All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Η δίνη

Posted by gone4sure στο 27 Ιουλίου 2008

Ανεβοκατέβαινε τα σκαλιά σαν σε λούπα. Πάντοτε μισή ώρα πριν μπει στο σπίτι, έμπαινε σε αυτή τη διαδικασία. Ανεβοκατέβαινε τις σκάλες που ένωναν τους δύο παράλληλους δρόμους στο λόφο. Για πολύ ώρα. Δεν ήταν πάρα πολλά τα σκαλιά – καμμία εικοσαριά συνολικά αλλά αυτός είχε επιλέξει μόνο οκτώ από αυτά. Ήταν πλατιά και βαριά, φτιαγμένα προφανώς για να αντέχουν ζόρικες μεταφορές από ζώα ή καρότσια που πάσχιζαν να ανεβούν στο λόφο, γεμισμένα με ογκώδεις οικοσυσκευές ή άβολα έπιπλα. Όταν πια έμπαινε στο σπίτι, τα ρουθούνια του ήταν ορθάνοιχτα, η ανάσα του γρήγορη και το αίμα του κυλούσε με μανία στο σώμα του. Τις προάλλες μια περίεργη περαστική που είχε κοντοσταθεί και τον χάζευε για ώρα, τον ρώτησε γιατί ανεβοκατεβαίνει τα σκαλιά συνέχεια. Ο Άθας δεν απάντησε. Εκείνη την ώρα κατέβαινε το όγδοο σκαλί για να στρίψει αμέσως και να αρχίσει να ανεβαίνει ξανά. Άναψε μόνο ένα τσιγάρο, χαμογέλασε ευγενικά και συνέχισε.

O ήχος από τις μπότες του έκανε ένα μεστό γεμάτο θόρυβο, κάθε φορά που πατούσε στο σκαλί, πάντα ο ίδιος ήχος, ηδονικός και σημαντικός. Τον αφουγκραζόταν με ιδιαίτερη προσήλωση σε κάθε βήμα. Το παλτό ήταν μια γερμανική ρεντιγκότα σταυροκούμπωτη που έφτανε μέχρι τους αστράγαλους και δεν κουλαντριζόταν εύκολα. Ήταν τόσο απαλή και ελαφριά που έμοιαζε με χοντρό, μεταποιημένο σεντόνι που ανέμιζε με την παραμικρή κίνηση του σώματος ή του αέρα. Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία. Κάθε νύχτα, πριν το ρολόι της παραλιακής κωμόπολης χτυπήσει μεσάνυχτα, είχε ήδη ξεκινήσει να ανεβοκατεβαίνει τα σκαλιά, φορώντας τις περισσότερες φορές την ίδια ρεντιγκότα και τις ίδιες μπότες. Όταν τύχαινε οι σκάλες να έχουν κίνηση από τύπους που βιάζονταν να φτάσουν στην πάνω μεριά της πόλης ή άλλους που τεμπέλικα βόλταραν για να σκοτώσουν ώρα, φερόταν σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Περίμενε τους περαστικούς με υπομονή και σοβαρότητα να ανεβούν ή να κατεβούν και συνέχιζε τη διαρκή λούπα του, κάνοντας τα βλέμματα των περιπατητών να γυρίζουν σχεδόν ενοχλημένα, καχύποπτα και με ένα πρωτόγονο δέος.

Υπήρχαν βράδυα που έτσι όπως ανεβοκατέβαινε κυκλικά -από την αριστερή μεριά κατέβαινε, από τη δεξιά ανέβαινε- ήταν σίγουρος ότι η δίνη του έφτανε σε ζαλιστικό βάθος. Κάποιες φορές αγωνιούσε τόσο πολύ το ιδρωμένο πρόσωπό του, μήπως δεν προλάβει να κυκλώσει τη δίνη που με τόση υπομονή είχε φτιάξει, που έπιανε τον εαυτό του να επιταχύνει το ρυθμό αυτής της λοξής βόλτας. Σχεδόν ανεβοκατέβαινε τρέχοντας. Όταν πια ήταν σίγουρος ότι η δίνη βρισκόταν εκεί, επιβράδυνε ξανά το ρυθμό του πάνω – κάτω, φανερά ικανοποιημένος που γλύτωσε μια σχεδόν τραγωδία πριν συμβεί. Μόνος αυτός ήξερε ότι θα ήταν πραγματική τραγωδία να μην δημιουργηθεί η δίνη. Όταν σιγουρευόταν, σκούπιζε καθησυχασμένος το μέτωπό του και συνέχιζε μέχρι να ανηφορίσει για τα καλά για το σπίτι. Μόνο ο ίδιος ήξερε πότε ήταν η κατάλληλη στιγμή να εγκαταλείψει τη δίνη του και να συνεχίσει τη βραδυά του. Ο Άθας δε μιλούσε πολύ αν και ήταν πρόθυμος σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, εκτός από τις ώρες που συντηρούσε τη δίνη του. Τότε ήταν σοβαρός και μετρημένος. Αφοσιωμένος στο έργο του, στις σκάλες που αντηχούσαν μέσα στο βράδυ τα πλαταγιάσματα από τις μπότες του, αγόγγυστα και σιωπηλά, απορροφώντας τους κραδασμούς τους.

Η δίνη ήταν μόνο του Άθα. Δεν την έβλεπε κανένας. Δεν την όριζε κανένας άλλος. Ούτε μπορούσε κάποιος άλλος να βουτήξει στη φυγόκεντρό της. Μόνο ο Άθας μπορούσε. Ένιωθε και μεγάλη ευθύνη για αυτήν. Όταν ζαλιζόταν από το καθημερινό αυτό καθήκον του, κοντοστεκόταν και άπλωνε τα χέρια μπροστά με κλειστά μάτια – σαν να ήταν έτοιμος να βουτήξει κάπου. Η δίνη του τον φρόντιζε. Ξανάφερνε την ισορροπία στο βάδισμά του και έδιωχνε τη ναυτία που ένιωθε όταν ήταν κουρασμένος. Όταν οι σκέψεις της ημέρας ξεμάκραιναν το μυαλό από το σκοπό του, η δίνη ανέδυε μουσική που μόνο αυτός και κάτι σκυλιά που ήταν ξαπλωμένα παρακάτω μπορούσαν να ακούσουν. Αυτό ο Άθας το είχε καταλάβει γιατί όταν έπαιζε η μουσική, τα αυτιά των σκυλιών σηκώνονταν σε ετοιμότητα και οι μουσούδες τους ορθώνονταν από τον βαθύ ύπνο για να εντοπίσουν την πηγή. Δεν ήταν μόνος του στο καθημερινό αυτό ελλειπτικό παιχνίδι. Τα σκυλιά ήταν μάρτυρες μιας γέννησης ενός κόσμου κάπου παραπάνω που ρουφούσε την ενέργεια και τον ιδρώτα του Άθα. Οι σκύλοι φρουρούσαν την τελετουργική διαδικασία, χωρίς σαματάδες και ένταση. Ήταν πάντα εκεί.

Μια Τετάρτη βράδυ, έβρεχε πολύ πυκνά. Τα σκαλιά είχαν κατακλυστεί από πέτρες και χώμα που κατέβαιναν από ψηλά σαν μικροί καταρράκτες και έγλυφαν τις κώχες τους με θολά καφεκόκκινα νερά. Η δίνη του Άθα δεν γεννήθηκε εκείνο το βράδυ παρότι μουσκεμένος από τη βροχή, ο ίδιος, συνέχισε σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Τα σκυλιά κάτω από τα υπόστεγα, κοιμόντουσαν σαν να περιμένουν να περάσει η μπόρα. Κανένας δεν μπορούσε να νιώσει την αγωνία του σήμερα. Ήταν μόνος του και χαμένος. Άδειος και κουρασμένος. Κάθε σκαλί που ανέβαινε, τόσο ξεμάκραινε η ελπίδα του να έρθει σήμερα η δίνη. Έκατσε στο έκτο σκαλί του. Η καταιγίδα είχε κολλήσει τη ρεντιγκότα πάνω του σαν δεύτερο πετσί πάνω από τα ρούχα. Ένιωσε άνετα να κλάψει. 

Σήκωσε το βλέμμα του στ’ αριστερά. Στις παραδιπλανές σκάλες -πιο σύγχρονες αυτές, πιο περιποιημένες και λιγότερο φθαρμένες οι κόχες τους από την πολυκαιρία- διέκρινε μέσα από το παραπέτασμα της βροχής, μια κοπέλα με ρεντιγκότα και μπότες. Ανέβαινε και κατέβαινε τα σκαλιά στη βροχή, με την ίδια ένταση που το έκανε και αυτός. Δεν πίστευε στα μάτια του. Μια νέα δίνη, λίγο παραδίπλα. Ή μήπως η λιγνή, καστανή κοπέλα με τα ίσια μαλλιά που έπεφταν μούσκεμα στους ώμους της, είχε κλέψει τη δική του δίνη; Πήγε καταπάνω της μέσα στη βροχή σχεδόν κόντρα στη θεομηνία που μαστίγωνε σχεδόν πλάγια τη γη. Το βλέμμα του είχε ένα μείγμα οργής και απορίας. Ήταν αποφασισμένος να διεκδικήσει τη δίνη του που όλως ξαφνικά είχε μετατοπιστεί καμία πενηνταριά μέτρα πιο πέρα. Ή μάλλον είχε κλαπεί από αυτή την κοπέλα. Αυτό το ανεξήγητο πρέπει να είχε σχέση με τη βροχή. Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει κάποιον με το δικό του «κουσούρι». Ωστόσο δεν ένιωσε έκπληξη. Ήταν τόσο μεγάλη η αγωνία του να ξαναβάλει την καθημερινή ρουτίνα του στη θέση της που δεν τον ένιαζε -τουλάχιστον τώρα- για την νέα άφιξη στο δικό του σύμπαν.

Η Λέα δρασκέλιζε τα σκαλιά λίγο πιο γρήγορα από τον Άθα. Δε γύρισε καν να τον κοιτάξει που ερχόταν αποφασιστικά, σχεδόν απειλητικά προς το μέρος της. Απλά τέντωσε το χέρι της προς το μέρος του -με το βλέμμα της πάντα εστιασμένο στο παράξενο πάνω-κάτω της- και με την παλάμη της ορθωμένη και λεπτή του έγνεψε να σταματήσει στα δέκα μέτρα. Ο Άθας σχεδόν κοκκάλωσε υπακούοντας στη χειρονομία της. Την κοιτούσε επίμονα να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες και ήταν σίγουρος ότι είχε με ένα τρόπο πάρει τη δική του δίνη… Απλά περίμενε ευγενικά το πότε θα σταματήσει η Λέα το τελετουργικό της για να του δώσει εξηγήσεις. Η μπόρα σταμάτησε μετά από δύο ώρες γεμάτες… Η Λέα ακούμπησε στα γόνατά της, έβγαλε από την εσωτερική τσέπη της ρεντιγκότας της ένα πακέτο τσιγάρα και το πρότεινε στον Άθα. Δεν τον είχε κοιτάξει ακόμα. Ο Άθας με αργά βήματα πλησίασε, πήρε ένα τσιγάρο και χωρίς να πουν κουβέντα, έκατσαν στα σκαλιά κοιτάζοντας μπροστά. Ο Άθας και η Λέα, δύο άγνωστοι, μοιράζονταν το «κουσούρι» αυτό που έκανε την κωμόπολή τους, να βράζει από τις φήμες, διάφορους (ημι)αστικούς μύθους και έναν φόβο που προκαλούσε στους κατοίκους. 

Η Λέα ήρθε από την διπλανή πόλη, μια ώρα δρόμο, εκείνη την Τετάρτη και εμφανίστηκε στο ύψωμα του Άθα σαν από ανάγκη. Σαν να ακολούθησε ένα καθήκον. Σαν να ήξερε ότι μια δύναμη είχε μπλοκάρει την δίνη του… Ο Άθας ένιωσε ότι η Λέα, απλά είχε σπεύσει. 

(Συνεχίζεται; )

Advertisements

4 Σχόλια to “Η δίνη”

  1. dustroad said

    Συνεχίζεται;

  2. Nik said

    Theories kosmikis sinomosias?
    Tin Kiriaki giriza ap’to horio mou ke diavaza sto treno ena palio Mickey Mouse. Ihe akolouthisi, pou les, o Mickey enan kathigiti kapou sti mesi enos okeanou, opou se takta diastimata genniotan…mia dini. Afisan ti dini na parasiri ti varka tous pros ta kato, ke sto vathos tis dinis, ston pithmena, ipirhe ena sentouki me margaritaria ke roubinia. Meta anevikan stin epifania, afisan ti roufihtra (etsi de legete allios i dini?) na katapii to Mavro Pit pou kinigouse to thisavro tous, ke tin ekanan gia treles stis seyhelles…

    Kapii anthropi, opos i iroes sou, milane metaxi tous ti glossa ton skilon, alihtoun apo makria ke katalavenonte, ke san lagonika tis agapis mirizonte tin agonia ke to fovo ke spevdoun, apo kathikon ilikrines ke epitaktiko, gia na ta kinigisoun makria apo koinou.

  3. gone4sure said

    @dustroad: Ε ναι, δεν είναι σωστό να τους αφήσω ανεμοδαρμένους και βρεγμένους στα σκαλιά.

    @Nik: Τέλεια ιδέα μου δίνεις με τον Mickey. 🙂
    Η γλώσσα των σκύλων πάει πακέτο με τις μεγάλες βόλτες, πράγματι, σαν αυτήν της Λέας. Η οποία έσπευσε. Έσπευσε! Έτρεξε στο δρόμο, έτρεξε στο λόφο. Τώρα ξελαχανιάζει με τον Άθα για τη συνέχεια. Είναι ήρωες όχι για μια μέρα μόνο.

  4. Stratos said

    Υπέροχη ιδέα – ανυπομονώ να διαβάσω τη συνέχεια. Με τον Άθα, τη Λέα και τα σκυλιά. Να παρασυρθώ από τη δίνη και να ανακαλύψω τι κρύβει μέσα της.

    Η ρεντικότα με τις μπότες ιδανικό χειμωνιάτικο ντύσιμο! Μου δίνει και ιδέα για εικονογράφηση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: