All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Ανασφάλισέ με

Posted by gone4sure στο 20 Ιανουαρίου 2008

softcell.jpg
You’re surrounded by the bitter and the boring…

Το παρών post έχει να κάνει με το πιο πολυπαιγμένο τραγούδι στο i-pod μου, ένας φόρος τιμής στο κομμάτι που (στατιστικά) έχει προτιμηθεί τις περισσότερες φορές να ακουστεί στα ακουστικά μου, κυρίως όταν είμαι εν κινήσει, πεζός ή στα τρένα (i like trains…).
Πρόκειται φυσικά για το «Insecure Me» (εδώ στην εκτεταμένη, χορταστική, διονυσιακή του εκτέλεση των οκτώμισυ λεπτών), ένα τραγούδι που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1982 ως b-side του single «Torch«. Εκείνη την εποχή, οι Soft Cell είχαν ήδη κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους album «Non Stop Erotic Cabaret» (τον Δεκέμβριο του 1981) και βρίσκονταν σε άγριο πόλεμο με τα tabloids τα οποία σε κυριολεκτική υστερία καλούσαν το κοινό να τους ρίξει στην πυρά, με αφορμή το έξαλλο video του «Sex Dwarf» (ο τίτλος του τραγουδιού εύγλωττος για το περιεχόμενο του video). Το «Insecure Me» ήταν μια κραυγή του Marc Almond, ένας τσαμπουκάς που κατευθυνόταν καταρχήν απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό και τη ζωή του, ένας θυμός που έπαιρνε αμπάριζα όλο το φρενιτώδες προσωπικό του lifestyle σε ήχους avant disco που δανείζονταν το beat από το νεοϋορκέζικο club feel και προιώνιζαν το house. Σε αντίθεση με το «Torch» (ένα αριστουργηματικό, κομψό πλην «πονεμένο» νεορομαντικό single, ξεκάθαρα από τα καλύτερα των 80’s αλλά και όλων των χρόνων στην προσωπική ατζέντα μου που με κάνει να θέλω να κλαίω όποτε το ακούω) που έχει ως θέμα του (άλλον ένα) δραματικό χωρισμό του Almond και το πόσο «το σαξόφωνο του ξεσκίζει την ψυχή», το «Insecure Me» είναι ένα χορευτικό παραλήρημα με θυμό, απαξία και street εξομολογητική διάθεση, μια κραυγή αγωνίας τύπου «θέλω να τα αλλάξω όλα, μέσα μου και έξω μου«, ένα αυθεντικότατο punk πνεύμα σε disco περιτύλιγμα και electro διάκοσμο.
Αυτά για την ιστορία…
Διότι στην δική μου, καθαρά, προσωπική ιστορία, το «Insecure Me» καθημερινά απαιτεί να καρφωθεί στα αυτιά μου σαν να αξιώνει με τον τσαμπουκά του το ρόλο της λύτρωσης. Στην κατηγορία, «the most played tracks» στο i-pod, το «Insecure Me» φιγουράρει πρώτο και ακλόνητο με διαφορά από το δεύτερο (που με κάποιο φρενοβλαβικό τρόπο είναι το «Chicago» του Sufjan Stevens, ως τώρα τουλάχιστον, κονταροχτυπημένο με το «Diamond Dove» των Electribe 101). Δε σας κρύβω ότι ακόμα και γω απορώ με την έμμονη σχέση μου με αυτό το τραγούδι… Υπάρχει κάτι στην φωνή του Almond που μαρτυρά καρτερία και σιγοβράσιμο πριν το ξέσπασμά του, υπάρχει μια πικρή αλήθεια στους στίχους (αυτούς τους εξαίρετα τίμιους και παρακμιακά δηκτικούς στίχους), υπάρχει μια οργιαστική ενορχήστρωση του Dave Ball στο υπόβαθρο, τόσο γαμημένα μπροστά από την εποχή της, μια αλάνθαστη electro disco μηχανή που λειτουργεί άψογα, υπάρχει η Cindy Ecstasy στο προζάτο μέρος του τραγουδιού, η κοπέλα που επισήμως και ομολογημένα αποτελούσε την dealer του Marc Almond σε ecstasy χάπια, αυτή που τα έφερε πρώτη φορά από τη Νέα Υόρκη στο Λονδίνο και έκανε τον Almond να περηφανεύεται στην αυτοβιογραφία του «Tainted Life» ότι ήταν από τους πέντε πρώτους ανθρώπους που δοκίμασαν την εμπειρία του ecstasy στο Λονδίνο, περίπου έξι χρόνια πριν ξεκινήσει η επιδημία του συγκεκριμένου χαπιού με την έλευση του acid house.
Το «Insecure Me» με απελευθερώνει («It was the morning after the month before / And I’m looking like a nose with eyes»), με εκφράζει με αφαιρετικά τερτίπια («Have you ever had the feeling that your life’s down the can / And the hand that holds the whip is not your own»), με βάζει στη θέση μου («You’re surrounded by the bitter and the boring / And you wonder if you’re on the turn»), με στενοχωρεί με έναν ανακουφιστικό τρόπο («I haven’t got time to worry ’bout the future / Well I’m busy covering up my past»), με κάνει να ταυτίζομαι θυμίζοντάς μου ότι πάντα έχω ανάγκη από ήρωες («I could hit the bottle and the depths of despair / But come up fighting like the best»), με ανακουφίζει που διαφοροποιούμαι από αυτά που μου βρωμάνε («And I can tell myself that I’m winning the war / But then again I’m different than the rest»), μου δίνει κουράγιο («I’m not the hardest person in the world / But like the song says ‘I will survive'»), με κάνει να αντέχω το βάρος μου («And I may be a wreck and a pain in the neck / But at least I feel that I’m alive»), με κάνει να πάρω τους μπαλτάδες και να νιώσω λίγο braveheart («So I’ll spit in your face and put you over the place/ If I’m ever feeling so unsure / And you can really go to hell if you give me the soft cell / It’s not me, this feeling insecure»).
Ούτε και γω μπορώ να ερμηνεύσω απόλυτα αυτή τη λατρεία που έχω σε αυτό το τραγούδι, ωστόσο. Επιμένω.
Ίσως έχει να κάνει με το ότι πιστεύω ότι έχει έναν από τους καλύτερους τίτλους τραγουδιών που έχω ακούσει ποτέ μου.
Ίσως όμως να έχει να κάνει μόνο με την ακατανίκητη, μύχια παρόρμησή μου (που επαναλαμβάνεται κάθε μα κάθε μέρα ανελέητα) να σηκωθώ στο μετρό να χορεύω λυσσασμένα σαν να μην υπάρχει αύριο, να περπατάω στη μέση του δρόμου (όσο κεντρικότερος τόσο καλύτερα) και να κάνω με σχήματα του σώματός μου αυτό που λέει το τραγούδι από την αρχή ως το τέλος του.

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Ανασφάλισέ με”

  1. φαίη said

    άψογο!!!!!!!!!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: