All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Ξαν’ άκου με προκατάληψη

Posted by gone4sure στο 9 Οκτωβρίου 2010

Divine Comedy
Bang Goes The Knighthood
(Divine Comedy Records)

Ο Neil Hannon τα βάζει με την ιπποσύνη, σαρκάζει την ίδια την βρετανοπρέπεια που τον ανέδειξε,  τιμάει την παράδοσή του δια της ανελέητης ειρωνίας, φτάνει στον ένατο δίσκο του μέσα στα είκοσι τελευταία χρόνια και συνεχίζει να κρατάει τα σκήπτρα του πιο ιδιοσυγκρασιακού βάρδου – τραγουδοποιού της γενιάς του. O vintage αέρας που πνέει στο «Bang Goes The Knighthood» κρατάει το υλικό του Hannon ψηλά. Ακούγεται ως εγγονός του Ray Davies και συνδαιτυμόνας του Michael Caine. Περιηγείται στα μέρη της «κυριακάτικης» πρωινής μελωδίας, φτιάχνει νόστιμα γλυκίσματα, τα πασπαλίζει με πονηρά υλικά που κάνουν τη διαφορά, γράφει στίχους που παραπέμπουν σε μια άχρονη πραγματικότητα με υμίψηλα καπέλα και μονόκλ και από κάτω αφήνει να σιγοβράζουν σε συναισθηματικές φωτιές όλα εκείνα που τον μαραζώνουν ή του δίνουν δύναμη να τα βάλει με το σήμερα. Στο single «At The Indie Disco» κορυφώνει τον φόρο τιμής στην σύγχρονη brit pop περηφάνεια με ένα ακατάσχετο name-dropping. Είναι εντυπωσιακό ότι μια εικοσαετία τώρα δεν έχει χάσει ούτε ίχνος από την κλάση του.

7,5/10 (παπιόν)

The Klaxons
Surfing The Void
(Polydor)

H σημαντικότερη ποιότητα και πηγή απόλαυσης του δεύτερου album των Klaxons είναι αδιαμφισβήτητα η γενναιόδωρη, ολομέτωπη διάχυση ηλεκτρισμού οργανωμένου σε στρώσεις από ψυχεδελικές, αρμονικές, γκαραζοειδείς ή pop συνθέσεις – μερικές από τις οποίες είναι πραγματικά μαεστρικά φτιαγμένες. Και δεν είναι εύκολες. Είναι βασανισμένες και καλοχωνεμένες. Δεν ξέρω ακόμα αν το credit της ηλεκτροφόρας έντασής τους έχει να κάνει περισσότερο με την παραγωγή του Ross Robinson ή με την εξαιρετική φωνή του Jamie Reynolds. Ξέρω όμως ότι αυτό είναι ωραίο, πληθωρικό, αρρενωπό βρετανικό rock που έχει καταπιεί και τους Wire και τους Small Faces και τους Tom Robinson Band στα έγκατά του. Πυκνό και αδιαπέραστο, το «Surfing The Void» ισορροπεί ανάμεσα σε στιλ και ουσία θαυμάσια, ξεπερνάει τον ύφαλο του εφήμερου και μετατρέπει την εμπειρία της ακρόασής του σε έναν αγώνα – πρόκληση από τη μεριά του ακροατή να αφομοιώσει και να ζυμώσει μέσα του την πολυεπίπεδη, υπερενεργητική μουσική επίθεσή του. Απολαυστικό.

7,5/10 (σερφοσανίδες)

Ben Folds & Nick Hornby
Lonely Avenue
(Nonesuch)

Η χημεία των δύο δε λειτουργεί: ο πρώτος είναι πλημμυρισμένος ως το λαιμό με το πιανιστικό rock pop υβρίδιο των 70’s και το διανοουμενίστικο πνεύμα της σύγχρονης αμερικανικής σκηνής, ο δεύτερος είναι σαρδόνιος λογοπλάστης που τον νοιάζει να αναδείξει την πίκρα, την ματαιότητα και το κούφιο της pop κουλτούρας μέσα από μια νευρωτική εμμονή του να παραμείνει πιστός σε αυτήν. Κοινός παρανομαστής τους, το «πνεύμα» και η ιδιαιτερότητα της τέχνης τους, καναλιζαρισμένη σε «έντεχνα» κομμάτια με pop αισθητική. Ωστόσο, το αποτέλεσμα που παράγουν είναι φιλολό, άνευρο, μάλλον άκαβλο και αδιάφορο στην αίσθηση που παράγουν. Η αδρεναλίνη λείπει, το πάθος έχει αντικατασταθεί από μία δεξιοτεχνική αλλά «σπαστική» σοφία (στις μελωδίες και στους στίχους) απέναντι στα πράγματα και το rock που φτιάχνουν συνεργατικά μοιάζει με απωνευρωμένους Weezer, με λυγμόλαλο Paul Simon και βαρετούς 10CC. Τα ιδιαίτερα προσωπικά χαρίσματα του καθένα από τους δύο πάνε περίπατο υπέρ μιας συνεργατικής κομμένης συνταγής που αφήνει νηστικό τον ακροατή τους.

4/10 (αναλόγια)

Aaron
Birds In The Storm
(Cinq 7)

Αν το ντεμπούτο album «Artificial Animals Riding On Neverland» (2007) του Olivier Coursier και του Simon Buret ήταν μια υποβλητική γνωριμία με το μελαγχολικό trip rock τους που κατέβαινε σε downtempo σπείρες σε μέρη που δεν πολυαντέχεις να σταθείς όρθιος, το καινούριο τους «Birds In The Storm» ακούγεται σαν μία φυσική συνέχεια, ένα μείγμα από Elbow, Doves και Blue Nile. Οι γάλλοι Aaron φτιάχνουν τη μουσική τους με τέτοιο τρόπο που αποκλείεται να μη βρει hooks μέσα σου για να σε αφορά: διαπραγματεύονται τον πόνο με απίστευτη κλάση και καρτερία, μελωδικά έχουν ένα knack να μεταφέρουν έντεχνα την σοβαρότητά τους στο απόλυτο εσωτερικό του ακροατή τους. Τα τραγούδια τους μοιάζουν να φέρουν στους ώμους τους, φορτία οδύνης – δεν είναι όμως δυσβάσταχτα. Οι στίχοι τους έχουν μια δραματική αίσθηση σε περιεχόμενο και στιλ που τους κάνει υποψήφιους για την πιο εύστοχη έκφραση «μελαγχολίας» της νέας δεκαετίας και οι ερμηνείες τους κουβαλούν σκόνη από ερημικούς τόπους και επιλεγμένες εξορίες. Δίσκος που γίνεται δικός σου. «Γεια σου σκοτάδι. Ποιο είναι το όνομά σου σήμερα; Άκουσα ότι ξανάρθες στην πόλη…» («Waiting For The Wind To Come«). Kαταλάβατε;

7/10 (κάρβουνα αναμένα)

Seeland
How To Live
(Loaf)

Ο Timothy Felton (των Broadcast) και ο Billy Banbridge (των Plone) για δεύτερη φορά μετά το ντεμπούτο τους «Tomorrow Today«, προσπαθούν να βρουν το σταυροδρόμι τους ανάμεσα στο kraut rock των Neu! (από κομμάτι των οποίων βαφτίστηκαν ως Seeland), στην ανέμελη 60’s pop των Saint Etienne και σε μια ακαθόριστη «σοβαροφανή» electronica που παντρεύει τον Alan Parsons με τους Mono In VCF. Η πλοήγησή τους στο αχανές αυτό τοπίο γίνεται με ένα GPS που μάλλον είναι μεθυσμένο ή επίτηδες τους κάνει τρελλά παιχνίδια. Από τη μία τους στέλνει σε μοτορικά μοτίβα να ανταπεξέλθουν και από την άλλη τους γυρίζει αντιδιαμετρικά κατεύθυνση και τους πάει στους Herman’s Hermits και στους… Tornados! To μπέρδεμα είναι απολαυστικό όσο το χαίρονται και οι ίδιοι. Όταν όμως σε κάποια σημεία δείχνουν σοβαρά σαστισμένοι για το πού να πάνε, ένα δίλημμα που σε κάποια τραγούδια τους, παίρνει υπαρξιακή διάσταση, οι Seeland επιδεικνύουν την αδυναμία τους να βρουν λύση. Για κάποιο λόγο ακόμα και στην πλήρη σύγχισή τους ακούγονται γοητευτικοί.

6,5/10 (διαστημικά εφέ)

Monarchy
Monarchy
(Polydor)

Οι δύο Monarchy περιγράφουν τη μουσική τους ως «ψυχρή άνεση«. Έχουν απόλυτο δίκιο. Κρύβοντας τα πρόσωπά τους και αφήνοντας έξω από τις δημόσιες δηλώσεις τους οποιαδήποτε λεπτομέρεια αφορά τη ζωή τους και τα βιογραφικά τους, αποτελούν ένα «απρόσωπο» ντουέτο γνήσιας ορθόδοξης ηλεκτρονικής pop, από αυτήν που μπορεί να χορευτεί σε disco ή να γίνει hot coockie σε charts του κόσμου. Οι Monarchy με το προκλητικό naive όνομα και τα remix credits τους που ξεκινούν από την εστέτ Kitsune και φτάνουν ως την Lady Gaga, φτιάχνουν τραγούδια καθαρά, ξάστερα, «ευκολοτραγούδιστα», χαριτωμένα με προθέσεις που δεν υποκρύπτουν καμία σημαντική αλήθεια, έχοντας όμως ταυτόχρονα βρει και έναν τρόπο για να παραμένουν minimum ιδιαίτεροι και να ξεχωρίζουν από τους Empires Of The Sun, Hurts, Mirrors και Villa Nah αυτού του κόσμου. Οι μελωδίες πίσω από τους ρυθμούς τους είναι γερές και το στιλ τους λυγερό και επαρκώς ξεσηκωτικό. Ένα pop sensation με τα όλα του που διεκδικεί τίμια το δικαίωμά του τη φήμη των δεκαπέντε λεπτών ή των έξι δευτερολέπτων.

6,5/10 (φωτάκια neon)

Isobel Campbell & Mark Lanegan
Hawk
(V2)

Μετά το «Ballad Of Broken Seas» του 2006 και το «Sunday At Devil Dirt» του 2008, η συνεργασία του πρώην Screaming Trees, Mark Lanegan και της πρώην Belle & Sebastian, Isobel Campbell, τριτώνει μέσα σε πέντε χρόνια. Συνεχίζω να απορώ για το ποιο ακριβώς είναι εκείνο το στοιχείο που έκανε τους δύο τους να δουν στον καθρέφτη ένα καλλιτεχνικό ζευγάρι με δυνατότητες… Όσο καλοδιάθετα και αν ακούσω τη downtempo, συρτή bluesy «γύρω-από-τη-φωτιά-αλλά-με-ενισχυτές» americana τους, το πρώτο που βλέπω είναι η αυταρέσκειά τους και η εμμονή τους στο στιλ του καταραμένου ζεύγους και το δεύτερο είναι το πολιτιστικό χάσμα μεταξύ Seattle και Γλασκώβης. Φαίνεται να χορταίνουν με αυτή την συνειρμική αλά Bonnie & Clyde εικόνα και για τρίτη συνεχή φορά ξεχνούν να γράψουν τραγούδια που να έχουν μία προκοπή πέραν της στιλιστικής. Δηλαδή, τα κομμάτια που σκαρώνει αφειδώς ο Lanegan (και ένα από αυτά ο Townes Van Zandt, με φωνητικά από τον Willy Mason, το «No Place To Fall«)  επικαλούνται μια γενικόλογη αυθεντικότητα και ένα θολό outlaw country παρελθόν χωρίς όμως ψυχή και χωρίς καμία απογειωμένη συναισθηματική φλόγα. Ακούγονται διεκπαιρεωτικά, παγιδευμένα δυσάρεστα σε ένα στιλ και πληκτικά. Όταν λοξοδρομούν στη soul («Come Undone«) ακούγονται πιο ουσιαστικοί αλλά και πάλι… what’s the fucking point; Προτιμείστε τα ντουέτα του Glenn Campbell και της Bobbie Gentry.

5/10 (πενάκια για κιθάρα)

Ray LaMontagne & The Pariah Dogs
God Willin’ & The Creek Don’t Rise
(Columbia)

Αν πιστεύετε ότι αυτό που πραγματικά λείπει από την επικαιρότητα, αν υπάρχει ένας χαμένος κρίκος της τρέχουσας δισκογραφικής σύγχισης, αν υπάρχει ένα συστατικό που μαράθηκε στα χρόνια και πρέπει να ξανανθίσει, αυτό είναι το έλλειμα που άφησαν οι Band και οι Creedence Clearwater Revival και ο Stephen Stills, τότε το τέταρτο album του Ray Lamontagne και της μπάντας του είναι πράγματι το αντίδοτο στο πλαστικό και στο κορπορατικό, πράγματι είναι το ελιξήριο στην διαιώνιση του roots rock και της παράδοσης του αμερικανικού rock με τις folk ευαισθησίες. Το τρομερό είναι ότι το «God Willin’ & The Creek Don’t Rise» ακούγεται… θαυμάσιο. Έχει τραγούδια που ακυρώνουν το χάσμα του χρόνου ανάμεσα στις τρεις δεκαετίες που μεσολάβησαν από τότε που γεννιόταν η εστία επιρροών του Lamontagne. Αισθάνεσαι ότι ακούς ένα γνησιότατο album παραδοσιακού rock που δεν μιμείται απλά την αγαπημένη μυθική εποχή που το ενέπνευσε αλλά ζει μέσα σε αυτή. Οι μοντερνιστές μπορούν να αποχωρήσουν με συντομευμένες διαδικασίες, οι υπόλοιποι με ανοιχτά αυτιά, ας παραμείνουν να απολαύσουν τραγούδια πραγματικής ψυχής και -ναι!- υψηλής αισθητικής και συναισθηματικής αξίας. Πραγματική έκπληξη.

8,5/10 (slide κιθάρες)

Αeroplane
We Can’t Fly
(Eskimo Recordings)

Όλες εκείνες οι προσδοκίες, όλη η ανεπτυγμένη δυναμική τους, όλο το ιδιαίτερο και ανανεωτικό που υπόσχονταν οι δύο Aeroplane με το καταπληκτικό μπαράζ από remixes τους (Grace Jones, Robbie Williams, Friendly Fires κ.λπ.), ο βέλγος Vito De Luca και ο ιταλός Stephen Fasano, τις εξαερώνουν με ένα ντεμπούτο album σαχλό. Το ντεμπούτο τους «We Can’t Fly» διαθέτει έναν ήχο εξαιρετικά ραφιναρισμένο μεν, πλην όμως εκτεθειμένο να μετεωρίζεται χωρίς συνθετικές ιδέες από κάτω για να τον στηρίξουν. Το «We Can’t Fly» είναι ο ήχος δύο φιλόδοξων τύπων που κατέχουν βαθιά το πρακτικό know how αλλά καθόλου το μελωδικό knack: έτσι φτιάχνουν αντι-Daft Punk υποκατάστατα («Superstar«), αντι-Alan Parsons αρπαχτές («London Bridge«), ψευτο-synth rock για επίδειξη τσαγανού από βετεράνες ντίβες (η Merry Clayton στο «I Don’t Feel«), prog new age ανοησίες αλά Rick Wakeman The Point Of No Return«), κακό γερμανοπρεπές disco αλά Patrick Hernandez My Enemy«) κ.λπ. συν κάποια συμπαθητικά πλην ρηχά τραγουδάκια («Without Lies«, «Good Riddance«, «Caramellas«) που δεν μπορούν να σηκώσουν όλο το βάρος του ανερμάτιστου και «ό,τι νάναι» συνοθυλεύματος. Καθόλου σοβαρή προσπάθεια και είναι κρίμα.

4/10 (καθίσματα γηπέδου εκσφενδονισμένα)

Orb featuring David Gilmour
Metallic Spheres
(Columbia)

Φαντάζομαι, ένας βασικός λόγος για να βγει κανείς στους δρόμους σήμερα, για να τα σπάσει όλα, πέρα από το μνημόνιο, το φορολογικό πογκρόμ και την ανεργία που αναμένεται να «γλύψει» το 15%, είναι και η συνεργασία του Alex Patterson και του David Gilmour… Στο δέκατο album τους, οι Orb καταφέρνουν να κάνουν το μύχιο όραμά τους πραγματικότητα, από τότε που ξεκινούσαν στις αρχές των 90’s: να γίνουν οι Pink Floyd στη θέση των Pink Floyd, του χαλίφη δηλαδή όλου του prog στερεώματος. Το «Metallic Spheres» χωρίζεται σε δύο ανοικονόμητα μέρη -το «Metallic» και το «Sphere«- και είναι ένα ambient τερατάκι, μία σπαταλημένη νιρβάνα, ένα progressive ταξίδι σε μια συναισθηματική έρημο με την κιθάρα του Gilmour να δείχνει το δρόμο. Πέρα από την σχεδόν ανύπαρκτη μουσική αξία του, το «Metallic Spheres» εγείρει και σοβαρά ηθικά προβλήματα, με την αναίσθητη, πορωμένη συνείδηση που το τρέφει… Καταχωρήστε το δίπλα στο «Metal Machine Music» του Lou Reed ή απλά κάψτε το πανηγυρικά και με περηφάνεια.

1/10 (μεταλλική σφαίρα)

M.I.A.
Maya
(XL)

Τρίτο και εκoφαντικότερο όλων των ως σήμερα δίσκων της, το «Mya» είναι πραγματικά ένας κολοφώνας κακής μουσικής. Ο ορισμός της αχρείαστης κακοφωνίας, μία άνευ προηγουμένου σπατάλη ενέργειας και δουλειάς, ένα ιδρωμένο πτώμα στην ουσία. Δε γίνεται να μη μείνει κανείς άφωνος από το γεγονός ότι η M.I.A. δεν έχει απολύτως τίποτα στη φαρέτρα της (ακυρώνοντας τη συμβολή των φίλων της Blaqstarr, Rusko, Diplo και Switch), παρά ένα εντυπωσιακό κενό να χάσκει, όταν πρόκειται να στήσει ένα -συμβατικά ονομασμένο- τραγούδι. Ντυμένο με ένα μπουρδολογικό concept περί ψηφιακής ανταρσίας και με ένα ακαθόριστο απειλητικό – αντιστασιακό στιλ που προφανώς καταχράται από την Tamil καταγωγή της στη Sri Lanka, το «Mya» είναι μια θλιβερή πιστοποίηση του εύκολου χαβαλέ: όταν δεν έχεις τίποτα να πεις κάνε σαματά και ντύσ’ τον με ακαθόριστα πολιτικοινωνικά συμβολάκια που κάποιοι μπορούν να ταυτιστούν μαζί τους. Έγινα μάρτυρας με τα ίδια μου τα μάτια στο Gothenburg της Σουηδίας, τον Δεκαπενταύγουστο, του live set της και εδραίωσα πλέον την υποψία μου για δαύτην. Αυτό που προσφέρει στο κοινό είναι ένα περισπούδαστο σούργελο που καταλύει κάθε αίσθηση γούστου. Προγκήξτε, αμφισβητήστε βαθιά και ζητήστε αποδείξεις σε όσους προσπαθούν να σας πείσουν για την αξία της…

0/10 (credit)

Chemical Brothers
Further
(Parlophone)

Έβδομη επίθεση των μαστόρων του ηλεκτρονικού climax (…) και αυτή τη φορά μάλιστα ενισχυμένη με οπτική αναπαράσταση των συνθέσεών τους – οι Adam Smith και Marcus Lyal έφτιαξαν τα ταινιάκια που συνοδεύουν τα κομμάτια του «Further» και η Romola Garai πρωταγωνιστεί σε όσα από αυτά χρειάζεται, η ίδια που με τη βουτιά της κοσμεί και το εξώφυλλό τους. Έχω την αίσθηση ότι το «Further» είναι στην ουσία μια άσκηση των Chemicals στο να προκαλέσουν τα όρια της έντασης, της κορύφωσης και της διαδρομής σε μια ηλεκτρονική ανηφόρα, ο προορισμός της οποίας γράφει «ο ουρανός είναι το όριο«. Οι Tom Rowlands και ο Ed Sullivan παίζουν με τις κλιμακώσεις, δοκιμάζουν τα όρια του ανθρώπινου σώματος, προκαλούν το μετρονόμο (ποιος θα τα «φτύσει» πρώτος, εμείς ή αυτός;) και επιδίδονται σε έναν αγώνα δρόμου με τα όρια της αντοχής του ρυθμού. Ως επιστημονικό πείραμα – μελέτη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όπως άλλωστε και οι τεχνικές που έχουν τελειοποιήσει σε εντυπωσιακό βαθμό, αλλά νιώθω ότι θα πρέπει να κατεβώ από το τρένο σύντομα. Αρχίζω να βαριέμαι αλλά δεν θέλω και να το πω ανοιχτά γιατί τους εκτιμώ τους μπαγάσες.

6/10 (wah wah’s)

Tricky
Mixed Race
(Domino)

O Τricky το παλεύει φιλότιμα ακόμη στο να φτάσει κοντά στην αναζήτηση της νιρβάνας εκείνης που προκύπτει από τα παιχνίδια με τους ανάποδους ρυθμούς, τις παράδοξες μελωδίες, τους ελλειπτικούς ρυθμούς, τις ξινές καταστάσεις, το ανορθόδοξο τραγούδισμα, τις βρωμιάρικες πρόζες, την αντίληψη ότι η μαύρη κουλτούρα είναι ένα πεδίο όπου μπορεί να μπει και να αλωνίσει με δικούς τους, ατομικούς όρους. Το ένατο album του είναι το πιο «ρυθμικό» πράγματι, από όλα τα πειράματα που έχει κάνει ως σήμερα. Οι ρυθμοί του παραπέμπουν σε ανορθόδοξα blues και ασπρόμαυρα σασπένς, ακολουθούν έναν ψυχισμό που δεν θέλει να γίνεται τίποτα ίσια, και δημιουργεί ατμόσφαιρες που έχουν πλέον απογαλακτιστεί από τα βιομηχανικά τοπία του trip hop. Τώρα ο Tricky τα έχει βάλει με την παράδοση και κανένας δεν θα τον σταματήσει να βάλει και σε αυτήν το «σημαιάκι του» που θα γράφει «από δω πέρασε ένας αναποδιασμένος τύπος που ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο με το δικό του σκληρό και δύσκολο τρόπο». Το «Mixed Race» διαθέτει αφροκεντρική ατμόσφαιρα, σκοτεινές προθέσεις που στάζουν ακαθόριστα ζουμιά και τραγούδια που αρέσουν. Παραμένει ανάποδος και κόντρα σε όλον τον κόσμο.

7/10 (ιμάντες τυμπάνων)

Teenage Fanclub
Shadows
(PeMa)

Οι Teenage Fanclub είναι ίσως η πιο un-happening, ενεργή μπάντα αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, μία απόλυτη καλλιτεχνική δημοκρατία από τη Σκοτία που μοιράζεται ακριβώς σε ίσα μερίδια τα credits των τραγουδιών της, ανάμεσα στους Gerald Love, Norman Blake και Raymond McGinley. Το «Shadows«, ένατο album τους στη σειρά και comeback μετά από πέντε χρόνια απουσίας, γιορτάζει την κιθαριστική αφέλεια της anorak – twee – indie κοινοπραξίας με την ίδια θέρμη αλλά όχι με το ίδιο τσαγανό που είχαν στην πρώτη πενταετία των 90’s. Είναι δύσκολο να βρεις ψεγάδι στην απόλυτα τίμια και πιστή ενέργειά τους να υπηρετήσουν την ηλεκτρική επαρχιακή κιθαριστική pop τους, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο επίσης να ανακαλύψεις ζωντανά κίνητρα ή παλμό πίσω από τα μάλλον κατακαθισμένα τραγούδια τους. Είναι πανέμορφος ο ήχος τους πράγματι. Αλλά και παναδιάφορη πια η ψύχα των τραγουδιών τους, έστω και αν ο Gerald Love αναδεικνύεται ως ελαφρώς καλύτερος συνθέτης από τους τρεις τους, κοντύτερα στην παράδοση των Go Betweens.

5/10 (τσάγια με λεμόνι)

Skunk Anansie
Wonderlustre
(V2)

Αυτό που σε κάνει να απορείς πραγματικά με την επιστροφή των Skunk Anansie στα πράγματα, μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια, για έναν πέμπτο δίσκο, είναι η ικανότητά τους να ακυρώσουν οποιαδήποτε φθορά μπορεί να προκάλεσε στη χημεία τους, όλο αυτό το χρονικό διάστημα και να παίξουν το πληθωρικό, σκληρό και εξαιρετικά νευρικό rock τους με το drive και την ρολαριστή αμεσότητα ενός group με κεκτημένη ταχύτητα από μία ζωντανή και αδιάκοπη καριέρα. Το «Wonderlustre» περιέχει τραγούδια που είναι πραγματικά καλοφτιαγμένα και διαθέτουν πρόσθετα guts πέρα από την απειλητική και επικίνδυνη αίσθηση της φωνής της Skin. Αν αυτό το υπερ-δραματικό, σιδερένιας μαχητικότητας rock που παίρνει πραγματικά στα σοβαρά τον εαυτό του βρίσκει τη θέση του μέσα στο μενού της καθημερινότητάς σας, σημαίνει ότι και την κορπορατική φύση του μπορείτε να συγχωρήσετε και το machismo και την αισθητική που φλερτάρει με τις τεράστιες αρένες της υδρογείου. Είναι ωραίος, εντυπωσιακός και καλοφτιαγμένος αυτός ο δίσκος και είναι έκπληξη και για μένα που στο τσακ ήμουν να μην τον ακούσω καν…

7,5/10 (flat tops)

Scissor Sisters
Night Work
(Polydor)

Η pop των Scissor Sisters είναι πολύτιμη χωρίς πάντα να είναι σπουδαία. Ο λόγος της πολυτιμότητάς της, δεν έχει να κάνει τόσο με τις συνθετικές ικανότητές τους -που είναι γερά πιστοποιημένες-, δεν έχει να κάνει με την εξαιρετική παραγωγή τους, που ακυρώνει τους λόγους που υπάρχει ο διαχωρισμός mainstream και indie, δεν έχει να κάνει με τα ανεβαστικά gay ή str8 ή whatever τραγούδια τους, δεν έχει να κάνει με το πόσο χαρισματικός είναι ο Jake Shears ως performer ή η Anna Matronic -αμφότεροι ξεπερνούν το μέσο όρο τραγουδιστών-, δεν έχει να κάνει με το ότι η σύγχρονη Νέα Υόρκη παρήγαγε αυτό που το Λονδίνο εδώ και χρόνια παλεύει αλλά στο τέλος, πάντα τα σκατώνει περίτρανα. Ένα flashy pop group με ταυτότητα, διάρκεια και προοπτικές. Η πολυτιμότητα των Scissor Sisters στην pop κουλτούρα έχει να κάνει με το γεγονός της τρομερά μεγάλης πολιτισμικής μόρφωσής τους. Οι επιρροές και οι αναφορές τους αποτελούν έναν καμβά πρότυπης μαθητείας για όλη τη σύγχρονη pop. Οι 10CC, οι Tavares, οι Bee Gees, ο Bobby Orlando, οι Sylvers, ο Gary Glitter, ο Elton John… και πολλοί άλλοι παρελαύνουν από το τρίτο album τους «Night Work«, που καταναλώνεται μονοκούκι σαν νόστιμο διεγερτικό. Και ας ξεχνιέται μετά από λίγο. Έτσι θέλει. Να πάει να ξεϊδρώσει.

6.5/10 (σπασουάρ)

Shelby Lynne
Tears, Lies And Alibis
(Everso)

Αφού έκανε το φόρο τιμής της στην εμμονή της που λέγεται Dusty Springfield με το προ διετίας «Just A Little Lovin’» και αφού ίδρυσε τη δική της εταιρία για να έχει το κεφάλι της ήσυχο και να βγάζει ό,τι θέλει, η Shelby Lynne φτάνει αισίως στο εντέκατο album της καριέρας της. Διχασμένη όπως πάντα ανάμεσα στην country και στην λευκή γαλανομάτα soul, η Shelby Lynne πετάει όλα τα περιττά στολίδια από τη φωνή της και αφήνεται ολόψυχα να εκτεθεί έτσι όπως πραγματικά επιθυμεί. Φτιάχνει σταράτα τραγούδια ρυθμικής απλότητας, ή σκελετικές μελωδίες στις οποίες δεν παρεμβάλλεται καμία εκζήτηση και δημιουργεί ένα album που ίσως θα έπρεπε να έχει φτιάξει η k.d. lang αν δεν πάλευε να δικαιώσει μέσα της τα αδικαίωτα… Είναι απολαυστική η Shelby Lynne έτσι όπως τραμπαλίζεται με μια ρευστή αφηγηματικότητα, ανάμεσα στην πίκρα του μεσόκοπου και στη γλύκα ενός νέου, έμπειρου οπτιμισμού. Σε καλεί να πατήσεις το repeat μέχρι νεωτέρας.

7,5/10 (σπασμένες χορδές)

Rox
Memoirs
(Rough Trade)

Στην μετά-Amy Winehouse εποχή τα κορίτσια στην ουρά κυμαίνονται από το σαντρέ του Hollywood (Pixie Lott), το ξανθό του βορρά (Duffy) μέχρι το σκούρο μελαχρινό (Rox) – όλες έχουν τους λόγους τους να διεκδικούν την πίτα αλλά το κριτήριο που υπεισέρχεται ως βασικό πλέον είναι το ποιος από όλους αυτούς τους ισχυρισμούς πατάει σε πιο στέρεες βάσεις. Η Roxanne Tataei -μισή από τη Jamaica μισή από το Ιράν- έφτιαξε ένα ντεμπούτο με μνήμες μόλις είκοσι ενός χρόνων που είναι η ηλικία της. Μέσα σε αυτό ο κολλητός της ο Al Shux δημιούργησε όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που χρειάζονται για να αναδειχθεί ένα κορίτσι που παραπέμπει στην βρετανοτραφή soul της Sade και στην girl power της Amy. Το αποτέλεσμα είναι συμπαθητικό, καλοστημένο και στρωτό, ωστόσο, κατώτερο από τις προσδοκίες του single της «My Baby Left Me» και σίγουρα πιο στιλιστικό και «μετρημένο» από όσο θα άντεχαν οι connoiseurs της soul.

5,5/10 (dreadlocks)

Cyndi Lauper
Memphis Blues
(Naive)

Μετά το «Bring Ya To The Brink» του 2008 που επαναπροσδιόριζε τη θέση της θεόμουρλης Cyndi Lauper στο προσκήνιο ενός επιθετικού club-μοντερνισμού, το «Memphis Blues» μοιάζει με την απόλυτη στροφή της προς μια στιλιστική ρετρολαγνεία, απολύτως δυσανάλογη με οτιδήποτε σύγχρονο και αστικό πάσχιζε να εδραιώσει ως image και ουσία για τον εαυτό της. Με vintage τραγούδια από το ευρύτερο ρεπερτόριο των blues του Memphis (από Robert Johnson μέχρι Muddy Waters) η Cyndi Lauper φτιάχνει ένα album με σπουδαίους καλεσμένους μαζί της στο μικρόφωνο (Allain Toussaint, Ann Peebles, B.B. King, Charlie Musselwhite, Jonny Lang) και το πραγματικά αξιοπερίεργο είναι ότι… της πάει τρελά. Έστω και ως στιλιστικό τρικ, ή ως ένα προκλητικός για κατάκτηση ρόλος, το blues είναι απόλυτα ταιριαστό στην Lauper: μπήγει βαθιά μέσα στο ψιλό γρέζι της την ασπρόμαυρη ρετρό αισθητική του Tennessee του προηγούμενου αιώνα και βγαίνει μάλλον νικήτρια, αντιμετωπίζοντάς το έστω ως ένα τερέν αισθητικών τερτιπιών.

6/10 (βαμβακοφυτείες)

RPA & The United Nations Of Sound
United Nations Of Sound
(Parlophone)

O Richard Ashcroft δίνει την αίσθηση ενός τύπου που δεν βολεύεται μέσα στα ρούχα του: διαθέτει όλο κι όλο, ένα μονόχορδο στιλ για να επικοινωνήσει, μία μονοσήμαντη έκφανση ενός τρανού βρετανικού rock με μια στάμπα ρέμπελης αλητείας πάνω του, η οποία φαίνεται να ασφυκτιά να βγει προς τα έξω, όποια μορφή και αν πάρει. Είτε τη μορφή των Verve είτε των προσωπικών του albums, ή τώρα το νέο «σχήμα» των RPA & The United Nations Of Sound, αυτό που επικοινωνείται είναι μια ορθόδοξη, έγκριτη brit rock περηφάνεια όχι πολύ διαφορετική στο ύφος από κείνη του Liam Gallagher αλλά σίγουρα πολύ διαφορετική στο ήθος της. Με λίγα λόγια, ο Ashcroft είναι απόλυτα δέσμιος του απόλυτου συγκριτικού πλεονεκτήματός του: πάντα θα εκπέμπει αυτή την ειλικρινή, «ανοιχτή» στάση των βρετανικών rock ριζών και όποια μορφή και αν παίρνει το όχημα αυτής της μουσικής του μονομέρειας, ποτέ δεν θα ακουστεί «λιγότερος» των προσδοκιών του. Με αυτήν την παραδοχή το «United Nations Of Sound» είναι ένα καλό δισκάκι, straight, άμεσο και απολαυστικό, ακόμα και κει που ο Richard ακούγεται σαν Springsteen («Τhis Thing Called Life«) ή ως φύλαρχος μιας ιδιότυπης έγχρωμης αστικής συμμορίας («America«). Και αν αυτή τη φορά είπε να ξανοίξει λιγάκι το εύρος του ήχου του, προσλαμβάνοντας τον hip hop παραγωγό Dion Wilson για ένα φλερτ παραπάνω με την αμερικανική soul, πάλι αυτή η αίσθηση των τούβλινων τοίχων του Λονδίνου αποπνέεται στο φόντο του.

7/10 (στιβαρές γροθιές)

Broken Records
Let Me Come Home
(4AD)

Το σεξτέτο πλέον (μετά την αποχώρηση των Arne Colb και David Fothergill και την προσχώρηση του φρέσκου κιθαρίστα Craig Ross) των Broken Records έρχεται να επικυρώσει από το Εδιμβούργο, τις αυξημένες προσδοκίες του ντεμπούτου «Until The Earth Begins To Part«, αλλά και να επιβεβαιώσει ότι το ηρωικό rock του «βουνού και του λόγγου» μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τον αστικό πληθυσμό ως εγχειρίδιο ξυραφιού, παρέας, ανακούφισης ή καρτερίας – ανάλογα το τραύμα ή την απώλεια. Έχω την εντύπωση ότι έτσι όπως οριοθετεί ο ίδιος ο Jamie Sutherland τις επιρροές του για το δεύτερο album των Broken Records -ένα μόρφωμα από «Nebraska» του Springsteen, «Murder Ballads» του Cave, «Feast Of Wire» των Calexico και του πρώιμου καταλόγου των R.E.M. στην I.R.S.- μοιάζει να βαφτίζεται μοιραία στην κολυμπήθρα των «χωρίς σωτηρία» περιπλανώμενων ψυχών, αυτών που βγάζουν φλύκταινες όταν εκτίθενται στο mainstream και παλεύουν να κρατήσουν ψηλά το ταλαιπωρημένο λάβαρο της πίστης τους. Μακριά από οποιαδήποτε καταχώρησή τους στους έντεχνους γραφικούς, οι Broken Records υποστηρίζουν την σοβαρή, αγέλαστη στάση τους, με μερικά πολύ καλά rockers («A Darkness Rises Up«) και κάποια θαυμάσια ψυχοβγαλτικά downers («I Used To Dream«).

7/10 (μαντήλια αποχαιρετισμού)

Kula Shaker
Pilgrims Progress
(StrangeF.O.L.K.)

Στο album της επιστροφής τους, μετά το «Strangefolk» του 2008, οι Kula Shaker προς τιμή τους, φροντίζουν να «σκοτώσουν» από το πρώτο κιόλας κομμάτι του album, τον Peter Pan («Peter Pan R.I.P.«), κάνοντας έτσι το ύψιστο ψυχαναλυτικό καθήκον τους απέναντι στην brit pop που τους εξέθρεψε. Χωρίς λοιπόν σύνδρομα που τους κρατούν πίσω, ο Crispin Mills και οι φίλοι του, μπορούν αποενοχοποιημένα να επιδοθούν σε ένα αρκετά ειλικρινές μελωδικό brit rock με τρυφερότητα και ευαισθησία και να αναζητήσουν όλα εκείνα τα στοιχεία που πάντρεψε στα 60’s το mersey beat με το paisley underground και να καταλήξουν χωρίς θεαματικά και εντυπωσιακά αποτελέσματα στην διαπίστωση ότι… μέχρι οι Last Shadow Puppets να κυκλοφορήσουν το δεύτερο album τους, η θέση τους θα παραμένει κενή. Μέχρι τότε, οι σπουδές των Kula Shaker πάνω στην θεματολογία των Byrds και των Crazy Horse του Neil Young κρατούν καλά και ζεστά τη θέση τους στο σύγχρονο προσκήνιο, έστω και χωρίς πολλά φώτα στραμμένα πάνω τους. Προσέξτε ιδιαίτερα το σαντούρι και τον αυλό στο camp instrumental «When A Brave Needs A Maid«…

6/10 (λαχούρια)

Sheryl Crow
100 Miles From Memphis
(A&M)

Στο έβδομο album της, η Sheryl Crow -μια τραγουδίστρια που ενσωματώνει στο act της, όλη την αμερικανιά του ντουνιά, από όποια πλευρά και αν την δει κανείς, είτε από εκείνη του επαγγελματισμού είτε από την άλλη της κορπορατίλας- κάνει φόρο τιμής στη νότια soul, και συγκεκριμένα στον ηλιοκαμμένο ήχο του Memphis. Στον αντίποδα της soul της Joss Stone που αντιμετώπισε στο «Colour Me Free«, την νότια soul ως ένα στιλιστικά πρόσφορο πεδίο να ταιριάξει την αχαλίνωτη φωνή της, η Sheryl Crow προσεγγίζει την soul του Memphis ως ένα ακόμα πόδι της παράδοσης των ριζών της και ερμηνεύει στην ουσία «λευκά» και «rocky» τα τραγούδια των 4/4 που επιλέγουν εδώ οι πολύτιμοι συνεργάτες της όπως ο Doyle Branhall II και ο Justin Stanley.  Έχοντας εξασφαλίσει πλήρως τα συστατικά που έχουν κάνει brand τον ήχο των Memphis Horns, η Crow τραγουδάει με κείνο τον συντηρητισμό των αμερικανικών macho rodeos που την έκανε γνωστή (και ιδιαίτερα αντιπαθή σε μένα) ένα μενού με όλα τα καλά του αμερικανικού κατεστημένου: διεκπεραιωτική reggae παρέα με τον Keith Richards Eye To Eye«), στιβαρή, εσωτερική soul αλά Hi Records μαζί με τον Justin Timberlake (στη διασκευή του «Sign Your Name» του Terence Trent D’ Arby), κουτουρού διασκευές όπως το «I Want You Back» των Jacksons και το μελωδικό, ξυραφάτο «Sideways» του Citizen Cope κ.λπ. Η ίδια η Crow έχει γειωμένο για τα καλά το δίσκο της, δεν τον απογειώνει πουθενά, διότι προφανώς δεν μπορεί να αντλήσει από μέσα της τίποτα που είναι επαρκές για ένα φλογερό soul album. Προτιμήστε πάντα την Bonnie Raitt

4,5/10 (μίλια μακριά)

Tinie Tempah
Disc Overy
(Parlophone)

Αυτό που χαίρομαι ιδιαίτερα στο ντεμπούτο του εικοσιδυάχρονου βρετανού rapper Tinie Tempah είναι η διαβολεμένη ικανότητά του να ακυρώνει κάθε κόλλημά μου απέναντι στις προζάτες λογοδιάρροιες – μοιάζει να πιάνει από το χέρι τον ακροατή που έχει μεγαλώσει με μελωδίες στα αυτιά του και να τον πηγαίνει βόλτα στα εξαιρετικά φουτουριστικά μέρη της space αισθητικής των σύγχρονων laser studios, να τον καθησυχάζει για τις ανησυχίες του περί «δυσκολίας-να-οικειοποιηθείς-την-πρόζα» και να του αποκαλύπτει έναν παλμό που δεν άκουσε ποτέ από τους αμερικανούς hip hoppers. Ο Tinie Tempah είναι ένα σύγχρονο απότοκο της μοντερνιστικής βρετανικής τεχνολογίας, ένα παιδί που παίρνει το λαϊκό rhyming του δρόμου και το τοποθετεί περίοπτα στο στούντιο όπου του επιφυλλάσει το απόλυτο crossover ανάμεσα στην αμερικανική εφηβική pop του κάθε Chris Brown, Usher και Ne-Yo (τους κάνει όλους τους να μοιάζουν με νιάνιαρα), το grime του Dizzee Rascal και την επικών διαστάσεων pop του Jay-Z. Μαζί του τραγουδούν εδώ κι εκεί η Ellie Goulding, η Kelly Rowland, ο Εric Turner, η Swedish House Mafia και ο Range. Έχει cutting edge, είναι sexy με ασυγκράτητες ιδέες στην τσέπη του και όλη τη μητρόπολη στην αγκαλιά του, όπως στο εξώφυλλο. Σκέφτεστε τίποτα καλύτερο για βρετανικό Νο.1;

7,5/10 (μικρόφωνα knocked out)

Laetitia Sadier
The Trip
(Drag City)

Όσο ιδιόρρυθμη και ελλειπτική είναι η pop των Stereolab, χρόνια τώρα, παγιδευμένη σε μοτιβάκια που ανακαλούν ένα σωρό δοξασίες από το παρελθόν του art deco, του bauhaus, των σουρεαλιστών και των ιμπρεσιονιστών (συχνά ταυτόχρονα), άλλο τόσο διαφαίνεται στο προσωπικό ντεμπούτο album της ψυχής τους, Laetitia Sadier η τάση να γίνει όσο γίνεται πιο συγκεκριμένη και απτή, όσον αφορά στις μελωδίες της. Χωρίς τον Tim Gane απέναντί της, η Laetitia χαλαρώνει, κάπως σαν να ησυχάζει και γίνεται -προς τιμή της- σαφής και τρυφερή, στρογγυλεύει εκείνες τις ατέρμονες γωνίες των Stereolab και φτιάχνει μελωδικά «τρουφάκια» υψηλής ζαχαροπλαστικής δεξιοτεχνίας. Κοινώς είναι πράγματι έντεχνη η Laetitia στο «Trip» αλλά παραμένει και πολύχρωμη και επικοινωνιακή και πολιτιστικά υπερφορτωμένη με ένα σκασμό γνώσεις και εμπειρίες από το σύνολο της pop κουλτούρας. Αξιολάτρευτη και εστέτ.

7/10 (ντεσέν στο φουστάνι)

Cherry Ghost
Beneath This Burning Shoreline
(Heavenly)

Δεύτερο album για τους άγγλους indie rockers μετά το «Thirst For Romance» του 2007, ακόμα καλύτερο, ακόμα πιο λυρικό, ιδιαίτερο και βαθιά συναισθηματικό σε ένα φαντασιακό σταυροδρόμι ανάμεσα στους Coral, τους Last Shadow Puppets και τον Richard Hawley. Hχογραφημένο μεταξύ Ρώμης και Βερολίνου το «Beneath This Burning Shoreline» φέρει έναν σφοδρό παλαιορομαντικό αέρα μέσα του που θες να τον εισπνεύσεις μονορούφι γιατί για κάποιο λόγο εμπιστεύεσαι τυφλά τον Simon Aldred σε ό,τι τον κινητοποιεί, σε ότι τον κάνει να ατενίζει τόσο βαθιά λυρικά τον ορίζοντα και την ψυχή του. Ακόμα και τα στοιχεία που σε διαφοροποιούν ως ακροατή από το δραματικό αλλά χωρίς κραυγές και οιμωγές, rock των Cherry Ghost γίνονται πεδία εξερεύνησης. Είναι πονεμένο album αυτό, με βιολιά που σε σκίζουν εδώ και κει, με μια αδιαπραγμάτευτη αίσθηση αλήθειας και με ζάχαρη όπου πρέπει αλλά κυρίως με ταμπάσκο.

7,5/10 (αναμμένα σπίρτα)

Lloyd Cole
Broken Record
(Tapete)

Πάντα ήταν έντονη η πετριά του Lloyd Cole με την folk ρίζα του – πάντα ένιωθε την ανάγκη να είναι συνδεδεμένος με την παράδοση που ανάθρεψε τη μελωδική φλέβα του, ακόμα και τότε που πειραματίστηκε με την αστική chamber pop στα προχωρημένα 80’s και στις αρχές των 90’s. Σήμερα όμως αυτή η αγάπη για την αμερικανική country παράδοση μοιάζει όψιμη και λίγο καιροσκοπική, παρότι δεν έχει σημαντικά ψεγάδια να καταγγείλει κανείς. Το «Broken Record» είναι ένα album ζεστό και φιλικό, σαν κάλεσμα για ένα ζεστό φλυτζάνι με κάτι ανακουφιστικό. Αποπνέει αίσθηση από «παρεάκι» με κατευνασμένα πνεύματα που τα έχουν βρει μεταξύ τους (Joan As Police Woman, Fred Maher κ.λπ.) και έχει να προτείνει μερικές μελωδίες που δεν θα σου αλλάξουν τη ζωή για πάντα, σίγουρα όμως θα σου προσφέρουν μια πιο ψύχραιμη οπτική να την αντιμετωπίσεις. Ο Lloyd Cole τραγουδάει με μια εξαιρετική ωριμότητα και μια συγκαταβατικότητα που έχεις ανάγκη μετά από τόση τσίτα, τόση πίκρα και τόσο συχτίρι που έχεις φορτωθεί από όλους τους «contras» της americana όλα αυτά τα χρόνια.

6/10 (ζεστά φλυτζάνια με κάτι ανακουφιστικό)

Tired Pony
The Place We Ran From
(Fiction)

O Gary Lightbody των Snow Patrol με τους Tired Pony (ένα εντυπωσιακό super group με μέλη που δεν φαίνονται να έχουν τελειωμό στο μέτρημα) έκανε ένα όνειρό του πραγματικότητα: ένα μεγαλειώδες πάνπικρο country rock album που να ενσωματώνει όλη την εμπειρία του από την αμερικανική ήπειρό στα δέκα προηγούμενα χρόνια και να έχει κοντά του όλους τους φίλους και ήρωές του. Μαζί του βρίσκεται ο Iain Archer μετά της συζύγου του Miriam Kaufmann, ο drummer των Belle And Sebastian, Richard Colburn, o Peter Buck των R.E.M. και ο Scott McCoughey από τους Minus 5 (μεταξύ άλλων), ο Troy Stewart, ο M. Ward και ο παραγωγός Jacknife Lee, αλλά και η Zooey Deschannel (που κάνει ντουέτο με τον Lightbody στο «Get On The Road«) και ο Tom Smith των Editors. Ουφ! Αν σταθμίσει κανείς προσεκτικά τους ρόλους και τις ισορροπίες ανάμεσα σε αυτό το ακατάσχετο name dropping θα βρει την χρυσή τομή της ένωσής τους και θα νιώσει τον country rock αέρα που πνέει στο «Place We Ran From» – κάπως σαν να είναι ο Gram Parsons ηγέτης των Waterboys, ή κάτι τέτοιο. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος για την γερή κράση όλων των τραγουδιών του δίσκου -κάποια ακούγονται γαμάτα όπως το «Dead American Writers» και κάποια άλλα σαν στριμμένα αποπαίδια του Johnny Cash όπως το «I Am A Landslide«. Ωστόσο, η αίσθηση του ξεσκάσματος και της ευχαρίστησης «από την εμπειρία» είναι παντού διάχυτη και κάπως σε κάνει να χαίρεσαι.

6/10 (τραγόμαλλα λιαστά)

The Gaslight Anthem
American Slang
(Side One Dummy)

Ο Brian Fallon των Gaslight Anthem από το New Jersey τραγουδάει με έναν τρόπο που σου σκίζει την καρδιά: έχει έναν λεβέντικο ηρωισμό η εκφορά του, μία συνοφρυωμένη ένταση, από αυτό το είδος όμως που δεν ξέρεις αν συνοφρυώνεται από ικεσία ή από τσαντίλα… Το τρίτο album του κουαρτέτου ακούγεται τόσο γυμνασμένο, καλοφτιαγμένο και συγκινητικό με την in yo face τιμιότητά του – αμερικανικό εξημερωμένο punk ‘n’roll χωρίς ίχνος σπαταλημένης καγκουριάς, χωρίς καμία από τις πιωμένες πρώτες ριπές των Green Day ή των Offspring. Αν υπάρχει μια ευθεία αναφορά στον ήχο τους αυτή μάλλον τους Hold Steady δείχνει και το heartland rock του Bruce Springsteen των 70’s ή ακόμα των Clash χωρίς την λονδρέζικη «εκπαίδευση» του δρόμου. Υπάρχει ένα είδος συναγερμού στον ήχο των Gaslight Anthem, ένα κουδουνιστό κάλεσμα στα όπλα από ανθρώπους που είναι αποφασισμένοι να διεκδικήσουν τα συναισθηματικά κεκτημένα τους πρώτα και αργότερα τα κοινωνικά – οικονομικά… Ορθόδοξα δωδεκάμετρα, καλοζωισμένα crescentos για μια γενιά που θέλει να νιώθει υποψιασμένη, τραγούδια που χωράνε από Buddy Holly μέχρι Tom Petty και μία αίσθηση πραγματικής ευδαιμονίας.

7,5/10 (μπαντάνες)

The Black Keys
Brothers
(Nonesuch)

Στο δικό μου νου, η διαφορά ανάμεσα στη σπουδαιότητα των Black Keys και την σπουδαιοφάνεια των White Strips έχει να κάνει με το πώς τα δύο σχήματα διαχειρίζονται το ήθος του γκαραζιέρικου rock με ρίζες στα blues, που καλούνται να υπηρετήσουν. Εκεί που ο Dan Auberach και ο Patrick Carney γράφουν τραγούδια καρικευμένα με θρυμματισμένα κομμάτια της ψυχής τους (όπως soul – μπορείς να το διακρίνεις στην φωνητική ερμηνεία του Dan…) έστω σουλουπωμένα, εδώ από τον Danger Mouse, ο Jack και η Meg παριστάνουν ότι όλο αυτό είναι το φόντο ενός θιάσου για να ξεδιπλώσουν το κοκκινόμαυρο act τους. Οι Black Keys φοράνε την γκαραζιέρικη βρωμιά τους με έναν απόλυτα ταιριαστό τρόπο στα τραγούδια τους, θριαμβεύουν με υψωμένη τη σημαία του «αυθεντικού», ακούγονται συναρπαστικοί και ανελέητα ρομαντικοί όταν κεντάνε τις αναφορές τους στους Country Joe & The Fish, τους Electric Prunes, τον Al Green και τους Allman Brothers (ναι, αμέ!), μυρίζουν παλιακά jeans και ανάσες από σπιτικά μπαχαρικά και δεν καταχρώνται την εικόνα του αλκοολισμού τους. Είναι απλά ένα εργαλείο και αυτό. Ωραία βαριά, ηλεκτρικά grooves συν μια διασκευή στο «Never Gonna Give You Up» των Gamble & Huff και του Jerry Butler που θα το προτιμώ πάντα από το «Black Moses» του Isaac Hayes.

7,5/10 (μποτίλιες με ό,τι θες)

Advertisements

2 Σχόλια to “Ξαν’ άκου με προκατάληψη”

  1. Aurora said

    To σχόλιό μου είναι ότι σε παρακολουθώ εδώ και λίγο καιρό και το blog σου είναι ΑΨΟΓΟ. Εύγε!

  2. Stratos said

    Ουπς τα μισά ούτε που τα έχω ακούσει ακόμα…. τρέχω…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: