All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Οι βετεράνοι: τα εξήντα είναι τα νέα είκοσι (επί τρία)

Posted by gone4sure στο 12 Οκτωβρίου 2010

Συντάσσομαι πλήρως με την πεποίθηση του Alex Kapranos: «Οι μόνες ιδέες που έχουν ενδιαφέρον είναι αυτές που δεν είναι στη μόδα«. Με αυτή την έννοια, συνεπής hipster είναι ο ντεμοντέ hipster, αυτός που υιοθετεί σήμερα αυτό που θα οικειοποιηθεί αγελαία το πλήθος των hipsters αύριο. Ενδεχομένως οι παρακάτω βετεράνοι, απόμαχοι, μεσόκοποι, πρωτοπόροι, «ξωφλημένοι» (τοποθετήστε εσείς στον καθένα αυτό που σας ταιριάζει) να δίνουν την αίσθηση ξεφτισμένου δεινόσαυρου που δεν έχει καν τη δύναμη να βρυχηθεί, ωστόσο επιμένουν στην επικαιρότητα.

Είναι όμως πράγματι έτσι;

Όλες οι παρακάτω κυκλοφορίες είναι φρέσκες -τριμήνου- και παρατίθενται κατ’ αλφαβητική σειρά των καλλιτεχνών. Προς μεγάλη έκπληξή μου καμία από αυτές δεν κατεβαίνει από τη βάση του μέτριου…

Bachman & Turner
Bachman & Turner
(Rock Band Entertainment)

O Randy Bachman και ο Fred Turner από το Winnipeg της Manitoba, αμφότεροι στα 67 χρόνια τους αποφάσισαν να βγουν να παίξουν αυτό το καναδικό, αγέρωχο, συντηρητικότατο hard boogie rock μετά από είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια που έχουν να μπουν στο στούντιο μαζί. Έχοντας λύσει στα δικαστήρια, εν μέρει, τις διαφορές τους με τον τρίτο της παρέας που φαινόταν ότι έχει δεσμεύσει το αυθεντικό όνομά τους Bachman Turner Overdrive και BTO, ο Bachman και ο Turner μπορούν πλέον να αφεθούν στο εντελώς παρωχημένο σκληρό booze rock τους και τα καταφέρνουν μια χαρά: οι συνθέσεις τους είναι γερές, η στερεοτυπική θεματολογία τους είναι ανέγγιχτη από το 1974 (με τίτλους όπως «Ο Καβαλάρης Του Φεγγαρόφωτος», «Το Rock ‘n’ Roll Είναι Η Μόνη Διέξοδος», «Παράλληλο Ρολάρισμα», «Είδα Το Φως Μου» κ.λπ.), τα riffs τους είναι πραγματικά πιασάρικα, η αίσθηση του machismo είναι κυρίαρχη… Δεν τα λένε άσχημα οι γερόλυκοι (sic) και μερικά τραγούδια τους είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά («That’s What It Is», «Waiting Game«). Αν καταφέρει να ξεπεράσει κανείς το πλήρες αναχρονιστικό κλίμα, ίσως και να βρει ένα λόγο…

6/10 (βραχνές αντρικές κορώνες)

Brian Wilson
Reimagines George Gershwin
(Disney Pearl Series)

Ο ένατος προσωπικός δίσκος του απόλυτου ενορχηστρωτή της αμερικανικής rock μουσικής, είναι απόλαυση: ο Wilson έπεισε την Disney, αντί να ηχογραφήσει ένα album με διασκευές των τραγουδιών από τις ταινίες της, να φτιάξει ένα δίσκο στον οποίο θα ακούγεται η δική του άποψη για το πώς πρέπει να «ηχούν» οι Gershwin σήμερα. Στα 68 χρόνια του ο ευφυής καλιφορνέζος Wilson περιδιαβαίνει στον μελωδικό «κήπο» του George και του Ira Gershwin με έναν απόλυτα απολαυστικό τρόπο, πλήρως ξεμυαλιστικό. Αν υπάρχει ένας συνειρμός της παραδείσιας αίσθησης στη φαντασία, αυτός έχει να κάνει σίγουρα με το πώς ακριβώς ενορχηστρώνει ο Wilson, τα classics όπως τα «I Loves You Porgy«, «Summertime«, «Ain’t Necessarily So» αλλά και το πώς ολοκληρώνει και δύο μελωδικά σκαριφήματα των Gershwin από το συρτάρι, που είχαν μείνει μισά (μαζί με τον συνεργάτη του Scott Bennett, τα «The Like In Love You» και «Nothing But Love«). Το ακροατήριο αυτού του album είναι πρωταρχικά ενήλικο αλλά δεν θα έπρεπε:  πιτσιρικαρία είναι αυτή που έχει περισσότερο ανάγκη να ‘»μορφωθεί» για τα «πώς», η ίδια πιτσιρικαρία που μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν το θαύμα των Beach Boys στα 60’s λάτρεψαν μετά τον Randy Newman, τους Electric Light Orchestra, τον Trevor Horn, τον Peter Gabriel, τον Paul Simon, τους Eels, τον Ben Folds – όλη την ατέλειωτη σειρά ονομάτων που επηρρεάστηκαν από την επινοητική τέχνη του Brian Wilson…

8/10 (ηχητικοί τοίχοι)

Crowded House
Intriguer
(Mercury)

Στα 52 χρόνια του, ο νεοζηλανδός Neil Finn καταφέρνει να κυκλοφορήσει τον έκτο δίσκο των Crowded House μέσα σε είκοσι πέντε χρόνια, με πλήρη απαρτία των αρχικών μελών του group. Το «Intriguer» (έρχεται τρία χρόνια μετά το «Time On Earth«) λειτουργεί ούτε λίγο ούτε πολύ ως ένας πρότυπος μπούσουλας για το πώς θα έπρεπε να ακούγεται το mainstream: κλασικές μελωδικές προσεγγίσεις, συναισθηματική ευρύτητα στη θεματολογία, στρογγυλά σχήματα στις ιδέες, ενορχηστρώσεις που εξυπηρετούν ένα συνολικό, συνεκτικό όραμα και μια συγκινητική ειλικρίνεια στην εκτέλεση. Δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόταν κανείς, ότι το «Intriguer» είναι το καλύτερο album των Crowded House μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους. H τραγουδοποιητική ικανότητα του Neil Finn είναι σφοδρή: σχεδόν μένεις άφωνος με το πώς χτίζει ολόκληρα ηχοπλαστικά οικοδομήματα στα αυτιά σου, παραμένοντας ταυτόχρονα άμεσος και προσιτός. Το κουαρτέτο βρίσκεται σε θαυμαστή ακμαιότητα – μαζί με τον Neil Finn στην κιθάρα και το πιάνο, βρίσκονται ο Nick Seymour στο μπάσο, ο Mark Hart στην κιθάρα και τα πλήκτρα και ο Matt Sherrod στα drums. Οι Crowdies έφτιαξαν έναν υπέροχο δίσκο που θες να τον πάρεις αγκαλιά. Ακούγεται στα αυτιά μου πιο νεανικός και χυμώδης από οποιαδήποτε «φατσούλα» στο εξώφυλλο του NME.

8/10 (χειροκροτήματα)

Doobie Brothers
World Gone Crazy
(HOR Records)

Στα 62 χρόνια του, ο Tom Johnston (η ψυχή και οι κιθάρες των Doobies) μαζί με Pat Simmons (κι άλλες κιθάρες), John McFee (ακόμα περισσότερες κιθάρες και έγχορδα πάσης φύσης) και Michael Hossack (τύμπανα) κυκλοφορεί το δέκατο τρίτο album της καριέρας τους, μετά από τα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν από το προηγούμενό τους «Sibling Rivalry» το 2000. Οι καλιφορνέζοι Doobies αφήνουν πίσω τους την λευκή γαλανομάτα soul που τους χάρισε και τις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες τους και καταπιάνονται με το boogie rock από όπου ξεκίνησαν το 1971. Μάλιστα ως πρώτο single του νέου αυτού έργου τους επιλέγουν την ανακατασκευή του πρώτου ever single τους, «Nobody» του 1971 – μια πολυσήμαντη δήλωση περί ατέρμονων κύκλων του rock… Το «World Gone Crazy» σφύζει από ζωή. Ρολάρει μέσα σε ένα ανθρώπινα φτιαγμένο, έστω πρωτοεπίπεδο  boogie (στο ομώνυμο, στο «Chateau«, στο «Young Man’s Game«), χαίρεται την κίνησή του, στριφογυρίζει με διαύγεια και πλήρη συνειδητότητα στα μέρη όπου η νεανική αδρεναλίνη του γεννούσε ερωτική δημιουργικότητα και ακούραστα «απαντάει» στα γιατί αυτής της κυκλοφορίας. Οι μελωδίες τους είναι απολαυστικές («Far From Home», «A Brighter Day«), το latin rock τους επίσης («Old Juarez«) και οι καλεσμένοι τους καίριοι (ο Michael McDonald από τα παλιά στο soulful «Don’t Say Goodbye» και ο Willie Nelson στο country «I Know We Won«). Δεν γίνεται να μη θαυμάσεις…

6,5/10 (μουστάκια)

Dr. John & The Lower 9-11
Tribal
(Proper)

Πάντα η μουσική του Dr. John, 70 ετών αισίως φέτος, ακούγεται στα αυτιά μου σαν μια χύτρα που κοχλάζει. Αν σηκώσεις το καπάκι, έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα απίστευτα πλούσιο σε χρώματα και σχηματισμούς χαρμάνι που «χορογραφείται» μέσα στο τσουκάλι και φωτίζεται από τα ίδια τα πάθη του, παίζει με τον θεατή του, «πιτσιλάει» μικρο-εκρήξεις βρασμού και «δένει» σαράντα πέντε χρόνια τώρα τον κύριο Gris-Gris, άρρηκτα με τον πολιτισμό της Νέας Ορλεάνης. Το «Tribal» (δύο χρόνια μετά το «City That Time Forgot«) είναι ένα από αυτά τα εξαιρετικά χαρμάνια στα οποία το zydeco, η νότια jazz και το λεπταίσθητο, γκρουβαριστό funk γίνονται μια απίστευτα εύγευστη sauce που θες να κολυμπήσεις μέσα της – όχι να τη φας απλά. Ώριμο, ιδιαίτερο και πάντα με ένα tongue-in-cheek έτοιμο να αναποδογυρίσει το τραπέζι (και να μυρίσει το σπίτι από την «αρχαία» sauce), το «Tribal» είναι ένα album που ξέρω ότι θα κάνει κάποιους γνωστούς μου να μεθύσουν πριν ακόμα πατήσουν το «play». Υπάρχουν τραγούδια εδώ που τα ακούς καλύτερα όταν έχεις «περάσει» θετικά το test της τελετής («When I’m Right, I’m Wrong», «Sleepin’ In My Bed«…). Τα σέβη μου.

8/10 (ματζούνια της νύχτας)

Eric Clapton
Clapton
(Reprise)

Μετά από τους Yardbirds, τους Cream, μια καριέρα δεκαενιά ως σήμερα albums, τη φήμη του σπουδαιότερου εν ζωή ηλεκτρικού κιθαρίστα, συν ένα χρίσμα ιπποτισμού από την Βρετανίδα βασίλισσα, ο 65χρονος Eric Clapton δεν θα κάτσει να αποδείξει πλέον σε κανέναν τίποτα, γεμίζοντας ένα album με standards από τα αρχεία του blues και του σπουδαίου αμερικανικού «πενταγράμμου». Πράγματι το roots rock του Clapton δεν επιδέχεται κριτική αντιμετώπιση, τουλάχιστον όχι με ίσους όρους με τους υπόλοιπους rockers που καταναλώνουν την ενέργειά τους για να εξασφαλίσουν υστερόφημο credit. Πόσο μάλλον, όταν στην παραγωγή του album βρίσκονται οι σπεσιαλίστες της παραδοσιακής αναπαλαίωσης του αμερικανικού rock, Doyle Bramhall II και Justin Stanley, που αναδεικνύουν τον slowhand σε όλο το μεγαλείο του, ακόμα και στα δύο καινούρια τραγούδια του album («Diamonds Made From Rain», «Run Back To Your Side«). Ο Clapton ανανεώνει τον τίτλο του βασιλιά του cool, τιμάει ήρωες και μέντορες («River Runs Deep» του J.J. Cale, «Rockin’ Chair» του Hoagy Carmicheal, «Judgement Day» του Snooky Pryor κ.λπ.) και δικαιωματικά καταπιάνεται με μερικά σπουδαία πολιτισμικά μνημεία όπως το «Autumn Leaves» και το «How Deep Is The Ocean«. Είναι εύλογη η αμηχανία των μοντερνιστών απέναντί του, αλλά δεν είναι πάντα αυτοί το ζητούμενο.

6/10 (τάστα)

Grinderman
2
(Mute)

Σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Quietus, o Warren Ellis που χειρίζεται τα έγχορδα στους Grinderman δήλωσε ότι ο δεύτερος δίσκος του κουαρτέτου είναι σαν «το stoner rock να συναντάει τον Sly Stone και τους Amon Duul«. Μια κόλαση δηλαδή, που κοχλάζει με τα δαιμόνια της να τραβούν το μείγμα στα άκρα, πότε προς το θόρυβο του kraut, πότε σε μια γκαραζιέρικη ψυχεδέλεια και πότε στον ανασκολοπισμό των ηλεκτρικών blues. Μόνο που είναι οργανωμένη πια, η εκατόμβη σχετικά με το πρώτο τους album, το 2007 και πιο μεθοδικά τοποθετημένα τα εκρηκτικά. Ο Cave βρίσκει στους Grinderman μια ευκαιρία να αποδράσει από την καταραμένη εσωτερικότητα της solo δουλειάς του, απελευθερώνεται ερεθισμένος από το fuzz και αφηγείται σαν τρελός αιρετικός μπροστά στο παλάτι όλες τις δυσοίωνες παραβολές για το βασιλιά. Η εκφραστική γκάμα του Cave παραμένει κολοσιαία: στο album αυτό των Grinderman, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη δουλειά του, φαίνεται πόσο σημαντικότεροι είναι οι φθόγγοι, τα βογγητά, οι βραχνάδες και οι άναρθρες οιμωγές απότι οι στίχοι του. Πάντως το ότι πεθύμησα να ακούσω το «Release The Bats» των Birthday Party αμέσως μετά, δεν είναι και πολύ κολακευτικό για τη σχέση μου με αυτό το album.

5,5/10 (συρτές κιμωλίες στον μαυροπίνακα)

Hawkwind
The Blood Of The Earth
(Eastworld)

Κλείνοντας σαράντα χρόνια, φέτος στην ενεργή δισκογραφία, οι Hawkwind βάδίζουν στο μοναχικό γαλαξιακό δρόμο τους με επίμονο πλοηγό τον 69χρονο Dave Brock. Το «Αίμα Της Γης» στάζει από «επικίνδυνα» κρεσέντο και ταξιδιωτικές περιπέτειες στο άγνωστο όπου το «κακό» και το «καλό» έρχονται τούμπα και παίρνουν άλλα νοήματα. Ως μπροστάρηδες του μεταλλόσχημου ambient space ήχου, οι Hawkwind σήμερα ακούγονται ως διεκπαιρεωτικό brand μιας οπτασίας που διέτρεξε με κάθιδρη συνέπεια όλη την ιστορία του rock, από το kraut rock μέχρι τα raves στην επαρχία. Πέρα από την cult μυθολογία που πιστά διαιωνίζει, το «Blood Of The Earth» έχει ελάχιστη ουσιαστική σημασία σήμερα παρά τον εντυπωσιακό «ωφέλιμο» όγκο του. Κάποια κομμάτια είναι ξαναδουλεμένα από παλιότερες ηχογραφήσεις τους («You’d Better Believe It», «Sweet Obsession», «Tide Of The Century«) και κάποια άλλα μοιάζουν με punk εκπυρσοκροτήσεις αλλά με πρωταγωνιστικά πλήκτρα («Green Machine«). Ένας αμύητος μπορεί να ακούσει την τομή των Tangerine Dream με τους Buzzcocks στο «Blood Of The Earth» και να χάσει το συνδετικό ουσιαστικό κρίκο της μεταλλαγμένης αστροδυναμικής ενέργειάς τους. Το πιθανότερο είναι να σου απαντήσει «Ε και;«

5/10 (διαστημόπλοια)

Ηeart
Red Velvet Car
(Eagle)

Στα 60 της χρόνια η Ann Wilson και στα 56 της η Nancy Wilson έμελλε να σημειώσουν το πιο πετυχημένο πλασάρισμα δίσκου τους από την πρώτη εβδομάδα στο chart του Billboard -κατευθείαν στο top 10- με το καινούριο album τους, δέκατο τρίτο στον αριθμό από το 1976 που ξεκίνησαν να ηχογραφούν. Είκοσι χρόνια είχαν να δουν top 10 στην Αμερική… Αυτό που παίζουν στο νέο τους album οι δύο αδερφές από το Seattle, είναι αυτό που γνωρίζουν να κάνουν όλα αυτά τα χρόνια: σκληρό rock με power μελωδίες και αφηγηματικές, «γυναικείες» ιστορίες που απηχούν για το τσαγανό και την «αλήθεια» τους, κοντύτερα στον ήχο που είχαν στα 70’s, παρά στο κορπορατικό των τελών των 80’s. H παραγωγή του Ben Mink αναδεικνύει το μελωδικό οίστρο τους (διάχυτος και προς έκπληξη όλων, αποτελεσματικός), τα τραγούδια τους αποκτούν διαστάσεις στο χώρο, αιτούν μια παλαιοροκάδικη, παραδοσιακή πιστότητα και δεν πλατιάζουν πουθενά. Οι όποιες αμφιβολίες μου για την συνθετική προσέγγιση των Heart είναι ακριβώς ίδιες με εκείνες που έχω και για τα πρώτα albums τους («Dreamboat Annie», «Little Queen», «Magazine«) στα τέλη των 70’s, για τον μάλλον συντηρητικό, «γενικευτικό» τρόπο που γράφουν. Αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με την ουσιαστική «ψυχή» του album τους που ακούγεται ακμαία σύμφωνα με τη δική τους αυτοεικόνα, αναλλοίωτη και αυθεντική.

6/10 (φυσικές μπούκλες)

James
The Morning After The Night Before
(Mercury)

Από το 2007 που ο Tim Booth επέστρεψε ως απολολώς στο μαντρί των James, μία νέα σχέση τους με την επικαιρότητα έχει ξεκινήσει που διαπερνά όλο το φάσμα του ακροατηρίου τους, αυτό που τους ακούει ως βετεράνους του Manchester αλλά και εκείνο -το νεότερο ηλικιακά- που τους έχει ταυτίσει με την έντεχνη, δραματική και «πρέπον-να-ακούς», καθεστωτική νοοτροπία του «σοβαρού». Άσχετα με το αν πράγματι (για το ελληνικό τουλάχιστον, κοινό), «οι James είναι σε εκτόπισμα οι νέοι Scorpions», η αλήθεια παραμένει στυγνή: υπάρχει μαζική ανάγκη για το επικολυρικό στιλ τους. Πριν και πάνω απ΄ όλους, πρώτα οι ίδιοι οι James κατέχουν αυτή την αλήθεια βαθιά και αναπαράγουν τη «φλογερή», ηρωική, «αγορίστικη» μουσική τους με το σθένος δεκοχτάρηδων. Στο προ διετίας «Hey Ma«, το έκαναν βαρετά. Αυτή τη φορά, με τα δύο mini albums («Τhe Night Before» και «The Morning After«) που στην ουσία κυκλοφόρησαν υποστηρηκτικά στην πρόσφατη περιοδεία τους, οι James το κάνουν με μίνιμουμ γνησιότητα. Τα τραγούδια τους λειτουργούν πράγματι σαν συναισθηματικοί φάροι στην αγέλη του κοινού τους, πραγματεύονται με σχετική αλήθεεια τις προβλεπόμενες ψυχολογικές διακυμάνσεις του (φοιτητικοί προβληματισμοί κ.λπ.) και το κυριότερο, απ’ όλα, ο Tim Booth τραγουδάει με αυτή τη διαβολεμένη, θαυμάσια άρθρωση, με μια προφορά που πάντα σε κολλάει στον τοίχο, είτε λέει ψυχοβγαλτικές μελωδίες είτε ελπιδοφόρα ξεσηκωτικά uptempos που γιορτάζουν τα κάθε είδους «μαζί». Nαι, είναι περίεργο αλλά το album αυτό είναι μια χαρά, σαν να παίρνει ζωή από τον ενεργειακό ορυμαγδό των συναυλιών τους.

6,5/10 (στάδια)

John Mellencamp
No Better Than This
(Rounder)

Στα 59 χρόνια του ο John Mellencamp δεδηλωμένα ενδιαφέρεται περισσότερο να ανακαλύψει το χαμένο κρίκο του με την παράδοση που τον γέννησε (στην Indiana) παρά να παίξει το ρόλο του rock star από τον οποίο έχει πλούσια εμπειρία. Έτσι μετά το «Life, Death, Love And Freedom» του 2008, καλεί στην παραγωγή τον T-Bone Burnett και περιειγείται σε τόπους με ειδικό ενεργειακό βάρος για να ηχογραφήσει τα τραγούδια του (Sun Studios, Δωμάτιο 414 του ξενοδοχείου Gunter όπου ηχογραφούσε και ο Robert Johnson το 1936, η πρώτη Αφρικανική Εκκλησία Βαπτιστών κ.λπ.), ξεδιπλώνοντας ένα αφηγηματικό στιλ που πασχίζει για παραδοσιακή δικαίωση. Παίρνοντας αμπάριζα από τον Bob Dylan και τους bluesmen του Chicago, o Mellencamp φτιάχνει ένα album με roots rock και blues υλικά, βραχνιασμένο και ζεστό σαν σαλέπι, με μεγάλη λαϊκή αξία και με τον ήχο της κιθάρας (του Marc Ribbot) και του βιολιού (της Miriam Sturm) να δίνουν τον χαρακτηριστικό τόνο στις ενορχσητρώσεις. Βαθύ και εντυπωσιακά προσηλωμένο, το «No Better Than This» κερδίζει στα σημεία επειδή ακριβώς δεν «μιμείται» τους πρόγoνούς του, αλλά καταφέρνει να συντονιστεί ζωντανά μαζί τους.

7/10 (δοξάρια)

Laurie Anderson
Homeland
(Nonesuch)

Στα 63 χρόνια της, η Laurie Anderson, πρωθιέρεια της avant garde ιντελιγκέντσιας της Νέας Υόρκης και μόλις δύο χρόνια παντρεμένη με τον Lou Reed, κυκλοφορεί τον έβδομο μόλις στούντιο δίσκο της από το 1982 που ξεκίνησε με κείνο το ανυπέρβλητο «Big Science«. Μετά από εννέα χρόνια αποχής από το στούντιο, η Anderson επιστρέφει με ένα καταπληκτικό… εξώφυλλο, σοκαριστικά συμβολικό μέσα στην παρακμιακή, καλλιτεχνική του δύναμη, συνδυασμένο με τον τίτλο «Πατρίδα» του album. Σκεφτείτε το λίγο και αν δεν καταλήξετε σε συμπεράσματα που σας κάνουν να νιώθετε ασφαλείς μαζί τους, μείνετε στην αίσθησή του… Το «Homeland» είναι ένα υποβλητικό έργο. Σε παραγωγή του Lou Reed και με την διαρκή συμβολή του jazz βιολονίστα Eyvind Kang που υπογραμμίζει -σαν να μιλάει- την εξαιρετική ερμηνεία της Anderson σε όλη τη διάρκεια του album, το «Homeland» περιλαμβάνει συμβολικούς σχολιασμούς της Anderson για το σήμερα, με μια τεχνική που πρώτα αξιοποιεί την παρατήρηση του «μέσα μας» και κατόπιν το ερμηνεύει -πάντα αλληγορικά- ως προς την επίδρασή του στο «εξωτερικό περιβάλλον», είτε κοινωνία λέγεται αυτό, είτε ομάδα, είτε οικογένεια. Μαζί στο ταξίδι της, ο Antony (επιτέλους αξιοποιεί το φωνητικό διαμέτρημά του, ιδανικά στα «Another Day In America» και «Strange Perfumes«), ο Kieran Hebden (keyboards στο techno «Only An Expert») και το group των Chirgilchin από τη Πρώην Σοβιετική Δημοκρατία της Τούβας που τραγουδούν συνταρακτικά στο «Transistory Life». Ακούστε την Laurie Anderson. Ακούστε την προσεκτικά τι λέει. Έχει σπουδαία σημασία.

8,5/10 (αόρατες ενεργειακές ριπές)

Los Lobos
Tin Can Trust
(Shout Factory)

Ο David Hidalgo, στα 56 χρόνια του σήμερα, έμπασε τους Los Lobos στο στούντιο ξανά μετά από το «Town And The City» του 2006 για να ξαναγράψουν φρέσκο υλικό. Πέρσι έκαναν ένα διάλλειμα για να κυκλοφορήσουν ένα album με διασκευές τους σε τραγούδια του Disney («Los Lobos Goes Disney«) και φέτος επέστρεψαν στα οικεία chicano κατατόπια τους για δέκα τραγούδια νότιου ηλιοκαμμένου rock συν μια διασκευή τους στο «West L.A. Fadeaway» των Grateful Dead. Προτιμώ τους Los Lobos στις μελωδίες τους («Jupiter Or The Moon», «All The Bridges Burning», «The Lady & The Rose«) που βγάζουν αυτήν την βιωμένη ρομάντσα παρά τα tex mex και zydeco τους («Yo Canto», «Mujer Ingrata«). Επιπλέον, πέρα από το πόσο άρτια και συνεπής είναι η στάση τους απέναντι στο ιδίωμά τους, βρίσκω κατακαθισμένη και ανιαρή την ανάπαυσή τους στις δάφνες της μοναδικότητάς τους, με την έννοια ότι δεν αρκεί να ξέρεις «ότι αν πρόκειται για tejano, ξέρεις ότι οι Los Lobos θα το φέρουν σε πέρας». Δεν δοκιμάζεσαι μόνο στη συνέπεια.

6/10 (stetson καπέλα)

Mavis Staples
You Are Not Alone
(Anti-)

Πριν τρία χρόνια, ο Ry Cooder είχε επιμεληθεί έναν εξαιρετικό δίσκο για την Mavis Staples, το «We’ll Never Turn Back«. Φέτος αυτό το ρόλο τον παίζει ο Jeff Tweedy των Wilcο, για το «You Are Not Alone«, έναν δίσκο με άχρονα gospel -δεν ανήκουν σε καμία συγκεκριμένη εποχή- και λαϊκά blues soul κομμάτια. Στα 71 χρόνια της, η Mavis Staples ακούγεται ως σεβάσμια (και με έναν τρόπο sexy) τραγουδίστρια με ολοκληρωμένη δουλειά και εμπειρία στις φωνητικές χορδές της. Ακούγεται «έτοιμη», «ανοιχτή» και χαμογελαστά πρόθυμη να απλώσει είτε τις επικλήσεις της στον Θεό, είτε τις προσωπικές ικεσίες της στον -όποιο- άνθρωπο, όχι με την πληθωρικότητα της big mama αλλά με την λεπταισθησία μιας ικανής soul τραγουδίστριας που ξέρει να ανταποκρίνεται στους προσωπικούς προβολείς αλλά και στις συλλογικές φωνητικές δουλειές (είτε με την οικογένειά της, τους Staple Singers είτε μέσα σε μια εκκλησιαστική χορωδία). Η συμβολή του Jeff Tweedy (προσαρμόστηκε απόλυτα στην ευλάβεια της παρουσίας της και στην  ανάγκη για αφοσίωση, του υλικού που κλήθηκε να γράψει, από κελαριστή americana μέχρι bluesy soul) είναι τρομερά λειτουργική και ευέλικτη ως προς την πικιλομορφία του αποτελέσματος.

7/10 (τήβεννοι)

Neil Young
Le Noise
(Reprise)

H ηλικία των 64 ετών δεν συνάδει με όλη αυτή την υπερδραστηριότητα του Neil Young. Ακυρώνει φυσικούς νόμους και στερεότυπα περί μείωσης της φυσικής ενέργειας… Το μυστικό βρίσκεται στα κίνητρα. Ο Neil Young φαίνεται ότι δεν έχει δικαιώσει ακόμα μέσα του την απαιτητική εκείνη πρόθεση που τον βάζει ανά τακτά διαστήματα να βουτήξει στις δυνατότητες του θορύβου. Το «Le Noise» είναι ένα album που ηχογραφήθηκε στο Los Angeles με τον Daniel Lanois στην κονσόλα και με τον Neil Young να παρέχει απλά κάποια κομμάτια που αρχικά ήταν ακουστικά. Η προσθήκη των τεχνολογικών – ψηφιακών ηχοχρωμάτων του Lanois στο πρωτογενές υλικό, φτιάχνουν μία πολύ περίεργη μίξη παραδοσιακού ρομαντικού και μοντέρνου φουτουριστικού rock, μία εγγενή κόντρα στον πυρήνα αυτών των ηχογραφήσεων… Πέρα από το πειραματικό ενδιαφέρον, το «Le Noise» παρέχει και μία επιπλέον καλλιτεχνική αξιοπιστία του ίδιου του Young απέναντι στον εντυπωσιασμένο ακροατή του. Η σπασμένη branded πλέον, φωνή του που εκλιπαρεί (από τότε που άρθρωσε στα 60’s για πρώτη φορά) ανθρώπινες απτές επαφές και η κονσόλα του Lanois αναμορφώνει (παραμορφώνει συχνά) τους στίχους και θολώνει το τοπίο με τρόπο που θα έκανε τον Thurston Moore να αφηνιάσει από την πρόκληση.

6,5/10 (phasers)

Peter Frampton
Thank You Mr. Churchill
(Eagle)

Στα 6ο χρόνια του ο θρυλικός βρετανός glam rocker Peter Frampton κυκλοφορεί το δέκατο τέταρτο album του, με concept μία ανοιχτή επιστολή στον πρωθυπουργό Churchill της Βρετανίας την εποχή που γεννιόταν ο ίδιος ο Frampton. Η ιδέα μυρίζει θυμωμένη πίκρα αλλά απότι φαίνεται, αυτό ανεβάζει στα κόκκινα τη δυναμική του rock που παίζει σήμερα ο Frampton, ένα βαρύ, σκληρό ηλεκτρικό rock που δεν έχει την ψυχαγωγική αξία των δουλειών του από τα πρώτα 70’s, σίγουρα όμως φέρει μια στάμπα «γνήσιου αίματος» στο παίξιμό του. Οι συνθέσεις του, απογαλακτισμένες από το διαδκεδαστικό χαβαλετζίδικο boogie που τον έκανε παγκόσμια γνωστό, γίνονται πιο δύσθυμες και πληθωρικές. Όπως και στα δύο προηγούμενα albums του από τα 00’s («Now» – 2003 και «Fingerprints» – 2006) ο Frampton παραμένει δέσμιος του στιλ που τον καθιέρωσε χωρίς όμως τη «χαρά» του. Στο «Road To The Sun» φωνάζει και τον γιο του Julian να τραγουδήσει μαζί του. Συμπαθής ο καημένος αλλά τόσο unhappening πλέον.

5/10 (δρόμοι για τον ήλιο)

Robert Plant
Band Of Joy
(Rounder)

Οι Los Lobos Angel Dance«), o Richard Thompson House Of Cards«), ο Lightning HopkinsCentral Two Nine«), οι Low Silver Rider», «Monkey«), η Barbara Lynne You Can’t Buy My Love«), οι Kelly Brothers Falling In Love Again«), οι Milton Mapes The Only Sound That Matters«), o Townes Van Zandt Harm’s Swift Way«), ο ποιητής Theodore Tilton Even This Shall Pass Away«) δεν θα περίμεναν ποτέ ότι ο ένδοξος Robert Plant στα 62 χρόνια του θα ερμήνευε με τόσο ηλεκτρικό πάθος τα κομμάτια τους, πόσο μάλλον σε μία εποχή που ο θρίαμβος από το album που έκανε με την Alison Kraus, «Raising Sand» δεν έχει κοπάσει ακόμα. Το «Band Of Joy» είναι ο δίσκος της αναζήτησης των ριζών της φωνής των Led Zeppelin σε ένα προσωπικό ταξίδι ήχων, με συνοδοιπόρο τον Buddy Miller από το Nashville. Είναι πάντα μια ιδιαίτερη, ξεχωριστή εμπειρία η ακρόαση ενός δίσκου του Plant – δεν έχει κυκλοφορήσει ούτε στα προσωπικά του, μέτριο δίσκο ως σήμερα. Απλά εγώ τον προτιμώ στην rock πλευρά του.

7/10 (ρυτίδες)

Solomon Burke
Nothing’s Impossible
(Ε1)

Eίναι μάλλον τρομακτικό: τις ώρες που έγραφα αυτές τις γραμμές έμαθα ότι ό Solomon Burke πέθανε πριν από κάποιες ώρες (10 Οκτωβρίου 2010) από καρδιακή προσβολή, γεγονός που φορτίζει ακόμα περισσότερο την ακρόαση του φετινού προσωπικού album του. Στα 70 χρόνια του, ο Burke τραγουδούσε σαν θηρίο ανήμερο και μάλιστα στο παρών album υπό την επίβλεψη της παραγωγής του Willie Mitchell της Hi Records. Το «Nothing’s Impossible» είναι ένα απολαυστικό album γνήσιας blues ‘n’ soul υπεροχής («Everything About You«, αλλά και smooth, ρέουσας μελωδικής soul («Say You Love Me Too», «I’m Leavin’«). Η αρχοντική παρουσία του Burke και η εκφραστική δεινότητά του δεν έχουν σύγχρονο αντίβαρο στο προσκήνιο και αυτό κάνει το «Nothing’s Impossible» ακόμα πιο πολύτιμο και ιδιαίτερο, έτσι όπως ακούγεται ορκισμένο στην αφοσίωσή του στην παράδοση. Farewell.

8/10 (κέρινες σφραγίδες ευγονίας)

Steve Miller Band
Bingo!
(Roadrunner)

Αυτό και αν είναι comeback στην επικαιρότητα: μετά από δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια ο Steve Miller, 67 ετών σήμερα, μπαίνει στούντιο με φρεσκαρισμένα κέφια, το οποίο αφιερώνει ολόκληρο στο φίλο του μέλος της μπάντας του, αρμονικίστα Norton Buffalo που πέθανε το 2009. Ο Miller παίζει ένα blues boogie rock με τέτοια ορμή και λαχτάρα που μοιάζει σαν να τον είχαν κλεισμένο κάπου τόσα χρόνια και να μην τον άφηναν… Τα τραγούδια του album του, ένα μενού διασκευών και πρωτότυπων των Jimmie Vaughan, B.B. King, Otis Rush, Jessie Hill αλλά και Nile Rodgers μεταξύ άλλων αποδίδονται με την γκρουβάτη κληρονομιά ενός ήχου που σχεδόν πατεντάρισε ο ίδιος μέσα στα χρόνια. To album πάλλεται από μια παλαιο-παραδοσιακή φλόγα που δεν μπορείς με τη λογική να ερμηνεύσεις από πού πήγασε στα ξαφνικά. Είναι απολαυστικό, γερό και με καταλυτικό τσαγανό στα σπλάχνα του.

7,5/10 (φυσαρμόνικες τιμής ένεκεν)

Tom Jones
Praise And Blame
(Island)

Στο δρόμο που άνοιξε ο Rick Rubin (με τις όψιμες παραγωγές του σε Johnny Cash και Neil Diamond), ο T-Bone Burnette (σε John Mellencamp και Robert Plant – Alison Kraus) και ο… χμ… Jack White (Loretta Lynn), ο Ethan Johns επιφυλλάσει στον 70χρονο Tom Jones μια σπουδαία, λαμπερή υπερανάδειξη της φωνάρας του πάνω σε κλασικά spirituals και blues gospels για ένα album, κατανυκτικό, ευσεβές αλλά και γνήσιο, αληθινό και τολμηρό. Είναι συγκλονιστικός ο Jones όταν ερμηνεύει Dylan What Good I Am?«), Rosetta Tharpe Strange Things«) ή παραδοσιακά («Ain’t No Grave», «Run On«) σε ένα διάκοσμο που δεν περιλαμβάνει τίποτα από το glitter και το μπορντό του music hall στο οποίο ανδρώθηκε και ωρίμασε ο σπουδαίος ουαλλός τραγουδιστής. Μάθημα αυθεντικού συντονισμού με την απλότητα αλλά και απολαυστικό ξεγύμνωμα ενός super star που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα – αν και τώρα που το σκέφτομαι, ποτέ δεν είχε να φοβηθεί τίποτα…

8/10 (χαμηλά καβάλα)

Tom Petty & The Heartbreakers
Mojo
(Reprise)

Στα 60 χρόνια του, ο Tom Petty κυκλοφορεί το δωδέκατο δίσκο του από το 1976 που ξεκίνησε, ο πρώτος δίσκος δε μαζί με όλους τους Heartbreakers μετά το «Last DJ» του 2002. Το «Mojo» είναι πραγματικά ένα rootsy rock album, παιγμένο μονοκοπανιά στο στούντιο χωρίς overdubs, με μία διαβολεμένη ικανότητα να εγείρει με τα τραγούδια του αληθινές μνήμες και αισθήματα από τα παλιά αλλά ταυτόχρονα να παραμένει πιστά στο σήμερα, ως αναπόσπαστο κομμάτι του παρόντος αλλά και της συνεπούς καριέρας των Heartbreakers. Ο Petty έχει γυμνάσει πολύ την δεξιοτεχνία του στο να φτιάχνει κολλητικά riffs, μέσα στα χρόνια και έχει αποδείξει ότι μόνο «κολλημένος» δεν είναι, συνθετικά, σε δάφνες δικές του ή του… Dylan που πάντα θα υπάρχει ως βασική αναφορά του. Το «Mojo» ακούγεται μονοκοπανιά, έτσι όπως δημιουργήθηκε: έχει αποθέματα ενθουσιασμού στα έγκατά του αυτός ο δίσκος και είναι τρομερά καλοφτιαγμένος και «αριστοκρατικός» όσον αφορά στα rock συστατικά του. To blues rockin’ και η αναπολητική rock μελωδία (ακούστε το αριστουργηματικό και πέρα από κάθε προσδοκία «Trip To Pirate’s Cove«).

8,5/10 (mojo risings)

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Οι βετεράνοι: τα εξήντα είναι τα νέα είκοσι (επί τρία)”

  1. Μεγάλο ποστ φίλε, και δεν εννοώ στο μήκος – έκταση. Μας έσκισες στο ψάξιμο (αν και κάποια τα είχα υπόψη μου).

    RIP Solomon…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: