All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Archive for Οκτώβριος 2009

Λουδοβίκεια 2009

Posted by gone4sure στο 29 Οκτωβρίου 2009

Louis XIV

Τέσσερα ανταγωνιστικά σπλάχνα του φιλελευθερισμού -ο οικονομικός, ο κοινωνικός, ο ριζοσπαστικός και ο… μελανοχιτώνειος συν ένας ενδεχόμενος πέμπτος, μοντερνιζέ και με ελαφρύ πλην εύγλωττο μειδίαμα – συζητούν διεξοδικά για την επόμενη ‘γαλάζια’ μέρα ευελπιστώντας ο καθείς για την πάρτη του να πάρει το χρίσμα:

– «Το διακύβευμα είναι η επόμενη μέρα».
– «Αυτονόητη η συνεργασία των τριών άλλων ανθυποψηφίων με τον εκλεγέντα αρχηγό»
– «Υπάρχει θυμός στη βάση. Δικαιολογημένος θυμός.»
–  «Η πίκρα του κόσμου μας  δεν εκτονώνεται με ευχές και παχυστομίες.»
– «Θα πρέπει να τολμήσουμε να σκάψουμε βαθιά για να αναζητήσουμε τα αίτια αυτής της ήττας.»
– «Όχι στείρα και άγονη κριτική. Όλοι μαζί με ανοιχτές και διαφανείς διαδικασίες να ξεπεράσουμε αυτή τη δύσκολη στιγμή για την παράταξη.»
– «Οι γαλάζιοι φίλοι έχουν δικαίωμα στην εκλογή του νέου αρχηγού.»
– «Ριζική πρέπει να είναι η αναδιάρθρωση του κόμματος. Καμία χτεσινή δομή δεδομένη.»
– «Με βαρωνείες και «εμπίστους» δεν χτίζεται το αύριο.»
– «Οι άνθρωποι που μας ψήφισαν δεν ανέχονται λουδοβίκειες συμπεριφορές»
– «Δεν υπάρχουν δαχτυλίδια διαδοχής στην μεγάλη δημοκρατική παράταξη.»
– «Επιτέλους, ας πετάξουμε έξω τις φατρίες που μας έφεραν ως εδώ.»

Τέτοια και άλλα τσιτάτα που όλα συντάσσονται δυνητικά με πλήθος θαυμαστικών -τουλάχιστον τρία- ακούγονται στο prime time σαν να είναι πραγματικά, καυτά και ενδιαφέροντα, πλασαρισμένα σαν σεισμικές ειδήσεις πρώτου μεγέθους…

Όταν κλείσεις τα ανοιγμένα τσαούλια σου που τεντώθηκαν από την απορία, αρχίζεις να γελάς – το τελευταίο καταφύγιό σου… Έτσι, οι ειδήσεις των 8.00 γίνονται μια σπαρταριστή κωμωδία σαν εκείνη με την Streisand, τον Ryan O’ Neal και τις πολλές βαλίτσες… Αφιερώνω με όλη την ψυχή μου στην αρχικομεντιέν ντάμα κούπα και αυριανή αρχηγό της «περήφανης» -μα φευ! προσωρινά θλιμμένης- γαλάζιας παράταξης την παραίνεση των Fuzzy Pets. Διότι και αυτή και όλοι, ξέρουμε ότι το διακύβευμα είναι όντως η επόμενη μέρα αλλά όχι για τους ηττημένους πικραμένους ‘πατριώτες’…

Posted in Uncategorized | Leave a Comment »

Album of the week ending 03.11.2009

Posted by gone4sure στο 27 Οκτωβρίου 2009

Monsters Photo

Monsters CoverMonsters Of Folk
Monsters Of Folk
(Shangri-La Music)

Ο M.Ward συμπαθής. Ο Conor Oberst, πάλι, αντιπαθής. Ο Mike Moggis στην καραντίνα. O Jim James των My Morning Jacket απρόβλεπτος. Οι Monsters Of Folk απολαυστικοί. Δε θυμίζουν κανέναν επιμέρους. Και ευτυχώς δεν είναι folk.

To «Monsters Of Folk» συμπίπτει δαιμόνια και σχεδόν ύποπτα με μια πρόσφατη εμμονή μου με το καλιφορνέζικο roots rock. Εννοώ την Linda Ronstadt, τους Eagles, τον J.D. Souther και λίγο πιο πάνω στο Detroit, τον Bob Seger. Με μια συγκεκριμένη αφορμή, βούτηξα στο highway rock και από τότε δυσκολεύομαι να βγω. Ο λόγος είναι απλός. Εκείνοι όλοι οι desperandos στα 70’s έγραφαν τραγούδια. Με μια αισθητική που εξυπηρετούσε τη σκόνη του τοπίου τους. Πλην όμως παρέμεναν τραγούδια. Από αυτά που κατόπιν ενέπνευσαν τον Tom Petty και τους Traveling Willburys. Το έχουμε το πλαίσιο.

Ακούγοντάς το εν έτει 2009 δε έχεις παρά να καγχάσεις με τον τίτλο του –πουθενά δεν ξεμυτίζει η folk, δόξα σοι– να απορήσεις με το «ταξίδι στο χρόνο» που κάνουν και να θαυμάσεις τη χημεία τεσσάρων ανθρώπων που δημιουργούν εξαιρετικά, ενώ αντίθετα ο καθένας μόνος του αν μη τι άλλο είναι προβλεπτός. Τουλάχιστον. Οι Monsters Of Folk δεν παίζουν σαν 70’s. Παίζουν 70’s και προσωπικά, για αυτό το λόγο υποκλίνομαι στο μεγαλείο τους. Ακούγονται να λαχταρούν τις μέρες που το Billboard chart διαμορφωνόταν από γνήσιες επιτυχίες πληθωρικού μαζικού rock με τη σφραγίδα των μεσοδυτικών πολιτειών. Φαντάζουν ως ολογράμματα των καλιφορνέζων rockers όχι αναβιωτικά αλλά γνήσια. Το «Monsters Of Folk» είναι πράγματι ο καλύτερος δίσκος των Eagles με συμμετοχές από όλους τους συνήθεις ύποπτους. Είναι η γνήσια country rock που έφτιαχνε ο Townes Van Zandt και όχι οι περισπούδαστες μαλακίες των Bright Eyes. Είναι το αυθεντικό επαρχιακό rock των Union Gap και όχι η συμπαθής αλλά πολύ εστέτ ροκιά με μια παραμάνα κρυμμένη στο jean, των My Morning Jacket.

Alternative και μαλακίες. Λες και έχουμε υγιές mainstream για να λαχταρήσουμε το alternative…

Οι Monsters Of Folk κατάφεραν και έφτιαξαν αληθινό τρυφερό rock. Αληθινότατο και γερό, να πατάει στα πόδια του χωρίς περιττές μαγκιές και αχρείαστα ντεσιμπέλ. Ακούω το «Dear God» και το «His Masters Voice» να ανοίγουν και να κλείνουν το δίσκο, αντίστοιχα και πατάω το repeat χωρίς πλήξη. Τους ευχαριστώ βαθύτατα. 

Posted in Album Of The Week, Music | Leave a Comment »

Album of the week ending 24.10.2009

Posted by gone4sure στο 21 Οκτωβρίου 2009

Lumiere Brother

Layout 1Lumiere Brother
Fiction
(Archangel)

Ξέρω αρκετούς που θα φρίξουν με την ιδέα ενός album χωρίς κιθάρα στα σπλάχνα του και -δυστυχώς- ελάχιστους που θα ενθουσιαστούν: το «Fiction» είναι το πιο νεοϋορκέζικο από όλα τα «ελληνικά» albums τελευταίας εσοδείας. Δεν έχει καθόλου κιθαριστικό ψυχαναγκασμό και ταυτόχρονα διαθέτει τον λαμπρό «σπιτικό» ήχο παρέας, από τη στόφα εκείνη που υπάρχει σε έργα του Sufjan Stevens, της St. Vincent και του -κακορίζικου- Rufus Wainwright.

Ο Lumiere Brother είναι πολύ ψαγμένος τύπος όσον αφορά στη μουσική του τοποθέτηση. Σε πρώτο επίπεδο ακούγεται μπητλικός νέας εποχής. Νομίζεις ότι ο Paul McCartney κρατάει το ίσο μονίμως εδώ. Σε δεύτερο όμως, ακυρώνει τη σύμβαση του κουαρτέτου κιθάρα – μπάσο – drums – πλήκτρα και φτιάχνει το πιο πειστικό, αστικό (αλλά με βλέμματα και φλερτ σε επαρχιακές λιακάδες), «μορφωμένο», ιδιαίτερο και ευπρόσωπο ντόπιο άκουσμα των τελευταίων χρόνων. Εργαλεία του είναι τα όργανα από το σεντούκι της γιαγιάς -μεταλλόφωνο, μελόντικες κ.λπ.-και ένα πρωταγωνιστικό -αλλά όχι αλλαζονικό- πιάνο. Και αυτό, επειδή δεν χωράει στο σεντούκι…

Ο Θανάσης Χριστοδούλου, φαίνεται ότι δεν μασάει τις συμβάσεις περί αρσενικού rock, σνομπάρει με μεγαλοπρέπεια τα «ταξιμοειδή» κουλά της νέας ελληνικής αντίληψης περί rock (στην πλειονότητά της αμόρφωτη, θερμοκέφαλη και οπισθοδρομική) και προσανατολίζεται στον Brian Wilson των Beach Boys (παντού το «Friction» αναδίδει ανοιχτά παράθυρα και ηλιοφάνειες), ίσως στον Wayne Coyne – πριν ο τελευταίος πάθει progressive μαλακία- και σίγουρα στους νέους τραγουδοποιούς της αμερικανικής αστικής μουσικής, όπως ο Ray Lamontagne αλλά και ο James Morrison. O Θανάσης αγαπάει τα πιανιστικά κρεσέντα και τα διακριτικά τρεχαλητά των πιατινιών όπως τα αγαπάει ο Joel Gibb των Hidden Cameras και ο Billy Joel. Και όταν γράφει μελωδίες δεν εννοεί τα μινόρε. Aκούστε το «Photos On The Wall» να καταλάβετε τι εννοώ.

Μια χαρά, υγιή πράγματα δηλαδή.

Δεν είναι αριστούργημα το «Fiction» – είναι όμως ειλικρινές και απολαυστικότατο. Εκεί που υπερτερεί είναι η θεματολογία του. Αυθεντικά ρομαντική εμπνέεται από τους ‘μισακούς’ έρωτεςαυτούς που κάνουν τη δημιουργικότητα να αφρίζει μέσα μας με άχτι και υποκαταστατική λύσσα και δεν το λέω γω, το είπε ο Osacar Wilde– και φιλοτεχνεί ένα λυρικό πορτραίτο του εαυτού του που δεν έχει καμία από τη μιζέρια που έρχεται στο νού σας, όταν ακούτε τις ηλεκτροφόρες λέξεις «έντεχνος» και «ρομαντικός». Ο Θανάσης Χριστοδούλου είναι ένας τύπος αισθητά κοινωνικοποιημένος με πολιτισμικά πρότυπα που δεν ντρέπεσαι να επικαλείσαι, είναι εκπαιδευμένος στην πρόσφατη ιστορία της pop κουλτούρας και έχει μια σινεματική αντίληψη στις συνθέσεις του. Μου ‘ρχεται να κλαίω. Ποτέ δεν πίστευα ότι ένα «κανονικό» album σαν αυτό θα κυκλοφορούσε από ελληνική καταγωγή. Διότι πολύ απλά πίστευα ότι η πλειονότητα των νέων μουσικών έχει ανατραφεί με διαστρεβλωτικές τερατογεννέσεις και ανοησίες σε λεβέντικα περιτυλίγματα. Ο Θανάσης, ακόμα και όταν παίζει βαλσάκια (που εγκρίνονται από το έντεχνο ελληνικό κονκλάβιο) το κάνει με γαλλικό αυθεντικό αέρα -συγκεκριμένα από την φοιτητική εμπειρία του στη Lyon- και μυρωδιά λεβάντας («Small Waltz For A French Girl»).

Ευτυχώς διαψεύδομαι.

Διαψεύδομαι γιατί ακούω έναν άνθρωπο να εκφράζεται ολοκληρωμένα, φιλόδοξα («Μy Toys Are Lost»), καλόγουστα, με όραμα και άποψη για το υλικό του. Διαψεύδομαι γιατί ακούω κομμάτια που «πατάνε» σε μια λογική και σε ένα προσωπικό πάθος. Και ας μην είναι αυτό το πάθος πάντα συναρπαστικό. Διαψεύδομαι γιατί τα τραγούδια του Θανάση αποπνέουν εκείνο το φίλτρο της «κανονικότητας» που δυστυχώς λείπει από την ελληνική σκηνή. Διαψεύδομαι γιατί υπάρχουν τραγούδια εδώ που -όντως- μου αρέσουν πολύ, χωρίς να πιέζομαι από το ταπεινωτικό ελαφρυντικό «για ελληνικό, καλό είναι» («Fast Backwards», «Black Keys», «Sleeping In Airports»…) Διαψεύδομαι γιατί όντως επιβεβαιώνω ότι γίνεται ένας μουσικός της Ελλάδας να έχει «χτιστεί» με ανοιχτούς ορίζοντες που ανασαίνουν, απαλλαγμένος από τα βαρύδια της τυραννικής ελληνικής folk δικτατορίας. Διαψεύδομαι, τέλος, γιατί ακούω έναν Έλληνα να δρα με διεθνείς όρους. Προφανώς ήταν σε θέση να κοινωνικοποιηθεί σωστά. Διέθετε την οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική πολυτέλεια να βιώσει σε μεγαλύτερο βεληνεκές την pop κουλτούρα. Οι επιλογές μετράνε και όχι οι δυνατότητες… Διαψεύδομαι γιατί πράγματι ακούω το στιλ και την ουσία σε αγαστή σύμπνοια, χωρίς το ένα να καπελώνει σφαιτεριστικά το άλλο.

Η μόνη μου ένσταση όσον αφορά στο έτσι κι αλλιώς απολαυστικό «Fiction» είναι η εγκεφαλική προσέγγιση του Θανάση στις ερμηνείες του, σε βάρος των συναισθηματικών «τσιγκελιών» που θα μπορούσε να έχει. Μοιάζει αβίαστος μεν όταν τραγουδάει, σωστός και ορθός δε. Και αυτό το δεύτερο, το θεωρώ έλλειμα. Είναι τέτοιο το υλικό του που θα ήθελα πράγματι να τον ακούσω τσαλακωμένο και ευάλωτο. Επικαλούμαι τον Scott Matthews. Θα ήθελα να νιώθει «eventful» τραγουδώντας, κάθε στίχος του -γαμάτος συνήθως- να σημαίνει τα πάντα για την ύπαρξή του. Προτιμάει την ορθότητα και την μετριοπάθεια. Όταν πετάξει το cool από πάνω του, θα είναι όλα, υπέροχα αλλιώς.

Α ναι. Ο Θανάσης είναι αδερφός της Monika και μέλος των πατρινών Serpentine, από τους οποίους ξεκίνησε και ως καλεσμένη η «πλατινένια», πλέον, darling. Η πληροφορία, αυτή δεν χρειάζεται να κρατηθεί στα υπόψιν. Είναι κατά τη γνώμη μου trivial και απλα καταδεικτική του γεγονότος ότι μπορεί όντως, να υπάρξει μια διαφορετική αισθητική πραγματικότητα στην Ελλάδα. Και ας βρίσκεται στην ίδια οικογένεια.

(Eπειδή δεν υπάρχει οπτικό υλικό, διαθέσιμο στο you tube, για τον Lumiere Brother, ή ίσως εγώ δεν το βρήκα, να ένα ταινιάκι από τους αυθεντικούς αδερφούς Lumiere, από το 1903: «Οι Ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης»).

Posted in Album Of The Week, Music | 4 Σχόλια »

Πέντε απογοητεύσεις από το δεύτερο εξάμηνο 2009

Posted by gone4sure στο 16 Οκτωβρίου 2009

Με αφορμή την ταυτόχρονη ανακήρυξη του  σε δίσκο του μήνα από Uncut και Mojo, του εξαμβλώματος των Flaming Lips, θυμήθηκα για μια ακόμη φορά, ότι χαρακτηριζόμαστε, όχι μόνο από αυτά που μας αρέσουν, αλλά -κυρίως- από αυτά που δεν μας αρέσουν. Πέντε ακόμη δίσκοι λοιπόν που αν δεν έβγαιναν δεν θα έκαναν τον κόσμο φτωχότερο – ίσα ίσα θα παρέμενε πλουσιότερος.

EMBRYONIC TRAY

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που το progressive rock με την αρνητικά φορτισμένη αύρα του θα ξαναχτύπαγε την πόρτα, αλλά αυτή τη φορά όχι με ξεκάθαρα τεχνολογικά μπουρδολογήματα (από αυτά που έδιναν πάτημα στο punk να δόξάσει τα τρία ακκόρντα) αλλά με ψυχεδελικά άλλοθι και επιφάσεις lo-fi. Νομίζω ότι το «Embryonic» των Flaming Lips (Οκτώβριος 2009, Reprise) είναι ό,τι χειρότερο έχω ακούσει εδώ και πολύ καιρό – ανύπαρκτες συνθέσεις, κάκιστη παραγωγή, υποκριτικά «ελευθεριάζοντα» σχήματα και για επιστέγασμα μια, λυσσαλέα ματαιοδοξία ως κινητήριος δύναμη, αυτήν του Wayne Coyne που οραματίζεται τον εαυτό του σε όλη τη διάρκεια του βασανιστικού διπλού album, ως αντι-μεσίας και διόνυσος του γλυκού νερού. Πραγματικά κακό album, κραυγαλέα ασυνάρτητο και με εντελώς ανόητο αστρολογικό concept. Οι τίτλοι μιμούνται τις ψυχεδελικές ενοράσεις των αυθεντικών freaks των 60’s αλλά το αποτέλεσμα στο περιεχόμενο είναι σκουπίδια. «Η Ασημένια Ανακοίνωση Του Τοξότη», «Το Σπαθί Του Σκορπιού», «Το Βουνό Των Σκουληκιών»… Σας θυμίζει μήπως Rick Wakeman; Προσθέστε και λίγο Captain Beefheart και έτοιμη η κομπόστα. Sorry αλλά αυτό δεν είναι γνήσιο freakin’ out. Είναι παπαριές καμαρωτές.

Τους χαρίζω 1 αυθεντικό αστρολογικό χάρτη από τους 10 που θα έπρεπε να έχουν μελετήσει.

Editors In This LightΑυτήν την ξαφνική καθίζηση του Tom Smith δεν μπορώ να την καταπιώ με τίποτα. Ξαφνικά οι Editors στο «In This Light And In This Evening» (Σεπτέμβριος 2009, Kitchenware) παθαίνουν ένα ολικό σβήσιμο του σκληρού τους και μπαίνουν στο στούντιο για το τρίτο album τους χωρίς τίποτα στη μνήμη τους, χωρίς κανένα αισθητικό αποτύπωμα της ως τώρα δουλειάς τους, χωρίς καμμία αίσθηση και συναίσθηση και γράφουν ένα δίσκο κλώνων των Joy Division. Εντελώς διαφορετική μπάντα από εκείνη του «Back Room» γράφουν απλοϊκά σχήματα που δεν μπορούν καν να βάλουν στη σειρά και συμπεριφέρονται σαν προέφηβοι που ενθουσιάζονται με την Mute. Σχεδόν ούτε ένα τραγούδι δεν στέκεται εδώ μέσα – νομίζεις ότι δεν είχαν καν κάποιες ιδέες πριν μπουν για να ηχογραφήσουν. Και όλη αυτή η πρεμούρα με το σκοτεινό electro στα καλά καθούμενα, μοιάζει με γυμνασιακή άσκηση ύφους πάνω στους Depeche Mode και τον Fad Gadget.  Φαντάζομαι ότι ο Flood, στην -κακή- παραγωγή θα ίδρωσε να τους φέρει βόλτα. Δεν τους έφερε τελικά. Έφτιαξαν έναν κακορίζικο, ενοχλητικό δίσκο.

Τους χαρίζω 3 Casio από τα 10 που θα έπρεπε να έχουν ταλαιπωρήσει πριν μπουν στο στούντιο.

Maxwell Blacksummer

Το σπουδαίο συγκριτικό πλεονέκτημα που έκανε τη διαφορά στην soul του Maxwell ήταν η κομψότητα στην αντίληψη του ρυθμού και το γεφύρωμα που ασυναίσθητα επιχειρούσε μεταξύ r’n’b και pop φόρμας. Συν ότι έγραφε εξαιρετικά τραγούδια. Το καινούριο του album  περιλαμβάνει όλα όσα έβαζε απέναντί του με τους δύο πρώτους δίσκους του ως αντιπρότυπα: την μουρόχαυλη σατέν αισθητική, τις συμβατικές «σούπες» μελωδίες, το αντρικό machismo, την ελαφρότητα που πάντα έδινε πάτημα στα λευκά ακροατήρια να χλευάσουν την soul, ανόητους στίχους και ερμηνείες που κάποτε θα φαίνονταν πολύ νερόβραστες ακόμα και για τον R. Kelly και φτωχά, μίζερα τραγούδια που μιμούνται τα πρωτότυπα (τα παλιά δικά του) με πονηρό τρόπο. Το «Blacksummer’s Night» (Ιούλιος 2009, Columbia) είναι ένα θλιβερό album ενός σπουδαίου καλλιτέχνη με σπαταλημένο ταλέντο. Πραγματικά δεν κρατάς τίποτα από αυτήν την λοβοτομή εδώ μέσα. Θέλω να ξεχάσω ότι το κυκλοφόρησε και να ξυπνήσω αύριο και στη θέση του να έχει φυτρώσει το «Urban Hang Suite» No.2.

Του χαρίζω 3 κουτάκια προφυλακτικά από τα 10 που θα έπρεπε να έχει (χρησιμοποιήσει με προκοπή).

Bad Lieutenant

Ο Bernard Sumner στην κάτω βόλτα του: πραγματικά δεν περίμενα ότι από όλους τους κλώνους των New Order που έχουν σκάσει μύτη μέσα στα χρόνια, ο πιο αστείος και ίσως ο πιο ανυπόφορος θα ήταν ενός μέλους του ίδιου του ιστορικού group. Από την αρχή μέχρι το τέλος του το «Never Cry Another Tear» (Οκτώβριος 2009, 101 Distribution) των Bad Lieutenant σού δίνει την αίσθηση ότι σε κοροϊδεύει κατάφατσα. Μοιάζει με karaoke του «Republic» και με κακή κόπια του «Electronic» – σαν να γράφτηκε σε μια νύχτα μόνο για να προβοκάρει την αίγλη των συγκεκριμένων και να κλέψει λίγη από την ρωμαλέα, όμορφη tech-pop τους. Συνθετικά ανεκδιήγητος, ο Sumner οριακά σε προσβάλλει: πετάει στα μούτρα σου ένα πράγμα που αφορά μόνο τον ίδιο και τις αναμνήσεις του και σου ξεκαθαρίζει ότι «δικά του είναι, ό,τι θέλει τα κάνει». Σαν να φέρεται χαιρέκακα στο ίδιο το υλικό του, σαν να επιβεβαιώνει ότι ήρθε η εποχή που θα φάει από τα έτοιμα, με τον πιο χοντροκομμένο, τον πιο ασεβή τρόπο. Πραγματικά χάλια.

Του χαρίζω τα 3 δάκρυα από τα 10 θα έπρεπε να έχει ρίξει, αυτά που αρνείται στον τίτλο του album.

Soulsavers

Αν τελικά, αυτό το πάνψυχρο και ανέμπνευστο, ογκώδες μενίρ που είναι το «Broken» (Αύγουστος 2009, V2) των Soulsavers αποτελεί τη φυσική κατάληξη του Mark Lanegan μετά από μια συναρπαστική καλλιτεχνική πορεία, τείνω να πιστέψω ότι τελικά -ναι- είναι με το μέρος των κακών στο «Gattaca» και όχι των «ανθρώπινων». Το συντομότερο δυνατό, θα πρέπει να αποταυτιστεί από την δυσκίνητη, τελματωμένη δυσπραγία των δύο τζιμανιών που κρύβονται πίσω από τους Soulsavers για να μη χάσει την αίγλη της φωνής του και το prestige της αποστασιοποιημένης του θέσης στο σύγχρονο electrock. Στο τρίτο album τους, οι Soulsavers ακυρώνουν όλες τις υποσχέσεις των δύο πρώτων δίσκων τους και γίνονται -όπως και οι U.N.K.L.E.– ένα φαντεζί, υποβλητικό τίποτα για τη γενιά που έχει μάθει πρώτα να εντυπωσιάζεται και μετά να σκέφτεται. Άσχημος δίσκος και δυσοίωνος στον πυρήνα του που συμπαρασύρει μαζί του και τους τρανούς καλεσμένους του, από Mike Patton μέχρι Richard Hawley.

Τους χαρίζω 3 κόλλες για να «κολλήσουν» από τις 10 που θα έπρεπε να έχουν συνολικά.

Posted in Music | 6 Σχόλια »

Album of the week ending 17.10.2009

Posted by gone4sure στο 14 Οκτωβρίου 2009

Oh Mercy Photo

Oh Mercy CoverOh Mercy
Privileged Woes
(Casadeldisco)

Yπάρχουν κάποιοι δίσκοι που κυκλοφορούν κατά καιρούς και ακούγονται στα αυτιά μου, ως ιδανικά αγκίστρια να κρεμάσω την ύπαρξή μου πάνω τους για να ξεκουραστεί. Είναι συνήθως albums που δεν έχουν καμία μοίρα κάτω από οποιονδήποτε ήλιο, με τραγούδια που δεν θα ακούσουν πολλοί άνθρωποι, από μπάντες που δεν θα συνεχίσουν να υπάρχουν για πολύ, αποθαρρημένες από το μάταιο της δράσης τους. Είναι δίσκοι που εκφράζουν κάτι εκτός του αχού της επικαιρότητας, πέρα από τα flashes, τα hypes και τα εντυπωσιακά ιντερνετικά banners.

Ένα τέτοιο δισκάκι είναι το «Privileged Woes». Γλυκό, «απροστάτευτο», με συγκινητικές προθέσεις και ελάχιστα μέσα στη διάθεσή του να τις πραγματοποιήσει. Είναι ένα album που κυλάει γάργαρα και καλόγουστα, σαν ένα προσωπικό μυστικό σου που σε κάνει να νιώθεις ιδιαίτερος και βοηθάει την κούρασή σου να βρει διέξοδο. Συχνά μάλιστα, αυτά τα δισκάκια είναι που μονοπωλούν εμμονικά το ενδιαφέρον μου. Με κάνουν να μη θέλω να ακούσω τίποτα άλλο. Κολλάω στο repeat ξανά και ξανά…

Οι Oh Mercy από την Μελβούρνη στο ντεμπούτο αυτό album τους, δεν ανακαλύπτουν τον τροχό, δεν διεκδικούν την πεμπτουσία της σύγχρονης καμπανιστής pop, δεν θέλουν να χρισθούν οι νέοι Hollies ή οι νέοι Free Design. Είναι πέντε εξαιρετικά συμπαθή τυπάκια που έκατσαν σε ένα δωμάτιο και απότισαν φόρο τιμής στους συμπατριώτες τους Go Betweens και στην… σκοτσέζικη pop της Postcard. Αυτά. Ως εκεί φτάνουν οι φιλοδοξίες τους. Άψογα.

Ο Alexander Gow, ψυχή του συγκροτήματος νιώθει σαν Roddy Frame σε μετεφηβική άνθιση. Οι Aztec Camera είναι ο άλλος πόλος πάνω στον οποίο εναποθέτουν όλη την αισθητική τους, μαζί με αυτόν των Go Betweens. Ο Gow τραγουδάει με ευγένεια, ερωτική διάθεση και πολύ εξομολογητική στιχουργική θεματολογία, μια σειρά από κομμάτια που μπορούν να ακούγονται όλες τις ώρες της μέρας χωρίς ποτέ να υπόσχονται ότι θα σου αλλάξουν τη ζωή. Τα «Seemed Like A Good Idea» και «Can’t Fight It» είναι τραγούδια anorak υπεροχής, από τη στόφα εκείνη που έχετε να ακούσετε από τις μέρες των πρώτων 80’s και το single «Get You Back» είναι αυτό που θα αναγνωρίσετε να παίζεται δυνητικά στο Jokers ή στο Pop τις Τρίτες και θα γίνει σήμα κατατεθέν του φετινού χειμώνα.

Μου αρέσουν ιδιαίτερα οι Oh Mercy επειδή ενώ είναι παιδιά αστικού περιβάλλοντος, συμπεριφέρονται και ακούγονται ως ισορροπημένα πλάσματα επαρχίας. Είναι αυτό που έκανε κάποιους υπερπόντιους γραφιάδες να χαρακτηρίσει τη μουσική τους, australiana.

Posted in Album Of The Week, Music | Leave a Comment »