All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Album(s) of the week ending 04.04.09

Posted by gone4sure στο 1 Απριλίου 2009

Fischerspooner
Entertainment
(Lo Recordings)

Pet Shop Boys
Yes
(EMI)

fischerspoonerΔεν θα μπορούσε να είναι ένα μόνο, πάλι, αυτήν την εβδομάδα, είναι βλέπετε τόσο εξαρτημένοι οι μεν από τους δε, τόσο συμπληρωματικοί, και σε δεύτερο επίπεδο, τόσο μα τόσο αντίθετοι που καταλήγουν δύο όψεις ενός νομίσματος. Οι Fischesrpooner και οι Pet Shop Boys είναι δύο λαμπερά παραδείγματα «ψωνισμένων» acts, που έχουν την electro pop κορώνα στο κεφάλι τους, για διαφορετικούς λόγους το καθένα. Στην ουσία, όμως, τα κίνητρα και οι στόχοι τους, ξεκινούν και καταλήγουν στους ίδιους τους εαυτούς τους. Άρα τόσο όμοιοι και φωταγωγημένα ματαιόδοξοι.

Επίσης, τυχαίνει και τα δύο ονόματα να έχουν καλούς δίσκους. Πολύ καλούς.

Ο Casey Spooner (κοιτάξτε με πόσο καβλοθυμό μάς κοιτάζει από το εξώφυλλό του, σαν να θέλει να μας τις βρέξει για τα νοίκια που του χρωστάμε, τάχα, αλλά και να μας κρεβατώσει κιόλας) και ο Warren Fischer, ρετάλια του electroklash που τόσο περήφανα συν-δημιούργησαν στις αρχές αυτής της δεκαετίας, επιστρέφουν απαλλαγμένοι από το πολυεθνικό άγχος της EMI με ένα τρίτο δίσκο που –σας το λέω, ορθά κοφτά– μου αρέσει γιατί μου θυμίζει ξεδιάντροπα Fad Gadget και τα πρώτα δισκογραφικά βηματάκια του Daniel Miller -τους Normal- όταν δημιουργώντας την Mute στις αρχές των 80’s ήθελε να στεγάσει όλους τους μεταμοντέρνους φουτουριστές, που είχαν ένα λόγο να αρθρώσουν. Ο Neil Tennant και ο Chris Lowe, ρετάλια της electro chart pop και μανιακοί με το italo disco επιστρέφουν με δέκατο album (προσέξτε πόσο κενό φαντάζει ο τίτλος και το εξώφυλλό τους υπακούοντας φαντάζομαι σε μια marketing οδηγία που θέλει ένα απλό ευοίωνο, χωρίς περιεχόμενο σύμβολο και τίτλο να κερδίζει με την κούφια θετικότητά του το κοινό) τώρα στα ξωπίσω, σαν arty farty γριές με χιλιάδες κρέμες ανάπλασης πάνω τους και με εκατοντάδες -φαντάζομαι- ιδέες περί τέχνης, ζωής, sex και πετυχημένης ίντριγκας.

psbΓραφικά και τα δύο ντουέτα, υπερφιλόδοξα στα ηχητικά σχήματα που επινοούν να γεμίσουν τα τραγούδια τους, παράγουν pop που εμπεριέχει τη φροντίδα και το μεράκι των ανθρώπων που αν δεν έκαναν αυτό που κάνουν, θα είχαν πέσει στα «βαριά». Θέλω να πω, ακούγοντας το «Entertainment» και το «Yes» σχεδόν ακούς παχιά την απόγνωσή τους, νιώθεις τους παγωμένους γάντζους που έχει εξαπολύσει η ψυχή των δημιουργών τους προς τα τραγούδια τους, βγάζοντας μια κραυγή ανάγκης για δικαίωση της ύπαρξής τους. Αν, δηλαδή, δεν είχαν τη δυνατότητα να παίζουν αυτή τη μουσική, τα συγκεκριμένα δύο σχήματα ανθρώπων, θα ήταν ή τρελοί σε ιδρύματα ή εγχειρισμένοι τρανσεξουαλικοί με τικ και με θεματικά όργια κάθε βράδυ στα σαλονάκια τους. Οι Pet Spooners σου φοράνε κολλάρο την υστερία τους, αλλά με ένα τρόπο που μοιάζει με τελετουργικό στολισμό του λαιμού σου.

Το electro για τους Fischer Pet Spooner Boys είναι σανίδα σωτηρίας. Γι’ αυτό και το προσέχουν, το ντύνουν, το στολίζουν, το νοικοκυρεύουν, έχουν στο νου τους να του παρέχουν τα καλύτερα και τα πιο μοντέρνα για να μην τους εγκαταλείψει…
Πιο εστέτ οι πρώτοι, πιο μπλαζέ οι δεύτεροι.
Πιο εγκεφαλικοί οι πρώτοι, πιο αισθαντικοί οι δεύτεροι.
Περισσότερο προσανατολισμένοι στα καθαρά ηλεκτρονικά μοτίβα οι πρώτοι, πιο παραδομένοι στα γκραντιόζα στουντιακά σχήματα οι δεύτεροι.
Με τον Jeff Saltzman, οι πρώτοι, στην παραγωγή που τον τσίμπησαν μετά τη δουλειά του για τους Killers, με τους Xenomania, οι δεύτεροι, αλλά και τον Johnny Marr ξανά σε κάτι στιλιζαρισμένες κιθαριές και τον Owen Pallet των Final Fantasy μετά τη συγκλονιστική δουλειά του στις ενορχηστρώσεις των εγχόρδων των Last Shadow Puppets.
Πιο ελλειπτικοί οι πρώτοι, πιο έμπειροι να ξεμαυλίζουν το κοινό σε μάζες οι δεύτεροι.

Kαι οι δύο παίζουν παραδοσιακά gay μουσική (χορευτική, στιλάτη, επίμονη και κατά προτίμηση, «συνωστισμένη» και νυχτερινή) που είναι ok να καταναλώνεται βουλιμικά από τα str8 ακροατήρια.

Η επιτυχία των Fischerspooner στο «Entertainment» είναι ότι γράφουν μια σειρά από συγκλονιστικά καλά τραγούδια («Supply & Demand», «The Best Revenge», «Door Train Home» για παράδειγμα…) με μια εξαιρετικά έξυπνα φωτισμένη παραγωγή. Έχουν σπουδαία καλλιτεχνική διεύθυνση (που θα έλεγε και η οσκαρική ακαδημία), καβλωτική πόζα με διττό -συνήθως- νόημα, ρυθμούς που δεν φοβούνται να είναι κοφτεροί και να αιμορραγούν καμία φορά. Σημειολογικά οι Fischerspooner αποτελούν ένα μόρφωμα από τους πιο leftfield νεορομαντικούς -τους Night Moves ας πούμε ή τους Leisure Process- και τους πιο ακραίους noise funk guerillas τύπου Konk και Liquid Liquid. Κάπου στη μέση ξεδιπλώνουν το act τους, που ξεκινάει από τις αστικές νευρώσεις, κάνει μια στάση σε κάποιο arty strip show -που θέλει να είναι και γκαλερί ταυτόχρονα- και καταλήγει σε κάποιο club τύπου Warehouse. Ο Spooner τραγουδάει δε, με μια γαμημένη γοητεία τα τραγούδια του που δεν συνάδει καθόλου με την χύμα οπτική εικόνα του η οποία δε συμμαζεύεται -όπως θα θυμάστε από το live του- από πουθενά.
Όταν μάλιστα καταφεύγει σε ειρωνικές electro ασκήσεις, πνιγμένες στα στρώματα του dubbing, όπως το «Amuse Bouche» θες να σηκωθείς και να ανεμίσεις τη μοιραία φράτζα σου προς τη μεριά του ως ύστατο χαιρετισμό. Long Live PVC!
Μετά τους απαντάς με το «Passion Of Lovers» των Bauhaus.

Πραγματικά βγάζω το καπέλο μου στους Fischerspooner. Αν μάλιστα αυτό το καπέλο είναι κείνο το πληθωρικό σαρίκι των μαχαραγιάδων, αλλά κεντημένο με vinyl και χρυσά – μπορντό σιρίτια, ακόμα καλύτερα.

Η επιτυχία πάλι των Pet Shop Boys στο «Yes» είναι ότι μετά από είκοσι πέντε χρόνια γράφουν τραγούδια με υψηλή αισθητική εκζήτηση και απέραντο στιλ, από αυτά που σε κάνουν να νιώθεις (εσύ, ο ίδιος) ομορφότερος όταν τα χορεύεις… Παρότι άγρια γκριζαρισμένοι πλέον, συμπεριφέρονται σαν πάτρωνες του installation art, μανούλες στην εκτραβαγκάντζα και δεξιοτέχνες στο να νομιμοποιούν αυτό το αναίσθητο, πρωτοεπίπεδο, ηδονικό μέχρι πόρωσης camp pop υφάκι τους. Ο Tennant συνεχίζει να τραγουδάει άψυχα, απρόσωπα και προκλητικά «κενά» τα italo disco τραγούδια του, πετυχαίνοντας ο μπαγάσας να σε κάνει να οικειοποιηθείς ως ουσιαστικό, αυτό το άδειο τίποτα που επικοινωνεί… Κρυμμένος πίσω από αυτή την ψυχαναγκαστική γλυκύτητα που πάντα είχε, ο Tennant δεν έχει παρά μια απέραντη ματαιότητα να  προσφέρει αλλά τόσο μα τόσο πλουμιστή και όμορφη. Ακούς, όμως το «Love Etc.», το «Vulnerable», το «The Way It Used To Be», το «More Than A Dream» (για παράδειγμα…) και πραγματικά απορείς με το πόσο δεξιοτεχνικά και ακαταμάχητα επιβάλλει ένα πανάδειο kitsch τίποτα ως βιώσιμη καλλιτεχνικά, pop φόρμα και μάλιστα υψηλής αισθητικής αξίας, κάνοντάς σε να χάψεις λαίμαργα και τα κλισέ και τα στερεότυπα και όλο το μενού της κοινοτοπίας στο οποίο καταφεύγει για να τραγουδοποιήσει.
Όταν μάλιστα κάνει φτηνά διφορούμενα τύπου «Did You See Me Coming?» («Με Είδες Να Χύνω;«), θες να σηκωθείς να χειροκροτήσεις με όλη σου την ειλικρίνεια και να φωνάξεις με πηγαία θεατρικότητα, «Θεά!».
Mετά τους απαντάς με το «Is It All Over My Face?» («Είναι Απλωμένο Σε Όλο Το Πρόσωπό Μου;«) των Loose Joints.

Πραγματικά βγάζω το καπέλο μου στους Pet Shop Boys. Αν μάλιστα αυτό το καπέλο είναι και κείνο το ψηλό κωνικό ενός δρυίδη, βουτηγμένο μέσα σε ασημιά τρούφα, με λιλιπούτειους σβαρόφσκι δονητές ως κοσμήματα, ακόμα καλύτερα.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: