James Blake – James Blake / Destroyer – Kaputt
Ok, αντιδιαμετρικά αντίθετοι. Σε όλα. Στον ήχο, στην παραγωγή, στην αντίληψη, στο feeling, στους στόχους τους. Ωστόσο κάτω από αμφότερα τα albums των μοναχικών αυτών τραγουδοποιών υπάρχει ένας κόσμος με ενδοσυνεννόηση.
Το ομότιτλο ντεμπούτο του James Blake πράγματι θυμίζει το ίδιο αίσθημα που ένιωσα όταν άκουσα για πρώτη φορά, το “Entroducing” του DJ Shadow και το “Elusive” των Pressure Drop. Πράγματι έρχεται με φόρα προσδοκιών στην επικαιρότητα να εκτεθεί στα ακονισμένα μαχαίρια των “έτοιμων” για κατανάλωση hypes που στέκονται αμείλικτα και πεινασμένα για την παραμικρή στραβοτιμονιά. Πράγματι το “James Blake” είναι ένας σπουδαίος δίσκος που ανταποκρίνεται σε όλα τα post-something (post-dubstep, post trip hop, post gospel – post-you name it). Πράγματι επίσης, ένας τόσο εγκεφαλικός, ιδιοσυγκρασιακός, αφαιρετικός, υποβλητικός ήχος, γεννάει αληθινά τραγούδια, σχεδόν χειροπιαστά, ιδιαίτερα και μοναδικά.
Το “James Blake” στέκεται περήφανο αλλά με χαμηλωμένο βλέμμα σε μια κορυφή, όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι σκιές, οι υποψίες, κάποιες αγωνίες και πολλές ανησυχίες. Ο ίδιος, γράφει τραγούδια που ακούγονται σαν βραχυκυκλωμένα ντουί ή σαν διακοπές ρεύματος ή σαν κροταλίσματα εντόμων, ή σαν σαράκια στα δοκάρια της οροφής, ή σαν τόμπολα από αδειασμένα όστρακα. Γράφει τραγούδια για τη νύχτα και το χάραμα, που μοιάζουν με κακόπαθους βρυκόλακες, με αγαθούς νυχτόβιους που έχουν έλθει σε συμβιβασμό με την κατάστασή τους. Ο James Blake δεν γράφει συμβατικά τραγούδια. Μάλιστα, με έναν αναπάντεχο ελιγμό, διασκευάζει και το “Limit To Your Love” της Feist από το “Reminder” (αφού το είχε ρεμιξάρει πέρσι) και δίνει άλλη αίσθηση στο παραπονεμένο bluesy αριστούργημα της Καναδής.
Το άλλο ιδιαίτερο συγκριτικό πλεονέκτημα του James Blake είναι ο τρόπος που τραγουδάει: όταν δεν προσομοιάζει στον… Bob Hite των Canned Heat (“Το Care (Like You)“) συνειρμικά φέρνει στο νου τον Antony Hegarty (“Why Don’t You Call Me“) με ένα συνολικό πασπάλισμα από λυγμικό παράπονο σε όλα τα τραγούδια. Ο Blake έχει ένα μόνιμο “κόμπο” στο λαιμό αλλά αυτό, φαντάζομαι ότι κάνει το album του, τόσο μουδιαστικά ενδιαφέρον. Ακούγοντάς το, θες να σιωπήσεις. Όχι μόνο εσύ αλλά και ό,τι παράγει θόρυβο στο περιβάλλον.
Ωστόσο, αυτό το “πρωτότυπο”, συναισθηματικό έκθεμα που λέγεται “James Blake” εικάζω ότι δεν μπορεί να αγαπηθεί παθιασμένα. Μπορεί να υποστηριχθεί με κάθετα επιχειρήματα (που θα είναι όλα σωστά) αλλά δεν μπορώ να “δω” τον ακροατή που θα πιει νερό στο όνομά του, με το χέρι στην καρδιά. Μπορώ όμως να δω τον επιστήμονα hipster που θα κάνει το cutting edge του, σημαία.
Ωστόσο…
8/10 (τριξίματα στην πόρτα)
O Dan Bejar από τον Καναδά εδώ και δεκαπέντε χρόνια το παλεύει σε ένα ηχητικό χώρο που δεν έχει και ο ίδιος πολυκαταλάβει ποιος ακριβώς θέλει να είναι. Στο ένατο album του, “Kaputt” αποφασίζει ότι ένα ευοίωνο soft rock στιλ με απλωμένες, κιμπάρικες ενορχηστρώσεις και ανοικονόμητες διάρκειες είναι αυτό που έχει περισσότερο νόημα για τον σημερινό ακροατή του.
Κάπως έχει δίκιο. Το “Kaputt” είναι ένα όμορφο album. Κυλάει στρογγυλά, ευωδιαστά με βέλτιστη ώρα ακρόασής του το απομεσήμερο. Ακούγεται πρόθυμο και πρόσχαρο, έχει ρομαντικές απολήξεις, διαθέτει “χώρο” για να κινηθεί ο ακροατής του, αφήνεται με σχετική γενναιότητα στην παράδοση της αμερικανικής αλλά και περιέργως πώς της σκοτσέζικης λεβεντιάς. Επιπλέον, ο Dan Bejar δεν τσιγκουνεύεται τα ανοίγματα στην ηλεκτρονικότητα των ημερών. Keyboards και synths περιδιαβαίνουν σε όλη τη διάρκειά του, σαν να απολαμβάνουν βόλτες στους κήπους της λήθης και της ξεγνιασιάς.
Αυτό που φαίνεται να εμποδίζει τον Bejar από το να βγει πρωταγωνιστικά στην επικαιρότητα, είναι το γεγονός ότι η δυνατότητά του να γράφει τραγούδια έχει “ταβάνι” που δεν αφήνει ευάερες προοπτικές. Οι συνθέσεις του είναι “μικρές” σε ιδέες αλλά μεγάλες σε εκτέλεση, τις κλιμακώνει μάλιστα με τέτοια επίμονη μαεστρία και σε τόσο μάκρος που σχεδόν νιώθεις την αγωνία του να “μπαλώσει” την “μικρούλα” ικανότητά του. Για να μην είμαστε άδικοι, το “Kaputt” έχει κάθε λόγο να διεκδικήσει την διάθεσή σας: έχει κόπο μέσα του, προσπάθεια, μια θετική ενέργεια (τα γυναικεία φωνητικά υπογραμμίζουν την κομψότητά του), ένα υπερβατικό στιλ και αρκετές στιγμές που κάνουν τα μισάνοιχτα μάτια να λάμψουν δω και κει από χαρά. Και επιπλέον, ως σύνολο το “Kaputt” έχει μια δίκαιη φιλοδοξία και έναν σεβαστό σκοπό να χαϊδέψει τον ακροατή του χωρίς να τον κατσιάσει. Το εκτιμώ αυτό ιδιαίτερα. Mια τομή ανάμεσα στον Al Stewart του “Year Of The Cat” και των Prefab Sprout του “Andromeda Heights” ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.
Ο Destroyer, είναι πολύ πιθανόν, ότι δεν θα με απασχολήσει ιδιαίτερα με το “Kaputt” – δεν θα καταναλώσω ούτε ενέργεια, ούτε “συναισθήματα” ζόρικα για αυτόν στο μέλλον. Ωστόσο, δεν έχω παρά να υποκλιθώ στο συνολικό όραμα της δουλειάς του – τη θετικότητα και την ιδιαιτερότητα, δεν την πετάς.
6,5/10 (βαλεαρικές ρομαντζάδες)
(Στραβο)Κάννες
Φέτος, το “γλυπτό της άμμου” στην Croisette, ήταν ένας τρυφηλός Βούδας. Νυσταλέος, βαρύς, μαλθακός. Και χαριτωμένος και εκφραστικός.
Οι Κάννες όπως, έχω ξαναπεί, μοιάζει με παλιά πατρώνα. Βολτάροντας στην Croisette και χαζεύοντας παράπλευρα όλες τις δόξες του παρελθόντος (Carlton, Miramar, Croisette Beach, Stephanie Palace, Majestic, Martinez…) νιώθεις τα “περασμένα μεγαλεία” κάποιων παρελθουσών δεκαετιών – τις εποχές που γεννιόταν το glamour και η αίγλη της Κυανής Ακτής, με τις πενταπρόθυμες ενζενύ να κυλιούνται στην άμμο μπροστά στους paparazzi, τότε που η ευρωπαϊκή “δημόσια” ιστορία πρόσθετε βουλιμικά στις σελίδες της, αφηγήσεις πλούτου, πάθους, ματαιοδοξίας και λάμψης. Οι Κάννες ως πατρώνα ήταν εκεί να παρέχει θαλπωρή στην επίγευση του dry martini.
Σήμερα οι Κάννες, διατηρούν, σχεδόν νευρωτικά τα σημειολογικά τους “οικόσημα”: τα κυκλάμινα στα παρτέρια μοιάζουν πάντα υγιή και εντυπωσιακά, οι φοίνικες καλλίγραμμοι και μπλαζέ, οι κυρίες με τα δερμάτινα εκκεντρικά σύνολα, πάντα αφοσιωμένες στα λιλιπούτεια σκυλιά τους (σχεδόν μοιάζουν απαγορευμένες οι μεγαλόσωμες ράτσες από την περατζάδα) και το Palais στη θέση του, να ανεμίζει διαφορετικές κλαδικές σημαίες κάθε μήνα – μουσική, gaming, κινηματογράφος… Παραδοσιακά, τον Ιανουάριο ανεμίζει τις σημαίες του MIDEM, το διεθνές μουσικό συναξάρι της δισκογραφίας και των όμορων κλάδων της.
Φέτος στο MIDEM, οι παραδοσιακοί “παίκτες”, αυτοί που σε άλλες εποχές (80′s – 90′s) ξόδευαν προϋπολογισμούς μικρών κρατών για τα περίφημα δείπνα και τις εκδρομές στο Monaco και στα spa του Saint Paul Du Vance, ήταν συρρικνωμένοι και σιωπηλοί. Εκεί που άλλες φορές ανταλλάσονταν δίσκοι και cds, τώρα ανταλλάσσονταν ματιές στα i-pads και στα applications των touch phones. Νέες ορολογίες μπήκαν στο ημερολόγιο του MIDEM και μια σειρά από ασαφείς ατάκες (new business opportunities, 7digital, Sonicbids, Beatport - you name it) έγιναν το νέο hype που έδινε το στίγμα στον “κοσμικό” πολιτισμό του ετήσιου ραντεβού. Όλοι συμφώνησαν για το “σουηδικό θαύμα” (εγώ προσαύξησα κι από πάνω), την ευρωστία και την κινητικότητα του publishing, όλοι ξεκινούσαν με νοσταλγικές δραματικές ατάκες τύπου “κάποτε στο MIDEM…” και όλοι κατέλυαν εντέλει σε ένα από τα παράπλευρα bars για να πνίξουν τις αναθυμιάσεις από Ferre και Dior στο αλκοόλ. Τις εντυπώσεις πάλι από το βρετανικό showcase τις κέρδισαν μακράν οι Guillemots και οι Monarchy.
Κάποτε το MIDEM έδινε τον ευρωπαϊκό ρυθμό της δισκογραφικής επιχειρηματικότητας. Σήμερα μοιάζει με ένα καλοδιωμένο, καλοργανωμένο μάζεμα μίνιμουμ εκπροσώπων από όλους τους παραμουσικούς χώρους και από τους επιθετικούς κολοσούς της τεχνολογίας. Στιλπνό. Άψογο. Αλάνθαστο. Unhappening.
Εξαιρετικά αφιερωμένο στην τρεχάλα ανάμεσα στα ραντεβού της Croisette, το “Grand Hotel” των Procol Harum. Για κάποιο λόγο, το πιάνο, η φωνή, το βαριετέ, το φιλόδοξο progressive του Gary Brooker, εκτός του ότι μου θυμίζει αυθαίρετα τον Neil Hannon των Divine Comedy, ταιριάζει απόλυτα στις (Στραβο)Κάννες του 2011. Στο Grand Hotel μίλησα με Ολλανδούς και Γερμανούς φέτος. Στο ταρτάν ή στην σάλα. Με λιακάδα με δόντια. Και με την Lisette, ένα θαυμάσιο γκριφόν παραδίπλα που βρισκόταν σε μανία, κόντρα στην ήρεμη ευδαιμονία της αφεντικίνας της. Η Lisette, μου θύμισε πώς δεν θα μου άρεσε να ζω.
Φέρε πίσω το μύθο
Κατακερματισμένη πληροφορία, απεριόριστες επιλογές μουσικής, διακυμάνσεις διασκέδασης που δεν τελειώνουν ποτέ, freestyle -μια μαγική λέξη που τα χωράει όλα- η ψυχαγωγία άπλετα προσφερόμενη σε μύριες όσες μορφές, η τεχνολογία μεταδίδει νέα πριν καν συμβούν.
Το σκηνικό είναι θορυβώδες, οι ρυθμοί δυναμικότεροι από τους παλμούς της καρδιάς. Πώς θα μπορούσαμε να ακούμε μουσική με τον ίδιο τρόπο; Πώς θα μπορούσαμε να επικοινωνούμε μέσω μουσικής όπως “τότε παλιά” (sic);
Χάζευα τα εξώφυλλα των μεγάλων αγγλικών και αμερικανικών περιοδικών περί μουσικής στο περίπτερο: το Uncut είχε τους Roxy Music και το Mojo τον Neil Young. Είναι δύο από τα ονόματα που ανακυκλώνονται συλλήβδην στην κεντρική θεματολογία του μουσικού Τύπου παγκοσμίως, δύο από τα ονόματα της εκτεταμένης μεν, τραγικά ανεπίκαιρης όμως μυθολογίας που δημιουργεί -ή πασχίζει να το κάνει- γύρω της, μια ανθυποβιομηχανία πώλησης μουσικής. Οι Roxy και ο Young φέρουν την ιστορική αίγλη της εποχής τους, κουβαλούν στους ώμους τους τα ανεμομαζώματα της “ιδεολογίας” περί αλλαγής του κόσμου μέσα από το rock, έχουν να επιδείξουν ένα κατάλογο ρεπερτορίου που θα αποτελεί μονίμως σημείο αναφοράς για το σήμερα και το αύριο. Οι Roxy Music και ο Neil Young, μαζί με καμία εικοσαριά (αλλά όχι παραπάνω όμως) ονόματα της rock εποποιίας, κοσμούν σήμερα τα εξώφυλλα των περιοδικών για να καλύψουν τη δίψα των σημερινών ακροατών, των εικοσάρηδων που στροβιλίζονται μεταξύ White Stripes και National οι μεν και Caribou και Crystal Castles οι δε… Αυτών των ακροατών που είναι πολύ ικανοποιημένοι με τα ακούσματά τους αλλά είναι και πολλοί φτωχοί σε μύθους, εγκλωβισμένος ο καθένας στον προσωπικό κόσμο του που του παρέχει μια επίφαση ελευθερίας “επιλογών”… Στην ουσία όμως παραμένει ανελεύθερος και μόνος. Πεισματικά μόνος.
Η μυθολογία (η φαντασιακή προβολή ιδεών και αισθημάτων σε πρότυπους χαρακτήρες) είναι αυτό που λείπει στην σύγχρονη παραγωγή για αυτό καταφεύγουμε στο παρελθόν. Ούτε η κρίση ρεπερτορίου είναι τόσο μεγάλη πια ούτε οι σύγχρονες μουσικές μένουν πίσω σε ιδέες. Απλά η έλλειψη των μύθων είναι συντριπτική… και αυτή είναι που κάνει τη μουσική σήμερα να φαντάζει σαν κομπάρσος.
Ακόμα και τούτο δω το blog στους μύθους καταφεύγει (στα μυθικά τραγούδια, στους μυθικούς καλλιτέχνες, στη μυθική συναισθηματική ευμάρεια του παρελθόντος της μουσικής) για να μπορέσει να βρει το drive του να “ενισχύσει” την απόλαυση των Beach House και των Kisses και του Jamie Woon.
Γι’ αυτό σας λέω, φέρτε πίσω το μύθο…
Trish
Λέω να ξεκινήσω τα bars sets μου στο Blink για το 2011, στην Καρύτση (κάθε δεύτερη Τρίτη) αρχής γενομένης από τις 18 Ιανουαρίου παίζοντας το “Book Lovers” των Broadcast.
Αυτό το η “Trish Keenan πέθανε από πνευμονία στα 42 της” δεν μου κάθεται κανονικά, δεν καταπίνεται εύκολα, ίσως επειδή νιώθω ότι είναι τουλάχιστον γελοίο να πεθαίνει κανείς από πνευμονία σήμερα, ή ακόμα χειρότερα επειδή η Trish Keenan είναι μια πρόωρη “αναχωρήτρια” που δεν θα συζητηθεί ιδιαίτερα. Για κάποιο λόγο, οι Broadcast στριφογυρίζουν συνέχεια στο μυαλό μου.
Ελάτε Τρίτη στο Blink να τα πούμε. Και συστηθείτε. Θα παίζω μουσική μετά τις 10:00.
Άφωνος
Τριάντα χρόνια μετά το “Dare“. Είκοσι χρόνια μετά το “Electribal Memories“. Λέγεται Jamie Woon. “Night Air“. Είναι ό,τι πιο εμπνευστικό, σπουδαίο, υποβλητικό, soulful, τρυφερό, σπαρακτικό, μεγαλειώδες άκουσα τελευταία. Kλαίω. Το album του βγαίνει τον Απρίλιο και λέγεται “Moontripping“. Give in.
Decemberists “The King Is Dead” – Cake “Showroom Of Compassion”
Double d’ot. Δύο αμερικανικές μπάντες με κάποια σοβαρή αξιοπιστία επιστρέφουν με καινούρια albums, μπαίνοντας οι πρώτοι στον δέκατο χρόνο ύπαρξής τους και οι δεύτεροι κοντά στον εικοστό. Οι Decemberists από το Oregon και οι Cake από την California έχουν κοινά στοιχεία περισσότερα από όσα πιάνει το μάτι ή το αυτί σε πρώτη φάση. Και οι δύο δεν ξεπερνούν ένα επίπεδο εκτοπίσματος ούτε προς τα πάνω ούτε προς τα κάτω. Και οι δύο τραγουδούν αμερικανικό αντικορπορατικό αλλά βαθιά συντηρητικό rock με ρίζες στο εναλλακτικό underground αλλά με παρών και μοίρα στις παραδοσιακές ηχητικές μορφές αμερικανιάς. Και οι δύο δεν έχουν κάνει σοβαρά ατοπήματα στην καριέρα τους, δεν έχουν παραβιάσει κώδικες, δεν έχουν ψήγματα αλλοτρίωσης, δεν “χρωστάνε” δανεικά.
Και οι δύο ακούγονται σήμερα, καθόλου σπουδαίοι.
Το “King Is Dead” και το “Showroom Of Compassion” είναι δύο albums που ακούγονται τρομερά μακριά από το μέσο “σημαίνον” του σύγχρονου rock. Ακούγονται κατακαθισμένα στις δάφνες της μυθολογίας του μεσόρυθμου, ώριμου, ορθόδοξου rock, χωρίς σημεία αιχμής, χωρίς ιδιαίτερα σημεία αμφισβήτησης και χωρίς έρεισμα. Αντίθετα, αποτελούν το μέσο σίγουρο στιλ albums που αρέσκεται να ασχολείται το Rolling Stone και να παράγει ειδήσεις μέσα από αυτά.
Το “King Is Dead“, μετά το συμπαθέστατο “Hazards Of Love” του 2009 που ήταν πιο τραγανό και ιδιαίτερο, ακούγεται σαν R.E.M. της περιόδου της I.R.S. με τον Neil Young στην παραγωγή και τον Morrissey στη μίξη. Οι Decemberists κάνουν αποφασιστική στροφή στο country rock και στην θεματολογία των “ριζών” τους και αυτό το πετυχαίνουν με μια πλήρη μεταμόρφωση του Colin Meloy σε Michael Stipe για τους απανταχού nerds που ανακάλυψαν το stetson του παππού τους στη σοφίτα. To “This Is Why We Fight” ακούγεται σαν σκάνδαλο μίξης REM και Smiths και αλλού -στο “Calamity Jane” ή στο “January Hymn“- δεν μπορείς να διαπραγματευτείς εύκολα την ιδέα ότι ο Colin Meloy ακούγεται σαν αρσενική Natalie Merchant, ούτε το ότι ο Peter Buck που εμφανίζεται ως καλεσμένος σε τρία μόνο κομμάτια δίνει το στιλ σε ολόκληρη την υφή του δίσκου.
Το “Showroom Of Compassion” έρχεται επτά χρόνια μετά από το κουρασμένο “Pressure Chief” με μια ελαφρώς ανανεωμένη αντίληψη για την ενορχήστρωση: το ακουστικό πιάνο και η “παραμόρφωση” δίνουν ένα στιλ παραλλαγμένο στο χαρακτηριστικό ήχο των Cake. O John McCrea συνεχίζει βέβαια να τραγουδάει με αυτό το χαρακτηριστικό cool στη φωνή του που έκανε τους Cake να αγαπηθούν (όχι όμως και να “συνάψουν σχέση”) από ένα κοινό που έβρισκε νόστιμα κάποτε τo “Distance” και τη διασκευή του “I Will Survive“. Τότε όμως ηγούνταν οι slackers. Σήμερα, το εμπλουτισμένο με έρημο και funky grooves (“Mustache Man Wasted“) στιλ των Cake δεν έχει ιδιαίτερα αγκίστρια να κρατηθεί στην επικαιρότητα, αν και το στραμπουληγμένο groove του έχει πάντα μια γοητεία στις απολήξεις του. Πλην όμως ακούγεται ελαφρώς ανεξέλικτο και grotesque. Οι Cake συνεχίζουν να γράφουν πιο στρογγυλά και ευανάγνωστα τραγούδια από τους Decemberists και ας μην ικανοποιούν απόλυτα τους πιουρίστες με τις αισθητικές επιλογές τους. Επιπλέον, όταν καταφεύγουν στην παράδοση του mariachi και της country μοιάζουν να το κάνουν με μια ειρωνία (“Bound Away“).
The King Is Dead: 6/10 (θύσανοι ερήμου)
Showroom Of Compassion: 7/10 (τρομπέτες ακούρντιστες)
Τρεις δίσκοι για να θυμηθείτε το γιατί το “King Is Dead” δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμο.
Neil Young
On The Beach
(1974, Reprise)
Ένα από τα πιο πεσιμιστικά αλλά και πιο άρτια του Neil Young από τα μέσα των 70′s, με στιχουργικό περιεχόμενο που αναδίδει ζόφο και πίκρα αλλά και μια αβίαστη μελωδικότητα που ξέφευγε από τις στενωπούς του καναδικού country rock και απλωνόταν στον κόσμο. Ως λιμώδης επιδημία όπως αποδείχτηκε.
R.E.M.
Fables Of Reconstruction
(1985, I.R.S.)
Ένα από τα πιο σπουδαία λογοτεχνικά albums αμερικανικού “ανεξάρτητου ήχου” των 80′s, το τρίτο στη σειρά έργο των Αθηναίων της Georgia. Γέφυρα ανάμεσα στο βρετανικό -λόγω παραγωγού Joe Boyd- folk rock και στην νευρική power pop κιθάρα, το “Fables Of Reconstruction” αποτελεί ακόμα ένα έπος της alt.rock σκηνής των 80′s και παραδόξως πώς, δεν έχει χάσει καθόλου το χρώμα του μετά από είκοσι πέντε χρόνια.
The Smiths
Queen Is Dead
(1986, Rough Trade)
To υποδειγματικό songbook των Morrissey – Marr θεωρείται από πολλούς το απόλυτο αριστούργημά τους. Ο Alain Delon στο εξώφυλλο γίνεται poster πέρα από τo τετράγωνο σχήμα του album και παραμένει στην αιωνιότητα ως το ζοφερό, θανατερό artwork ενός album που έδωσε πνοή στα απεγνωσμένα, “ανέραστα” νιάτα της μοναχικής κρεβατοκάμαρας. Η αύρα του δίσκου κεφαλαιοποιείται μέσα στα χρόνια.
Τρεις δίσκοι που μπορούν να πλαισιώσουν το “Showroom Of Compassion” άνετα.
Blood Sweat And Tears
Blood Sweat And Tears
(1969, Columbia)
Μοντέρνο, εστέτ αλλά και ακαταμάχητα λαοφιλές το jazz rock pop μείγμα της κομπανίας του Al Kooper ακούστηκε σαν το “καλό πνεύμα” των τελών των 60′s στην Αμερική που ήδη κουραζόταν από το χιπισμό αλλά και από την υπερχαρούμενη-χωρίς-λόγο Motown soul της εποχής. Οι Blood, Sweat & Tears θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τα μισά από τα σύγχρονα νεοϋορκέζικα ακούσματα της chamber pop.
They Might Be Giants
Flood
(1990, Restless)
Το σαρδόνειο, ανεξάρτητο και εντελώς έντεχνο στο βάθος του αλλά και παιχνιδιάρικο rοck των They Might Be Giants είχε ήδη μεστώσει στις αρχές των 90′s και άρχιζε να αποδίδει και επιτυχίες πέραν των κολλεγιακών σταθμών, όπως το βαριετέ “Istanbul“.
Calexico
The Black Light
(1998, Quarterstick)
Το μεγάλο κόλλημα της μεσογειακής indie-λας με το rock της ερήμου των Calexico, αποδίδεται στη θερμότητα του κλίματος με την οποία παράγεται αλλά και με το ρομαντικό tejano στιλ τους. Παραμένει το “Black Light” το καλύτερο album τους.
Gorillaz – The Fall
Ηχογραφημένο κατά τη διάρκεια της περιοδείας των Gorillaz στην Αμερική, το “Fall” έρχεται μερικούς μήνες μετά το “Plastic Beach” για να… ακουστεί σαν διαφήμιση του Steve Jobbs. Ηχογραφημένο με τη βοήθεια περίπου είκοσι applications του i-pad από έναν Damon Albarn που δεν φαίνεται να έχει να πει και πολλά πέρα από το να ακολουθήσει τις διαθέσεις του κατά τη διάρκεια του album, το “Fall” είναι σαν φτωχός συγγενής της πρωτοποριακής pop, αυτής που πάντα πρόκρινε το “μέσο” ως μήνυμα, αυτής που βάσιζε τη δύναμή της στα ευφάνταστα εργαλεία και όχι στο συναισθηματικό περιεχόμενο.
Ακούγεται πραγματικά μίζερο: μετά τη μεγαλοπρεπή ενορχηστρωτική δύναμη του “Plastic Beach” ακούγεται σαν ακυρωτικό μηχανάκι της όποιας καλλιτεχνικής αρτιότητας θα μπορούσε να κομίσει ο Damon ως γερό προσωπικό χαρτί του. Παρορμητικό, εξαιρετικά βαρετό σε σημεία, χωρίς πραγματικές συνθετικές ιδέες, μοιάζει στην περισσότερη διάρκειά του ως display δυνατοτήτων του i-pad, χωρίς κανένα συναισθηματικό ή άλλο αντίκρυσμα. Δεν μπορώ να βρω ιδιαίτερους λόγους για να κάτσει να ακούσει κανείς ολόκληρο αυτό το δίσκο – το ακροαματικό όφελος από αυτό, κινείται γύρω από το μηδέν. Επιπλέον, συχνά πέφτει κάτω από αυτό σε βάθη ζόρικα. Ή απλά η ματαιοδοξία του Damon βαράει tilt.
Αστειότητες τύπου “το “Detroit” είναι φόρος τιμής στην πόλη του techno” και “το “Joplin Spider” είναι μια άσκηση πάνω στις αϊπαντικές δυνατότητες του θορύβου” προκαλούν ηχηρά γέλια. Το μεν “Detroit” ακούγεται σαν αυτιστικό νήπιο που ούτε τον οίκτο του Derrick May δεν μπορεί να προκαλέσει και το “Joplin Spider” ακούγεται σαν κακή αναπαραγωγή της κακοφωνίας τoυ James Chance και των Contortions. Κάτι άλλα σαν το “Bobby In Phoenix” ακούγεται σαν παρωδία των blues του Muddy Waters και το “California & The Slipping Of The Sun” είναι σαν Ariel Pink στην μηχανή του εσπρέσο.
Μόνο το “Revolving Doors” βρήκα υποφερτό από αυτό το χάλι που βαφτίζεται υποκριτικά “ενδιαφέρον πείραμα” -ούτε ενδιαφέρον, ούτε πείραμα είναι- αλλά πραγματικά δεν έχει καμία σημασία.
3/10 (μισοφαγωμένα μηλαράκια)
Αν θέλετε ντε και καλά αντισυμβατική, gadget-friendly ηλεκτρονική μουσική, (ξαν)ακούστε αυτά:
Brian Eno
Ambient 1: Music For Airports
(1978, E.G.)
Η δημιουργία του περιβαλλοντικού ήχου ως πρωταγωνιστική μουσική, η muzak ως βασικό θέμα επικοινωνίας, η συνοδευτική ηχητική αίσθηση ως πηγή προσωπικής ανάτασης, τα μεγάλα ανοιχτά πεδία ως ορίζοντας δημιουργίας. Η μουσική στα αεροδρόμια, ποτέ δεν ξανακούστηκε αδιάφορη μετά το “Ambient” του Eno. Ένα ευέλικτο synthesizer αρκεί. Δεν χρειάζεται i-pad. Μέσα στα χρόνια αποκτά όλο και μεγαλύτερη αξία.
DJ Shadow
Entroducing
(1996, Mo Wax)
O καλιφορνέζος Joshua έμεινε στην ιστορία της electronica επειδή συνέθεσε το ντεμπούτο album του αποκλειστικά με δανεικές πρώτες ύλες, με samples από την αγαπημένη δισκοθήκη του. Φυσικά, το επίτευγμα δεν έχει να κάνει με την τεχνική δεξιοτεχνία (μόνο) αλλά και με το γεγονός ότι από το σκαρίφημα αυτό παράγονται αληθινά συναισθήματα φορτίζοντας ακόμα πιο πολύ το θολό debate περί του “τι ακριβώς ορίζεται ως τέχνη”. Καλλιτέχνης αλλά και τεχνίτης. Μπορούν αυτά να είναι ταυτόσημα;
Various Artists
Moog (Original Film Soundtrack)
(2004, Hollywood)
Ο Robert Moog μέσα από το φακό του Hans Fjellestad γιορτάζεται σε ένα ντοκιμαντέρ με όλους τους κραταιούς και μη επιγόνους του και σε ένα soundtrack όπου αντιλαμβάνεται κανείς τις απεριόριστες δυνατότητες που έδωσε στη φαντασία καλλιτεχνών από τον Gary Numan μέχρι τον Bernie Worrell και τους Stereolab. H έννοια του πειραματισμού στα πιο ακριβή και ενδιαφέροντα λημέρια της.
Μέλι Γάλα
Τώρα που η αχλύ της λάμψης κατακάθεται και η άσχημη φάτσα του τρόμου παίζει κρυφτό ξανά, νιώθω την ανάγκη, να ξορκίσω την μελαγχολία και να επικυρώσω μια βαθιά ελπίδα. Τα resolutions για τη νέα χρονιά είναι πάντα άλλοθι για απογοητεύσεις στο τέλος της.
Εύχομαι γάλα και μέλι μόνο. Και ένα smiley και μια ευγενική παλάμη και ένα “μαζί” και ένα νεύμα που μόνο κάποιοι θα νιώσουν. Σε αυτούς βασίζομαι και σε ανάλογους βασίζεστε και σεις. Κατά τα άλλα θα παραμείνω πεισματικά αφελής και ελαφρύς. Αυτή είναι η μόνη υπόσχεση – απειλή μου.
Get it on, please. And don’t forget to bang a gong.



