Mobile Touch Screen Pop; Όχι, ευχαριστώ
Στα μέσα μαζικής μεταφοράς μια παρέα από πιτσιρίκια έπαιζαν με τα i-phones τους, βουτηγμένα μέσα στον μαγικό κόσμο της “προσομοίωσης”: η Rihanna εμφανιζόταν σε ένα video ως dominatrix να μαστιγώνει οτιδήποτε μυρίζει αρσενικό, η Britney -ή μάλλον ένα sim της Britney- τραγουδούσε ενώ διάβαζε τα πρωτοσέλιδα της τραγωδίας της, η Alesha χόρευε εξοντωτικά αψηφώντας τη βαρύτητα και σε ένα απότομο γύρισμα της συσκευής από μια υπερ-απορροφημένη δεξαεπτάχρονη, ο Taio εμφανιζόταν να ικετεύει την καλή του ενώ λίγο αργότερα ο Trey Songz απειλούσε τη δική του ότι θα φανεί “κακός”.
Η πιτσιρικαρία δίπλα μου ήταν βουτηγμένη στις οθόνες: η ενέργεια του καθενός από αυτά τα παιδιά ήταν πλήρως εστιασμένη στις δυνατότητες και την πολυσύνθετη δράση της μικρής οθόνης του. Το βλέμμα και η ακοή τους ήταν πλήρως συντονισμένα με τα δάχτυλά τους που εκτελούσαν τις εντολές στις συσκευές. Οι αισθήσεις τους ήταν “κλειδωμένες” σε ένα πλαίσιο. Γύρω τους υπήρχε ένα αόρατο περίβλημα σαν ζελέ που τα “προστάτευε” από την ανθρώπινη διάδραση ή την ηλεκτρονική εμπειρία του διπλανού τους, ο οποίος και αυτός βρισκόταν σε διαδικασία “διάδρασης” με τη δική του συσκευή.
Στα τρία τέταρτα της ώρας που πέρασα δίπλα σε αυτά τα πιτσιρίκια, μέσα στο τρένο, ένιωσα ότι η pop κουλτούρα, όπως βιώνεται μέσα από την οθόνη (συναρπαστική, υπερ-μαγική, με πληθώρα δυνατοτήτων) είναι μια υπόθεση… εξαιρετικά μοναχική. Δεν θα ήταν δυνατό να αφορά κανέναν άλλο πλην του ανθρώπου που χειρίζεται κατά βούληση τα πλήκτρα και τις οθόνες αφής της συσκευής του.
Η εικόνα μιας παιδοπαρέας σιωπηλής (φθόγγοι και επιφωνήματα διάσπαρτα δεν συνιστούν και κανέναν κώδικα ιδιαίτερης επικοινωνίας) που είναι απορροφημένη στις επιμέρους “εικονικότητές” της, μου φάνηκε εξαιρετικά βαρετή. Έως και απεγνωσμένα τραγική.
Μέσα από τα ταχύτατα εναλλασσόμενα frames της οθόνης τους περνούσαν οι σύγχρονες pop ντίβες και οι would be studs της βιομηχανικής pop. Όταν έριχνα κλεφτές ματιές στις οθόνες των πιτσιρικιών, ένιωθα τη “διαφορετικότητα” της υπηρεσίας του καθένα τους. (Διαστημική Barbie η μία, Αόρατος Super ήρωας ο άλλος, Σεξουαλική Λάμια μία τρίτη, Βαρύς Καταφερτζής ένας άλλος…) Όταν τους άκουγα όμως, ένας ομογενοποιημένος πολτός από ηλεκτρονικούς ήχους έβγαινε στην επιφάνεια με πλήρως ευθυγραμμισμένες φωνές, καναλιζαρισμένες έτσι ώστε να συγκλίνουν στην επιταγή της μουσικής βιομηχανίας του τελευταίου τριμήνου.
Συνειδητοποιώντας την δύναμη του νέου μέσου -της κινητής τηλεφωνίας και των όμορων προϊόντων της- χώνεψα για τα καλά, το γιατί το ραδιόφωνο, από πρωταγωνιστικό μέσο της pop κουλτούρας, έχει μετατραπεί σε επικουρικό ακόλουθο επιβολής των tech-trends. Αν κάποτε αρκούσαν οι ραδιοφωνικές μεταδόσεις για να χτίσουν ένα τραγούδι, σήμερα όχι μόνο δεν αρκούν αλλά δεν ενδείκνυνται καν: η καινούρια pop μουσική της βαριάς βιομηχανίας της pop αιτεί την οπτικοακουστική προσαρμογή σε μικροτεχνολογικές εφαρμογές που “κουβαλιούνται” μαζί σου.
Με δεδομένο αυτό, προσπαθήστε να ακούστε ΜΟΝΟ -χωρίς οπτική ενίσχυση- την Rihanna με το “Te Amo“. Τον Chris Brown με το “One Time“. Την Alesha με το “Radio“. Toν Trey Songz με το “Can’t Be Friends“. Την Katy Perry με το “Teenage Dream“.
Μετά άκουσε -επίσης χωρίς οπτική ενίσχυση- την Belinda Carlisle στο “Mad About You“. Τον Billy Idol στο “Sweet Sixteen“. Την Cyndi Lauper στο “She Bop“. Τον Foster Sylvers στο “Misdemeanor“. Την Jody Watley στο “Don’t You Want Me“.
Στην περίπτωση του πρώτου πακέτου τραγουδιών, το πιθανότερο είναι να μην καταλάβεις ποιος τραγουδάει τι. Όλα υπακούν σε ένα αλάνθαστο γραμμικό πλάνο παραγωγής. Στο δεύτερο πακέτο, αντίστοιχα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: και να θες να μπερδευτείς δε γίνεται…
H σημερινή corporate pop δεν γίνεται να ανασάνει χωρίς την οθόνη. Εξαρτάται ζωτικά από τις τεχνολογικές εφαρμογές της, τα τραγούδια (όσο αξιόλογη ή ευμνημόνευτη μελωδική γραμμή και αν έχουν) είναι υπόδουλα του αισθητικού – εικαστικού – βιομηχανικού marketing plan του ερμηνευτή, οι ερμηνευτές δεν έχουν περιθώρια για διαφοροποίηση προϊόντος – είναι αναγκασμένοι να “παίζουν” σε μία όλο και συρρικνούμενη αρένα ιλιγγιώδους τεχνολογικής εξέλιξης. Η σημερινή pop δεν έχει το περιθώριο να ανακαλύψει τις ανθρώπινες συνιστώσες του εαυτού της γιατί το επόμενο application του i-phone απαιτεί την άμεση προσαρμογή του καλλιτέχνη στις επιταγές του.
Παλιότερα, η εικαστική φαντασμαγορία της pop ερχόταν σε ένα κατοπινό στάδιο μετά την σύνθεση και την παραγωγή του τραγουδιού. Ο καλλιτέχνης πρώτα συνέθετε, τραγουδούσε και αργότερα εφεύρισκε την εικόνα του. Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η μελωδική γραμμή του τραγουδιού έπεται της εικόνας και του στρατηγικού πλάνου. Ρίξτε μια ματιά στο year end top 100 των singles του Billboard και δοκιμάστε να τα ακούσετε σε μια αλληλουχία… Η φρίκη της mobile pop είναι ολοκληρωτική αν δεν είσαι διατεθειμένος να ασχολείσαι με το κινητό σου είκοσι τέσσερις ώρες την ημέρα. Η πλήξη της ακρόασης (χωρίς την απασχόληση του βλέμματος) είναι πλήρης αν δεν θες να “βλέπεις” την pop – να συμμετάσχεις ως δούλος στο σεξουαλικό κολαστήριο της Rihanna, ως hoodie στην τιτανοκρατούμενη γειτονιά του Game ή ως γλυφειτζουρογλύφτης στην πλαστική ροζουλί χώρα του ποτέ-ποτέ της Katy Perry… Σε όλους τους virtual κόσμους δηλαδή που μέσω ευκολίας της τεχνολογίας, δημιουργούνται για να “παραμυθιάσουν” την εμπειρία της pop, απομακρύνοντάς την από οποιαδήποτε έννοια ρεαλισμού.
Όταν σβήνουν αυτές οι εικόνες από το κινητό σου, παύει να υφίσταται και το τραγούδι που άκουσες – γίνεται κολοκύθα στα αιώνια μεσάνυχτα – χάνει την υπόστασή του και δεν φυλάσσεται, καν, σε κανένα folder αρχειοθέτησης στον υπολογιστή σου. Πετάγεται στα σκουπίδια ως αναλώσιμο virtual ψευδαισθητικό εργαλείο.
Nano-rhythms
Radiohead
The King Of Limbs
(XL Recordings)
Nicolas Jaar
Space Is Only Noise
(Circus)
Υπάρχουν σήμερα event releases καινούριων albums;
Κρίνοντας από την συγκομιδή των καλλιτεχνών πάνω στους οποίους έχουν εναποτεθεί οι προσδοκίες του κοινού, νομίζω, η έννοια της event κυκλοφορίας τείνει να εξαφανιστεί: αν το group με την μεγαλύτερη αίγλη της Βρετανίας, επιστρέφει -για όγδοη φορά- με το ηλεκτρονικά διάτρητο “King Of Limbs” και ένας φέρελπις πρωτοεμφανιζόμενος κυκλοφορεί το ντεμπούτο του “Space Is Only Noise” ως επιστημονικό εγχειρίδιο ατμοσφαιρικής ηλεκτρονικής πολυρυθμίας, τότε κάτι ύποπτο συμβαίνει στο βασίλειο της pop μουσικής. Η έννοια του τραγουδιού υποχωρεί και στη θέση αυτή στρογγυλοκάθεται η ανάγκη για υποβλητικές ατμόσφαιρες που δεν τραγουδιούνται, δεν σιγοντάρονται, αυτές που καταργούν τα hooks για να γατζωθεί ο ακροατής.
Το “King Of Limbs” μοιάζει με καμβά πάνω στον οποίο ο Thom Yorke κεντάει ένα αναιμικό, θολό μοτίβο μελωδικής μελαγχολίας, χωρίς να το βασίζει σε ούτε ένα ρεφρέν, ούτε ένα αναγνωρίσιμο κουπλέ. Μετά το θαυμάσιο “In Rainbows” του 2007, οι Radiohead επιστρέφουν στην αμπάριζα του “Hail To The Thief“. Προκρίνουν τα “προσχέδια” τραγουδιών -όχι τα ξεκάθαρα σχήματα-, αποφασίζουν ότι το prog όνειρο των 70′s δεν ήταν και τόσο εφιαλτικό -μόνο που το ξεγυμνώνουν στα μινιμαλιστικά συστατικά του-, μπαίνουν στο trip της νεοκλασικής μουσικής -αλλά με το “πνεύμα δρόμου” αν εννοούμε όλοι το ίδιο με αυτό- και πειραματίζονται με το “νέο” που στη σημερινή περίπτωση σημαίνει την μετα-dubstep έρημο -χωρίς όμως τη χορευτική διάσταση του ιδιώματος. Το “King Of Limbs” είναι πλαδαρό συνθετικά αλλά καλόγουστο. Είναι στιλιστικό αλλά υποβλητικό. Δανείζεται από τα blues (“Give Up The Ghost“), το υπόγειο των σπασμένων beats (“Lotus Flower“) και τους οικείους θρήνους του πιανιστικού βρετανικού rock (“Codex“) και φτιάχνει ένα γενικόλογο, πλαίσιο που σε αφήνει στο τέλος τραγικά ακάλυπτο. Δεν σου δίνει να πάρεις τίποτα μαζί σου μετά το πέρας της ακρόασης… Η τσιγκουνιά του Yorke είναι εξοργιστική: οι μελωδίες του ποτέ δε σε κάνουν να αισθάνεσαι το απαραίτητο “μαζί”. Ακούγεται αυτάρεσκος και αποκομμένος από την πραγματικότητα, ξεγλυστράει μέσα από τα δάχτυλά σου σαν πονηρός κάλπης και μοιάζει να τον νοιάζει μόνο η εικόνα του. Δεν σας κρύβω ότι τον άκουσα καμία δεκαριά φορές, επιμένοντας κόντρα στην πλήξη μου. Δεν μπόρεσα να βρω τίποτα σημαντικό σε αυτό.
Το “Space Is Only Noise” από την άλλη είναι το ντεμπούτο του ταλαντούχου εικοσάχρονου Nicolas Jaar από τη Νέα Υόρκη που μεγάλωσε στη Χιλή. Ελπιδοφόρος και ιδιαίτερα παραγωγικός, πρόσφερε τρία eps στο κοινό πριν εκτεθεί σε album -όπως και ο James Blake- και έχει κάνει όλην την κοινότητα της ηλεκτρονικής μουσικής να μιλάει για αυτόν με κολακευτικά λόγια τόσο θερμά που δύσκολα θα μπορέσει να ανταποκριθεί, φαντάζομαι… Φρέσκο και με την αντίληψη του μικρού εξερευνητή -κάτι σαν πρόσκοπος που ανακαλύπτει και τοποθετεί σε τάξη τα ευρήματά του- ο Jaar προσθέτει στη μαρμίτα του “Space Is Only Noise” από Angelo Badalamenti μέχρι Fredo Viola και από Brian Eno των “Ambient” μέχρι Bilal και φτιάχνει ένα υπνωτιστικό downtempo μόρφωμα σαν χειρουργός των ρυθμών, προσθέτοντας μελωδικές ατμόσφαιρες ως καρίκευμα. Σε κομμάτια όπως το “Keep Me There” και το “Spectres Of The Future” αγγίζει το ζενίθ του -αφήνει τη βροχή, και κάποιους ρυθμούς που μοιάζουν να πάσχουν από “αρθριτικά” να κάνουν τη δουλειά τους. Ο Jaar δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου που έχει την ανάγκη να αξιοποιήσει με μια προκοπή αυτά που ανακαλύπτει, που έχει συναίσθηση των αναγκών του αυτιού, έστω και μέσα στο πλαίσιο της επιστημονικής δουλειάς που κάνει. Υδάτινος, εφευρετικός και χαμηλών τόνων που τείνουν να υποννοούν τα concepts παρά να τα εννοούν ευθέως, ο κόσμος του Jaar είναι ιδιαίτερα θελκτικός.
5/10 (στον άοσμο κόσμο του Yorke)
7/10 (στον εφευρετικό κόσμο του Jaar)
Polyanna
PJ Harvey
Let England Shake
(Island)
Anna Calvi
Anna Calvi
(Domino)
Η επιστροφή της μουσικής; Cross your fingers…
Η Polly και η Anna κάνουν την Polyanna: φαντάζομαι ότι όταν η Eleanor Porter to 1913 έχτιζε το χαρακτήρα της ηρωίδας της, κάτι σαν τα αντεστραμμένα είδωλα των δύο κυριών είχε κατά νου… Η Polyanna μοίραζε χαμόγελα αισιοδοξίας στους γύρω της, ήταν η ιδανική μεταφορέας της απλούστατης σημειολογικής διδαχής ότι η αλήθεια βρίσκεται στα θετικά πρόσημα, στην συναισθηματική ενέργεια, στην ζωντάνια που επιμένει… Και όλο αυτό, όχι συνειδητό, αλλά ξέφρενα αναβλύζον.
Η αγγλική Polyanna του σήμερα, έρχεται με όπλα που αφήνουν εμβρόντητο τον ανυποψίαστο… Υλικά παλιά. Μουσικότητα. Εμπροσθοδύναμη. Αγέρωχα βλέμματα. Επικοινωνιακή δίψα. Ανυποψίαστο ηρωισμό. Ενοποιητική τάση αντί για διαλυτική. Στέρεους δεσμούς με το παρελθόν. Ανοιχτές αλλά όχι πάντα φιλόξενες αγκαλιές. Ουλές και γρατζουνιές ως παράσημα. Επιμονή στο ρεαλισμό. Πειθαρχία στην αλήθεια. Τιμιότητα ως παροχή και ως αίτημα. Αδιαπραγμάτευτη προσφορά. Παραγωγή αξίας. Η σύγχρονη αγγλική Polyanna, από το Dorset ή από το Λονδίνο είναι μια ηρωίδα που ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στο πολύ απλό αμήχανο αίτημα της εποχής της: μετά τη μόδα τι;
Η Polly στο δέκατο ουσιαστικά album της (μετρώντας και τις δύο καθόλου σπουδαίες συνεργασίες της με τον John Parish που είναι και δω παρών αλλά πιο πολύ διεκπεραιωτικά – ευτυχώς) και η Anna στο ντεμπούτο της, ουσιαστικά ευαγγελίζονται την ίδια ακριβώς επαναδιαπραγμάτευση του γυναικείου rock που επιστρέφει στις ρίζες του, μετά την υπερβιομηχανοποίησή του. Οι Polly-Anna επιστρέφουν στη σειρά της Grace Slick, της Patti Smith και της Siouxsie – αυτές οι κατσουφιασμένες μαινάδες, είναι ο βασικός άξονάς τους- με επικουρικές αιχμές από Edith Piaf, Marianne Faithful των 60′s, και Nico. Αφηγούνται και οι δύο τους ιστορίες που δεν είναι σύνηθες να γίνεται αντικείμενο των κοριτσιών στις σύγχρονες αστικές οθόνες (pc, τηλεοράσεις και κινητά): ο πόλεμος, ο ανταγωνισμός, οι έξεις, η αυτοκαταστροφή, ο διάβολος. Ο κόσμος της Polyanna είναι ζοφερός μα τόσο αληθινός. Οι ίδιες ξορκίζουν το φάντασμα ενός διαστρεβλωμένου μορφώματος που είναι ο κόσμος γύρω τους και λογχίζουν αυτά τα φρικτά που τις κάνουν να πετιούνται το βράδυ στον ύπνο τους. Επιτέλους η Polyanna αποενοχοποιεί τη χρήση της λόγχης…
Η Polly τα βάζει με την υπαρξιακή ιστορία της χώρας της, η πολύνεκρη τραγωδία της Καλλίπολης (μία μοντέρνα στρατιωτική σταυροφορία των Δυτικών, το 1916, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης) μπαίνει στο στόχαστρό της για να περιγράψει νοοτροπίες και συμπεριφορές, να αναπαραστήσει συναισθηματικά οικοδομήματα που κυμαίνονται από το έρημο ως το εφιαλτικό, να παρουσιάσει ένα πορτρέτο τού πώς ένα έθνος διαχειρίζεται (ή δεν το κάνει) τις συλλογικές ιστορικές αναμνήσεις του.
Η Anna αναπαριστά από την άλλη, ένα πλήρως κινηματογραφικό σύμπαν, μάλλον τα σκοτεινά κάδρα του David Lynch και αφηγείται σαν ιδιότυπη ιέρεια τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της, από την έκθεσή της στο φως, στις σχέσεις (ανοχής και όχι αγάπης, τις περισσότερες φορές), στα δέλεαρ του διαόλου, στον άρρωστο έρωτα.
Η Anna ντεμπουτάρει σκληρά και αγέλαστα, η Polly συνεχίζει τη νικηφόρα πορεία της στη συγκομιδή πλούτου από την κληρονομιά του rock ‘n’ roll. Η Anna δεν ακούγεται ευχάριστη. H Polly δεν ακούγεται ερωτική. Η πρώτη γίνεται η ίδια το όχημα του συναισθηματικού φορτίου που έχει ανάγκη να περάσει στο κοινό. Η δεύτερη γίνεται η “φωνή” της συνείδησης του αγγλοσαξωνικού φρονήματος. Η Anna τραγουδάει αγέρωχα και τολμηρά, θυμίζει με περηφάνεια και τιμή ότι το σασπένς είναι αυτό που έθρεψε τις πολλές γενιές του rock. Η δεύτερη τραγουδάει πότε σαν χήρα εθνικού ήρωα, πότε σαν αντάρτισσα τουρκομερίτισσα, καμία φορά σαν ορφανή παρθένα με ανεξέλεγκτες διαπεραστικές οιμωγές και πότε σαν αγρότισα μεταξύ Καύκασου και Βαλκανίων (θυμάστε το coaching που έκανε ο Ivo Watts Russell στην Lisa Gerard και στην Elizaebeth Fraser με τις θρακιώτισες μοιρολογίστρες;)
H Anna εμπιστεύεται τις ενορχηστρώσεις της στο baroque του Rob Jones - βαρύ, αβυσαλέο με τα ρεφρέν εξοστρακισμένα στον αγύριστο. Η Polly αφήνεται στη ραφιναρισμένη, κελαριστή απλότητα του Flood, που φροντίζει να δώσει αιχμές στις ταραντέλες, τα βαριετέ και τα νευρώδη ρυθμικά τραγούδια της. Η Anna Calvi ακούγεται σαν αρχοντική -παλιάς κοπής- προβοκατόρισσα του κατεστημένου (sic!) με τραγούδια “αξύριστα” και ταυτόχρονα αισθητικά, περήφανα. Η Polly Harvey ακούγεται τόσο -ΜΑ ΤΟΣΟ!- δεξιοτεχνικά άψογη στο χτίσιμο των δικών της. Η Anna φτιάχνει μελωδίες που δεν θέλει να γίνονται άμεσα οικείες από τους ακροατές της. Η Polly φτιάχνει απλά ΤΕΛΕΙΕΣ μελωδίες – η ικανότητά της να συλλαμβάνει απλές μελωδικές φράσεις και να τις μετουσιώνει σε ολοκληρωμένα, ανατριχιαστικά εμβατήρια, που σαλπίζουν την ολοκληρωτική συντριβή, νομίζω ξαναχτυπάει tilt μετά τους single θριάμβους του “Το Bring You My Love” και του βικτωριανού “White Chalk“. H Anna υποδέχεται τον Νick Cave στον κόσμο της. Η Polly του δείχνει την έξοδο (επιτέλους… στην περίπτωσή της). Η Anna δέχεται με τιμητική υπόκλιση τα παράσημα του Brian Eno. Η Polly υποδέχεται τον Mick Harvey. Η Anna μυρίζει… άοσμο πράσινο σαπούνι, υγρασία και θαλπωρή. Η Polly μυρίζει πυρίτιδα, φρεσκοβαμμένο, πολυχρησιμοποιημένο ξύλο και φυσητό γυαλί. Η Αnna είναι η τελευταία νύχτα ερωτικής παράδοσης πριν το χωρισμό. Η Polly είναι η λαφυραγωγία του καπνισμένου πεδίου μάχης και το πένθος του.
Η σύγχρονη βρετανική Polyanna βιώνεται πιο αποτελεσματικά από ποτέ. Πέταξε τα εμπριμέ μετά από έναν και βάλε αιώνα και προτίμησε τα δωρικά τσίτια σε γραμμή φάκελλο.
8,5 (στα ασπρόμαυρα goth snapshots της Polly – σεχδόν 9 παρά κάτι)
7,5 (στα σινεματικά baroque πλάνα της Anna – σχεδόν 8 παρά κάτι)
Κύρος και Αξιοπιστία. Όπως Τσάι και Συμπάθεια.
Δέκα αρχές που έχω ανάγκη να καταγράψω για να μην ξεχνάω ότι η αξιοπιστία και το κύρος, δεν είναι ανταλλακτικές υπηρεσίες, ούτε αρετές που υπόκεινται στους νόμους της αγοράς.
01. Αξιόπιστος είναι αυτός που επικοινωνεί μια αλήθεια με όσο το δυνατόν πιο “κοντινό” στη μέση πραγματικότητα του περιβάλλοντος, τρόπο και όσο πιο κοντά δύναται, στην εσωτερική του πραγματικότητα.
02. Αξιόπιστος είναι αυτός που προκαλεί ένα μίνιμουμ αυθεντικής συναισθηματικής έντασης στον αποδέκτη του, βασισμένος σε ένα αληθινό συναίσθημα και όχι σε ένα επίπλαστο, “με το στανιό”.
03. Αξιόπιστος δεν είναι μόνο αυτός που κατέχει. Αυτό είναι αναγκαία συνθήκη αλλά όχι και ικανή. Χρειάζεται να νιώθει κιόλας. Επίσης ο αξιόπιστος δεν καταβάλλει κόπο και ενέργεια να είναι αξιόπιστος. Τα καταβάλλει αυτά για να είναι σε ισορροπία με τον εαυτό του και το περιβάλλον του.
04. Η αξιοπιστία δεν είναι θέμα γνώσης (μόνο). Είναι προτίστως θέμα ενσυναίσθησης.
05. Ο αξιόπιστος δεν έχει ανάγκη να πείσει. Μιλάει λογικά και συναισθηματικά ταυτόχρονα και πείθει χωρίς, κατ’ ανάγκη να επιστρατεύσει επιχειρήματα.
06. Έγκυρος είναι ο διαχρονικά αληθινός. Αυτός που στο πέρασμα του χρόνου, ο λόγος του δεν καταρρέει, ούτε ξεπερνιέται.
07. Το κύρος δεν γίνεται να το αγοράσεις. Ούτε να το κυνηγήσεις. Είναι κάτι που προκύπτει σε ανύποπτες χρονικές διάρκειες. Δεν υπάρχει επιτροπή που χρίζει τους έγκυρους.
08. Ο έγκυρος λόγος δεν είναι κατ’ ανάγκη ευχάριστος. Αντίθετα συχνά είναι δύσκολος και κόντρα.
09. Η εγκυρότητα είναι εστία παραγωγής φθόνου. Το πιθανότερο είναι ότι προκαλεί σύγκρουση συμφερόντων.
10. Ο έγκυρος αποπνέει κύρος. Δεν το επιβάλλει. Δεν το μετράει με “μόρια”. Η εμπειρία του είναι αναγκαία συνθήκη αλλά δεν είναι ικανή. Μετράει η ακεραιότητα συνολικά στην δημιουργία της φήμης του “κύρους”.
Αφιερώνω αυτή την απλή, ταπεινή σκέψη μου στη μοντέρνα ελληνική δημοσιογραφία που όλο και περισσότερο προσπαθεί στην πλειονότητά της, να “αγοράσει” κύρος ή να το “επιβάλλει” με το στανιό, χρησιμοποιώντας τη συνήθη σαλιερική τακτική του ετερόφωτου πλανήτη. Πραγματικά βαρέθηκα να διαβάζω αγωνιώδη κείμενα μπουρδολογίας που εκλιπαρούν για μια στάλα εγκυρότητας – σχεδόν ικετεύουν για credit. Λες και θα ήταν δυνατόν, έτσι κι αλλιώς, να προσφέρει ο αναγνώστης credit ακόμα και να ήθελε…
Καλώ τους πρόθυμους αναγνώστες να αναλογιστούν για λίγα δευτερόλεπτα ποιον θα μπορούσαν με άνεση να χαρακτηρίσουν στη συνείδησή τους, έγκυρο και αξιόπιστο.
Είδατε πόσο τσιγκούνικη είναι η συγκομιδή;
Προσωπικά, ταυτίζω το κύρος με την αυθεντικότητα. Άρα βγάζω έξω, δημόσιες σχέσεις, marketing και στρατηγικές (αγοραία μεγέθη και εργαλεία που καθόλου δεν έχουν να κάνουν με την παραγωγή συναισθημάτων στους αποδέκτες τους).
Για παράδειγμα, η διαφορά ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που μου πρότειναν πρόσφατα δύο τραγούδια είναι πολύ εύγλωττη περί του τι σημαίνει στο σύμπαν μου κύρος. Ο πρώτος μού πρότεινε ένα τραγούδι βιωμένο μέσα από το προσωπικό “καζάνι” εμπειριών του. Ο τρόπος που το επικοινώνησε (το “πούλησε” θα άρεσε σε κάποιους να πω – αλλά δεν το λέω) δήλωνε άνθρωπο που κατέχει πλήρως αυτό που μου λέει (το εν λόγω τραγούδι) και επιπλέον έχει και ενσυναίσθηση (νιώθει πού απευθύνεται και γιατί). Ο δεύτερος, σχεδόν την ίδια χρονική περίοδο, μου “σύστησε” ένα τραγούδι ως “uber alles” με έναν τρόπο εκκωφαντικό, υπερ-ματαιόδοξο και θορυβώδη προσπαθώντας ούτε λίγο ούτε πολύ να με πείσει μέσα σε πελάγη αυταρέσκειας, ότι αυτό θα γίνει το “απόλυτο” καινούριο μουσικό darling μου.
Άκουσα και τα δύο τραγούδια με την ίδια προθυμία: στην περίπτωση του πρώτου ανθρώπου, το τραγούδι βρήκε το στόχο του (εμένα) και ένιωσα αμέσως την αποτελεσματικότητα και τη χρησιμότητα της επικοινωνίας αυτής. Στη δεύτερη περίπτωση, το τραγούδι βρέθηκε σε ένα γκρεμό, πολύ χαμηλότερα από τις εκστατικές περιγραφές του συνομιλητή μου. Σχεδόν τίποτα από ό,τι άκουσα από το στόμα του, δεν βρήκε αλήθεια σε αυτό που άκουσα.
Αυτή είναι απλά – απλούστατα η διαφορά ανάμεσα στον αξιόπιστο και τον wannabe έγκυρο: μία διαφορά αλήθειας, μία τάφρος ανάμεσα στην αληθινή επικοινωνία και στην βεβιασμένη, με το στανιό ανάγκη επιβεβαίωσης ενός ρόλου (συγκεκριμένα, του ρόλου του opinion leader).
Είναι και οι δύο δημοσιογράφοι – άνθρωποι του street culture που μυρίζουν την πόλη -τη δυσοσμία και την κάβλα της- εξίσου. Είναι και οι δύο επαγγελματίες. Είναι μουσικόφιλοι και post-everything. Κι όμως, διαφέρουν τρομερά πολύ μεταξύ τους. Ο πρώτος, όταν μιλάει, έχω την τάση να θέλω να ακούσω. Ο δεύτερος, όταν μιλάει μπαίνω στο ρόλο του αμυνόμενου γιατί ξέρω ότι θα κοπανήσω (ξανά) σε ένα τείχος από σφοδρά επιτιθέμενα hypes που καθόλου δεν με αφορούν. Αυτή είναι η διαφορά για μένα μεταξύ αξιοπιστίας και ανερμάτιστου κυνηγιού της. Και αυτή η ποιότητα, εφαρμόζεται στην καθημερινότητά μου, είτε εκτίθεμαι κριτικά στην ενημέρωση της Έλλης Στάη, την καλειδοσκοπική hoover του Άρη Δημοκίδη, ή το κέντημα του Ευγένιου Αρανίτση. Με αυτό το απλό -απλούστατο- κριτήριο τα αξιολογώ όσα διαβάζω, όσα μου επικοινωνούνται και με αυτό το κριτήριο, τα τοποθετώ μέσα μου ή τα εξορίζω μακριά μου.
Για του λόγου το αληθές: “The Sun Can’t Compare” στην πρώτη περίπτωση. “Your Love Is My Drug” στη δεύτερη. Ακούστε και τα δύο εδώ.
Τhanks Τσ.
Τηλεγράφημα από την πόλη
Η ατάκα που με στοιχειώνει από το “Black Swan” είναι αυτή που είπε ο Τομά (Vincent Cassel) στην Νίνα (Natalie Portman) προσπαθώντας να βελτιώσει την επίδοσή της στην “Λίμνη Των Κύκνων“. @ “Η τελειότητα δεν πετυχαίνεται όταν έχεις τον απόλυτο έλεγχο αλλά και όταν τον χάνεις“. @ Πόση αλήθεια… Πόσο συγκλονιστική αλήθεια… @ Υπάρχουν ακόμα κάποιες γωνίες στην Αθήνα που αντιστέκονται στα κελεύσματα του hype και επιμένουν στην ποιότητα. @ Τα νιόκι στο “Il Postino” της Δελφών είναι uber πάσης υποψίας. @ Από όλους τους θανάτους της εποχής στο καλλιτεχνικό στερέωμα και πέραν από την απώλεια του John Barry (μια τρύπα στον μοντέρνο πολιτισμό), αυτός που με έπιασε σε αδύναμη στιγμή είναι ο θάνατος της Ari Up των Slits. @ Στις 20 Οκτώβρη του 2010 υπέκυψε στον καρκίνο στο Los Angeles. @ Πρώτος ο Johnny Lydon θορυβημένος και αγωνιών το ανακοίνωσε στο προσωπικό site του. Ήταν ο θετός πατέρας της κατά κάποιο τρόπο γιατί είχε παντρευτεί τη μητέρα της, Nora. @ Η Ari Up ήταν άγριο κορίτσι, ασυμβίβαστο – από τις πρώτες μαινάδες του girl power στην εποχή των νεοκυματικών χρόνων που έδειξε τα στήθη του στο κοινό (στο εξώφυλλο του “Cut“, ντεμπούτου των Slits το 1979). (Στη φωτο, η πρώτη αριστερά). @ Τα έδειξε όχι με τον ψοφολάγνο τρόπο της τζούλειας τσόντας. @ Τα έδειξε ως τρόπαιο – αδένα – φυσιολογικό εργαλείο. @ H Ari Up έκανε στα ίσα παρέα, με τα αγόρια, γούσταρε τους Clash και νομίζω για αυτό έφτιαξε τις Slits το 1977. Ο Strummer της έμαθε κιθάρα. @ Υιοθέτησε το look της Μέδουσας με τα άναρχα μακρουλά dreadlocks που αναρριχώνταν προς πάσα κατεύθυνση. @ Ήταν ένα κορίτσι του punk, η Ari Up. Γνήσιο. @ Γι’ αυτό είχε και αυτόν τον απεγνωσμένο κυνισμό στο βλέμμα και στη φωνή, ακόμα και όταν διασκεύαζε το “I Heard It Through The Grapevine“. @ H Ari Up είναι από τις κοπέλες που ξεχωρίζεις αμέσως στο ραδιόφωνο: όταν την ακούς αποκλείεται να κάνεις λάθος – την αναγνωρίζεις αμέσως. @ Αντίθετα με τον πολτό λαρυγγισμών που κατακλύζουν τα playlists τελευταία. Όταν ακούς μία από όλες, αισθάνεσαι ότι θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε από τις όλες τις άλλες. @ Αυτό νιώθω και σε κάποια bars στην Αθήνα: ακούω τις επιλογές κάποιων djs και νιώθω ότι προτεραιότητά τους είναι να μην φαίνονται οι αλλαγές των τραγουδιών, λες και ζητούμενο είναι να μοιάζουν όλα μεταξύ τους. @ Αν κάποιο διαφέρει αισθάνεσαι ότι η ρομφαία του μαγαζάτορα θα πέσει στο σβέρκο του dj επειδή χαλάει το “ίσο”. @ Όπου ίσο ίσον ίσωμα. @ Το διαφορετικό βαφτίζεται φάλτσο. @ Οι μέρες κυλούν σαν να συμβαίνει το τέλος της επικαιρότητας. @ Απλά δεν υπάρχει. @ Tατσόπουλος – Κολοκοτρώνης – Μπουτάρης – Κλυν – Πλεύρης… @ Παραγωγή επικαιρότητας πάνω από υποθετικά strings. @ Άγονα και αντιδημιουργικά. @ Όλα κυλούν στον μπάτη της κορπορατικής συρρίκνωσης. @ Όλο και περισσότεροι δέσμιοι απελευθερώνονται από τα δεσμά της καθημερινότητάς τους στη δουλειά και βγαίνουν στην απελπισία της απραξίας. @ Οι ευκαιρίες επίσης έχουν (σαν την επικαιρότητα) αποκτήσει μια καινούρια σημασία. @ Ευκαιρία σήμερα σημαίνει συμβόλαιο με την αναξιοπρέπεια. @ Περισσότερο ή λιγότερο επαχθές ανάλογα με την περίπτωση. @ Ωστόσο, με εντυπωσιάζει και μου δίνει θάρρος το γεγονός ότι δεν βλέπω να χάνονται τα χαμόγελα. @ Αυτό μπορεί να είναι αποτέλεσμα αντίστασης ή μαλάκυνσης. @ Επιλέγω συνειδητά το πρώτο ενδεχόμενο. @ Οι hipsters σε περίσκεψη, κατά τα άλλα. @ Μετά την ευδαιμονία της Primavera τούς περιμένουν τα χαστούκια του hangover. @ Κάποιος από αυτούς (συμπαθής, γλυκός, θαυμαστά ματαιόδοξος, υπερμοντέρνος slacker με απαράμμιλη φράτζα χτυπημένη από δεκαοκτώ βοριάδες και βλέμμα cool αφασίας – θα μπορούσαμε να είμαστε φίλοι αν προλαβαίναμε και οι δύο) μού είπε πρόσφατα: “ρε συ γιατί δε μου είπες ότι τέλειωσε το πάρτι;” @ Μάλλον επειδή εγώ δεν πήγα στο ίδιο πάρτι. @ Αλλά πέρασα εξίσου καλά. @ Κι έχω εξίσου την ίδια απορία για το πότε και πώς τέλειωσε το πάρτι. @ Σαν να βγαίνεις από τους Yes It Does, Sure It Does και να κουβαλάς σαν ηλίαση το βαρύ, μπασαριστό beat στους κροτάφους σου, μέχρι να γυρίσεις σπίτι με ίχνη από μουστάρδα βρώμικης καντίνας.
What?
To 1965 o Groucho Marx σύστησε την κόρη του Melinda στο αμερικανικό τηλεοπτικό κοινό ως τραγουδίστρια rock ‘n’ roll (!!!). Τα προηγούμενα δέκα χρόνια, η Melinda συμμετείχε στα shows του πατέρα της αλλά όταν έβγαινε από την εφηβεία, μόλις στα δεκαοκτώ χρόνια της, ήθελε διακαώς να γίνει τραγουδίστρια. Το “What” του H.B. Barnum της φάνηκε ιδανική επιλογή μετά το “East Side Of Town” που είχε ήδη κυκλοφορήσει ως single χωρίς να κάνει ιδιαίτερη επιτυχία. Τo “What” (1965, Vee Jay) είναι ένα κοριτσίστικο τραγούδι που μάχεται να ξαναφέρει πίσω τον φευγάτο εραστή. Το κορίτσι εκλιπαρεί, παραληρεί, υπόσχεται τη γη και τον ουρανό, γονατίζει, κλαίει, οδύρεται – όλα στον βωμό της επιστροφής του εραστή. Η τραγουδίστρια αναρωτιέται τι άλλο πια να κάνει για να τον φέρει πίσω. Η Melinda Marx στην εφηβεία της βέβαια, δεν θα μπορούσε να είναι σπουδαία ερμηνεύτρια. Τραγουδάει ελαφρώς σαν μικρομέγαλη με μια διαπεραστική φωνή και μια αυτάρεσκη πόζα κρατώντας το κομμάτι “χαμηλά” σε ένα teen καθεστώς από το οποίο δεν θα μπορούσε εύκολα να ξεφύγει.
Ένα χρόνο αργότερα, η Judy Street κυκλοφόρησε το “What” (1966, Strider) δοκιμάζοντας τη δική της τύχη στο κύκλωμα της northern soul. Η Judy, λίγο πιο ξύπνια και δυναμική από την Melinda, ερμήνευσε το τραγούδι επιταχύνοντας το pitching και αφαιρώντας του την έντονη εφηβική επίστρωση. Η Judy Street κατάφερε να κάνει την εκτέλεσή της -όχι πολύ εκφραστική αλλά σίγουρα πολύ ιδρωμένη και χορευτική- ένα cult classic. Σήμερα το κατά Judy Street “What”, φιγουράρει στις εστέτ συλλογές της northern soul με τα πιο επιδραστικά, ιδιαίτερα, καλοκρυμμένα τραγούδια εκείνου του ήχου που είχε ως περήφανο πρότυπο την Motown.
Βέβαια δεν ξέρω αν το “What” αυτής της εκτέλεσης, θα είχε την ίδια αναδρομική αντιμετώπιση αν δεν γινόταν επιτυχία δεκάξι χρόνια αργότερα από τους Soft Cell…
To 1982, οι Soft Cell είχαν κερδίσει ήδη τη φήμη τους ως ένα από τα πιο ελπιδοφόρα ντουέτα της synth pop, κυρίως με την διασκευή τους σε ένα άλλο northern soul classic, το “Tainted Love” της Gloria Jones. Βέβαια, το “Non Stop Erotic Cabaret” το ντεμπούτο album τους του 1981 είχε κάνει ένα τόσο σπουδαίο εκτόπισμα στην ανερχόμενη ηλεκτρονική pop σκηνή της εποχής που δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εύκολα – το high NRG, η κληρονομιά των Kraftwerk, ο Bowie και το electro disco των ημερών βρίσκονταν αυτούσια εκεί μέσα σε μια σειρά εξαιρετικών τραγουδιών. Έτσι, την επόμενη χρονιά, το “Non Stop Ecstatic Dancing” που ευαγγελιζόταν κολασμένες νύχτες στο Soho, ερχόταν με την άνεση και τον παρορμητισμό ενός υπερταλαντούχου δίδυμου που δεν φαινόταν να θυσιάζει στα synthesizers καμία από τις βασικές αρχές της soul. Εκεί υπήρχε και η πρωτόλεια διασκευή τους στο “Where Did Our Love Go” των Supremes άλλωστε…
Ο Marc Almond κάνει το “What” (1982, Some Bizarre) δικό του, παρότι όπως φαίνεται, αγνοούσε εντελώς την εκτέλεση της Melinda Marx. Στο single των Soft Cell αναγράφεται ότι είναι διασκευή από ένα northern soul classic της Judy Street… κάνοντας την πρώτη εκτέλεση της Melinda Marx, να φαντάζει ακόμα πιο σπάνια και χαμένη στη λήθη του χρόνου. Οι Soft Cell παίζουν με τα synths τους, northern soul για τη δική τους νεορομαντική γενιά: δίνουν πνοή διαφορετική στο classic του Barnum, και το κυριότερο, ο Almond ερμηνεύει το κομμάτι σαν “πωθημένο”, ολοκληρώνοντας την δραματική του αύρα. Είναι προφανές ότι από τις τρεις εκτελέσεις του κομματιού, η καλύτερη είναι αυτή των Soft Cell. Είναι όμως και παράδοξο, ένα τραγούδι να αποκτά τις βέλτιστες διαστάσεις του, σχεδόν δεκαεπτά χρόνια μετά τη γέννησή του, και μάλιστα από έναν “κόντρα” καλλιτέχνη που τολμάει να “διδάξει” δράμα με την ερμηνεία του, τις επίδοξες “χωρισμένες”.
Το “What” παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου χορευτικά τραγούδια των 80′s και όσο περνούν τα χρόνια, εδραιώνεται σε αυτή τη θέση. Κοιτάζοντας σήμερα το video (με guest την Mari Wilson μαζί με την “κυψέλη-κόμμωσή της”) δεν γίνεται παρά να ξεφύγουν κάποια χαμόγελα από το απόλυτο camp.
Ακούστε και τις τρεις εκτελέσεις και αποφασίστε μόνοι σας ποια είναι η πιο αποτελεσματική.
Bye Barry
Τέλος εποχής. Ο John Barry έχει ουσιαστικά “συνθέσει” την πλειονότητα όσων αγαπάω τα τελευταία χρόνια -τους Saint Etienne, τους Mono In VHF, τους Swing Out Sister, τους Mono ή τους Broadcast. Μαζί με τον Lalo Schiffrin είναι από τους λίγους που θριάμβευσαν στις σινεμασκόπ “εικόνες” των 60′s και των 70′s. Και από τους λίγους που με δόξα και τιμή μπορούν να κουβαλήσουν με άνεση την σφραγίδα του “μουσουργού“.
Προσωπικά δεν δίνω δεκάρα για τα πέντε Oscar για τα ιπποτικά διάσημα της Βασιλικής Μοναρχίας, ή τις σουίτες του περί “Πέρα Από Την Αφρική“, “Χορεύοντας Με Τους Λύκους” και “Chaplin“. Δεν με αφορούν τα κατορθώματά του στη βιομηχανία. Με αφορά, η απόλυτη μουσική ψύχα του, όταν γεννούσε το chic από τα τρίσβαθά του, στο “Ipcress File“, το “Knack And How To Get It“, το “Midnight Cowboy” και το “Lion In Winter“.
Τον αγάπησα παράφορα, όχι μόνο ως αυτόν που έδωσε στον James Bond τον αέρα του συμφωνικού cool μοτίβου. Κυρίως λάτρεψα την “νεορομαντική” του αύρα και την απίθανη -ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΗ- καλαισθησία του. Οι μουσικές του John Barry σε εμπνέουν να ανασάνεις πιο βαθιά.
Farewell dear.
Θα τα πούμε στο Blink της Καρύτση το βράδυ της Τρίτης.


