχο να κάνετε και άλλους συνειρμικούς συνδυασμούς: η Lita Ford τραγουδίστρια των Daisy Chainsaw, η Amy Lee στις Runaways, ή η Doro σε κλωνοποιημένο κουαρτέτο από πανομοιότυπες Avril Lavigne. Ενώ η φωνή της -ok, κούκλας- μοντέλου και ηθοποιού και τραγουδίστριας Taylor Momsen έχει ένα ακαθόριστα υποσχόμενο knack, έχεις την εντύπωση ότι όλη αυτή η ντε και καλά σύμβαση να ακουστούν σύγχρονοι, crunchy και επικοί ως μπάντα, τα κάνει όλα μαντάρα. Στο «Light Me Up» η βιομηχανία μυρίζει υπερωρίες, τα μεταλλικά riffs μοιάζουν με αναπαλαιώσεις των early 70’s σε haircut περίβλημα για την γενιά που γνωρίζει το grunge ως αστικό μύθο και τα καπρίτσια στη φωνή της Momsen αρχίζουν να στη δίνουν οριακά στα νεύρα.

4/10 (spandex)

Plain White T’s
The Wonders Of The Younger
(Hollywood)

Το ότι μου αρέσει ο τρόπος που τραγουδάει ο Tom Higgenson μόνο ως «ένοχη απόλαυση» μπορώ να το θεωρήσω, καθώς πουθενά στον έκτο δίσκο των Plain White T’s, μέσα στα δέκα χρόνια ύπαρξής τους ως group, δεν υπάρχει ένα σημείο, ένα πέρασμα, μια έστω φευγαλέα ένδειξη ότι το κολεγειακών «κουσουριών» ψιλο-alt.rock – pop μείγμα τους, «σοβαρολογεί». Ενώ εντεχνίζουν με άνεση, ενώ έχουν μια αξιοθαύμαστη άνεση να αλλάζουν μέσα στο ίδιο τραγούδι διαθέσεις και ατμόσφαιρες (κρεσέντα και υφέσεις και καταπτώσεις και ζενίθ και κορώνες, όλα μαλλιά – κουβάρια), ενώ δεν γράφουν άσχημα τραγουδάκια, ενώ ο Tom -είπαμε- τραγουδάει σαν «κυριακάτικο πρωινό» και μπράβο του, οι Plain White T’s ακούγονται μονίμως σαν να σπουδάζουν τους τρόπους γραφής των προτύπων τους. Μοιάζουν σαν να λένε αλλεπάλληλα «κοίτα τώρα, τι ωραία κάνουμε τους Wings» ή «άκου τι γαμάτο Ben Folds Five φτιάξαμε» ή «ρε συ -τέλεια!- αυτό είναι φτυστό Electric Light Orchestra«, ή «guys, τό’χω: ακούστε το απόλυτο mid-70’s Elton John» ή ίσως «έλα μωρέ, τι καλύτερο έχουν οι Keane από αυτό;» Πράγματι έχουν δίκιο στους ισχυρισμούς τους, αν ακούσετε με καλή διάθεση το «Wonders Of The Younger«. Ωστόσο πουθενά δεν θα σας έρθει να πείτε «ρε συ άκου τι γαμάτοι οι Plain White T’s!».

5,5/10 (συστημικές αναπαραστάσεις)

Maine
Black & White
(Warner Bros)

Αυτό που απολαμβάνω πραγματικά στο τρίτο album των πενταμελών Maine από την Arizona, είναι ότι ξέρουν να γράφουν τραγούδια -λυγερά, «πανέτοιμα» για όλα και φασαριόζικα- όπως αρμόζει σε ένα γνήσιο good-time buddy group που μπαλαντζάρει ανάμεσα στο corporate και το alt.rock. Και εδώ σταματούν μάλλον αυτά που απολαμβάνω στους Maine: διότι καλή και δεξιοτεχνική η εν λόγω μπαλάντζα τους αλλά συχνά πυκνά το «Black & White» σε προκαλεί να τους φωνάξεις «αποφασίστε αν θέλετε να είστε Aerosmith ή Black Crowes» ή ακόμα χειρότερα, «Fall Out Boy ή The Fray«! Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα λοιπόν και ας κάνει ότι μπορεί ο Howard Benson στην παραγωγή να τους τονίσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και ας τραγουδάει σπαθάτα και αρκούντως βραχνιασμένα ο John O’ Callaghan σαν μια τομή του Steve Tyler (των Aerosmith) και του Bon Jovi. Το «Black & White» είναι συντηρητικό (αν και δυνατό), κλισαρισμένο (αν και τραγανό), αμερικανικότατο (αν και σαλεύει) και πνιγμένο στα πέντε ακόρντα της ορκισμένης μπιροκατάνυξης. Δε γίνεται όμως δουλειά έτσι.

5,5/10 (χέρια ψηλά)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: