All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

20+1 Disco-fied 70′s TV themes

 

Πολύ πριν το “Glee Cast” κάνει την σαρωτική εμφάνισή του στις προτιμήσεις των hipsters (σαρδόνειο, ανατρεπτικό, από την πλευρά του loser), τα τηλεοπτικά μουσικά προϊόντα είχαν μία τέτοια δύναμη να καθορίζουν το γούστο της mainstream κουλτούρας σε μία κατεύθυνση πραγματικά σύγχρονη χωρίς τις συμβάσεις που προστέθηκαν μέσα στα χρόνια από τα στούντιο που επέβαλλαν την generic αισθητική στα πάντα.

Στα 70’s, τα sitcoms, οι αστυνομικές περιπέτειες και οι κωμωδίες του τηλεοπτικού prime time είχαν μία περίοπτη θέση στις προτιμήσεις της λαϊκής κουλτούρας. Αντίστοιχα, τα μουσικά θέματα που γράφονταν για αυτές ήταν συνήθως μικρά –απλά- διαμαντάκια, εύκολα, catchy, αλλά εμπνευσμένα και ιδιαίτερα, εμπεριέχοντας το σασπένς ή τον ρομαντισμό ή την ένταση ή την οργή των αντίστοιχων τηλεοπτικών δράσεων των σειρών.

Συγκέντρωσα είκοσι συν ένα θέματα από τα 70’s (εδώ τα κατεβάζεις σούμπιτα) και τα τοποθέτησα –ως συνήθως- σε μία προσωπική αξιολογική σειρά, από το εικοστό πέμπτο και χειρότερό μου μέχρι το πρώτο και καλύτερό μου. Ο κοινός άξονας όλων είναι ότι διαθέτουν την χορευτική αύρα των disco 70’s, όχι απαραίτητα την μοτορική, επαναλαμβανόμενη ρυθμική ένταση του exploitation disco αλλά και του disco funk, του pop disco κ.λπ. Οι εκτελέσεις των θεμάτων δεν είναι απαραίτητα, οι πρώτες αυθεντικές τους – επέλεξα εκείνες που συνάδουν με το ευφορικό κλίμα της disco εποχής. Έτσι, για παράδειγμα, ενώ η αρχική ορχηστρική εκτέλεση του “Mission Impossible” (που βγήκε εκτός της περιόδου που έχω πιάσει, στα 60’s) ή του “I Love Lucy” (από τα 50’s) ίσως έχει μείνει πιο “κλασικές” μέσα στα χρόνια, εγώ επέλεξα αυτές τις εκδοχές τους από τα 70’s που συμπλέουν με το κλίμα εκείνης της δεκαετίας.

Νομίζω ότι για μία πιο εμπεριστατωμένη γνώμη σχετικά με τις τηλεοπτικές σειρές καθ’αυτές, θα πρέπει να απευθυνθείτε στον ειδικό του είδους, τον Dark Tyler.

Όσον αφορά όμως στα μουσικά θέματα, επιλέξτε εσείς τα αγαπημένα ή τα πιο αδιάφορα από αυτά, σύμφωνα με τον ειρμό των δικών σας βιωμάτων και αναμνήσεων – το σίγουρο είναι ότι δεν μπορείς εύκολα να ξεφύγεις από αυτά.

Countdown No.21 – No.01

Νο.21
Song: Makin’ It
Act: David Naughton
Series: Makin’ It (1979)
Album: Makin’ It 12” Single
Written: Dino Fekaris
Produced: Dino Fekaris, Freddie Perren
Label: RSO
Year: 1978
Cult Rate: 53%

Κλασικό παράδειγμα disco-exploitation των απόνερων του “Saturday Night Fever” και τρανό επίσης “μάθημα” συντριπτικής τηλεοπτικής αποτυχίας, το “Makin’ It” ήταν μία ιδέα του επιτελείου του δαιμόνιου Robert Stigwood (Mark Rothman, Lowell Ganz, Garry Marshall) να εκμεταλλευτεί την ισοπεδωτική επιτυχία του “Saturday Night Fever” και του πρότυπου που είχε δημιουργήσει στις νεανικές τάξεις της εποχής, ο John Travolta, ως λαϊκός ιταλικής καταγωγής, μάγκας, Tony Manero. Το sitcom “Makin’ It” διήρκεσε μόλις επί οκτώ επεισόδια που προβλήθηκαν στην διάρκεια ενάμισυ μόλις μήνα, στο κανάλι ABC, με πρωταγωνιστή τον ηθοποιό και τραγουδιστή David Naughton που υποδυόταν τον ιταλικής καταγωγής, παγωτατζή το πρωί – άσο της disco πίστας το βράδυ, Billy Mannuci, στο New Jersey. Παραδόξως το τραγούδι, γνώρισε μεγάλες δόξες στο Billboard φτάνοντας στο No.5 των pop charts, περνώντας τον David Naughton στην ιστορία των one hit wonders, ο οποίος βέβαια μπορεί να μην ξαναεμφανίστηκε κάπου δισκογραφικά, αλλά συνέχισε για ένα διάστημα την καριέρα του στον κινηματογράφο (“An American Werewolf In London”, “Midnight Madness”) και στην τηλεόραση (“MacGuyver”, “Melrose Place” κ.λπ.). Το τραγούδι είναι η επιτομή της πρωτοεπίπεδης φλωρο-disco με πυκνή ενορχήστρωση και γιορταστική ατμόσφαιρα που δοξάζει την… “επιτυχία” του λαϊκού παιδιού που “τα κατάφερε”. Ακούγεται σχεδόν ειρωνικό, το ότι η πραγματικότητα αποδείχτηκε εντελώς διαφορετική για το τηλεοπτικό εγχείρημα για το οποίο γεννήθηκε το τραγούδι.

Νο.20
Song: Theme From CΗiPs
Act: Corniche
Series: Chips (1977 – 1983)
Album: Theme From CΗiPs / California Hustle 7” Single
Written: John Carl Parker
Produced: Denny Diante, Joe Saraceno
Label: Windsong Records
Year: 1979
Cult Rate: 65%

Χαρακτηριστικό δείγμα της ψυχαγωγικής αμερικανικής τηλεόρασης των 70’s –“δραμωδία” χαρακτήρισαν το είδος, η αστυνομική buddy περιπέτεια “CHiPs” (California Highway Patrol) του Rick Rosner που δημιουργήθηκε στα στούντιο της MGM και προβλήθηκε στο NBC, ήταν ένα μείγμα από ελαφρά κωμικά μοτίβα και καταιγιστικής δράσης που συνήθως κορυφονώταν με απίθανα τρακαρίσματα στις λεωφόρους της California. Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, μία από τις πρώτες “αμπάριζες” buddy ταινιών όπως τα “Lethal Weapon” ήταν οι αστυνομικοί Erik Estrada και Larry Wilcox – δύο μορφονιοί της εποχής που ως ρόλοι ισορρόπησαν πάνω στην ιδέα περί οικογενειακής διασκέδασης της εποχής: όχι πολύ βίαιοι για να μην ρισκάρουν την καταλληλότητα για θέαση από όλες τις ηλικίες, όχι πολύ σοβαροί για να μην δυσαρεστήσουν την νιρβάνα του καναπέ, όχι πολύ χαλαροί για να μην ξεφύγουν από τα ηρωικά αστυνομικά πρότυπα. To “Theme From CHiPs” κυκλοφόρησε δύο χρόνια μετά την επιτυχία της σειράς, ένα καθαρόαιμο disco-exploitation που επιμελήθηκαν οι παραγωγοί Denny Diante (αυτός που είχε αναδείξει την καριέρα της Maxine Nightingale) και Joe Saraceno, υπό το όνομα Corniche, γεμάτο κυκλωτικά disco μοτίβα γύρω από την απλοϊκή μελωδία που τονιζόταν από τα πνευστά. Ακούγεται σαν ένα αφελές, χαμογελαστό feel good κομμάτι generic, ηλιόλουστης αισθητικής, με break στο οποίο ακούγεται η φωνή της κοπέλας στον ασύρματο που δίνει εντολές στο περιπολικό…

Νο.19
Song: Lollipop Man (Theme From Kojak)
Act: Sylvia
Series: Kojak (1973 – 1978)
Album: Lay It On Me
Written: John Cacavas, Sylvia Robinson
Produced: Donnie Elbert, Sylvia Robinson, Tommy Keith
Label: Vibration
Year: 1977
Cult Rate: 66%

Επί πέντε χρόνια η γυαλιστερή φαλάκρα του Telly Savalas γνώριζε μεγάλες δόξες μέσα από τη σειρά “Kojak” που δημιούργησε ο Abby Mann για το κανάλι CBS. Ο Theo Kojak με χαρακτηριστικό γνώρισμα το γλυφιτζούρι έγινε μία cult περσόνα της τηλεόρασης και από αυτό εμπνεύστηκε και ο John Cacavas και η Sylvia Robinson για το “Lollipop Man” ένα τραγούδι στο οποίο η κραταιά τραγουδοποιός, διευθύντρια εταιρίας και τραγουδίστρια παριστάνει την γοητευμένη “γατούλα” από τον Kojak και το γλυφιτζούρι του. Πρόκειται για ένα τυπικό disco funk της εποχής, χωρίς καμία ιδιαίτερη ταυτότητα, αν εξαιρέσεις το ερμηνευτικό δέος της Sylvia. O Kojak ήταν ιδιαίτερα πετυχημένος και στην ελληνική τηλεόραση ίσως λόγω του Savalas, ίσως και επειδή η χαρισματική φιγούρα του detective που υποδυόταν λειτουργούσε ως cool πρότυπο όχι μόνο για τα standards της εποχής αλλά και για τους κατοπινούς “καλούς μπάτσους”.

Νο.18
Song: Streets Of San Francisco
Act: Ventures
Series: Streets Of San Francisco (1972 – 1977)
Album: TV Themes
Written: Pat Williams
Produced: Denny Diante
Label: United Artists Records
Year: 1977
Cult Rate: 64%

Παρότι το “Streets Of San Francisco” ήταν μία πολύ πετυχημένη αστυνομική σειρά του καναλιού ABC, το μουσικό θέμα του Pat Williams, ποτέ δεν θεώρησα ότι ήταν αντίστοιχα δυνατό. Ακουγόταν πάντα απλά επαρκές για να συνοδεύσει ως σήμα κατατεθέν τη δράση της αλλά δεν είχε το κάτι παραπάνω ως μελωδική ιδιαιτερότητα που θα το περνούσε στην ιστορία. Ο Karl Malden και ο Michael Douglas ήταν οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές που όργωναν στα πρότυπα του buddy trippin’ τους δρόμους του San Francisco για να διορθώσουν τα παραβατικά που συνέβαιναν εκεί. Οι Ventures, σπεσιαλίστες του οργανικού rock ‘ n’ roll από τα τέλη των 50’s είχαν διαλυθεί το 1972 και “αναστήθηκαν” την επόμενη χρονιά για να εκμεταλλευτούν το βαρύ μύθο του οργανικού group που διεκπεραιώνει “άριστα” ό,τι του ανατεθεί. Το 1977 είχαν ήδη βαπτιστεί στην disco με το album τους “Rocky Road” και στο αμέσως επόμενο, “TV Themes” έπαιζαν τα δημοφιλκή μουσικά θέματα της τηλεόρασης των 70’s, με έναν συνδυασμό της disco αύρας της εποχής και της οργανικής δεξιοτεχνίας που είχαν κληρονομήσει από το rock.

Νο.17
Song: Theme From Space 1999
Act: Barry Gray
Series: Space 1999 (1975 – 1977)
Album: Space 1999
Written: Barry Gray
Produced: Barry Gray
Label: RCA Victor
Year: 1976
Cult Rate: 68%

Ιστορικό για πάνω από έναν λόγους, το soundtrack της τηλεοπτικής σειράς “Διάστημα 1999”, σηματοδότησε όχι μόνο το πώς ακούγεται ένα score φουτουριστικής, διαστημικής ταινίας αλλά και την λήξη της πολύχρονης συνεργασίας του βρετανού συνθέτη Barry Gray με τον ιδρυτή της AP Films, Gerry Anderson. Στα μέσα των 70’s ο Anderson αποφάσισε να αλλάξει μουσικοσυνθέτη στις παραγωγές του κι έτσι ο Barry Gray πέρασε στην ιστορία ως ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες των εικόνων επιστημονικής φαντασίας και το θέμα του “Space 1999” ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά, ορχηστρικά disco tunes της εποχής του,  με το σασπένς να προκύπτει από τις παρεμβάσεις των πνευστών στην ενορχήστρωση και το τέμπο να κρατάει την ένταση ψηλά, οδηγούμενο από την κιθάρα του Vic Elms. Το θέμα από το “Διάστημα 1999” που προβαλλόταν από το κανάλι ATV, ανταποκρίνεται σήμερα σε όλα τα cult στερεότυπα με τα οποία το μαζικό αισθητήριο έχει ταυτίσει την εικόνα δράσης των 70’s. Ακουγόταν σε εκείνο το ασύλληπτο μοντάζ των τίτλων με την Barbara Bain και τον Martin Landau να ανταποκρίνονται αεικίνητοι στις επάλξεις των διαστημικών κινδύνων, σε ένα φόντο στο οποίο, εκτιλυσσόταν στο μακρινό μέλλον του 1999, όταν οι γήινοι είχαν ήδη εγκαταστήσει στον κρατήρα Plato τoυ φεγγαριού, την σεληνιακή βάση Alpha για να αποθηκεύσουν τα πυρηνικά τους απόβλητα…

Νο.16
Song: Mission Impossible
Act: Lizzy Mercier Descloux
Series: Mission Impossible (1966 – 1973)
Album: Press Color
Written: Lalo Schifrin
Produced: Michael Esteban
Label: ZE Records
Year: 1979
Cult Rate: 69%

Ίσως το πιο αθάνατο μουσικό θέμα για τηλεοπτική σειρά όλων των εποχών, αυτό του “Mission Impossible” εμπεριέχει τον αέρα του πνεύματος των 60’s στη μελωδία του και όλες οι εκατοντάδες παραλλαγές του μέσα στα χρόνια, ή η ενσωμάτωσή του ως sample σε έργα άλλων, θυμίζουν ανά καιρούς τη δύναμη που είχε η γραφή του Lalo Schifrin πάνω στην εικόνα και στην σύγχρονη κουλτούρα. Η σειρά “Mission Impossible” του Bruce Geller που προβαλλόταν επί οκτώ χρόνια μέχρι τα πρώτα 70’s είναι πρότυπη όσον αφορά την χρήση της μικροτεχνολογίας, των κρυπτικών κωδικών και της ραφινάτης, “βελούδινης” σύλληψης των “κακών” – μία κομψή αστυνομική περιπέτεια που άφησε σπουδαία κληρονομιά με τον Steven Hill την πρώτη χρονιά προβολής του και τον Peter Graves, στην συνέχεια για όλες τις υπόλοιπες, στον πρωτσγωνιστικό ρόλο. Η Lizzy Mercier Descloux, ένα ανήσυχο κορίτσι που έδρασε στη Νέα Υόρκη των τελευταίων 70’s και πρώτων 80’s ανήκε στην παρέα της Ze Records (μαζί με Was Not Was, Kid Creole, Suicide κ.λπ.) και μέλημά της στα albums της ήταν να “διαρρήξει” τον ρυθμό, να τον αναμείξει με άλλα ιδιώματα – μία πραγματική avant garde ιέρεια του disco – punk. Η εκετέλεσή της στο “Mission Impossible”, σκελετική, απλή, χωρίς το σασπένς που κουβαλούσε εκ γεννετής η μελωδία, ακούγεται θαυμάσια αποδομητική, σαν μία εσωτερική, χορευτική βινιέτα.

Νο.15
Song: Monkey Magic
Act: Godiego
Series: Monkey (1978 – 1980)
Album: Monkey Magic
Written: Yuko Narahashi, Yukihide Takekawa
Produced: Yuko Narahashi, Yukihide Takekawa, Mickie Yoshino, Steve Fox, Tommy Snyder
Label: Nippon Columbia
Year: 1978
Cult Rate: 71%

Τρανό παράδειγμα crossover σειράς που ενώ γεννήθηκε στην Ιαπωνία, ως μία παραγωγή του NTV κατάφερε να προβληθεί μεταγλωτισμένη και στη Βρετανία από το BBC, το “Monkey” βασίζεται πάνω στο βιβλίο “Journeys To The West” του Wu Cheng’ren με ήρωα έναν funky πίθηκο στον οποίο συμβαίνουν διάφορα μυθικά γεγονότα. Η εποποιία του “Monkey” ντουμπλαρισμένη στα αγγλικά γνώρισε μία διετία κάποιας δόξας και άφησε πίσω της εκτός από μία οπτικοποιημένη σουρεαλιστική περιπέτεια και μία σειρά τραγουδιών γραμμένων από το γιαπωνέζικο κουιντέτο Godiego που ήταν ήδη γνωστό στη χώρα του όταν κλήθηκε να γράψει το score. Όχι πολύ διαφορετικοί από το επικό, ορχηστρικό disco rock των Electric Light Orchestra των τελευταίων χρόνων των 70’s, το “Monkey Magic” είναι ένα διασκεδαστικό αν και ελαφρώς παρωχημένο πλέον μουσικό θέμα που βασίζεται στα στιβαρά synthesizers και στον “ύπουλο” disco funky ρυθμό του. Οι Godiego συνέχισαν σταθερά την πολύ πετυχημένη καριέρα τους στην χώρα τους κυκλοφορώντας μία σειρά από albums που αγαπήθηκαν από το κοινό, μέχρι και τα μέσα των 80’s περίπου.

Νο.14
Song: Different Worlds (Theme From “Angie”)
Act: Maureen McGovern
Series: Angie (1979 – 1980)
Album: Different Worlds
Written: Charles Fox, Norman Gimble
Produced: Michael Lloyd
Label: Curb / Warner Bros
Year: 1979
Cult Rate: 72%

To “Angie” ήταν ένα sitcom που διήρκεσε ενάμισυ μόλις χρόνο στο τέλος των 70’s στο κανάλι ABC, δημιούργημα των Garry Marshall και Dale McRaven, μία “γυναικεία” σχετικά με τους συναισθηματικούς καημούς και τις αγωνίες της σερβιτόρας Anna Branco από τη Philadelphia που την ιποδυόταν η Donna Pescow. Το θέμα της σειράς ερμηνευμένο από την Maureen McGovern ακολουθούσε αυτό το μοτίβο της σειράς: στίχοι σε “κοντινό πλάνο” στην πρωταγωνίστρια, μελωδία αναγνωρίσιμη, ύφος συμβατικά συμπαθητικό και μία ερμηνεία που συνειρμικά στέκεται δίπλα στην πρωταγωνίστρια. Το disco φόντο φυσικά, ήταν απαραίτητο για να εναρμονιστεί με το hype της εποχής, ένα συγκαταβατικά μεσόρυθμο χορευτικό pop τραγουδάκι που ανέβηκε ως το Νο.18 του αμερικανικού chart, πλουτίζοντας την καριέρα της McGovern με ένα ακόμα κομμάτι από την βιομηχανία της show biz. Η McGovern σταδιοδρόμησε σχεδόν μόνο με κινηματογραφικά και τηλεοπτικά θέματα φτάνοντας τέσσερις φορές και στα Oscar (με τρεις νίκες και μία υποψηφιότητα στην τετραετία 1973 – 1976).

Νο.13
Song: Wonder Woman Disco
Act: Wonderland Band
Series: Wonder Woman (1975 – 1979)
Album: Wonder Woman
Written: Charles Fox, Norman Gimble
Produced: Morrie Brown
Label: Quality Records
Year: 1979
Cult Rate: 73%

Η Lynda Carter έκανε θραύση ως υπερ-ηρωίδα Wonder Woman στην αμερικανική σειρά του ABC (και κατόπιν του CBS) που βασίστηκε πάνω στο comic της DC στους χαρακτήρες του William Moulton Marston. Κάπου μεταξύ Batman και Superman, η Wonder Woman αποτελούσε μία εκλεκτή γυναικεία φαντασίωση στα τέλη των 70’s για ένα διψασμένο για “απόδραση” τηλεοπτικό κοινό. Η Wonderland Disco Band, ένα στουντιακό σχήμα που έδρασε στα στούντιο της Quality Records του Καναδά με εμπνευστή τον Morrie Brown, στην ουσία δημιουργήθηκε μόνο και μόνο για να “συνοδεύσει” disco-μουσικά αυτή την φαντασίωση. Η εκτέλεση του “Wonder Woman Theme” σε κατάφωρο exploitation disco έχει τόσο μυθικά, αφομοιώσει όλη την φρενίτιδα της εποχής, συνδυάζοντας πλήρως την ανάγκη για glamour, απόδραση, επιστημονική φαντασία, pop κουλτούρα και χορό στην πίστα χωρίς όρια. Παραμένει ένα γνήσια corny στολίδι μιας cult εποχής.

Νο.12
Song: Disco Lucy (I Love Lucy Theme)
Act: Wilton Place Street Band featuring Lynda Laurence
Series: I Love Lucy (1951 – 1960)
Album: Disco Lucy (I Love Lucy Theme) / You Don’t Even Know Who We Are 12” Single
Written: Eliot Daniel, Harold Adamson
Produced: Trevor Lawrence
Label: Island Records
Year: 1976
Cult Rate: 75%

Παρότι η αξιαγάπητα αφελής Lucy έδρασε τηλεοπτικά μαζί με τον Desi Arnaz σε όλη τη δεκαετία των 50’s μέσα από το κανάλι CBS, δημιουργημένη με πραγματικό μεράκι από τους Jess Openheimer, Madelyn Davis και Bob Carroll Jr., η αξία και το εκτόπισμά της παρέμειναν αναλλοίωτες μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Η Lucy έγινε σύμβολο της οικογενειακής ευδιαμονίας, μία υπέροχη, λαμπερή αλλά και ακαταμάχητα αφελής νοικοκυρά που εγγυάται το καλό vibe στο prime time, χάρη στην προσωπικότητα της Lucille Ball. Οι Wilton Place Street Band, ένα στουντιακό disco σχήμα του παραγωγού Trevor Lawrence από την California στην ουσία κυκλοφόρησαν μόνο τρία singles, το πρώτο από τα οποία ήταν ένας παιάνας στην disco πλευρά μιας μυθικής Lucy. Το τραγούδι, εμπεριέχει όλο το πλούσιο κύρος της εποχής με πλήρη ορχηστρική υποστήριξη και την αίσθηση του αστραφτερού, αποδραστικού disco τυφώνα που σε παίρνει από την πίστα και σε σηκώνει στον αέρα. Στα φωνητικά, η Lynda Laurence καλεί την Lucy να χορέψει μαζί με το έξαλλο πλήθος της εποχής που συνωστιζόταν ευφορικά στην πίστα.

Νο.11
Song: Gotcha (Theme From Starsky & Hutch)
Act: Tom Scott
Series: Starsky & Hutch (1975 – 1979)
Album: Blow It Out
Written: Tom Scott
Produced: Hank Cicalo, Tom Scott
Label: Ode Records
Year: 1977
Cult Rate: 76%

Μία ακόμα επιτυχία του δίδυμου παραγωγής Aaron Spelling – Leonard Goldberg, το “Starsky & Hutch” είναι η απόλυτη buddy αστυνομική περιπέτεια με τους Paul Michel Glaser και David Soul στους αντίστοιχους ρόλους που άφησαν εποχή, καθώς τόσο διαφορετικοί όπως ήταν αλληλοσυμπληρώνονταν μεν αλλά έπεφταν και σε αυτά τα χάσματα επικοινωνίας μεταξύ τους. Η σειρά προβαλλόταν φυσικά από το κανάλι ABC και ο δημιουργός της ήταν ο William Binn. Ο Tom Scott που συνέθεσε το βασικό θέμα της σειράς για τη δεύτερη σεζόν (αντικαθιστώντας το αντίστοιχο αρχικό του Lalo Schifrin) είναι ένας καταπληκτικός τρομπετίστας του αμερικανικού jazz funk  από το Los Angeles, ο οποίος  στο συγκεκριμένο κομμάτι προσθέτει το επίμονο μεσόρυθμο disco beat για σίγουρη απήχηση στο ακροατήριο της εποχής. Οι μουσικοί που παίζουν στο κομμάτι είναι μία αφρόκρεμα από κορυφαίους session της εποχής, όπως ο πιανίστας Richard Tee, o περκασιονίστας Steve Gadd, ο κιθαρίστας Ray Parker, ο μπασίστας Chuck Rainey και ο drummer Ray Marotta.

Νο.10
Song: Baretta’s Theme (Keep Your Eye On The Sparrow)
Act: Sammy Davis Jr
Series: Baretta (1975 – 1978)
Album: The Song And Dance Man
Written: Dave Grusin, Morgan Ames
Produced: Mike Curb
Label: 20th Century Records
Year: 1976
Cult Rate: 78%

Στα 70’s το κανάλι ABC θριάμβευε στα sitcoms και στις αστυνομικές σειρές δράσης και ένας από τους βασικούς λόγους αυτής της επιτυχίας ήταν και το “Baretta” με πρωταγωνιστή τον Robert Blake στον ομώνυμο ρόλο του αστυνομικού που χρησιμοποιούσε εκκεντρικούς τρόπους να βγάζει σε πέρας τις αποστολές του. Το μουσικό θέμα της σειράς που ακουγόταν σε κάθε επεισόδιο στους τίτλους, ερμηνευμένο από τον Sammy Davis με έναν τρόπο κάπου μεταξύ crooner και groovy αλανιού του ghetto, ήταν ένα disco funk καλούδι που έδινε τον ρυθμό στη δράση της σειράς, με τη μουσική συνοδεία να προσφέρεται από την μπάντα των Rhythm Heritage. Το “Baretta” ως τηλεοπτική σειρά, δημιουργήθηκε ως μία πιο “οικογενειακή” εκδοχή του “Toma”, μία αστυνομική τηλεοπτική σιερά με πρωταγωνιστή έναν μυστικό αστυνομικό που ξήλωνε κυκλώματα λαθρεμπορίου ναρκωτικών με χαρακτηριστική άνεση.

Νο.09
Song: Love Boat
Act: Jack Jones
Series: Love Boat (1977 – 1986)
Album: Nobody Does It Better
Written: Charles Fox, Paul Williams
Produced: Ken Barnes
Label: MGM Records
Year: 1979
Cult Rate: 82%

Ένα από τα πιο δημοφιλή και υπέροχα cheesy τηλεοπτικά προϊόντα που διήρκεσε μια δεκαετία προσφέροντας άφθονο ασφαλές και feelgood γέλιο, το “Love Boat” είναι η επιτομή της ψυχαγωγικής τηλεόρασης. Βασισμένο στο πραγματικό ημερολόγιο της Jeraldine Saunders που κατέγραψε τις εμπειρίες της ως καπετάνιος κρουαζιέρας στο ομώνυμο βιβλίο, το “Love Boat” του NBC κρατάει γερά τα σκήπτρα του πιο σκληροπυρηνικού cult θεάματος στην τηλεόραση, μία πραγματική επιτυχία του παραγωγού Aaron Spelling αλλά και του Gavin MacLeod στο ρόλο του καπετάνιου Merrill Stubbing ο οποίος σε κάθε επεισόδιο καλείται να ανταπεκέλθει σε όλα τα παράδοξα του ντουνιά που συμβαίνουν πάνω και πίσω από το κατάστρωμα του κρουαζιερόπλοιου. Το μουσικό θέμα της σειράς, γραμμένο με την αντίληψη της χαριτωμένης, ξέγνιαστης μελωδίας, ερμηνεύτηκε αρχικά από το ευκαιριακό σχήμα των Key Hano με τα φωνητικά του Herb McQuade αλλά η εκτέλεση που εδραιώθηκε ως επιτυχία είναι αυτή του έμπειρου crooner Jack Jones. Το “Love Boat” πέρασε στην ιστορία ως απολαυστικό δείγμα εξωτικής “οικογενειακής” disco και αργότερα ερμηνεύτηκε με απόλυτη cheesy συνέπεια από την Charo, την Dionne Warwick και την Amanda Lear, για να επιβεβαιώσει τον ελαφρύ χαρακτήρα του.

Νο.08
Song: Theme From The Incredible Hulk (Disco Version)
Act: Joe Harnell
Series: The Incredible Hulk (1977 – 1982)
Album: The Incredible Hulk
Written: Joe Harnell
Produced: Joe Harnell
Label: MCA Records
Year: 1977
Cult Rate: 82%

Φρέσκος από την επιτυχία του στο score της “Bionic Woman”, ο ήδη, στα 70’s, βετεράνος μαέστρος Joe Harnell που είχε υπηρετήσει με επιτυχία στα 60’s, στο easy listening και στο music hall κύκλωμα, έγραψε το θέμα του “Incredible Hulk”, μίας τηλεοπτικής σειράς βασισμένης στους χαρακτήρες του ομότιτλου comic της Marvel, που είχαν δημιουργήσει οι Stan Lee και Jack Kirby. Η σειρά του CBS, με τον Bill Bixby (Dr David Banner) και τον Lou Ferringo (Hulk) έγινε cult classic στα πέντε χρόνια που εξέπεμψε και κατόπιν έγινε ταινία από τον Ang Lee με τον Eric Bana στο ρόλο του οξύθυμου Hulk και την Jennifer Connelly ως Betty Ross. To θέμα της σειράς, χαρακτηριστικό και ιδιαίτερα μελαγχολικό disco-ποιήθηκε από τον ίδιο τον Harnell ως bonus στο αρχικό score και έγινε ένα σαλονάτο, λικνιζόμενο κομψά mellow disco classic με οδηγό την εξαιρετική πιανιστική μελωδία του και τα “πα-ρα-πα-πα” των γυναικείων φωνητικών. Ενδεικτικό του high κοσμοπολιτισμού της εποχής αλλά και της κληρονομιάς που έφερε στους ώμους του ο Harnell, το θέμα του “Incredible Hulk” ακούγεται σήμερα ως ένα σπάνιο καλούδι.

Νο.07
Song: Theme From Battlestar Galactica
Act: Giorgio Moroder
Series: Battlestar Galactica (1979)
Album: Battlestar Galactica And Other Original Compositions
Written: Stu Phillips
Produced: Giorgio Moroder
Label: Casablanca
Year: 1978
Cult Rate: 86%

Παρότι μέσα στα χρόνια, το “Battlestar Galactica” έχει κερδίσει επάξια το μυθικό status του ως μία πρότυπη διαστημική σειρά, φαίνεται ότι η ιδέα της τηλεοπτικής παραγωγής της να ακολουθείται από μία κατάρα. Γεννήθηκε από τον Glenn A. Larson για να εκμεταλλευτεί τηλεοπτικά το κινηματογραφικό φαινόμενο “Star Wars” κάτι που έφερε τα δύο στούντιο, 20th Century Fox για το “Star Wars” και Universal για το “Battlestar” αντιμέτωπα, να ανταλλάσουν σωρεία μηνύσεων για κλοπή ιδεών. Η σειρά διακόπηκε μετά την τηλεοπτική μετάδοσης μίας αρχικής τηλεταινίας το 1978 και αναβίωσε διαδοχικά το 1980, το 1988 και τέλος στην πιο πρόσφατη εκδοχή της το 2003. Παρότι δεν ευτύχησε να εκπέμψει για ένα μακρύ συμπαγές χρονικό διάστημα, έγινε πολύ πετυχημένο franchised brand και έγινε ταινία, video game, επιτραπέζιο παιχνίδι, comic κ.λπ. Το αρχικό score που υπέγραψε ο βεταράνος σπεσιαλίστας συνθέτης Stu Phillips, περιλάμβανε φυσικά και μία disco εκδοχή του βασικού μουσικού θέματος της σειράς, ωστόσο ήταν η εκτέλεση του Moroder που κέρδισε την αίγλη της αυθεντικής disco μεταμόρφωσης του soundtrack. Τα πλήκτρα του Harold Falternmeyer, τα drums του Keith Forsey και η κιθάρα του Mats Bjoerklund –όλοι τους βετεράνοι συνεργάτες του Moroder και δραστήριοι στην disco σκηνή της εποχής- συνεργούν στην disco-ποίηση ενός θέματος που από τότε ακούστηκε πολύ από τους θιασώτες της σκηνής με πολλές ευκαιρίες στο μέλλον.

Νο.06
Song: Phenomena Theme
Act: In Search Of Orchestra
Series: In Search Of (1976 – 1982)
Album: In Search Of…
Written: W. Michael Lewis, Laurin Rinder
Produced: W. Michael Lewis, Laurin Rinder
Label: AVI
Year: 1977
Cult Rate: 85%

H disco στην υπηρεσία του μεταφυσικού ντοκιμαντέρ και της τηλεοπτικής έρευνας για την εξιχνίαση των άλυτων μυστηρίων που αποτελούν δημοφιλή θεματολογία ανάμεσα στους ανθρώπους σε παγκόσμιο επίπεδο. Το “In Search Of…” ήταν μία ιδιαίτερα πετυχημένη σειρά ντοκιμαντέρ με παρουσιαστή τον Leonard Nimoy (μυθοποιημένος ήδη, μετά από την εξαιρετική επιτυχία του “Star Trek”) που δημιούργησε η ομάδα παραγωγής του Alan Landsburg, μετά από τις δύο επιτυχημένες τηλεταινίες “In Search Of Ancient Astronauts” και “In Search Of Ancient Mysteries”. Με μια θεματολογία που εκτεινόταν από το Τέρας του Loch Ness μέχρι τα UFO και τις μυστηριώδεις ιστορίες του Jack του Αντεροβγάλτη, της χαμένης αποικίας Roanoke και της Δούκισσας Αναστασίας, η σειρά βασιζόταν σε καταγεγραμμένα ντοκουμέντα αλλά φλέρταρε και με τις θελκτικές θεωρίες συνομωσίας αποφεύγοντας να πάρει θέση σχετικά με τις απαντήσεις ή να καταλήξει σε συμπεράσματα. Το εξαιρετικό ντουέτο Rinder & Lewis στο soundtrack, εντωμεταξύ, κεντούσε αριστουργήματα: στο απόγειο της δόξας τους οι δύο καλλιτέχνες – τραγουδοποιοί και συνθέτες έφτιαξαν ένα soundtrack απολύτως εναρμονισμένο με την επιταγή της εποχής, περί ρυθμικής ψυχαγωγίας, βασισμένοι αισθητικά στις υποκρούσεις των ταινιών δράσης των 70’s αλλά και στην πανίσχυρη ορχηστρική μελωδικότητα που μόνο αυτοί ήξεραν να παράγουν τόσο μετρημένα και ιδιαίτερα σε ένα πλαίσιο που η disco πειραματιζόταν με τις ηλεκτρονικές δυνατότητες των synths.

Νο.05
Song: Theme From Police Woman
Act: Tony Camillo’s Bazuka
Series: Police Woman (1974 – 1978)
Album: Theme From Police Woman / Walkin’ Tall 12” Single
Written: Morton Stevens
Produced: Tony Camillo
Label: A&M Records
Year: 1976
Cult Rate: 87%

H Angie Dickinson άφησε εποχή ως “Αστυνομικίνα” στα μέσα των 70’s, μία αστυνομική σειρά του Robert Collins που προβλήθηκε στο κανάλι NBC, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα που συνδύαζε την απαραίτητη για τα mainstream τηλεοπτικά ήθη της εποχής, κομψή κυρία με τη δυναμική, αδέκαστη detective που δε σιστάζει να τολμήσει αυτά που άλλες στη θέση της θα προτιμούσαν, απλά, να στρέψουν το βλέμμα τους από πάνω τους. Ο Tony Camillo, ένας “χειρουργικός” disco funk παραγωγός που επιμελήθηκε τις δουλειές σχεδόν της μισής αμερικανικής soul κοινότητας στα 70’s, μαζί με το προσωπικό του σχήμα Bazuka, απέδωσε το θέμα της σειράς με μία ακαταμάχητα groovy διάθεση, αναδεικνύοντας τη μελωδία του Stevens αλλά εντάσσοντάς την επιπλέον, στο καυτό κλίμα της εποχής. Οι Tony Camillo’s Bazuka κυκλοφόρησαν μόλις ένα album το 1975 για να υποστηρίξουν τη μεγάλη επιτυχία τους “Dynomite”, μέσα στο οποίο δεν υπήρχε το θέμα της “Aστυνομικίνας”. Εϋγευστο εκλεκτό disco funk για αυτούς που δεν αρκούνταν μόνο στα χορευτικά Νο.1 της εποχής, με τα “Lady Marmelade” και “Rock Your Baby”.

Νο.04
Song: Theme From Dr. Who
Act: Mankind
Series: Dr. Who (1963 – 1989)
Album: Theme From Dr. Who / Time Travelers 12” Single
Written: Ron Grainer
Produced: Don Gallacher
Label: Motor Records
Year: 1979
Cult Rate: 89%

Aπό πολλές απόψεις, το “Dr Who” είναι μία σπουδαία τηλεοπτική παραγωγή: έχει καταγραφεί στο βιβλίο Guiness ως η πιο μακρόβια τηλεοπτική σειρά επιστημονικής φαντασίας και το μουσικό θέμα της, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μελωδικά riffs στην ιστορία, αποτελεί ένα από τα πρώτα ηλεκτρονικά μοτίβα που πραγματοποιήθηκε σε στούντιο, συγκεκριμένα το 1963 στο Ραδιοφωνικό Εργαστήρι του BBC από την Delia Darbyshire. Επιπλέον, ο Dr. Who ή αλλιώς, ο Άρχοντας του Χρόνου, αποτελεί ένα από τα πιο αγαπητά πρότυπα που γεννήθηκαν ως τηλεοπτικοί ρόλοι, καθώς έχει τη δυνατότητα να ταξιδεύει με το TARDIS στο χώρο και στο χρόνο και να διορθώνει ό,τι πάει στραβά. Οι Mankind είναι ένα στουντιακό σχήμα που το 1979 ανέβηκαν στο βρετανικό chart με την εκτέλεσή τους στο “Dr. Who” συνδυάζοντας την ανερχόμενη electro pop της εποχής με τη χορευτική brit-disco, θέτοντας ένα προηγούμενο για τους KLF δέκα χρόνια αργότερα να σημειώσουν τη δική τους επιτυχία με το “Doctorin’ The TARDIS”, ως Timelords. Εξαιρετικό flashback στο χωροχρόνο το θέμα του “Dr Who” ακούγεται πάντα φρέσκο και σημερινό και δεν κάνει ποτέ λάθος, όταν ανασύρει “φουτουριστικές” τηλεοπτικές και όχι μόνο, αναμνήσεις.

Νο.03
Song: Charlie’s Angels (Disco Version)
Act: Oral Caress
Series: Charlie’s Angels (1976 – 1981)
Album: Charlie’s Angels / Why Can’t Our Love Be Like It Was Before? 12” Single
Written: Aline Ferguson, Jack Elliott
Produced: Vivian Rogers
Label: P&P
Year: 1977
Cult Rate: 90%

Πολύ πριν το “Sex And The City” δημιουργήσει ένα καινούργιο αστικό standard για την πρότυπη συμπεριφορά της μοντέρνας γυναίκας, οι “Άγγελοι του Charlie” είχαν “δουλέψει” την επιδραστική συνδρομή τους στο τι σημαίνει “μοντέρνα, αυτάρκης γυναίκα που ξέρει να ανταπεξέρχεται σε όλα”. Η Kate Jackson, η Farah Fawcett και η Jaclyn Smith είχαν καταφέρει να γοητεύσουν τους πάντες σε παγκόσμιο επίπεδο με τις περιπέτειές τους ως πράκτορες του Charlie που αναλαμβάνουν δύσκολες αποστολές αλλά τα βγάζουν πέρα πάντα θριαμβευτικά. Δημιουργημένο από τους Ivan Goff και Ben Roberts, το “Charlie’s Angels” σε παραγωγή των αλάνθαστων τότε, Aaron Speeling και Leonard Goldberg, προβλήθηκε από το κανάλι ABC και σύντομα άφησε το στίγμα του στη δυτική κουλτούρα ως ανεκτίμητο κομμάτι ενός παζλ που σχηματιζόταν όχι μόνο από ερωτικές ιστορίες μπροστά στον καναπέ, αλλά και καταιγιστική, συχνά υπερβολική δράση υπέρ της τάξης και της ευνομίας. Το μουσικό θέμα της σειράς, με αναγνωρίσμο μελωδικό μοτίβο, στα χέρια των Oral Caress, ένα σχήμα που δημιουργήθηκε εσωτερικά στην καταπληκτική εταιρία P&P, υπεύθυνη για μερικά από τα πιο πολύτιμα underground disco αριστουργήματα των 70’s, ακούγεται ως ένα πλούσιο, λαμπερό, κοσμοπολίτικο ορχηστρικό disco, η πεμπτουσία του glamorous cocktail. Αργότερα οι “Άγγελοι Του Charlie” έγιναν κινηματογραφικές ηρωίδες με την Drew Barrymore, την Cameron Diaz και την Lucy Liu προσαρμοσμένες στις υπεράνθρωπες και σαφώς υπερ-γυναικείες δυνατότητες των 00’s, όμως η πρώτη αρχική μαγιά δεν ήταν εκεί, αν και ήταν και αυτές απολαυστικές μέσα στo bimbo κουκούλι τους.

Νο.02
Song: Hawaii 5 – Ο
Act: Chaquito
Series: Hawaii 5 – O (1968 – 1980)
Album: Chaquito Plays Themes From TV Thrillers
Written: Morton Stevens
Produced: Beverley Champion, John Gregory
Label: Philips
Year: 1972
Cult Rate: 92%

Πίσω από το όνομα Chaquito κρύβεται ο βρετανός συνθέτης και ενορχηστρωτής Johnny Gregory με τη μεγάλη θητεία στο easy listening κύκλωμα και τις συνεργασίες στις αρχές των 50’s με τραγουδίστριες όπως η Cleo Laine και η Νάνα Μούσχουρη. Ο Chaquito ανέπτυξε έναν πλούσιο, περιπετειώδη ήχο ως μαέστρος της ορχήστρας του (Cascading Strings) στην Philips Records, ως αντίπαλο δέος στις ορχήστρες 101 Strings Orchestra και Living Strings. Στις αρχές των 70’s πιάνοντας τον παλμό της εποχής που άρχισε να κινείται μουσικά σε πιο ρυθμικά, χορευτικά τέμπο, για να αποδώσει με την ορχήστρα του σε ένα album, δημοφιλή μουσικά τηλεοπτικά θέματα περιπετειών και αστυνομικών δραμάτων (ανάμεσα στα οποία, τα “Mission Impossible”, “Mannix”, “A Man Called Ironside” κ.λπ.), ένα από τα οποία, το “Hawaii 5 – 0” του Leonard Freeman, ήδη διένυε τον τέταρτο πετυχημένο χρόνο του στο κανάλι CBS. Ο Chaquito πιάνει τον παλμό των κυμάτων του Ειρηνικού και δίνει άλλη, ορχηστρική discofied πνοή γεμάτη ανυπόμονα κρουστά και πνευστά που συναγωνίζονται σε κομψές ταχύτητες τα έγχορδα, στο uptempo που έγραψε ο Morton Stevens, ένα από τα πιο εμβληματικά μουσικά θέματα των 70’s που χαρακτήρισαν όχι μόνο τη δράση του ακαταμάχητου αξιωματικού Steve McGarrett (Jack Lord) αλλά και μία ολόκληρη εποχή στο concept της αστυνομικής περιπέτειας και στην κουλτούρα της εξάλειψης των κακών με φόντο τον νησιωτικό εξωτισμό, τριάντα χρόνια πριν το “CSI Miami”… Αυτό που ελάχιστοι ξέρουν είναι ότι ο τίτλος της σειράς αποτελεί φόρο τιμής στην πεντηκοστή πολιτεία των Η.Π.Α., ωστόσο όμως, το “O” του τίτλου, δεν αναφέρεται στο Μηδέν (όπως είχε μεταφραστεί στα ελληνικά) αλλά στο αντίστοιχο γράμμα Όμικρον.

Νο.01
Song: Theme From S.W.A.T.
Act: Rhythm Heritage
Series: S.W.A.T. (1975 – 1976)
Album: Disco-Fied
Written: Barry De Vorzon
Produced: Steve Barri, Michael Omartian
Label: ABC
Year: 1976
Cult Rate: 95%

Κορυφαία στη λίστα των cult τηλεοπτικών προϊόντων, το “S.W.A.T.” (Special Weapons And Tactics) δημιούργημα των Robert Hammer και Lee Stanley σε παραγωγή Aaron Spelling και Leonard Goldberg πρόσφερε άφθονη, γενναιόδωρη απόλαυση με τις ακραίες, περιπετειώδεις καταστάσεις της και με το υπερβολικά macho στιλ των βασικών πρωταγωνιστών Steve Forrest και Rod Perry, από το τηλεοπτικό κανάλι ABC. Το “S.W.A.T.” ήταν ένα παράλληλο project των δύο παραγωγών με την αστυνομική σειρά “Rookies” και το “Starsky & Hutch”. Το μουσικό θέμα της σειράς, παραμένει κατά τη γνώμη μου, το κορυφαίο των 70’s, όχι μόνο για την αναγνωρισιμότητά του και το βαθμό της συνειρμικής σχέσης του με τη σειρά αλλά και ως αυτόνομο disco funk αριστούργημα, ενορχηστρωμένο ιδανικά για να δημιουργεί αυτή την τεταμένη περιπετειώδη ατμόσφαιρα που χαρακτήριζε τα μέσα των 70’s. Οι Rhythm Heritage ήταν μια ικανότατη disco funk τετραμελής μπάντα που κυκλοφόρησε τέσσερα albums υψηλού χορευτικού πυρετού, όχι όμως βασισμένου στη μονοτονία του μηχανικού beat αλλά στο βαθύ groovy funk στοιχείο που ο επίμονος ρυθμός έχει την δυνατότητα να εξωτερικεύει στον ακροατή. Τίποτα λιγότερο από ένα αριστούργημα.

Enjoy!

25/04/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 1 σχόλιο

Τεμπέλικο Round up

@ Ακούω το ντεμπούτο album του Jamie Woon, το “Mirrorwriting” (Candent Songs)  -την αγάπησα βαθιά τη φωνή του, ακούγεται στ’ αυτιά μου σαν ώμος να στηριχτείς που αντέχει το υπερβολικό βάρος των λαθών σου- και ψιλοκόβομαι που το υλικό του είναι πιο ελαφρύ από αυτά που έχει τη δυνατότητα ο ίδιος να εκφράσει. Η υπερβολική ελαφρύτητα μού τη δίνει οριακά στα νεύρα. Πλην όμως, παραμένει ευχάριστο. Δεν ήθελα, όμως, απλά να τον ακούω ευχάριστα. Ήθελα να με συγκλονίσει και να με πορώσει διότι ο Jamie με όλη την ερωτική ντροπαλοσύνη του ντουνιά που κουβαλάει μπορεί να κουνήσει βουνά.

@ Αυτό δηλαδή που πάνω κάτω έπαθα με κάποια ηλεκτρικά σημεία του “Smoke Ring For My Halo” (Matador) του τέταρτου album του Kurt Vile. Υπάρχουν τραγούδια και στιγμές μέσα στο δίσκο του που με κάνουν να αισθάνομαι πλήρης, ότι δε μου λείπει τίποτα. Τον αγάπησα γιατί είναι ένας ορθόδοξος classic rocker με ευαισθησία και συμπόνοια για μια φόρμα που χάνεται. Sorry αλλά δεν κατάλαβα, από πού και ως πού τον ονομάζουν folk rocker. Έχει σαφώς πιο βαθιές εμμονές με τον Lou Reed παρά με τον Bob Dylan και σαφώς πιο πολλά κοινά με τον Tom Petty. Βέβαια αν σκεφτεί κανείς ότι ο Tom Petty έχει με τη σειρά του τα δικά του κολλήματα με τον Dylan καταλαβαίνω ότι ισχύει η μεταβατική ίδιότητα και γι’ αυτό πλασάρεται ως τέτοιος και ο Kurt.

@ Μακάρι να μπορούσα να νιώσω λίγη από τη χαρά που μου είχαν προσφέρει με το “Writer’s Block” πριν από τέσσερα χρόνια, οι σουηδοί Peter, Bjorn & John με το καινούργιο τους, “Gimme Some” (Cooking Vinyl). Ενώ όλα είναι εκεί στα αυτιά μου -η αίσθηση ειλικρίνειας που αποπνέουν, οι σωστές δόσεις μέτρου και εκλεκτισμού, η πίστη τους στην παράδοση και στον ηλεκτρισμό σε ίσες ακριβώς μερίδες- αλλά το αίσθημα είναι απών. Δεν μπορούν να φτάσουν στο μέσα μου, μού φαίνονται μπανάλ και κάπως σαν να μην πιστεύουν ούτε και οι ίδιοι τα τραγούδια που γράφουν πια. Αυτό μου τη σπάει πολύ: να θέλω να τους αγαπάω και να αισθάνομαι ότι μου γυρνάνε την πλάτη.

@ Την Lykke Li δεν την θέλω ούτε σαν ιέρεια παγανιστικού rock, ούτε σαν σπεκτορική ντίβα, ούτε σαν avant garde rock’n'roller – τρεις από τις ιδιότητες που καμώνεται στο δεύτερο απογοητευτικότατο album της “Wounded Rhymes” (Atlantic). Συνεχίζω να τη θέλω ως το κομψό ξωτικό του δάσους που σε καθίζει κάτω δίπλα στα μανιτάρια και σου αφηγείται κάτι προσωπικές ιστορίες της, όπως έκανε στο “Youth Novels” πριν από τρία χρόνια. Στο καινούργιο της μου μοιάζει να παριστάνει την φερέλπιδα παγκόσμια rocker. Αυτό που ακούγεται στα αυτιά μου είναι ένα album ασπόνδυλο και ατελές. Κρίμα, γαμώτο.

@ Το ίδιο έπαθα και με τους Cut Copy με το “Zonoscope” (Modular). Αυτό που φαινόταν ως λαμπερό, μεγαλύτερο από τη ζωή electro στο προηγούμενό τους, υπέροχο “In Ghost Colours” μου φαίνεται τώρα σαν απομίμηση μίας μίμησης. Ξαφνικά σαν να έπαθαν υπερκόπωση τα synths τους και να σέρνονται οι μελωδίες, σαν να μην κυλάει το άκουσμα. Έχω την αίσθηση ότι πρέπει να βάλω ροδάκια στα τραγούδια τους και επιπλέον με κάνουν να θυμάμαι γιατί ώρες ώρες με πιάνουν κάτι κρίσεις και τα “χώνω” στους νεόκοπους του electro. Ήθελα οι Cut Copy να μου θυμίζουν γιατί συνεχίζω να αγαπώ το electrο και όχι γιατί μου τη σπάει.

@ Τα ακριβώς αντίθετα ισχύουν για το “Passive Me Aggressive Υou” (Somewhat Damaged) των Naked & Famous, ένα σχήμα που στα δικά μου αυτιά ακούγεται επαναστατικό, ιδιαίτερο, χωρίς περιττούς ρόλους στους ώμους του περί ανταπόκρισης σε τεχνητά hype, εφευρετικό, με φρέσκια ματιά και καινούργια υλικά. Εκεί κάτω στην Ωκεανία έχουν ακόμα αδιάφθορους τρόπους να παίζουν δυναμική pop της “πόλης” χωρίς να ακούγονται δέσμιοι κάποιας ψυχαναγκαστικής, κλειστής “λέσχης”. Μπράβο και πάλι μπράβο και να ένας δίσκος να αγαπήσεις με τα μπούνια και να θεωρείς δικό σου και μόνο δικό σου.

@ H Noemi Wolfs, η καινούργια τραγουδίστρια των Hooverphonic, δεν είναι βέβαια Geike Arnaert, τα λέει όμως μια χαρά και με επάρκεια τα στιλιζαρισμένα τραγούδια του Alex Callier. Τους γουστάρω τους Hooverphonic με τον ίδιο τρόπο που γουστάρω ένα cheese cake όταν το καταβροχθίζω με κομψότητα στο cafe του ιδρύματος Θεοχαράκη και αφήνω τον ήλιο να με τυφλώνει όπως μπαίνει έτσι ορμητικός από τα ψηλά παράθυρα. Η pop των Hooverphonic παραμένει στο “The Night Before” (Sony) ψηλοκλασάτη, καλλίγραμμη, επικών διαστάσεων και εξαιρετικά στιλιστική. Όταν καταπιώ το cheese cake απολαμβάνω την επίγευσή του, όπως ακριβώς και με τα τραγούδια τους.

@ Το “Barock” (self-released) της Nalyssa Green είναι σαν μία βροχερή άνοιξη: χαίρεσαι που βρέχει επειδή νιώθεις να γονιμοποιείται το χώμα αλλά δεν μπορείς να ευχαριστηθείς εύκολα μία βόλτα στα ανθισμένα. Έτσι και η Nalyssa, σε κάνει να χαίρεσαι για την αβίαστη και αγνή μελωδικότητά της, για τα όμορφα, εύθραυστα και κάπου κάπου τρεκλίζοντα τραγούδια της, αλλά νιώθεις ότι δεν μπορείς να τη χαρείς σε πλήρη άνθιση είτε επειδή δεν έχει εύκαιρες ευκολίες μιας παραγωγής που θα αναδείκνυε τα λόγια της, είτε επειδή το μικρό καλλιτεχνικό lobby στο οποίο συμμετέχει ενδεχομένως και ερήμην της, της θέτει καλλιτεχνικούς ψυχαναγκασμούς που κάπως καθυστερούν την ωρίμανσή της.

Jamie Woon “Mirrorwriting” (6/10 θολά καθρεφτάκια)
Kurt Vile “Smoke Ring For My Halo” (7,5/10 πετάλια για την κιθάρα του)
Peter, Bjorn & John “Gimme Some” (5/10 παγοβουναλάκια)
Lykke Li “Wounded Rhymes” (3,5/10 βωμοί θυσιαστηρίων)
Cut Copy “Zonoscope” (5/10 σκουριασμένα πλήκτρα)
The Naked & The Famous “Passive Me, Aggressive You” (8/10 down under καγκουρώ)
Hooverphonic “The Night Before” (7/10 βέλγικες κουβερτούρες)
Nalyssa Green “Barock” (7/10 theremins on fire) 

22/04/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | Γράψτε ένα σχόλιο

You’ve Made Me So Very Happy – Still after 45 years

Τo “You’ve Made Me So Very Happy” (Part1 και Part2 – στις σαράντα εκτελέσεις που συγκεντρώσαμε) είναι ένα τραγούδι που προσομοιάζει την άνοιξη, την αναγέννηση, το ευτυχές γύρισμα μιας σελίδας. Παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια μου από τα 60’s, με κάνει να νιώθω ζωντανός, χαρούμενος και μου θυμίζει τι σημαίνει να είσαι στη νιρβάνα, σε εκείνη την συναισθηματική – σωματική – νοητική κατάσταση κατά την οποία όλες οι αισθήσεις είναι τεταμένες και απορροφούν σαν σφουγγάρι το περιβάλλον. Επιπλέον, είναι ένα τραγούδι που κατά τη γνώμη μου, εμπεριέχει τρία σπουδαία συναισθήματα στην αλληλουχία τους, αυτήν που αποτελεί την πηγή όλης της συναισθηματικής μυθολογίας, όλης της λογοτεχνικής ερωτικής παραγωγής, όλου του διαχρονικού διδάγματος περί του πώς εξελίσσεται ένας ερωτικός κύκλος.

Η ηρωίδα – ήρωας του τραγουδιού αφηγείται στο πρώτο μέρος την κατάσταση της δυστυχίας από την ερωτική απογόητευση και την ανασφάλεια της εγκατάλειψης, στο δεύτερο τη γνωριμία και την ένταση ενός συναρπαστικού ανοδικού έρωτα και στην τρίτη φάση το απόσταγμα της ερωτικής καταιγίδας και το αίσθημα της μακρόπνοης ευτυχίας. Επιπλέον, δομικά και αισθητικά, εμπεριέχει μία σπουδαία πολιτισμική στιγμή του δυτικού κόσμου, εκείνη στα μέσα των 60’s που το παστέλ γίνεται ηλεκτρικό χρώμα: ο κοσμοπολιτισμός, το περιπετειώδες party και η αίσθηση ότι οι φόρμες “ανοίγουν” αποφασιστικά για να συλλάβουν το συλλογικό αίσθημα του κόσμου ότι ίσως τα πράγματα αλλάζουν κοινωνικά σε όλα τα μέτωπα. Εμπεριέχει την ελευθεριάζουσα χίπικη πρωιμότητα, την sexy διάθεση μίας pop που είναι σπινθηροβόλα και προκλητική και την τολμηρή πλευρά της soul που δεν φοβάται να δανειστεί τις jazzy καταβολές της για να δημιουργήσει ψυχοδιεγερτική απόλαυση.

Το ρεφρέν του “You’ve Made Me So Very Happy (I’m So Glad You Came Into My Life)” είναι μία σπουδαία κατάφαση θετικότητας, μία ολοκληρωτική επικύρωση της πανίσχυρης δύναμης του “μαζί”. Εϊναι η απόλυτη φράση που μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να λάμψει στιγμιαία (ή όχι και τόσο στιγμιαία) από χαρά και ευτυχία, είναι τελικά, ο απόλυτος ισχυρισμός της αποδοχής ότι είμαστε φτιαγμένοι από υλικά που αιτούν την εξωγενή ολοκλήρωσή τους, το πάντρεμά τους με υλικά κάποιου άλλου ανθρώπου.

Το “You’ve Made Me So Very Happy” είναι ένας αλάνθαστος ύμνος στην συντροφικότητα και στην συναισθηματική προσφορά.

Ακολουθεί μία λεπτομερής πορεία του τραγουδιού μέσα στα τελευταία 45 χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκε στο προσκήνιο. Οι σαράντα εκτελέσεις του “You’ve Made Me So Very Happy (ζιπαρισμένες και ανεβασμένες κατά σειρά εμφανίσεως στο κείμενο σε δύο μέρη - είκοσι (α’ μέρος) και είκοσι (β’ μέρος) είναι αυτές που χαρακτήρισαν μέσα στα χρόνια την επιβίωσή του, μία σπουδαία ευκαιρία για τραγουδιστές να εκφράσουν τις δυνατότητές τους στην απόδοση της συναισθηματικής ευδαιμονίας.

01.
Artist: Brenda Holloway
Album: The Artistry Of Brenda Holloway
Produced by: Berry Gordy
Label: Tamla
Year: 1967
Happiness Rate: 85%

Με είχε χωρίσει ο φίλος μου,” είπε η Brenda Holloway για το πώς γράφτηκε το τραγούδι. “Και σκέφτηκα, ξέρεις τι; Θα γράψω ένα τραγούδι για το πόσο ευτυχισμένη είμαι, γιατί αυτός ο τύπος είναι τρελός. Με άφησες; Θα σου δείξω γω!”. Το τραγούδι γράφτηκε από την ίδια και την αδερφή της Patrice Holloway, ως αντίδραση στην απόρριψη. Η Holloway τηλεφώνησε στον Berry Gordy και του είπε “Εχω γράψει μία επιτυχία.” Ο Gordy το άκουσε και κάλεσε τον Frank Wilson για να προσθέσει τη δυναμική γέφυρα του τραγουδιού, αυτή που η Holloway όπως δήλωσε, “ολοκλήρωσε το τραγούδι”. Τo αποτέλεσμα όμως δεν άρεσε στην Holloway. Εκείνη ήθελε να ενσωματωθεί στο τραγούδι το δραμματικά εξελισσόμενο καλλιτεχνικό ρεύμα της εποχής: “Βρισκόμασταν στην αρχή των ψυχεδελικών ήχων, με το rock, το funk και όλα αυτά.” Ο Berry Gordy ήταν κάθετος. Δεν ήθελε οι καλλιτέχνες της Motown να έχουν κανένα σημείο αιχμής ή αμφισβητήσιμο ή προκλητικό στιλ και αυτό ερχόταν σε αντίθεση με το γούστο και την αισθητική της Holloway που προτιμούσε το γρέζι και την τραχύτητα της Tina Turner στις επιρροές της, παρά τη σαλονάτη αισθητική των κοριτσιών της Motown που μιμούνταν τα λευκά μεγαλοαστικά πρότυπα. Μάλιστα, ο Dahl υποστήριξε ότι η Holloway είχε την Tina Turner στο νου της όταν έγραφε το τραγούδι. Ο Berry Gordy ανυποχώρητος, δήλωσε κοφτά “Είμαι ο Berry Gordy. Είσαι η Brenda Holloway. Εγώ βάζω τα χρήματα. Θα το κάνουμε όπως θέλω εγώ, ευχαριστώ.”

Η εκτέλεση τής, μόλις είκοσι ενός ετών, Brenda Holloway έφτασε ως το Νο.40 του r’n’b chart και στο Νο.39 του pop chart και ήταν η τελευταία επιτυχία της για την εταιρία. To single είχε στη δεύτερη πλευρά το “I’ve Got To Find It”. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο single της για την εταιρία. Απογοητευμένη και πικραμένη από την αντιμετώπιση της Motown, εγκατέλειψε την εταιρία, γράφοντας μία επιστολή στον Berry Gordy παραπονούμενη για το ότι δεν της έδωσε την προσοχή που αυτή πίστευε ότι άξιζε.

Κατά τη διάρκεια των τεσσερεσίμισυ χρόνων που είμαι στην Motown,” έγραφε στο γράμμα της, στον Gordy “έχω πέντε κυκλοφορίες που πέτυχαν κάποια αναγνώριση, τέσσερα singles και το album “Every Little Bit Hurts”. Σε αυτά τα τεσσερεσίμισυ χρόνια μου στην εταιρία, υπάρχουν άλλα τέσσερα ονόματα στην Motown, που βρίσκονται για λιγότερο από δύο χρόνια στην εταιρία που σημείωσαν αρκετές επιτυχίες και κυκλοφόρησαν ένα ή δύο albums. Προωθήθηκαν και πουσαρίστηκαν τρομακτικά. Για άλλη μία φορά, δεν καταλαβαίνω γιατί εγώ αγνοούμαι και παραμελούμαι τόσο καταφανώς. Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι είμαι Καλλιτέχνιδα από την Δυτική Ακτή. Σε αμέτρητες περιπτώσεις έχω ζητήσει να έχω τους δικούς μου μουσικούς για να παίζουν μαζί μου σε περιοδείες, έναν κιθαρίστα, ένα μπασίστα και έναν drummer. Αγνοήθηκα και αντιμετωπίστηκα με έναν παιδικό τρόπο. Νιώθω επίσης, ότι όταν έρχομαι στο Detroit για να ηχογραφήσω με παραγωγούς, θα έπρεπε να κάνουμε πρόβες μαζί μου για να βρουν τον κατάλληλο τόνο μου και μετά να κάνουν παραγωγή στα κομμάτια που θα ηχογραφήσω. Ένα ταξίδι μου στο Detroit για ηχογράφηση ένιωσα ότι ήταν καταστροφή γιατί τα κομμάτια ηχογραφούνταν σε ακατάλληλο τόνο που δε μου επέτρεπε να τα ηχογραφήσω πετυχημένα και να δικαιωθώ ως καλλιτέχνιδα.”

Αυτά μεταξύ άλλων πολλών έλεγε η Brenda Holloway στην επιστολή της προς τον Gordy, μην παραλείποντας να την ολοκληρώσει με το υστερόγραφο “Πάντα θα ΑΓΑΠΩ την Motown και σένα.” Η Brenda όμως δεν χωρούσε στο στενό “πρέπει” του Gordy περί ιδανικής γυναικείας pop. Η Brenda (τραγουδίστρια, τραγουδοποιός και βιολονίστα) δεν χωρούσε στα λεπτά, κομψά πλαίσια των “Σχολών Αισθητικής” της Motown. Και αυτός θεωρείται και ο βασικός λόγος που ο ιδρυτής της Motown την παραμελούσε λέγοντάς της “Θα έρθει και σένα η ώρα σου” όταν του παραπονιόταν ότι μένει πίσω στις πρωτεραιότητες της εταιρίας. “Ήμουν πολύ sexy εκείνη την εποχή. Το δέρμα μου δεν ανάσαινε παρά μόνο όταν ήταν ακάλυπτο! Τα κοστούμια που φορούσα ήταν φτιαγμένα για να έχουν sex appeal και όχι για να τα φορούν απλά γυναίκες. Μάλιστα, οι άλλες θέλανε να με κατεβάσουν από τη σκηνή και να με τσακίσουν επειδή νόμιζαν ότι φλερτάρω τους άντρες τους. Ήμουν επηρρεασμένη από την Tina Turner. Όταν περιόδευα στις Νότιες Πολιτείες και προσπαθούσα να της μοιάσω, ο Smokey Robinson μού είπε να μην το κάνω αυτό. Μου είπε, “εσύ έχεις φωνή, δεν χρειάζεται να κάνεις σαν αυτήν.” Προσπάθησα λοιπόν να καταλαγιάσω λίγο τη σκηνική παρουσία μου αλλά δε μου βγήκε καλό.” Όταν η Holloway έφυγε από τη Motown, η εταιρία κυκλοφόρησε ένα δεύτερο album της με singles και παραλειπόμενα, το “The Artistry Of Brenda Hollοway”. Όταν έφυγε από την εταιρία, η Motown έστειλε παντού δελτίο Τύπου ενημερώνοντας ότι η Brenda Holloway αποσύρεται από την εταιρία, για να τραγουδήσει gospel στην εκκλησία. Εν μέρει ήταν αλήθεια.

02.
Act: Blood Sweat & Tears
Album: Blood Sweat & Tears
Produced by: James William Guercio
Label: Columbia
Year: 1969
Happiness Rate: 92%

Αν η φωνή της Brenda Holloway ερμήνευσε το τραγούδι με την αυθεντικότητα που διαθέτει ένας δημιουργός που αποδίδει ο ίδιος το έργο του, η φωνή του Al Kooper (πρώην Blues Project), του μπροστάρη των Blood Sweat & Tears, το εκτίναξε στην στρατόσφαιρα. Θεωρώ ότι ο λόγος που η εκτέλεση των Blood Sweat & Tears, στο single τους με b-side το “Blues II” έφτασε ως το Νο.2 επί τρεις εβδομάδες του αμερικανικού pop chart, χαρακτηρίζοντας ιστορικά και ανεξίτηλα το τέλος της δεκαετίας του ’60, είναι ότι οι στίχοι του τραγουδιού τραγουδιούνται από μία αντρική φωνή. Το συναισθηματικό εκτόπισμα που έχει μία θετική ερωτική εξομολόγηση από μία αντρική φωνή είναι απείρως πιο ιδιαίτερο και διεγερτικό στην ευρεία μάζα διότι απλά δεν είναι συνηθισμένες τέτοιες ανοιχτόκαρδες, συναισθηματικές καταθέσεις από άντρες στο rock. Οι έντεχνοι jazz rockers απογείωσαν το τραγούδι σε μία παραγωγή που ακούγεται ακόμα και σήμερα (και αύριο) φρέσκια και συναρπαστική, με έντονο suspense, με περιπετειώδη ενορχήστρωση και με τα πνευστά της μπάντας να λειτουργούν καταλυτικά και να δίνουν στην ηχογράφηση το απόλυτο σήμα κατατεθέν της. Ο Al Kooper, εμπνευστής της μπάντας των Blood Sweat & Tears δεν βρισκόταν πια στο σχήμα όταν κυκλοφόρησε το δεύτερο ομώνυμο album τους, που περιείχε το τραγούδι. Αντικαταστάθηκε από τον David Clayton Thomas. Αντίστοιχα οι δύο τρομπετίστες του group, Randy Brecker και Jerry Weiss αποχώρησαν μετά το δεύτερο album και αντικαταστάθηκαν από τους Lew Soloff και Chuck Winfield. Η φωνή του Kooper ωστόσο, και οι τρομπέτες των δύο αποχωρήσαντων είναι αυτά που έμειναν για πάντα στην ιστορία. “Η εκτέλεση της Brenda Holloway δεν έγινε επιτυχία,” είπε ο Al Kooper αργότερα. “Ήταν ένα τραγούδι χαμένο στη λήθη. Το ενορχήστρωσα εκ νέου για την μπάντα. Απλά μου άρεσε το τραγούδι και απολάμβανα το να το τραγουδάω.”

03.
Act: Chris Clark
Album: C.C. Rides Again
Produced by: Deke Richards
Label: Weed
Year: 1969
Happiness Rate: 87%

Μία ακόμα σπουδαία τραγουδίστρια της Motown, η Chris Clark, αποτελεί περίπτωση που δεν ευτύχησε να κάνει μία σημαντική καριέρα, αν και πρόλαβε να ηχογραφήσει δύο albums το 1967, πριν ασχοληθεί πιο οργανωμένα με την  σύνθεση τραγουδιών και γίνει… φωτογράφος. Η Chris Clark που λανσαρίστηκε ως αμερικανική απάντηση στην λευκή γαλανομάτα soul της Dusty Springfield, ήταν ένα πλατινέ ξανθό κορίτσι που δούλευε στην υποδοχή της Motown μέχρι που το 1965, ο Gordy της έδωσε μία ευκαιρία να ηχογραφήσει ένα πρώτο single, για να την αφήσει να περιμένει άλλα δύο χρόνια μέχρι να κυκλοφορήσει album. Η Chris Clark είχε μία πολύ γερή και συμπαγή soul φωνή που έκανε κάποιους να τη χαρακτηρίσουν ως Λευκή Νέγρα. Αυτό όμως ήταν και το πρόβλημα στην Motown: την έκρυβαν από τη δημοσιότητα για να μην δει το κατεξοχήν μαύρο κοινό ότι είναι λευκή και την απορρίψουν… Η κοσμοπολίτικη, ευάερη εκτέλεση της Chris Clark, γεμάτη ευφορικά έγχορδα και μεγάλο ενορχηστρωτικό όγκο –ένα γνήσιο mod αριστούργημα-, έρχεται από το δεύτερο –σπάνιο σήμερα πλην υπέροχο- album της, στην Motown, για το οποίο ο Gordy, δημιούργησε καινούργια ετικέτα προκειμένου να το κυκλοφορήσει. Η Weed ήταν μία ακόμα υπο-εταιρία της Motown στην οποία όμως… κυκλοφόρησε μόνο ένα album, το “C.C. Rides Again”. Δεν υπήρξε συνέχεια για την Weed και εν πολλοίς, ούτε για την Chris Clark που πέντε χρόνια μετά το “You’ve Made Me So Very Happy” το 1972, θα ήταν υποψήφια για Oscar Σεναρίου ως μία από τις συν-σεναριογράφους που έγραψαν το “Lady Sings The Blues” με πρωταγωνίστρια την Diana Ross.

04.
Act: Edwin Starr & Blinky
Album: Just We Two
Produced by: Frank Wilson
Label: Gordy
Year: 1969
Happiness Rate: 80%

Τo album που κυκλοφόρησαν ως ντουέτο, ο Edwin Starr και η Sondra Williams (ή Blinky) παρότι συμπαθέστατο και ειλικρινές έπεσε και αυτό θύμα των διαφορετικών προτεραιοτήτων της Motown εκείνη την εποχή. Και οι δύο τους έμπαιναν δυναμικά στο roster της εταιρίας προερχόμενοι από άλλες μικρότερες soul εταιρίες ο καθένας τους (Ric Tic και Golden World ο πρώτος, Vee Jay και Atlantic η δεύτερη), με δύο προσωπικές επιτυχίες έκαστος, το 1968 (“Twenty Five Miles” για τον Edwin Starr, “I Wouldn’t Change The Man He Is” για την Blinky), ο δίσκος όμως που έκαναν από κοινού, δεν προωθήθηκε γιατί όλη η ενέργεια της εταιρίας καταναλωνόταν στην προώθηση άλλων ντουέτων, όπως οι Marvin Gaye & Tammii Terrell και τα συνεργατικά albums των Supremes με τους Temptations. Η εκτέλεση του ντουέτου στο classic της Holloway είναι πραγματικά εντυπωσιακή, με το σεξουαλικό γρέζι των soul φωνών τους να δίνει στο κομμάτι κάτι από την ακατέργαστη αξία που ήθελε να του προσδώσει αρχικά, η Brenda Holloway και ο Gordy δεν την άφησε. Από το “Just We Too” κυκλοφόρησε σε single το “Oh How Happy”.

05.
Act: Bobbie Gentry
Album: Touch ‘Em With Love
Produced by: Kelso Herston
Label: Capitol
Year: 1969
Happiness Rate: 83%

H Bobbie Gentry μία εξαιρετική τραγουδοποιός – τραγουδίστρια της country pop στην Αμερική έφτανε στα τέλη των 60’s αισίως, στο έκτο album της, έχοντας ήδη δρέψει τις δάφνες του ιστορικού ντεμπούτου single της “Ode To Billie Joe” και τη συνεργασία της με τον Glenn Campbell. Το “Touch ‘Em With Love”, παραμένει το καλύτερο album της – μεστή, hip grande country pop, τόσο κοσμοπολίτικη, όσο και τιμητική των Νότιων Πολιτειών από όπου καταγόταν, συγκεκριμένα από το Mississippi. Ήταν το album που περιείχε το breakthrough single της “I’ll Never Fall In Love Again” των Bacharach / David που την ανέβασε στο Νο.1 της Βρετανίας αλλά και αυτό που περιλάμβανε την εκτέλεσή της στο “You’ve Made Me So Very Happy”, μία sexy, αισθαντική απόδοσή της στο soul classic στο κλίμα της εποχής της, με τραγανή εκφορά και έντονα χαραγμένη στις καταλήξεις της, την ιδιαίτερη προσωπικότητά της. Η Bobbie Gentry, παραμένει μία υπέροχη καλλιτέχνιδα που πρέπει απαραίτητα να ανακαλυφθεί εκ νέου.

06.
Act: Mel Torme
Album: Raindrops Keep Falling On My Head
Produced by: Mel Torme
Label: Capitol
Year: 1969
Happiness Rate: 62%

H feel good, μιουζικαλάτη αλά Las Vegas εκτέλεση του Mel Torme έρχεται από την εποχή που ήδη η “μπογιά” του στο κύκλωμα των music halls της Αμερικής είχε ξεφτίσει. Σπουδαίος διασκεδαστής – ηθοποιός – τραγουδιστής – drummer, έζησε την χρυσή εποχή των αμερικανικών χρυσών ονείρων των 50’s με την jazz να απλώνεται στο mainstream ως ένα απολαυστικό, ηδονικό αντίβαρο στο rock ‘n’ roll. Το album του Torme που περιλαμβάνει την εκτέλεσή του στο “You’ve Made Me So Very Happy” αποτελεί ένα σύνολο από standards της εποχής, με βασικό το ομότιτλο του δίσκου hit του B.J. Thomas. Μέσα στο album εκτός από το “You’ve Made Me So Very Happy”, ο Torme διασκευάζει και το “Spinning Wheel” που την ίδια χρονιά ήταν επιτυχία για τους Blood, Sweat & Tears. Φαντάζομαι, εκείνη την εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, οι ερμηνείες του Torme ακούγονταν ήδη παρωχημένες με όλο αυτό το πληθωρικό στιλ ευζωίας και πληθωρικότητας που περιέχει η φωνή του. Σήμερα ακούγεται ως ανεκτίμητο vintage πετράδι.

07.
Act: Cher
Album: 3614 Jackson Highway
Produced by: Arif Mardin, Jerry Wexler, Tom Dowd
Label: Atco
Year: 1969
Happiness Rate: 71%

Ηχογραφημένο με την Muscle Shoals Rhythm Section, μετά την πρώτη διάλυση του ντουέτου Sonny & Cher, το album αυτό της Cher παραμένει ο καλύτερος δίσκος της προσωπικής καριέρας της. Η εκτέλεσή της στο “You’ve Made Me So Very Happy” αντηχεί την αίσθηση της southern soul σε μια παραγωγή, γεμάτη, πυκνή και ιδιαίτερη. Βέβαια, η ερμηνεία της βαραίνει περισσότερο σε αισθησιασμό παρά σε ενθουσιασμό για την “χαρμόσυνη” έλευση του έρωτα στη ζωή της και η ίδια αντιλαμβάνεται πιο πολύ την αξιοποίηση του standard ως ένα ακόμα τσεκαρισμένο όχημα προβολής και αξίας της. Ωστόσο, η ηχογράφησή της αποπνέει αυθεντικότητα και τη διαχρονική ποιότητα που ήξερε να προσθέτει στο στούντιο η Muscle Shoals.

08.
Act: Anita Kerr Singers
Album: Velvet Voices And Bold Brass
Produced by: Anita Kerr
Label: Dot
Year: 1969
Happiness Rate: 72%

Από τη δράση της κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της στο Los Angeles (μετά από το Nashville και πριν από την Ευρώπη), η τραγουδοποιός – παραγωγός – ενορχηστρωτής και πιανίστα Anita Kerr, έρχεται αυτό το album που κυκλοφόρησε πάνω στο απώγειο της επιτυχίας που είχε κάνει μαζί με την ομάδα τραγουδιστών της, όταν τραγούδησαν κομμάτια του Burt Bacharach, στη διετία που ηχογραφούσαν στην Dot. Η εκτέλεση του “You ‘ve Made Me So Very Happy” από το μπουλούκι της Anita Kerr απευθύνεται σε όλη την οικογένεια. Με ενορχήστρωση τόσο όσο μοντέρνα, με μειλίχιες αρμονίες που ακούγονται σαν κυριακάτικες εκδρομές. Από τη μακρά δισκογραφική παραγωγή των Anita Kerr Singers δεν είναι και πάρα πολλά τα κομμάτια με τα οποία είναι δυνατόν να μην καγχάσεις.

09.
Act: John Davidson
Album: My Cherie Amour
Produced by: Tim O’Brien
Label: Columbia
Year: 1969
Happiness Rate: 67%

Στο έκτο και τελευταίο για την Columbia album του, ο John Davidson, τηλεοπτικό αστέρι των πρώτων 60’s, ηθοποιός, τραγουδιστής και ένας από τους πρώτους διασκεδαστές που απλά υποδυόταν τον εαυτό του, τραγουδούσε ελαφρώς ρουτινιάρικα, ως καθωσπρέπει crooner, τα standard hits της εποχής του. Στα τέλη των 60’s, ο τύπος του “γαμπρού” που λάνσαρε μέσα από την τηλεόραση, ο Davidson, άρχισε να ξεφτίζει και να δίνει τη θέση του στον λαϊκό τύπο του δρόμου που ξέρει τι του γίνεται. Ο Davidson τραγουδάει για το ενήλικο κοινό του αλλά και με ένα μοντερνιστικό στιλάκι που φροντίζει τεχνηέντως να μην τον αποξενώνει από την οικογενειακή απογευματινή διασκέδαση. Ήταν όμως τόσο δραματικά εξελισσόμενες οι εποχές που περίπου εκείνη την περίοδο τον πέταξαν έξω από το hype.

10.
Act: Carlos Santos
Album: Santitos
Produced by: Santitos
Label: Fania
Year: 1969
Happiness Rate: 69%

O πορτορικανός τραγουδιστής “με την χρυσή φωνή” έγινε γνωστός αποδίδοντας αισθαντικά boleros της εποχής του, με απώγειο της δράσης του τις συνεργασίες του με τον Tito Puente και την συμμετοχή του στους Fania All Stars, την λαμπερή μπάντα της εταιρίας Fania που διάπρεψε στη salsa και στα λατινοπρεπή ιδιώματα στα 60’s. Η εκτέλεση του Santitos όπως είναι το χαϊδευτικό του, είναι αρκούντως παραδοσιακή και παραδομένη στις επιταγές που ορίζει η κληρονομιά του Puerto Rico. Η εκτέλεση με τον τίτλο “Tu Me Haces Muy Feliz” είναι από τις ελάχιστες ισπανόφωνες του τραγουδιού, παραμένει σπάνια και ιδιαίτερη.

11.
Act: Enoch Light
Album: Brass Menangerie Volume 2
Produced by: Enoch Light
Label: Project 3
Year: 1969
Happiness Rate: 78%

Ο κλασικός παραγωγός και μουσικός Enoch Light θεωρείται ένας από τους πιο βασικούς ανθρώπους των στούντιο στα τέλη των 50’s και αρχές των 60’s που συνέβαλλε στην εδραίωση εκείνου του “μοντέρνου” χαϊφιντελίστικου ήχου που δανειζόταν την ακρίβεια της κλασικής παιδείας των μουσικών για να την εφαρμόσει στον καινούργιο, pop αστικό τρόπο ζωής. Το easy listening που παρήγαγε σε δεκάδες albums είχε τα παστέλ χρώματα της εποχής και το στιλ του έγινε αργότερα σήμα κατατεθέν για μία ολόκληρη γενιά muzak μαέστρων όπως ο Engelbert Humperdinck και ο Paul Mauriat όταν και αυτοί θέλησαν να μπουν στο παιχνίδι μιας pop που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από συντηρητικούς ενήλικες. Το “Brass Menangerie Volume 2” είναι ένα album που εστιάζει στη μαγεία των πνευστών – η απόλαυση είναι μεγάλη αλλά χωρίς κανένα σημείο αιχμής.

12.
Act: Charlie Byrd
Album: Aquarius
Produced by: Teo Macero
Label: Columbia
Year: 1969
Happiness Rate: 60%

Έτσι κι αλλιώς οι πιο πετυχημένες εποχές του Charlie Byrd κυρίως στην Riverside, είχαν περάσει ήδη όταν δοκίμασε να παίξει το “You’ve Made Me So Very Happy” στα τέλη των 60’s, με την μαγευτική “τσιγγάνικη” κιθάρα του. Ο βιρτουόζος κιθαρίστας δεν προσθέτει τίποτα ιδιαίτερο μουσικά στο πάθος του τραγουδιού, απλά υπογραμμίζει τη μελωδία με το finger tappin’ στιλ του από ένα album στο οποίο αναλώνεται σε σιγουράτζες της εποχής όπως τα “Galveston”, “While My Guitar Gently Weeps” και “Time Of The Season” που τις μεταμορφώνει σε συνοδευτικές μουσικές χώρου. Προτιμήστε το αριστούργημα που ηχογράφησε με τον Stan Getz, “Jazz Samba” του 1963.

13.
Act: Matt Monro
Album: En Espana
Produced by: Matt Monro
Label: Capitol
Year: 1970
Happiness Rate: 75%

Η εκτέλεση του Matt Monro είναι η άλλη ισπανόφωνη του τραγουδιού, πέραν εκείνης του Santitos. Ο Matt Monro, ένας εξαιρετικός τραγουδιστής που πλασαρίστηκε (κακώς) ως βρετανική απάντηση στον Frank Sinatra, κυκλοφόρησε αρκετά albums στα ισπανικά, προφανώς για να καλύψει τις πλατιές λατινόφωνες αγορές. Σε ένα από αυτά, που είναι αρκετά σπάνια σήμερα, υπάρχει και η εκτέλεσή του στο “You’Ve Made Me So Very Happy” με τον τίτλο “Puedo Ser Feliz”. Σε όλη τη διάρκεια των 60’s, οι ηχογραφήσεις του στην Parlophone και την Capitol είναι απολαυστικές.

14.
Act: Lou Rawls
Album: You’ve Made Me So Very Happy
Produced by: David Axelrod
Label: Capitol
Year: 1970
Happiness Rate: 79%

Η soulful εκτέλεση του σπουδαίου Lou Rawls φέρει κάτι από την αγωνιώδη πρεμούρα της αντίληψής του περί κλασικού standard. Στο συγκεκριμένο album του, ο Lou Rawls φέρεται ως απόλυτα δεμένος με την χημεία του πιανίστα – παραγωγού του David Axelrod, μαζί με τον οποίο από τα μέσα των 60’s μέχρι τις αρχές των 70’s, έφτιαξαν μια σειρά από ηχογραφήσεις που τιμούσαν τη διαχρονική soul, την jazz και, στο συγκεκριμένο, το rhythm ‘n’ blues με κάποιες rock απολήξεις. Ανάμεσα στα standards που ερμηνεύει στο album του (από Randy Newman μέχρι Traffic) o Lou Rawls χωράει και το classic της Holloway επηρρεασμένος από το rocky κλίμα της εποχής, αποδίδοντάς το με αγωνία και τα “ζόρια” που εκείνη την εποχή έκαναν τις ερμηνείες του ιδιαίτερες πάνω στην ενορχήστρωση του H.P. Barnum.

15.
Act: Smokey Robinson & The Miracles
Album: What Love Has Joined Together
Produced by: Smokey Robinson
Label: Tamla
Year: 1970
Happiness Rate: 89%

Αν εξαιρέσει κανείς την υπερ-επιτυχημένη αντρική απόδοση του κομματιού από τον Al Kooper των Blood, Sweat & Tears, που φέρει πάνω της το λευκό γρέζι του ηλεκτρικού bluesman, αυτή η εκτέλεση του Smokey παραμένει ιδιαίτερα αγαπημένη: μέσα στα “μέλια” και την τρυφερότητα, ο Smokey ανεβάζει την δήλωση της Brenda Holloway στους “ουρανούς” που της αξίζουν. Ολόκληρο το συγκεκριμένο album, είχε το concept του ερωτισμού (λες και ο Smokey ξέφυγε ποτέ από αυτό) και οι αρμονίες του σε συνδυασμό με το “ίσο” των Miracles, κάνουν φόρο τιμής σε έξι μόλις ερωτικά classics των 60’s, από Stevie Wonder και Marvin Gaye μέχρι Beatles και Burt Bacharach.

16.
Act: Ray Conniff Singers
Album: We’ve Only Just Begun
Produced by: Jack Gold
Label: Columbia
Year: 1970
Happiness Rate: 58%

Αν η εκτέλεση των Τραγουδιστών της Anita Kerr ήταν συντηρητική και “οικογενειακά” ακίνδυνη, η αντίστοιχη των Τραγουδιστών του Ray Conniff, ενός γίγαντα του easy listening και της muzak, ακούγεται γηριατρική και αφελής. Από ένα album που δανειζόταν τον τίτλο του από το classic των Carpenters, μοιάζει να δίνει στον Conniff το τέλειο άλλοθι για να εκδικηθεί για το άμυαλο, εντελώς αραιό, μουσικό του μείγμα. Αν το αποτέλεσμα κρίνεται όμως τόσο από την αισθητική όσο και από τις προθέσεις του, η μαλθακή άποψη του Ray Conniff κερδίζει στα σημεία διότι απλά παραμένει ειλικρινής και συνεπής σε αυτά που υπόσχεται.

17.
Act: Alton Ellis
Album: Sunday Coming
Produced by: Clement “Coxson” Dodd
Label: Coxson
Year: 1970
Happiness Rate: 72%

Ο Alton Ellis είναι ένας από τους βασικούς υπεύθυνους της μετεξέλιξης του ska σε rocksteady στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κυρίως μέσα από τη δράση του στο Studio One του Cosxone Dodd στην Jamaica. Τα τραγούδια του απηχούν με μεγάλη επιτυχία την στροφή της τζαμαϊκανής κουλτούρας στο δυτικό rock, ένα soundtrack για την ταραγμένη δράση των rudies. Παρότι ο Ellis δεν ενέκρινε την ταραχοποιό δράση των rudies και αφιέρωνε τραγούδια στην αποτροπή τους, η συγκεκριμένη υποκουλτούρα, έβρισκε πολύ κατάλληλο το μουσικό υπόβαθρο των τραγουδιών του, για να ταυτίζονται μαζί του και να αποκτούν μία καλλιτεχνική ταυτότητα. Παρότι ο κοφτός, συγκοπτόμενος rocksteady διάκοσμος που στήνει ο Dodd για το τραγούδισμα του Ellis φαντάζει θεωρητικά ως ακατάλληλο για την θετική ερωτική κατάθεση των στίχων, ο τραγουδιστής καταφέρνει και του δίνει μία υπόγεια ενεργητικότητα, κάνοντάς το απολαυστικό και ιδιαίτερο.

18.
Act: Sammy Davis
Album: Something For Everyone
Produced by: Jimmy Bowen
Label: Tamla
Year: 1970
Happiness Rate: 75%

Στην προσπάθειά του να αγγίξει τα πιο νεανικά, μουσικά ακροατήρια, ο Sammy Davis έκανε μια συνεργασία με την Motown στις αρχές των 70’s –και οι δύο πλευρές είχαν λόγο να προσδοκούν η μία από την άλλη, διάφορα ωφέλη- η οποία όμως δεν πέτυχε ιδιαίτερα, πέρασε στην εμπορική αφάνεια και δεν συζητήθηκε ξανά ποτέ. Η χημεία αυτή δεν λειτούργησε για τις νόρμες της εποχής, σήμερα όμως, το album του Davis αναζητείται με πάθος από τους συλλέκτες της Motown αλλά και του Rat Pack. Ο Davis ήταν απολαυστικότατος στα χρόνια του Las Vegas και του music hall, ένας γνήσιος ψυχαγωγικός bon viveur της αμερικανικής show biz. Στο album αυτό, δοκιμάζεται στην γενικόλογη soul και στο funk – προσωπικά δεν τον βρίσκω καθόλου κακό ή άστοχο, όπως τον βρήκε η πλειονότητα της κριτικής της εποχής. Μέσα στο album, ο Davis αποδίδει μεταξύ άλλων Laura Nyro, Sonny Bono μέχρι και Blood, Sweat & Tears.

19.
Act: Hearts Of Stone
Album: Stop The World – We Wanna Get On
Produced by: Henry Cosby
Label: V.I.P.
Year: 1970
Happiness Rate: 76%

Οι John Myers, Lindsey Griffin, Floyd Lawson και Carl Cutler που αποτελούσαν το κουαρτέτο των Hearts Of Stone, προέρχονταν από soul και doo wop σχήματα όπως οι Chimes, οι Four Pennies και οι Five Jockers στα 50’s και στα 60’s. Το πώς έφτασαν στην Motown παραμένει ανεξήγητο, όπως και το πώς εξαφανίστηκαν από αυτήν, μετά το μοναδικό album που κυκλοφόρησαν στην V.I.P. και τα δύο singles που βγήκαν μέσα από αυτό. Προφανώς ο Berry Gordy θεώρησε ότι η εποχή ήταν γόνιμη για τη γλυκιά φωνητική soul των αρσενικών σχημάτων και θέλησε να ενισχύσει το ρεπερτόριό του με ένα (ακόμα) από αυτά. Μεταξύ των δικών τους τραγουδιών οι Hearts Of Stone επιδίδονται και σε κάποιες διασκευές καυτών τραγουδιών της εποχής (από Junior Walker μέχρι Tony Joe White και Hollies) όπως το “You’ve Made Me So Very Happy”. Η soul των Hearts Of Stone ακούγεται funky και κοντά στο νεόκοπο στιλ των Temptations που ήδη είχαν ξεκινήσει το ψυχεδελικό trip τους στην αντίπερα της pop, όχθη.

20.
Act: Ramsey Lewis
Album: The Piano Player
Produced by: Charles Stepney, Ramsey Lewis, Richard Evans
Label: Cadet
Year: 1970
Happiness Rate: 64%

Όπως φανερώνει ο τίτλος του συγκεκριμένου album, πρόκειται για μία επίδειξη πιανιστικής δεξιοτεχνίας του Ramsey Lewis, πάνω στις rhythm ‘n’ blues φόρμες που τον ανέδειξαν. Χωρίς να είναι κάτι πραγματικά σπουδαίο, αποτελεί μία όμορφη συνοδευτική μουσική χωρίς καμία ιδιαίτερη αξίωση. Η παραγωγή προκρίνει τα στοιχεία της έγχρωμης ιδιοσυγκρασίας του αλλά στην ουσία δεν αξιοποιεί καμία τολμηρή άποψη. Τα φωνητικά στο ρεφρέν απλά συνάδουν με την easy αντίληψη του “χώρου”.

21.
Act: Nancy Wilson
Album: Can’t Take My Eyes Off You
Produced by: Phil Wright
Label: Capitol
Year: 1970
Happiness Rate: 74%

Η αισθαντική, χλιδάτη εκτέλεση της Nancy Wilson στο classic της Holloway έχει κάτι από τον sexy, ελευθεριάζοντα αέρα των πρώτων 70’s. Στο μεταίχμιο μεταξύ mellow funky soul και φωνητικής jazz, η Nancy Wilson αποδεικνύεται για μία ακόμα φορά μία τεράστια τραγουδίστρια, χωρίς τις υπερβολές και τη ματαιοδοξία της ντίβας. Ακούγεται άνετη, χαλαρή και ηδονική ταυτόχρονα, χωρίς να το κάνει “θέμα”. Στο ίδιο album ερμηνεύει Leonard Cohen, Dusty Springfield, Gary Puckett και Β.J Thomas μεταξύ άλλων με μια τόσο μαγνητική προσωπικότητα που τα υποτάσσει σε ένα απόλυτα δικό της blend. Η Nancy Wilson με την τεράστια δισκογραφία, κορυφώνει σε εκείνη την εποχή την φωνητική δεξιοτεχνία της και αφήνεται στο κλίμα της εποχής της χωρίς να παρασύρεται από την βασική καλλιτεχνική αξία της.

22.
Act: Honey Cone
Album: Take Me With You
Produced by: Greg Perry, William Weatherspoon
Label: Hot Wax
Year: 1970
Happiness Rate: 82%

Η post-Motown soul των Honey Cone στα τέλη των 60’s και στις αρχές των 70’s έδινε τον τόνο σε όλα τα κορίτσια που παρατάσσονταν σε σχήματα εκείνη την εποχή, πάνω στη σκηνή για να τραγουδήσουν. Κάπου ανάμεσα στο στιλιζαρισμένο ύφος των Supremes και στην απρόβλεπτη ερωτική τόλμη των funksters αλά Labelle, οι τρεις Honey Cone σηματοδότησαν τη νέα εποχή που ερχόταν. Το “You’ve Made Me So Very Happy” στη δική τους ερμηνεία ακούγεται πιο κοντά στην ιδέα που είχε αρχικά, η Brenda Holloway για το τραγούδι της: υπαινικτικό, sexy και ατίθασο με τις  φωνές των Edna Wright, Carolyn Willis, Shellie Clark να μην πατάνε ευλαβικά στη μελωδία, στο μονοπάτι του αρμονικού στιλ που είχε καθορίσει η soul της Motown. To δεύτερο αυτό album των Honey Cone περιείχε κατά το ήμισυ, τα ίδια τραγούδια με το πρώτο τους “Sweet Replies” για έναν περίεργο, ακατανόητο λόγο.

23.
Act: Pete Moore Orchestra
Album: Exciting Sounds Of Tomorrow
Produced by: Pete Moore
Label: Fontana
Year: 1970
Happiness Rate: 73%

To απολαυστικό, ονειρικό easy listening της ορχήστρας του Pete Moore γεμάτο από αντηχήσεις του οργάνου και με κομψή, λεπταίσθητη ενορχήστρωση που κυλάει με πλήρη συναίσθηση να μην “κουνηθεί η βάρκα” είναι το απόλυτο σημειολογικό εργαλείο για όποιον θέλει να σκιαγραφήσει την εποχή σύμφωνα με την mainstream αισθητική του σαλονιού της μόδας. Από το εξώφυλλο μέχρι τις επιλογές του ρεπερτορίου της, η Pete Moore Orchestra μοιάζει να παίζει στο υπόβαθρο ενός εξελισσόμενου ρομάντσου με αίσιο τέλος χωρίς καμία ανατροπή, ασφαλές και σίγουρο, ανακουφιστικό και με το μειδίαμα της κρυφής ικανοποίησης.

24.
Act: Dionne Warwicke
Album: A Decade Of Gold: The Dionne Warwicke Story
Produced by: Burt Bacharach
Label: Scepter
Year: 1971
Happiness Rate: 74%

Πριν αποχωρήσει από την Scepter για την Warner, την αμέσως επόμενη χρονιά, η Dionne Warwicke ανακεφαλαίωνε την καριέρα της με ένα χορταστικό διπλό ζωντανά ηχογραφημένο album στο οποίο απέδιδε τους μεγάλους θριάμβους της καριέρας της, με τα τραγούδια του Burt Bacharach αλλά και κάποια extra όπως το “You’ve Made Me So Very Happy” που ταιριάζει πολύ στην σαλονάτη, χαμογελαστή ιδιοσυγκρασία της και την κομψή soul της ντίβας που την έκανε γνωστή. Η εκτέλεσή της ξεκινάει με μια εισαγωγή δανεική από το “Alfie”, πριν μπει το κανονικό κομμάτι και εξελίσσεται σε ένα glamorous αστικό pop διαμαντάκι, από αυτά που κάνουν την Dionne Warwicke πάντα μοναδική. Το 1971 ήταν επίσης η χρονιά στην οποία η Dionne πείστηκε από την αστρολόγο Linda Goodman να προσθέσει ένα “e” στο επώνυμό της για να “ισορροπήσει και να υποδεχτεί ένα καλό vibe που θα της έκανε καλό στο γάμο της με τον drummer Bill Elliott”. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, περίπου, η Dionne Warwicke δήλωσε ότι το να προσθέσει το “e” στο όνομά της, “ήταν το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει και το 1975 το ξεφωρτώθηκε το κωλο-“e” και έγινε ξανά Dionne Warwick.”

25.
Act: Lovelace Watkins
Album: Recorded Live At The Talk Of The Town
Produced by: Deke Arlon
Label: York
Year: 1971
Happiness Rate: 71%

Η βαθιά, εκφραστική βαρύτονη φωνή του Lovelace Watkins δικαιολογεί και με το παραπάνω το γεγονός ότι αυτό το διπλό live album του, είναι περιζήτητο και μυθικό (το αγοράσαμε από το e-bay). Ο Watkins, εξωστρεφής, δυναμικός και χαμογελαστός, “τραγουδισταράς” αποδίδει το κομμάτι με μια αντίστοιχη του Tom Jones στεντόρεια φωνή και όταν λέει “Thank You Baby” αν μη τι άλλο το εννοεί βαθιά και ξεκάθαρα. Στο τέλος του τραγουδιού προσθέτει και μερικές στροφές από την άλλη μεγάλη επιτυχία των Blood, Sweat & Tears, “Spinning Wheel” του 1969. Παρότι ο πανύψηλος Cleveland καταγόταν από την Philadelphia και προετοιμαζόταν για boxer, η βαρύτονη φωνή του τον “ανάγκασε” να στραφεί στην ψυχαγωγία. Έγινε γνωστός στο λονδρέζικο κύκλωμα της northern soul και διέπρεψε στα music halls της πόλης, παρότι δεν άφησε πίσω του δισκογραφικό όγκο.

26.
Act: Whispers
Album: Planets Of Life
Produced by: Ron Carson
Label: Janus
Year: 1971
Happiness Rate: 73%

Παρότι τα χρόνια τους στην Solar από τα μέσα των 70’s και μετά είναι αυτά που απογείωσαν τους Whispers ως ένα από μία από τις πιο συνεπείς και πραγματικά άξιες funk soul μπάντες, τα τέσσερα πρώτα albums τους στην Janus, από το 1969 ως το 1974, αντιπροσωπεύουν την αθώα και ρομαντική και ιδιαίτερα funky περίοδό τους. Το πρώτο   album τους (που αρχικα είχε ως τίτλο το όνομά τους πριν επανακυκλοφορήσει ενάμισυ χρόνο αργότερα ως “Planets Of Life”) φιλοξενούσε το “You’ve Made Me So Very Happy” και παρουσίαζε ένα χυμώδες group σε σαν “έτοιμη από καιρό” φόρμα: τα αδέλφια Walter και Wallace Scott, ο Nicholas Caldwell, ο Marcus Hutson και ο Gordy Harmon τραγουδούν με την ιδιαίτερη καλιφορνέζικη αυτοπεποίθησή τους μία soul που ακούγεται σαν να συναισθάνεται πλήρως ότι οι καιροί αλλάζουν.

27.
Act: Manito
Album: O Incrivel
Produced by: Manito
Label: RCA
Year: 1972
Happiness Rate: 79%

Εξαιρετικό βραζιλιάνικο αστικό funk με διάθεση κοσμοπολιτισμού και έξω καρδιά όσον αφορά την λατινική καταγωγή του: ο Manito δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να ανταποκριθεί στον ψυχαναγκασμό της φιέστας και αφήνεται σε ένα χαλαρό κοσμοπολίτικο κλίμα, που τονίζεται από το σαξόφωνο και την farfisa. Θαυμάσια instrumental εκτέλεση που συνοψίζει το πόσο είχε ήδη κλασικοποιηθεί το τραγούδι στις αρχές των 70’s. Οι εστέτ του σήμερα ανατρέχουν στην οργανική γενναιοδωρία του Manito, συχνά πυκνά για αναφορές και όχι μόνο.

28.
Act: Tito Rοdriguez
Album: You’ve Made Me So Very Happy
Produced by: Tito Rodriguez
Label:
Year: 1975
Happiness Rate: 62%

Το πώς είναι δυνατόν, αυτό το album του Tito Rodriguez να έχει κυκλοφορήσει το 1975 ενώ ο ίδιος πέθανε το 1973 από λευκαιμία, είναι κάτι που δεν μπορώ να ερμηνεύσω, από τη στιγμή που ο δίσκος δεν αναφέρεται σε καμία επίσημη δισκογραφική καταγραφή του. Προφανώς είναι μεταθανάτια κυκλοφορία ή συλλογή αλλά το γεγονός ότι δεν μπόρεσα να ανακαλύψω κάποια στοιχειώδη πληροφορία που να το τοποθετεί σε ένα χρονικό πλαίσιο, είναι κάτι που με ξεπερνάει. Ο πορτορικανός Tito Rodriguez (γνωστός για τους καβγάδες του με άλλους μουσικούς, τις βεντέτες του και την απέχθειά του για τους Nuyoricans – τους μετανάστες από το Puerto Rico στη Νέα Υόρκη) τραγουδάει τα “πορτορικανικά” αγγλικά του με τον χαριτωμένο, γκροτέσκο τρόπο της τσακισμένης, επίπεδης προφοράς της χώρας του σχεδόν συνειδητά – ακούγεται να αρνείται να υιοθετήσει μία προφορά στα αγγλικά που θα τον απομάκρυνε από τις περήφανες ρίζες του.

29.
Act: Shirley Bassey
Album: Love, Life And Feelings
Produced by: Martin Davis
Label: United Artists
Year: 1975
Happiness Rate: 70%

Στα μέσα των 70’s η Shirley Bassey είχε ήδη τον τίτλο της vintage ντίβας, είχε περάσει πάνω από μία δεκαετία από τότε που προσδιόρισε το αλά James Bond, κοσμοπολίτικο glamour και είχε ήδη είκοσι albums στο ενεργητικό της. Ανάμεσα σε επιτυχίες του Gilbert O’ Sullivan και των Captain & Tenille, η madame της βρετανικής jet set ευγένειας, τραγουδούσε και το “You’ve Made Me So Very Happy” σε μία παραγωγή γεμάτη χρυσόσκονη και στρας. Η φωνή της πάντα υπαινικτική, έπαιξε με τις υπερβολές στις λήγουσες των στίχων, ελαφρώς χαμογελαστή και γεμάτη από την καλοζωισμένη νιρβάνα της πολυτέλειας, απέδιδε για το “ενήλικο” ακροατήριό της το classic στο πλαίσιο του vocal σαλονάτου easy listening που την καθιέρωσε. Θα μπορούσε να είναι πιο soulful αλλά δεν το επέλεγε. Το music hall γυάλιζε περισσότερο στο βλέμμα της…

30.
Act: Woody Herman & Rosemary Clooney
Album: My Buddy
Produced by: Woody Herman
Label: Concord
Year: 1983
Happiness Rate: 43%

Στην ηλικωμένη περίοδό της, η Rosemary Clooney όταν στα 80’s πια έκανε διαφημιστικά για την τηλεόραση, ηχογράφησε αυτό το pseudo-jazz album με την ορχήστρα του επίσης παροπλισμένου δημιουργικά Woody Herman, διασκευάζοντας, με υπερφίλαο, μιουζικαλάτο τρόπο, από Duke Ellington μέχρι James Taylor. Το κομμάτι ακούγεται σαν γηριατρική ανακούφιση, ανέμελο και “ξεδοντιασμένο”, χωρίς καθόλου από το πάθος της αρχικής σύλληψής του. Φωνητικά, επίσης, η Clooney δεν στέκεται ιδιαίτερα γερά, καθώς σε αρκετά σημεία, το ηχητικό lifting της φωνής, σπάει και φαίνονται από πίσω οι ρυτίδες της, οι οποίες δεν θα έκαναν δυσάρεστη εντύπωση αν δεν προσπαθούσε να αποδείξει ότι δεν την νοιάζουν…

31.
Act: Gloria Estefan
Album: Hold Me Thrill Me Kiss Me
Produced by: Emilio Estefan Jr.
Label: Epic
Year: 1994
Happiness Rate: 51%

Στον μόλις, πέμπτο προσωπικό δίσκο της, η Gloria Estefan, επέλεξε να διεκδικήσει τα σκήπτρα της ντίβας – ερμηνεύτριας με ένα album διασκευών –από Carole King και Elton John μέχρι Moments και Vicki Sue Robinson- στο οποίο επικαλύπτει τα πάντα με ένα glamour στην παραγωγή και στην ενορχήστρωση χωρίς όμως να προσθέτει κάτι ιδιαίτερο ερμηνευτικά. Η αυταρέσκεια της Estefan δε βοηθάει καθόλου την απόδοσή της στο τραγούδι και το project γενικά, που είναι μία ρουτινιάρικη επιβεβαίωση του εμπορικού status της σε εκείνη την εποχή. Πριν από αυτό είχε προηγηθεί ένα χριστουγεννιάτικο album της με “μελό-σουπες” και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε ένα λατινόφωνό της. Όχι ιδιαίτερα δημιουργική περίοδος για την Estefan τα πρώτα 90’s.

32.
Act: Diana Ross
Album: The Music, The Magic, The Memories of Motown: A Tribute to Berry Gordy
Produced by: Jerry Peters
Label: Motown
Year: 1995
Happiness Rate: 32%

Από ένα έτσι κι αλλιώς μέτριο tribute album στον ιδρυτή της Motown, στο οποίο αστέρια της εταιρίας διασκευάζουν τραγούδια στα οποία έχει συμμετάσχει στη σύνθεσή τους, ο Berry Gordy (πλην τριών εξαιρέσεων), η Diana Ross ερμηνεύει διεκπεραιωτικά και χωρίς ίχνος πάθους το “You’ve Made Me So Very Happy” σε μία faux λαμπερή παραγωγή γεμάτη από τα στερεότυπα του swingbeat της εποχής. Πληκτικό, ακίνδυνο και μισόκαρδο, το τραγούδι θεωρείται “σπανιότητα” (όπως και όλο το album που δίνει την αίσθηση ότι ηχογραφήθηκε με το στανιό) όχι επειδή για κάποιο δισκογραφικό λόγο είναι δύσκολο να το βρει κανείς, αλλά γιατί απλά χάθηκε στην αφάνεια μετά την εμπορική αποτυχία του. Εξαιρέστε τους Temptations που τραγουδούν Contours και τον Stevie Wonder που τραγουδά Temptations στο project.

33.
Act: Khani Cole
Album: Places
Produced by: Michael Broening
Label: Fahrenheit
Year: 1998
Happiness Rate: 46%

Δεν υπάρχει κάτι πραγματικά ενοχλητικό στην εκτέλεση της soul jazz ντίβας Khani Cole από το δεύτερο album της, αυτό όμως που πραγματικά ξενίζει ότι προκειμένου να ανακαλύψε μια κρυμμένη, αδήλωτη ως σήμερα, ερμηνευτική πτυχή του τραγουδιού, καταλήγει να το αποδίδει με ένα αίσθημα αποξενωτικό, με ένα στιλ που δεν κάνει καμία επαφή με την πραγματική ανάγκη της σύνθεσης. Η Cole είναι πραγματικά καλή τραγουδίστρια τεχνικά αλλά πολιτισμικά φαίνεται κάπως διάτρητη: πώς είναι δυνατόν να τονίζεις συλλαβές χωρίς κανένα συναισθηματικό ενδιαφέρον για την ολική εντύπωση, είναι κάτι που ξεπερνάει τη δυνατότητα κατανόησής μου. Ενορχηστρωτικά, ακούγεται σαλονάτο, χαλαρό και αρκούντως στρογγυλό σαν soundtrack ενός πλούσιου αλλά όχι περιπετειώδους δείπνου.

34.
Act: Tin Roof Tango
Album: Tin Roof Tango
Produced by: Tin Roof Tango
Label: Orchard
Year: 2000
Happiness Rate: 65%

To σαντούρι που σε εισάγει στην εκτέλεση των Tin Roof Tango, ενός πενταμελούς σχήματος της παραδοσιακής μουσικής του κόσμου με βάση την αμερικανική folk, σε προϊδεάζει για την “ιδιαιτερότητα” της άποψής τους. Βουκολικοί και μακριά από τις ιλουστρέ παραγωγές της “πόλης”, οι Tin Roof Tango, δανείζονται από zydeco, klezmer, αφρικανικά κρουστά, τσιγγάνικα βιολιά και ό,τι άλλο βάζει ο νους σας για ένα αποτέλεσμα που ακούγεται λιγότερο φορτωμένο από την περιγραφή του. Ωστόσο, η ακουστική διαύγεια και η καλλιτεχνική “ορθότητα” του group είναι αυτή που τους έχει εισάγει με ενθουσιασμό σε διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα στην Αμερική για τη διάδοση της folk μουσικής. Το αποτέλεσμα ακούγεται ειλικρινές και στιλιστικά απέριττο αλλά, προσωπικά, δεν άκουσα πουθενά το πάθος της τραγουδίστριας να ξεπερνά τα όρια στο ρεφρέν όπως έχει ανάγκη το τραγούδι για να λάμψει.

35.
Act: Barrington Levy
Album: Jah The Creator
Produced by: Barrington Levy
Label: Dressed To Kill
Year: 2001
Happiness Rate: 73%

Τζαμαϊκανός ανανεωτής του musichall της reggae, ο Levy, μέσα από τη σχετικά χαμηλών τόνων, προσωπική πορεία του, κατέδειξε ότι δεν χρειάζεται να προκαλέσεις το γούστο και την αισθητική του αντικειμένου σου για να αρθρώσεις κάτι πραγματικά καινούργιο και αξιόλογο. Από τα τέλη των 70’s που ηχογραφεί solo έχει κυκλοφορήσει καμία τριανταριά albums, στα οποία, φαίνεται όχι μόνο η αρμονική εξέλιξη της μουσικής του αλλά και η συνθετική του ποικιλία. Το “You’ve Made Me So Very Happy” γίνεται σύμφωνα με την άποψή του, ένα lovers rock για να εξελιχθεί στην συνέχεια σε μία dub πανδαισία, βελούδινη, από την οποία έχουν αφαιρεθεί στην παραγωγή τα “οξέα”. Είναι όμορφη, χαλαρή και τίμια η εκτέλεσή του αν και όχι μία από αυτές που θα κερδίσουν θεαματικά και με πάθος τις εντυπώσεις.

36.
Act: David Campbell
Album: Good Lovin’
Produced by: Chong Lim
Label: Columbia
Year: 2008
Happiness Rate: 76%

Γιος του Jimmy Barnes και ήδη πετυχημένος crooner του music hall, ο αυστραλός David Campbell πλασαρίστηκε από τη Sony ως το αντίπαλο δέος του Michel Buble. Μόνο που είναι καλύτερος. Στο προτελευταίο album του “Good Lovin’” ο Campbell άφησε κατά μέρος για λίγο τους προβολείς του μουσικού θεάτρου και των μιουζικαλάτων tuxedos και επέλεξε μια σειρά από soul επιτυχίες των 60’s για να τις αποδώσει με την “λευκή, γαλανομάτα soul” νοοτροπία που διδάχτηκε από αρχετυπικούς αντίστοιχους τραγουδιστές όπως ο Chris Farlowe, οι Righteous Brothers και ο Georgie Fame. Ο David Campbell έχει εξαιρετικά εκπαιδευμένη, από την υποκριτική, φωνή και αποδίδει το classic με το ζωντανό πάθος ενός πραγματικά “ευγνώμονα” εραστή. Ούτε λίγο ούτε πολύ είναι μία από τις καλύτερες αντρικές ερμηνείες που ευτύχησε να έχει το τραγούδι μέσα στα χρόνια.

37.
Act: Speedometer featuring Ria Currie
Album: Shakedown
Produced by: Leigh Gracie
Label: Freestyle
Year: 2010
Happiness Rate: 61%

Η acid jazz εκτέλεση των βρετανών funksters Speedometer κάνει το τραγούδι να ακούγεται… παλιό. Η ελαφρώς generic άποψή τους για το funk είναι αυτή του cult θιασώτη του είδους και όχι του δημιουργού που το θεωρεί μία ζωντανή, σύγχρονη πρόταση ή έστω ως αναεωμένη vintage ψυχαγωγία. Η φωνή της Ria Currie ακούγεται σωστή με την αίσθηση του “παλαίμαχου” αλλά όχι ιδιαίτερα σημερινή. Πόσο μάλλον όταν η μπάντα επιλέγει να δέσει το τραγούδι στο τελείωμά του με το “Am I The Same Girl” της Barbara Acklin. Στο τέταρτο album τους οι Speedometer έχουν καταφέρει να πείσουν ένα μεγάλο μέρος του κοινού που επιλέγει τις live εμφανίσεις των συγκροτημάτων –παρά τα ηχογραφημένα albums τους- ότι πραγματικά κρατούν ψηλά τη σημαία του funk. Παρά τα εμπορικά επιτεύγματά τους στην Ιαπωνία και το γεγονός ότι έφτασαν μέσα σε δέκα χρόνια στο πέμπτο album τους, οι Speedometer δεν έχουν αίγλη και αναπαράγουν το groove συντηρητικά και χωρίς πραγματική φλόγα.

38.
Act: Walter Wolfman Washington
Album: Honky Tonk
Produced by: Walter Wolfman Washington
Label: Jukebox Entertainment
Year: 2010
Happiness Rate: 76%

Θρυλικός bluesman της Νέας Ορλεάνης με ελάχιστο δισκογραφικό εκτόπισμα αλλά πολύ δυνατό βιογραφικό στο κύκλωμα των live εμφανίσεων, ο Wolfman, ακούγεται στην τελευταία κυκλοφορία του σχεδόν… μονοφωνικός, παραπέμποντας στις μέρες που όργωνε τις Νότιες Αμερικανικές Πολιτείες με την μπάντα του, ή με εκείνη του Lee Dorsey. Η εκτέλεσή του είναι αποκλειστικά “μαύρη” και δύσκολα μπορεί να ξεφύγει από το κλειστό lobby του νυχτερινού “καπηλιού”. Περιέργως πώς η κυκλοφορία του “Honky Tonk” δεν έχει προστεθεί σε κανένα επίσημο διαδικτυακό προφίλ του – μοιάζει σχεδόν με ημι-επίσημη κυκλοφορία.

39. Bonus 1.

Στη συλλογή “A Cellarful Of Motown Volume 3” που συγκεντρώνει ανέκδοτες ηχογραφήσεις και υλικό που δεν ήταν ως χτες γνωστό, εμφανίστηκε η εκτέλεση της Little Miss Soul που πιστεύεται ότι ήταν η Patrice Jefferson. Αναρωτιέται κανείς γιατί ποτέ δεν βρήκε το δρόμο της αυτή η εκτέλεση για κάποια μεγαλύτερη πιο επίσημη κυκλοφορία.

40. Bonus 2

Η Brenda Holloway ερμηνεύει ξανά το “You’ve Made Me So Very Happy” σε acappella εκδοχή. Στη γυμνή φωνητική εκτέλεσή του, το τραγούδι φαίνεται πόσο δυνατή, αλάνθαστη μελωδία διαθέτει αλλά και το γιατί η Brenda δεν θα μπορούσε να γίνει star της Motown, αφού απαρνιέται τόσο σθεναρά το girly στιλ που ήθελε ο Gordy.

Τέσσερα αποκαλυπτικά clips από την χρυσή εποχή του “You’ve Made Me So Very Happy

Οι παρακάτω εμφανίσεις των καλλιτεχνών δεν έχουν ηχογραφηθεί αλλά έχουν διασωθεί οπτικά από shows των early 70’s.

Temptations
Ed Sullivan Show (1970)

Πάνω στα ψυχεδελικά ντουζένια τους, οι Temptations βρήκαν χρόνο να παίξουν μία λουσάτη εκτέλεση στο show του Ed Sullvan. Προσοχή στα χορευτικά και στα ενδυματολογικά στοιχεία των χορευτριών.

Candi Staton
Eddy Arnold’s Sound America Show (1970)

Μάλλον είναι έγκλημα το ότι η Candi Staton δεν ηχογράφησε σε album της, την εκτέλεση αυτή γεμάτη jazzy απολήξεις και ικετευτικούς τόνους.

Samantha Jones
Two Ronnies Show (1972)

Η ενζενί της γαλανομάτας brit soul από το Liverpool πλήρως ευθυγραμμισμένη στο κλίμα της εποχής. Μεταξύ Dusty και Sandie.

Mina
Alla Bussola Domani (1972)

Η “κρυμμένη” ντίβα με την μιουζικαλάτη soul φωνή σε μία σπάνια έξοδό της στην επιφάνεια, τελαλίζει το τραγούδι μπροστά στο μεσογειακό κοινό. Το “happy” για την Mina έχει κάτι πικρό και αγωνιώδες.

Enjoy!!!

14/04/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 9 σχόλια

Παραγωγή αξίας

10/04/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | Γράψτε ένα σχόλιο

Έντεχνα;

TV On The Radio
Nine Types Of Light
(Interscope)

Fleet Foxes
Helplessness Blues
(Sub Pop)

Το έντεχνο είναι εδώ ενωμένο – δυνατό – τι κι αν διάγουμε εποχή των singles; Εδώ έχουμε περισπούδαστα albums που ακούγονται ως βαριές ολικές ενότητες. Τι κι αν η εποχή της εικόνας αιτεί ένα minimum οπτικοποιημένο σύμβολο να συνοδεύει τον ήχο; Εδώ έχουμε μουσικούς που θέλουν να ακούγονται πέραν του αν είναι δυνατόν να ιδωθούν. Τι κι αν το rock πάνω στο οποίο πατάνε είναι ένα μουσειακό, ακαδημαϊκό παρελθόν; Εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο σχήματα που συμπεριφέρονται λες και ο κόσμος ήδη είναι αλλαγμένος μετά την επέλαση του new wave προς το ριζοσπαστικότερο (TV On The Radio) ή μετά την νίκη των hippies στα υπαίθρια όργια προς το ανθρωπινότερο και πιο φιλελεύθερο (Fleet Foxes).

Οι δυο εν λόγω δίσκοι έρχονται από την Αμερική, με την αύρα του σημαντικού ή του ενδιαφέροντος τουλάχιστον, κουβαλάνε πάνω τους τις προσμονές των rock freaks για εκδίκηση από την pop, έχουν στον πυρήνα τους αυτή την “αναγεννησιακή” αντίληψη περί rock ‘n’ roll. Συμβολισμοί, δεξιοτεχνίες, δεύτερα επίπεδα, εύγλωτες ηχητικές πλοκές – όλα τα έχει το “Nine Types Of Light” και το “Helpnessness Blues” – από τους τίτλους τους κιόλας, μοιάζουν να επικοινωνούν την αύρα της σοβαρότητας και της “φιλολογικής” διάθεσης με την οποία αντιμετωπίζουν το αντικείμενό τους.

Οι TV On The Radio και οι Fleet Foxes είναι δύο σχήματα που δεν αστειεύονται όταν πρόκειται να κάνουν μουσική. Θέλουν να γίνονται αποδεκτοί ως φιλοσοφημένοι μάστορες και απελευθερωτικοί σαμάνοι των δεσμών του rock από τον πολυεθνικό εκφυλισμό του. Οι πρώτοι καταφέρνουν να κυκλοφορούν για έκτη φορά τώρα ένα υλικό που δεν είναι δυνατόν να μην αποδεχτείς ως τουλάχιστον ευφυές αν στοιχειωδώς είσαι στα σύγκαλά σου. Οι δεύτεροι δίνουν στην έννοια vintage ένα τόσο προχωρημένο περιεχόμενο το οποίο, ίσα που μπερδεύεις και ως αποψάτο.

Ο Tunde Antebimpe και η ασαφώς προσδιορισμένη κολλεκτίβα των TV On The Radio με το “Nine Types Of Light” έβγαλαν ένα album, καλοαφομειωμένο και μεστό, που τινάζει στον αέρα κάθε προσπάθεια καταχώρισής του σε κάποιο συγκεκριμένο υφολογικό μαντρί. Είναι ταυτόχρονα, new wave, art rock, γκρουβαριστό funk, progressive agit pop – όλα τα υβρίδια της αστικής, καταρτισμένης, νεοκυματικής μουσικής που γεννήθηκαν μετά τους Talking Heads, τον Peter Gabriel, τον Daniel Lanois και τους Gang Of Four. Ακούγονται εξαιρετικά εκπαιδευμένοι, πανέξυπνοι και αρκούντως δραματικοί για να διεκδικήσουν όχι ένα αλλά πολλά περισσότερα συνολικά, ως album, ακούσματα, τόσα όσα χρειάζεται ένα γερό αυτί για να αποδομήσει την σπαστικά ολόρθη στάση τους. Το εκνευριστικό στους TV On The Radio είναι ότι ανεβάζουν τόσο τα standards στο νεοϋορκέζικο φρέσκο rock που σχεδόν χαιρέκακα θες να τους πιάσεις σε ένα σημείο του δίσκου τους, αδιάβαστους, ή ψιλοβαρετούς. Το γεγονός ότι δεν τους πιάνεις σχεδόν πουθενά λιγότερους από τα standards που οι ίδιοι έχουν θέσει στα πράγματα, σε κάνει αφενός να τους θεωρείς ως “γκαζωμένους” στην κούρσα για τα φαβορί της χρονιάς – ένα από τα καλύτερα albums της- και αφετέρου, να θες να τους μαυρίσεις επειδή δεν μπαίνουν ποτέ στον ευτελή κόπο να γράψουν κάτι που να έχει την υποψία ενός ευανάγνωστου single. Αν βάλετε δε, το “Will Do” στα περίχωρα του Bristol, ίσως κάπως να καλυφθείτε αλλά και πάλι… Δίσκος μελέτης και εσωτερικής καύσης και όχι θεαματικός, το “Nine Types Of Light” είναι ένας απολαυστικός μπελάς για τον geek των booklets και της σημειολογίας…

Ο Robin Pecknold από την άλλη, ενώ διατηρεί άσβεστη την αύρα του “νεο-σημαντικού” με τον απόηχο του ντεμπούτου του να αποτελεί γερό επιχείρημα για όσους ευαγγελίζονται “την επιστροφή του rock στην αθωότητά του”, δεν παρέχει και κανένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο να τον πάρεις στα σοβαρά, έτσι όπως εμφανίζεται στο “Helpnessness Blues“. Εκτός αν η λύση όλων των προβλημάτων του σύγχρονου rock (όπως το καφτανόπληκτο Uncut θέλει να υποδείξει με τις θριαμβολογίες του υπέρ τους) είναι μία καλοδιαβασμένη τομή ανάμεσα στους Pentagle, τους Fairport Convention και τους Simon & Garfunkel. Αυτή η “αβίαστη” τάση των Fleet Foxes να φέρονται ως πεφωτισμένοι hippies με μειδιάματα ευφορίας κάτω από τα μούσια τους, ξυπνάει μέσα σου τον Joe Strummer και τον οπλίζει με όλη την αντίδραση του ντουνιά εναντίον τους. Καθώς κυλάει το “Helplessness Blues” στη μουδιαστική πλήξη του, μέσα σε άσπιλα mantras συναδέλφωσης και σε κομψά μελαγχολικούς ψυχεδελοστοχασμούς της δροσοσταλίδας του δάσους ή της κυριακάτικης ηλιαχτίδας, θες να ανακαλύψεις εκ νέου τη μαγεία των δύο άκαμπτων ακκόρντων του Dee Dee Ramone. Δεν είναι επ’ ουδενί κακό album το “Helplessness Blues“. Είναι όμως μαλθακό, παπαριασμένο στην “υγιεινή” αντίληψη του μελωδικού ψυχεδελικού folk rock των 60′s και τελικά συντηρητικό και σε στιγμές κραυγαλέα αναχρονιστικό. Κάτι σαν novelty παρωδία των hippies. Και είναι κρίμα γιατί τα αρκετά όμορφα τραγούδια του θυσιάζονται στο βωμό της “υποκριτικής” τέχνης της άχραντης rock ειρηνικότητας. Βάλτε απλά το “Blue Spotted Tail” να κάνει παρέα στους Kings Of Convenience και ξεμπερδέψατε.

Και τα δύο albums έχουν, όπως είπαμε μία πολύ βαρυσήμαντη ιδέα για το rock. Αμφότερα, επίσης, διαθέτουν “στάση ζωής”, καλλιτεχνικό στίγμα, προτάσεις και “κανονικά” τραγούδια με την ορθόδοξη έννοια του όρου. Η διαφορά στην πολιτισμική προσφορά τους όμως φαντάζει τεράστια: οι πρώτοι έχουν μπει ήδη με αξιώσεις στη λίγκα των σημαντικών, οι δεύτεροι καταναλώνονται με χάρη, ως ένα εύγευστο πλην ανεπαρκές hype που παριστάνει το αυθεντικό.

8/10 (ποικίλοι τύποι φωτός)
5/10 (απεγνωσμένα blues)

05/04/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 3 σχόλια

Εντροπία

Όλοι έχουν σχέδια αυτήν την εποχή. @ Ακούς τριγύρω μεγαλεπίβολα και σχεδόν ψαρώνεις. @ Στο διαδίκτυο συμβαίνει δε το αδιαχώρητο. @ Είναι πεπερασμένο το μέγεθος του κυβερνοχώρου; @ Αν όχι, μήπως θα έπρεπε; @ Ο κινέζος Ai Weiwei στην λονδρέζικη Tate, εκθέτει ένα έργο απίθανο. @ 100.000.000 πορσελάνινοι “Ηλιόσποροι(στη φωτο αριστερά) κείτονται στο πάτωμα της Tate Modern. @ Δημιουργούν ένα παχύ πέλος στο χώρο. @ Και δέος και ανατριχίλα από την πληροφορία ότι βάφτηκαν ένας προς έναν για να δίνουν την αίσθηση του Ηλιόσπορου. @ Κινητοποιήθηκε ένα ολόκληρο χωριό για την παραγωγή. @ Που πλήρωσε η Unilever. @ Οι Fleet Foxes έβγαλαν ένα album, το “Helpnessness Blues” που ακούγεται σαν χίπικη διάρροια, χωρίς ειρμό. @ Νιώθω ότι θα χαιρετιστεί ως σπουδαίο. @ Στ’ αλήθεια δεν είναι. @ Το ωραιότερο breakfast στο Λονδίνο παρέχει το Breakfast Club, στην D’Arblay Street στο Soho. @ Το password για το wi-fi του είναι emilioestevez. @ Στον κινηματογράφο, το “Eagle” είναι ένα απομυθοποιημένο “Ben Hur“. @ Αν η Ρώμη έχει αυτό το ανεξήγητο βάρος στην καρδιά και στους ώμους σας, το “Eagle” το απαλύνει. Ευκλεές, στροβιλικό, αρσενικό. @ Το “Drunk Enough To Say I Love You” στο Από Μηχανής θέατρο είναι ένα έργο πάρα πολύ ξεκάρφωτο και γραμμένο σχεδόν χωρίς ρήματα. @ “Καίγεσαι” που η Caryl Churchill βαφτίζει διαλόγους, δύο παράλληλα παραληρήματα. @ Ο Γιώργος Ντούσης πάντως είναι καλύτερος από το ρόλο του και από το έργο γενικότερα. @ Τώρα που η βόρεια Αφρική φλέγεται, η Μέση Ανατολή επαναστατεί και η βαθιά Αραβία αναπροσαρμόζεται, οι τουριστικοί προορισμοί αλλάζουν ρότα για τους ανήσυχους. @ Νομίζω μέσα στους επόμενους μήνες, οι ταξιδιώτες της Δύσης θα βρεθούν τσουβαλιασμένοι σε Μικρές και Μεγάλες Κυκλάδες. @ Το τραγικό είναι ότι δεν θα πάρουν μυρωδιά από την κρίση. @ Μου έλεγε η Γ. ότι συνάδελφοί της πήραν διαζύγια λόγω οικονομικής κρίσης. @ Λίγο πριν την παράνοια, προτίμησα απλά να πω “δεν καταλαβαίνω” και να σταματήσω τη συζήτηση εκεί. @ Τα “Ορφανά” του Dennis Kelly στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, παίζουν πάνω στους ώμους του Όμηρου Πουλάκη. @ Συμπαθείς τον κωλοπαιδισμό, με τόσο αδιάσειστο άλλοθι. @ Η βλακεία δεν νικιέται. @ Απλά θέλει και αυτή αγάπη, μακριά από Καιάδες που την τρομάζουν. @ Ο μεγάλος θανατικός του 2011 καλά κρατεί. @ Sold out οι πύλες του επέκεινα. @ Η λέξη που τριγυρίζει στο μυαλό μου τελευταία είναι η “ανταπόδοση“. Με απασχολεί και με προβληματίζει. @ Μου δημιουργεί ζητήματα που αφήνει ανοιχτά @ Νιώθω την ανάγκη επίσης, να σας δώσω να ακούσετε τοNot A Soul Around” του αυστραλού Ed Kuepper. @ Είναι του 1987, μεν αλλά για κάποιο δευτεροεπίπεδο λόγο, ακούγεται στα αυτιά μου επίκαιρο και λυγερόκορμο. @ Σαν να έρχεται να ζητήσει αναδρομικά δανεικά. @ Ίσως είναι αυτή η γαμάτη φωνή, με την αγέρωχη ευγένεια του δρόμου -που έχει ψηθεί στο punk των Saints αλλά έχει παντρευτεί την nu pop- ίσως το riff στο σαξόφωνο, ή ακόμα οι στίχοι που με βρίσκουν συντονισμένο. @ Δεν θα τελειώσει ποτέ, νομίζω, το αφιέρωμα που ετοιμάζω σε ένα πολύ αγαπημένο τραγούδι της ζωής μου… @ Ανακαλύπτω συνέχεια πτυχές και η βουλιμία μου επιβάλλει να τις επικοινωνήσω όλες.

01/04/2011 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 2 σχόλια

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 42 other followers