All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Don’t You Think It’s A Crime Time After Time People In The Bottle

31/05/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | Γράψτε ένα σχόλιο

Pump

To άκουγα φανατικά θυμάμαι, το 1986 όταν κυκλοφόρησε. Είχα περίπου, ψυχωθεί με τα πάντα του: την μπάσα απόκοσμη φωνή του Edvard Graham Lewis (αλλιώς τον είχα αφήσει στους Wire, και αλλού βρέθηκε στους He Said). Τους στίχους που με μούδιαζαν με τις καθόλου αθώες ρίμες τους. Το νυχτερινό, λευκό funk των synths του. Το νευρωτικό αστικό stress του. Τα αρμονικά washes στο υπόβαθρο. Δέος, ψύχωση, εμμονή, κόλλημα, λούπα. Tον Martin Gore που εμφανίζεται σαν θολός επίσκοπος στο υπόβαθρο και παρακινεί “Let’s Exercise Our Hearts“… Την Σουηδία που άφησε πίσω του. Τον Brian Eno στο στούντιο. Τον τρόπο που επιδίδεται στην εύγλωττη παντομίμα του video.

To τελευταίο εξάμηνο, το “Pump” ξανατρύπωσε. Βρήκε μία σχισμή και στρογγυλοκάθισε. Μονιμοποιήθηκε εκ νέου. Ξανά νεύρωση, ξανά εμμονή και κόλλημα. Για κάποιο λόγο το ακούω φανατικά και καθημερινά τις τελευταίες μέρες και κάθε φορά που σιγοτραγουδάω τους στίχους του, θυμάμαι τους ισπανούς που κατέλαβαν τις πλατείες τους. Και συγκινούμαι που ο Edvard Graham Lewis ταξιδεύει ιβηρικά. Κάπως αυτός ο κύκλος έρχεται και στέκεται στην καρδιά μου. Το “Pump” είναι ένα δεκαράκι, ένα πλήρες αριστούργημα. Παγωμένο electronica funk από την εποχή που οι φωτισμένοι άνθρωποι πρόσφεραν ολοκληρωμένα σενάρια σε ένα μόνο στίχο. Και στον επόμενο στίχο, άλλο σενάριο. Και για του λόγου το αληθές:

Grass doesn’t grow on busy streets
A tumbleweed turns, beats a retreat
Breathe some life into this place
Pump fresh blood through these hardening veins
Pump pump pump pump

Let us all (let’s) exercise out hearts
Thump thump thump thump

Is it the prizes, the surprises, the supervision you crave?
Is it the iris or the iris or the Irish you slave?
Is it the voice or the choice or the boys or the girls?
Is this the start or the finish or my place in the queue?
Who, what, which keeps you there?

24/05/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Human, Music | 2 σχόλια

Raphael Saadiq “Stone Rollin’” – Dirty Beaches “Badlands”

Raphael Saadiq
Stone Rollin’
(Columbia)

Dirty Beaches
Badlands
(Zoo)

 Και καθώς τελευταία περιστρέφεται στο νου μου η επιστροφή της γήινης μουσικής (σε αντιδιαστολή με την “εικονική μουσική” που γεννιέται όχι σε ανθρώπινους εγκαφάλους που έχουν το προνόμιο να μπορούν οξειδώνονται αλλά στην κυβερνοψηφιοτεχνογονία) να δύο δείγματα μουσικών που προκρίνουν τη μουσική από την εικονικότητα. Οι δίσκοι του Saadiq και του ταϊβανέζου Alex Zang Hungtai κλειδώνουν ως “σιγουράκια” για τα καλύτερα στο τέλος της χρονιάς, όχι τόσο επειδή είναι πράγματι φοβεροί (σε τραγούδια, παραγωγή, αίσθηση και ενέργεια) όσο επειδή ευαγγελίζονται μία κατακτημένη ορθότητα: το “Stone Rollin’” και το “Badlands” είναι φτιαγμένα σύμφωνα με τον πιο γνήσιο και αλάνθαστο ανθρώπινο τρόπο παραγωγής μουσικής, ανταποκρίνονται σε ανάγκες, έχουν βαθείς λόγους να ακούγονται όπως ακούγονται και “συμβαίνουν”.

Παρότι ο Saadiq και ο Dirty Beaches δεν μοιράζονται σχεδόν τίποτα ως πολιτισμική κληρονομιά και όραμα, ακούγονται στα αυτιά μου ως συμπληρωματικά αντίδοτα ο ένας για τον άλλο. Ο πρώτος με ένα album εξαιρετικό, συγκινητικό, καβλωτικό, δυναμικό και καλαίσθητο με τίτλο που αντιστρέφει ειρωνικά το όνομα των πιο ανθεκτικών γερόλυκων (sic!) του rock ‘n’ roll kitsch, ένας τίτλος που σύμφωνα με τον ίδιο τον Saadiq σημαίνει, “ζαριά”, ενδεικτική δράση για κάθε τυχοδιώκτη. Ο δεύτερος με ένα album πειραματικό, λικνιστικό, συναρπαστικά “επικίνδυνο”, αφηγηματικά μυθολογικό, με τίτλο που συνονομάζεται με το classic του Bruce Springsteen από τα τέλη των 70’s… Φυσικά και οι δύο μουσικοί κατέχουν βαθιά το κλισέ ότι “δεν υπάρχει παρθενογέννεση” και όχι μόνο δεν ζορίζονται με αυτό, αλλά το χαίρονται κιόλας.

Ο Saadiq γράφει ένα μπουκέτο τραγουδιών – αναφορών στην γνήσια soul των 60’s, κάνει ένα αισθητικό vintage σχόλιο πάνω στο “κλασικό” και το “ορθόδοξο” και αναδύεται περισσότερο μοντέρνος, αιχμηρός και πρωτοπόρος από όλους εκείνους που βρίσκουν το καινούργιο μόνο στην “διαστροφή” της φόρμας. Ο Saadiq κερδίζει το στοίχημα του πάθους, της γνησιότητας, της ευφυίας, της ποιότητας. Το “Stone Rollin’” ακούγεται υπέροχο από την αρχή ως το τέλος του, ένα πλήρες, γεμάτο album από τραγούδια από τα οποία δεν πετάς απολύτως τίποτα. Ο Mick Jagger, ο Sly Stone, ο Otis Redding και ο Wilson Pickett ακούγονται σαν μία αισθητική ασπίδα του, πίσω από την οποία ο Saadiq εξαπολύει παθιασμένα, ολοστρόγγυλα, απίθανα εμπνευσμένα τραγούδια – από το uptempo του rhythm ‘n’ blues μέχρι την ικετευτική, γρεζαριστή φλόγα των crooners. Στο “Good Man” μαζί με την Yukimi Nagano των Little Dragon φτιάχνει ούτε λίγο ούτε πολύ ένα από τα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς. Παντού αλλού ιονίζει την ατμόσφαιρα με την βαθιά, όμορφη soul του που φέρει μέσα της την επίγευση ενός χαδιού πάνω σε αληθινή σάρκα, τεθλασμένη από γρατζουνιές ή αμυχές.

Ο Hungtai από την άλλη, φτιάχνει ένα δίσκο, συγκλονιστικά γνήσιο και diy, ένα απολαυστικότατο δείγμα δημιουργικότητας ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε επαφή με τις αισθήσεις του. Οι οποίες είναι όλες καβλωμένες. Απειλητικό, βρώμικο, εκστατικό και “κόκκινο” στην αίσθησή του, το “Badlands” είναι σαν να ακούς μία απόδοση των Suicide, μέσα από το psychobilly των Sharks και την φλογισμένη αυτοκαταστροφή του Jerry Lee Lewis. Ειλικρινές, απλό, αποστομωτικά αληθινό, το “Badlands” φέρει στα σπλάχνα του έναν τύπο που σχεδόν τον βλέπεις να τραγουδάει μόνος του στο αυτοσχέδιο στούντιο – δωμάτιό του, τις ψυχώσεις του, μερακλωμένος και “έτοιμος” να διαβεί σε απονενοημένα… Το “Badlands” είναι από κείνα τα albums που σε κάνουν να λιώνεις στην ντροπή για όσα δεν τόλμησες που σιγοκαίνε τώρα ανενεργά μέσα σου σαν μίζερες αναμνήσεις της δειλίας σου. ΄Η ίσως για όσα δεν βρήκες το τσαγανό να ξεστομίσεις όταν έπρεπε. Αν υπάρχει ένας αφροδισιακός, σεξουαλικά πρόθυμος δίσκος μέσα σε αυτή τη χρονιά, αυτός είναι του ταϊβανέζου από τον… Καναδά…

Το “Stone Rollin” (με ένα εξώφυλλο σαν από πλάνο του “Hairspray” του John Waters) και το “Badlands” (με εξώφυλλο σαν έμπνευση ενός υγιούς Robert Mapplethorpe) είναι εθιστικά και γι’ αυτό, με το δικό τους τρόπο, επικίνδυνα. Πάνω που λες να αρχίσεις να πολεμάς τις εξαρτήσεις, εμφανίζονται στο δρόμο σου σαν αντι-νικορέτες και τα γαμούν όλα στον αέρα.

8,5/10 (και κάτι ακόμα για την vintage soul του Raphael)
8,5/10 (για το αλύτρωτο psych’n'rolla του Alex)

18/05/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 1 σχόλιο

Δυστοπία

Κατάφερα να δω τα έξι επεισόδια του πρώτου κύκλου του “Walking Dead” του Frank Darabont, του καναλιού AMC, βασισμένο στο ομότιτλο comic των Robert Kirkman και Tony Moore. (H Μαρία η Μαρκουλή μού το θύμισε όταν μου είπε ότι “παίζει όχι μόνο εξωτερικός αλλά και εσωτερικός εχθρός…” Thank you Μαρία). Παρότι η zombie φιλολογία φαίνεται να έχει λήξει μέσα μου, με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσα ότι όχι μόνο μπορώ να δω χωρίς να καγχάσω, τεσερεσίμισυ ώρες δράσης και ψυχολογικής πίεσης με φόντο τα ανθρωπόμορφα, ανθρωποφάγα φρικιά, αλλά και να καθηλωθώ, χάριν κυρίως στην ιδιαίτερη, εσωτερική διάσταση που δίνουν οι δημιουργοί της σειράς. Τα zombies γίνονται στο “Walking Dead” αιτία να πυροδοτηθεί ένα ντόμινο σχέσεων στους εναπομείναντες ανθρώπους που προσπαθούν να σώσουν άτακτα τις ζωές και τις κοινότητές τους. Ο Andrew Lincoln και ο John Berthnal που πρωταγωνιστούν δεν έχουν -ευτυχώς- τίποτα από τη macho υπερ-γενναιότητα των ηρώων που θριαμβεύουν πάνω στο “κακό”, έτσι όπως τους έχουμε συνηθίσει από την φιλμογραφία του είδους. Είναι δύο τύποι που “πασχίζουν” να ανταπεξέλθουν προς τα μέσα και προς τα έξω. Προς τα μέσα κυρίως αλλά και προς τα έξω αναγκαστικά. Επιπλέον η Sarah Wayne Callies ως έριδα στο κέντρο, έχει κάτι από την μαγική ματιά της Jessica Lange, μία ηθοποιός εύθραυστη και ταυτόχρονα γήινη τουλάχιστον σε αυτόν τον ρόλο – γάντι στην φυσική έκφρασή της.

Τα zombies στη δημιουργία του Frank Darabont είναι ένα δυστοπικό φόντο, μία αναπάντεχη μάστιγα απέναντι στην οποία τα ανθρώπινα, υγιή αντανακλαστικά, οφείλουν να οχυρωθούν και να παλέψουν. Τους λένε walkers. Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο καθαρά ή μία ειρωνική σύμπτωση της μοίρας, το γεγονός ότι είδα το “Walking Dead” σε μία εποχή που στην Αθήνα, γνωρίζω ένα πρωτόγνωρο μέσα στα χρόνια που ζω, αίσθημα, αυτό της βαθιάς κοινωνικής αναταραχής. Έχω πιάσει τον εαυτό μου να φοβάμαι αρκετές φορές κυρίως τα βράδυα, όταν περπατώ στην καρδιά του ιστορικού κέντρου ή στη δυτικότερη πλευρά του και να νιώθω αυτό το αίσθημα της εσωτερικής συρρίκνωσης που προκαλεί ο φόβος, η ανάγκη να ακουμπήσεις σε έναν τοίχο και να προχωρήσεις παράλληλα με αυτόν για να αποφύγεις είτε έναν πραγματικό κίνδυνο από πίσω σου, είτε έναν από αυτούς που παράγει αφειδώς η φαντασία σου.

Μπροστά στα μάτια μου, στη συμβολή της Μάρνη και της 3ης Σεπτεμβρίου, μία ομάδα δύο – τριών ανθρώπων κυνηγούσε σε ένα φρενιτώδες speed έναν αφρικανό, ο οποίος πανικόβλητος φώναζε τρέχοντας “συγνώμη κύριε, συγνώμη” ενώ τριάντα μέτρα πιο πέρα, ένα κλιμάκιο των ΜΑΤ βάδιζε σαν να αποτελεί μέρος ενός άλλου σκηνικού, σαν από άλλο πλάνο… Walkers… Δεν ταυτίζω τους walkers με καμία από τις υπάρχουσες ανθρώπινες ομάδες που αυτές τις μέρες πολεμούν στην Αθήνα. Οι μεν αισθάνονται την απειλή από τους δε. Οι μεν είναι walkers για τους δε. Οι αγανακτισμένοι πολίτες της πλατείας του Αγίου Παντελεήμονα νιώθουν την ασφυκτική πίεση των walkers μεταναστών, οι στιβαγμένοι μετανάστες βιώνουν ως walkers τις αυτόδικες ομάδες κρούσεις αυτών που τους κυνηγούν για να διαιωνίσουν την βεντέτα κ.ο.κ.

Νιώθω περίεργα στην Αθήνα τελευταία, ένα χαοτικό κράμα φόβου, απειλής, αναστάτωσης και δυστυχίας. Η σειρά του Frank Darabont ενέτεινε το συναίσθημά μου αλλά θέλω να κρατάω μόνο αυτά που μπορούν να με σώσουν μέσα από αυτό: σε στενό κλοιό και πίεση να αναγκαστώ να διορθώσω τις ισορροπίες και τις σχέσεις μου που τεμπέλικα αφήνω να ξεχειλώνονται.

Το πρώτο επεισόδιο του “Walking Dead” τελειώνει με ένα φρικαιστικό πανοραμικό πλάνο σε έναν δρόμο της Atlanta και στο φόντο ακούγεται αυτό, το “I’m A Man” από τους Black Strobe (είχε συμπεριληφθεί στο soundtrack του “RockNRolla” του Guy Ritchie). Ένα εικαστικό αριστούργημα η σκηνή αυτή έχει ήδη χαραχτεί στη μνήμη μου ως ένα από τα υποδειγματικά πλάνα της δυστοπικής κινηματογραφίας.

14/05/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | Γράψτε ένα σχόλιο

“Μισώ την Καινούργια μουσική”

Ο Dave Thompson, ο έγκριτος βετεράνος της μουσικής κριτικής τα τελευταία σαράντα χρόνια, “ακούγεται” ξεκάθαρος στο καινούργιο του βιβλίο “I Hate New Music”: η καινούργια μουσική είναι κακή και ανάποδη και μητέρα κάθε τραγωδίας, οπότε ήρθε ο καιρός για μία καινούργια εκκωφαντική διακήρυξη ενός μανιφέστου του παλιού καλού κλασικού ροκ.

To βιβλίο του Thompson, “I Hate New Music” έχει όση οργή και επιχειρήματα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι θα τρέφει ένας έμπειρος, “ψημένος” και δοκιμασμένος δημοσιογράφος του rock, ο οποίος έχει κάνει τον προσωπικό κύκλο του στα πράγματα και έχει φτάσει η ώρα του απολογισμού του. Μετά την πετυχημένη βιογραφία του Kurt Cobain που έγραψε (“Never Fade Away”) αλλά και τα βιβλία του για τον Bowie, τον Jeff Beck, τους Genesis κ.λπ. και τη συστηματική και επί μακρόν, αρθρογραφία του στο Rolling Stone, το Mojo, το All Music Guide κ.λπ. ήρθε η ώρα να ξεσπαθώσει και να υπερασπιστεί περίτρανα το υποκειμενικό μουσικό αισθητήριό του. Συστρατευμένος με μία πληθώρα ανθρώπων που αρνούνται –ακόμα!- να πιστέψουν ότι μετά το punk, βγήκε οτιδήποτε της προκοπής στο ροκ, πέραν ίσως από τις επανεμφανίσεις ή τους επανασχηματισμούς των διαλυμένων κλασικών συγκροτημάτων, ο Thompson χαρίζει στο βιβλίο του άφθονη τροφή για κουβέντα και πολιτιστική αντιδικία ανάμεσα στους θιασώτες του κλασικού και τους ανήσυχους μοντέρνους που αντλούν επιβεβαίωση μόνο μέσα από την αποδόμηση και την διάλυση.

 Υπέρμαχος μίας περίπου μουσικής παραγωγής που δημιουργήθηκε μέσα σε μία δεκαετία –χαλαρά από το 1967 ως το 1977- ο Thompson, χωρίζει το βιβλίο του σε θεματικές γεμάτες χιούμορ αλλά και ουσία, με τίτλους κεφαλαίων όπως «Πουλώντας Κάρτες Πεθαμένων ή Αυτό Είναι το Τέλος Ξεχειλωμένε Φίλε μου» παραφράζοντας συνήθως γνωστούς τίτλους rock τραγουδιών ή album. Η γραφή του είναι μεστή, απολαυστική και άκρως ζωντανή και χιουμοριστική (ο Thompson δεν φοράει τυχαία τα γαλόνια του) και συχνά φτάνει σε επίπεδα τόλμης που χτυπάνε κόκκινο. Σε κάποιο σημείο του τρίτου κεφαλαίου του γράφει:

“Στην Iστορία αρέσει να αναφέρει ότι το πανκ ροκ έκανε τη διαφορά καταστρέφοντας τα concepts και τη φαντασμαγορία του παλιού και αντικαθιστώντας το από μία νέα ένταση και δημοκρατία. Η ιστορία κάνει λάθος… Το punk ήταν ο θρίαμβος των ασήμαντων ανθρώπων αλλά αυτό ήταν όλο κι όλο. Διότι οι σημαντικοί άνθρωποι δεν έδιναν δεκάρα.”

Οι πιουρίστες μπορούν να θεωρούν ότι έχουν ένα θεωρητικό εγχειρίδιο στην φαρέτρα τους, οι ακραίοι μοντερνιστές μπορούν να διακηρύξουν έναν καινούργιο ανένδοτο αγώνα κατά του νεοσυντηρητισμού του Thompson που αναφέρεται στους Pink Floyd και στους Genesis σαν να είναι περίπου οι –έκπτωτοι- γαλαζοαίματοι που στωικά περιμένουν να αφιχθεί εκ νέου και ως δια μαγείας το στέμμα τους στα κεφάλια τους. Βασικό επιχείρημα του Thompson  παραμένει η εξέλιξη της τεχνολογίας με το synthesizer που ομογενοποίησε τον ήχο ακόμα και αυτών που ανήκουν μέσα στο εύρος της αποδοχής του, όταν στη δεκαετία του ’80 προσαρμόστηκαν στην εποχή και παρήγαγαν χιτάκια χωρίς καμία προσωπική ταυτότητα (Yes, Heart, Journey κ.λπ.)

Το βιβλίο, διανθίζεται με λίστες ευφάνταστων concepts (“Δέκα Κιθαριστικά Κομμάτια που Ξεπερνούν τα Πάντα”, “Τα Δώδεκα Καλύτερα Διπλά Live Albums”) και κατά σαφή ειρωνικό τρόπο, κοσμείται στο εξώφυλλο με την μακέτα που είχαν οι AC/DC στο άλμπουμ τους “For Those About To Rock” του 1982 – χρονιά, που πλέον το κλασικό ροκ θεωρούνταν ήδη μία ρετρό νοστιμιά στα μοντέρνα πάρτι.

(Δημοσιεύτηκε στο vima.online)

07/05/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 2 σχόλια

Η γενναιότητα και το τέλος δύο άσχημων κοριτσιών

O μεγάλος θανατικός του 2011 συνεχίζεται αλλά οι επικήδειοι δεν έχουν όλοι ίσο μέγεθος. Κάποιοι είναι κοντύτεροι ή γραμμένοι με ψιλά γράμματα στις πίσω σελίδες. Δύο από αυτούς, αναφέρονται σε δύο άσχημα κορίτσια του ευρύτερου ροκ φάσματος, δύο γυναίκες που υπηρέτησαν η καθεμιά, με συνέπεια και χωρίς σκαμπανεβάσματα στην ποιότητά τους, το στιλ που καθεμιά είχε επιλέξει.

Η Poly Styrene των X-Ray Spex δεν είχε ογκώδη δισκογραφία σε αντίθεση με την Phoebe Snow που στh δεκαετία του ’70 και του ’80 στάθηκε παραγωγικότατη. Η Poly Styrene από το Kent της Αγγλίας, θήτευσε αρχικά στο “έντεχνο” punk και η Phoebe Snow στο soft rock και τη λευκή γαλανομάτα soul. Η Poly όταν πρωτοτραγούδησε με την μπάντα των X-Ray Spex σ’ εκείνο το μνημειώδες album “Germ Free Adolescents” του 1978 αισθανόσουν ότι άδειαζε τα πνευμόνια της με τόση τραχύτητα, μανία και επιμονή που βράχνιαζε στις “ψιλές” λυγίζοντας τη φωνή της επιβεβαιώνοντας έτσι, ότι δεν επιζητά την αισθαντικότητα, σε καμία μορφή της. Ακούστε την πόσο αψηφά την γυναικεία φιλαρέσκεια στο “The Day The World Turned Day-Glo“. Αντίθετα, η Phoebe Snow, κοντράλτα, με ερμηνευτική γκάμα συμπαγή και βαθιά, και με συνθετικό ταλέντο τέτοιο που στεκόταν πάντα ένα βήμα πριν το “ξέσπασμα” στο μαζικό προσκήνιο, τραγουδούσε αρχοντικά, ιδιαίτερα, “μορφωμένα” και όπως αρμόζει στο “μελετηρό”  ακροατήριο του New Jersey από όπου καταγόταν. Ακούστε την πόσο φιλόπονα κεντάει στον ερμηνευτικό “αργαλειό” της ένα δικό της blues μοτίβο στο “Drink Up The Melody (Bite The Dust, Blues)“.

Η Poly και η Phoebe ήταν εντελώς διαφορετικές καλλιτέχνιδες μεταξύ τους αλλά μοιράζονταν ένα πολύ βασικό κοινό παρανομαστή που τις έθεσε αμφότερες στις εφεδρείες των “σκηνών” στις οποίες έδρασαν. Ήταν άσχημες, σύμφωνα με τα πρότυπα ομορφιάς που θέλουν τις pop stars πριν και πάνω απ’ όλα θελκτικές και λαμπερές και σεξουαλικά υποσχόμενες. Η Poly επισκιάστηκε από την Siouxsie. Η Phoebe από την Carly Simon. Ωστόσο, ούτε η Siouxsie ούτε η Carly δεν τραγούδησαν ποτέ με αυτές τις “ιδιαίτερες ποιότητες” που διέθεταν οι δύο άσχημες (και συνήθως όλοι οι άσχημοι και οι άσχημες) τραγουδίστριες: το τελικό συναίσθημα της ερμηνείας εκείνης που επικοινωνεί την συναισθηματική γκάμα του τραγουδιστή, όχι τόσο από επιλογή, όσο από ανάγκη. Κοινώς, αν η Siouxsie συνόδευε τη φωνή της πάντα με μία προσεγμένη παρουσία, θεατρική και μοιραία η Poly δεν είχε αυτή τη δυνατότητα – έπρεπε όλο το αισθητικό κομμάτι που δεν είχε με το μέρος της, να το “μετουσιώσει” στη φωνή της. Αν η Carly τραγουδούσε ως μία χειραφετημένη, μοντέρνα, έξυπνη και sexy αμερικανίδα που τραγουδάει δικό της υλικό, η Phoebe δεν είχε αυτή τη δυνατότητα – έπρεπε όλο το “ζωικό ρευστό” που δεν απέπνεε με την παρουσία της να το διαχύσει στις ερμηνείες και στις συνθέσεις της.

Η Siouxsie και η Carly είχαν την πολυτέλεια (κατακτημένη, δίχως αμφιβολία) να αυξομειώνουν την ενέργεια που διαχέουν στο υλικό τους, ανάλογα με τις διαθέσεις τους, χωρίς να φοβούνται την αφάνεια, ως κατεστημένες stars που γνωρίζουν βαθιά την απήχησή τους. Η Poly και η Phoebe, ήταν μονίμως ανήσυχες (άρα σταθερά δημιουργικές), μονίμως υπό εξέταση (άρα πάντα με το μέγιστο δυνατό βαθμό ενέργειάς τους), πάντα με το φόβο του σβηστού προβολέα (άρα πάντα με την ειλικρινή “κατάθεση” – sic!- των εαυτών τους.

Είναι δύσκολο να είσαι “όχι όμορφος και λαμπερός” και να παίζεις στο πεδίο της pop κουλτούρας. Ειδικά αν είσαι τραγουδίστρια και τραγουδοποιός. Αν είσαι άσχημη, θα πρέπει είτε να καταφύγεις σε ασπίδες όπως η “ιδιαίτερη” σεξουαλικότητά σου για να σταδιοδρομήσεις (Janis Ian, Me’Shell, k.d. lang), ένα άλλοθι που προσφέρει επαρκή δικαιολογία για το μαζικό κοινό, όσον αφορά την “ασχήμια” σου, είτε να καταφύγεις στο χώρο του γκροτέσκου για να καλύψεις ή να αιφνιδιάσεις (Beth Ditto, Lady Gaga). Εϊναι δύσκολο να βγαίνεις απλά όπως είσαι στη φυσιολογική ζωή σου (όπως έκανε η Poly Styrene και η Phoebe Snow) και να διεκδικείς το κοινό σου με την πένα ή με τη φωνή σου. Και οι δύο είχαν έτοιμα albums (η Poly πρόλαβε να το κυκλοφορήσει –“Generation Indigo”- πριν την αποτελειώσει ο καρκίνος, η Phoebe δεν πρόλαβε η ανακοπή της καρδιάς της μετά από το κώμα στο οποίο είχε πέσει από εγκεφαλική αιμορραγία). Και οι δύο έγραψαν καθαρά και ίσα –ατρόμητα και ειλικρινά- τις σελίδες στην ιστορία του rock, που τους αναλογούσαν.

 Και οι δύο έχουν τον θαυμασμό μου, άφθαρτες, γενναίες και ιδιαίτερες.

(Δημοσιεύτηκε στο Vima.online)

01/05/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 3 σχόλια

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 42 other followers