All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

By The Time I Get To Phoenix – H απόδραση

Posted by gone4sure στο 26 Μαΐου 2008

Επιτέλους, αυτό το post γίνεται πραγματικότητα. Κουράστηκα πάνω από τρεις μήνες μαζί του και σίγουρα πολύ περισσότερο από από όσο κουράστηκα με τα «Nature Boy», «Gloomy Sunday» και «My World Is Empty Without You«. Ίσως επειδή το «By The Time I Get To Phoenix» έχει διανύσει μακρύτερη διαδρομή μέσα στα χρόνια – παρότι είναι το νεότερο από ολα, σε ηλικία, έχει περισσότερους σταθμούς σε studios και σε σκηνές συναυλιών… Ίσως επειδή αν δεν κουράσει μέχρι εξάντλησης δεν αποκαλύπτει τον πολύτιμο εαυτό του… Είναι εντυπωσιακά ευγενικό τραγούδι το «By The Time I Get To Phoenix» και…

…Αυτή είναι η ιστορία του…

Το «By The Time I Get To Phoenix» είναι ένα εξαιρετικό τραγούδι. Έχει μεγαλείο ψυχής, συναισθηματική ανωτερότητα, εσωτερική αναπόληση, νοσταλγία αλλά και συνείδηση. Δεν αντιμετωπίζει την αγάπη σαν αυτονόητο, ούτε σαν εγωιστικό κεκτημένο: για αυτό ακούγεται γενναίο, πικρό και, με ένα δικό του τρόπο, τρυφερό. Τραγoύδι που αναδεικνύεται από τις ερμηνείες και από την εσωτερική παλέτα του κάθε τραγουδιστή, έχει διασκευαστεί λυσαλέα και έχει γίνει εθνικό σύμβολο για την Αμερική, έχει γίνει πρότυπο road trip και με ένα πραγματικά περίεργο τρόπο, ενώ γεννήθηκε σε country χωράφια τιμήθηκε εξίσου και από soul καλλιτέχνες το ίδιο φανατικά και επίμονα που ερμηνεύτηκε από τις στρατιές των country αστέρων. Δεν είναι τυχαίο ότι πάνω από τα δύο τρίτα των εκτελέσεων που παρουσιάζονται εδώ, προέρχονται από την τετραετία 1967 – 1971… Σχεδόν όλο το Nashville σούμπιτο, ένιωσε την ανάγκη να το ερμηνεύσει (κάποιοι το είπαν εξαιρετικά) και αργότερα, η soul του φόρεσε το στέμμα του απόλυτου τραγουδιού εγκατάλειψης… Ενώ είναι αντρικό στον πυρήνα του (μία από τις πρώτες επιτυχίες του Jimmy Webb), αρκετές γυναίκες τόλμησαν να το ερμηνεύσουν και καλά έκαναν… Χωρίς τη βοήθεια του tranzsistorer και του dustroad, του Βουτς και του Άρη δεν θα είχα μάθει όλες αυτές τις εκτελέσεις, ούτε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αμερικανικά τραγούδια των τελευταίων σαράντα χρόνων…. Guys, thank you’s are not enough

Αυτές τις εκτελέσεις δεν τις βρήκα – μόνο ο Γιάννης Πετρίδης τις έχει…

Στο γιγαντιαίο αυτό post, συγκέντρωσα όσες θεωρούσα πραγματικά ουσιαστικές εκτελέσεις του τραγουδιού. Κάποιες ωστόσο, δεν έχω καταφέρει να τις βρω ακόμη – αν τις έχετε οποιαδήποτε από τις οκτώ της λίστας που ακολουθεί, είναι παραπάνω από καλοδεχούμενες
Classics IV, 1968 από το album «Spooky«,
Henson Cargill 1968 από το album «Skip A Rope«,
Andy Williams 1968, από το album «Honey«,
Roger Miller 1968 από το album «A Tender Look At Love«,
Johnny Darrell 1968, από το album «With Pen In Hand«,
Andy Kim 1969, από το album «Baby I Love You«,
Nashville West 1976 από το ομότιτλο album τους
Junior Mance 1977 από το album «Holy Mama«.
Οι υπόλοιπες που λείπουν είναι πραγματικά ασήμαντες (Liberace, Vic Damone, Paul Anka, Lawrence Welk, Roger Whitaker, Mantovani)… H πλήξη δεν έχει τελειωμό με αυτούς τους τύπους… Απορώ γιατί μπήκαν στον κόπο…

Πάμε όμως από την αρχή…

Το αντίπαλο δέος του Burt Bacharach, ο Jimmy Webb

Το πόσο σημαντικός είναι ο συνθέτης Jimmy Webb στην ιστορία, έχει γραφτεί και αποτυπωθεί με αδιάσειστα πειστήρια: το Billboard είναι σπαρμένο μέσα στα χρόνια με δικά του αποτυπώματα – είτε ερμηνευμένα από country crooners είτε από υγρές μαύρες φωνές. Οι μελωδίες του και οι στίχοι του ήταν μια γερή αντίστιξη στην καθηλωτική απλότητα του δίδυμου Bacharach / David. Όσο «σκελετικά» και κομψά έγραφαν αυτοί οι δύο άλλο τόσο περίτεχνα αλλά ταυτόχρονα «πιασάρικα» έγραφε ο Webb. Για κάθε «Look Of Love» και «Do You Know The Way To San Jose» των Bacharach / David, η ιστορία ισορροπούσε αντίστοιχα με ένα «MacArthur Park» και ένα «Up, Up And Away» του Jimmy Webb. Η ικανότητα του Webb να γράφει επικά pop αριστουργήματα ήταν απαράμιλλη και η διεισδυτικότητα στους στίχους του που φτάνει στο εσωτερικό της ψυχής -το ανήλιαγο, το σκοτεινό- είναι πραγματικά καθηλωτική. Ο Webb – σήμερα 62 ετών– είναι ο μοναδικός καλλιτέχνης στην ιστορία που βραβεύτηκε με Grammy ταυτόχρονα για μουσική, στίχους και ενορχήστρωση, κατάγεται από την Oklahoma αλλά έδρασε στο Los Angeles όπου πήγε στα 18 χρόνια του και άρχισε να γράφει. Το 1967 βρέθηκε στο απώγειό του, όχι μόνο με το «By The Time I Get To Phoenix» αλλά και με το «Up Up And Away» των Fifth Dimension… Από τότε και μετά, όλα είναι ιστορία που αξίζει να την ψάξετε και να την ανακαλύψετε – φέρτε τη στο φως και στο i-pod σας…

Η άκυρη διαδρομή του τραγουδιού, εγγύηση για τη συναισθηματική βαρύτητά του.

Το τραγούδι αναφέρεται σε έναν ήρωα που εγκαταλείπει την πρώην «καλή» του, αφήνοντάς της ένα σημείωμα και φεύγει για πάντα. Σε μια εποχή που το ερωτικό τραγούδι ήταν ταυτισμένο με δράματα και μελό καταστάσεις ηρώων που αντιμέτωποι ο ένας στον άλλο, βγάζουν τα σώψυχά τους, ο Jimmy Webb αντιπροτείνει ένα πολιτισμένο, εσωτερικό κομμάτι αναπόλησης με το ζευγάρι χωριστά σε διαφορετικά καρέ, το καθένα… Όσο σπουδαία και καλαίσθητη είναι η εικόνα που χτίζει ο Jimmy Webb, τόσο… άκυρη φαίνεται να είναι η διαδρομή που κάνει ο ήρωας στην Αμερική. Η διαδρομή Phoenix – Albuquerque – Oklahoma είναι -σύμφωνα με το σχετικό λήμμα στην wikipedia– εντελώς αδύνατο να συμβεί στο χρονικό πλαίσιο τη αφήγησης του τραγουδιού. Η υπερβολή στην υπηρεσία ενός συναισθηματικού ξεριζωμού με νόημα.

Kάνετε κλικ στα ονόματα των καλλιτεχνών στους μεσότιτλους για να κατεβάσετε τα τραγούδια – τα περισσότερα έχουν αναμφίβολα, περισσότερο από ιστορικό ενδιαφέρον.

Έγχορδα και rhythm ‘n’ bluesy διάθεση από τον Johnny Rivers

 

Ο τραγουδιστής, κιθαρίστας και συνθέτης Johnny Rivers (βαφτισμένος John Ramistella) άνοιγε το όγδοο album του «Changes» (1966, Imperial) με το τραγούδι που του έδωσε ο Jimmy Webb αφήνοντας τη μαγεία της εποχής να ξεχυθεί στα αυλάκια του. Οι blues καταβολές του Rivers φαίνονται ξεκάθαρα στη φωνή του και στον γλυκό συμπονετικό τρόπο με τον οποιο χειρίζεται την κιθάρα του ευθεώς ανάλογο με την νοσταλγία που διαφαίνεται στην ερμηνεία του. Ήταν η πρώτη φορά στην καριέρα του που ο ήχος του ξέφευγε από το βασικό σχήμα κιθάρα – μπάσο – drums για να αφήσει τον παραγωγό Lou Adler και τον ενορχηστρωτή Marty Paitch να προσθέσουν έγχορδα σε μια τολμηρή κίνηση να μπολιάσει το πολιτισμένο, ρομαντικό rock του με το «πνεύμα» της εποχής το οποίο έβγαινε από την πόλη για να κυλιστεί στα γρασίδια της εξοχής, επηρασμένος ίσως και από το υλικό που ήθελε να στεγάσει στην εταιρία Soul City που ίδρυσε την ίδια χρονιά. Το album έφτασε στο Νο.33 του Billboard μέσα στο 1967 (κυκλοφόρησε Δεκέμβριο 1966) ενισχυμένο από το τραγούδι «Poor Side Of Town» που ήδη είχε ανεβεί στο Νο.1 των singles από τον Νοέμβριο του 1966. Το «Changes» θεωρείται ένα από τα καλύτερα albums των 60’s και ο Johnny Rivers που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη αλλά μεγάλωσε στο Baton Rouge της Louisiana και έδρασε στο Los Angeles (όπου πήγε όταν ήταν 21 χρόνων), δίκαια απολαμβάνει μεγάλου σεβασμού από τους φιλόλογους του rock – η συνέπεια, η επιμονή και η παραγωγικότητά του δεν τον πρόδωσαν ποτέ. Ο dj Alan Freed τού έδωσε το όνομα Johnny Rivers το 1958, ένα χρόνο μετά αφότου είχε ξεκινήσει στα 20 χρόνια του να παίζει με το group Spades Of Suede. Πριν κάνει το ντεμπούτο του στην Imperial, ο Rivers είχε ηχογραφήσει τραγούδια σε δώδεκα διαφορετικές εταιρίες (!!!). Παρά τα συνολικά τριάντα εκατομμύρια που πούλησαν, ήσυχα, οι δίσκοι του σε ένα κοινό που προφανέστατα προτιμούσε τους εμπνευσμένους μουσικούς από τους stars, δεν πήρε ποτέ τη δημοσιότητα που του αξίζει. Σήμερα ο Johnny Rivers είναι 66 χρόνων.

Ο Marty Robbins το τραγουδάει σε ειδυλιακή country pop ρομαντζάδα

Ο Martin David Robertson ήταν ένας από τους πιο ανήσυχους τραγουδοποιούς – τραγουδιστές – κιθαρίστες της country που παρότι τίμησε τη βιομηχανία του Nashville υπηρετώντας την, όχι μόνο δισκογραφικά αλλά και κινηματογραφικά, πολλοί σκληροπυρηνικοί country fans, τον κατηγόρησαν για τη χαμελαιοντική δράση του καθώς, από την country έμπαινε στην pop και στο rock ‘n’ roll με χαρακτηριστική άνεση, χωρίς να ρωτάει κανέναν. Ο Robbins, άγγιξε στα τέλη των 50’s – αρχές των 60’s το εμπορικό ζενίθ του, οπότε δεν κάνει καμία εντύπωση το ότι το album στο οποίο περιέχεται η διασκευή του, το ομότιτλο «By The Time I Get To Phoenix» (1966, Columbia) δεν μπήκε στα pop charts του Bilboard παρά μόνο στα αντίστοιχα country charts (No.8). Αυτό που κάνει σίγουρα εντύπωση όμως είναι στο συγκεκριμένο -τουλάχιστον- τραγούδι ερμηνεύει με την καταπληκτική φωνή του με μια διάθεση crooner και όχι ενός στιβαρού country αστέρα. Ο Robbins εδώ θυμίζει τα μελό τραγούδια με τα οποία ξεκίνησε στα 50’s αλλά όση αυταρέσκεια κι αν κρύβει αυτή η εκτέλεση δε γίνεται να μην υποκλιθείς στο μεγαλείο της… Ένα τρυφερό, όμορφο «μικρο-δράμα» μιας άλλης εποχής. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι το θάνατό του (το 1982 από καρδιακή προσβολή), δύο μήνες μετά την είσοδό του στο Country Hall Of Fame, ο Robbins είχε σημειώσει 94 country επιτυχίες στο chart…

Φιλότιμο, λευκό rhythm ‘n’ blues από τους Magnificent Men με άσφαιρα εμπορικά πυρά.

Για την ιστορία, οι Magnificent Men από το Harrisburg της Pennsylvania ήταν ο τραγουδιστής Dave Pupp, ο κιθαρίστας Terry Crousore, ο οργανίστας Tommy Hoover, ο σαξοφωνίστας Tom Pane, ο τρομπετίστας Buddy King, ο μπασίστας Jimmy Seville και ο drummer Bob Angelucci. Το πιθανότερο είναι ότι δε θα ξαναχρειαστεί να διαβάσετε τα ονόματά τους πουθενά αλλού, γιατί εμπορικά σκόραραν μηδαμινά και η ιστορία τούς έγραψε ως ένα συγκρότημα που σχηματίστηκε επί τούτου από την Capitol για να ανταγωνιστούν τους Soul Searchers. Είναι ένα από αυτά τα μικρά ονόματα με τα οποία συντίθεται το παζλ της ιστορίας αθόρυβα – κάτι σαν τα θεμέλια στα οποία δε δίνει κανείς σημασία, όχι, απαραίτητα, άδικα. Ωστόσο ο τρόπος που ερμηνεύουν το τραγούδι (κυκλοφόρησε μόνο σε single, με b-side το «Tired Of Pushing» – 1967, Capitol) είναι αρκετά συμπαθητικός, με το γρέζι του Dave Pupp να συνοδεύεται από γυναικεία soul φωνητικά, αν και ακούς ξεκάθαρα ότι το γαλανομάτικο rhythm ‘n’ blues τους, θέλει να φλερτάρει και τον Eric Burdon με τους Animals… Μόλις τρεις πολύ μικρές επιτυχίες σημείωσαν στο Billboard («Stormy Weather» – No.90, «I Could Be So Happy» – No.93, «Sweet Soul Medley» – No.133 !!!) με αντίστοιχες επιδόσεις και τα δύο albums τους («Magnificent Men» – Νο.171 και «Magnificent Men Live» – Νο.89) – όλα την ίδια χρονιά, το 1967- και αφού είδαν και απόειδαν, έκαναν μια τελευταία, άκαρπη προσπάθεια στην Mercury με δυο – τρία singles κι εξαφανίστηκαν. Αν παρά την ατυχή πορεία τους, κάτι σας παροτρύνει να τους ψάξετε, αναζητείστε τη συλλογή «Peace Of Mind» με δεκαεννιά τραγούδια τους (ανάμεσα στο οποίο και το «By The Time I Get To Phoenix«) που κυκλοφόρησε το 1994 η Collectables.

Η καριέρα του Glen Campbell στον γαλαξία…

Ένας από τους πολύ αγαπημένους μου τραγουδιστές, ο Glen Campbell αντιπροσωπεύει το λαμπερό country pop πρόσωπο των αμερικανών παραδοσιακών – χωρίς περιττές πληθωρικότητες, χωρίς άχρηστα βάρη στο στιλ του… Εξαιρετικός ερμηνευτής και σπουδαίος μουσικός, ο Campbell (οπτικά, το πρότυπο του μέσου redneck) από το Arkansas έκανε το απόλυτο crossover βήμα του με το album «By The Time I Get To Phoenix» (1967, Capitol) κερδίζοντας όχι μόνο ένα Grammy Καλύτερης Αντρικής Ερμηνείας αλλά και ένα δικό του τηλεοπτικό show αλλά και το σεβασμό όλης της rock / pop κοινότητας παγκοσμίως. Ο Campbell με το ομότιτλο τραγούδι πέρασε στη λίγκα των σπουδαίων, παρότι το album έφτασε στο Νο.15 του Billboard chart (αλλά στο No.1 των country) και το τραγούδι στο No.26 του pop chart και στο No.2 του country. Ο Campbell ηχογραφούσε solo ήδη από τις αρχές των 60’s και η session δουλειά του στους Champs, τους Hondells, τους Beach Boys (μετά την κατάρρευση του Brian Wilson) και στους Sagittarius, του είχαν προσφέρει πολύτιμη ωριμότητα και εμπειρία που συνδύαζε τα καλύτερα στοιχεία από τους εκλεκτούς του φωτισμένου μουσικού πνεύματος της δεκαετίας. Η ερμηνεία του σχεδόν συνδυάζει την κρυστάλλινη μελαγχολία του ανθρώπου που «ξεκολλάει από πάνω του ένα κομμάτι του» και την αποφασιστικότητα ενός γενναίου εραστή που «βάζει ένα τέλος»… Το επίτευγμα του Campbell είναι που έκανε αργότερα στρατιές ολόκληρες από καλλιτέχνες να θελήσουν να ερμηνεύσουν το τραγούδι – ελάχιστοι όμως προσέγγισαν την soulful ενορχήστρωσή του και την διάθεση αυτή στη φωνή που είναι τόσο σοφά ισορροπημένη. Πρόσφτα το τραγούδι μπήκε στο Grammy Hall Of Fame (μαζί με άλλα 32, αυστηρά επιλεγμένα) και ο Campbell δήλωσε ότι ο λόγος που πριν από αυτόν, ο Johnny Rivers δεν το έκανε επιτυχία είναι επειδή πρόφερε λανθασμένα το «probably» στους στίχους. Έπρεπε να το προφέρει «prob’ley»…

Σχετικά με το πώς ανακάλυψε το τραγούδι, ο Glen Campbell, 72 ετών σήμερα, λέει: «Στεκόμουνα όρθιος στο παλιό Westen Studio 3 στο Los Angeles κοιτάζοντας διάφορους δίσκους. Εϊδα ένα album του Johnny Rivers με ένα τραγούδι μέσα που ο τίτλος του με ιντρίγκαρε. Δεν ήξερα αν το Phoenix αναφέρεται στην περιοχή ή στο μυθολογικό πτηνό που γεννιέται από τις στάχτες του. Άκουσα το τραγούδι και έκλαψα. Νοσταλγούσα το Arkansas. Είπα στον παραγωγό μου (Al De Lory) ότι είχα την επόμενη επιτυχία από το «Gentle On My Mind«. Kάποιοι λένε ότι μπορώ να «ακούσω» αν ένα τραγούδι είναι επιτυχία, που σημαίνει ότι μπορώ να πω από την πρώτη στιγμή αν παίζεται για μένα ή αν έχει προοπτικές. Κάποια τραγούδια έχω μπορέσει να τα «ακούσω» έτσι, αλλά και να τα «νιώσω». Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο αίσθημα που κατακλύζει το στούντιο και τους μουσικούς όταν δημιουργείται ένα τέτοιο κομμάτι. Έχω ακούσει ηθοποιούς που μιλάνε για ένα παρόμοιο αίσθημα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας ταινίας. Παρότι οι περισσότερες ταινίες δε γυρίζονται με τις σκηνές που ακολουθούν το σενάριο, χρονικά, οι παλιότεροι ηθοποιοί μιλάνε για ένα ήσυχο αλά αληθινό αίσθημα που γεμίζει το καστ και το συνεργείο όταν ένα πραγματικό έργο τέχνης λαμβάνει χώρα. Αυτό το αίσθημα είχα στην ηχογράφηση του «Phoenix«…

O Al Wilson με την folkish soul του δίνει μια έγχρωμη αύρα στο τραγούδι

Ποτέ δεν θα καταλάβω για ποιον ακριβώς λόγο, το ντεμπούτο album του τραγουδιστή και drummer Al Wilson, «Searching For The Dolphins» (1968, Soul City) δεν ανέβηκε στα charts: ούτε στα pop ούτε στα soul. Μια πιθανή, όχι δίκαιη, ερμηνεία είναι ότι ο ήχος που του είχε δημιουργήσει στην παραγωγή ο Johnny Rivers (η Soul City ήταν δική του εταιρία) δεν πατούσε ούτε στη soul ούτε στην pop και οι δύο ενορχηστρωτές, ο Marty Paitch από τη μία με τη rock κουλτούρα και ο Gene Page από την άλλη, βουτηγμένος στη soul, τέντωσαν τον ήχο σε μια ισορροπία μοναδική που δεν ανταποκρινόταν όμως στις ατόφιες ανάγκες κανενός από τα δύο αγοραστικά κοινά. Τα δύο singles που βγήκαν από το album, «Do What You Gotta Do» και «I Stand Accused» δεν κατάφεραν να μπουν στο hot 100 – No.102 και No.106 αντίστοιχα… Ο Al Wlson από το Mississippi, μετά από αυτό το album συνέχισε σε όλη τη διάρκεια των 70’s να ηχογραφεί, έκανε επιτυχίες (ειδικά με το «Show And Tell» στα μέσα των 70’s) αλλά καμία δεν συγκρίνεται με την αίγλη του northern soul classic «The Snake» που υπάρχει στο συγκεκριμένο album. Αυτή η αίγλη είναι που παρακίνησε την Kent να επανακυκλοφορήσει το album με έντεκα bonus tracks, ό,τι ηχογράφησε συνολικά ο Wilson στην Soul City αλλά και στην Bell και στην Carousel, μέχρι το 1970. Το «By The Time I Get To Phoenix» με τη φωνή του, μετατρέπεται σε ένα βελούδινο, τρυφερό και εντελώς «καλιφορνέζικο» τοπίο με τον ήλιο και τα σύννεφα να συνυπάρχουν… Εξαιρετικά ικανός τραγουδιστής και καλλιεργημένος με τη συναισθηματική κουλτούρα των gospel, ο Wilson ακούγεται ως η επιτομή της «κανονικότητας» για ένα τέτοιο τραγούδι – φανταστείτε έναν πολύ πιο άξιο Johnny Mathis… Ο Wilson πέθανε πρόσφατα στις 21 Απριλίου του 2008, στην Fontana της California, σε ηλικία 69 ετών.

Ο Joe Tex επιχειρεί μια εκτέλεση νότιας soul

Ο Joseph Arrington από το Texas ήταν πάντα ένας soul τραγουδιστής πρώτης κλάσης αλλά ποτέ δεν πήρε τα εύσημα που του ταίριαζαν. Πρωτοηχογράφησε στην King, πριν πάει στην Dial της Atlantic από τα μέσα των 60’s μέχρι το 1977 που πήγε στην Epic και οι επιτυχίες του συνδύαζαν πάντα ένα soul και country στοιχείο ταυτόχρονα που όχι μόνο δεν ξένιζε αλλά γεννούσε και πολλούς μιμητές. Επιπλέον ο τρόπος που χρησιμοποποιούσε ο Joe Tex τις πρόζες σε τραγούδια του έχει μείνει στην ιστορία ως προπατορικός του rappin’… Το album του «Soul Country» (1968, Dial) κυριολεκτούσε στον τίτλο του: ο Tex ερμήνευε country επιτυχίες με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, μια από τις οποίες και το «By The Time I Get To Phoenix» σε ένα μαγευτικό υπόβαθρο. Το γρέζι στη φωνή του αλλά και η συμπαγής ποιότητά του, δίνουν μια «έμψυχη» επαρχιώτικη soul εκτέλεση που φοράει όμως τα καλά της. Το album συνολικά, έφτασε στο Νο.45 στα black charts και στο No.154 στα pop. Το μοναδικό δικό του κομμάτι μέσα στο δίσκο, «I’ll Never Dο You Wrong» βγήκε σε single και έφτασε στο No.26 των soul charts και στο Νο.52 των pop. Ο Joe Tex το 1972 έγινε μουσουλμάνος υιοθετώντας το όνομα Joseph Hazziez και πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 49 ετών, το 1982.

O Ο.C. Smith γεφυρώνει το r’n’b με την country

Ο Ocie Lee Smith από την Louisiana προσπάθησε πολύ να γνωρίσει επιτυχία μετά τις ατυχείς κυκλοφορίες του στην Cadence στα 50’s και την θητεία του ως τργουδιστής του Count Basie. Ωστόσο το album του «Hickory  Holler Revisited (1968, Columbia) έγινε τεράστια επιτυχία και ανέβηκε στο No.1 των black charts, το Νο.4 των jazz charts και το Νο.19 των pop charts – το απόλυτο crossover επίτευγμα για έναν τραγουδιστή με τσαγανό, επιμονή και πίστη στην αξία του. Βέβαια, η Columbia που ήταν έτοιμη να τον διώξει απογοητευμένη, πριν από το album, τον κράτησε με δόξα και τιμή… Η επιτυχία ήρθε όταν το «Son Of Hickory Holler’s Tramp» ανέβηκε στο Νο.2 της Αγγλίας, στο Νο.40 των pop singles της Αμερικής και στο Νο.32 των black singles. Ακολούθησε ο θρίαμβος του επόμενου single «Little Green Apples» (No.2 στα αμερικανικά pop και black charts) το οποίο βραβεύτηκε με Grammy Καλύτερου Τραγουδιού, που παρέλαβε ο συνθέτης του Bobby Russell. Η εκτέλεση του Smith, στέκεται στο σταυροδρόμι τριών διαφορετικών μουσικών ιδιωμάτων χωρίς να προδίδει κανένα χάρη στην προικισμένη φωνή του που ανταπεξέρχεται συναισθηματικά σε όλων των ειδών τα διαφορετικά αιτήματα. Στα 70’s ηχογράφησε για την Caribou, την Motown και την Shadybrooks και στα 80’s ανέπτυξε ένα πάθος για τη χριστιανική μουσική που τον οδήγησε να δημιουργήσει τη δική του εκκλησία στο Los Angeles, στην οποία κήρυττε μέχρι να πεθάνει το 2001 σε ηλικία 69 ετών.

O Solomon Burke δίνει μια soulful εκτέλεση με σχεδόν θρησκευτικό αίσθημα

O Solomon Burke από την Pensylvannia στα 68 χρόνια του σήμερα συνεχίζει να ηχογραφεί ως βετεράνος της soul που κατάφερε να μπολιάσει την παράδοση των gospel με το honky tonk πίσω στα 50’s δημιουργώντας αυτό το κράμα που είχε τη δυνατότητα να απηχεί σε όλες τις ράτσες και τις κουλτούρες της Αμερικής. Ο Solomon Burke επηρέασε με τον ήχο του τους Rolling Stones αλλά και τον Otis Redding και θεωρείται μια από τις εμβληματικές φιγούρες της αμερικανικής μουσικής που μπήκε το 2001 στο Rock ‘N’ Roll Hall Of Fame. Το «I Wish I Knew» (1968, Atlantic) είναι το τελευταίο abum του στην Atlantic, με πιο εξωραϊσμένο ήχο, που έβγαλε το ομώνυμο single «I Wish I Knew How Would It Feel To Be Free» (No.32 στα black charts, Νο.68 στα pop). Το «By The Time I Get To Phoenix» στην ερμηνεία του Burke διαθέτει ένα πάθος που παραπέμπει πολύ στο θρησκευτικό, μια εσωτερικότητα πολύ διαφορετική από τη μέση soul της Atlantic εκείνη την περίοδο. Το «I Wish I Knew» ήταν η τελευταία ηχογράφηση του Burke στην εταιρία. Στη συνέχεια θα ηχογραφούσε για την Bell, την MGM, την Chess, την Amherst, την ABC αλλά είναι οι δίσκοι του στα 60’s που έχουν μείνει στην ιστορία ταυτισμένες με το όνομά του.

Mαγευτική Motown soul αρμονία από τους Four Tops

Ένας χρόνος ακριβώς είχε μεσολαβήσει από την τεράστια επιτυχία του «Reach Out» το καλοκαίρι του 1967 και κάπου στο μεσοδιάστημα, ένα «Greatest Hits» τους (με τραγούδια από έξι albums που ξεκινούσαν από το 1965) μέχρι να κυκλοφορήσουν το album τους «Yesterday’s Dreams» (1968, Motown) οι θρυλικοί Four Tops από το Detroit. Η ηγετική βαρύτονη φωνή του Levi Stubbs (αδερφός του Joe Stubbs των Falcons και ξάδελφος του Jackie Wilson) πλαισιωμένη από τους Renaldo Benson, Lawrence Payton και Abdul Fakir δημιουργούσε ένα αχτύπητα δυνατό και συμπαγές φωνητικό στιλ ευθέως ανταγωνιστικό με αυτό των Miracles και των Temptations, οι οποίοι συμπληρώνουν την Αγία Τριάδα των αντρικών φωνητικών σχημάτων της Motown στα 60’s. Το 1968 ήταν η χρονιά που οι Holland – Dozier – Holland αποχωρούσαν από την Motown διαφωνώντας για τη διαχείριση των δικαιωμάτων τους από τον Berry Gordy και έτσι, οι Four Tops έμεναν χωρίς τους βασικούς συνθέτες τους, προλαβαίνοντας να εξασφαλίσουν μόνο ένα τελευταίο κομμάτι τους, το «Ι’m In A Different World» (Νο.51 στα pop charts, No.23 στα αντίστοιχα soul). Το δεύτερο single του album ήταν το ομότιτλο κομμάτι (No.49 στα pop charts, No.31 στα αντίστοιχα soul) και όχι το «By The Time I Get To Phoenix» που ίσως θα έπρεπε να έχει βγει σε single αλλά δε βγήκε γιατί πρυτάνευσε η λογική του ότι θα καπελωνόταν από το χείμαρο των εκτελέσεων του τραγουδιού του Webb που είχε κατακλυσει την αγορά. Ούτε λίγο ούτε πολύ η εκτέλεσή τους είναι αριστουργηματική με πυκνά μαγικά ενορχηστρωτικά στολίδια και τη φωνή του Levi Stubbs να δίνει μαθήματα για το πώς μπορεί να χρωματιστεί κάθε στίχος διαφορετικά, αναδεικνύοντας μια ζαλιστικά μεγάλη γκάμα συναισθημάτων… Το album πέτυχε ένα άνετο No.5 στα soul charts και ένα Νο.91 στα pop charts, οι Four Tops συνέχισαν με νέο παραγωγό πλέον, τον Jerry Fuller, στην Motown ως το 1972, πριν πάνε στην ABC και αργότερα στην Casablanca και τέλος στην Arista για το «Indestructible» το 1988. Το 1990 μπήκαν στο Rock ‘N’ Roll Hall Of Fame και το 1999 στο Vocal roup Hall Of Fame.

Οι Rex Garvin & The Mighty Cravers σε μια σπάνια εκτέλεση blues soul αξίας

Ο Rex Garvin ξεκίνησε να τραγουδάει σε doo wop σχήματα στα 50’s (τους Hearts, τους Johnnie & Joe) πριν σχηματίσει τους Mighty Cravers με τους οποίους ηχογράφησε μια σειρά δίσκων στην Okeh, την Uptown, την Atlantic) κυρίως singles. Δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά για τον Rex Garvin: οι δίσκοι του είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν (πόσο μάλλον να αποκτηθούν) και όσο περνούν τα χρόνια η αίγλη τους αυξάνεται χτισμένη πάνω στη μυθολογία του ανεξερεύνητου soul υλικού που μπορεί να τρελάνει τους fans… Το album «Funky Raw Earth» (1968, Tower) περιλάμβανε μια διασκευή τους στο «By The Time I Get To Phoenix» που διαθέτει όλη την ομορφιά της bluesy soul ατμόσφαιρας: υγρή σκαμμένη φωνή, σαξόφωνο που «μιλάει», υπόβαθρο από το hammond που δημιουγεί μυστήριο, νυχτερινό κλίμα… Το τραγούδι του Webb ταιριάζει πολύ στην ερμηνεία του Garvin.

Τα pop / rock κοινό θαμπώνεται από τους Gary Puckett & The Union Gap

O κιθαρίστας Gary Puckett από την Minnessota σχημάτισε τους Union Gap στην California το 1966. Αρχικά ονομάζονταν The Outcasts και έπαιζαν hard rock – Kerry Chater στο μπάσο, Gary «Mutha» Withem στα keyboards, Twight Bement στο σαξόφωνο και Paul Wheatbread στα drums και μετά από παρέμβαση του παραγωγού της CBS, Kerry Fuller γλύκαναν τον ήχο τους σε μια πιο soft rock εκδοχή των Righteous Brothers. Η σύσταση αποδείχτηκε σοφή και η επιτυχία ήρθε αμέσως με το ντεμπούτο album τους «Woman Woman» (1968, Columbia) που έφτασε ως το Νο.22 του chart με το ομώνυμο single (No.4) να γίνεται μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς. Το «By The Time I Get To Phoenix» στα χέρια τους γίνεται μια ευκαιρία να περάσουν σε ένα άλλο κοινό πέραν της country ένα standard που δεν είναι απαραίτητα συνδεδεμένο στιχουργικά με τα ήθη των παραδοσακών. Οι Union Gap, ντυμένοι με στολές από στρατιώτες της εποχής του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου και με στίχους τολμηρούς που συντάσονταν υπέρ του γυναικείου ερωτισμού, κόντρα στην εποχή, είχαν μια τρίχρονη σταδιοδρομία στη μουσική και ο Gary Puckett προσπάθησε να συνεχίσει και solo καταφέρνοντας τελικά να πουλήσει ως σήμερα 25 εκατομμύρια αντίτυπα συνολικά, παγκσμίως. Στα 66 χρόνια του, ο Puckett κάνει ρετρό περιοδείες με τους Lettermen και τους Association

Φωνητικές pop αρμονίες των Lettermen για όλες τις ηλικίες

Οι Lettermen ήταν ένα φωνητικό τρίο από το Los Angeles που διέπρεψε στην Capitol, καταφέρνοντας να γίνει το Νο.1 εμπορικό συγκρότημα στη λεγόμενη Adult Contemporary κατηγορία των charts – ασφαλή, ακίνδυνα αλλά καλαίσθητα φωνητικά τραγούδια για όλο το ηλικιακό φάσμα. Κάπου μεταξύ στους Everly Brothers και τους Beach Boys, οι Lettermen τραγουδούσαν με αλάνθαστες αγορίστικες αρμονίες χωρίς το knack των παραπάνω όμως και χωρίς τις αιχμές της pop της εποχής. Ωστόσο μέσα στην «οικονομική» εκτέλεσή τους στο «By The Time I Get To Phoenix» ακούγονται μυσταγωγικοί και σεβάσμιοι άσχετα με το αν νιώθουν μέσα τους το τι ακριβώς ερμηνεύουν… Η διασκευή τους περιλαμβάνεται στο album «Going Out Of My Head» (1968, Capitol) που έφτασε ως το Νο.13 στο album chart τη χρονιά ακριβώς που ο Gary Pike αντικαθιστούσε στο group τον Bob Engemann – οι άλλοι δυο παρέμειναν σταθεροί μέχρι τα μέσα των 70’s, ο Tony Butala και ο Jim Pike (αδερφός του νεοεισαχθέντα Gary). Ένας τρίτος αδελφός Pike, ο Donny αντικατέστησε τον Jim το 1974 – λες και έκαναν βάρδιες…

O Bobby Goldsboro στην προσωπική ακμή του

O Bobby Goldsboro από την Florida, 67 ετών σήμερα είναι ακόμα ταυτισμένος με το single «Honey» που έμεινε 5 εβδομάδες στο No.1 του pop singles’ chart, από το ομότιτλο album (1968, United Artists) που και αυτό με τη σειρά του ανέβηκε στο No.1 των country charts και στο No.5 των αντίστοιχων pop. Τραγουδοποιός – ερμηνευτής – κιθαρίστας, ο Goldsboro, την τριετία 1961 – 1964 έπαιζε κιθάρα για τον Roy Orbison πριν ξεκινήσει μια επιτυχημένη καριέρα στην United Artists που θα διαρκούσε μια δεκαετία. Ο Goldsboro υπηρέτησε με ζήλο και επιμονή το ιδίωμα, φλερτάροντας προς την pop συχνά και με αυτή τη διάθεση διασκευάζει και το κλασικό κομμάτι του Webb: σταθερή, όμορφη φωνή, καθόλου «επικίνδυνη» και κλασικού τύπου ενορχηστρώσεις με έγχορδα και μια σχέση πιάνου και hi hats που σχεδόν είναι σήμα κατατεθέν των 60’s crooners. Παραδόξως το άλλο single αυτού του album το «With Pen In Hand» εμφανίστηκε στο chart τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1972 φτάνοντας στο Νο.94! Μετά το τέλος της pop καριέρας του, ο Goldsboro ασχολήθηκε με την παραγωγή παιδικών τηλεοπτικών εκπομπών.

Φαλτσέτο από τον Frankie Valli, με ανεβασμένους μελό δείκτες

Μόλις στο δεύτερο προσωπικό album του, «Timeless» (1968, Philips) ο Francis Castellucio, ο Frankie Valli από το New Jersey, διασκεύασε το «By The Time I Get To Phoenix» μπροστά από ένα ενορχηστρωτικό τείχος εγχόρδων και πλήκτρων με πλήρως δραματική διάθεση. H χρυσόσκονη περισσεύει, η αφήγηση του Valli είναι στομφώδης, το αγορίστικο φαλτσέτο του (επέμενε σε αυτό ακόμα και στα 33 χρόνια του, όταν ηχογραφούσε το τραγούδι) ακουγόταν σαν αντίστιξη στο ενορρχηστρωτικό διάκοσμο… Φαντάζομαι, ο Pilooski που αναβίωσε πρόσφατα το «Beggin’» κανοντας τον Valli, ξανά καυτό όνομα, με τους Four Seasons, δεν θα μπορούσε να βρει ρυθμική ραχοκοκκαλιά για να πατήσει και να φτιάξει το re-edit του… Από το ίδιο album, «Timeless» (που έφτασε ως το No.176 στο album chart του Billboard) βγήκε η επιτυχία του «To Give (The Reason I Live)» που ανέβηε ως το Νο. 29 στα singles. Ο Valli, σήμερα 73 ετών, έχει πολύ ουσιαστικότερη αξία ως μέλος των Four Seasons παρά ως solo καλλιτέχνης. Ως μέλος τους μπήκε στο Rock ‘N’ Roll Hall Of Fame το 1990 και στο Vocal Group Hall Of Fame το 1999. Ωστόσο, το hype που υπάρχει τώρα γύρω από το όνομά του με αιχμή το «Beggin» (συνέχιση της επιτυχίας του musical στο Broadway, «Jersey Boys: The Story Of Frankie Valli & Four Seasons«, τετραπλό cd-box set, το «Jersey Beat«και ανακοίνωση τελευταίας περιοδείας του τον Οκτώβριο του 2008 σε New Jersey, Λονδίνο, Τόκιο, Hong Kong, Los Angeles), κάτι ανάλογο με εκείνο του 1978 με το θέμα του «Grease» που τον έβαλε στην πίστα της disco, δεν συγκρίνεται με την σπουδαιότητα του group του.

Ερωτικοί απόηχοι κιθάρας στην country pop του Conway Twitty

Ο George Strait σχετικά πρόσφατα ξεπέρασε το ρεκόρ του Conway Twitty με τα περισσότερα No.1 country singles – κατάφερε να κάνει μόλις ένα παραπάνω από τα 42 συνολικά του Conway… Ωστόσο, η αίγλη και τα επιτεύγματα του Harold Lloyd Jenkins από το Mississippi, πραγματικά, δεν είναι εύκολο να τα χωρέσει κανείς σε μερικές αράδες. Ένας από τους δέκα σημαντικότερους ανθρώπους της βιομηχανίας του Nashville και θεμελιωτής της Twitty City, ενός τεράστιου οικοδομικού συγκροτήματος ψυχαγωγίας λίγο έξω από την πόλη του Nashville, o Jenkins, πήρε το όνομα Conway Twitty το 1957 όταν αποφάσισε ότι το βαφτιστικό όνομά του ήταν αντιεμπορικό. Κοίταξε στο χάρτη στο Arkansas και είδε την πόλη Conway και αντίστοιχα στο Texas είδε το Twitty. Τόσο απλά. Παρότι ξεκίνησε την καριέρα του, εμπνευσμένος από το «Mystery Train» του Elvis Presley (μέχρι και στην Sun έφτασε για να του φτιάξουν τον «κατάλληλο» ήχο) παίζοντας για τα rock ‘n’ roll ακροατήρια, ο Twitty από το 1965 στράφηκε στην country και της παρέμεινε πιστός σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Έτσι, όταν ηχογράφησε το album «Here’s Conway Twitty And His Lonely Blue Boys» (1968, Decca) βρισκόταν ήδη στην καρδιά της country μουσικής (φτάνοντας στο Νο.12 των country charts) αν και ακόμα δεν είχε κάνει την crossover επιτυχία και στα pop ακροατήρια που θα ερχόταν ένα χρόνο μετά. Ο Conway Twitty τραγουδάει όμορφα και σπαθάτα το κομμάτι του Webb, με χαρακτηριστικά τρυφερή νοσταλγία που υπονοείται από το σπάσιμο της φωνής του, μπροστά σε μια ενορχήστρωση με σήμα κατατεθέν, τo twanging της κιθάρας. Οι δόξες του Twitty βρίσκονταν μπροστά (οι συνεργασίες του στα 70’s με την Loretta Lynn είναι έξοχες). Το 1993 πέθανε σε ηλικία 59 ετών από ανεύρυσμα αορτής, αφού πρόλαβε να παντρευτεί τρεις φορές αλλά και να ζήσει την τιμή της εισόδου του στο Country Hall Of Fame το 1999 και την αναγνώρισή του από το Rockabilly Hall Of Fame.

Ο διασημότερος και διαρκέστερος αστέρας της country, Eddy Arnold

Το φαινόμενο Eddy Arnold δεν έχει εξηγηθεί ακόμα από τους θεωρητικούς: 147 επιτυχίες στο country chart από τις οποίες οι 28 στο Νο.1 στο διάστημα 1945 – 1983 και συνολικές πωλήσεις 85 εκατομμυρίων αντιτύπων με την είσοδό του στο Country Hall Of Fame, από το 1966! Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι η επιτυχία του Eddy Arnold έγκειται στον τρόπο που τραγουδάει (από το διάφραγμα), άλλοι θεωρούν ότι είναι οι επιλογές των τραγουδιών του που δεν παρέμεναν στο honky tonk στιλ αλλά αγκάλιαζαν όλα τα συναισθηματικά στιχουργικά θέματα. Όπως και νάχει ο 90χρονος, σήμερα Eddy Arnold, είναι αναμφίβολα ένας πραγματικός θεσμός για τη λαϊκή μουσική παράδοση της Αμερικής, ένας τύπος από το Tennessee που εν πολλοίς ευθύνεται για την μετατροπή της βουκολικής hillbilly μουσικής σε ένα αστικό ήχο που μπορεί να απευθυνθεί σε όλα τα ακροατήρια. Κοινώς ένας από τους πρώτους μουσικούς που υιοθέτησε τον πιο ομαλοποιημένο ήχο του Nashville όταν η έλευση του rock ‘n’ roll  έδειξε ότι η country θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί.  Το «Romantic World Of Eddy Arnold» (1968, RCA) σε παραγωγή του Chet Atkins, έφτασε στο Νο.2 των country charts και στο No.56 των pop charts, ενώ το single «It’s Over» σκαρφάλωσε με κόπο ως το Νο.74 του pop chart αλλά εύκολα ως το No.4 των country. Θα έλεγε κανείς ότι ο τρόπος με τον οποίο τραγουδάει το «By The Time I Get To Phoenix» ο Eddy Arnold είναι ακριβώς αυτός με τον οποίο θα ήθελαν να τον ακούσουν όλοι οι φανατικοί της country παράδοσης από έναν άνθρωπο που τον εμπιστεύονται και δεν χρειάζεται να τον τεστάρουν. Ο Arnold μετά από 20 χρόνια ηχογραφήσεων στην RCA, έκανε ένα μικρό διάλειμα στην MGM και μετά επέστρεψε στην RCA ηχογραφώντας το 2005 το τελευταίο album του, «After All These Years» σε ηλικία 87 ετών!

Country από την καλή αλλά καθόλου αναγνωρίσιμη φωνή του Jack Greene

Ο τραγουδοποιός – ερμηνευτής – κιθαρίστας Jack Greene από το Tennessee είναι σήμερα 78 ετών και ελάχιστα στοιχεία πάνω στη μορφή του θυμίζουν το γιατί κάποτε πήρε το παρατσούκλι, «Χαρωπός Πράσινος Γίγαντας«… Όταν ηχογράφησε το album «You Are My Treasure» (1968, Decca) ούτε και ο ίδιος δεν περίμενε ότι η επιτυχία που είχε γνωρίσει ένα χρόνο πριν -έστω μικρή- δεν θα συνεχιζόταν και αργότερα. Πράγματι, μετά το 1967 που κατάφερε να μπει στο pop chart με δύο albums του, ο Jack Greene με την καθαρή, αλλά τυπική και καθόλου αστεράτη φωνή, αγνοήθηκε από τα pop ακροατήρια, παραμένοντας δημοφιλής μόνο στο country κύκλωμα. Το album του αυτό σκαρφάλωσε μέχρι το No.5 των country charts. Η διασκευή του στο «By The Time I Get To Phoenix» δεν διαθέτει κάτι πραγματικά ξεχωριστό για να τον διαφοροποιήσει από το μπαράζ των εκτελέσεων που κυκλοφόρησαν μέσα στην ίδια χρονιά. Πόσο μάλλον, όταν στην ίδια εταιρία, την Decca, την ίδια εποχή, κυκλοφόρησε και ο Conway Twitty τη δική του εκτέλεση… Συμπαθής αλλά μάλλον ασήμαντος καλλιτεχνικά, ο Greene συνέχισε να ηχογραφεί τακτικά στην Decca ως το 1973 και αργότερα έκανε σποραδικές δισκογραφικές εμφανίσεις σε μικρότερες εταιρίες…

Ο David Houston αντιμετωπίζει την country με ευγένεια

Παρότι το δεύτερο μισό των 60’s ήταν η περίοδος με τα πιο πετυχημένα crossover albums του David Houston, σε pop και country ακροατήρια, το album «Already It’s Heaven» (1968, Epic) δεν κατάφερε νασυγκινήσει το ευρύτερο, πέραν της country, κοινό. Έφτασε μέχρι το Νο.9 του country chart αλλά στα pop δεν εμφανίστηκε καν – μόνο το single μέσα από το album, «Have A Little Faith» έκανε μια δειλή εμφάνιση στο pop chart, ως το No.98. O David Houston από τη Louisiana με το εντυπωσιακό οικογενειακό δέντρο (απόγονος του στρατηγού στον Εμφύλιο, Robert Lee και του τεξανού κυβερνήτη Sam Houston αλλά και βαφτιστήρι του τραγουδιστή των 20’s Gene Austin) διέθετε μια ευγενική τενόρο φωνή ευθέως ανάλογη με την αρχοντική, όμορφη φυσιογνωμία του. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που αρχικά, δυσκολεύτηκε το country κύκλωμα να τον αποδεχτεί… Η εκτέλεσή του στο «By The Time I Get To Pheonix» είναι πραγματικά ειλικρινής, καλαίσθητη και ιδιαίτερη, έχει ένα cool εκφραστικό και αβίαστο χρώμα. O Houston ηχογράφησε πολύ ωραία ντουέτα με την Barbara Mandrell και δεν έζησε να δει το ρεκόρ του (ο μοναδικός καλλιτέχνης που παρέμεινε 8 εβδομάδες στο Νο.1 των country singles με το «Almost Persuaded» το 1966) να ισοφαρίζεται από τους Lonestar το 1999 («Amazed») και από τον Alan Jackson με τον Jimmy Buffett το 2003 («It’s Five O’ Clock Somewhere«). Πέθανε από ανεύρυσμα στον εγκέφαλο, μόλις 55 ετών, το 1993.

Countrypolitan από τον Charlie Rich που βάζει σε μια σειρά το πολυσυλλεκτικό στιλ του

Ο Charlie Rich από το Arkansas ήταν ένας από τους πιο αναγνωρισμένους τραγουδοποιούς – ερμηνευτές της αμερικανικής μουσικής παράδοσης που για αρκετά χρόνια, αρνιόταν να μπει σε ένα συγκεριμένο ηχητικό καλούπι, παίζοντας ταυτόχρονα, jazz, rock ‘n’ roll, blues και country και για αυτό ακριβώς το λόγο άργησε να του χτυπήσει την πόρτα η επιτυχία, όσο ηχογραφούσ στην Sun, την Smash και τη Hi στην δεκαετία 1958 – 1967. Χρειάστηκε να τον αναλάβει ο γνωστός «λουστραδόρος» παραγωγός Billy Sherilll στο Nashville για να βάλει σε μια εξομαλυμένη σειρά την μελωδικότητά του. Ο πρώτος καρπός αυτής της δεκάχρονης συνεργασίας Rich – Sherrill που κορυφώθηκε εμπορικά στα 70’s, ήταν το album «Set Me Free» (1968, Epic) το οποίο διέθετε αυτό το πολύ εξωραϊσμένο, ενορχηστρωτικό υπόβαθρο που έκανε πολλούς να το βαφτίσουν με μια ειρωνική διάθεση countrypolitan. Μπορεί ο Rich να απογοήτευσε λίγο τους πιουρίστες αλλά με αυτόν τον τρόπο, προπονήθηκε για το εμπορικό ζενίθ των 70’s με τα βραβεία για το No.1 single του «The Most Beautiful Girl» που τον επέβαλλε σε crossover εμβέλεια. Ακούγοντας την εκτέλεσή του στο «By The Time I Get To Phoenix«, πραγματικά μένεις άφωνος μπροστά στην ομορφιά της φωνής του και την εκφραστικότητα των λεπτών αποχρώσεών του. Ο Rich, σύμφωνα με πολλούς έπεσε θύμα του παρορμητικού χαρακτήρα του και της ατίθασης συμπεριφοράς του, μην καταφέρνοντας να συνεχίσει με συνέπεια την καριέρα του, μετά την Epic, στην United Artists, την RCA και την Elektra. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό στην τελετή των βραβείων της CMA το 1975, όταν σηκώθηκε για να δώσει τον τίτλο του «Entertainer της Χρονιάς»: πήρε το φάκελλο, έβγαλε τον αναπτήρα του και τον έκαψε, ενώ ταυτόχρονα ανακοίνωνε στο κοινό, «Νικητής είναι ο φίλος μου John Denver«, κάνοντας έτσι ένα σκληρό σχόλιο για τον τρόπο που τιμά η βιομηχανία τους καλλιτέχνες της και εξοργίζοντας τα στελέχη που βρίσκονταν στο χώρο… Ο Charlie Rich πέθανε ήσυχα στον ύπνο του από θρόμβωση στο αίμα, το 1995 σε ηλικία 62 ετών.

Ο «Perry Como της country», Roy Drusky σε μια παλιομοδίτικη εκτέλεση

Ο βαρύτονος Roy Drusky από την Atlanta ήταν ένας παραδοσιακά δυνατός country τραγουδιστής που στα τέλη των 50’s βοηθήθηκε από τον θρυλικό Faron Young στα πρώτα βήματά του και στα πρώτα χρόνια των 60’s στην Decca, είχε την τύχη να έχει στην παραγωγή τον Owen Bradley τον εξαίρετο ηχομάστορα της Patsy Cline. Το παρατσούκλι «Perry Como της country» ήρθε ως αποτέλεσμα της ομοιότητας της φωνής του με τον μαύρο cooner αλλά και της φυσιογνωμίας τους. Από το 1963 που υπέγραψε στην Mercury, o Drusky άρχισε να γνωρίζει επιτυχία μέχρι τις αρχές των 70’s που άρχισε να παρακμάζει καθώς δεν μπορούσε να ακολουθήσει τις «pop» εξελίξεις της country βιομηχανίας. Το «Jody And The Kid» (1968, Mercury) έφτασε ως το Νο.27 του country chart και περιλαμβάνει την σοβαρή, βαριά ερμηνεία του στο «By The Time I Get To Phoenix» σε ένα ήπιο υπόβαθρο ήχων με λιτή ενορχήστρωση. Ο Drusky ηχογράφησε δύο albums με ντουέτα με την Priscilla Mitchell πριν χαθεί τελείως στα 80’s και επανεμφανιστεί στα 90’s με gospel country τραγούδια. Πέθανε σε ηλικία 74 ετών το 2004.

O παραδοσιακός Ray Price σε μια υποδειγματική ερμηνεία της country pop φάσης του

Ο Ray Price από το Texas θεωρείται από τους ανθρώπους που σχημάτισαν τον ήχο του honky tonk και έδωσαν στην country έναν γερό μπούσουλα για να παράγει κομμάτια που να παραμένουν πιστά στη παράδοση αλλά και να μπορούν να ακουστούν από τους cowboys που αναγκάστηκαν να γίνουν αστοί… Στα 82 χρόνια του, ο Price σήμερα συνεχίζει να κρατάει το λάβαρο ψηλά, συνεργζόμενος με όσους ζουν ακόμα από την περίφημη γενιά της country των 60’s, όπως ο Willie Nelson και ο Merle Haggard. Γενναίος τραγουδιστής που δεν υποχώρησε απέναντι σε καμία πρόκληση, ο Ray Price στο album του «She Wears My Ring» (1968, Columbia) βρίσκεται στην countrypolitan φάση του. Το «By The Time I Get To Phoenix» θεωρείται το highlight του album με εξομαλυμένη, ονειρική ενορχήστρωση του Ray Ellis στο στιλ της εποχής και τη φωνή του στο κέντρο δεσπόζουσα να δίνει μια καταπληκτική, ώριμη ερμηνεία. Τα έγχορδα, η χορωδία και το φλάουτο της εισγωγής καταδεικνύουν ότι ο Ray Price και η country του, νιώθει όμορφα στα φαντασμαγορικά σκηνικά.

Ο Georgie Fame δίνει τη διάσταση που χρειάζεται στο rhythm ‘n’ blues

Ένας από τους πιο καλαίσθητους και τρανούς Άγγλους τραγουδιστές, ο τραγουδιστής, πιανίστας και παραγωγός Georgie Fame αντιπροσωπεύει τα μαγικά 60’s στο Λονδίνο – η φωνή του είναι ταυτισμένο σήμα κατατεθέν με το συγκεκριμένο εκείνο κοσμοπολίτικο αίσθημα της rhythm ‘n’ blues ανεμελιάς, ένα πολύτιμο αντίπαλο δέος στην κατωφέρεια του Scott Walker… Ο Clive Powell, όπως ήταν το όνομά του, από το Lancashire ξεκίνησε φυσικά με ατζέντη τον Larry Parnes (που του άλλαξε το όνομα σε Georgie Fame) ο οποίος είχε υπό τον έλεγχό του όλο το αγγλικό rock ‘n’ roll από τα τέλη των 50’s. Εϊναι χαρακτηριστικό του εκτοπίσματός του, ότι οι Blue Flames, το group του, ήταν οι μοναδικοί άγγλοι καλεσμένοι στο Motown Revue που περιόδευσε στα μέσα των 60’s στην Βρετανία… O Fame τραγουδάει υπέροχα, ξεφεύγει από τα συνήθη σπαραξικάρδια και ψυχαναγκαστικά τραγουδιστικά στιλ των συγχρόνων του και απογειώνει τη φωνή του με ένα μεγαλείο που ακούγεται πάντα όμορφο και κλασικό. Το «By The Time I Get To Phoenix» (μόνο σε single με b-side το «Sound Of Silence» των Simon & Garfunkel – 1968, CBS) στη δική του εκδοχή ακούγεται σχεδόν ιδανικό. Το single είναι σπάνιο αλλά περιλαμβάνεται στη συλλογή «The Best Of 1967 – 1971» που κυκλοφόρησε η Sony το 1996. O Georgie Fame το 1972 παντρεύτηκε την Μαρκησία του Londonderry και στη συνέχεια άρχισε να κερδίζει τους κριτικούς που είδαν στο πρόσωπό του έναν πιστό και συνεπή μουσικό, αντίθετα με την φήμη που είχε στα 60’s ως «ελαφρύς» (η γνωστή κατάρα της κριτικής που εξορίζει το κομψό ως ανόητο). Στα 90’s μπήκε στη μπάντα του Van Morrison και σήμερα, στα 64 χρόνια του κάνει ακόμα εμφανίσεις στο Ronnie Scott και στο Starclub.

Ο Marty Wilde το φέρνει στην Αγγλία χωρίς δόξα αλλά με τιμή

Ο κατά κόσμον, Reginald Smith ήταν ένας από τους πρώτους Άγγλους τραγουδοποιούς και ερμηνευτές που έπαιξαν αμερικανικό rock ‘n’ roll υπό τις κατευθύνσεις του δαιμόνιου manager Larry Parnes, μαζί με τον Cliff Richard και τον Tommy Steele. Ο Parnes άλλαξε το όνομα του Smith σε Marty Wilde (από την ταινία «Marty» του 1955) και τον έκανε πρωταγωνιστή στο τηλεoπτικό show «Oh Boy!». Όταν ηχογράφησε το τραγούδι του Jimmy Webb (μόνο σε single, με b-side το «Shutters And Boards» – 1968, Philips) ο Wilde είχε ήδη αφήσει πίσω του την περίοδο των επιτυχιών της τετραετίας 1958 – 1962 («Donna», «A Teenager In Love», «Sea Of Love») ενώ αργότερα, στα 70’s θα μετονομαζόταν σε Zappo για να γίνει glam rocker, αφού είχε κάνει  και στην Αμερική την δεύτερη επιτυχία του το 1969 («Abergavenny«) με το παρατσούκλι Shannon. Ο Wilde ερμηνεύει το κομμάτι με αυτόν τον ρομαντικό λυγμό στις λήγουσες των λέξεων που στις αρχές των 60’s φαινόταν να είναι υποχρεωτικός στους pop ‘n’ rollers. Παρότι η εκτέλεσή του δεν είναι κακή, δεν διαθέτει καμμία μελαγχολία απώλειας αλλά ένα παράπονο μόνο, στιλιζαρισμένο για το κοινό που έπρεπε οπωσδήποτε να κλάψει. Ο Marty Wilde έχει καλή φωνή, αλλά μοιάζει με παστέλ αντανάκλαση μιας ρετρό εποχής… Σήμερα, 69 ετών, για να γιορτάσει τα 50 χρόνια από την πρώτη του επιτυχία στην Αγγλία, ο Wilde έβγαλε μια συλλογή με επιτυχίες του στην αγορά («Born To Rock ‘N’ Roll: Greatest Hits«) στην οποία υπάρχει το «By The Time I Get To Phoenix» αλλά και ένα πρόσφατο ντουέτο με την κόρη του Kim Wilde (!) (τα περισσότερα τραγούδια της καριέρας της είναι γραμμένα από τον πατέρα της) στη διασκευή του «Sorry Seems To Be The Hardest Word» του Elton John.

O Frank Sinatra σε νυσταλέα φάση

Το album «Cycles» (1968, Reprise) είναι το 54ο, που ανέβαζε ο Frankie στο chart του Billboard (No.18). Σε λιγότερο διάστημα από έξι μήνες αργότερα θα κυκλοφορούσε το «My Way«… Παρότι έχει πεθάνει εδώ και μία δεκαετία (73 χρόνων) δεν έχει χάσει τη δεύτερη θέση που κατέχει στους δημοφιλέστερους καλλιτέχνες όλων των εποχών (στα albums) μετά τον Elvis. Εγώ, ως αιρετικός πλην ταπεινός άνθρωπος, αυτό δεν μπορώ να το ερμηνεύσω καλλιτεχνικά -το μόνο που επικοινωνούσε με τη «Φωνή» του (ένα από τα παρατσούκλια του) ήταν μια macho υπεροχή σε ό,τι και να τραγουδούσε. Τέλος πάντων, τη βρήκε την περίοπτη θέση του στην ιστορία, αναμφίβολα και από,τι φαίνεται τελεσίδικα. Ο μύθος του Sinatra δεν θα κινδυνέψει ποτέ – ούτε από την αμφισβήτηση των αιρετικών σαν και μένα ούτε από τους αντίστοιχους μύθους των ανταγωνιστών του… Στο «Cycles«, ο Frankie έριχνε μια -πάντα αφ’ υψηλού- ματιά στο country folk rock της εποχής του και ερμήνευε τραγούδια του Bobby Russell, της Joni Mitchell και άλλων, χωρίς να βγάλει το κοστούμι του όμως και με τον Don Costa από πίσω του να κεντάει ενορχηστρώσεις «καμπόσες»… Τα «Cycles» (No. 23), «My Way Of Life» (No.64) και «Rain In My Heart» (Νο.62) βγήκαν και σε singles… Το «By The Time I Get To Phoenix» ερμηνεύεται από τον Frankie… σαν να κλείνουν τα μάτια του στο τιμόνι… Μου δίνει την εντύπωση ότι νυστάζει οριακά και το «εύρημα» που χρησιμοποιεί με τους παρατονισμούς των λέξεων, μάλλον εντείνει την εντύπωση παρά δημιουργεί μια διαφορετική αύρα στο κλασικό κομμάτι του Webb. Στο στίχο «by the time i’ll make Oklahoma…», το, τύπου jazzy φάλτσο του δε βρίσκει ποτέ το στόχο του…

Ο Βασιλιάς του πραγματικού ρομάντσου, Engelbert Humperdinck σε μια εξαίρετη εκτέλεση

Μία από τις trivial απορίες μου παραμένει το γιατί ο ο κύριος Gordon Mills (manager και του Tom Jones), βάφτισε τον βρετανό Arnold Dorsey,  με το ψευδώνυμο Engelbert Humperdinck, όνομα που ανήκε σε ένα διακεκριμένο γερμανό συνθέτη κλασικής μουσικής του 19ου αιώνα. Όχι τίποτ’ άλλο, αλλά όταν αναζητήσεις στην wikipedia το όνομα Engelbert Humperdinck σε παραπέμπει μόνο στον γερμανό μουσουργό αγνοώντας εντελώς τον τραγουδιστή που ξεκίνησε από τα 60’s μια τρελή καριέρα ως crooner του music hall, που διαρκεί ούτε λίγο ούτε πολύ ως σήμερα… Ταυτισμένος με την στερεοτυπική φαντασίωση κάθε γυναίκας, ο Humperdinck εκτός από «λεβέντης» ήταν και εξαιρετικός easy istening τραγουδιστής, με μια φωνή αβίαστη και στεντόρια που έβγαινε από τα βάθη των σπλάχνων του και γέμιζε το χώρο. Στο τρίτο album του, «A Man Without Love» (1968, Parrot) συνέχιζε την πετυχημένη συνταγή ερμηνειών σε γνωστά standards της εποχής ανεβάζοντάς το στο Νο.12 του album chart, με το ομότιτλο single να σκαρφαλώνει ως το Νο.19. Τα έχουμε ξαναπεί άλλωστε, η φωνή του, 72χρονου σήμερα, Engelbert είναι σχεδόν ιαματική, με έκταση ζαλιστική και αίσθημα συγκρατημένης αντρικής τρυφερότητας. Το κλασικό κομμάτι του Webb, του ταιριάζει γάντι. Συγκρίνετε, παρακαλώ, με την εκτέλεση του Frankie και πείτε μου αν είμαι τρελός…

O Dean Martin χωρίς τα φώτα του Las Vegas από πίσω

Ο θρυλικός «βασιλιάς του cool» Dino Paul Crocetti από το Ohio, ο άνθρωπος που ανήγαγε την «καλή ζωή» σε τέχνη, το μέλος του Rat Pack, άφησε πίσω του μια κληρονομιά για το music hall που στέκεται ως σημείο αναφοράς για όλους τους νέους τυχοδιώκτες που βγαίνουν στην αναζήτηση της «ζωής στα όρια». Πέρα όμως από πρότυπο star, ο απόλυτος διασκεδαστής Dean Martin υπήρξε και θαυμάσιος τραγουδιστής: στο album του «Gentle On My Mind» (1968, Reprise) δανειζόταν τα καλύτερα στοιχεία της pop και της country για να φτιάξει το δικό του cocktail, με παραγωγό τον Jimmy Bowen και στο πλαίσιο αυτό, τραγούδησε με ωριμότητα και αληθινά «ανοιχτή» διάθεση το «By The Time I Get To Phoenix«. Το album συνολικά ανέβηκε ως το Νο.14 του chart και ως single επιλέχθηκε το «Not Enough Indians» (Νο.43) που έμελλε να είναι και το προτελευταίο του στην Αμερική. Ο Martin είχε ήδη κουραστεί από τη συνδυασμένη έντονη δράση του στη δισκογραφία, στον κινηματογράφο και την τηλεόραση και στα 70’s που έρχονταν απειλητικά κατά πάνω του, θα περνούσε απανωτές προσωπικές και επαγγελματικές κρίσεις μέχρι το θάνατό του σε ηλικία 78 ετών το 1995.

Ο Frankie Laine για κοινό που συνεχίζει συχνάζει στα pop music halls.

Ο Fransescο Paolo LoVecchio από το Chicago, κοινώς ο Frankie Laine, ή «Κύριος Ρυθμός»,  ή «Γερά Δερμάτινα Πνευμόνια», ή «Ατσάλινες Αμυγδαλές» ή «Νο.1 Αμερικανός Στυλίστας Τραγουδιών», ή «Παλιομοδίτης Jazzman» είχε ήδη διαπρέψει στα 40’s και στα 50’s και είχε στο credit του το πέρασμα από την εποχή των big bands στους solo performers στα μέσα των 40’s και στους «γαλανομάτηδες» crooners, μαζί με τον Johnnie Ray και τον Tony Bennett, όταν ηχογραφούσε το album του «Take Me Back To Laine Country» (1968, ABC). Ικανός τραγουδιστής που κυριολεκτικά τραγούδησε τα πάντα (από folk και gospel μέχρι rock και country), ο Frankie Laine εδώ φοράει το πρόσωπο του country ερμηνευτή χωρίς να ξεχνάει όμως τις music hall καταβολές του. Η εκτέλεσή του είναι συμπαθητική αλλά όχι σπουδαία, παραπάνω ονειρική από όσο ίσως είχε ανάγκη το τραγούδι… Σωστή αλλά όχι απογειωμένη. Τυπική και τακτοποιημένη… Ο Laine που πέθανε μόλις το 2007 στο San Diego σε ηλικία 93 χρόνων, αριθμεί πάνω από 75 χρόνια καριέρας, με πάνω από 70 επιτυχίες, 21 χρυσούς δίκους και πωλήσεις συνολικά 250.000.000 αντιτύπων. Καθόλου άσχημα για το γιο του προσωπικού κουρέα του Al Capone

Ο John Davidson υποδύεται έναν ακόμα τηλεοπτικό ρόλο του

Ο John Davidson από το Pittsbourgh είναι μια από κείνες τις προσωπικότητες των show business που τα έχουν όλα μαζί σε ένα «πακέτο» αλλά τίποτα από αυτά σε βάθος: τραγουδιστής, χορευτής, ηθοποιός, παρουσιαστής και διασκεδαστής ταυτόχρονα, ο Davidson έχει μείνει στην ιστορία περισσότερο για τα τηλεοπτικά shows «That’s Incredible» και «Hollywood Squares» παρά για την δισκογραφική πορεία του. Η Columbia στο δεύτερο μισό των 60’s θέλησε να εκμεταλλευτεί την προικισμένη καλλιτεχνική προσωπικότητά του και το αστραφτερό, γνήσιο ταλέντο του και τον έβαλε να ηχογραφήσει μια σειρά δίσκων που στην ουσία απευθύνονταν στο τηλεοπτικό κοινό που τον θαύμαζε. Έτσι, ο Davidson με την συμπαθητική φωνή και την υπερβάλλουσα δραματική διάθεση, χωρίς να ηχογραφεί ασχήμιες, στην ουσία υποδυόταν θεατρικά τα τραγούδια (καημός μεγάλος το Broadway) και από αυτό τον κανόνα, δεν ξέφευγε και το album «Going Places» (1968, Columbia) που κατάφερε να φτάσει ως το Νο.151 του album chart. Ο Davidson τραγουδάει το «By The Time I Get To Phoenix» με ένα δακρύβρεχτο πάθος και παρά την καλαίσθητη φωνή του, δεν προσθέτει τίποτα απολύτως στο τραγούδι παρά μόνο μελόδραμα για οικογενειακή κατανάλωση. Μόνο που ο ακροατής του δε στέκεται μπροστά στην τηλεόραση… Ο Davidson είναι σήμερα 66 ετών.

H Vikki Carr είναι μια από τις πρώτες γυναίκες που τολμάει να το ερμηνεύσει

Η Florencia Bisenta de Casillas Martinez Cardona με την μεξικανική-ιρλανδική καταγωγή από το Texas, έκανε μια καριέρα τριάντα χρόνων από το 1963, στο «ελαφρύ» τραγούδι του music hall στρωμένη με την αποδοχή του κοινού που έδινε σημασία στις «Φωνές». Ευαίσθητη κοινωνικά, η Vikki Carr, μέχρι και υποτροφία στο όνομά της εγκαινίασε το 1971 για τους ισπανόφωνους αμερικανούς μαθητές, συμμετέχοντας όπου την καλούσαν για να συμπαρασταθεί ή να συγκενρώσει χρήματα. Η Carr γνώρισε τεράστιες δόξες τραγουδώντας και στα ισπανικά. Το album της «Vikki!» (1968, Liberty) ερχόταν μετά ακριβώς από την τεράστια επιτυχία της με το «It Must Be Him» και φυσικά έφτασε αβίαστα ως το Νο.63 του αμερικανικού chart. Η εκτέλεσή της φέρνει τούμπα, το «she» με το «he» και δίνει μια τελείως διαφορετική διάσταση στο τραγούδι, καθώς είναι η γυναίκα αυτή που εγκαταλείπει τον άντρα. Η αίσθηση της φωνής της είναι βελούδινη και άνετη και στέκεται όμορφα ανάμεσα στον ενορχηστρωτικό διάκοσμο του easy listening. Στα 67 χρόνια της η Vikki Carr δεν έχει μείνει, ωστόσο, ως μια συγκλονιστική ντίβα στην ιστορία -δεν απασχόλησε ποτέ το κοινό, με άλλα ζητήματα πλην της φωνής της- αλλά ως μια τραγουδίστρια με πολύ καλή φωνή που έκανε μια αξιοπρεπή καριέρα μέσα από αυτήν.

Ο Βασιλιάς του calypso, Harry Belafonte λίγο πριν την εμπορική δύση του

Ο αφροαμερικανός Harry Belafonte στα 81 χρόνια του σήμερα, είναι στοιχειωμένος από το «Banana Boat Song» και το θρυλικό «Day-O», τις ταινίες του και την ακτιβιστική πολιτική δράση του, παρά για το άνισο σύνολο της δισκογραφίας του. Όταν κυκλοφόρησε το «Harry Belafonte Sings Of Love» (1968, RCA) είχε ήδη αρχίσει η εμπορική παρακμή του. Μόλις ένα ακόμα album το 1970 θα ανέβαινε στο chart πριν το όνομά του περάσει στην ιστορία, παρότι παρέμεινε ενεργός και δισκογραφικά και κινηματογραφικά στα επόμενα χρόνια. Η αλήθεια είναι ότι ο σπουδαίος καλλιτέχνης από το Harlem, ερμηνεύει το κομμάτι του Webb με μια δόση μπανάλ υπερβολής στην φωνή του, ενώ το μουσικό υπόβαθρο ακούγεται αρκούντως δροσερό και όμορφο. Σήμερα ο Belafonte που φυσικά έχει αποσυρθεί από την καλλιτεχνική δράση, παραμένει μια φιγούρα προς μίμηση, ένα πρότυπο καλλιτέχνη που τόλμησε να υποστηρίξει τη Σοβιετική Ένωση στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, που έγινε ενεργό μέλος του Κινήματος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που πάλεψε τον ρατσισμό και αντιτάχθηκε ανοιχτά στην συνολική πολιτική Bush και που έγινε πρεσβευτής καλής θέλησης της Unicef. Το 2000 πήρε Grammy για τη Συνολική Προσφορά του.

Οι Ray Conniff Singers σε μπανάλ easy listening

Στα τέλη των 60’s οι δόξες του Conniff άρχισαν να κοπάζουν. Ήταν αντίθετο από τις εποχές αυτές κάθε «ήσυχος» στο αυτί, ήχος που σκοπό είχε τη χαλάρωση και την ελαφριά ευδιαμονία και παρά τις προσπάθειες του Conniff να εμπλουτίσει το στιλ του με ενορχηστρώσεις πιο σύγχρονες δεν κατάφερε να προσελκύσει καινούρια ακροατήρια με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί στις αρχές των 70’s από τα charts. Η μαγική περίοδος του Ray Conniff ήταν φυσικά τα 50’s όταν ο Mitch Miller τον προσέλαβε ως ενορχηστρωτή στην Columbia δίνοντάς του και την ευκαιρία να ξεφύγει από το session τρομπόνι και να γράψει επιπλέον και δικά του τραγούδια. Πάνω από 70 εκατομμύρια συνολικές πωλήσεις των δίσκων του βεβαίωναν ότι ο Conniff διέθετε αυτό που ήθελε το μαζικό κοινό μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας: εξωραϊσμένες εκτελέσεις των επιτυχιών που άκουγε στο ραδιόφωνο. Το «Honey» (1968, Columbia) που σκαρφάλωσε ως το Νο.22 του chart ήταν το δεύτερο από τα τρία albums που κυκλοφόρησε μέσα στην ίδια χρονιά, σε έναν αγώνα δρόμου να προλάβει την αίγλη των επιτυχιών όσο ήταν ακόμα φρέσκες. Το ομότιτλο κομμάτι του album του ηχογραφήθηκε την ίδια εβδομάδα που ο Bobby Goldsboro το ανέβαζε στο Νο.1 της Αμερικής! Στην ίδια λογική, οι Ray Conniff Singers τραγούδησαν και το «By The Time I Get To Phoenix» χωρίς να νιάζονται πραγματικά για την απόδοσή του, όσο για την χαρμόσυνη ορθότητα των φωνών τους που έπλεαν μέσα στην αρμονία και την ηλιόλουστη ελαφρύτητα. Σήμερα ακούγεται σχεδόν σαν παρωδία, όπως και πολλά από τις διασκευές που παρήγαγε σε ρυθμό πολυβόλου, δημιουργώντας έναν όγκο δισκογραφίας με τον οποίο δεν μπορείς εύκολα να βγάλεις άκρη. Ο Ray Conniff πέθανε το 2002 σε ηλικία 86 ετών.

Οι Uniques σε μια παραπονιάρικη soft rock εκτέλεση

Πριν ο Joe Stampley γίνει solo country αστέρας στα 70’s, είχε σχηματίσει στην Louisiana, τους Uniques στα μέσα των 60’s για να τραγουδήσει μαζί τους… ότι ήταν απαραίτητο εκείνη την εποχή. Από country και γαλανομάτα soul μέχρι pop, garage και rhythm ‘n’ blues. Οι Uniques δεν είχαν καθόλου δικό τους στιλ αλλά ήταν πρόθυμοι, έδρασαν στο δεύτερο μισό 60’s και ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στον αμερικανικό νότο και ιδιαίτερα στα κολλέγια. Στο τέταρτο και τελευταίο ομώνυμο album τους (1969, Paula) συμπεριέλαβαν και μια διασκευή στο «By The Time I Get To Phoenix» με τον Stampley να τραγουδάει με μεγαλύτερο παράπονο από όσο δικαιολογεί το τραγούδι σε μια εκτέλεση που καταγράφεται αναιμικά στο πέρασμα του χρόνου. Είναι προφανές ότι οι Uniques θέλησαν να το διασκευάσουν επειδή ήταν της μόδας… Ο αδύναμος χαρακτήρας της εκτέλεσής τους ήταν ενδεικτικός της παντελούς έλλειψης χρησιμότητάς τους εκείνη την εποχή. Γι αυτό και σιγά σιγά διαλύθηκαν.

Οι Peddlers αντεπιτίθενται από το Λονδίνο, με εμβατηριακό στιλ

Το βρετανικό rhythm ‘n’ blues των Peddlers -δηλαδή του Roy Philips (φωνή, keyboards), του Tab Martin (μπάσο), του Trevor Morais (drums) από τα groups, Downlands, Tornadoes, Faron’s Flamingos αντίστοιχα- ήταν πρωτότυπο, ιδιαίτερο και χωρίς τους ψυχαναγκασμούς του rock ‘n’ roll. Ίσως για αυτό σημείωσε εμπορική επιτυχία μόνο στην πατρίδα τους, τη Βρετανία για μια δεκαετία περίπου (1965 – 1975), ξεκινώντας από τη διασκευή τους στο «Let The Sunshine In«. Το album τους «Birthday» (1969, Epic) έφτασε ως το Νο. 16 του βρετανικού chart και το single «Birth» μέσα από αυτό, στο No.17. Σε αυτό το album ενέταξαν και τη διασκευή τους στο «By The Time I Get To Phoenix«, με την τσιτωμένη, κάπως θεατρική φωνή του Phillips να φτιάχνει μια σχεδόν προζάτη ερμηνεία πάνω σε ένα ρυθμό που θυμίζει εμβατήριο με στιβαρό drum roll που δημιουργεί σασπένς. Σίγουρα πρωτότυπη εκτέλεση, με άποψη και ύφος πολύ χαρακτηριστικό.

To φωνητικό κουαρτέτο των Mad Lads το φέρνει στην Stax

Οι Mad Lads από το Memphis έδρασαν στην Stax στο δεύτερο μισό των 60’s τραγουδώντας την soul με τρόπο που δε συνηθιζόταν στο νότο, όσο στο Detroit, την Philadelphia και το Chicago. Με αρχηγό τον γλυκό τενόρο John Gary WIlliams αλλά και με αλλαγές στα μέλη τους, οι Mad Lads ήταν οι αντιπρόσωποι της φωνητικής τρυφερής soul στην Stax. Το album τους «Mad, Mad, Mad Lads» (1969, Stax) ανέβηκε μέχρι το Νο.46 στα black charts και στο Νο.180 στα pop. Το single μέσα από αυτό ήταν η διασκευή τους στο κομμάτι του Webb, «By The Time I Get To Phoenix» που πέτυχε ένα Νο.28 στα black charts και ένα Νο.84 στα pop και έμελλε να είναι η τελευταία επιτυχία τους παρότι συνέχισαν να ηχογραφούν. Το group είχε παραπονεθεί τότε ότι η εταιρία δεν στήριξε το single γιατί όλη η ενέργειά της καταναλώθηκε στην πρόωθηση της εκτέλεσης του Isaac Hayes την ίδια χρονιά. Είχαν δίκιο στην παρατήρησή τους αλλά άδικο αν πίστεψαν ότι θα μπορούσαν ποτέ να σταθούν δίπλα στον Isaac…

Ο Isaac Hayes στην εκτέλεση με την διάρκεια ρεκόρ των 18:40 – ένα διονυσιακό ποίημα.

Ο Isaac Hayes μόλις στο δεύτερο album του «Hot Buttered Soul» (1969, Stax) άλλαξε την πορεία της μαύρης μουσικής. Για πάντα. Mε το album αυτό, ο Al Bell της Stax διαψεύστηκε παταγωδώς: πίστευε ότι ο Hayes ήταν ένας καταπληκτικός οργανίστας, ικανός συνθέτης και ευαίσθητος παραγωγός μόνο και όχι ένας άξιος performer. Όταν λοιπόν του επέτρεψε να ηχογραφήσει ένα δεύτερο album μετά το μέτριο και αποτυχημένο εμπορικά ντεμπούτο του «Introducing Isaac Hayes«, ο Isaac συγκέντρωσε γύρω του μια σειρά μουσικών πέραν των Bar Keys, μεταξύ των οποίων και τον drummer Willie Hall από τους Mar Keys και τον πιανίστα Marvell Thomas (που κάνει και την παραγωγή μαζί με τον Allen Jones και τον Al Bell), αδερφό της Carla. Ο Hayes «δεν μπορούσε να πει αυτά που είχε να πει στα συμβατικά δυόμισυ λεπτά» που διαρκούσαν τα τραγούδια τότε και έφτιαξε τέσσερα κομμάτια που κυμαίνονταν από πέντε μέχρι δεκαοκτώμισυ λεπτά: επανάσταση. Η soul έμπαινε με αξιώσεις στην λογική των concepts χωρίς να χάνει τον αισθαντικό χαρακτήρα της και ξαφνικά, τίποτα δεν θα φαινόταν ίδιο στα 70’s… Αποκορύφωμα και τέταρτο στη σειρά τραγούδι του album, μετά το δωδεκάλεπτο «Walk On By» των Bacharach /  David (Νο.13 στα soul charts και Νο.30 στα pop). το εννιάλεπτο «Hyperboliscyllabicsesquedalymistic» και το πεντάλεπτο «One Woman» ήταν φυσικά το επικό «By The Time I Get To Phoenix» (Νο.37 στα soul charts και Νο.37 στα pop) το οποίο ο Hayes εμπλούτισε στιχουργικά και ενορχηστρωτικά για να γίνει ένα ολοκληρωμένο επικό έργο. Αφού ξεκινάει με ένα επαναστατικό rap μέρος (στα πρώτα οκτώ λεπτά) στο οποίο εξυμνεί την αγάπη και στη συνέχεια τον Jimmy Webb, ως έναν από τους καλύτερους τραγουδοποιούς της εποχής, δημιουργεί μια ιστορία που λειτουργεί ως προοίμιο των όσων ακούγονται στους κανονικούς στίχους του τραγουδιού. Φτιάχνει μια ολόκληρη πλοκή για το πώς ο ήρωας σηκώνεται και φεύγει από το πλευρό της καλής του, με μια πρόζα δραματική και έντονη, απαριθμώντας τα συναισθηματικά βάσανα που μπορεί να σου δημιουργήσει η αγάπη. Ο Isaac τάσσεται ξεκάθαρα στο πλευρό του «φυγά». Στο υπόβαθρο, ένα πιατίνι και ο υπόγειος σχεδόν μυσταγωγικός ήχος του οργάνου συνοδεύουν τον Isaac στην αφήγησή του, πριν μπει το κυρίως μέρος του κομματιού με την εκρηκτική ενορχήστρωση με τις υφέσεις και τις κορυφώσεις… Ένα πραγματικό αριστούργημα που ακούγεται μέχρι και σήμερα κλασικό και αξεπέραστο. Ολόκληρο το «Hot Buttered Soul» έφτασε στο Νο.1 των black αλλά και των jazz charts και στο No.8 των pop charts, έκανε τον Ιούλιο του 1969 καυτότερο και μπήκε άνετα στη λίστα με τα καλύτερα albums όλων των εποχών – και σε εκείνη των κριτικών αλλά και στην προσωπική μου. Ο Isaac Hayes κατά την ταπεινή γνώμη μου είναι ο σημαντικότερος soulman όλων των εποχών (με μικρή έστω διαφορά, μπροστά από τον Marvin Gaye, τον Curtis Mayfield και τον James Brown) και φυσικά όχι μόνο για το Oscar του «Shaft«, για τον απολαυστικό Chef του «South Park» και τα αριστουργήματά του στην Stax, αλλά και για τα επόμενα, στην ABC και στην Polydor. Στα 66 χρόνια του, ο απόλυτος «χαλίφης» της μαύρης μουσικής καμαρώνει τα 12 παιδιά, τα 14 εγγόνια και τα τρία δισέγγονά του, παραμένει ενεργός σαϊεντολόγος και στην ουσία δεν έχει αποσυρθεί από την ενεργή δισκογραφική δράση.

Ο William Bell σε ένδοξη νότια soul διάθεση

Ο William Yarborough από το Tennessee θεωρείται από τους πρωτομάστορες του ήχου της Stax / Volt στα 60’s, ένας ερμηνευτής με συμπαγή και σταθερή μέσα στο χρόνο αξία – ποτέ δεν κυκλοφόρησε κάτι που δεν είχε ένα minimum αξίας, ακόμα και μέχρι σήμερα που συνεχίζει να ηχογραφεί στα 69 χρόνια του. Το album «Bound To Happen» (1969, Stax) έφτασε στο No.49 του black chart και περιλάμβανε εκτός από το single «My Whole World Is Falling Down» (No.39 στα black) και την δική του εκδοχή στο standard «Born Under A Bad Sign» που είχε δώσει στον Albert King ένα χρόνο πριν, και μια εκτέλεσή του στο «By The Time I Get To Phoenix«, όμορφη γκρουβάτη και έχρωμη, με μεγαλείο ψυχής και soul υπεροχή. Η παραγωγή είναι του συνεργάτη του -κολώνα της Stax- Booker T. Jones ενώ συνοδευτική μπάντα στην ηχογράφηση είναι οι MG’s και οι Memphis Horns.

Η Erma Franklin, μια ακόμη γυναίκα που επιχειρεί να το ερμηνεύσει, με γενναιότητα

Η μια από τις αδερφές της Aretha Franklin (η άλλη είναι η Carolyn, είσης τραγουδίστρια), η Erma δεν κατάφερε ποτέ να κάνει μια καριέρα έστω δείγμα μικρότερης κλίμακας, αυτής της αδερφής της και θα μείνει για πάντα η πρώτη ερμηνεύτρια του κλασικού «Piece Of My Heart» που έκανε τεράστια επιτυχία η Janis Joplin. Πραγματικά, πρόκειται για μια από τις άτυχες περιπτώσεις της soul: η Erma Franklin είχε εξαιρετική φωνή αλλά ενώ σε όλη τη διάρκεια των 60’s έτρεφε την ελπίδα μιας καριέρας, από τις αρχές των 70’s τα παράτησε και έκανε μόνο σποραδικές ερμηνευτικές εμφανίσεις, κυρίως συνοδεύοντας την Aretha. Ωστόσο, πρόλαβε να βγάλει ένα τουλάχιστον album, το «Soul Sister» (1969, Brunswick) που έφτασε μόλις στο Νο.199 του pop chart, βγάζοντας κι ένα single, το «Gotta Find Me A Lover (24 Hours A Day)» (No.40 στο black chart). Στο ίδιο album βρισκόταν και η διασκευή της στο «By The Time I Get To Phoenix«, σε μια εκτέλεση πραγματικά όμορφη που δίνει την ευκαιρία στην Erma να ξεδιπλώσει την πηγαία gospel soul φωνή της. Η ίδια έχει μια διάθεση λίγο «φωναχτή» απέναντι στο τραγούδι – δεν το βιώνει, μάλλον το τελαλίζει… Ωστόσο όμως ακούγεται ωραία και γνήσια.

Η Doris Duke σε βαθιά gospel soul ερμηνεία

Η Doris Curry από την Georgia δεν ευτύχησε ποτέ να «κεφαλαιοποιήσει» την απίστευτη blues soul δύναμη της φωνής της. Παρέμεινε μια τραγουδίστρια στην ιστορία που οι συγκυρίες και η απουσία του «αστεριού» την κατάλληλη στιγμή, την άφησαν στο περιθώριο. Μετά από μερικά singles σε εταιρίες όπως η Hy-Monty και η Jay Boy στα μέσα των 60’s, η Doris Duke ξεκίνησε να κάνει session φωνητικά για του Gamble & Huff στη Philaelphia όπου και την πρόσεξε ο πρώην παραγωγός της Atlantic, Jerry «Swamp Dogg» Williams που της έγραψε το ντεμπούτο album της «I’m A Loser» (1969, Canyon) που έφτασε στο Νο.39 του black chart και έδωσε δύο hit singles, το «To The Other Woman (I’m The Other Woman)» (No.7 στα black και Νο.50 στα pop charts) και το «Feet Start Walking» (No.36 στα black και No.109 στα pop charts). Σε αυτό, η Duke ερμήνευσε με πόνο και βάθος το «By The Time I Get To Phoenix» με ένα εκτελεστικό κράμα gospel, blues και soul. H εμπορική καταστροφή της Canyon όμως, στάθηκε εμπόδιο στην καριέρα της. H Duke έδωσε μερικά ακόμη albums (ένα ακόμα με τον Swamp Dogg το 1975) στην Contempo και την Manhattan στις αρχές των 80’s πριν εξαφανιστούν εντελώς τα ίχνη της. Σήμερα η Doris Duke είναι 63 ετών.

Ο Willie Rosario σε latin στιλ – κάποτε παλιά…

Ο Willie Rosario από το Porto Rico, όταν άκουσε πώς παίζει τα κρουστά ο Tito Puente… άλλαξε η ζωή του. Άρχισε να μαθαίνει κρουστά και μπήκε στην μπάντα του John Sequi το 1953. Όταν ο Sequi επέστρεψε στην πατρίδα του, ο Rosario μπήκε επικεφαλής… Παλιομοδίτης, ορκισμένος fan του latin music hall με τα «ξαφνικά» πνευστά στις ενρχηστρώσεις του και πάντα «καλοραμμένος», ο Rosario συνεχίζει να ηχογραφεί παρά τα 77 χρόνια του. Το «By The Time I Get To Phoenix» γίνεται στο album του, «El Bravo De Siempre» (1969, Inca) ένα καλίγραμμο mid tempo για «ασφαλείς» χορούς υπό το σεληνόφως. Συμπαθητική εκτέλεση αλλά τόσο μανιακά στιλιζαρισμένη που είναι δύσκολο να την αγαπήσεις βαθιά. Μένεις μόνο στο ζαλιστικό λίκνισμα του ρυθμού.

Ο Winston Francis και ο ήπιος reggae χαρακτήρας του

Ένας από τους πιο μακροχρόνιους και επίμονους τραγουδιστές της reggae, ο Winston Francis ενώ ξεκίνησε την καριέρα του από τα τέλη των 50’s με τους Sheridans και τους Afro Jamaicans, έπρεπε να πάει στην Αμερική στα τέλη των 60’s, με τον παραγωγό Clement Coxsone Dodd για να καταφέρει να ακουστεί ευρύτερα, μέσα από διασκευές του σε τραγούδια της εποχής. Το album του «California Dreaming» (1969, Studio One) είναι ένα «καπνισμένο» αλλά όμορφο σύνολο από επιτυχίες της εποχής εκτελεσμένες με τον χαρακτηριστικό ήπιο τρόπο του Francis και μέσα σε αυτές υπάρχει και το «By The Time I Get To Phoenix«, με σήμα κατατεθέντα τα στοιχεία του ήχου της Studio One. Ο Francis συνέχισε επίμονα και πιστά να ηχογραφεί για τρεις συνεχείς δεκαετίες χωρίς να καταφέρει να προβληθεί πέραν των κύκλων της reggae κοινότητας.

Κατευθείαν από την Jamaica, o Joel Bunny Brown με lovers’ reggae

Ο Joel Bunny Brown είναι ένας καλλιτέχνης που δεν πρωταγωνίστησε στην σκηνή της reggae – βρισκόταν πάντα στην εμπορική οπισθοφυλακή της, παρά την όμορφη φωνή του. Περισσότερο ενίσχυσε ως session βοκαλίστας τις ηχογραφήσεις άλλων χωρίς να γράψει μια συνεχή προσωπική, δισκογραφική πορεία. Ωστόσο από τα μέσα των 60’s και μέχρι την εποχή της disco στα τέλη των 70’s ο Brown βρισκόταν συνεχώς τριγύρω, είτε μέσω των groups στα οποία συμμετείχε (Mighty Mystics, Falcons, Dynamic Vision, Chosen Few) είτε μέσω των σποραδικών δίσκων που ηχογραφούσε μόνος του.  Ένα από αυτά ηχογραφήθηκε το 1969, αμέσως μετά τη διασκευή του στο «Man’s Temptation» του Curtis Mayfield. Ήταν φυσικά η διασκευή του στο «By The Time I Get To Phoenix» που σήμερα μπορεί να βρεθεί μόνο στο τριπλό box set της Trojan, «Trojan Sixties Box Set«. Η ερμηνεία του σχεδόν εφηβική και φρέσκια φέρνει τον ήχο της reggae απέναντι σε μια πολύ τρυφερή πρόκληση, στο στιχουργικό θέμα του τραγουδιού. Ο Brown, άνετος και φυσικός τραγουδάει με σεβασμό «σε ό,τι άφησε πίσω του» σύμφωνα με το τραγούδι και δημιουργεί μια εκτέλεση οριακά εξωτική.

Ο Nat Stuckey τραγουδάει country με στιβαρή, καθαρή φωνή

Ο Nat Stuckey από το Texas, ξεκίνησε στα τέλη των 50’s να τραγουδάει country και παρότι επέμεινε στη δισκογραφία μέχρι τα μέσα των 70’s, δεν κατάφερε να κάνει επιτυχία. Ήταν μια από κείνες τις περιπτώσεις πολύ καλού ερμηνευτή που «δεν είχε αστέρι»… Ωστόσο στο album του «Nat Stuckey Sings Country Favorites Stuckey Style» (1969, Paula) που έφτασε στο No.37 του country chart, συμπεριέλαβε σχεδόν καταναγκαστικά το τραγούδι του Webb σε μια εκτέλεση που αναδεικνύει την θλίψη του. Ωστόσο η συμβατική ενορχήστρωση με τις μελό εμφάσεις και η αντίληψη της εκπολιτισμένης country δίνει καθαρά στοιχεία για την εμπορική αποτυχία του. Πέθανε το 1988 σε ηλικία 54 ετών.

Οι Manhattans σε γλυκιά soul μυσταγωγία, πριν από τις μεγάλες επιτυχίες των 70’s

Το φωνητικό κουιντέτο των Manhattans ξεκίνησε την εμπορική δισκογραφική καριέρα του στα μέσα των 60’s και πριν μπει σε τροχιά παρατεταμένης επιτυχίας, ηχογραφούσε για την Carnival από το 1965 ως το 1968, μια σειρά δίσκων κυρίως singles που σήμερα αποτελούν πολύτιμο «θήραμα» για τους συλλέκτες της soul των 60’s. Στο διάστημα 1969 – 1971 ηχογράφησαν δύο albums για την Deluxe, με την αρχική τους σύνθεση, δηλαδή τον George «Smitty» Smith (που πέθανε το 1971 και αντικαταστάθηκε από τον Gerald Alston), τον Winfred «Blue» Lovett, τον Kenny Kelley, τον Richard Taylor και τον Edward «Sonny» Bivins. Στο album «With These Hands» (1970, Deluxe) συμπεριέλαβαν την εκτέλεσή τους στο «By The Time I Get To Phoenix» θυμίζοντας όλους τους λόγους εκείνους που η φωνητική soul παραμένει μια ανυπέρβλητη τραγουδιστική φόρμα. Οι ερμηνείες τους είναι μαγνητικές και το στιλ τους πραγματικά άψογο.

Οι Gaylads απελευθερωμένοι από τους περιορισμούς του ska τραγουδούν πονεμένα soul beats

Οι Gaylads έδρασαν στη δεκαετία 1963 – 1973 ηχογραφώντας μια σειρά από δίσκους που ιστορικά, καταφράφουν την μετεξέλιξη της τζαμαϊκανικής μουσικής από τον ήχο του ska, στο bluebeat και στο lover’s rock. Στα τέλη των 60’s, την καριέρα τους είχε αναλάβει ο παραγωγός Leslie Kong ενώ την θέση του Winston Delano Stewart είχε ήδη πάρει ο Howard Barrett από τους Paragons. Οι Gaylads ήταν ντουέτο τότε – ο έταιρος ήταν ο Maurice Roberts. Στο album «Fire And Rain» (1970), τίτλος που δόθηκε από τη διασκευή τους στο ομότιτλο κομμάτι του James Taylor, έκαναν μια σειρά από προσεγγίσεις σε επιτυχίες της εποχής, όπως το «Young, Gifted And Black» της Nina Simone αλλά και το «By The Time I Get To Phoenix» που τραγουδούν με γνήσιο soul αίσθημα και πόνο στις φωνές τους. Η εκτέλεση των Gaylads σε τίποτα δεν θυμίζει την reggae παράδοσή τους, απόδειξη για το πόσο απελευθερωμένα ήταν πια τα μουσικά κέντρα αποφάσεων στις έγχρωμες μουσικές στις αρχές των 70’s, όσον αφορά στην πρόσμιξη των στιλ. Ευτυχώς.

O Stevie Wonder αφήνει πίσω του την περίοδο των singles για να μπει στα επιβλητικά concepts.

Στα τέλη των 60’s ο Stevie Wonder έθετε ένα τέλος στην περίοδο των hits που ήταν γραμμένα από την μηχανή παραγωγής της Motown και έπαιρνε την τύχη του στα χέρια του. Ήδη είχε πυκνώσει τα τραγούδια που έγραφε και έκανε συμπαραγωγή – το «Signed, Sealed, Delivered» μάλιστα ήταν η πρώτη συμπαραγωγή του που έκανε επιτυχία. Το «Live» (1970, Tamla) ήταν συμβολικά μια τάφρος για τον Steveland Hardaway Judkins από το Michigan, το τυφλό παιδί – θαύμα της αυτοκρατορίας του Berry Gordy: η εποχή των ευχάριστων hits, γραμμένων με την λογική των singles έδινε την θέση του στην εποχή των προσωπικών αριστουργηματικών albums του στην πρώτη πενταετία των 70’s. Το «Live», από τα δεκαεπτά τραγούδια που περιέχει, μόνο έξι είναι εκείνα που αντιπροσωπεύουν την προηγούμενη περίοδό του. Τα υπόλοιπα είναι διασκευές σε classics όπως το «Blowin’ In The Wind» του Dylan και το «Sunny» του Bobby Goldsboro. Και το «By The Time I Get To Phoenix» φυσικά. Το οποίο ερμήνευσε με έναν μεγαλόπρεπο τρόπο, συνοδεία της Motown Band -απλωμένη ορχήστρα με πνευστά και έγχορδα- που διαστέλλει τη μελωδία οριακά, της δίνει μια γενναιόδωρη, τεράστια αύρα και το αντιμετωπίζει με τη δέουσα σοβαρότητα. Η κορώνα του διάρκειας δεκάξι δευτερολέπτων στο φινάλε τα λέει όλα… Το «Live» album έφτασε στο Νο.16 των black charts και στο Νο.81 των pop charts. Σήμερα, στα 58 χρόνια του ο Stevie Wonder είναι ακμαίος – τίποτα δεν καταδεικνύει την φθορά του…

Οι Gladys Knight & The Pips σε μια γενναία live εκτέλεση

Στα 64 χρόνια της σήμερα, η Gladys Maria Knight απολαμβάνει τον τίτλο μιας από τις σημαντικότερες καλλιτέχνιδες της soul. Επί σαράντα πέντε χρόνια, τραγούδησε με αξιοπρέπεια και πάθος και είτε solo, είτε με τους Pips, το group που στις αρχές των 60’s σχημάτισε με τον αδερφό της, Μerald και δύο ξαδέλφιά της, τον Edward Patten και τον William Guest. Αρχικά, στις εταιρίες Fury και Maxx υπό την καθοδήγηση του Van McCoy και στη συνέχεια από τα μέσα των 60’s και για μια δεκαετία στην Motown. Το album «All In A Knights’ Work» (1970, Tamla) περιλαμβάνει το τραγούδι του Webb σε μια live εκτέλεση μεταξύ άλλων προ-Motown επιτυχιών τους που τις ξαναερμήνευσαν. Ωστόσο η κυκλοφορία αυτού του album ήταν πραγματικά αψυχολόγητη γιατί λίγο ή πολύ τα περισσότερα κομμάτια είχαν ξαναεμφανιστεί σε συλλογές και δίσκους της. Ίσως και αυτός να είναι ο λόγος που το album δεν ανέβηκε στο chart – σε μια εποχή που η παρουσία της Gladys Knight ήταν πολύ συχνή σε αυτά. Το «By The Time I Get To Phoenix» ερμηνεύεται από την Gladys ως σήμα γυναικείας περηφάνειας. Και αυτή, αντικαθιστά το «she» με το «he» και με πόνο ψυχής παραδέχεται στην έναρξη του τραγουδιού σε μια πρόζα, ότι έπρεπε να φύγει… Οι Pips πίσω της την σιγοντάρουν δίνοντας έμφαση σε καίρια σημεία και τονίζοντας λόγια – κλειδιά του τραγουδιού. Όμορφη, «υγρή» εκτέλεση (το χαρακτηριστικό στοιχείο της φωνής της Gladys) που ξεχωρίζει για τη γυναικεία στάση της.

Ο Wayne McGhie σε σπάνια και μυθική soul εκτέλεση

Ο Wayne McGhie, τζαμαϊκανός μετανάστης στον Καναδά, είναι ο άνθρωπος που μαζί με τους Sound Of Joy’s έφτιαξε ένα ομότιτλο album (1970, Quality) που μέσα στα χρόνια πήρε μυθικές διαστάσεις στους κύκλους των συλλεκτών. Σπάνιο album πραγματικά -όσοι το έχουν στη διάθεσή τους, μπορεί να είναι περήφανοι…- το «Wayne McGhie And The Sound Of Joy’s» ηχογραφήθηκε με παραγωγό τον Art Snider με μερικούς από τους πιο καλούς μουσικούς της εποχής, όπως ο Jackie Mittoo, ο οργανίστας των Skatalites και κολλητός του McGhie, αλλά και οι Alton Ellis, Ike Bennett, Everton Paul, Lloyd Delpratt. Το καλοχωνεμένο υβρίδιο από funk, r’n’b και reggae που περιείχε ο δίσκος δεν πέτυχε εμπορικά και ο απογοητευμένος Wayne McGhie επέστρεψε στην Jamaica για να συνεργαστεί με τον Clement Coxsone Dodd, να σχηματίσει το group RAM και στη συνέχεια να συμμετάσχει ως καλεσμένος σε πολλούς προσωπικούς δίσκους του Mittoo. Μια σπάνια ασθένεια -μια χημική αστάθεια του εγκεφάλου του- είχε ως αποτέλεσμα την παρακμή του McGhie. Οι αστικοί μύθοι τον ήθελαν αγνοούμενο στο Toronto… Ο δίσκος του απέκτησε τεράστια αξία μέσα στο χρόνο (ο Prince Be των P.M. Dawn αγόρασε μια αυθεντική κόπια για τριακόσια δολλάρια το 1995 στην Νέα Υόρκη από έναν έμπορο) και μόλις το 2004 η Light In The Attic τον επανακυκλοφόρησε για να καλύψει έξυπνα τη ζήτηση. To «By The Time I Get To Phoenix» γίνεται εδώ μια blue μελωδία από αυτές στις οποίες δε γίνεται να μην «βουτήξεις» λαίμαργα μέσα τους για να ανασύρεις στην επιφάνεια τη μελαγχολία, την μαγεία που κρύβεται στην ελπίδα που δίνει το όργανο στο υπόβαθρο, την «εγκατάλειψη» που θέλει τρυφερότητα στην φωνή…

O Willie Tee από τη Νέα Ορλεάνη γεφυρώνει την jazz με το r’n’b…

Ο πιανίστας και τραγουδιστής Wilson Turbinton από τη Νέα Ορλεάνη, παρότι ξεκίνησε να ηχογραφεί solo το 1962, μόλις οκτώ χρόνια αργότερα, με τη βοήθεια του Cannonball Adderley κατάφερε να κυκλοφορησει το ντεμπούτο album του «I’m The Man» (1970, Capitol) χωρίς να σημειώσει εμπορική επιτυχία – ούτε καν τη λίγη που είχε καταφέρει το 1965 με το single «Teasin’ You» στην Atlantic. Η νότια soul του Willie Tee μύριζε jazz αναθυμιάσεις και παρότι η εκτέλεσή του στο κομμάτι του Jimmy Webb διαθέτει αυτή τη μαγεία στην ενορχήστρωσή της, ακούγεται πολύ χαλαρή και «έγχορδη» για να καταφέρει πραγματικά να συγκινήσει. Ο Willie Tee συνέχισε να υπάρχει ως solo καλλιτέχνης με κάποιες αναλαμπές στην disco περίοδο και κυρίως ως βασικό μέλος του project Wild Manolias, ανέστησε κάποια στιγμή το group των Gaturs, αλλά ποτέ μέχρι το θάνατό του το 2007 σε ηλικία 64 ετών δεν αναγνωρίστηκε εμπορικά όπως του άξιζε. Οι φανατικοί μόνο της vintage soul έδωσαν στον Tee το credit που του άξιζε.

H Wanda Jackson, αρχετυπική country τραγουδίστρια που περιμένει να ανακαλυφθεί

Η Wanda Jackson από την Oklahoma, κόρη του country τραγουδιστή Tom Jackson, έγινε στα 50’s μια από τις δημοφιλέστερες country καλλιτέχνιδες (από τις πρώτες γυναίκες στο country κύκλωμα) χάρη στον Hank Thompson που την πρωτάκουσε και την κάλεσε να τραγουδήσει στο συγκρότημά του, τους Brazos Valley Bros. Από τότε, η Wanda Jackson έκανε μια τεράστια καριέρα στην country αλλά ποτέ δεν κατάφερε να περάσει crossover στα pop ακροατήρια… Έχω την αίσθηση ότι είναι μια από τις καλλιτέχνιδες που στο μέλλον θα ανακαλυφθεί με ενθουσιασμό από κορίτσια (κυρίως της πόλης…) και θα μπει σε έναν όψιμο κατάλογο επιρροών και αναφορών. Το album της «Country» (1970, Capitol) γεμάτο classics του είδους, δεν κατάφερε να ανεβεί ψηλά εμπορικά, αλλά η εκτέλεσή της στο «By The Time I Get To Phoenix» φέρνει τα πάνω κάτω στους στίχους: η Wanda με την γλυκιά, χαμογελαστή και δυνατή φωνή της, τραγουδάει από τη μεριά της κοπέλας που μένει πίσω και μιλάει στον «καλό» της που έχει φύγει. Αντικαθιστά λοιπόν, το αυθεντικό «she» με το «you» και παρακολουθεί από το σπίτι τη διαδρομή του στην Αμερική… Γυναικεία ματιά, αρκετά έξυπνη αντιστροφή. Στα 70’s η Jackson μαζί με τον άντρα της ραδιοφωνικό παραγωγό Wendell Goodman έκαναν στροφή στο θρησκευτικό χριστιανικό τραγούδι, αλλά το 1977 επανήλθε με δύο country albums στην Word. Στα 61 χρόνια της η Wanda Jackson συνεχίζει να καλείται σε rockabilly και country φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο.

O James Brown το προσφέρει ζωντανά στο κοινό του

Στις αρχές των 70’s ο James Joseph Brown ήταν ένας φτασμένος soul funk αστέρας, είχε εξασφαλίσει τους τίτλους του «Νονού της Soul«, του «Κυρίου Δυναμίτη» και του «Soul Αδελφού Νο.1«. Έμεναν μόνο λίγα χρόνια ακόμα λυσσώδους παραγωγικότητας για να εξασφαλίσει και τον τίτλο του «Σκληρότερα Εργαζόμενου Ανθρώπου στις Show Business«… Το album του «Super Bad» (1971, King) ήταν μια ακούραστη, ιδρωμένη live κυκλοφορία που επιβεβαίωνε τη δαιμονική ισχύ του επί σκηνής. Έφτασε στο Νο.4 των black albums και στο Νο.61 των pop και «έκλεινε» με μια φαντασμαγορική εκτέλεση του «By The Time I Get To Phoenix», με λαμπερά πνευστά και με το αλύχτισμά του ακμαίο, με το ένα πόδι στην λάμψη του music hall και ένα φινάλε οργιαστικό. Τα κατορθώματα του James Brown είναι αμέτρητα – η επιρροή του έχει εκτόπισμα πολιτιστικής επανάστασης και για αυτό στο θάνατό του το 2003 σε ηλικία 63 ετών, η Αμερική θρήνησε έναν ήρωά της.

Anne Murray & Glen Campbell – ένα ντουέτο σε μια εμπνευσμένη τραγουδιστή κόντρα

Στις αρχές των 70’s η Morna Anne Murray από τον Καναδά είχε κάνει το μεγάλο break με το single «Snowbird» που πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα και την έκανε πασίγνωστη στην Αμερική, οπότε όταν «κατέβηκε» στο Los Angeles για να συνεργαστεί με τον Glen Campbell στο τηλεοπτικό show που είχε αυτός, ήταν ήδη μια από τις καινούριες κοπέλες του country κυκλώματος, μόλις δύο χρόνια στη δισκογραφία. Το album που ηχογράφησαν μαζί «Anne Murray / Glen Campbell» (1971, Capitol) είναι απλά πανέμορφο. Και οι δύο τους έχουν καταπληκτικές φωνές (η Murray είναι η αγαπημένη μου λευκή τραγουδίστρια μαζί με την k.d. lang – και οι δύο καναδές. Κάτι σημαίνει αυτό;) και η χημεία τους είναι εξαιρετική. Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι το ύφος του album είναι middle of the road και απέχει από την country, μίλια μακριά. Ειλικρινά, δεν έχει καμία σημασία: το vibe του είναι τόσο όμορφο και κελαριστό και οι φωνές τους τόσο θεία συντονισμένες που το τελευταίο πραγματικά, που έχει σημασία είναι η αναζήτηση της όποιας παραδοσιακής rock’n’ roll (…) αυθεντικότητας. Για τους ίδιους λόγους που οι Carpenters είναι αξεπέραστοι, οι Murray / Campbell έγραψαν ανάλογη ιστορία, μικρότερη οι δύο τους μαζί και μεγαλύτερη ο καθένας ξεχωριστά. Ένα από τα ντουέτα τους είναι το medley του «By The Time I Get To Phoenix» (το φωνητικό μέρος του Campbell) και του «I Say A Little Prayer» (το φωνητικό μέρος της Murray). Στροφή με στροφή οι δύο τους κάνουν ένα παιχνίδι μεταξύ των δύο τραγουδιών που συνδέονται μεταξύ τους με αυτή την παράδοξη στιχουργική σχέση. Ο Campbell αποχωρεί, η Murray εκλιπαρεί… Το single έφτασε στο Νο.40 στα country charts και Νο.81 στα pop ενώ ολόκληρο το album της συνεργασίας τους, στο Νο.4 στα country και Νο.128 στα pop.

Η soul της φυλακής -στην κυριολεξία- από τους Escorts

 

Ο παραγωγός George Kerr στις αρχές των 70’s είχε την καταπληκτική ιδέα να ηχογραφήσει μια παρέας… φυλακισμένων και να κυκλοφορήσει τα τραγούδια τους στην Alithia. Οι έγκλειστοι για διάφορα παραπτώματα, Reginald Haynes, Lawrence Franklin, Robert Arrington, William Dugger, Stephen Carter, Frank Heard, Marion Murphy ηχογράφησαν μια σειρά singles -κυρίως τραγούδια που ο Kerr είχε δώσει πριν στους Moments και τους O’Jays. Το «By The Time I Get To Phoenix» ηχογραφήθηκε ώς b-side στο «Look Over Your Shoulder» (single, 1973, Alithia) και έφτασε ως το No.45 του black chart. Αυτό που έχει σημασία στην εκτέλεση των Escorts είναι ο χαμογελαστός, χαρούμενος τρόπος με τον οποίο τραγουδούν και η ευοίωνη, ηλιόλουστη ενορχήστρωσή τους. Το τραγούδι στα χέρια τους γίνεται ένα αρμονικό, feel good pop soul  – ευθέως αντίστροφο με τις συνθήκες με τις οποίες ηχογραφήθηκε. Ο Kerr (που είχε συνεργαστεί με Whatnauts, Linda Jones, Barbara English) μετέφερε στη φυλακή του New Jersey (Rahway State Prison) τον εξοπλισμό του, ηχογραφούσε τις φωνές τους και μετά περνούσε στο στούντιο τις ενορχηστρώσεις του. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στην συλλογή των Escorts που κυκλοφόρησε η Collectables το 1994, «All We Need Is Another Chance«.

Οι New York City σε μια gospel soul εκτέλεση

Ο John Brown (από τους Five Satins, Cadillacs και Moonglows), ο Claude Johnson (από τους Genies), ο Tim McQueen και ο Eddie Schell αποτελούσαν το φωνητικό συγκρότημα των New York City που στην κατάλληλη εποχή, κατάφεραν και έκαναν με το ντεμπούτο album τους «I’m Doin’ Fine Now» (1973, Chelsea) μεγάλη επιτυχία, χάρη κυρίως στις παραγωγές του Thom Bell. Το «I’m Doing Fine Now» έφτασε μέχρι το Νο.35 στα black charts και στο No.122 των pop ενώ έβγαλε και τρία singles – το ομώνυμο (No.14 στα black, No.17 στα pop), «Μake Me Twice The Man» (No.44 στα black, No.93 στα pop) και «Quick, Fast, In A Hurry» (No.19 στα black, No.79 στα pop). Οι New York City τραγουδούν με τις γλυκιές εκείνες αρμονίες που είχαν όλα τα soul groups στα πρώτα 70’s αλλά στο «By The Time I Get To Phoenix» το παρακάνουν λίγο με την ξώχαρη προσέγγισή τους επηρρεασμένοι από το gospel δίνοντας μια φωταγωγημένη, αισιόδοξη νότα στο χωρισμό. Ο βασικός τραγουδιστής τους Tim McQueen ωστόσο, έχει μια καταπληκτική ποιότητα στη φωνή του. Το 1974 κυκλοφόρησαν ένα ακόμα album, το «Soulful Road» και μετά χάθηκαν τα ίχνη τους.

Ένα ακόμα ντουέτο με τους Isaac Hayes & Dionne Warwick σε ρόλους Campbell / Murray…

To 1976 o Isaac Hayes και η Dionne Warwick έκαναν μια πολύ πετυχημένη περιοδεία μαζί – δύο soul φιγούρες που αντιπροσωπεύουν εντελώς διαφορετικές κουλτούρες (το πλούσιο, διονυσιακό funk και η ραφινάτη, κομψή soul του σαλονιού) ένωσαν τις δυνάμεις τους επί σκηνής σε ρεπερτόριο που κινείται ακριβώς στο όριο του «Λαίδη κι Αλήτης«. Η Dionne είχε ήδη ανεβεί στο Νο.1 την προηγούμενη χρονιά με το «Then Came You» μαζί με τους Spinners και ο Isaac είχε αφήσει πολύ πίσω του τις μέρες της Stax και είχε προκαλέσει το σεισμό του «Disco Connection«. Το album που προέκυψε από τη συνεργασία τους, «A Man And A Woman» (1977, ABC) ήταν λουσάτο, λαμπερό και πιστό στο easy going soul πνεύμα της εποχής, ανέβηκε στο No.20 των black charts και στο No.49 των pop και φυσικά έβγαλε το single medley «By The Time  Get To Phoenix» / «Say A Little Prayer» ακριβώς όπως πριν από έξι χρόνια ο Glen Campbell και η Anne Murray. To single των Hayes / Warwick έφτασε ως το Νο.65 του black chart και παρουσίαζε έναν «Άντρα» να φεύγει με μεγαλείο και μια «Γυναίκα» να προσεύχεται για αυτόν, σε πλήρως ξεκάθαρους, αντιστικτικούς ρόλους – macho αυτός και εύθραυστη αυτή, πικρός αυτός, γλυκιά αυτή, βαρύς αυτός, σαν πούπουλο αυτή… Η εκτέλεση δεν είναι, ωστόσο, συναρπαστική αλλά για τους δικούς της λόγους ιστορική…

Η χορωδία του Gunter Kallman σε middle of the road ευδαιμονία.

Ότι έκανε ο Ray Conniff στην Αμερική, έκανε και ο Gunter Kallman στην Γερμανία: χαλαρό, ξένιαστο easy listening βασισμένο στις φωνητικές αρμονίες και την middle of the road αισθητική για όλες τις ηλικίες ή ίσως, για τις πιο μεγάλες από αυτές. Το album «Put A Little Love In Your Heart» (1984, Poydor) κυκλοφόρησε όταν πλέον η φήμη του είχε πέσει στη χώρα του (στα τέλη των 70’s ήταν η εμπορική ακμή του) κι έτσι η εκτέλεσή του ακούγεται λίγο μπανάλ… Ωστόσο, είναι αναντίρρητα ευχάριστη στα αυτιά… Ο 84χρονος σήμερα Kallman ζει ακμαίος να θυμάται…

Ο Nick Cave αστράφτει και βροντάει…

Στο τρίτο προσωπικό album του μαζί με τους Bad Seeds,  «Kicking Against The Pricks» (1986, Mute), ο Nick Cave διασκεύαζε από Leadbelly μέχρι Velvet Underground με κείνο τον φρέσκο, «εναλλακτικό» τρόπο που έκανε την Mute μια από τις σπουδαιότερες ανεξάρτητες εταιρίες των 80’s. Αναμφίβολο highlight, η διασκευή του στο «By The Time I Get To Phoenix» ακούγεται κλασική μέχρι και σήμερα: η ενορχήστρωση διαθέτει αυτή την ιδιαίτερη αύρα ενός παρηκμασμένου, ποτισμένου με καπνό, music hall στο οποίο οι μουσικοί προσφέρουν τον καλύτερο εαυτό τους. Ο Mick Harvey χειρίζεται την κιθάρα και τα keyboards με τη μαεστρία του βετεράνου, ο καινούριος drummer, τότε, Thomas Wydler χτυπάει τα τύμπανα τελετουργικά και ο Cave νιώθει την απώλεια που καταδεικνύουν οι στίχοι με δραματικότητα. Ο Cave είναι σήμερα 51 ετών και έχει διανύσει κάτι λιγότερο από 30 χρόνια δισκογραφικής δημιουργίας, παραμένει ένας από τους πολύ αγαπημένους του ελληνικού κοινού και ίσως ο τελευταίος συνεχιστής της αλυσίδας των μεγάλων έντεχνων δημιουργών. Όχι απαραίτητα για καλό. 

H Caecille Norby σε alternative jazz ερμηνεία

H 43ρονη Δανή Caecille Norby μέχρι να ηχογραφήσει το προσωπικό ομότιτλο ντεμπούτο της, (1994, Blue Note) είχε ήδη εξασκηθεί σε rock groups της χώρας της (Frontline, One Two) και έτσι ήταν πλήρως έμπειρη και έτοιμη να αποδώσει classics που ταιριάζουν στη φωνή της, όπως το «Wild Is The Wind«, το «Summertime» και φυσικά το «By The Time I Get To Phoenix«. Η Norby το λέει με ένα αίσθημα «γαλανής» μελαγχολίας, το αντιλαμβάνεται μάλλον πιο παρακμιακά από την αρχική πρόθεση του Webb και το προσφέρει με έναν τρόπο χωρίς περιττές αυταρέσκειες. Η jazzy γλυκύτητα του τραγουδιού ακουμπάει στην διάθεση της τραγουδίστριας να απευθύνεται στον «καλό» της με νοσταλγία.

Η Reba McEntire θυμάται τις ρίζες της στην country pop.

H Reba Nell McEntire από την Oklahoma είναι ένα πραγματικό φαινόμενο στην βιομηχανία του Nashville. Στα 53 της χρόνια σήμερα είναι περήφανη για τα 33,5 εκατομμύρια αντίτυπα που έχουν πουλήσει συνολικά οι δίσκοι της, κρατώντας την πρώτη θέση στη λίστα με τις δημοφιλέστερες γυναίκες της country στις δεκαετίες ’80 και ’90. Πραγματικά εξαιρετική φωνή, κυκλοφόρησε το album «Starting Over» (1995, MCA), αποκλειστικά με διασκευές για να αποδώσει φόρο τιμής στα τραγούδια που θεωρούνται εμβληματικά στο χώρο της αλλά και για να ερμηνεύσει άλλα του pop χώρου, επειδή… απλά είναι σε θέση να το κάνει. Τα «On My Own» (που είχε πρωτοτραγουδήσει η Patti Labelle και ο Michael McDonald) ή το «Υou Keep Me Hangin’ On» (των Supremes) είναι μόνο οι προφανείς επιλογές σε αυτό το album που σκαρφάλωσε στο Νο.5 του pop chart και στο Νο.1 του αντίστοιχου country. Η εκτέλεσή της θυμίζει πάρα πολύ «γαλανομάτα soul» παρά τα έχορδα στην ενορχήστρωση που θυμίζουν από πού έρχεται. Η φωνή της έχει μια πολύ άνετη εκφραστική δυνατότητα, χωρίς να σε αφήνει να ξεχάσεις ότι είναι πιστή στην «καθαρή και ξάστερη» country pop. Απολαυστική αρχοντική ερμηνεία παρά το μπαράζ συμβάσεων της παραγωγής.

Ο ίδιος ο Jimmy Webb ερμηνεύει το τραγούδι του ταπεινά.

Στα μέσα των 90’s, ο Jimmy Webb αποφάσισε να ερμηνεύσει ο ίδιος μερικές από τις σημαντικότερες επιτυχίες του που είχαν δοξάσει άλλοι και να τις βάλει στο album «Ten Easy Pieces» (1996, Guardian). Η εκτέλεσή του στο «By The Time Get To Phoenix» έχει μια ταπεινότητα που δεν την περιμένει κανείς από τον βαρυσήμαντο συνθέτη. Το ερμηνεύει ήπια και «κανονικά» με μια soft rock -λίγο μπανάλ αλλά λειτουργική- εκφορά, με τη συνοδεία ενός πιάνου και κάποιων περασμάτων της κιθάρας. Ο Webb δεν έχει σπουδαία φωνή αλλά φαίνεται ότι έχει σπουδαία ψυχή. Ο ίδιος φαίνεται να ξέρει πώς να τονίσει τη μοναχικότητα του δημιουργήματός του και κερδίζει την εντύπωση μιας αξιοπρεπούς εκτέλεσης.

H καλιφορνέζικη country της Heather Myles

Η Heather Myles μεγάλωσε σε ράντσο κανονικό και όχι μόνο δεν κάνει τίποτα να το κρύψει αλλά αντίθετα, το έχει καμάρι της. Βέβαια το γεγονός ότι δεν είναι από το Nashville, αλλά από την California δίνει μια διαφορά στην κλάση της: λαμπερή και ταυτόχρονα πιστή στο honky tonk υπηρετεί το λεγόμενο ήχο του Bakersfield (Dwight Yoakam κ.λπ.) με παρρησία. Στο πέμπτο -και τελευταίο, ως σήμερα- album της «Sweet Talk & Good Lies» (2002, Rounder) συνέχισε να αποδεικνύει το γερό συνθετικό ταλέντο της και τη μεστή φωνητική δύναμή της, σε τραγούδια δικά της αλλά και διασκευές, όπως το «By The Time I Get To Phoenix» που αναδεικνύει με πάθος. Η Myles παρότι δεν απολαμβάνει εμπορικής καταξίωσης (τα charts είναι φισκαρισμένα από τους ήχους του Nashville), αποτελεί τα τελευταία 15 χρόνια μια φιγούρα πραγματικά επιδραστική στα κορίτσια που δεν θέλγονται από τις σιερήνες της pop. Απολαυστική.

Καναδική, ανανεωτική jazz ερμηνεία από την μπάντα της Susie Arioli

Η 45χρονη Susie Arioli δρα εδώ και δέκα χρόνια στο χώρο της ευδιάθετης jazz αλλά με ένα πνεύμα εντελώς ανανεωτικό και μοναδικό, που έχει κάνει πολλούς ειδικούς να την παραλληλίσουν εύλογα, με την k.d. lang. Ό,τι ρόλο διατηρεί η kathεrine για την country, έναν αντίστοιχο έχει αποκτήσει και η Susie για την jazz. Στον πλέον πρόσφατο δίσκο της βέβαια, «Learn To Smile Again» (2005, Justin Time) η μπάντα της Susie Arioli έκανε μια αναπάντεχη στροφή με ένα φόρο τιμής στα τραγούδια του Roger Miller, με δύο καινούρια κομμάτια μόνο του Jordan Officer, μόνιμου συνεργάτη της Arioli και το «By The Time I Get To Phoenix» του Jimmy Webb. Η εκτέλεση της Susie Arioli είναι από τις πλέον feelgood: η φωνή της Arioli ακούγεται γεμάτη «κουράγιο» και καλαισθησία και η ενορχήστρωση που επιφυλλάσει η μπάντα στο τραγούδι είναι πανέμορφη και ευοίωνη. Το απαύγασμα της θετικότητας.

Γιαπωνέζικη jazz από την Chie Ayado

 

Η 51χρονη Chie Ayado είναι κάτι σαν superstar στην πατρίδα της, Ιαπωνία. Γεμίζει τεράστιους χώρους στις συναυλίες της πουλάει εδώ και δέκα χρόνια, εκατομμύρια αντίτυπα και η φωνή της στιβαρή και έμπειρη, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις αφροαμερικανές ή τις ευρωπαίες αντίστοιχες τραγουδίστριες. Στο album της «Love» (2004, Eastwind) διασκεύασε με τη συνοδεία πιάνου το «By The Time I Get To Phoenix» σε μια εκτέλεση άνετη και χαλαρή. Ξηρή αλλά εκφραστική η χροια της ακούγεται σίγουρα ιδιαίτερη.

Πίσω στον Καναδά για την jazz της Carol Welsman

Η καναδή Carol Welsman είναι μια ερμηνεύτρια – πιανίστα που απεγνωσμένα χρειάζεται να ανακαλυφθεί. Νομίζω ότι την έχετε ανάγκη τη φωνή της και δεν το ξέρετε ακόμα… Η ερμηνεία της στο κλασικό κομμάτι του Webb ακούγεται σαν «αγκαλιά» – είναι άνετη και διακριτική χωρίς να προσπαθεί να αποδείξει κάτι ούτε για τον ερωτισμό ούτε για την σπουδαιότητά της. Γι’ αυτό και ο ακροατής ίσως τσεκάρει και τα δύο με σιγουριά στο αποτέλεσμα, χωρίς να το πολυσκεφτεί. Βρίσκεται στο album της «Whatcha Got Cookin’» (2006, Koch).

Η Jheena Lodwick από τις… Φιλιππίνες σε vintage pop

Η έξαρση που έχει δημιουργηθεί τελευταία με την αναβίωση των audiophile αναγκών μιας μερίδας εστέτ -κυρίως- του κοινού παίρνει διαστάσεις χιονοστιβάδας. Η Jheena Lodwick είναι μια από αυτές της φωνές που ενώ κατάγονται από τις νοτιοανατολικές αγορές της Ασίας, απηχούν και στη Δύση. Πρόσφατα η Lodwick προσκλήθηκε να τραγουδήσει στο BBC και οι ηχογραφήσεις της φέρνουν στο νου τις μέρες των τελευταίων 60’s: φανταστείτε την Claudine Longet καλίφωνη ή τους Free Design χωρίς την μονομανία με τις ηλιαχτίδες. Στο album της «All My Loving» (2007, JVC) η Lodwick τραγουδάει σαν πραγματική ντίβα, με μια φωνή ανοιχτή και καλαίσθητη, το «By The Time I Get To Phoenix» χωρίς όμως την αιχμή του τραγουδιού. Κοντά στο middle of the road στιλ και ακόμα κοντύτερα σε μια αεράτη jazzy pop η Lodwick κερδίζει τις εντυπώσεις της audiophile κοινότητας και όχι μόνο. Μια κανονική τραγουδίστρια που τραγουδάει σωστά. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε μια τέτοια χωρίς twists;

Η Thelma Houston σε ζουμερό soul comeback

Μια από τις πολύ αγαπημένες μου τραγουδίστριες, η soul ντίβα Thelma Houston επέστρεψε πέρυσι στα 65 χρόνια της με καινούριο album – το «A Woman’s Touch» (2007, Shout Factory) το οποίο έρχεται… τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά το break through της στην Motown με το κλασικό «Don’t Leave Me This Way» για το οποίο έμεινε για πάντα στην ιστορία. Η Houston βέβαια είχε κάνει το ντεμπούτο album της το 1969 («Sunflower«) και μάλιστα σε παραγωγή ολόκληρο, του Jimmy Webb… Τι ειρωνία… Μετά από τόσα χρόνια λοιπόν στην επέτειο της τεράστιας επιτυχίας της τραγουδάει το «By The Time I Get To Phoenix» με έναν τρόπο φυσικά μοναδικό… Η φωνή της είναι αναλοίωτη, δεν έχει χάσει τίποτα από αυτή την υγρή, ικετευτική μελωδικότητα και το μέταλλό της καθαρό και σένιο οδηγεί το τραγούδι σε ένα όμορφο, ευοίωνο τοπίο, αφού πρώτα έχει βρει ευκαιρία να κάνει έναν προζάτο πρόλογο περί αγάπης και περί του πώς ξαφνικά αισθάνεσαι ότι σου τέλειωσε… δικαιολογώντας την «απόδραση» από τη σχέση. Περίπου το ίδιο στιλ με τον πρόλογο του Isaac Hayes, χωρίς όμως τη δραματικότητα που είχε εκείνος.

Ντουέτο αναμνήσεων: Willie Nelson & Don Cherry

75 ετών ο Willie Nelson, 83 ο Don Cherry (όχι ο τρομπετίστας – ο άλλος, ο τραγουδιστής) έχουν φτιάξει μέσα στα χρόνια, τρία albums μαζί, κάτι σαν γιορτή της πατρίδας τους του Texas. Το πιο πρόσφατο από αυτά, το «It’s Magic» (2007, Diamondisc) περιλαμβάνει και τη διασκευή τους στο «By The Time I Get To Phoenix» που αν μη τι άλλο, αιφνιδιάζει με την φωνητική ακμαιότητα και των δύο τους… Ο Cherry ειδικά, ακούγεται σαν κανονικός crooner στο «άνθος» του. Ο δε Nelson ακούγεται όπως πάντα με αυτή την έρρινη, «τραβηγμένη» country-ίλα… Συμπαθέστατη ερμηνεία αλλά τίποτα καταπληκτικό.

Πολλές instrumental και συνήθως βαρετές πλην εξαιρέσεων, εκτελέσεις από βιρτουόζους που παρουσιάζουν τη δεξιοτεχνία τους.

(Οι παρακάτω εκτελέσεις δεν είναι uploaded. Προσφέρονται μόνο κατά παραγγελία. Δεν έχετε παρά να τις ζητήσετε)

@ O Herbie Mann με το μαγικό φλάουτο, από τις εποχές της ακμής του, διασκεύασε το «By The Time I Get To Phoenix» στο album του «Windows Opened» (1968, Atlantic). Χυμώδης, όμορφη εκτέλεση με easy listening περίβλημα αλλά ανώτερη βιρτουοζιτέ.

@ O King Curtis από τους πιο ονομαστούς 60’s σαξοφωνίστες που έδρασαν στα 60’s συμπεριέλαβε μια soul εκτέλεση στο album του «Sweet Soul» (1968, Atlantic). Όχι σπουδαία αλλά ευχάριστη.

@ Όμορφη είναι και η εκτέλεση του τρομπετίστα και άρχοντα της ορχηστρικής jazz, Gary McFarland που για κάποιο λόγο παραπέμπει σε Βραζιλία, από το album του «Does The Sun Really Shine On The Moon» (1968, Skye).

@ Ο πρωτεργάτης του ήχου του Nashville, πιανίστας Floyd Cramer, είδε το τραγούδι του Webb, ως ρομαντικό πιανιστικό μοτίβο και έτσι το συμπεριέλαβε στο «Floyd Cramer Plays Country Classics» (1968, RCA).

@ Από την άλλη, ο ήρωας της exotica, Lenny Dee έδωσε μια εκτέλεση στο album του «Gentle On My Mind» (1968, Decca / MCA), που ακούγεται σήμερα, ετεροχρονισμένη ηχητικά και γραφική αν και παραμένει όμορφη και ιδιαίτερη.

@ Ο οργανίστας της soul jazz, Charles Kynard στο «Professor Soul» (1968, Prestige) δημιούργησε μια έμψυχη», αφοσιωμένη και cool εκτέλεση με διακριτικό ρυθμό που εκτείνεται γενναία σε επτάμισυ λεπτά με πρωταγωνιστικά τα αυτοσχεδιαστικά τα πλήκτρα.

@ Αντίστοιχα soulful ακούγεται και το κορνέτο του Nat Adderley από το album του, «You, Baby» (1968, A&M) ενώ στο υπόβαθρο της εκτέλεσής του απλώνεται μια απολαυστική σειρά από φλάουτο και τσέλο.

@ Ο κιθαρίστας Tony Mottola στην audiophile εκτέλεσή του, στο album «Warm, Wild & Beautiful» (1968, Project 3) ακούγεται νοσταλγικός και πρόθεσή του είναι να ιονίσει την ατμόσφαιρα.

@ Η περφεξιονιστική, πλην αδιάφορη jazzy rock του βιρτουόζου Larry Carlton που στα 70’s πρωταγωνίστησε στη διαμόρφωση του L.A. rock ήχου (Crusaders αλλά και Steely Dan), στο ντεμπούτο του album «With A Little Help» (1968, Uni) αντιμετώπισε το τραγούδι του Webb ως μια καλή αφορμή να αποδείξει την τεχνική του στην κιθάρα.

 @ Ο Ace Cannon, από τους κορυφαίους μουσικούς της country βιομηχανίας, με το σαξόφωνό του έκανε μια εκτέλεση διεκπεραιωτική, γνήσια λαϊκή, αλλά καθόλου σημαντική στο album «Incomparable Sax» (1968, Hi).

@ Η Dorothy Ashby προτίμησε να συνοδεύσει με funky tempo την άρπα της, στο album της «Dorothy’s Harp» (1969, Cadet), δημιουργώντας ένα κομμάτι, ευοίωνο, εύγλωττο και «έμψυχο».

@ Το instrumental τρίο των Young – Holt Unlimited έδωσε μια muzak soul εκτέλεση στο album του «Just A Melody» (1969, Brunswick) χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις. «Απλά μια μελωδία» όπως υποδήλωνε και ο τίτλος του δίσκου τους.

@ Ο κιθαρίστας Chet Atkins, από τους σημαντικότερους δημιουργούς του «ήχου του Nashville» κάνει μια συμβατική εκτέλεση «για ασανσέρ» στο album του «Chet Picks On The Pops» (1969, RCA).

@ Ο μαέστρος Henry Mancini, πάντα καλαίσθητος και ιδιαίτερος συμπεριέλαβε μια «βαμβακένια» εκτέλεση με το πιάνο του, στο album «A Warm Shade Of Ivory» (1969, RCA).

@ Ο Oscar Peterson, ο «μαχαραγιάς των keyboards» σύμφωνα με τον Duke Ellington, ενέταξε την ατμοσφαιρική εκτέλεσή του στο album «Motions & Emotions» (1969, Verve). Χαλαρή, jazzy και διακριτική.

@ Από την άλλη, η αισθησιακή soul των Senor Soul στο album τους «It’s Your Thing» (1969, Double Shot), δίνει στο τραγούδι μια παραπάνω φιλήδονη διάθεση με το πικάντικο σαξόφωνο, από όση ίσως πραγματικά έχει ανάγκη.

@ Ο Jose Feliciano στο album του «10 To 23» (1969, RCA) κάνει μια συμπονετική εκτέλεση με την latin κιθάρα του, ανώδυνη, απαλή και ασφαλή.

@ Προσωπικά, βρίσκω λίγο φλύαρη την εκτέλεση του Jimmy Smith με το hammond του -το βρίσκω αρκετά ενοχλητικό- από το album του «Groove Drops» (1969, Verve).

@ Η ορχήστρα του Kurt Edelhagen κάνει tribute στον Jimmy Webb στο album «Up Up And Away» (1970, Verve), και διασκευάζει το «By The Time I Get To Phoenix» με ένα αλφαδιασμένο αλλά γκρουβάτο και επαγγελματικό τρόπο.

@ Το easy listening των πιο πετυχημένων instrumental rockers, όλων των εποχών,  Ventures, εμπορικά ακμαίο και αποδεκτό, είχε μείνει στάσιμο μετά πό δέκα χρόνια ύπαρξης και στο album τους «10th Anniversary Album» (1970, Liberty) ακούγονται να βαριούνται και οι ίδιοι την εκτέλεσή τους.

@ Η εκτέλεση του υπερ-μαέστρου περκασιονίστα Mongo Santamaria στο album του «Feelin’ Alright» (1970, Atlantic) είναι απλά απολαυστική: κουβανέζικη ραστώνη και δεξιοτεχνία μοναδική, με πρωταγωνιστικό το σαξόφωνο, σε μια latin ενορχήστρωση που δεν διστάζει να ξεφύγει από τη μελωδία του τραγουδιού και να αυτοσχεδιάσει πέραν αυτής.

@ Η εκτέλεση των Som Ambiente στο ομότιτλο album τους (1972, Whatmusic) είναι μια χαλαρή samba με κρουστά και δεξιοτεχνικές οργανικές περιπτύξεις που γίνονται βαρετές μετά από λίγο. Πίσω από το σχήμα Som Ambiente κρύβεται το group των Azymuth.

@ Οι Profile με την παραγωγή του «πολύ» drummer Bernard Purdie το είδαν soul jazz. Συμπαθητική αλλά όχι ιδιαίτερη. Βρίσκεται στο album «Sands Of Time» (1973, Encounter).

@ Ο hard bop τρομπετίστας Brian Lynch από το Wisconsin το ηχογράφησε -πολύ βαρετά κατ’ εμέ- στο album του «24/7» (2005, Nagel Heyer).

Enjoy loud!!!

Προσεχώς: φόρος τιμής στο τραγούδι – μύθο, αφιερωμένο στους αγνώστους που μπαίνουν στη ζωή μας αλλά και σε κείνους που έχουν αποδράσει απ’ αυτήν και μοιάζουν με αγνώστους.

Advertisements

9 Σχόλια to “By The Time I Get To Phoenix – H απόδραση”

  1. dustroad said

    Oh my God.It’s so big!

  2. Vertigo said

    Αυτό δεν ήταν post, αυτό ήταν Μπεν Χουρ. Τέλειο πάντως, αν και κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε όλες αυτές τις εκτελέσεις να τις χώσεις σε ένα ωραίο φακελάκι.
    Φαντάζομαι πως θα είναι η εκτέλεση του Liberace. Σαν να τραγουδάει ο Φλωρινιώτης τη Συννεφιασμένη Κυριακή.

  3. gone4sure said

    Μακάρι να γινόταν να μπουν σε φακελάκι με ένα ωραίο arwork και credits. Box set θα έβγαινε. Απορώ πώς η Rhino δεν έχει σκεφτεί κάτι τέτοιο ως concept ως τώρα.
    Του Liberace είναι θεοβάρετο πιάνο. Μόνο. Η μελωδία γίνεται χυλός. Ανύπαρκτη. Την εξαφάνισε! Δεν είναι καν κιτς. Είναι απλά βασανιστικά βαρετή. 🙂

  4. Μερικες εκτελέσεις πολύ καλές (Wanda Jackson,Manhattans),αλλά αυτές του Issac Hayes(συμφωνώ για τους 4 soulmen-όπως λέμε horsemen-αν κ προτιμώ τον Curtis) και του Glen Campbell (φοβερό κ το Witchita Lineman )είναι μάλλον αξεπέραστες.Κρίμα που τέτοια κείμενα δεν υπάρχουν στον ελληνικό »εναλλακτικό » μουσικό τύπο …

  5. Stratos said

    Ακόμα περιμένω να διορθώσεις το λινκ της Carol Welsman – να κάνουμε και το τοπ-5 μας βρε αδερφέ!

    Το φακελάκι το φτιάχνουμε εύκολα – μπορούμε να χρηιμοποιήσουμε το κείμενο? 😉

  6. gone4sure said

    @Another Day Full Of Dread: το τέλος του Τύπου είναι μάλλον η αρχή του Internet… Αν σου άρεσαν οι soul εκτελέσεις πιο πολύ, άκου τις εκτελέσεις του Charlie Rich και του Bobby Goldsboro. Με έναν μυστήριο τρόπο, ενώ είναι κάργα rednecks ακούγονται soulful.

    @Stratos: Έχεις δίκιο για Carol, σήμερα ελπίζω να προλάβω να το διορθώσω! Thanks! Ναι για το κείμενο. H απορία μου είναι πώς θα χωρέσουν όλα αυτά, σε ένα μονό φακελάκι cd. Κανονικά θέλει box set! 🙂

  7. Stratos said

    Θα δούμε!!! Θέλει λίγο χρόνο…

  8. the dude abides said

    oti kai na po tha einai ligo! afto to post einai unreal! isaac rules, of course, einai to definitive version pistevo..simfono me ton strato gia to soulfullness tou charlie rich, aftos kai o percy mayfield einai oi agapimenoi mou kallitexnes outos i allos. thanks guys!

  9. gone4sure said

    Hey Dude! Thanks! Το δικό σου respect μετράει…
    Ανθρώπους σαν εσένα έχω στο νου μου όταν φτιάχνω τέτοια posts… Stay tuned… Ετοιμάζω ένα πολύ αγαπημένο μου soul κομμάτι για επόμενο tribute.
    🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: