Cold feet
Coldplay
Mylo Xyloto
(Parlophone)
Δε με χαλάει καθόλου το καινούργιο album των Coldplay – αρκεί να το αντιμετωπίζω, κάθε φορά που το ακούω, μέσα από το κατάλληλο πρίσμα: πρόκειται για το νέο album –επιστροφής- των early 70’s bubble gum-ers Bay City Rollers. Ας κάνουμε εξαρχής αυτή την παραδοχή γιατί αλλιώς θα γίνουμε πολύ κακοί.
Ως τέτοιο λοιπόν, καθόλου άσχημο δεν ακούγεται – έχει όλα όσα έκαναν την pop της τσιχλόφουσκας συναρπαστική, τότε παλιά: μελόδραμα για επιφανειακή κατανάλωση, μελωδίες – αναπτηράκια για να στραφταλίζουν στις αντανακλάσεις των προβολέων μέσα στα στάδια, πολλά “ooah – ooah – oooooah-ho”, καλοβαλμένες, απλούστατες μελωδίες που αιτούν από τον ακροατή να έχει μνήμη της Dory από τον “Captain Nemo” για να τις απολαύσει ανενόχλητος, μερικά νόστιμα τραγουδάκια που μπορούν να μείνουν και πάνω από μία εβδομάδα στο i-pod, την Rihanna καλεσμένη τραγουδίστρια (φαντάζομαι, ως αποτέλεσμα των συμβούλων της περί ευφυούς crossover κίνησής της που θα τη βγάλει από τα εφηβικά ακροατήρια και θα τη βάλει στα… εμ… λοβοτομημένα πλάσματα της χώρας του ποτέ – ποτέ) ως κερασάκι στην τούρτα που κανείς δεν περίμενε να υπάρχει.
Πάνω απ’ όλα όμως, το “Mylo Xyloto” διαθέτει και ένα αδιαμφισβήτητο χαρτί επιτυχίας αλλά και ευθείας επικύρωσης της παραπάνω σύγκρισης με τους Bay City Rollers και την bubble gum εποχή των πρώτων 70’s. Το “Mylo Xyloto” διαθέτει concept! Μάλιστα, ναι! Από από αυτά τα concepts που διαπερνούν όλη την αλληλουχία των τραγουδιών με ένα κεντρικό storyboard. Στο συγκεκριμένο concept, η ιστορία έχει να κάνει με δύο πλάσματα, τα Mylo και Xyloto που κόντρα στην δυσοίωνη εποχή που ζουν, καταφέρνουν να φτάσουν στο happy end. Δε συγκλονιστήκατε; Ακόμα;
Ok, αν δεν κουταθώ πλήρως τώρα, νομίζω δεν θα κουταθώ ποτέ. Και αν ο Chris Martin τη γλυτώνει με αυτά τα ανήκουστα στο πέμπτο album των Coldplay, νομίζω θα την γλυτώνει για πάντα, κόντρα στις απαισιόδοξες προβλέψεις όσων τον ήθελαν να ξοφλάει μετά την πρώτη κακή κίνηση της καριέρας του, τον γάμο του με την αδιανόητα αχώνευτη Gwyneth Paltrow.
To “Mylo Xyloto” έχει συμπαθητικές στιγμές (το έξυπνο “Ηurts Like Heaven”, το single “Paradise”, τη γαλανομάτα soul του “Up In Flames”, ακόμα και αυτό το μεγαλεπίβολο ντουέτο με την Rihanna στο “Princess Of China”) πάντα μέσα σε πλαίσια μίας pop αισθαντικής, φανατικά κορπορατικής, που μπορεί να ζει μόνο σε στάδια, αρένες, τηλεόραση του prime time και περιοδικά μεταμοντέρνου lifestyle με μποέμ αποχρώσεις. Έξω από αυτό το πλαίσιο, σκούρα τα πράγματα.
Υπάρχουν στιγμές, βέβαια που αν δεν έχεις τη μνήμη της Dory από τον “Captain Nemo” μπορεί να σε οδηγήσουν στην απόγνωση: ας πούμε αν ακούσεις τον Martin να βραχνιάζει τάχα μου σαν folkie που είναι υπέρ της ηλεκτρικής στροφής του Dylan στο Newport του 1963 στο “Up Against The World” και το “U.F.O.” (δύο τραγούδια άδεια και απλοϊκά που πωλούνται ως εσωτερικά και cosy) μπορεί και να πάθεις εγκεφαλικό από τα νεύρα σου. Ή αν ξανακούσεις για μία ακόμα φορά αυτές τις αντιπαθητικές πίπιζες του ανομολόγητα ηλίθιου “Every Teardrop Is A Waterfall” με το sample από το… “I Go To Rio” του Peter Allen και την αλά-U2 λεβεντο-ατένιση μπορεί και να αποκτήσεις τικ. Και μία και είπαμε U2 –δύσκολο να αποφύγεις την αναφορά τους σε οποιοδήποτε κείμενο για τους Coldplay- σύγνώμη αλλά το “Don’t Let It Break Your Heart” είναι ή δεν είναι το “Where The Streets Have No Name”; Και αυτό το “Up With The Birds” είναι ή δεν είναι το “Ocean” του Richard Hawley για φτωχούς, προσαρμοσμένο σε ένα ζαχαρωτό, χολιγουντιανό περιβάλλον, πριν εξελιχθεί μετά τα μέσα της διάρκειάς του σε b-side του James Blunt;
Είναι απαραίτητη η απουσία της μνήμης με τους Coldplay, σας λέω. Mόνο και μόνο για να έχετε την πολυτέλεια να εξασκήσετε το δικαίωμά σας να απολαύσετε αποενοχοποιημένα μία σαχλίτσα, χωρίς συνειρμούς.
5/10 (μάιλα ζαϊλότα, όπως και να μοιάζουν αυτά)
Jean de Grace
Florence & The Machine
Ceremonials
(Island)
Υπάρχει ένας απίστευτος αχός στο δεύτερο album της Florence Leontine Mary Welch: η διάρκειά του είναι μαμμούθ, η ενορχήστρωσή του ακούγεται σαν συντονισμένο ναπολεόντειο στρατηγικό πλάνο (συγκεκριμένα του 1796 για την εκθρόνιση του Πάπα), η παραγωγή του Paul Epworth είναι σαν αφοσιωμένη εκστρατεία υπέρ των διονυσιακών ιεροτελεστιών του δάσους, τα Abbey Roads απηχούν στα –ψηφιακά αυλάκια του δίσκου- τις δονήσεις της μπητλικής ιστορίας (και συγκεκριμένα του “Let It Be”), τα τραγούδια ξεδιπλώνονται σαν ρομφαίες πάνω από το κεφάλι της σύγχρονης pop –μεγαλόστομα, εμβατηριακά, ακάθεκτα και αδιαπραγμάτευτα, ανηφορικά. Μέσα στον απίστευτα πυκνό αυτό πανικό, η ίδια η Florence σαν υπερκόσμια ιέρεια, κρατάει στο ένα χέρι το εικόνισμα της… Jean D’ Arc και στο άλλο το μικρόφωνο της… Grace Slick!
Σκιάζομαι λιγάκι…
Αισθάνομαι ότι πρέπει πειθήνια να ακολουθήσω το όραμα της Florence αλλιώς θα δικαστώ επί παντός. Το “Ceremonials” διαθέτει έναν ολομέτωπο καταναγκασμό από τον οποίο δεν ξεφεύγεις και ούτε καν προλαβαίνεις να διαπραγματευτείς. Είναι σαρωτικό, έχει έναν παγανιστικό χαρακτήρα με σκανδιναβικό ορίζοντα –από αυτόν που θα περίμενα να προκύψει από την Lykke Li αλλά αυτή είχε άλλα, αποπροσανατολισμένα σπεκτορικά σχέδια- τραβάει ευθεία μπροστά και φαίνεται αποφασισμένο να στουκάρει και σε τοίχους. Αυτή η “δε-μασάω”, φωναχτή διάθεση της Florence, είναι η ίδια που, εικάζω, την κάνει μία περιβόητη, φαντασμαγορική συναυλιακή φιγούρα, ωστόσο στο πλαίσιο ενός album –ενός δεύτερου album μετά το απολαυστικό και αρκούντως πρωτότυπο “Lungs”- φαντάζει τρομακτικό.
Πραγματικά, το πρώτο πράγμα που σου έρχεται να κάνεις/πεις ακούγοντας το “Ceremonials” είναι, “μισό λεπτό ρε κοπέλα μου… κάτσε να τα δούμε όλα με τη σειρά και με ψυχραιμία…”
Η απουσία της όποιας ψυχραιμίας κάνει αυτό το album να χάνει τους λίγους πόντους που χάνει στα αυτιά μου: η Florence τελαλίζει πολεμόχαρα, τρεχοβολάει σε κάτι σπινταριστές ταχυπαλμίες, φωνάζει σαν να είναι σε διαγωνιστική αλάνα για μεγαλόφωνους, αυξάνει τα ντεσιμπέλ των πνευμονιών της με πείσμα και με φοβερή ενέργεια – σπανίως δε, τραγουδάει σαν μία κανονική ερμηνεύτρια που θέλει να την ακούσεις. Η Florence γενικά δεν πολυνιάζεται να την ακούσεις. Καίγεται όμως να σε δονήσει.
Τα καταφέρνει. Δεν εμπνέεται τόσο ούτε από την Kate Bush, ούτε από την Siouxsie. Εμπνέεται από τις “στα όπλα! – στα όπλα!” ερμηνείες της Grace Slick, έτσι όπως είχε αφρίσει στα τέλη των 60’s στο “Volunteers” αλλά και μετά στο δεύτερο προσωπικό album της του ’80, “Dreams” που είχε μία ανάλογη περιβολή ιέρειας. Η Florence ακούγεται σαν Grace Slick χωρίς τον πολιτικο-κοινωνικό στοχασμό αλλά με μία φλόγα προσωπική, εσωτερική και αλύτρωτη που διατυμπανίζει τα αισθήματά της από άστεργες σχέσεις. Αφηγείται κάτι αλλόκωτα (γοητευτικά, ναι) μοτίβα για τη ζωή της, κάτι περιστατικά που σε αφήνουν κάπως άλαλο. Έχει μία αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική αύρα η Florence όλη δική της αλλά αυτό το έξαλλο, ατιθάσευτο βιμπράτο της καπελώνει τα πάντα. Και αυτό είναι που μου δημιουργεί και τον άλλο συνειρμό με την Jean D’Arc – αυτό το ξελαρύγγιασμα μπροστά στα τείχη των Άγγλων, όταν καλούσε τους σιδερόφραχτους συμπατριώτες της για ανελέητη επίθεση στη μάχη του Patay. Κάπως έτσι συμπεριφέρεται και η Florence σε αυτό που η ίδια και το καλοχτισμένο επιτελείο συνεργατών της, εννοούν ως έξυπνη pop.
To “Ceremonials” είναι γεμάτο όμορφα, υπαρκτά, σχηματισμένα με συνείδηση, ευθύνη και έξαλλη συναισθηματική ενέργεια, τραγούδια –αν και τα περισσότερα εκκωφαντικά- θαυμάσιες ιδέες που εξελίσσονται σε πολυδαίδαλους χείμαρους –ενώ θα μπορούσαν να κελαρίζουν σαν ευχάριστα ρυάκια- γεμάτο πανέξυπνες ενορχηστρωτικές αναπτύξεις –οι οποίες καταλήγουν να γίνονται σαν τους λαβύρινθους του Μινώταυρου-, οργασμικές ρυθμικές κλιμακώσεις που μετατρέπονται σε rollercoasters με επισφαλή καθίσματα.
Είναι ένας δίσκος τεράστιος στα μεγέθη, τις προθέσεις, τα συστατικά, τα νούμερά του. Είναι πυκνός, πολυσύνθετος, ανταριασμένος –ακούγεται σαν να υπάρχουν τέσσερις –τουλάχιστον- δίσκοι σε δαύτον, μπλεγμένοι σαν γόρδιοι στην παραγωγή. Σε απαιτεί να τον αποκρυπτογραφήσεις αλλά θεωρεί αυτονόητο το κουράγιο σου. Μεγάλο λάθος αυτό. Ωστόσο, τον εμπιστεύεσαι, επειδή θέλεις να εμπιστευτείς αυτό το άγριο πλάσμα, την Florence, με την δύναμη δέκα ταύρων και την πεφωτισμένη αποφασιστικότητα… εμ… της Jean D’Arc.
Πάραυτα, θα προτιμήσω να ακουμπάω στην πιο διαλλακτική νυχτωδική έκσταση τραγουδιών όπως το “Seven Devils”, το “Remain Nameless” ή την μοναχική ακουστική εκτέλεση του “Shake It Out” όπως υπάρχει στην deluxe έκδοση του album, παρά στους τσελιγκάτους κράχτες τύπου “What The Water Gave Me” και του “Only In It For The Night” και του “Spectrum“. Ωραίοι είναι και αυτοί αλλά μέχρι να αποσαφηνίσω στα αυτιά μου, τις τραγουδιστικές δομές τους, θα χρειαστώ λυσσάρι και βοήθεια. Το ευτυχές όμως, είναι ότι υπάρχουν τραγούδια και μάλιστα πλουσιοπάροχα.
7,8/10 (παχιά – παχιά)
Μεγαλώνοντας ανθρώπους
Αυτό εννοώ τραγούδι της χρονιάς, ή ένα από αυτά…
Τέτοιο που σε κάνει να νιώθεις cool, νέος, ιδιαίτερος και συντριπτικός. Με μελωδία που σιγοκαίει από μέσα σου. Που δεν χρειάζεται να τη σπρώξεις. Που την μετράνε (τη φλόγα σου) οι διαφημισταράδες και λυσσάνε να τη βάλουν στις μουσικές επιμέλειές τους, στα διαφημιστικά ταινιάκια τους και στις πολύφερνες καμπάνιες τους.
To “Pumped Up Kicks” είναι ένα απλό – απλούστατο θαύμα. Ένα από τα τραγούδια αυτά που όταν έχεις δέκα δευτερόλεπτα για να επικοινωνήσεις το μεγαλείο του, αρκείσαι να πεις “σαν MGMT σε mainstream δρομάκια” ή “σαν Phoenix να ήταν από την California”. Και λέγοντας αυτά τα σχηματικά να νιώθεις ότι δεν έχεις πει τίποτα από όσα νιώθεις ακούγοντάς το. To τρίο από το L.A. έβγαλε ένα αξιοπρεπές αλλά όχι τρομερό album, το “Torches” με ένα success story τεράστιο από πίσω του, να το κουβαλάει σαν θρίαμβο. Ο οποίος, δεν έχει και τόση σημασία…
Δε με νιάζουν τα επιτεύγματα των Foster The People στη βιομηχανία. Δε με νιάζουν τα νούμερα που έχουν να επιδείξουν – για τα οποία, μπράβο τους κιόλας. Αυτό που με νιάζει είναι ότι το “Pumped Up Kicks” ακούγεται πρωτοκλασάτο, σαν “Electric Feel“, σαν “If I Ever Feel Better” και σαν “1000 Times“…
Linda Per(h)aps
Με τις προτροπές του scar και του spiral στα σχόλια του προηγούμενου post, άκουσα τελικά την Linda Perhacs την οποία μόνο από ένα δυναμικό hype είχα γνωρίσει κατ’ όνομα – περιοδικά και δαιμονικά blogs εν δράσει, σε ομοβροντίες επαίνων. Δεν το ήξερα αυτό το κορίτσι και χαίρομαι που την ανακαλύπτω και γω και σαφώς μπαίνω στους ευδαίμονες υποστηρικτές του ιαματικού, ήπια ψυχεδελίζοντος folk στιλ της. Ωστόσο, επειδή, ούτε τον scar γνωρίζω, ούτε τον spiral, άρα δεν ξέρω και τις ηλικίες τους, υποθέτω ότι η Linda Perhacs, τους βρήκε ύστερα από έναν χρονικό κύκλο μίας μεγάλης διαδρομής από τα πρώτα 70′s μέχρι σήμερα και τους πέτυχε στην τρέχουσα, την σημερινή νεότητά τους (ή κάνω λάθος;)
Η Linda Perhacs είναι ένα θαυμάσιο κορίτσι, γεμάτο πνευματικότητα που ξεχειλίζει και χυμώδεις φωνητικές αρμονίες από αυτές που θέλουν να συντονιστούν με την πολιτισμένη ενέργειά σου, μία κατευναστική, μελωδική φωνή που τραγουδάει δευτεροεπίπεδα και τριτονοηματικά καλέσματα τρυφερότητας και συνύπαρξης στο ευρύτερο -χίπικο τότε- σύμπαν. Το “Parallelograms” έχει την κλασικότητα που έχει η φωνή της Joan Baez και οι ανάσες της Karen Carpenter – η Linda βρίσκεται ακριβώς στη μέση της διαδρομής, αγκαζέ με τα κορίτσια των Mamas & Papas.
Αυτόματα, ωστόσο, αναρωτιέμαι (ελαφρώς ρητορικά), πώς γίνεται να βρει στόχο η Linda Perhaps στους παραπάνω bloggers, στους σημερινούς εικοσάρηδες και τριαντάρηδες όταν οι μοναδικές βιωματικές αναμνήσεις που έχουν από το κουδουνιστό, αγλαϊσμένο folk rock της, είναι μέσω ίσως του Devendra Banhart και του Sufjan Stevens; Πώς γίνεται μία φιγούρα, που έχει βγει από μία δραματική και μοναδική ιστορική συγκυρία, αυτή των αρχών των 70′s και του τέλους του χίπικου ονείρου να απηχεί στο σημερινό ακροατή, όταν έχουν μεσολαβήσει, το punk, η disco, οι goths, το grunge, το house, το trip hop, τα riot grrrls και η νέα americana; (Εδώ ήρθαμε.)
Πώς γίνεται να απηχεί σήμερα μία κοπέλα που τραγουδάει (εξαιρετικά, ξανατονίζω) σαν να μην συνέβη ποτέ, η Debbie Harry και η Patti Smith και η Siouxsie, η Kate Bush και η Tori Amos και η Bjork; Πού ακριβώς υπάρχει η διασύνδεση ανάμεσα στα ηλιοφωτισμένα πρώτα 70′s και στα σημερινά noughties με τις νευρωτικές μαινάδες τους; H απορία μου εμπεριέχει θαυμασμό. Αλλά και δέος.
Αισθάνομαι, ότι ο κύκλος που αρχίζει από την Linda Perhacs και κουμπώνει στην σημερινή St. Vincent, όσο μεγάλος και μακρύς και τεθλασμένος και αν είναι, όσες αντιθετότητες και διαφορετικότητες και αν εμπεριέχει, όσο έντονα τεντώνονται τα δύο άκρα ανάμεσα στον χιπισμό -ας πούμε- και την εγκεφαλικότητα της σύγχρονης νεοϋορκέζικης chamber pop, τόσο η νέα γενιά ανακαλύπτει εκ νέου (ευτυχέστατα) αυτά που έχει ανάγκη για να ανακουφίσει κάπως την αστική (ή την ιντερνετική, αν θέλετε) αποξένωσή της. Και αυτό που έχει ανάγκη είναι η αλάνθαστη ενέργεια της αρμονίας και της στέρεης, γήινης μελωδίας που υπακούει σε καμπύλες νοητές γραμμές και σε μοτίβα που σχηματίζουν ένα “όλον”.
Ευχαριστώ λοιπόν τους κατά πολύ νεότερούς μου -εικάζω- scar και spiral που μου πρόσφεραν μία ευκαιρία να βάλω την Linda Perhacs μέσα στο “χώρο μου” -μέσα κι έξω. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να διαπιστώσουμε σούμπιτοι ότι εγώ λόγω ηλικίας, κάτι είχα προλάβει από την χίπικη αύρα κοριτσιών σαν την Linda Perhacs. Είχα προλάβει αυτά τα αθώα ανοίγματα ψυχής και ειλικρινούς προσφοράς -κυρίως μέσω των μεγαλύτερών μου τότε, φίλων- είχα ακούσει τα ευγενικά θροϊσματα του ντεφιού και της κρυστάλλινης, καθαρής ερμηνείας τους. Κι ας έβραζε το αίμα μου τότε που ανακάλυπτα την Poly Styrene και την Siouxsie και ήθελα να ουρλιάζω μαζί τους και να πετάγονται οι φλέβες στο λαιμό μου από την τερματισμένη τσίτα μου… Η προηγούμενη γενιά, δεν είχε ακόμα ξεπεράσει την Sandy Denny και την Julie Driscol και την Joan Baez (σήμερα αντιλαμβάνομαι ότι ευτυχώς, που τότε δεν μπορούσαν να τις ξεπεράσουν εύκολα…)
Επιμένω στο δέος με την Linda Perhacs – μου είναι “μεγάλη” η ιδέα ότι αυτό το επαρχιακό άκουσμα που ακούγεται με ακτίνες ήλιου ανάμεσα σε οπωροφόρα δέντρα, έρχεται συστημένο από ανθρώπους που μεγαλώνουν με τον αυτοματισμό και την νεύρωση της κρυσταλλικής οθόνης. Την ακούω να τραγουδάει σαν την Pattie Santos των It’s A Beautiful Day στο “Morning Colors” και ακούγεται στ’ αυτιά μου σαν τόσο αληθινά σημερινή και αναγκαία…
Cheers με πλατιά χαμόγελα απόλυτης νιρβάνας.
