Να ξέρουμε τι λέμε
Αντιγράφω από την Evening Standard της 25ης Μαρτίου:
“Η Elizabeth Taylor ήταν μία σπουδαία καλλονή. Ήταν όμως το ίδιο σπουδαία ηθοποιός όσο προσπαθούν να μας πείσουν ότι ήταν οι επικήδειοί της; Αναμφίβολα ο καλύτερος ρόλος της ήταν στο “Ποιος Φοβάται Τη Virginia Woolf” στο οποίο δεν έπαιζε ουσιαστικά, αλλά παρίστανε τον εαυτό της, απέναντι στον Richard Burton, τον τότε σύζυγό της, ως το ένα από τα δύο ταίρια που βρίσκονταν σε συζυγικό πόλεμο μεταξύ τους. Ωστόσο, άξιζε πλήρως την υποψηφιότητα για Oscar επειδή εξέθεσε την ψυχή της στην οθόνη. Ποτέ όμως δεν έφτασε την ένταση και την πειστικότητα αυτής της ερμηνείας στους υπόλοιπους ρόλους της. Δείτε μόνο ένα στιγμιότυπο από την Cleopatra για να καταλάβετε πόσο ξύλινη ήταν. Θα έπρεπε όμως να την παινέσουμε για την καλή φήμη που έδωσε στην αλλεπάλληλη μονογαμία: ναι, παντρεύτηκε οκτώ φορές, επτά συνολικά συζύγους, όπως είπε όμως με δικά της λόγια, “Έχω κοιμηθεί μόνο με άντρες που έχω παντρευτεί. Πόσες γυναίκες το έχουν κάνει αυτό;“
Loleatta ήταν
H Loleatta Holloway ήταν Τραγουδίστρια. Πέθανε στα 64 χρόνια της στις 21 Μαρτίου 2011.
Screamin’ diva. Ανυποχώρητη big mama σε disco beat. Η ίδια η οργή της μαύρης πληθωρικής γυναίκας. Ο τρόμος και ο πανικός και ο θυμός και η εκτόνωση. Ταυτόχρονα. Η μανία και η σειρήνα των clubs. Η αίσθηση πολεμικής ετοιμότητας. Η μαχητικότητα και το gut. Η μετωπική σύγκρουση και η ιαχή που επιμένει. Οι ψιλές συχνότητες που θρυμματίζουν τα γυαλιά. Εθισμός και τελετουργική λιτανεία στο club. Η ενσάρκωση του πολιτισμικού πλούτου της Salsoul. Το gospel της εξαλλοσύνης. Το carousel της φωνητικής κλίμακας. Η ψυχή που πάλλει κάθε συλλαβή – την παραμικρή συλλαβή στα λόγια. Σχισμένα σωθικά. Η αυστηρότητα και η ασφάλεια μίας πελώριας σφιχτής αλλά μαλακής αγκαλιάς. Μαινάδα. Μενόμενη. Μένος. Μανία. Ερμηνευτικό σύμβολο μίας γενιάς που ήθελε “δυνατά”. Η γιορτή η ίδια. Ένα ζωντανό φεστιβάλ υπεράνθρωπης, διονυσιακής νιρβάνας. Ποντεσιόμετρα στα κόκκινα και λίγο μετά. Ασουλούπωτος όγκος. Η ακύρωση κάθε κονσόλας. Συναισθηματικός θεριστής. Χαοτική αρμονία. Υπερθετική. Δεν χωρούσε. Σαμπλαρισμένη αλλεπάλληλα και επαναλαμβανόμενα. Η φωλιά του δέους. Πρότυπο για όλες τις “ουρλιάζουσες” υπερ-γυναίκες. Jocelyn Brown… Martha Wash… Kym Mazelle… Barbara Fowler… Cheryl Lynn… όλες με χαμηλά βλέμματα. Μετεμψύχωση του Στέντορα. Κλειδοκράτορας της έντασης. Εσωτερική πυρηνική ενέργεια. Εξωτερική μη-τοξική λάβα. Αναζητήστε την στους θρόνους ενός disco πισωγυρίσματος. Ή στο αύριο, σε μία εστέτ τιγκαρισμένη στο sample, house ατμόσφαιρα. Ακούστε την δυνατά. Ανακαλύψτε την. Acapella, καλύτερα, εδώ.
Η Loleatta Holloway ήταν Τραγουδίστρια. Γεννήθηκε μέσα μου όταν την πρωτάκουσα καλεσμένη του Dan Hartman στο “Relight My Fire”. Έκτοτε…
Το rock του ψυγείου
R.E.M.
Collapse Into Now
(Warner Brothers)
Strokes
Angles
(RCA)
Μοιάζει κάπως ειρωνικό το πώς δύο ονόματα με τόσο εντυπωσιακό βεληνεκές στην μοντέρνα rock μυθολογία, επιστρέφουν με νέα albums που προκαλούν αρχικά και πρώτιστα, αμηχανία, παρότι για καθεμιά από τις δύο περιπτώσεις, οι λόγοι είναι τελείως διαφορετικοί. Οι R.E.M. -κάτι σαν σημαιοφόροι του λογιότατου αμερικανικού rock- και οι Strokes -κάτι σαν συνεχιστές του uber-cool κιθαριστικού rock ‘n’ roll της Νέας Υόρκης- δημιουργούν “παγωμένο” πρόσημο: δεν μπορείς να αποφασίσεις αν χαίρεσαι με τις “καλές” επιστροφές τους ή αν νιώθεις ότι έχεις “κορεστεί” τόσο πολύ που οι “καλές” μουσικές τους, δεν σου λένε τίποτα ως τέτοιες.
Ακούγοντας τα δύο albums, τσεκάρεις ότι όλα όσα θα μπορούσε να προσδοκά κάποιος από τα δύο σχήματα είναι εκεί. Οι R.E.M. έχουν φτάσει στο σημείο να προσφέρουν τον απόλυτα αθώο, τον πιο προσεκτικά “αναλλοτρίωτο” ήχο που θα μπορούσε ποτέ να έχει καταφέρει μία μπάντα με τριάντα χρόνια στην πλάτη της. Οι Strokes έχουν καταφέρει μετά το θριαμβευτικά σαρωτικό ντεμπούτο τους, να διατηρήσουν την αίγλη του ονόματός τους, σε αξιοπρεπή επίπεδα. Οι R.E.M. γράφουν τραγούδια που δεν ανήκουν σε καμία εποχή ως στιλ, οι Strokes κάνουν έμμεσα αναφορές στο παρελθόν του βιομηχανικού rock των 80′s, κόντρα στο “πνεύμα δρόμου” που όλο πυρ και μανία είχαν υποσχεθεί. Οι R.E.M. κρατάνε ζωντανά τα χαρακτηριστικά σημεία του ήχου τους -ο Michael Stipe, οι μελωδίες από το υπερπέραν του έντεχνου, ο ζυγοσταθμισμένος ηλεκτρισμός- και οι Strokes παίζουν με τα αυτονόητα των fans τους με μια ενεργητικότητα που αν μη τι άλλο είναι αξιοθαύμαστη…
Κι όμως… Και το “Collapse Into Now” και το “Angles” αφήνουν μια αίσθηση που απέχει μίλια από οποιαδήποτε έννοια αυθόρμητης “ιδρωμένης” διασκέδασης. Ακούγονται και τα δύο σαν θετικά πειράματα (που απέδωσαν ικανοποιητικά δεδομένα) αλλά ο βαθμός της ψυχαγωγικής φόρας τους είναι σχεδόν κάτω από το μηδέν. Και στα δύο albums, βρίσκεις πολύ δύσκολα αφορμές για να κατηγορήσεις ή να αποκαθηλώσεις, δε σου δίνουν πατήματα, δεν σε αφήνουν στιγμή να ακονίσεις μαχαίρια. Βέβαια, ούτε και θα ήθελες στην περίπτωση των R.E.M. να απολαύσεις μία συντριπτική ήττα ούτε στην περίπτωση των Strokes να γίνεις μάρτυρας κάποιου στραβοπατήματος που θα σήμαινε την απώλεια του πλεονεκτήματος ενός group με τον, κατά γενική, ομολογία, σημαντικότερο δίσκο των 00′s.
Φαντάζομαι, ότι και τα δύο πολυεθνικά groups έχουν ένα ιδανικό ακροατή στο νου τους για τα καινούργια πονήματά τους: οι R.E.M. φαντασιώνονται έναν fan γουρλωμένο και ελαφρώς φουσκωμένο από περηφάνεια που ανταποκρίνεται στο βασικό αίτημα των R.E.M. Είναι σαν να λένε, οι Αθηναίοι, “κοιτάξτε πώς καταφέρνουμε να διατηρούμε ατόφια την ακεραιότητά μας μετά από τόσα χρόνια με το κεφάλι ψηλά“… Από την άλλη, οι Νεοϋορκέζοι φαντάζονται έναν hipster ακροατή που έχει καταφέρει να παίξει ρόλο στο mainstream του περιβάλλοντός του. Είναι σαν να του λένε με αυτή την υπεράνω αλλαζονία που διακρίνει τους γκλαμουράτους rockers από τους “losers” του lo-fi: “ακούστε πόσο έξυπνα κλείνουμε το μάτι στους Romantics, τους Cars και τους Loverboy των 80′s χωρίς να χάνουμε ίχνος από τον cool μοντερνισμό μας…” Και μένεις να αναρωτιέσαι γιατί ξαφνικά ο Julian Casablancas μοιάζει τόσο πολύ στον Ric Ocasek.
Kαι τα δύο σχήματα φτιάχνουν τραγούδια καλοραμμένα, σένια, που αντέχουν στο χρόνο – με τους R.E.M. να “το’χουν” λίγο περισσότερο από τους άλλους. Και οι δύο γράφουν τραγούδια που είναι στο DNA τους να αποδίδονται εκκωφαντικά και κατανυκτικά στις συναυλίες τους. Αισθάνομαι, όμως, ότι και οι δύο δεν έχουν τίποτα απολύτως να πουν ως περιεχόμενο, με δυσκολία δικαιολογούν με μια σοβαρότητα την ύπαρξή τους σήμερα.
Αμφότεροι, δεν έχουν θυμό, δεν έχουν τρέλα, δεν έχουν επιθετικότητα, δεν “μυρίζουν” υγρά, δεν είναι ικανοί να κάνουν μαλαγανιές, δεν έχουν κανένα πάθος να τους σιγοκαίει. Παίζουν ένα rock ψυγείου που η τεχνολογία (και, ναι, το τονίζω) τα καλά τραγούδια τους έχουν καταφέρει να δίνουν την ψευδαίσθηση μιας υγιεινής τροφής που δεν είναι όμως αποτέλεσμα βιολογικής καλλιέργειας των συστατικών της, πλην όμως παραμένει η αίσθηση της “φρεσκάδας” τους.
Στους R.E.M. έχουν συνωστιστεί σε διάφορα φωνητικά cameos, η Patti Smith , ο Eddie Vedder των Pearl Jam και η Peaches (στο “Alligator Aviator Autopilot Antimmatter” όχι σε ρόλο φλεγόμενης βάτου) και επιπλέον ο Jacknife Lee στην παραγωγή.
Όλοι οι παραπάνω πραγματικά, δεν έχουν την παραμικρή σημασία στην τελική αποτίμηση των albums. Φοβάμαι, ότι γενικά αυτά τα δύο albums, δεν έχουν την παραμικρή σημασία, καταρχήν για τους φανατικούς πυρήνες των θαυμαστών τους. Για τους μεν R.E.M. κοντεύει πλέον να γίνει καθεστώς, ο κάθε δίσκος τους, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια να χαιρετίζεται ως θαυμάσιος αλλά όλοι να του γυρνούν ευγενικά την πλάτη, ως ασήμαντο και πληκτικό (εξηγήστε μου παρακαλώ τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να δίνουν άριστους βαθμούς σε ένα δίσκο αλλά να μην ανατρέχουν ποτέ πάλι σε αυτόν). Για τους Strokes, όλοι συμφωνούν ότι το τέταρτο album τους (έξι χρόνια μετά το ακόμα πιο αμήχανο τρίτο) είναι καλό και ok αλλά κανένας δε φαίνεται διατεθειμένος να το ξανακούσει (και επιστρέφουν άπαντες στο “Is This It“).
Είναι ίσως τα πιο ψυχαναγκαστικά συγχαρητήρια που μπορεί να δώσει κάποιος: δεν αρνείσαι ότι είναι καλό αλλά βαθιά μέσα σου, δε σε νιάζει καθόλου.
6,5/10 (στην επικολυρική κατάρρευση των R.E.M. στο τώρα)
6/10 (στις 80′s γωνίες των Strokes)
Αναιμικό electro
The Mirrors
Lights And Offering
(Skint)
Starfucker
Reptilians
(Polyvinyl)
Φοβάμαι, ότι τα δύο κουαρτέτα, από το αγγλικό Brighton και το αμερικανικό Portland αντίστοιχα, πάσχουν από κείνο το είδος της αναιμίας που χρειάζεται επειγόντως σίδηρο για να στανιάρει. Παίζουν ηλεκτρονική pop που της αρέσει να χορεύεται, στα αστικά design γραφεία ανερχόμενων hipsters που καταπιάνονται με ασαφείς απασχολήσεις, όπως παροχές υπηρεσιών που κανένας δεν έχει δηλώσει ότι έχει ανάγκη. Κάτι με web πάντως.
Οι Mirrors που ντεμπουτάρουν με album φέτος μετά από τρία χρόνια και ισάριθμα singles και οι Starfucker που φτάνουν αισίως στο τρίτο album τους (αφού φαίνονται να καταστάλλαξαν στο όνομά τους μετά το Pyramid, το Pyramiddd, το Sexton Blake και το Strfkr) παίζουν ανάλαφρα, με αφελώς επιμελημένη και άψογη αισθητική, την ηλεκτρονική εκείνη “πάστα” που είναι εντελώς ok να ακούς στα στενά bars του ιστορικού κέντρου. Τα δύο κουαρτέτα παρότι χωρίζονται μεταξύ τους από βασικές πολιτισμικές διαφορές (οι μεν εμμένουν στο βρετανικό synth pop των 80′s, οι δε στο ενεργητικότερο, πιο ψυχεδελίζον electro chilli wave των 00′s) δρουν σαν να αγνοούν ότι υπάρχουν… προάστια. Ακούγονται ιδρυματοποιημένοι μέσα στο κουτί της πόλης – μοιάζουν μόνιμοι κάτοικοι ενός φουτουριστικού Pleasantville: δεν τους πάει το μυαλό να σκεφτούν τι υπάρχει πέρα από την “πόλη”, τους ρυθμούς και τη θραυστική, ισοπεδωτική ευδαιμονία της.
Η στενωπός των βλεμμάτων των δύο κουαρτέτων μοιάζει hip και υπερμοντέρνα μεν, πλην όμως ελαφρώς στενάχωρη: κανένα από τα δύο σχήματα δεν φαίνεται διατεθειμένο να βουτήξει στο καινούργιο και το αυριανό – βολεύονται και τα δύο στην κομφορμιστική αντίληψη του τι είναι hot σήμερα, του πώς η ενέργειά τους θα παράγει ευχάριστα και “έγκυρα” ακούσματα για τα ντιζαϊνάτα αυτιά των παραπάνω ανερχόμενων αστικών επαγγελματιών παροχής υπηρεσιών που κανένας δεν έχει δηλώσει ότι έχει ανάγκη…
Είναι πολύ ασφαλές να πει κανείς ότι οι Mirrors ακούγονται ακριβώς (ακριβέστατα) σαν μια τομή του “Architecture And Morality” των OMD και του “Happy Families” των Blancmange και να ξεμπερδέψει μαζί τους γιατί -δυστυχώς- με αυτό το πλαίσιο δεν αφήνει κάτι απ’ έξω από τη ψύχα τους. Επίσης είναι πολύ ασφαλές να πει κανείς ότι οι Starfucker ακούγονται ακριβώς (ακριβέστατα) σαν μία τομή του “Walking On A Dream” των Empire Of The Sun και του “Oracular Spectacular” των MGMT και να ξεμπερδέψει μαζί τους γιατί -δυστυχώς- με αυτό το πλαίσιο δεν αφήνει κάτι έξω από την ψύχα τους.
Τραγούδια πρωτοεπίπεδα, ακραία στυλιστικά (γραμμένα σαν να ζουν αμφότερα τα δύο σχήματα σε έναν κόσμο αγριότητας του κομψού όπου το design λατρεύεται ως ζωογόνο αγαθό), συντηρητικά όσον αφορά την πλήρη έλλειψη τόλμης τους να δοκιμάσουν κάτι ελαφρώς διαφορετικό από το προαποφασισμένο πλαίσιο δράσης τους, απολαυστικά ως συνοδευτικοί διάκοσμοι (το καταραμένο το design πάλι), αλάνθαστα, “διαβασμένα” όσον αφορά στα πρότυπά τους (σχεδόν ο Andy McCluskey των OMD θα πρέπει να τους μηνύσει ή να τους στείλει τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών – ξέρετε, από αυτή την παροχή υπηρεσιών που κανένας δεν έχει δηλώσει ότι έχει ανάγκη).
Τα τραγούδια των Mirrors και των Starfucker ακούγονται αγέρωχα στα αστικά bars που αρέσκονται να νιώθουν ότι κοιτούν το αύριο και να χρησιμοποιούν το πρόθεμα “μετα-” πριν από κάθε ουσιαστικό που ακούγεται στους κουβέντες των θαμώνων τους: μετα-flirt, μετα-κρίση, μετα-ψυχοθεραπεία, μετα-σχέση, μετα-είναι… Οι Mirrors και οι Starfucker είναι το soundtrack του μετα-βραδυού – μόνο που παραμένει αυστηρά και μόνο στην πέτσα της ηλεκτρονικής pop που αποθεώνει, δεν αφήνει τίποτα στον ακροατή να πάρει σπίτι για δουλειά για την επόμενη μέρα, έχει τόση σχέση με τα… μετα-συναισθήματα όση και ο Steven Spielberg με την μετα-εσωτερικότητα, όση σχέση έχει η έννοια της μετα-σπουδαιότητας με την μετα-παροχή υπηρεσιών που κανένας δεν έχει δηλώσει ότι έχει ανάγκη.
Αίσθηση και στιλπνότητα: αυτό μόνο. Το “Lights And Offering” και το “Reptilians” είναι όμορφα δισκάκια αλλά… το απλά “όμορφο” αρχίζει και ακούγεται απειλητικό στα αυτιά μου πλέον. Δεν έχω να τους καταλογίσω κάτι άσχημο, δε μου επιτρέπουν να τα αγνοήσω ως ασήμαντα, πλην όμως μου απαγορεύουν ρητά και ξεκάθαρα να τα “σπουδαιοποιήσω” όπως έχω πραγματικά ανάγκη. Είναι σχεδόν όλα τα τραγούδια τους, εμ… “ωραία”. Αλλά, πανάθεμα, τα “ωραία” τους, έχω πάθει υπερβιταμίνωση από “κατάλληλα” ακούσματα και ο χώρος στη δισκοθήκη μου, δίπλα στους Cut Copy, τους Tears For Fears, τους Passion Pit και τους Friendly Fires και τους Local Natives και… και… έχει τιγκάρει. Έχω ανάγκη να γεμίσω το χώρο δίπλα στο “Remain In Light” των Talking Heads, το “Quiet Life” των Japan και το soundtrack του “Midnight Express“. Έχω ανάγκη να εμπνευστώ και να προτείνω με πραγματικό παρορμητισμό το “καινούργιο” και όχι ως “κατάλληλο” συμπλήρωμα στα ήδη “καλά” ακούσματα που βγαίνουν σαν παροχές υπηρεσιών που κανένας δεν έχει δηλώσει ότι έχει ανάγκη.
6,5/10 (καθρεφτάκια για τα φώτα και τις προσφορές τους)
6,5/10 (διασημογαμίκους ή αστρογαμιάδες για τα ερπετόμορφά τους)
H θλιβερή εικόνα των top earners του 2010

Μια ματιά στους πιο προκομένους της δισκογραφικής βιομηχανίας στην Αμερική του 2010.
Ο οικονομικός απολογισμός του 2010 στους stars που “τα έφεραν πίσω και με το παραπάνω” στη δισκογραφική βιομηχανία, σε κάνει να αναρωτιέσαι αν το σύστημα παραγωγής καινούργιων ειδώλων απλά βρίσκεται σε λήθαργο ή αν όντως το περιβόητο τέλος εποχής για την περίοδο του rock ‘n’ roll έχει τελειώσει ανεπιστρεπτί.
Αν εξαιρέσει κανείς την Lady Gaga που κρατάει δικαιωματικά την πρώτη θέση στη λίστα αυτών που έκαναν τους μεγαλύτερους τζίρους του 2010 (κάτι παραπάνω από τριάντα εκατομμύρια δολλάρια), οι περισσότεροι από τις υπόλοιπες κορυφαίες θέσεις, έρχονται από αλλοτινές εποχές, που έχουν από καιρό περάσει στη σφαίρα του ρετρό. Οι Bon Jovi, ο Roger Waters (!!!), οι Eagles, ο Paul McCartney έρχονται από μια εποχή που οι χρυσοί σταρ “έκοβαν μόνεδα”, σχεδόν τριάντα με σαράντα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή τους, ή έστω την πρώτη κορύφωση της πορείας τους. Η λίστα συμπληρώνεται με το παρωχημένο “ακίνδυνο” στιλ του Michael Buble, το γενικευτικό rock της Dave Matthews Band, το εκκωφαντικό trash των Black Eyed Peas, την εφηβική pop του δεκαεξάχρονου Justin Bieber και την μοντέρνα Σταχτομπούτα Taylor Swift. Οι δύο τελευταίοι είναι υπερσυντηρητικά “μοντέλα” νέων σταρ που πατούν ευλαβικά στην παράδοση της παραγωγής ειδώλων χρησιμοποιώντας όμως το πιο σκληρά επιχειρηματικό και καλλιτεχνικά άτολμο πρόσωπο της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας.
Η λίστα με τους πιο αποδοτικούς του 2010 είναι πραγματικά ανησυχητική για τις εξελίξεις της καλλιτεχνικής δράσης του rock, τουλάχιστον αυτή που έρχεται από την Αμερική: δεν είναι δυνατόν ας πούμε να φιγουράρει στην τρίτη θέση του μεγαλύτερου τζίρου της χρονιάς η περιοδεία του Roger Waters με το… “Wall”, ενός album που κυκλοφόρησε ακριβώς τριάντα χρόνια πριν! Ο βετεράνος των Pink Floyd έβγαλε “στο δρόμο” την progressive αλληγορία του group που έβαλε στα σαλόνια την “διανόηση” και τους συμβολισμούς του rock, πυροδοτώντας ταυτόχρονα και τις πωλήσεις των δίσκων του καταλόγου τους. Η νέα γενιά δηλαδή, έμαθε το “Another Brick In The Wall” τριάντα χρόνια αργότερα και έσπευσε στα “κατεβαστήρια” του υπολογιστή του (τα νόμιμα ή όχι) για να εξεικοιωθεί και με το υπόλοιπο υλικό του μυθώδους group. Η έννοια της επικαιρότητας στην περίπτωση του Roger Waters χάνει τη σημασία της: στο μέλλον οι σχολιαστές της χρονιάς του 2010, θα βρεθούν στην εξαιρετικά αμήχανη θέση να σχολιάσουν την επικερδή δράση ενός δεινόσαυρου και να αναλύσουν το τι είναι αυτό ακριβώς που κάνει τους ανθρώπους να επανέρχονται στην “ασφάλεια” του μύθου αντί να κινηθεί για να χτίσει καινούργιους, πιο εξελιγμένους και σημερινούς μύθους.
Σε παρόμοια κατάσταση και ο Paul McCartney, χωρίς ίχνος καινούργιου υλικού, φιγουράρει στη δέκατη θέση της ίδιας λίστας. Παρότι το μοναδικό, σήμερα, ενεργό Σκαθάρι δεν έχει γράψει καινούργια τραγούδια (ευτυχώς ίσως πουν κάποιοι) κατάφερε να κερδίσει δεκατέσσερα εκατομμύρια δολλάρια με την περιοδεία του που βασίστηκε… σε μία επανακυκλοφορία του “Band On The Run” των Wings του 1973 και στο μερίδιό του από τις συνολικές πωλήσεις του καταλόγου των Beatles! Αντίστοιχα και οι Eagles (στην όγδοη θέση) φάνηκαν να κερδίζουν μερίδιο πρόσθετης φήμης μέσα στο 2010, περισσότερο με την ψηφιακή κυκλοφορία του “Hotel California” παρά με τον απόηχο του προ τριετίας “Long Road Out Of Eden”. Οι Bon Jovi τουλάχιστον κέρδισαν τη δεύτερη θέση στη λίστα αυτή με λιγότερα από δέκα χιλιάδες δολλάρια διαφορά, από το εμπορικό επίτευγμα της Lady Gaga στην κορυφή. Οι Bon Jovi, που με την στροφή τους στα country rock ακροατήρια, έναν καινούργιο δίσκο μέσα στο 2009 και ένα πληθωρικό ανθολόγιο επιτυχιών τους, στήριξαν μια περιοδεία – μαμμούθ στις Η.Π.Α., φαίνεται να γνωρίζουν μια καινούρια νεότητα, μία αποφασιστική καινούρια σελίδα στην καριέρα τους, που ξεκίνησε ως haircut metal από το New Jersey και φαίνεται να συνεχίζεται ως “επιστροφή στις ρίζες” με τον καινούριο, “γειωμένο” ήχο τους στα παραδοσιακά χώματα της πατρίδας τους. Τουλάχιστον αυτοί έχουν μία ισχυρή δισκογραφική δράση, η οποία σε κάνει να ξεχνάς ότι έχουν σχηματιστεί σχεδόν είκοσι οκτώ χρόνια πριν.
Νεανικότητα είπατε;
Υπάρχει και το άλλο άκρο: η ζαλιστική άνοδος του Justin Bieber μέσα σε μια χρονιά στο επίπεδο του σούπερ σταρ είναι ένα κατόρθωμα που δεν έχει και πολλές καινοτομίες στη διαδικασία. Ο νεαρός πρόσφερε στο εφηβικό κοινό την φρέσκια εικόνα που είχε εδώ και πολύ καιρό ανάγκη να καταναλώσει (ο Justin μεγάλωσε…) πλην όμως τα υλικά με τα οποία το κατάφερε μυρίζουν ξεσκονισμένες συνταγές από την δεκαετία του ’70 και του ’80, όταν οι Partridge Family και οι New Kids On The Block, αντίστοιχα, σάρωναν τις αρένες και προκαλούσαν λυποθυμίες ανάμεσα στο ξαναμμένο κοινό τους. Περίπτωση σχεδόν αποκλειστικά αμερικανική, ο Justin Bieber από την πέμπτη θέση της λίστας, είναι ένα είδωλο οχυρωμένο πίσω από αλάνθαστες συνεργασίες αλλά με πραγματικό έλλειμα τεράστιων επιτυχιών που θα μπορούσαν να απηχήσουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Ακριβώς ίδια περίπτωση δηλαδή με την μπάντα του Dave Matthews στην τέταρτη θέση οι οποίοι όσο βαρετοί και ανεξήγητα παρωχημένοι ακούγονται στο ευρωπαϊκό κοινό, τόσο σκληροπυρηνικό και ορκισμένο ακροατήριο, έχουν χτίσει εδώ και είκοσι χρόνια τώρα στις Η.Π.Α. Οι περιοδείες τους είναι πρωτοσέλιδα γεγονότα, εξ ου και η επίσημη δισκογραφία τους έχει να επιδείξει περισσότερα ζωντανά ηχογραφημένα albums παρά στουντιακά. Οι Αμερικανοί αγαπούν πολύ το ανοιχτόκαρδο πλην γραφικό rock του Dave Matthews σχεδόν σαν “τοπικού χαρακτήρα” καλλιτέχνη και όχι ως παγκόσμιο σταρ.
Ο Καναδός Michael Buble είναι ένας από τους ελάχιστους της δεκάδας αυτής που είχε καινούργιο δίσκο μέσα στο 2010, πλην όμως… πιο ρετρό και “σίγουρο” ακόμα και από αυτόν του Paul McCartney. Ο Buble ειδικεύεται στην “τακτοποιημένη” και καλοραμμένη αρρενωπότητα που έχουν ανάγκη οι μεσόκοποι για να αισθανθούν ότι και μέσα στα πράγματα βρίσκονται αλλά και δεν διακινδυνεύουν την παραδοσιακή αισθητική της “αμερικανικής” λεβεντιάς που αντλεί την περηφάνεια της από το Las Vegas και το rat pack. Ίσως ο πιο αντι-rock ‘n’ roll καλλιτέχνης της δεκάδας, ο Buble είναι το “κόκκινο πανί” των θεωρητικών του rock που βλέπουν στο πρόσωπό του τον τρόμο της επιστροφής στην συντήρηση των προ-1955 χρόνων. Λες και η “Ζούγκλα του Μαυροπίνακα” δεν γυρίστηκε ποτέ… Όπως επίσης και η κουλτούρα του hip hop σαν να μην υπήρξε ποτέ στην πορεία των Black Eyed Peas –που φιγουράρουν στην ένατη θέση-, ένα σχήμα που ξεκίνησε στα 90’s ως ελπίδα του “πνεύματος του δρόμου” και κατέληξε στην τρέχουσα δεκαετία ως ελπίδα της γενιάς των “κινητών”. Ίσως το πιο θορυβώδες, θεαματικό και “επίπλαστο” συγκρότημα στον πλανήτη αυτή τη στιγμή, οι Black Eyed Peas τραγουδούν περισσότερα μέσα από παραμορφωτικά, τεχνολογικά εργαλεία παρά μέσω “κανονικών” τραγουδιών μέσα από τα δύο τελευταία albums τους “The E.N.D.” και “The Beginning”.
Οι δύο μοναδικές γυναίκες της λίστας, είναι η εκσυχρονισμένη country Barbie, Taylor Swift (στην έκτη θέση) και η υπερ-γαλαξιακή Lady Gaga στην κορυφή: ξανθές, σκληρά εργαζόμενες και απόλυτα συνειδητοποιημένες ως προς το ρόλο της δράσης τους, οι δύο τους αποτελούν τους δύο πόλους της θηλυκής pop από την Αμερική του σήμερα. Η Taylor, συντηρητική, αλάνθαστα ζυγισμένη στο ενδιάμεσο μεταξύ Faith Hill και Shania Twain και η δεύτερη, εκκεντρική, αποφασισμένη μέχρι τελεσίδικων όρκων να κατακτήσει τον πλανήτη ως διάδοχος της Madonna, παρουσιάζουν μια pop που δεν ξεφεύγει ρούπι από την ιδέα της ψυχαγωγίας της “απόδρασης”. Και οι δύο μέσα στη χρονιά, κεφαλαιοποίησαν τις κυκλοφορίες των δίσκων τους από την προηγούμενη (“Speak Now” και “Monster” αντίστοιχα) και συνεχίζουν ακάθεκτες στον επεκτατικό δρόμο προς τα μπρος…
Με την Lady Gaga να πρωτοστατεί στον αγώνα της φήμης, μία θέση που κέρδισε περισσότερο με τις εμφανίσεις της και με την αμφισβήτηση που “τζιράρει”, η λίστα με τους κερδοφόρους νικητές του 2010 εμπνέει την ανησυχία εκείνη που είχαν οι κριτικοί στις αρχές των 70’s όταν ένιωθαν ότι ο χιπισμός μπήκε σε ένα άνετο living room και έδωσε τη θέση του στους Middle Of The Road. Τότε όλοι θρηνούσαν την αλλοτρίωση του rock και την επιστροφή του στη συντήρηση. Σήμερα στη θέα της Lady Gaga, καλυμμένης προσκετικά με μπριζόλες ή άρτι εξελθούσης από διαστημικά αυγά με αρχαιοελληνικούς χιτώνες, οι ίδιοι κριτικοί θα νοσταλγούσαν την αφέλεια των Middle Of The Road και θα αποφάσιζαν ότι, ναι, αυτή την αφέλεια ξαναέχει ανάγκη το rock…
(Δημοσιεύτηκε σε τρία μέρη στο vima.gr online)
Vote for the real Oscars

Είμαι σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να διορθωθούν οι κατάφωρες αδικίες των Oscars και φέτος επιτέλους, έχουμε την ευκαιρία να το κάνουμε ενεργά συμμετέχοντας στη διοργάνωση των manolis, dark tyler και rebellion που αναλυτικά, εξηγούν το σκεπτικό τους εδώ όπου και δηλώνει κανείς συμμετοχή. Επίσης εδώ ρίχνετε μια ματιά στους αναλυτικούς κανόνες.
Παρότι οι ελλείψεις και τα κενά μου στην έβδομη, είναι τόσα ώστε οριακά μου επιτρέπουν να αρθρώσω ένα λόγο της προκοπής, θα συμμετάσχω επειδή αυτά που μου αρέσουν στο πανί, μου αρέσουν πολύ βαθιά, και αυτά που αντιπαθώ τα αντιμάχομαι με μένος.
Νομίζω αυτό αρκεί.
Go, go gooooo!


