Μα πού διάολο είναι τα τραγούδια;
Bjork
Biophillia
(One Little Indian)
Feist
Metals
(Cherrytree / Interscope)
Zola Jesus
Conatus
(Sacred Bones)
St. Vincent
Strange Mercy
(4AD)
Ανεξάρτητη γυναικεία τραγουδοποιία: δεν ξέρω πλέον αν τίθεται εν γένει ένα τέτοιο θέμα προς συζήτηση. Δεν ξέρω καν αν μπορεί να εξαχθεί ένα γενικότερο συμπέρασμα για τις νέες ανησυχίες των κοριτσιών που θεωρούνται το μέλλον ή έστω, το παρών του σύγχρονου γυναικείου τραγουδιού. Μετά τις θορυβώδεις ιαχές του grunge και του αξύριστου νεοφεμινισμού κάπου εκεί στα 90’s, τα κορίτσια που πιάνουν μία κιθάρα ή κάθονται στο πιάνο, δεν έχουν κάτι να αρθρώσουν που να μπορεί να δημιουργήσει ρεύμα. Ο θάνατος της Amy Winehouse και η πλήρης αμερικανική κατάκτηση της Adele έχουν στρέψει την γυναικεία μουσική δημιουργία στην φωνητική pop με τις ασφαλείς soul απολήξεις. Αυτές που φέρονται ως ανήσυχες και πειραματικές, κάνουν είτε αναφορικά πισωγυρίσματα ή πειραματίζονται με τον κορπορατισμό της τεχνολογίας. Κοινός παρανομαστής τους: η δυστοκία τους στα τραγούδια.
Φυσικά, προτιμώ την πρώτη αναιμία από την δεύτερη φρίκη.
Και εξηγούμαι: βρίσκω το “Biophillia” της Bjork… ακόμα χειρότερο και από την ανεκδιήγητη (κάτω) “Volta” της. Όλη αυτή η μπουρδολογία περί κομματιών – applications για το i-pad, μού φαίνεται σαν ένα καταγέλαστο κουκούλωμα της ανικανότητάς της να γράψει ένα “ίσιο” τραγούδι (ή έστω ένα τραγούδι, ας μην είναι κι ίσιο) εδώ και δέκα χρόνια τουλάχιστον. Πραγματικά, το αντιμελωδικό γουργούρισμά της με καμπανάκια να σκάνε εκατέρωθεν σαν ονειροπαγίδες και την ίδια στο κέντρο να παριστάνει μία σαλεμένη cartoon – Οφηλία ακούγεται στα αυτιά μου, ως μια δικαίωση των άλλων ανεκδιήγητων Cocorosie που βαφτίζουν με τη σειρά τους την ανημπόρια τους να γράψουν μία μελωδία που να στέκεται, άποψη και ατμοσφαιρικότητα. Δεν βρήκα ούτε ένα σημείο ενδιαφέρον στην “Biophillia” και επιπλέον, η απορία μου παραμένει: πώς διάολο, θυμάται αυτές τις σάχλες και τις ξαναλέει στις συναυλίες; Και ας μη μιλήσουμε για την εικόνα της… Μοιάζει με καλόγερο (αυτόν που κρεμάμε τα μπουφάν) στον οποίο όποιος περάσει κρεμάει και από κάτι. Ε, το τελικό αποτέλεσμα είναι το artwork του album.
Η Leslie Feist που αγάπησα παράφορα ως μελωδό, τραγουδίστρια και εικόνα επί τρία συνεχόμενα albums, επιστρέφει με ένα album που ακούστηκε σαν χαστούκι πάνω μου: όλα εκείνα για τα οποία αγάπησα την Feist έχουν πάει περίπατο – και αυτό που με σκοτώνει, είναι ότι μοιάζουν να έχουν πάει περίπατο, επειδή η ίδια τα αρνήθηκε συνειδητά και όχι επειδή της τέλειωσαν (όπως της έρμης της Bjork). Οι χυμώδεις μελωδίες της που μεταμορφώνονταν μπροστά στα αυτιά σου σε ολοκληρωμένα θελκτικά τραγούδια, οι ενορχηστρώσεις της που ακούγονταν σαν αστικές μποέμ διακοσμήσεις, η ποικιλία των ιδέων της και η άφθονη μελωδικότητά της, έχουν αντικατασταθεί στο “Metals” από μισές ιδέες που συγκρατούνται πίσω για να μην γίνουν τραγούδια, οι ενορχηστρώσεις έχουν μία φτώχεια – αποτέλεσμα μίας εντεχνιζέ νεόφερτης απολύτως ψυχαναγκαστικής νοοτροπίας περί αυθεντικού, η φωνή της ακούγεται σαν μονότονο παράπονο και οι άλλοτε “χυμοί” της έχουν διαβρωθεί σε μία άνευ προηγουμένου ξηρότητα . Φοβάμαι, ότι η Feist ξαφνικά, επιθύμησε τα εύσημα της “βλάχας” στα καλά καθούμενα. Ό,τι ακριβώς, πιστεύω, δεν είχε καμία απολύτως ανάγκη. Αντί για την Carole King, προτίμησε την Laura Marling.
Η Zola Jesus από την άλλη, με όλον τον αέρα της υποστήριξης των hipsterati, στο τρίτο album της πετάει τα προσχήματα και ανατρέχει στην περίοδο των Creatures για να αντλήσει την δύναμή της. Εκεί βρίσκει την Siouxsie απέναντι στην οποία την πιάνει ένα δέος που δεν μπορεί να ξεπεράσει ποτέ. Το “Conatus” μοιάζει με μία “στα καλά καθούμενα” διατριβή πάνω στον εξωτισμό των Creatures και τους λαρυγγισμούς της Siouxsie. Βέβαια, η Zola –Nika Dalinova, βαφτισμένη- παραμένει κολλημένη μόνο στους φθόγγους της Siouxsie και δεν μπορεί να ξεπατικώσει όλη την μαγική παρουσία της, στους Creatures, ούτε να αντιγράψει πλήρως την γκάμα και την απρόβλεπτη εκφραστικότητά της. Σε όλο της το album, η Zola ακούγεται σαν να θυμιατίζει με τελετουργικούς, ανθυπο-goth τρόπους και να πέφτει σε μία σιγοβράζουσα καταληψία. Οι χρησμοί που προκύπτουν δεν είναι δα και για πέταμα αλλά ούτε και αποκαλυπτικοί. Μέχρι και αυτή να μάθει να επεξεργάζεται τις –όχι άσχημες- μελωδίες της και να τις κάνει τραγούδια, ας παραμείνει μία ημιφωτισμένη, γκροτέσκα φιγούρα για την ματαιοδοξία των hipsters.
Απ’ όλες τους, η πιο κανονική, η πιο “προσφορική”, αυτή που έχει διάθεση να αρθρώσει κάτι που αισθάνεται ότι αφορά (τον ακροατή της) και η πιο ανήσυχη συνθετικά, είναι η St. Vincent που στο τρίτο album της καταφέρνει να φέρει σε πέρας το δύσκολο Γολγοθά της καλλιτεχνικής συνέπειας, σπαθάτα και γενναία. Η Annie Clark ακούγεται στο “Strange Mercy” αν μη τι άλλο, ενδιαφέρουσα και μεστή, με τραγούδια που έχουν στον πυρήνα τους μία καταπληκτική ευγένεια, με τολμηρότητα που εξυπηρετεί τα θέματά τους (και όχι μία πιθανή ματαιοδοξία της δημιουργού), με ενορχηστρωτικά ευρήματα ανεβασμένων απαιτήσεων, με διάθεση να διαπραγματευτεί και να επικοινωνήσει αυτά που λένε τα λόγια των τραγουδιών της, με μία τάση να το ψάξει, να το κυνηγήσει το πράγμα… Η St. Vincent ξετυλίγεται στο “Strange Mercy” ως “ψυχή – περιβόλι” και αυτό δεν είναι λίγο. Αν δεν είχε και αυτή την ακαθόριστη φιλολό αύρα (σαν προοδευτική απουσιολόγος στις Ουρσουλίνες…) θα έλεγα ότι η Polly Harvey φέτος βρήκε αντίπαλο και η Kate Bush μία άξια ανηψιά.
Και όλα αυτά, χωρίς να έχουν πει η Florence και η Kate Bush την τελευταία λέξη τους…
0/10 για την κακάσχημη και λίγο επικίνδυνα σαλεμένη “Biophillia”
5,5/10 για τα αξιοπρεπή αλλά άγονα “Metals”
6/10 για το ατμοσφαιρικό αλλά και γκροτέσκα ιερατικό “Conatus”
7,5/10 για το αγέρωχο, υπέρκομψο “Strange Mercy”
Evie Sands
H Evie Sands υπήρξε το απόλυτο it-girl των hipsteratti στη δεύτερη πενταετία των 60′s και σε μεγάλο μέρος των 70′s. Ακούγοντας την νεο-countrypolitan αισθητική της Rumer και διάφορων άλλων κοριτσιών που σκάνε δειλά στην επικαιρότητα, βούτηξα βουλιμικά στον κόσμο της Evie Sands -μία τραγουδοποιό με αρκετό τσαγανό να απαιτεί το δικό της τρόπο στα πράγματα, κάτι σαν Jackie DeShannon για την πόλη. Φυσικά αυτό δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος για μία αστραφτερή mainstream καριέρα. Γι’ αυτό και η Evie Sands παρέμεινε “μυστικό” μόνο όσων… Σαν την Dusty Springfield που ήταν σφοδρά ερωτευμένη μαζί της (“η αγαπημένη μου λευκή τραγουδίστρια” έλεγε…), και μάλιστα την είχε συνοδέψει και φωνητικά στο “Lady Of The Night” του 1979, σαν τους Belle & Sebastian που στα 90′s έσπευδαν να την μνημονεύουν όπου σταθούν και όπου βρεθούν, σαν τις κυρίες Streisand, Gladys Knight, Linda Ronstadt, Karen Carpenter, Beth Orton που ψαχούλευαν στο ρεπερτόριο της Evie για τις εκάστοτε επιτυχίες τους…
Για κάποιο λόγο, η βαθιά όμορφη φωνή της Evie Sands -όχι γατίσια και αισθαντική, αλλά στιβαρή και συνειδητά “θηλυκή”, ακούγεται σαν βάλσαμο στα αυτιά μου σήμερα, σε ένα φόντο κοινωνικής και πολιτικής καθολικής καταστροφής. Μοιάζει να είναι ένα από τα λίγα πράγματα που ακούγεται να έχει σημασία, πια, έτσι όπως τραγουδάει στο “Shadow Of The Evening“. Είναι από το πρώτο της album του 1969, αυτό που στο εξώφυλλο τρέχει πάνω σε ένα ποδήλατο…
Wild Flag
Wild Flag
Wild Flag
(Merge Records)
Τo κοριτσίστικο rock των Wild Flag ξαναράβει τις ξεχασμένες αλλά όχι και απαξιωμένες, θρυλικές midi φούστες… Μετά τους βρηχυθμούς του grunge και τις ακρότητες του φεμινιστικού νεο-punk, οι White Flag προτείνουν θετική δημιουργικότητα και επιρροές που εξισώνουν την Patti Smith με τις Raincoats. Θαυμάσια.
Ούτε προκλητικό, σεξουαλικό mini, ούτε άχαρο, αντικομφομιστικό maxi: το rock των τεσσάρων Wild Flag από το Oregon του Portland ακούγεται σαν μία όμορφη αντιστοιχία της midi φούστας του μετριοπαθoύς Coureges. Μοιάζουν να λένε –ούτε Mary Quant, ούτε καφτάνια της Barnaby Street. Η αλήθεια βρίσκεται στη μέση. Και η μουσική τους, έτσι όπως ξεδιπλώνεται στο ομότιτλο ντεμπούτο τους, μοιάζει να γεφυρώνει την εικόνα της έξαλλης μαινάδας του πανκ με την σώφρονα, σκεπτόμενη τραγουδοποιό του νέου αμερικανικού ρεύματος κοριτσιών που ούτε να σοκάρουν θέλουν, ούτε να αποτυπωθούν σαν εκτυφλωτικό φλας στις συνειδήσεις του κοινού τους. Θέλουν αντίθετα να παίξουν θετικό, σκληρό –αναμφίβολα!- rock αλλά χωρίς την υστερία που θα τις έκανε γραφικές επιβεβαιώσεις του στερεότυπου που θέλει τα “άγρια” κορίτσια να συναγωνίζονται σε ακρότητα τα πληθωρικά αγόρια μπας και τις προσέξουν.
Οι τέσσερις Wild Flag –ακόμα και το όνομά τους, προτείνει μία συνθηκολόγηση στον πόλεμο του rock που “τρώει” τον εαυτό του προσπαθώντας να σοκάρει, μάταια- παίζουν το πιο καλοβαλμένο, μορφωμένο, εύγευστο, ψύχραιμο και –εξαιτίας όλων αυτών- γνησιότατο ροκ της τελευταίας δεκαετίας. Που σημαίνει, κλειδώστε σφαλιστά στις αναμνήσεις σας τα “επικίνδυνα μωρά” των Babes In Toyland και των L7. Εδώ έχουμε μία γόνιμη τομή ανάμεσα στην τραγουδοποιία της Lora Logic, της Chryssie Hynde και των Raincoats, με μία σφοδρή ροπή προς το κοριτσίστικο χειραφετημένο των αρχών της δεκαετίας του ’80. Θα θυμηθείτε δηλαδή, οι παλιότεροι τις Mo-dettes, και τις Slits αλλά διυλισμένες μέσα από τις ηρωίδες της δεκαετίας του ’90, όπως οι Sleater Kinney. Από αυτές άλλωστε και από άλλα ημι-αφανή συγκροτήματα του αμερικανικού εναλλακτικού rock (Helium, The Minders) προέρχονται και τα μέλη των Wild Flag, μόνο που… ξέρουν να γράφουν και τραγούδια.
Το album αυτό, δεν γιορτάζει σίγουρα την κοριτσίστικη περηφάνεια –δεν συντρέχει λόγος για να νιώθουν υπεράνω- δοξάζει όμως τα κανονικά τραγούδια: υπάρχουν ιδανικά party πυροτεχνήματα (“Boom”, “Short Version”, “Future Crimes”) αλλά και σοφιστικέ βινιέτες για να νιώθεις καλά μέσα στα μποέμ (maxi…) ρούχα σου (“Electric Band”, “Something Came Over Me”) αλλά και μεγαλόκαρδα προσκυνήματα στην ηλεκτρική περσόνα της Patti Smith τότε που έλιωνε του τοίχους του νεοϋορκέζικου CBGB (“Racehorse”) Με έναν αέρα υποστήριξης από όλα τα τίμια “περιφερειακά” μέσα της υδρογείου –ανεξάρτητα διαδικτυακά portals, blogs, “καθαρά” περιοδικά- οι Wild Flag μπαίνουν δυνατά στις υποψηφιότητες των καλύτερων της χρονιάς.
7,5/10 δαχτυλήθρες
(Δημοσιεύτηκε στο vima.online)
Πίσω
“Οι καλλιτέχνες που αναζητούν την αυθεντικότητα τείνουν να κοιτάζουν πίσω σε μία μυθολογική χρυσή εποχή αθωότητας, τότε που η μουσική ήταν λιγότερο συνειδητή και φτιαχνόταν με ένα απλούστερο, αγνότερο τρόπο. Αυτή η νοοτροπία συχνά καμουφλάρει τα αισθήματα ανεπάρκειας και αγωνίας που έχουν: γνωρίζουν βαθιά το χάσμα ανάμεσα στο ποιοι νιώθουν ότι είναι και πώς τους εκλαμβάνουν οι άλλοι.” Η διαπίστωση των Hugh Barker και Yuval Taylor από το βιβλίο “Faking It” (2007, Faber & Faber) νομίζω ότι γίνεται όλο και πιο έντονη καθώς κυλούν οι μήνες του 2011: τα πάντα μέσα στη χρονιά που κέρδισαν την προσοχή μου ως άξια να ξανακουστούν πέραν της μίας φοράς, πριν το σχετικό folder αρχειοθετηθεί ή περάσει άδοξα στον αποριμματοφάγο, είναι πλήρως αναφορικά. Πάντα η pop κουλτούρα και η αναφορικότητα ήταν άμεσα συνδεδεμένες ως αναπόσπαστο κομμάτι η μία της άλλης, αλλά νομίζω ότι στη δεύτερη δεκαετία των 00’s η αναφορικότητα έχει υποκαταστήσει όχι μόνο το αίτημα της “αυθεντικότητας” και της φρεσκάδας αλλά και την ίδια την ουσία της pop: το στοίχημα δεν είναι να παίξεις με το “τώρα” αλλά με το πόσο έξυπνα θα κλείσεις το μάτι σε κάποιο συγκεκριμένο χτες.
Ό,τι μου άρεσε ιδιαίτερα μέσα στη χρονιά που ακόμα τρέχει και δεν έχει ξεδιπλωθεί πλήρως ως μουσική συγκομιδή μοιάζει με μία σκυταλοδρομία αναμνήσεων: ο Amos Lee μου γεννάει μία παράδοξη φαντασία –ότι ο Ry Cooder γέννησε ένα γιο και τον ονόμασε Jack Johnson-, η Polly Harvey μου φέρνει στο νου –μονότονα- έναν Nick Cave μετά από βαθιά λακανική ψυχανάλυση, οι Little Dragon μοιάζουν με Human League σε παραισθησιογόνα, ο Washed Out μοιάζει με αχόρταγο ξεχασμένο shοegazer στη Hacienda να χορεύει στο ρυθμό που μόνος του μουρμουράει ένα από τα πρώτα των Beloved, η St. Vincent κάνει την σπουδαγμένη γκουβερνάντα της Kate Bush, όχι παραμυθού όμως – πιο γειωμένη-, o Dirty Beaches μου θυμίζει Alan Vega σε μανία φαουστικής επιμονής και όλο το αγορίστικο fraternity από James Blake, Jamie Woon, SBTRKT και Weeknd παραπαίδια – Εωσφόρους, έκπτωτους από τις αυλές του Bristol. Και ο εκλεκτός αγαπημένος μου Jens Lekman σαν απόφοιτος του Paul Simon σε νοτιοαφρικανικό course.
Όλοι τούτοι κι άλλοι τόσοι που έχουν φέτος το hype με το μέρος τους (για τους περισσότερους από αυτούς, δεν καταλαβαίνω φυσικά, τους λόγους της έντονης επικαιρότητας – μία αλήθεια που συμβαίνει επίμονα κάθε χρόνο και τείνει να γίνει θεσμός) ακούγονται στα αυτιά μου πρώτα ως στιλίστες, άλλοι δεξιοτέχνες και άλλοι λαμόγια – αυτοί οι τελευταίοι που θα περιφρονηθούν στη λίστα μου παταγωδώς. Το στιλιστικό μέρος της μουσικής τους είναι αυτό που εγείρει τις αναμνήσεις και την αχλύ των αναφορών: η δημιουργικότητά τους σε αυτές καθ’ αυτές τις μελωδίες και το ψυχικό τσαγανό τους εκ των πραγμάτων έρχεται δεύτερο στις προτεραιότητες, όχι επειδή έτσι αποφάσισα, αλλά επειδή απλά έτσι φαίνεται να διαμορφώνεται η νέα ιεραρχία κριτηρίων αξιολόγησης της νέας μουσικής.
Άρα λοιπόν το παιχνίδι έχει να κάνει σύμφωνα με την συλλογιστική του Simon Reynolds στο “Retromania” (σας το συστήνω ανεπιφύλακατα, αναφανδόν και ασυζητητί), όταν ακούμε ένα καινούργιο album που μας κινητοποιεί, το παιχνίδι όλο μετατοπίζεται στο ποιο οικοδόμημα της φαντασίας μας ερεθίζεται, σε ποια ισορροπία αναμνήσεων, σε ποια “φωλιά” αναφορών τείνει να διειδύσει το καινούργιο άκουσμα. Θα μπορούσα με αυτή τη λογική να στήσω μία λίστα από το παρελθόν για την blogovision στο τέλος της χρονιάς με ένα countdown από albums που μου έρχονται στο νου όταν ακούω τα φετινά.
Δεν θα το κάνω όμως, θα προτιμήσω για μία ακόμα φορά, ένα top 20 του 2011 με κρυμμένες ή όχι αναφορές, με vintage ή με future κάλλυμα. Επειδή όμως και εγώ, όπως και ο Reynolds, πιστεύουμε ότι η pop πλέον κοιτάζει στο παρελθόν αντί για το μέλλον, ορίστε πέντε τραγούδια -όχι από τα ευκολότερα να ακούσεις παντού, από το χτες- πέντε κομμάτια που αποτελούν με τον ένα ή άλλο τρόπο, αναφορές σημερινών, φρέσκων (sic!) ακουσμάτων. Βρίσκω ότι ακούγονται ως state of the art στολίδια για τον χρυσοθήρα που δεν το βάζει κάτω…
It’s Alright
Άκουγα λίγο πριν το “It’s Alright”, στην μειλίχια και κατευναστική εκτέλεση των Hercules & Love Affair, με την οποία επιλέγουν να κλείσουν το καινούργιο album τους “Blue Songs”. Οι περισσότεροι το θυμάστε από την στιλιστική house εκτέλεση των Pet Shop Boys του “Introspective” (1988) και πολύ λιγότεροι –εικάζω- φέρνετε στο νου σας την αυθεντική αριστουργηματική πρώτη deep house εκτέλεση του Sterling Void (1987) – ένα λυτρωτικό, σωτηριολογικό κάλεσμα για συνειδητοποίηση με τη φωνή της Paris Brightledge να φέρνει στο νου τις πολεμικές εθελόντριες που εμψυχώνουν τους μάχιμους… Ο Sterling Void και η Paris μας καλούσαν να συνειδητοποιήσουμε τι; Ότι η μουσική είναι η μόνη σωτηρία και ό,τι όσο θα υπάρχει αυτή θα είμαστε σίγουροι ότι κάπου έχουμε να ακουμπήσουμε…
Βιώνω την καινούργια εποχή των κραδασμών και των κατεδαφίσεων με μία αμήχανη ψυχραιμία που αντλείται από την πεποίθηση του Sterling Void. Γύρω, καταρρέουν κυριολεκτικά τα πάντα κάνοντας το πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό να μοιάζει με βραδύκαυστη πίστα. Δεν υπάρχουν αυτονόητα ούτε αφετηρίες κοινώς παραδεκτές. Δεν υπάρχουν κοινές λογικές (λες και είναι πολλές αυτές…) δεν υπάρχει κανένας κανόνας και καμία σταθερά. Όλα υπόκεινται στην άναρχη ταλάντωση της εντροπίας. Το κόστος αυτού του παραλογισμού μέσα μου μετριάζεται μόνο από την παραδοχή του Sterling Void που ενστερνίστηκαν φέτος και οι Hercules & Love Affair με την φωνή της Kim Ann Foxman – ένα πιανιστικό outro για ένα κατά τ’ άλλα μέτριο album με μερικές πολύ τσιγκούνικες στιγμές της προκοπής.
“Αν η μουσική συνεχίζει να παίζει, όλα θα πάνε καλά” λέει μελαγχολικά η Kim Ann Foxman λες και έχει ορθώσει τη φωνή της μέσα σε ένα μεταπυρηνικό σκηνικό… Αυτό σκεφτόμουνα σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού (writer’s block, μπάνια, κόπος, ιδρώτας και ηλεκτρισμένη uneventfulness). Ότι δεν σώζομαι με τίποτα παρά μόνο αν συνεχίσει να παίζει η μουσική, όπως η μπάντα του Τιτανικού… Είχε πράγματι τίτλο το soundtrack του φετινού καλοκαιριού μου (Washed Out “Within And Without” με σκυτάλη στον SBTRKT που τραγουδάει με ένα παράπονο σαν να του πήραν το παιχνίδι του) είχε πνευματική τροφή συγκλονιστική (“Retromania” του Simon Reynolds”), είχε ανανεωτική πνοή που μου θύμισε τις δικές μου παρθενιές (“Beginners” του Mike Mills), είχε εικόνες – βαθιά ερεθίσματα (μεγαλειώδες, ιστορικά φορτισμένο Dubrovnik της Κροατίας), είχε δύο τρείς θλίψεις (Amy Winehouse, Nickolas Ashford), είχε και δύο τρία συναισθηματικά κρεσέντο απ’ αυτά που στρώνουν την καρδιά σαν να την σοβατίζουν, είχε σκέψεις και πολλές ώρες ενατένισης σε ανοιχτά πεδία με φόντο τον Ταϋγετο.
Νομίζω ότι τούτο το φθινόπωρο δεν είμαι ίδιος άνθρωπος. Αλλά πάλι, κάθε επιστροφή στον σκληρό πυρήνα της καταραμένης πόλης, αυτή την αίσθηση μου δίνει. Ότι αλλάζω δέρμα. Απλά αυτή τη φορά, νομίζω ότι δεν άλλαξα μόνο δέρμα. Άλλαξα και αναμνήσεις.

