Jamiroquai – Rock Dust Light Star
O Jason K αλλάζει δισκογραφική εταιρία -από την Sony μεταπήδάει στην Mercury της Universal μετά από κείνο το κολοσσιαίο συμβόλαιο των επτά δίσκων που είχε υπογράψει με την πρώτη στις αρχές των 90′s, ως παιδί – θαύμα- και γυρίζει σελίδα μετά από έξι studio albums και ένα best of ανθολόγιο των “εμπορικών” επιτευγμάτων του. Το “Rock Dust Light Star” θέλει να “νιώθει” ως ένα φρέσκο, ηλεκτρικό ξεκίνημα στο “οργανικό” disco funk rock, πλήρως μετατοπισμένο από την acid soul funk και την αστική τεχνολογική χορευτική μουσική των προηγούμενων έργων του. Οι Jamiroquai αλλάζουν πουκάμισα και “βγαίνουν” πια πιο ηλεκτρικοί και γήινοι στην επικαιρότητα, προσπαθώντας να πιάσουν το πνεύμα των ημερών που ξεκάθαρα υποδεικνύει την επιστροφή στην απλότητα της αληθινής μπάντας – ένα αρνητικό stop στις τεράστιες δυνατότητες των κουμπιών του στούντιο.
Ο τίτλος του καινούριου album είναι σημειολογικά και μαρκετίστικα ακριβής: το νέο στίγμα του Jason είναι ένα συμπίλημα από αναζητήσεις αυθεντικότητας, ανθρώπινης καλλιτεχνικής έκφρασης (σε αντίθεση με την τεχνολογική ευκολία), αξιοπιστίας αλλά και λάμψης. Ο Jason K απεγνωσμένα αναζητάει ένα προσωπικό στίγμα πλέον που μετά τους εμπορικούς θριάμβους και την καθιέρωσή του ως star θα τον επιβάλλει ως σημαντικό φορέα της soul rock παράδοσης. Τα τραγούδια που γράφει, θέλουν να επικοινωνήσουν το μεράκι και την μαστοριά ενός μουσικού που απολαμβάνει περισσότερο το groove που παράγεται στις ζωντανές εμφανίσεις του παρά την μυθική αύρα ενός στουντιακού δεξιοτέχνη. Ο Jason θέλει να κάνει το κοινό του πια να χορέψει με κείνο το gut που έκανε τους ανθρώπους να χορεύουν στα 70′s αγνοώντας τις στιλιστικές και ντιζαϊνάτες αγωνίες των “πρέπει” που ορίζουν τα trends.
Ωστόσο, το “Rock Dust Light Star” ακούγεται σαν να αγγίζει το ταβάνι των περιορισμένων δυνατοτήτων του: τα τραγούδια δεν έχουν δυναμικό πυρήνα, σε κάνουν να νιώθεις ότι γράφτηκαν συνειδητά και όχι με εκείνο το αυθαίρετο συναισθηματικό λάκτισμα εξωστρέφειας που παράγει τη σπουδαία ρυθμική μουσική. Δεν πάει τίποτα λάθος στο album. Όλα κυλούν με επαγγελματική ακρίβεια, οι ρυθμοί είναι πειθαρχημένα στη θέση τους, ελεγχόμενα λειτουργικοί και στιλπνοί και η μπάντα αναδεικνύεται εξαιρετική στην διεκπαιρέωση της ενορχηστρωτικής υποχρέωσής της. Είναι η στραγγισμένη συνθετική ικανότητα του Jason αυτή που ακούει ο ακροατής όμως. Η δυστοκία του να γράψει γενναιόδωρα και πλούσια. Οι ιδέες, τα riffs, οι μελωδίες στοιχειοθετούνται με το σταγονόμετρο, ειδικά στις στιγμές που ο Jason θέλει να “βγει” ως funk rocker (στο ομώνυμο, στο “Hurtin’“, “Goodbye To My Dancer“) ή σπουδαίος μελωδός της γαλανομάτας rock soul (“Blue Skies“, “Lifeline“, “Never Gonna Be Another“). Παντού αλλού, ανακαλεί το πνεύμα εκείνο των 70′s που έκανε τους ανθρώπους να οργιάζουν στις πίστες ακούγοντας ένα pre-disco αίσθημα να παντρεύεται με τις κιθάρες του rock και τα φυλετικά τύμπανα του funk (“Hey Floyd“, “All Good In The Hood“, “Two Completely Different Things“, “Smoke And Mirrors“). Το κάνει όμως σαν εγκεφαλικός στιλίστας. Όχι ως πηγαίος δημιουργός.
Έπειτα είναι και κείνη η φωνή του… Ανεξέλικτη μέσα στο χρόνο, στάσιμα “νεανική” να θυμίζει επίμονα τον Little Stevie Wonder των 60′s -όχι τον ώριμο τραγουδιστή των 70′s- και να μην θέλει με κανένα τρόπο να βγει από το “κουκούλι” του χαριτωμένου με το ινδιάνικο γούνινο καπελάκι. Η ίδια φωνή που το 1993 ακουγόταν ως ένεση φρεσκάδας στο mainstream με το “Emergency On Planet Earth“, ακούγεται σήμερα ως παλιμπαιδιστική και πεισματικά “κακομαθημένη” μέσα στο βολεμένο χαριέντισμα των δαφνών της.
5,5/10 (σκονισμένα βινύλια)
Οι προγονική καλλιτεχνική γραμμή του νέου album των Jamiroquai
Αν θέλετε να ακούσετε από πού πήρε τις ποικίλες αμπάριζές του ο Jason για να στήσει το καινούριο ηχητικό στιλ του, αναζητήστε και ακούστε τις πέντε παρακάτω πρότυπες album – προτάσεις. Υπάρχουν μάλιστα στιγμές σε αυτές που ο Jason έχει ξεσηκώσει αυτούσιες…
01.
Act: Barrabas
Album: Heart Of The City
Label: Atco
Year: 1975
Η ισπανική άποψη για το χορευτικό rock και τη σχέση του με την disco είχε ήδη εισβάλλει στο αμερικανικό κατεστημένο των “δισκοθηκών” στα μέσα των 70′s και έτσι, το “Heart Of The City” ακουγόταν ως μια “εισαγωγής” λιχουδιά φτιαγμένη από τον “πολύ” Fernando Arbex που ήταν, στην ουσία, η ψυχή της μπάντας των Barrabas. Καλογυμνασμένο funk rock και γκρουβάτη ενέργεια σε τραγούδια όπως το “Checkmate” και το “Mellow Blow” που ήδη έχουν γράψει τη δική τους ιστορία.
02.
Act: Boz Scaggs
Album: Silk Degrees
Label: Columbia
Year: 1976
Το καλύτερο album του τραγουδοποιού και κιθαρίστα Boz Scaggs από τα μέσα των 70′s: λευκή γαλανομάτα soul, γυμνασμένο rhythm ‘n’ blues, προσωπικό rock στιλ της πόλης αλλά και σοφή στιχουργική φλέβα, με συνοδευτική μπάντα, μουσικούς που σύντομα θα σχημάτιζαν τους Toto… Εξαιρετικός, ιδιαίτερος τραγουδοποιός, με αιχμή του δόρατος το ανεπανάληπτο “Lowdown” που θα βρείτε εδώ.
03.
Act: Disco Rock Machine
Album: Living For The City
Label: Fleet
Year: 1978
Στην ουσία όχημα του νοτιοαφρικανού κιθαρίστα – κιμπορντίστα Trevor Rabin, οι Disco Rock Machine ήταν ένα δημιουργικό, αν και τεχνοκρατικό εγχείρημα για να συγκεραστεί η disco ενέργεια με την πληθωρική rock πρακτική. Στο album διασκευάζεται το “You Really Got Me” των Kinks και το “Living For The City” του Stevie Wonder με τρόπους που ήθελε να ακούσει ο ”λευκός” ακροατής για να μπορέσει αποενοχοποιημένα να χορέψει στις disco πίστες. Ο Trevor Rabin διατέλεσε μέλος των Yes αργότερα πριν καταλήξει συνθέτης κινηματογραφικών soundtracks στο Hollywood (“Armageddon“, “Con Air“, “Deep Blue Sea“, “6th Day“).
04.
Act: Tony Joe White
Album: Real Thang
Label: Casablanca
Year: 1980
Στα τέλη των 70′s, o bluesman Tony Joe White εγκατέλειπε τον καημό του Delta και ριχνόταν στην πίστα διατηρώντας όμως, το macho αρσενικό στοιχείο του με την μπάσα, σαγηνευτική φωνή και την rock νοοτροπία του αφοσιωμένου αισθηματία. Ένας από τους ελάχιστα δοξασμένους blues rockers, o White εκσυχρόνισε τους μύθους του “βάλτου” και των λευκών blues και παραμένει ένας συνεπής χαμηλών τόνων τραγουδοποιός.
05.
Act: Stevie Wonder
Album: Hotter Than July
Label: Motown
Year: 1980
Απολαυστικό album του Stevie από την καμπή δύο δεκαετιών, στο οποίο εκτός του ότι συμπεριλαμβάνονται μερικά από τα εμβληματικά αριστουργήματά του (“Master Blaster“, “Happy Birthday“, “Did I Hear You Say You Love Me“, “I Ain’t Gonna Stand For It“, “Lately“…), εμπεριέχονται σχεδόν ανάγλυφα τα στοιχεία εκείνα που έκαναν τη soul να εξημερωθεί με το αλάφιασμα της disco και την ευρωστία του rock.
Rumer – Seasons Of My Soul
Αυτό που αναδεικνύει ως εξαιρετικό το album της 31χρονης βρετανίδας Sarah Joyce στην επικαιρότητα είναι πέρα από όποια μουσική, ψυχαγωγική αξία του, η αίσθηση ότι ένα νέο mainstream, γερό, “κανονικό”, μαζικό έχει εμφανιστεί στον ορίζοντα για να ρυθμίσει τα πράγματα σε ένα τοπίο όπου ο όρος alternative έχει καταχραστεί τα πάντα σαν δεσποτικός τύραννος. Ακούγοντας το ανακουφιστικό μελωδικό flow της Rumer δεν μπορείς παρά να νιώσεις απαλλαγμένος από την στριφνή “γυναικεία”, εγωκεντρκή αλτερνατίβα της Annie DiFranco και της Regina Spektor… Το μήνυμα είναι απλό: κορίτσια, χαλαρώστε λίγο… Ο ήλιος συνεχίζει να ανατέλλει και να λάμπει, η πόλη συνεχίζει να έχει ομορφιές στις γωνίες της, τα αισθήματα που παράγονται από τις σχέσεις δεν είναι ασκήσεις πυρηνικής φυσικής…
Με μια αποστασιοποιημένη, πλην φιλόξενη ερμηνεία, η τραγουδοποιός και τραγουδίστρια Rumer (που πήρε το παρατσούκλι της από την αγαπημένη της μυθοπλάστρια των 30′s Rumer Godden), απλώνει στο ντεμπούτο της μια σειρά από τραγούδια άχρονα, χωρίς στιλιστικά πλαίσια να τα περιορίζουν και χωρίς καμία δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια τους να τα απειλούν για να μην ξεφύγουν από την εποχή που τα γέννησε. Διαχρονικές μελωδίες, βαθιά ριζωμένες στο συλλογικό pop ασυνείδητο, από μία παράδοση που ξεκινάει από τις μελωδίες του “living room” που έγραφε ο Burt Bacharach με τον Hal David και φτάνει στις κοσμικές country pop μελωδίες της Anne Murray και της Shelby Lynne αφού έχουν βαφτιστεί στην κολυμπήθρα της Dusty Springfield και έχουν εξασφαλίσει ως έδρα τους την καταπληκτική pop των Carpenters: αυτό είναι το “Seasons Of My Soul“, ένα album που από τη στιγμή που κυκλοφόρησε αποτέλεσε ένα album ρεπερτορίου, από αυτά που εν δυνάμει θα πουλάνε χρόνια και χρόνια ως “κατάλογος”…
Αυτό που εγώ εκλαμβάνω ως ριζοσπαστική επανάσταση στο album αυτό, είναι ο τρόπος της ερμηνείας της Rumer: βασίζεται στην προίκα μόνο της φωνής της, ακουμπάει με αυτοπεποίθηση σε αυτήν και απλά τραγουδάει (ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ) χωρίς να δαιμονίζεται από προσωπικούς εφιάλτες, χωρίς να αγωνιά να εκφράσει ιδιαιτερότητες του εαυτού της, κολλήματα και αδιέξοδα, χωρίς να πρέπει ντε και καλά να κάνει τον ακροατή κοινωνό σε ένα ενδεχόμενο προσωπικό γόρδειο δεσμό της. Επιστροφή στη νικητήρια φυσικότητα. Η Rumer απλά τραγουδάει τέλεια. Άψογα. Χωρίς το πάθος της Dusty (κάτι που εδώ γίνεται πλεονέκτημα) αλλά με όλη την νομοτελειακή συγκινησιακή ακρίβεια της Karen Carpenter. Αναδεικνύεται σε μια λευκή soul τραγουδίστρια που προκρίνει την καθαρότητα της φωνής και το κρύσταλλο της χροιάς της για να εκφράσει βασικά, στοιχειώδη αισθήματα. Πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που ακούσατε μια ερμηνεύτρια πλήρη;
Και βέβαια είναι και τα τραγούδια: πέρα από τα δύο υπέροχα singles (“Slow” και “Aretha“), το album είναι γεμάτο από κείνη τη στόφα συνθέσεων που έκανε το “παππού” Burt Bacharach να χτυπήσει συναγερμό και να σπεύσει να πληρώσει τα αεροπορικά εισιτήρια της Rumer για να πάει στο Los Angeles προκειμένου να την ακούσει να τραγουδάει ζωντανά με συνοδεία του πιάνου του… Θα θυμηθείτε την Carole King στο “Blackbird“, την πρωτοποριακή americana της Loretta Lynn στο “Saving Grace” και το “Goodbye To Love” των Carpenters στο “On My Way Home“… σε ένα οργανικά λειτουργικό υπόβαθρο από μια εξαιρετική μπάντα που παίζει αληθινά και γήινα χωρίς ανάγκη προβολής. Ψηλή ποιότητα μουσικής. Πραγματικά ψηλή ποιότητα με ένα πλατύ, αληθινό χαμόγελο που σημαίνει πραγματική ευφροσύνη της ψυχής σου.
8,5/10 (αφιερώσεις)
Η ευγονική “οικογενειακή” μουσική γραμμή της Rummer
Αν η Rumer ερεθίζει τις εσωτερικές χορδές σας, αναζητήστε πέντε ακόμα σταθμούς της κλασικής, “γυναικείας” μελωδικής pop που αποτελούν την ευθεία συγγενική σχέση της με το παρελθόν.
01.
Act: Dusty Springfield
Album: Where Am I Going?
Label: Philips
Year: 1967
Στα τελευταία 60′s, η Dusty ήταν μια σεισμικά μυθική φιγούρα στο swingin’ Λονδίνο της εποχής. Ο ρόλος της σε κείνο το μεθυστικό πολιτισμικό πάρτι ήταν εκείνος της μούσας – ραψωδού του συναισθηματικού rollercoster μιας νεολαίας που με δέος αντιμετώπιζε την αλλαγή στα κύτταρά της. Εξαιρετικός δίσκος λευκής γαλανομάτας soul και πολυτελούς, άφθαρτης pop. Ακόμα, η Dusty δεν έχει ξεπεραστεί. Από καμία.
02.
Act: The Carpenters
Album: Close To You
Label: A&M
Year: 1970
Ένα από τα αριστουργηματικά albums που έβγαλαν τα αδέλφια Richard και Karen Carpenter στα πρώτα 70′s, ανεκτίμητη πολιτιστική κληρονομιά για την μελωδική pop που κεφαλαιοποιείται εντυπωσιακά όσο περνούν τα χρόνια. Όποιος σας πει ότι η pop χάνει την αξία της και ξεφτίζει μόλις βγει από την εποχή που τη γέννησε, κάντε του δώρο το “Close To You“. Έχουν περάσει ακριβώς σαράντα χρόνια από τότε.
03.
Act: Anne Murray
Album: A Love Song
Label: Capitol
Year: 1974
Μια από τις καλύτερες, “ιαματικές” φωνές της pop και countrypolitan μουσικής στα τελευταία σαράντα χρόνια, η Murray στα μέσα των 70′s είχε εδραιώσει την φιλική, πολιτισμένη καλλιτεχνική παρουσία της στα πράγματα και περνούσε μια περίοδο πλήρους αποδοχής όχι μόνο στην πατρίδα της τον Καναδά αλλά και σε όλη την αμερικανική επικράτεια. Δεν έφτασε ποτέ στην Ευρώπη μετά βαϊων και κλάδων η μουσική της. Πολύ κακώς.
04.
Act: Shelby Lynne
Album: I Am Shelby Lynne
Label: Mercury
Year: 1999
Ένα άτακτο κορίτσι της country που τόλμησε να σηκώσει μπαϊράκι στο μαντρί του Nashville και να μιλήσει με έναν τρόπο διαφορετικό από κείνο που θεωρείται συμβατικά “ορθός” (όπως της Faith Hill) κάνει το breakthrough της από την στενωπό με ένα συγκλονιστικό album ειλικρινούς, συναισθηματικής αφήγησης ανάμεσα στην soul και την country της πόλης. Ψύχραιμη, γενναιόδωρη μουσική που “δεν κρατάει καβάτζες” για τον εαυτό της – τα δίνει όλα και δε νιάζεται για το κόστος.
05.
Act: A Girl Called Eddy
Album: A Girl Called Eddy
Label: Anti-
Year: 2004
Η νεοϋορκέζα Erin Moran είναι η πιο εγκληματικά υποτιμημένη περίπτωση τραγουδοποιού που θα ανακαλυφθεί κάτω από τη σκόνη του χρόνου στο μέλλον και θα παίρνει αριστεία σε στήλες περιοδικών με τους “θαμμένους θησαυρούς” του παρελθόντος. Εξαιρετική τραγουδίστρια και “φιλικότατη” καλλιτεχνική παρουσία που λειτουργεί ως κωδικό μυστικό ανάμεσα στους μυημένους.
Μαύρα Δάνεια Φετινά
Η σύγχρονη αμερικανική μαύρη pop αισθάνεται πρωτοπόρα: ανασύρει από τις “καλένδες” τα πιο ανορθόδοξα ή τα προφανή σημεία αναφοράς της, ντύνεται αστραφτερά και επελαύνει. Το παρελθόν που “γυαλίζει” στα μάτια των μαύρων παραγωγών πλέον δεν περιορίζεται στη μαύρη κουλτούρα και στους άμεσους πρόγονους του hip hop και του r’n'b. Επεκτείνεται στην electronica και στην νεοκλασική μουσική, ενστερνίζεται μελωδίες “ξένες” με τα στερεότυπα των “έγχρωμων” στιλ και θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως μεταμοντέρνα. Ένα βήμα πριν το καταφέρει, σκέφτηκα να παρουσιάσω εννέα χαρακτηριστικά -ιδιαίτερα ενδιαφέροντα- δείγματα του state of the art των εύπορων μαύρων studios.
Τι δίσκους έχουν στα ράφια τους;
Artist: Evelyn King
Song: Betcha She Don’t Love You
From: Get Loose LP
Written: Kashif
Produced: Kashif
Label: RCA
Year: 1982
Genre: Electro Soul
Artist: Monica
Song: If You Were My Man
From: Still Standing LP
Written: Jazmine Sullivan, Cainon Lamb
Produced: Missy Elliott
Label: J
Year: 2010
Genre: R’n'B
Είναι ψιλοσκανδαλώδες ότι στο album της Monica αναφέρεται ως sample η χρήση του “Betcha She Don’t Love You” (πρόκειται για ξεκάθαρη πλήρη επανεκτέλεση) ωστόσο παραμένει ένα εξαιρετικό δείγμα electro soul ύφους των 80′s που βρίσκει εφαρμογή από την “ηλεκτροφόρα” Missy στα 10′s. Θεματικά, το περιεχόμενο αναφέρεται πάνω κάτω στο ίδιο στιχουργικό μοτίβο – οι δύο “ντίβες” προσπαθούν να πείσουν τον υποψήφιο εραστή για τη δική τους υπεροχή έναντι της “άλλης”. Όλο το credit του θαυμάσιου “φουτουριστικού” στιλ, φυσικά πάει στον Kashif. H Missy πιστώνεται μόνο την “ανακάλυψη”, το δάνειο και τη διεκπεραίωση…
Artist: Ryuichi Sakamoto
Song: Bibo No Aozora
From: Smoochy LP
Written: Ryuichi Sakamoto
Produced: Ryuichi Sakamoto
Label: Milan
Year: 1996
Genre: Neo – Classical
Artist: Trey Songz
Song: Can’t Be Friends
From: Passion, Pain & Pleasure LP
Written: Trey Songz, Mario Winans
Produced: Mario Winans
Label: Atlantic
Year: 2010
Genre: R’n'B
O Trey Songz με τον Mario Winans έχτισαν πάνω στο λεπταίσθητο κλασικιστικό θέμα του Sakamoto ένα μεταμοντέρνο ερωτικό θεματάκι με το γνωστό concept ότι “δεν μπορούμε πια να είμαστε φίλοι” και ”μακάρι να μην τα είχαμε φτιάξει ποτέ” κ.λπ. Η αισθητική της μελωδίας είναι ιδιαίτερα προχωρημένη για τα δεδομένα του αμερικανικού chart παρά τους λαϊκούς λυγμούς του Songz. Όλο το credit φυσικά πάει στον Sakamoto που είδε το κομμάτι του να μπαίνει και ως closing track στο soundtrack του “Babel” του 2004.
Artist: Benny Mardones
Song: Into The Night
From: Never Run, Never Hide LP
Written: Benny Mardones, Robert Tepper
Produced: Barry Mraz
Label: Polydor
Year: 1980
Genre: Power Ballad
Artist: Usher featuring Rico Love
Song: Making Love (Into The Night)
From: Raymond Vs Raymond LP
Written: Danny Morris, Rico Love
Produced: Jim Jonsin, Rico Love
Label: LaFace
Year: 2010
Genre: R’n'B
Ένα από τα αριστουργηματικά mainstream ερωτικά τραγούδια των 80′s (θα ήταν αδικία να συσσωρευτεί απλά στις “ένοχες απολαύσεις” της εποχής εκείνης) είναι το κομμάτι του Benny Mardones, ενός τύπου που έδωσε άλλη διάσταση στη μελωδία – αναπτηράκι, κάτι σαν αντίπαλο δέος στο “κακό” γούστο του Meat Loaf. Το επικολυρικών διαστάσεων ”Into The Night” με το σκανδαλιστικό ερωτικό περιεχόμενο της ομολογίας του “ενήλικα” Mardones για τον έρωτά του για την δεκαεξάχρονη που ξεσήκωσε, στην εποχή του, θύελλα συντηρητικών διαμαρτυριών είναι ένα από τα μόλις δέκα κομμάτια στην ιστορία του chart του Billboard, που μπήκαν δύο φορές στο chart. Το “Into The Night” σημείωσε πάλι μια πετυχημένη τροχιά στην επικαιρότητα το 1989 όταν του πρόσθεσε hype ένας ραδιοφωνικός dj της Arizona και πήρε διαστάσεις εθνικής επιτυχίας. Φέτος ο Usher προσπαθώντας να δικαιολογήσει τον πλήρη ενστερνισμό της μελωδίας του Mardones, ανάφερε κομψά στο δίσκο του ότι “επανοραματίστηκε” το κομμάτι – ένα άλλοθι για να φτιάξει μια ακόμη μελίρρυτη μελωδία από αυτές που συγκινούν τις νεαρές θαυμάστριές του, μόνο που στην προκείμενη περίπτωση έχει στα χέρια του τόσο δυνατή μελωδία που δεν γίνεται να παραπατήσει.
Artist: Telepopmusik
Song: Don’t Look Back
From: Angel Milk LP
Written: Angela McCluskey, Fabrice Dumont, Stephan Haeri
Produced: Telepopmusik
Label: EMI France
Year: 2005
Genre: Trip Hop
Artist: Ludacris featuring Shawnna
Song: Feeling So Sexy
From: Battle Of Sexes LP
Written: Ludacris, Gaggie
Produced: Gaggie
Label: Def Jam
Year: 2010
Genre: R’n'B Hip Hop
Οι γάλλοι trip hoppers έφτιαξαν με το “Don’t Look Back” ένα υπερβατικό χαμηλότονα αισιόδοξο τραγούδι με την “γρατζουνισμένη φωνή της McCluskey να δίνει ελπίδα για να το πάρει ο Ludacris ως βάση φέτος και να φτιάξει ένα κλιμακωτά καβλωμένο κομμάτι με άξονα μια τηλεφωνική συνομιλία του με την Shawnna η οποία προσπαθεί να τον πείσει “να πάει να την γδύσει επειδή αισθάνεται τόσο sexy”. Οι δύο κόσμοι είναι αντιδιαμετρικά αντίθετοι: δεν έχουν κανέναν κοινό αισθητικό κώδικα. Δένουν όμως στα τεχνικά σημεία της παραγωγής των τραγουδιών με το στανιό…
Artist: Harold Melvin & The Blue Notes
Song: I Miss You
From: Harold Melvin & The Blue Notes LP
Written: Kenny Gamble, Leon Huff
Produced: Kenny Gamble, Leon Huff
Label: Philadelphia International
Year: 1972
Genre: Soul
Artist: Big Boi featuring Gucci Mane
Song: Shine Blockas
From: Sir Luscious Left Foot: The Son Of Chico Dusty LP
Written: Antwan Patton, Radric Davis
Produced: DJ Cutmaster Swift
Label: Def Jam
Year: 2010
Genre: Hip Hop
Συνεπής: ο Big Boi των Outkast βγαίνει solo και ένα από τα όπλα του είναι η δική του παράδοση. Στρέφεται στην Philadelphia και ανασύρει από κει ένα από τα πιο αέρινα αριστουργήματα της γλυκιάς συμφωνικής soul των 70′s έτσι όπως μόνο οι Gamble & Huff ήξεραν να κάνουν. Δίκαιος: η μελωδία που “δανείζεται” δεν διαστρέφεται πολύ ούτε τεχνικά ούτε αισθητικά. Γίνεται διακριτικό χαλί για το ντουετικό rappin’ του με τον Gucci Mane.
Artist: Caldera
Song: Ancient Space
From: Sky Islands LP
Written: Eduardo Del Barrio, Ernesto Herrera
Produced: Larry Dunn
Label: Capitol
Year: 1977
Genre: Soul Jazz
Artist: Rick Ross featuring T.I., Erykah Badu, Jadakiss
Song: Maybach Music III
From: Teflon Don LP
Written: Kevin Crowe, Erik Ortiz, Clifford Harris, Jason Phillips, Erica Wright
Produced: J.U.S.T.I.C.E. League
Label: Def Jam
Year: 2010
Genre: Hip Hop
H μαγική soul jazz των Caldera στην καμπή των 70′s με τα 80′s ακούγεται σήμερα τόσο φρέσκια και “μεταμοντέρνα” που σε αφήνει άφωνο: είναι απίστευτο το πώς αυτή η εστέτ μπάντα έχει καταφέρει να ενσωματώσει στον ήχο της το σήμερα και το αύριο χωρίς να το προσπαθεί ιδιαίτερα. H δε φωνή της Dianne Reeves στέκεται σαν “φάρος” για όλες τις Siedah Garrett και τις N’ Dea Davenport αυτού του κόσμου. Ο Rick Ross με την παρέα του (εκλεκτοί και ανήσυχοι) παραλαμβάνουν την “αναρχία” του “Ancient Source” και την μετατρέπουν σε “χαλί” για την επική, φιλόδοξη παρλάτα τους που αναδύει κάτι ιδιαίτερα σοβαρό και αγέλαστο. Κάτι πραγματικά σημαντικό και έξω από τις συμβάσεις του σύγχρονου hip hop.
Artist: Vampire Weekend
Song: The Kids Don’t Stand A Chance
From: Vampire Weekend LP
Written: Chris Baio, Christopher Thompson, Ezra Koenig, Rostam Batmanglij
Produced: Rostam Batmanglij
Label: XL
Year: 2008
Genre: Art Pop
Artist: B.O.B. featuring Janelle Monae
Song: The Kids
From: Vampire Weekend LP
Written:
Produced: Frank E
Label: Grand Hustle/Atlantic
Year: 2010
Genre: Pop
Στην ουσία, ο B.O.B. επανεκτέλεσε ενισχυμένα το τραγούδι που έκλεινε το ντεμπούτο των νεοϋορκέζων art poppers με την Janelle Monae να δίνει τον απαραίτητο “επαναστατικό” τόνο σε αυτό το “Give Peace A Chance” για την γενιά του “μηδενός”. Συμπθητική “ανάγνωση” και αίσθημα κοινοτικής αλληλεγγύης σε ένα τραγούδι που ακούγεται πιο δυνατά και αποτελεσματικά στη γωνία κάποιου μεγάλου αστικού τετραγώνου παρά στο hi-fidelity του σπιτιού.
Artist: Haddaway
Song: What Is Love
From: Haddaway LP
Written: Dee Dee Halligan, Junior Torello
Produced: Dee Dee Halligan, Junior Torello
Label: Coconut
Year: 1992
Genre: Euro House
Artist: Eminem featuring Lil’ Wayne
Song: No Love
From: Recovery LP
Written: Marshall Mathers, J. Smith, Dwayne Carter
Produced: Just Blaze
Label: Aftermath
Year: 2010
Genre: Hip Hop
Είναι πολύ ειρωνικό το ότι δύο από τους πιο macho rappers του αμερικανικού κατεστημένου αυτή τη στιγμή, στρέφονται σε ένα από τα πιο ευτελή χιτάκια των αρχών των 90′s που εν πολλοίς ταυτίστηκαν με την ανοησία και ίσως την “ελαφριά gay” χορευτική διάθεση, για να αντλήσουν το μουσικό “χαλί” που μπορεί να αντέξει τις περισπούδαστες, πληθωρικές ρίμες τους. Μόνο ως δήλωση σαρκασμού μπορεί να δικαιολογήσει την επιλογή του Eminem. Να μην γνωρίζει την αρνητικά φορτισμένη αύρα του τραγουδιού του Haddaway, αποκλείεται.
Artist: Marvin Gaye & Tammi Terrell
Song: Your Precious Love
From: Untitled LP
Written: Valerie Simpson, Nickolas Ashford
Produced: Harvey Fucqua, Johnny Bristol
Label: Tamla
Year: 1967
Genre: Soul
Artist: Fantasia
Song: Collard Greens And Cornbread
From: Back To Me LP
Written: Warren Felder, Tiwa Savage, Andrew Wansel
Produced: Andrew Pop Wansel, Oak
Label: J
Year: 2010
Genre: R’n'B
Η χαϊδεμένη του αμερικανικού r’n'b, η Fantasia παρά τις προσωπικές περιπέτειές της με την δημοσιότητα, φτάνει στο τρίτο album της και ήδη η φήμη της “έκπληξης” του Pop Idol έχει πάει περίπατο. Δεν υπάρχει πιο σίγουρη επιλογή (για ξεκάθαρους, αλάνθαστους συνειρμούς με το παρελθόν) από τη χρήση του “Your Precious Love” του Marvin και της Tammii για το συμπαθητικό pop τραγουδάκι της. Ακούγεται ζεστό, ερωτικό και υποσχόμενο.
Enjoy!
Bετεράνοι στην παγανιά – Μέρος δεύτερο
Seal
Commitment
(Reprise / Warner Bros)
Το έβδομο album του 47χρονου Seal σε παραγωγή David Foster ακούγεται ως το υγιέστερο “ενήλικο” mainstream της εποχής του: κανονικά τραγούδια, ευχάριστος ήχος, προσγειωμένο πνεύμα, εμπειρία και ευχέρεια στα επικοινωνιακά τρικ. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα καλύτερο για έναν τραγουδιστή που κάποτε πίστεψε ότι είναι σχεδόν μεσίας (στην εποχή του “Kiss From A Rose” και της άλωσης του αμερικανικού mainstream) και μετά έπεσε κάθετα στο “χρηματιστήριο” των charts όπως άξιζε σε κάθε ματαιόδοξο της ιστορίας. Νομίζω ότι ο λόγος που “δε με ενοχλεί” ο δίσκος του Seal και μάλιστα ομολογώ ότι σε κάποια σημεία του, μου αρέσει, είναι επειδή ακριβώς ο Seal τραγουδάει (υγρά, μεστά και στέρεα) χωρίς να πιστεύει όπως παλιότερα ότι κρεμόμαστε όλοι από τα χείλη του. Το “Commitment” είναι ένας chamber pop-soul-soft rock φτιαγμένος με εγγυημένα υλικά για όλη την οικογένεια (όχι τη λοβοτομημένη οικογένεια του Stepford), ένας δίσκος μετά-την-αλλαζονεία, μετά το ψωνισμένο glamour, μετά την παραμύθα του super star. Χωρίς κανένα cuttin’ edge βέβαια, αλλά εδώ δεν το χρειάζεσαι.
6/10 (μεγάλες βραδυνές βόλτες)
Joe Cocker
Hard Knocks
(Columbia)
Στα 66 χρόνια του, ακόμα ο Joe Cocker δεν μπορεί να αποβάλλει από πάνω του την στάμπα του βρετανού που δεν γεννήθηκε στο Memphis αλλά ήθελε να τραγουδάει τα blues και τη soul. Βέβαια, σε πείσμα εκείνων που τον απέρριπταν επειδή δεν ανταποκρίνεται στα αμερικανικά περί soul στερεότυπα, ο Joe Cocker πάντα soul τραγουδούσε, πάντα με το rhythm ‘n’ blues είχε να κάνει, πάντα με μια μαύρη “ψυχή” πάλευε να τα βάλει… ακόμα και στην περίοδο που είχε πάρει αμπάριζα τα soundtracks για να τραγουδάει τα θέματα των ταινιών και να παραμένει στο pop προσκήνιο, ακόμα και τότε που ερμήνευε σούπες κατά βούληση. Το “Hard Knocks” είναι ένα συμπαθητικό album, με ένα ταπ – ταπ στην πλάτη… Είναι φτιαγμένο περισπούδαστα, με έντονα σασπένς και γωνίες, με ενέργεια και πραγματική πίστη στο πνεύμα του Ray Charles (sic) Τα τραγούδια μόνο δεν “συνεργάζονται” πανάθεμά τα… αφήνοντας τον Cocker να περιδιαβαίνει σε αφιλόξενα ρυθμκά τοπία τα εμφανή μεσόκοπα χρόνια του… Υπάρχουν κάποια εδώ (“Runaway Train“, “Get On“) που ίσως σου προκαλέσουν ένα ψιλορίγος στην πλάτη και σε κάνουν να αλλάξεις σταυροπόδι. Δεν θα σε κάνουν όμως να σηκωθείς.
5,5/10 (χειροποίητα μπαστούνια)
Δεν περίμενε κανείς κάτι λιγότερο από την αστραφτερή σαλονάτη πολυτέλεια της παραγωγής του “Olympia“, δεν περίμενε κανείς κάτι λιγότερο από την Kate Moss στο εξώφυλλο (άντε να περίμενε την Tyra Banks…), δεν περίμενε κανείς, ασχήμιες ή προχειράτζες από τον δανδή της “δαντελωτής” pop, τον 65χρονο Brian Ferry. Αυτό που εγώ όμως περίμενα είναι, τριανταεπτά χρόνια μετά το ντεμπούτο προσωπικό album του, να τσαλακωθεί λίγο συναισθηματικά και να αφεθεί να μας δείξει τις “δύσκολες” προσωπικές στιγμές του, από το να περιφέρεται ξανά με ένα μαρτίνι στο χέρι και μια περιποιημένα λυμένη γραβάτα στο λαιμό, στα μεταμεσονύκτια πριβέ πάρτι που μυρίζουν Gianfranco Ferre. Το “Olympia” είναι ένα μουδιαστικά συμπαθές album: έχει ωραία τραγουδάκια -πλούσια και γενναιόδωρα αλλά όχι ιδιαίτερα- έχει πλουμιστούς συνεργάτες (Scissor Sisters και Groove Armada αλλά και David Gilmour και Johnny Greenwood των Radiohead και σχεδόν σούμπιτους τους πρώιμους Roxy Music των 70′s, του Brian Eno συμπεριλαμβανομένου), έχει εστέτ -πλην αχρείαστες- διασκευές (“Song To The Siren” του Tim Buckley και “Tender Is The Night” των Blur), έχει αέρινη πόζα και ενατένιση αλλά φευ! Δεν έχει κανένα μα κανένα σημείο αναφοράς στον ρεαλισμό του σήμερα. Νομίζεις ότι ο Ferry υπάρχει ακόμα για να ωραιοποιεί και να ψεκάζει τα μπούστα των κοριτσιών με Ferre, πριν τα ρίξει στα σομόν σατέν σεντόνια. Ένας δίσκος που ξεπερνάει ξεχειλωμένα την ηδυπάθεια και το ναρικισισμό…
6/10 (βαποριζατέρ)
Brian Eno
Small Craft On A Milk Sea
(Warp)
Αδιαμφισβήτητα κινηματογραφικός και με τον αέρα μιας κλασικιστικής αντίληψης πλέον στις συνθέσεις του, ο Brian Eno δημιουργεί στο πρώτο album του στην Warp, ένα ανακουφιστικό αλά David Lynch τοπίο, με απίστευτη αφαιρετική ευαισθησία (νιώθεις ανατριχίλες από αυτά που ΔΕΝ κάνει στον δίσκο, περισσότερο από αυτά που κάνει) και με έναν κατακτημένο “περιβαλλοντικό” μινιμαλισμό. Το “Small Craft On A Milk Sea” είναι το αποκορύφωμα της χαμηλής τονικότητας, της υπαινικτικής μελωδίας, αυτής που γεννιέται για να συνοδεύσει ένα οπτικό όραμα περισσότερο. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να ξανασυγκινηθώ από τα “εγκεφαλικά” πειράματα του Brian Eno, ειδικά στη μετά-pop εποχή του αλλά το “Small Craft On A Milk Sea” έχει ένα όραμα -συχνά δυστοπικό- που ξεπερνάει τα όρια του απλά ενδιαφέροντος… Μετά από όλους τους Boards Of Canada αυτού του κόσμου, μετά την απαξία του ambient και τον ευτελισμό του σε ένα απλό συνοδευτικό μενουδάκι, το “Small Craft On A Milk Sea” φέρνει πάλι στο τραπέζι τον ανοιχτό φάκελλο του intelligent tech και του οργανωμένου θορύβου, σε μια εποχή που νόμιζες ότι έχει μπει για πάντα σφραγίδα σε αυτόν.
8/10 (αυτοκρατορικές βούλες)
Phil Collins
Going Back
(Atlantic)
Δεν είναι σίγουρα έκπληξη ένας δίσκος με αναπαλαιωμένες διασκευές του ρεπερτορίου της Motown από τον Phil Collins. Πάντα είχε την πετριά (από τη διασκευή του “You Can’t Hurry Love” το 1982 μέχρι το δικό του “Two Hearts” που έγραψε με τον Lamont Dozier το 1988) να τραγουδήσει soul και πάντα φρόντιζε να μας θυμίσει ότι σε αυτήν την pop χτυπάει η καρδιά του… Σήμερα στα 59 του ο Collins κάνει ολική επαναφορά και γυρνάει στη δεκαετία του ’60 και στα 4/4 της Motown με μια παραγωγή -δική του- πνιγμένη στα φώτα και στις πλούσιες ενορχηστρώσεις, στα vintage, ανώδυνα χαμόγελα και σε μια αγκαλιά τραγούδια που… το τελευταίο που είχαν ανάγκη είναι η φωνή του… Φορμαλιστικό, ελαφρώς δουλοπρεπές ως στάση και σε στιγμές αστείο (στο “Uptight” τραγουδάει σχεδόν σαν τον Duffy Duck προκειμένου να μοιάσει στον πιτσιρίκο Stevie Wonder…) το “Going Back” είναι μια μάλλον αχρείαστη επίδειξη δύναμης του Collins που θυσιάζεται στο βωμό της μαζικής ψυχαγωγίας, αφαιρώντας κάθε ψυχικό ψήγμα από τα αριστουργήματα που επιλέγει. Πραγματικά δε με νοιάζει καθόλου αν ο Phil Collins αγαπάει τη soul. Και φαίνεται ότι δεν την αγαπάει περισσότερο από μένα.
3,5/10 (εφηβικά χνούδια)
Bad Religion
The Dissent Of Man
(Epitaph)
Είναι απίστευτο το πόσο γαμάτα τραγουδάει ο Gregg Graffin ακόμα και σήμερα, στο δέκτο πέμπτο album των καλιφορνέζων punks Bad Religion. Η φωνή του έχει ταυτόχρονα μια ευγένεια αλλά και ένα “χώσιμο”, ένα γρέζι αλλά κι ένα βελούδο σιρίτι, μια μαγκιά αλλά και μια ικεσία… Θεωρώ ότι ο ένας λόγος που οι Bad Religion παραμένουν ένα γαμάτο, απίστευτα γαμάτο group, αφοσιωμένο τυφλά στην ενέργεια του δίχορδου punk είναι η φωνή το Graffin, τελεία και παύλα. Ο άλλος λόγος που το “Dissent Of Man” είναι όντως ένα θαυμάσιο punk album, είναι ότι η μπάντα παίζει γκαζωμένη, έμπειρη και αχαλίνωτη μέσα στο punk χωράφι της, γυμνασμένη πια στο πηλοφόρι των live και όχι σε κάποιο στούντιο παθητικής γυμναστικής. Μακάρι όλοι οι άμυαλοι πιτσιρίκοι που ξεμπουκάρουν από την εφηβεία τους πριν καν κλείσουν τα σπυριά της ακμής στα μέτωπά τους και αρπάζουν κιθάρες και τύμπανα, να είχαν έστω τη μισή από την πληθωρική σοφία των Bad Religion, οι οποίοι πλέον και να θέλουν, δεν θα μπορούν να ακουστούν κακοί. Μακάρι να είχα ακόμα ανάγκη την αφρισμένη ενέργεια του punk: θα ένιωθα καλύτερα να τους βάλω ένα νουμεράκι παραπάνω στο προσωπικό παιχνίδι μου με τους βαθμούς αξιολόγησης.
7/10 (amp shapers)
Ozzy Osbourne
Scream
(Columbia)
Δέκα albums μέσα σε τριάντα χρόνια είναι ένα σχετικά καλό score για την αυτού μεγαλειότητα του υπέροχα Βλαμμένου Ozzy: με το “Scream” μοιάζει πριν από όλους, ο ίδιος να παρωδεί τα ευτυχή κλισέ που τον έκαναν σύμβολο της γουρλωμένης μεταλλικής αντάρας. Επιπλέον, στο album του περιλαμβάνει πλέον όλα εκείνα τα ευτυχή κλισέ που έκαναν το παραδοσιακό βρετανικό metal, μια σταθερή αξία που οι πολλοί αγαπούν να μισούν και οι λιγότεροι αγαπούν να αγαπούν φανατικά και αδιαπραγμάτευτα. Πίσω από τους μεγαλύτερους από τη ζωή σκληροτράχηλους ρυθμούς του “Scream” ακούει κανείς όλη την γκρουβάτη τεχνολογία, όλη την ψηφιακή ευκολία που κάνει ακόμα και το metal σήμερα να ακούγεται σαν ένεση εφεδρίνης. Πυκνό, αδιαπέραστο, διαβολεμένα κινητικό και πανέξυπνο, το “Scream” είναι μια απολαυστική “όζεια” επίθεση στο σαρκαστικό πνεύμα της “σαμπαθικής” κληρονομιάς. Υπάρχουν τραγούδια που ακούγονται σαν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για το βαρυμεταλλικό, θορυβώδες, αρσενικό rock του 62χρονου Ozzy. Επιπλέον, “κλείνει το μάτι” με το εξώφυλλό του (ο Ozzy εωσφορικός κατακτητής ενός δυσοίωνου “hamburger hill”;) σε όσους είχαν σαρδόνεια χαμογελάσει με το εξώφυλλο του ντεμπούτου album του “Bark At The Moon” πίσω στο 1980…
7,5/10 (ουρλιαχτά)
Halford
Halford IV: Made Of Metal
(Metal God Entertainment)
Αντίθετα από την ευφυή αντίληψη του Ozzy περί σαρκαστικής αντιμετώπισης του παραδοσιακού metal ως βασική συνισταμένη της βιωσιμότητάς του, ο Rob Halford παίρνει περισσότερο σοβαρά από όσο ίσως θα άντεχε η αυτοεκτίμηση του metal, την ύπαρξή του και τραγουδάει στα 59 χρόνια του, ως troll της Mordor. Ένα βήμα πριν την απόλυτη παρωδία, ο Halford σώζεται μόνο όταν ξεφεύγει από το μπαράζ των κλισέ (στο ομώνυμο κομμάτι, ας πούμε). Παντού αλλού μοιάζει να στοιχηματίζει σε μια πολύ λεπτή ισορροπία που τις περισσότερες φορές μπατάρει, ότι δεν θα κουνήσει ρούπι από τις στενωπούς του θέλουν το μεταλλικό rock δέσμιο της ρουτίνας του αλλά και δεν θα αφήσει κανέναν να ξεχάσει πόσο καλό group ήταν οι Judas Priest στα τέλη των 70′s και στις αρχές των 80′s. Το τέταρτο album των Halford -της ομώνυμης μπάντας του Rob- ακούγεται σαν μία οριακά πιστή αναπαραγωγή του μύθου των μεταλλόμορφων θεών της βαριάς rock μυθολογίας, μία κλινική περίπτωση αφοσιωμένου στην “τέχνη του” ροκά που δεν διδάχτηκε και πολλά πράγματα από την φαλάκρα του…
4/10 (μαντάρες)
Will Downing
Lust, Love And Lies (An Audio Novel)
(Peak)
Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Will Downing, ένα αξιοπρεπές, χαμηλών τόνων αντίπαλο δέος στον Luther Vandross (δυστυχώς το καλλιτεχνικό αυτό ανταγωνιστικό δίπολο έμεινε ορφανό μετά το θάνατο του Luther) κυκλοφόρησε μετά από είκοσι χρόνια από τότε που ντεμπουτάρισε, ένα από τα καλύτερα albums της καριέρας του, αυτό που θα έπρεπε να έχει ηχογραφήσει ο Maxwell αντί για το αναιμικό, άτολμο περσινό ”Blacksummer’s Suite”. Το “Lust, Love And Lies” είναι ένα ερωτικό concept album που παρακολουθεί τις διακυμάνσεις μιας σχέσης του με την “κοπέλα” σε διάφορες φάσεις κορυφώσεων και υφέσεων, ένα θαυμάσιο soul (όχι r’n'b) album με εύρωστες μελωδίες, χυμώδεις, εμπνευσμένες από αυτές που θα έπρεπε να έχει σπουδάσει ο R. Kelly αν δεν ήθελε να είναι μονίμως βορά στα νύχια των αλαφιασμένων γυναικών. Το συγκριτικό πλεονέκτημα του Will Downing (ένα smooth αλλά πολύ ζωντανό και έντονο crooning) παίρνει υπέροχες διαστάσεις στο “Lust, Love And Lies“, γίνεται ένας παλλόμενος οργανισμός με πλήθος πιθανοτήτων, ακούγεται σαν σύγχρονη ποιότητα μιας επικαιρότητας που δεν έχει αλλωθεί από την μελιστάλαχτη γκρίνια των Usher και των Chris Brown αυτού του κόσμου.
7,5/10 (croons)
Jamey Johnson
Guitar Song
(Mercury)
Στα τριάντα πέντε του χρόνια ο Jamey Johnson από την Alabama έχει ηχογραφήσει μόλις τέσσερα albums και ήδη… ακούγεται ως βετεράνος και μάλιστα πολύ πιο ψημένος από κάποιους αυτής της δεκάδας. Το “Guitar Song“, ένα χορταστικό διπλό album χωρισμένο σε “Μαύρο Μέρος” (με τις απαισιόδοξες, δύσκολες ιδέες) και σε “Λευκό Μέρος” (με τις αισιόδοξες, χαρούμενες) ακούγεται σαν ένα γνήσιο country rock album κατευθείαν από την μοσχομυριστή αμερικανική επαρχία, φτιαγμένο από έναν outlaw που με κάποιο τρόπο τον δέχτηκαν πίσω στο “μαντρί” του Nashville επειδή ίσως η βιομηχανία διαισθάνεται ότι μόνο με τους “παρίες” μπορεί να ανανεωθεί… Η συνθετική υπεροχή του Johnson πατάει στην μοναδικότητα του Johnny Cash και την περίσκεψη του Kriss Kristofferson, παράγει country rock της ρόδας και του ξύλινου φράχτη με έναν πόνο παραπάνω: ο Johnson φαίνεται να πήγε στην πόλη και να επέστρεψε αποφασισμένος να την εγκαταλείψει για πάντα. Γι’ αυτό ακούγεται ολοκληρωμένος σαν δημιουργός, με μια γκάμα εμπειριών να σιγοβράζει στα θέματά του, βαθύς και σε στιγμές βαρύς…, αφηγηματικός, παραδοσιακός αλλά και με πλήρη επίγνωση ότι η country χωρίς το rollin’ του rock φαίνεται ως λειψή και δύσοσμη βλάχα… Το “Guitar Song” είναι το album που κάνει την americana να ακούγεται σαν αστικό καπρίτσιο και επαναφέρει στην country την αγνότητα των πλατιών οριζόντων της αλλά και την μοναχική, εσωτερική φωνή του cowboy που νιώθει καλύτερα όταν στοχάζεται παρά όταν φλερτάρει…
8/10 (γδαρμένα δέρματα)
Kings Of Leon – Come Around Sundown
Τα αδερφοξαδέρφια Followill όταν τραγουδάνε ακούγονται σαν να καίγονται στις φωτιές ανομολόγητων προσωπικών κολάσεων και δεν-ξέρω-και-γω-σε-τι άλυτα προβλήματα. Ο Antony Caleb Followill συγκεκριμένα ακούγεται σαν τον Greg Allman σε πολλά ζόρια και με βαριά στις πλάτες την παράδοση του νότιου, ηλεκτρισμένου rock τους. Ωστόσο αν δοκιμάσεις να νιώσεις λίγη από την “πάστα” του βάρους τους, αν χωθείς λίγο βαθύτερα στα τραγούδια του πέμπτου album τους, αυτού που έρχεται μετά από το breakthrough τους “Only By The Night“, του 2008, νιώθεις λίγο εκτεθειμένος μέσα σε ένα μάλλον “κοσμικό πάρτι” (αλλά στη φάρμα) και λίγο αμήχανος απέναντι στη συντηρητικότατη, βιομηχανική σχεδόν αντίληψη με την οποία γράφουν τα… εμ… “alternative rock” τραγούδια τους… Δεν μυρίζεις πουθενά το rock που ευαγγελίζονται. Στη θέση του αντίθετα, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με την “μετρημένη αυτοπεποίθηση” πέντ’ έξι τύπων που αντιμετωπίζουν τη φόρμα σαν θεό και το στιλ ως απόλυτο ζητούμενο. Για αιχμές και αμυχές κανένας δεν είδε, κανένας δεν άκουσε.
Το “Come Around Sundown” δεν έχει άσχημα τραγούδια. Δεν έχει φάλτσα να σε διώχνουν, δεν έχει προχειροδουλειές, ούτε κάτι πραγματικά εξοργιστικό να σε αναστατώσει. Ίσως αυτό είναι το πρόβλημα… Κυλάει όλο μέσα σε μια στιλιστική νιρβάνα περί “σωστού”, υποδύεται το αυθεντικό, παριστάνει το “βρωμικιάρικο” (αλλά μοσχομυρίζει ενισχυτικά αποσμητικά), εκμεταλλεύεται την φρέσκια στροφή του αμερικανικού rock στις ρίζες του σαν να είναι πανάκεια και πράσινο φως στην απόκτηση του credit και κομπάζει για την υποτιθέμενη “ανωτερότητα” του βαρύθυμου mid tempo -κυρίως- rock των προγόνων (Allman Brothers, Dickie Betts Band κ.λπ.) αλλά και των πρόσφατων grunge επίγονων (Alice In Chains, Pearl Jam κ.λπ.) χωρίς όμως, ούτε τη νότια υγρασία των πρώτων, ούτε την αυτοκαταστροφική ντρόγκα των δεύτερων. Οι Kings Of Leon είναι το τέλεια σχεδιασμένο rock group για τη γενιά των είκοσι – κάτι που θεωρούν τον Bruce Springsteen παραδοσιάρχη της προϊστορίας και τους Aerosmith του “Pump“, βαρύ rock… Δε ρισκάρουν τίποτα, δεν διακινδυνεύουν να επικοινωνήσουν οτιδήποτε αμφισβητήσιμο, δεν βάζουν πουθενά τα χέρια τους στα κάρβουνα. Ωστόσο παλεύουν να μας πείσουν ότι το κάνουν.
O Αnthony Followill ως νέος ποζέρ -ωραίος, ρωμαλέος με βλέμμα σκοτεινό, φωνή τσαλακωμένη (σαν χαρτοπετσέτα σε design δείπνο), εκτόπισμα super ήρωα και κίνηση προγραμματισμένου επιβήτορα- ακούγεται αλάνθαστα “rock” όταν τραγουδάει -πάντα “φλεγόμενος”- αλλά πουθενά δεν φαίνεται το γιατί φλέγεται, ενόσω ο Cameron παίζει την πιο αυτάρεσκη κιθάρα της πιάτσας – τραγανή, δυνατή, ανυποχώρητη μπροστάρισα και ελαφρώς κουδουνιστή. Και όπως είπαμε, τα τραγούδια του album αυτού κυμαίνονται από την διεκπεραιωτική πλήξη (το ”Face” παριστάνει το απεγνωσμένο αλλά στην ουσία συγκεντρώνει όλα τα κλισέ του ντουνιά σε ένα μόνο μοτίβο) μέχρι την ακαταμάχητη γκρουβαριστή πουτανιά (το “Pony Up” είναι θαυμάσιο αλλά με έναν ασφαλή, ακίνδυνο τρόπο). Τα singles “Radioactive” και “Pyro“, αλάνθαστα κι αυτά στο ρολάρισμά τους, ακαταμάχητα μοντέρνα μέσα στην παλιακή αύρα του “αξιόπιστου” ακούγονται σαν τραγούδια που δεν βρίσκεις τίποτα να τους προσάψεις. Σχεδόν ορκίζεσαι ότι γράφτηκαν με αυτή τη λογική, “να μη βρεθεί κανείς να μας την πει για κάτι“… Ωστόσο… Σε όλη τη διάρκεια του “Come Around Sundown” έχω μια αίσθηση “έκτακτης ανάγκης” η οποία δεν εμφανίζεται ποτέ. Στην πρίζα κάπως αλλά μάταια.
Η παραγωγή, τέλος, του Άγγελου Πετραλιά (…) δεν έχει τίποτα που να μην έχεις ξανακούσει, διαθέτει όμως αυτή την καθαρότητα (την καθαριότητα…) που δεν είχες ανάγκη να ακούσεις στους Kings Of Leon. Τους αφαιρεί κάθε ψόγο και αυτό μου τη σπάει ανεπιστρεπτί. Πίσω στην επιτήρηση των Black Keys…
6/10 (άσφαιρα ηλιοβασιλέματα)
Οι αμερικανιές: δέκα από τα πολλά
Δέκα “δείγματα” του τι συμβαίνει δισκογραφικά αυτή την εποχή στις Η.Π.Α.
Gin Blossoms
No Chocolate Cake
(429 Records)
Στο πέμπτο album τους, οι Gin Blossoms από την Arizona, παίζουν εκείνο το απόλυτα κορπορατικό, απόλυτα βιομηχανοποιημένο pop rock υβρίδιο κάπου μεταξύ Smithereens και Deep Blue Something, κολλεγειακού sitcom και ενός νέου mainstream ήχου που αντλεί την ισχύ του από αυτό που οι Αμερικανοί ονομάζουν “εναλλακτικό”. To “No Chocolate Cake” δεν διαθέτει απολύτως τίποτα εναλλακτικό (και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό), αντιθέτως έχει μέσα του τη “βαθιά αμερικανιά” αλλά σε πιο “νεανικό” και “αφελές” παρότι υπάρχουν πάνω από είκοσι χρόνια ως όνομα. Βαρετός δίσκος, χωρίς τίποτα πραγματικά κακό να του προσάψεις, γεμάτος φωνές -κυρίως του Robin Wilson- που προσποιούνται τις συναισθηματικά φλογισμένες και μελωδίες -κυρίως του Doug Hopkins- που διεκδικούν πρωτεία αφέλειας και “σιγουράτζας”. Δεν υπάρχει τίποτα “επικίνδυνο” σε αυτό το album, δεν διακυβεύεται απολύτως τίποτα σε επίπεδο “δράματος” και ακούγεται ως το album που μια μοντέρνα μαμά, θα χαιρόταν να ακούει το παιδί της.
4/10 (ψόφια κέφια)
Οι Weezer φτάνουν στον ένατο δίσκο τους μετά βαϊων, κλάδων, τρελού χαβαλέ και επίμονης προσήλωσής τους στο fun – χωρίς – όρια. Το “Hurley” με εξώφυλλο που κοσμείται από το Jorge Garcia που υποδήθηκε τον φοβερό Hurley στο “Lost” περιέχει τραγούδια σαν την ίδια την κυριακάτικη, ηλιόλουστη, ντε και καλά χαμογελαστή χαρά της ζωής. Πουθενά δεν λοξοδρομούν από τον μονόδρομο της κιθαριστικής power pop τους, φροντίζουν πάντα οι κιθάρες τους να κάνουν κοφτά και στακάτα ”γκα-γκα-γκα” ακόμα κι εκεί που δεν χρειάζεται και καταλήγουν περιχαρείς στο συμπέρασμα ότι η ζωή είναι αυτό ακριβώς: ένα πανηγύρι με φίλους σε μία ημιάγρια νύχτα έξω, χωρίς δεύτερες σκέψεις, αλλά με ενσωματωμένο ένα ευέλικτο “πνεύμα” – κληρονομιά από το κολλέγιο και τις αναμνήσεις που δημιούργησε. Όλα αυτά με τισιμπημένα ντεσιμπέλ με σαφείς εξημερωμένες punk εμπειρίες και με θεματολογία μεταξύ Offspring και πρώιμων Green Day (“Πού Είναι Το Sex Μου;”, “Όλοι Οι Φίλοι Μου Είναι Έντομα”, “Έξυπνα Κορίτσια”, “Ζήτω Η Ζωή” και τέτοια…). Απλοϊκοί αλλά ειλικρινείς, οι Weezer φτιάχνουν επαγγελματικό buddy rock για παιδιά όλων των εποχών.
6/10 (μπιρόνια)
Το “φρόνιμο”, εξημερωμένο νεοϋορκέζικο alt.rock των Walkmen μετά από πέντε albums και οκτώ παιδεμένα χρόνια έχει μεταμορφωθεί σε ένα παχύρευστο κράμα από φιλολό αναζητήσεις και κάπως έμμεση θεματολογία που κάνει τη φωνή του Hamilton Leithauser να “φλέγεται” όπως πάντα, αλλά αυτή τη φορά ελαφρώς πιο στιλιστικά από όσο θα έπρεπε. Το πώς θα έπρεπε δε, το έχουν οι ίδιοι ορίσει με προηγούμενα έργα τους… Tα έγχορδα ακούγονται στο album τους, λίγο επιδεικτικά πλέον μέσα στην vintage ατμόσφαιρά τους, οι συνθέσεις τους είναι πιο μεθοδικές και οργανωμένες τεχνικά (αλλά αυτό δεν μετατρέπεται σε πλεονέκτημα στο “Lisbon“), οι έντεχνοι σπόροι που έχουν σπαρθεί στη γενιά τους τελευταία, μετατρέπουν την όλη ατμόσφαιρα του album σε ένα ρομαντικό πλην όμως, “κολλημένο” κάπως ύφος που γειώνει ακόμα και τις πολύ όμορφες στιγμές τους (“Blue As Your Blood“, “Woe Is Me“) και κάνει τις πιο μέτριές τους, πραγματικά πληκτικές (“Victory“). Το “Lisbon” ακούγεται πιο καθαρό τεχνικά αλλά και πιο αποσυναρμολογημένο συναισθηματικά.
6/10 (φιλολό βραδιές)
Deerhunter
Halcyon Digest
(4AD)
Ο Bradford Cox στο τέταρτο album των Deerhuner φαντάζει στ’ αυτιά μου, ως ένας ικανός πλην αυτοκαταστροφικός τραγουδοποιός που ξεκινάει το ξήλωμα της ζωής του από το ίδιο του το έργο: σκοτώνει στα ίσα τα τραγούδια του που ομολογουμένως βασίζονται σε γερές ιδέες, παρουσιάζει μια παροιμιώδη άρνηση να ολοκληρώσει τις μελωδίες του σαν να είναι αυτός βασικά ο σκοπός του, ακούγεται όπως θα ακουγόταν ο Black Francis αν δεν είχε συναντήσει ποτέ την Kim Deal, σαν ένας ελλειπτικός -λοξός μάλλον- υπερνευρωτικός άνθρωπος με ένα ταλέντο να σκαρώνει diy ήχους αλλά με καμία ενσυναίσθηση, για τους παραλήπτες της δουλειάς του. Δηλαδή, ο Cox ακούγεται σαν να μην θέλει να απευθυνθεί. Υπό αυτό το πρίσμα, το “Halcyon Digest” ακούγεται ως ένα δίχρωμο, ατμοσφαιρικό δωμάτιο που έχει εξαιρετική δυνατότητα να γίνει φιλόξενο και ευπρόσωπο living room αλλά ο νέος νοικάρης του επιμένει να το κρατάει ως αποθήκη επειδή δεν θέλει να αποχωριστεί τις κούτες με τις αναμνήσεις του… Δυσκοίλιο και αντιεπικοινωνιακό album, ωστόσο όμως αφήνει κάποιες σχισμές ότι μπορεί κάποια στιγμή ο δημιουργός του να εξοικειωθεί με τις παρουσίες άλλων ανθρώπων γύρω του. Καθόλου δεν μπορώ να συμμεριστώ το “κύμα” υπέρ των Deerhunter.
4,5/10 (Μαφάλντες)
Stars
The Five Ghosts
(Vagrant)
Πέμπτος δίσκος για τους εξαιρετικούς Stars από το Toronto του Καναδά, ένα group που σε όλη τη διάρκεια των 00′s επέμεινε ευτυχώς σε μια ισορροπημένη, ψύχραιμη, πολύ καλά εκπαιδευμένη indie pop, περίτεχνη και “μορφωμένη” η οποία μοιάζει να κορυφώνεται με το “Five Ghosts“, ένα album που χρειάζεται κυριολεκτικά “μελέτη”. Δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα με την pop των Stars: αποτελεί την πιο ιδανική συνέχεια των Beautiful South, διαθέτει εκείνη την μαγεία της βαρύτιμης εναλλακτικής chamber αισθητικής που επιτρέπει στον ήχο να καταταχθεί ως μια κλασική, all-weather μουσική πρόταση, διαθέτει ταυτόχρονα αθωότητα και επαγγελματισμό, είναι άμεση και καθαρή αλλά ακούς “από κάτω” τα “θέματα” (όπως issues) να σιγοβράζουν και προτείνει τα καλύτερα αντιστικτικά φωνητικά αγοριού – κοριτσιού (η Amy Millan και ο Torquil Campbell) από την εποχή της Briana Corrigan και του Dave Rotheray. Mε θαυμάσια τραγούδια που φέρουν εύγλωττους τίτλους όπως “Πέθανα Για Να Μπορώ Να Σε Στοιχειώσω”, “Ονειρεύεται Ότι Είναι Ξύπνιος”, “Δεν Θέλουμε Το Σώμα Σου”, “Ψόφιες Καρδιές” κ.λπ. το “Five Ghosts” είναι ένα album που πυροδοτεί θύελλες συζητήσεων.
7,5 (έξυπνα φαντάσματα)
Ray Davies & Various
See My Friends
(Universal)
Η ειρωνία εδώ είναι ότι το απόλυτα εστέτ βρετανικό σύμβολο, ο Ray Davies των Kinks που έχει να εμφανιστεί στη δισκογραφία από το 2007, παίρνει εμβληματικά τραγούδια του καταλόγου του και τα ερμηνεύει παρέα με διάφορα μεγαθήρια μικρά και μεγάλα της αμερικανικής παράδοσης στο μεταίχμιο μεταξύ mainstream και alternative. Έτσι η “Lola” τραγουδιέται από την Paloma Faith (σαν να βγάζει τα πωθημένα της το λέει αλλά εγώ συνεχίζω να μην πολυκαταλαβαίνω γιατί θεωρείται ιδιαίτερο αυτό το κορίτσι), οι Metallica λένε το “You Really Got Me” (εδώ φαίνεται η αξία του αρχετυπικού metal riff), ο Bruce Springsteen το “Better Things” (πώς το heartland rock παντρεύεται με το σαρκαστικό αγγλικό πνεύμα, δεν είμαι σίγουρος ότι το πιάνω), ο Jackson Browne το “Waterloo Sunset” (με δέος, ωριμότητα και ένα τρίκλισμα που μ’ αρέσει), οι Mumford & Suns το “Days” μαζί με το “This Time Tomorrow” σε medley (ωραίο accapella, rootsy και ροδομάγουλο), η Amy McDonald το “Dead End Street” (χωρίς να αλλάξει ιδιαίτερα τον βαριετέ ρυθμό του), οι Spoon το “See My Friends” (επαρχιώτικη jangly κιθαριστική pop με μια σχετική φρεσκάδα), ο Black Francis το “This Is Where I Belong” (κλασικότατος στον τρόπο του και πιο Neil Young απότι Pixies), o Gary Lightbody των Snow Patrol το “Tired Of Waiting” (χωρίς να του αφαιρέσει από το shake αίσθημα που πρωταρχικά είχε συν μια επιπλέον vintage ιρλανδική αθωότητα), ο Billy Corgan το “All Day And All The Night” και το “Destroyer” σε ένα ενδιαφέρον medley (σαν τσαντισμένος mod με μεταλλικές κιθάρες), η Lucinda Williams και οι 88 το “Long Way From Home” (παραπονιάρα και ορκισμένα “άλουστη”) και τέλος οι 88 μόνοι τους -χωρίς Lucinda- το “David Watts” (υπερχαρούμενο και ασυγκράτητο, όπως πρέπει). Εδώ καταλαβαίνεις όχι μόνο την υπεροχή των συνθέσεων του Davies αλλά κυρίως την μειονεκτικότητα των επιγόνων του…
6/10 (ηλιοβασιλέματα στο Βατερλό)
Elton John & Leon Russell
The Union
(Mercury)
Φαίνεται ότι ο Elton John στο τριακοστό στούντιο album του νιώθει ότι έχει ανάγκη από ενισχυτικές συνεργασίες για να επιβεβαιώσει ότι καταρχήν “έχει τελειώσει με την pop” και κατά δεύτερον ότι το μόνο που μένει στην επεισοδιακή, ταραχώδη και άνιση καριέρα του είναι η απόκτηση ενός credit που αναζητά τη ρίζα του στο χρόνο (στο παρελθόν, την παράδοση και τις πηγές της τραγουδοποιίας του). Εδώ και κάποια χρόνια πειραματίζεται με την country, το αμερικανικό rock της ενδοχώρας και τα mix’n'match των μνημών του. Στο “Union” συνεργάζεται με τον ημι-απόμαχο βετεράνο τραγουδοποιό Leon Russell (σεβασμός στην ταλαιπωρία της γενειάδας) και άλλους καλεσμένους από το κορυφαίο πλανητικό επιτελείο των μεσόκοπων, όπως ο Bono, ο Don Was, ο Brian Wilson και ο Booker T, όλοι κάτω από μια εργώδη νεο-παραδοσιακή παραγωγή του T-Bone Burnette. Αν εξαιρέσεις τα slow motion συναισθήματα, το γεγονός ότι τραγουδούν πασχίζοντας (δεν μπορούν πάντα να βγουν ασπροπρόσωποι στον αγώνα με το rollin’) και το ότι συνθετικά δεν έχουν απολύτως τίποτα να προσθέσουν σε μια παράδοση που τους αγκαλιάζει μεν, αλλά δεν τους παρέχει κανένα λάκτισμα πλέον, το “Union” ακούγεται σαν ένα σεβαστό album αλλά με οστεοπόρωση. Περισσότερο ένιωσα να με στεναχωρούν τα “κιμπάρικα” τραγούδια των δύο τους παρά να με κάνουν να νιώθω οικεία. Περίεργος δίσκος.
6,5/10 (μπλε χαπάκια για να θυμίζουν τα κίτρινα πριν τα κόκκινα…)
Pretty Reckless
Light Me Up
(Interscope)
Αν οι Hole είχαν τραγουδίστρια την Suzi Quattro, με παραγωγή από τον Steve Albini σε φάση “ώρα-να-κονομήσουμε”, κάτι σαν το “Light Me Up” θα είχαν παράγει. Βέβαια, όσο ο δίσκος κυλάει και το glam hard rock των νεοϋορκέζων Pretty Reckless απλώνεται αυτάρεσκα και ελαφρώς δραματικά στο χώρο, είναι εύκολο και εύστοχο να κάνετε και άλλους συνειρμικούς συνδυασμούς: η Lita Ford τραγουδίστρια των Daisy Chainsaw, η Amy Lee στις Runaways, ή η Doro σε κλωνοποιημένο κουαρτέτο από πανομοιότυπες Avril Lavigne. Ενώ η φωνή της -ok, κούκλας- μοντέλου και ηθοποιού και τραγουδίστριας Taylor Momsen έχει ένα ακαθόριστα υποσχόμενο knack, έχεις την εντύπωση ότι όλη αυτή η ντε και καλά σύμβαση να ακουστούν σύγχρονοι, crunchy και επικοί ως μπάντα, τα κάνει όλα μαντάρα. Στο “Light Me Up” η βιομηχανία μυρίζει υπερωρίες, τα μεταλλικά riffs μοιάζουν με αναπαλαιώσεις των early 70′s σε haircut περίβλημα για την γενιά που γνωρίζει το grunge ως αστικό μύθο και τα καπρίτσια στη φωνή της Momsen αρχίζουν να στη δίνουν οριακά στα νεύρα.
4/10 (spandex)
Plain White T’s
The Wonders Of The Younger
(Hollywood)
Το ότι μου αρέσει ο τρόπος που τραγουδάει ο Tom Higgenson μόνο ως “ένοχη απόλαυση” μπορώ να το θεωρήσω, καθώς πουθενά στον έκτο δίσκο των Plain White T’s, μέσα στα δέκα χρόνια ύπαρξής τους ως group, δεν υπάρχει ένα σημείο, ένα πέρασμα, μια έστω φευγαλέα ένδειξη ότι το κολεγειακών “κουσουριών” ψιλο-alt.rock – pop μείγμα τους, “σοβαρολογεί”. Ενώ εντεχνίζουν με άνεση, ενώ έχουν μια αξιοθαύμαστη άνεση να αλλάζουν μέσα στο ίδιο τραγούδι διαθέσεις και ατμόσφαιρες (κρεσέντα και υφέσεις και καταπτώσεις και ζενίθ και κορώνες, όλα μαλλιά – κουβάρια), ενώ δεν γράφουν άσχημα τραγουδάκια, ενώ ο Tom -είπαμε- τραγουδάει σαν “κυριακάτικο πρωινό” και μπράβο του, οι Plain White T’s ακούγονται μονίμως σαν να σπουδάζουν τους τρόπους γραφής των προτύπων τους. Μοιάζουν σαν να λένε αλλεπάλληλα “κοίτα τώρα, τι ωραία κάνουμε τους Wings” ή “άκου τι γαμάτο Ben Folds Five φτιάξαμε” ή “ρε συ -τέλεια!- αυτό είναι φτυστό Electric Light Orchestra“, ή “guys, τό’χω: ακούστε το απόλυτο mid-70′s Elton John” ή ίσως “έλα μωρέ, τι καλύτερο έχουν οι Keane από αυτό;” Πράγματι έχουν δίκιο στους ισχυρισμούς τους, αν ακούσετε με καλή διάθεση το “Wonders Of The Younger“. Ωστόσο πουθενά δεν θα σας έρθει να πείτε “ρε συ άκου τι γαμάτοι οι Plain White T’s!”.
5,5/10 (συστημικές αναπαραστάσεις)
Maine
Black & White
(Warner Bros)
Αυτό που απολαμβάνω πραγματικά στο τρίτο album των πενταμελών Maine από την Arizona, είναι ότι ξέρουν να γράφουν τραγούδια -λυγερά, “πανέτοιμα” για όλα και φασαριόζικα- όπως αρμόζει σε ένα γνήσιο good-time buddy group που μπαλαντζάρει ανάμεσα στο corporate και το alt.rock. Και εδώ σταματούν μάλλον αυτά που απολαμβάνω στους Maine: διότι καλή και δεξιοτεχνική η εν λόγω μπαλάντζα τους αλλά συχνά πυκνά το “Black & White” σε προκαλεί να τους φωνάξεις “αποφασίστε αν θέλετε να είστε Aerosmith ή Black Crowes” ή ακόμα χειρότερα, “Fall Out Boy ή The Fray“! Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα λοιπόν και ας κάνει ότι μπορεί ο Howard Benson στην παραγωγή να τους τονίσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και ας τραγουδάει σπαθάτα και αρκούντως βραχνιασμένα ο John O’ Callaghan σαν μια τομή του Steve Tyler (των Aerosmith) και του Bon Jovi. Το “Black & White” είναι συντηρητικό (αν και δυνατό), κλισαρισμένο (αν και τραγανό), αμερικανικότατο (αν και σαλεύει) και πνιγμένο στα πέντε ακόρντα της ορκισμένης μπιροκατάνυξης. Δε γίνεται όμως δουλειά έτσι.
5,5/10 (χέρια ψηλά)
Οι βετεράνοι: τα εξήντα είναι τα νέα είκοσι (επί τρία)
Συντάσσομαι πλήρως με την πεποίθηση του Alex Kapranos: “Οι μόνες ιδέες που έχουν ενδιαφέρον είναι αυτές που δεν είναι στη μόδα“. Με αυτή την έννοια, συνεπής hipster είναι ο ντεμοντέ hipster, αυτός που υιοθετεί σήμερα αυτό που θα οικειοποιηθεί αγελαία το πλήθος των hipsters αύριο. Ενδεχομένως οι παρακάτω βετεράνοι, απόμαχοι, μεσόκοποι, πρωτοπόροι, “ξωφλημένοι” (τοποθετήστε εσείς στον καθένα αυτό που σας ταιριάζει) να δίνουν την αίσθηση ξεφτισμένου δεινόσαυρου που δεν έχει καν τη δύναμη να βρυχηθεί, ωστόσο επιμένουν στην επικαιρότητα.
Είναι όμως πράγματι έτσι;
Όλες οι παρακάτω κυκλοφορίες είναι φρέσκες -τριμήνου- και παρατίθενται κατ’ αλφαβητική σειρά των καλλιτεχνών. Προς μεγάλη έκπληξή μου καμία από αυτές δεν κατεβαίνει από τη βάση του μέτριου…
Bachman & Turner
Bachman & Turner
(Rock Band Entertainment)
O Randy Bachman και ο Fred Turner από το Winnipeg της Manitoba, αμφότεροι στα 67 χρόνια τους αποφάσισαν να βγουν να παίξουν αυτό το καναδικό, αγέρωχο, συντηρητικότατο hard boogie rock μετά από είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια που έχουν να μπουν στο στούντιο μαζί. Έχοντας λύσει στα δικαστήρια, εν μέρει, τις διαφορές τους με τον τρίτο της παρέας που φαινόταν ότι έχει δεσμεύσει το αυθεντικό όνομά τους Bachman Turner Overdrive και BTO, ο Bachman και ο Turner μπορούν πλέον να αφεθούν στο εντελώς παρωχημένο σκληρό booze rock τους και τα καταφέρνουν μια χαρά: οι συνθέσεις τους είναι γερές, η στερεοτυπική θεματολογία τους είναι ανέγγιχτη από το 1974 (με τίτλους όπως “Ο Καβαλάρης Του Φεγγαρόφωτος”, “Το Rock ‘n’ Roll Είναι Η Μόνη Διέξοδος”, “Παράλληλο Ρολάρισμα”, “Είδα Το Φως Μου“ κ.λπ.), τα riffs τους είναι πραγματικά πιασάρικα, η αίσθηση του machismo είναι κυρίαρχη… Δεν τα λένε άσχημα οι γερόλυκοι (sic) και μερικά τραγούδια τους είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά (“That’s What It Is”, “Waiting Game“). Αν καταφέρει να ξεπεράσει κανείς το πλήρες αναχρονιστικό κλίμα, ίσως και να βρει ένα λόγο…
6/10 (βραχνές αντρικές κορώνες)
Brian Wilson
Reimagines George Gershwin
(Disney Pearl Series)
Ο ένατος προσωπικός δίσκος του απόλυτου ενορχηστρωτή της αμερικανικής rock μουσικής, είναι απόλαυση: ο Wilson έπεισε την Disney, αντί να ηχογραφήσει ένα album με διασκευές των τραγουδιών από τις ταινίες της, να φτιάξει ένα δίσκο στον οποίο θα ακούγεται η δική του άποψη για το πώς πρέπει να “ηχούν” οι Gershwin σήμερα. Στα 68 χρόνια του ο ευφυής καλιφορνέζος Wilson περιδιαβαίνει στον μελωδικό “κήπο” του George και του Ira Gershwin με έναν απόλυτα απολαυστικό τρόπο, πλήρως ξεμυαλιστικό. Αν υπάρχει ένας συνειρμός της παραδείσιας αίσθησης στη φαντασία, αυτός έχει να κάνει σίγουρα με το πώς ακριβώς ενορχηστρώνει ο Wilson, τα classics όπως τα “I Loves You Porgy“, “Summertime“, “Ain’t Necessarily So” αλλά και το πώς ολοκληρώνει και δύο μελωδικά σκαριφήματα των Gershwin από το συρτάρι, που είχαν μείνει μισά (μαζί με τον συνεργάτη του Scott Bennett, τα “The Like In Love You” και ”Nothing But Love“). Το ακροατήριο αυτού του album είναι πρωταρχικά ενήλικο αλλά δεν θα έπρεπε: πιτσιρικαρία είναι αυτή που έχει περισσότερο ανάγκη να ‘”μορφωθεί” για τα “πώς”, η ίδια πιτσιρικαρία που μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν το θαύμα των Beach Boys στα 60′s λάτρεψαν μετά τον Randy Newman, τους Electric Light Orchestra, τον Trevor Horn, τον Peter Gabriel, τον Paul Simon, τους Eels, τον Ben Folds - όλη την ατέλειωτη σειρά ονομάτων που επηρρεάστηκαν από την επινοητική τέχνη του Brian Wilson…
8/10 (ηχητικοί τοίχοι)
Crowded House
Intriguer
(Mercury)
Στα 52 χρόνια του, ο νεοζηλανδός Neil Finn καταφέρνει να κυκλοφορήσει τον έκτο δίσκο των Crowded House μέσα σε είκοσι πέντε χρόνια, με πλήρη απαρτία των αρχικών μελών του group. Το “Intriguer” (έρχεται τρία χρόνια μετά το “Time On Earth“) λειτουργεί ούτε λίγο ούτε πολύ ως ένας πρότυπος μπούσουλας για το πώς θα έπρεπε να ακούγεται το mainstream: κλασικές μελωδικές προσεγγίσεις, συναισθηματική ευρύτητα στη θεματολογία, στρογγυλά σχήματα στις ιδέες, ενορχηστρώσεις που εξυπηρετούν ένα συνολικό, συνεκτικό όραμα και μια συγκινητική ειλικρίνεια στην εκτέλεση. Δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόταν κανείς, ότι το “Intriguer” είναι το καλύτερο album των Crowded House μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους. H τραγουδοποιητική ικανότητα του Neil Finn είναι σφοδρή: σχεδόν μένεις άφωνος με το πώς χτίζει ολόκληρα ηχοπλαστικά οικοδομήματα στα αυτιά σου, παραμένοντας ταυτόχρονα άμεσος και προσιτός. Το κουαρτέτο βρίσκεται σε θαυμαστή ακμαιότητα – μαζί με τον Neil Finn στην κιθάρα και το πιάνο, βρίσκονται ο Nick Seymour στο μπάσο, ο Mark Hart στην κιθάρα και τα πλήκτρα και ο Matt Sherrod στα drums. Οι Crowdies έφτιαξαν έναν υπέροχο δίσκο που θες να τον πάρεις αγκαλιά. Ακούγεται στα αυτιά μου πιο νεανικός και χυμώδης από οποιαδήποτε “φατσούλα” στο εξώφυλλο του NME.
8/10 (χειροκροτήματα)
Doobie Brothers
World Gone Crazy
(HOR Records)
Στα 62 χρόνια του, ο Tom Johnston (η ψυχή και οι κιθάρες των Doobies) μαζί με Pat Simmons (κι άλλες κιθάρες), John McFee (ακόμα περισσότερες κιθάρες και έγχορδα πάσης φύσης) και Michael Hossack (τύμπανα) κυκλοφορεί το δέκατο τρίτο album της καριέρας τους, μετά από τα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν από το προηγούμενό τους “Sibling Rivalry” το 2000. Οι καλιφορνέζοι Doobies αφήνουν πίσω τους την λευκή γαλανομάτα soul που τους χάρισε και τις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες τους και καταπιάνονται με το boogie rock από όπου ξεκίνησαν το 1971. Μάλιστα ως πρώτο single του νέου αυτού έργου τους επιλέγουν την ανακατασκευή του πρώτου ever single τους, “Nobody” του 1971 – μια πολυσήμαντη δήλωση περί ατέρμονων κύκλων του rock… Το “World Gone Crazy” σφύζει από ζωή. Ρολάρει μέσα σε ένα ανθρώπινα φτιαγμένο, έστω πρωτοεπίπεδο boogie (στο ομώνυμο, στο “Chateau“, στο “Young Man’s Game“), χαίρεται την κίνησή του, στριφογυρίζει με διαύγεια και πλήρη συνειδητότητα στα μέρη όπου η νεανική αδρεναλίνη του γεννούσε ερωτική δημιουργικότητα και ακούραστα “απαντάει” στα γιατί αυτής της κυκλοφορίας. Οι μελωδίες τους είναι απολαυστικές (“Far From Home”, “A Brighter Day“), το latin rock τους επίσης (“Old Juarez“) και οι καλεσμένοι τους καίριοι (ο Michael McDonald από τα παλιά στο soulful “Don’t Say Goodbye” και ο Willie Nelson στο country “I Know We Won“). Δεν γίνεται να μη θαυμάσεις…
6,5/10 (μουστάκια)
Dr. John & The Lower 9-11
Tribal
(Proper)
Πάντα η μουσική του Dr. John, 70 ετών αισίως φέτος, ακούγεται στα αυτιά μου σαν μια χύτρα που κοχλάζει. Αν σηκώσεις το καπάκι, έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα απίστευτα πλούσιο σε χρώματα και σχηματισμούς χαρμάνι που “χορογραφείται” μέσα στο τσουκάλι και φωτίζεται από τα ίδια τα πάθη του, παίζει με τον θεατή του, “πιτσιλάει” μικρο-εκρήξεις βρασμού και “δένει” σαράντα πέντε χρόνια τώρα τον κύριο Gris-Gris, άρρηκτα με τον πολιτισμό της Νέας Ορλεάνης. Το “Tribal” (δύο χρόνια μετά το “City That Time Forgot“) είναι ένα από αυτά τα εξαιρετικά χαρμάνια στα οποία το zydeco, η νότια jazz και το λεπταίσθητο, γκρουβαριστό funk γίνονται μια απίστευτα εύγευστη sauce που θες να κολυμπήσεις μέσα της – όχι να τη φας απλά. Ώριμο, ιδιαίτερο και πάντα με ένα tongue-in-cheek έτοιμο να αναποδογυρίσει το τραπέζι (και να μυρίσει το σπίτι από την “αρχαία” sauce), το “Tribal” είναι ένα album που ξέρω ότι θα κάνει κάποιους γνωστούς μου να μεθύσουν πριν ακόμα πατήσουν το “play”. Υπάρχουν τραγούδια εδώ που τα ακούς καλύτερα όταν έχεις “περάσει” θετικά το test της τελετής (“When I’m Right, I’m Wrong”, “Sleepin’ In My Bed“…). Τα σέβη μου.
8/10 (ματζούνια της νύχτας)
Eric Clapton
Clapton
(Reprise)
Μετά από τους Yardbirds, τους Cream, μια καριέρα δεκαενιά ως σήμερα albums, τη φήμη του σπουδαιότερου εν ζωή ηλεκτρικού κιθαρίστα, συν ένα χρίσμα ιπποτισμού από την Βρετανίδα βασίλισσα, ο 65χρονος Eric Clapton δεν θα κάτσει να αποδείξει πλέον σε κανέναν τίποτα, γεμίζοντας ένα album με standards από τα αρχεία του blues και του σπουδαίου αμερικανικού “πενταγράμμου”. Πράγματι το roots rock του Clapton δεν επιδέχεται κριτική αντιμετώπιση, τουλάχιστον όχι με ίσους όρους με τους υπόλοιπους rockers που καταναλώνουν την ενέργειά τους για να εξασφαλίσουν υστερόφημο credit. Πόσο μάλλον, όταν στην παραγωγή του album βρίσκονται οι σπεσιαλίστες της παραδοσιακής αναπαλαίωσης του αμερικανικού rock, Doyle Bramhall II και Justin Stanley, που αναδεικνύουν τον slowhand σε όλο το μεγαλείο του, ακόμα και στα δύο καινούρια τραγούδια του album (“Diamonds Made From Rain”, “Run Back To Your Side“). Ο Clapton ανανεώνει τον τίτλο του βασιλιά του cool, τιμάει ήρωες και μέντορες (“River Runs Deep” του J.J. Cale, “Rockin’ Chair” του Hoagy Carmicheal, “Judgement Day” του Snooky Pryor κ.λπ.) και δικαιωματικά καταπιάνεται με μερικά σπουδαία πολιτισμικά μνημεία όπως το “Autumn Leaves” και το “How Deep Is The Ocean“. Είναι εύλογη η αμηχανία των μοντερνιστών απέναντί του, αλλά δεν είναι πάντα αυτοί το ζητούμενο.
6/10 (τάστα)
Σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Quietus, o Warren Ellis που χειρίζεται τα έγχορδα στους Grinderman δήλωσε ότι ο δεύτερος δίσκος του κουαρτέτου είναι σαν “το stoner rock να συναντάει τον Sly Stone και τους Amon Duul“. Μια κόλαση δηλαδή, που κοχλάζει με τα δαιμόνια της να τραβούν το μείγμα στα άκρα, πότε προς το θόρυβο του kraut, πότε σε μια γκαραζιέρικη ψυχεδέλεια και πότε στον ανασκολοπισμό των ηλεκτρικών blues. Μόνο που είναι οργανωμένη πια, η εκατόμβη σχετικά με το πρώτο τους album, το 2007 και πιο μεθοδικά τοποθετημένα τα εκρηκτικά. Ο Cave βρίσκει στους Grinderman μια ευκαιρία να αποδράσει από την καταραμένη εσωτερικότητα της solo δουλειάς του, απελευθερώνεται ερεθισμένος από το fuzz και αφηγείται σαν τρελός αιρετικός μπροστά στο παλάτι όλες τις δυσοίωνες παραβολές για το βασιλιά. Η εκφραστική γκάμα του Cave παραμένει κολοσιαία: στο album αυτό των Grinderman, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη δουλειά του, φαίνεται πόσο σημαντικότεροι είναι οι φθόγγοι, τα βογγητά, οι βραχνάδες και οι άναρθρες οιμωγές απότι οι στίχοι του. Πάντως το ότι πεθύμησα να ακούσω το “Release The Bats” των Birthday Party αμέσως μετά, δεν είναι και πολύ κολακευτικό για τη σχέση μου με αυτό το album.
5,5/10 (συρτές κιμωλίες στον μαυροπίνακα)
Hawkwind
The Blood Of The Earth
(Eastworld)
Κλείνοντας σαράντα χρόνια, φέτος στην ενεργή δισκογραφία, οι Hawkwind βάδίζουν στο μοναχικό γαλαξιακό δρόμο τους με επίμονο πλοηγό τον 69χρονο Dave Brock. Το “Αίμα Της Γης” στάζει από “επικίνδυνα” κρεσέντο και ταξιδιωτικές περιπέτειες στο άγνωστο όπου το “κακό” και το “καλό” έρχονται τούμπα και παίρνουν άλλα νοήματα. Ως μπροστάρηδες του μεταλλόσχημου ambient space ήχου, οι Hawkwind σήμερα ακούγονται ως διεκπαιρεωτικό brand μιας οπτασίας που διέτρεξε με κάθιδρη συνέπεια όλη την ιστορία του rock, από το kraut rock μέχρι τα raves στην επαρχία. Πέρα από την cult μυθολογία που πιστά διαιωνίζει, το “Blood Of The Earth” έχει ελάχιστη ουσιαστική σημασία σήμερα παρά τον εντυπωσιακό “ωφέλιμο” όγκο του. Κάποια κομμάτια είναι ξαναδουλεμένα από παλιότερες ηχογραφήσεις τους (“You’d Better Believe It”, “Sweet Obsession”, “Tide Of The Century“) και κάποια άλλα μοιάζουν με punk εκπυρσοκροτήσεις αλλά με πρωταγωνιστικά πλήκτρα (“Green Machine“). Ένας αμύητος μπορεί να ακούσει την τομή των Tangerine Dream με τους Buzzcocks στο “Blood Of The Earth” και να χάσει το συνδετικό ουσιαστικό κρίκο της μεταλλαγμένης αστροδυναμικής ενέργειάς τους. Το πιθανότερο είναι να σου απαντήσει “Ε και;“
5/10 (διαστημόπλοια)
Στα 60 της χρόνια η Ann Wilson και στα 56 της η Nancy Wilson έμελλε να σημειώσουν το πιο πετυχημένο πλασάρισμα δίσκου τους από την πρώτη εβδομάδα στο chart του Billboard -κατευθείαν στο top 10- με το καινούριο album τους, δέκατο τρίτο στον αριθμό από το 1976 που ξεκίνησαν να ηχογραφούν. Είκοσι χρόνια είχαν να δουν top 10 στην Αμερική… Αυτό που παίζουν στο νέο τους album οι δύο αδερφές από το Seattle, είναι αυτό που γνωρίζουν να κάνουν όλα αυτά τα χρόνια: σκληρό rock με power μελωδίες και αφηγηματικές, “γυναικείες” ιστορίες που απηχούν για το τσαγανό και την “αλήθεια” τους, κοντύτερα στον ήχο που είχαν στα 70′s, παρά στο κορπορατικό των τελών των 80′s. H παραγωγή του Ben Mink αναδεικνύει το μελωδικό οίστρο τους (διάχυτος και προς έκπληξη όλων, αποτελεσματικός), τα τραγούδια τους αποκτούν διαστάσεις στο χώρο, αιτούν μια παλαιοροκάδικη, παραδοσιακή πιστότητα και δεν πλατιάζουν πουθενά. Οι όποιες αμφιβολίες μου για την συνθετική προσέγγιση των Heart είναι ακριβώς ίδιες με εκείνες που έχω και για τα πρώτα albums τους (“Dreamboat Annie”, “Little Queen”, “Magazine“) στα τέλη των 70′s, για τον μάλλον συντηρητικό, “γενικευτικό” τρόπο που γράφουν. Αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με την ουσιαστική “ψυχή” του album τους που ακούγεται ακμαία σύμφωνα με τη δική τους αυτοεικόνα, αναλλοίωτη και αυθεντική.
6/10 (φυσικές μπούκλες)
James
The Morning After The Night Before
(Mercury)
Από το 2007 που ο Tim Booth επέστρεψε ως απολολώς στο μαντρί των James, μία νέα σχέση τους με την επικαιρότητα έχει ξεκινήσει που διαπερνά όλο το φάσμα του ακροατηρίου τους, αυτό που τους ακούει ως βετεράνους του Manchester αλλά και εκείνο -το νεότερο ηλικιακά- που τους έχει ταυτίσει με την έντεχνη, δραματική και “πρέπον-να-ακούς”, καθεστωτική νοοτροπία του “σοβαρού”. Άσχετα με το αν πράγματι (για το ελληνικό τουλάχιστον, κοινό), “οι James είναι σε εκτόπισμα οι νέοι Scorpions”, η αλήθεια παραμένει στυγνή: υπάρχει μαζική ανάγκη για το επικολυρικό στιλ τους. Πριν και πάνω απ΄ όλους, πρώτα οι ίδιοι οι James κατέχουν αυτή την αλήθεια βαθιά και αναπαράγουν τη “φλογερή”, ηρωική, “αγορίστικη” μουσική τους με το σθένος δεκοχτάρηδων. Στο προ διετίας “Hey Ma“, το έκαναν βαρετά. Αυτή τη φορά, με τα δύο mini albums (“Τhe Night Before” και “The Morning After“) που στην ουσία κυκλοφόρησαν υποστηρηκτικά στην πρόσφατη περιοδεία τους, οι James το κάνουν με μίνιμουμ γνησιότητα. Τα τραγούδια τους λειτουργούν πράγματι σαν συναισθηματικοί φάροι στην αγέλη του κοινού τους, πραγματεύονται με σχετική αλήθεεια τις προβλεπόμενες ψυχολογικές διακυμάνσεις του (φοιτητικοί προβληματισμοί κ.λπ.) και το κυριότερο, απ’ όλα, ο Tim Booth τραγουδάει με αυτή τη διαβολεμένη, θαυμάσια άρθρωση, με μια προφορά που πάντα σε κολλάει στον τοίχο, είτε λέει ψυχοβγαλτικές μελωδίες είτε ελπιδοφόρα ξεσηκωτικά uptempos που γιορτάζουν τα κάθε είδους “μαζί”. Nαι, είναι περίεργο αλλά το album αυτό είναι μια χαρά, σαν να παίρνει ζωή από τον ενεργειακό ορυμαγδό των συναυλιών τους.
6,5/10 (στάδια)
John Mellencamp
No Better Than This
(Rounder)
Στα 59 χρόνια του ο John Mellencamp δεδηλωμένα ενδιαφέρεται περισσότερο να ανακαλύψει το χαμένο κρίκο του με την παράδοση που τον γέννησε (στην Indiana) παρά να παίξει το ρόλο του rock star από τον οποίο έχει πλούσια εμπειρία. Έτσι μετά το “Life, Death, Love And Freedom” του 2008, καλεί στην παραγωγή τον T-Bone Burnett και περιειγείται σε τόπους με ειδικό ενεργειακό βάρος για να ηχογραφήσει τα τραγούδια του (Sun Studios, Δωμάτιο 414 του ξενοδοχείου Gunter όπου ηχογραφούσε και ο Robert Johnson το 1936, η πρώτη Αφρικανική Εκκλησία Βαπτιστών κ.λπ.), ξεδιπλώνοντας ένα αφηγηματικό στιλ που πασχίζει για παραδοσιακή δικαίωση. Παίρνοντας αμπάριζα από τον Bob Dylan και τους bluesmen του Chicago, o Mellencamp φτιάχνει ένα album με roots rock και blues υλικά, βραχνιασμένο και ζεστό σαν σαλέπι, με μεγάλη λαϊκή αξία και με τον ήχο της κιθάρας (του Marc Ribbot) και του βιολιού (της Miriam Sturm) να δίνουν τον χαρακτηριστικό τόνο στις ενορχσητρώσεις. Βαθύ και εντυπωσιακά προσηλωμένο, το “No Better Than This” κερδίζει στα σημεία επειδή ακριβώς δεν “μιμείται” τους πρόγoνούς του, αλλά καταφέρνει να συντονιστεί ζωντανά μαζί τους.
7/10 (δοξάρια)
Laurie Anderson
Homeland
(Nonesuch)
Στα 63 χρόνια της, η Laurie Anderson, πρωθιέρεια της avant garde ιντελιγκέντσιας της Νέας Υόρκης και μόλις δύο χρόνια παντρεμένη με τον Lou Reed, κυκλοφορεί τον έβδομο μόλις στούντιο δίσκο της από το 1982 που ξεκίνησε με κείνο το ανυπέρβλητο “Big Science“. Μετά από εννέα χρόνια αποχής από το στούντιο, η Anderson επιστρέφει με ένα καταπληκτικό… εξώφυλλο, σοκαριστικά συμβολικό μέσα στην παρακμιακή, καλλιτεχνική του δύναμη, συνδυασμένο με τον τίτλο “Πατρίδα” του album. Σκεφτείτε το λίγο και αν δεν καταλήξετε σε συμπεράσματα που σας κάνουν να νιώθετε ασφαλείς μαζί τους, μείνετε στην αίσθησή του… Το “Homeland” είναι ένα υποβλητικό έργο. Σε παραγωγή του Lou Reed και με την διαρκή συμβολή του jazz βιολονίστα Eyvind Kang που υπογραμμίζει -σαν να μιλάει- την εξαιρετική ερμηνεία της Anderson σε όλη τη διάρκεια του album, το “Homeland” περιλαμβάνει συμβολικούς σχολιασμούς της Anderson για το σήμερα, με μια τεχνική που πρώτα αξιοποιεί την παρατήρηση του “μέσα μας” και κατόπιν το ερμηνεύει -πάντα αλληγορικά- ως προς την επίδρασή του στο “εξωτερικό περιβάλλον”, είτε κοινωνία λέγεται αυτό, είτε ομάδα, είτε οικογένεια. Μαζί στο ταξίδι της, ο Antony (επιτέλους αξιοποιεί το φωνητικό διαμέτρημά του, ιδανικά στα “Another Day In America” και ”Strange Perfumes“), ο Kieran Hebden (keyboards στο techno ”Only An Expert”) και το group των Chirgilchin από τη Πρώην Σοβιετική Δημοκρατία της Τούβας που τραγουδούν συνταρακτικά στο “Transistory Life”. Ακούστε την Laurie Anderson. Ακούστε την προσεκτικά τι λέει. Έχει σπουδαία σημασία.
8,5/10 (αόρατες ενεργειακές ριπές)
Los Lobos
Tin Can Trust
(Shout Factory)
Ο David Hidalgo, στα 56 χρόνια του σήμερα, έμπασε τους Los Lobos στο στούντιο ξανά μετά από το “Town And The City” του 2006 για να ξαναγράψουν φρέσκο υλικό. Πέρσι έκαναν ένα διάλλειμα για να κυκλοφορήσουν ένα album με διασκευές τους σε τραγούδια του Disney (“Los Lobos Goes Disney“) και φέτος επέστρεψαν στα οικεία chicano κατατόπια τους για δέκα τραγούδια νότιου ηλιοκαμμένου rock συν μια διασκευή τους στο “West L.A. Fadeaway” των Grateful Dead. Προτιμώ τους Los Lobos στις μελωδίες τους (“Jupiter Or The Moon”, “All The Bridges Burning”, “The Lady & The Rose“) που βγάζουν αυτήν την βιωμένη ρομάντσα παρά τα tex mex και zydeco τους (“Yo Canto”, “Mujer Ingrata“). Επιπλέον, πέρα από το πόσο άρτια και συνεπής είναι η στάση τους απέναντι στο ιδίωμά τους, βρίσκω κατακαθισμένη και ανιαρή την ανάπαυσή τους στις δάφνες της μοναδικότητάς τους, με την έννοια ότι δεν αρκεί να ξέρεις “ότι αν πρόκειται για tejano, ξέρεις ότι οι Los Lobos θα το φέρουν σε πέρας”. Δεν δοκιμάζεσαι μόνο στη συνέπεια.
6/10 (stetson καπέλα)
Mavis Staples
You Are Not Alone
(Anti-)
Πριν τρία χρόνια, ο Ry Cooder είχε επιμεληθεί έναν εξαιρετικό δίσκο για την Mavis Staples, το “We’ll Never Turn Back“. Φέτος αυτό το ρόλο τον παίζει ο Jeff Tweedy των Wilcο, για το “You Are Not Alone“, έναν δίσκο με άχρονα gospel -δεν ανήκουν σε καμία συγκεκριμένη εποχή- και λαϊκά blues soul κομμάτια. Στα 71 χρόνια της, η Mavis Staples ακούγεται ως σεβάσμια (και με έναν τρόπο sexy) τραγουδίστρια με ολοκληρωμένη δουλειά και εμπειρία στις φωνητικές χορδές της. Ακούγεται “έτοιμη”, “ανοιχτή” και χαμογελαστά πρόθυμη να απλώσει είτε τις επικλήσεις της στον Θεό, είτε τις προσωπικές ικεσίες της στον -όποιο- άνθρωπο, όχι με την πληθωρικότητα της big mama αλλά με την λεπταισθησία μιας ικανής soul τραγουδίστριας που ξέρει να ανταποκρίνεται στους προσωπικούς προβολείς αλλά και στις συλλογικές φωνητικές δουλειές (είτε με την οικογένειά της, τους Staple Singers είτε μέσα σε μια εκκλησιαστική χορωδία). Η συμβολή του Jeff Tweedy (προσαρμόστηκε απόλυτα στην ευλάβεια της παρουσίας της και στην ανάγκη για αφοσίωση, του υλικού που κλήθηκε να γράψει, από κελαριστή americana μέχρι bluesy soul) είναι τρομερά λειτουργική και ευέλικτη ως προς την πικιλομορφία του αποτελέσματος.
7/10 (τήβεννοι)
H ηλικία των 64 ετών δεν συνάδει με όλη αυτή την υπερδραστηριότητα του Neil Young. Ακυρώνει φυσικούς νόμους και στερεότυπα περί μείωσης της φυσικής ενέργειας… Το μυστικό βρίσκεται στα κίνητρα. Ο Neil Young φαίνεται ότι δεν έχει δικαιώσει ακόμα μέσα του την απαιτητική εκείνη πρόθεση που τον βάζει ανά τακτά διαστήματα να βουτήξει στις δυνατότητες του θορύβου. Το “Le Noise” είναι ένα album που ηχογραφήθηκε στο Los Angeles με τον Daniel Lanois στην κονσόλα και με τον Neil Young να παρέχει απλά κάποια κομμάτια που αρχικά ήταν ακουστικά. Η προσθήκη των τεχνολογικών – ψηφιακών ηχοχρωμάτων του Lanois στο πρωτογενές υλικό, φτιάχνουν μία πολύ περίεργη μίξη παραδοσιακού ρομαντικού και μοντέρνου φουτουριστικού rock, μία εγγενή κόντρα στον πυρήνα αυτών των ηχογραφήσεων… Πέρα από το πειραματικό ενδιαφέρον, το “Le Noise” παρέχει και μία επιπλέον καλλιτεχνική αξιοπιστία του ίδιου του Young απέναντι στον εντυπωσιασμένο ακροατή του. Η σπασμένη branded πλέον, φωνή του που εκλιπαρεί (από τότε που άρθρωσε στα 60′s για πρώτη φορά) ανθρώπινες απτές επαφές και η κονσόλα του Lanois αναμορφώνει (παραμορφώνει συχνά) τους στίχους και θολώνει το τοπίο με τρόπο που θα έκανε τον Thurston Moore να αφηνιάσει από την πρόκληση.
6,5/10 (phasers)
Peter Frampton
Thank You Mr. Churchill
(Eagle)
Στα 6ο χρόνια του ο θρυλικός βρετανός glam rocker Peter Frampton κυκλοφορεί το δέκατο τέταρτο album του, με concept μία ανοιχτή επιστολή στον πρωθυπουργό Churchill της Βρετανίας την εποχή που γεννιόταν ο ίδιος ο Frampton. Η ιδέα μυρίζει θυμωμένη πίκρα αλλά απότι φαίνεται, αυτό ανεβάζει στα κόκκινα τη δυναμική του rock που παίζει σήμερα ο Frampton, ένα βαρύ, σκληρό ηλεκτρικό rock που δεν έχει την ψυχαγωγική αξία των δουλειών του από τα πρώτα 70′s, σίγουρα όμως φέρει μια στάμπα “γνήσιου αίματος” στο παίξιμό του. Οι συνθέσεις του, απογαλακτισμένες από το διαδκεδαστικό χαβαλετζίδικο boogie που τον έκανε παγκόσμια γνωστό, γίνονται πιο δύσθυμες και πληθωρικές. Όπως και στα δύο προηγούμενα albums του από τα 00′s (“Now” – 2003 και “Fingerprints” – 2006) ο Frampton παραμένει δέσμιος του στιλ που τον καθιέρωσε χωρίς όμως τη “χαρά” του. Στο “Road To The Sun” φωνάζει και τον γιο του Julian να τραγουδήσει μαζί του. Συμπαθής ο καημένος αλλά τόσο unhappening πλέον.
5/10 (δρόμοι για τον ήλιο)
Robert Plant
Band Of Joy
(Rounder)
Οι Los Lobos (“Angel Dance“), o Richard Thompson (“House Of Cards“), ο Lightning Hopkins (“Central Two Nine“), οι Low (“Silver Rider”, “Monkey“), η Barbara Lynne (“You Can’t Buy My Love“), οι Kelly Brothers (“Falling In Love Again“), οι Milton Mapes (“The Only Sound That Matters“), o Townes Van Zandt (“Harm’s Swift Way“), ο ποιητής Theodore Tilton (“Even This Shall Pass Away“) δεν θα περίμεναν ποτέ ότι ο ένδοξος Robert Plant στα 62 χρόνια του θα ερμήνευε με τόσο ηλεκτρικό πάθος τα κομμάτια τους, πόσο μάλλον σε μία εποχή που ο θρίαμβος από το album που έκανε με την Alison Kraus, “Raising Sand” δεν έχει κοπάσει ακόμα. Το “Band Of Joy” είναι ο δίσκος της αναζήτησης των ριζών της φωνής των Led Zeppelin σε ένα προσωπικό ταξίδι ήχων, με συνοδοιπόρο τον Buddy Miller από το Nashville. Είναι πάντα μια ιδιαίτερη, ξεχωριστή εμπειρία η ακρόαση ενός δίσκου του Plant – δεν έχει κυκλοφορήσει ούτε στα προσωπικά του, μέτριο δίσκο ως σήμερα. Απλά εγώ τον προτιμώ στην rock πλευρά του.
7/10 (ρυτίδες)
Solomon Burke
Nothing’s Impossible
(Ε1)
Eίναι μάλλον τρομακτικό: τις ώρες που έγραφα αυτές τις γραμμές έμαθα ότι ό Solomon Burke πέθανε πριν από κάποιες ώρες (10 Οκτωβρίου 2010) από καρδιακή προσβολή, γεγονός που φορτίζει ακόμα περισσότερο την ακρόαση του φετινού προσωπικού album του. Στα 70 χρόνια του, ο Burke τραγουδούσε σαν θηρίο ανήμερο και μάλιστα στο παρών album υπό την επίβλεψη της παραγωγής του Willie Mitchell της Hi Records. Το “Nothing’s Impossible” είναι ένα απολαυστικό album γνήσιας blues ‘n’ soul υπεροχής (“Everything About You“, αλλά και smooth, ρέουσας μελωδικής soul (“Say You Love Me Too”, “I’m Leavin’“). Η αρχοντική παρουσία του Burke και η εκφραστική δεινότητά του δεν έχουν σύγχρονο αντίβαρο στο προσκήνιο και αυτό κάνει το “Nothing’s Impossible” ακόμα πιο πολύτιμο και ιδιαίτερο, έτσι όπως ακούγεται ορκισμένο στην αφοσίωσή του στην παράδοση. Farewell.
8/10 (κέρινες σφραγίδες ευγονίας)
Steve Miller Band
Bingo!
(Roadrunner)
Αυτό και αν είναι comeback στην επικαιρότητα: μετά από δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια ο Steve Miller, 67 ετών σήμερα, μπαίνει στούντιο με φρεσκαρισμένα κέφια, το οποίο αφιερώνει ολόκληρο στο φίλο του μέλος της μπάντας του, αρμονικίστα Norton Buffalo που πέθανε το 2009. Ο Miller παίζει ένα blues boogie rock με τέτοια ορμή και λαχτάρα που μοιάζει σαν να τον είχαν κλεισμένο κάπου τόσα χρόνια και να μην τον άφηναν… Τα τραγούδια του album του, ένα μενού διασκευών και πρωτότυπων των Jimmie Vaughan, B.B. King, Otis Rush, Jessie Hill αλλά και Nile Rodgers μεταξύ άλλων αποδίδονται με την γκρουβάτη κληρονομιά ενός ήχου που σχεδόν πατεντάρισε ο ίδιος μέσα στα χρόνια. To album πάλλεται από μια παλαιο-παραδοσιακή φλόγα που δεν μπορείς με τη λογική να ερμηνεύσεις από πού πήγασε στα ξαφνικά. Είναι απολαυστικό, γερό και με καταλυτικό τσαγανό στα σπλάχνα του.
7,5/10 (φυσαρμόνικες τιμής ένεκεν)
Tom Jones
Praise And Blame
(Island)
Στο δρόμο που άνοιξε ο Rick Rubin (με τις όψιμες παραγωγές του σε Johnny Cash και Neil Diamond), ο T-Bone Burnette (σε John Mellencamp και Robert Plant – Alison Kraus) και ο… χμ… Jack White (Loretta Lynn), ο Ethan Johns επιφυλλάσει στον 70χρονο Tom Jones μια σπουδαία, λαμπερή υπερανάδειξη της φωνάρας του πάνω σε κλασικά spirituals και blues gospels για ένα album, κατανυκτικό, ευσεβές αλλά και γνήσιο, αληθινό και τολμηρό. Είναι συγκλονιστικός ο Jones όταν ερμηνεύει Dylan (“What Good I Am?“), Rosetta Tharpe (“Strange Things“) ή παραδοσιακά (“Ain’t No Grave”, “Run On“) σε ένα διάκοσμο που δεν περιλαμβάνει τίποτα από το glitter και το μπορντό του music hall στο οποίο ανδρώθηκε και ωρίμασε ο σπουδαίος ουαλλός τραγουδιστής. Μάθημα αυθεντικού συντονισμού με την απλότητα αλλά και απολαυστικό ξεγύμνωμα ενός super star που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα – αν και τώρα που το σκέφτομαι, ποτέ δεν είχε να φοβηθεί τίποτα…
8/10 (χαμηλά καβάλα)
Tom Petty & The Heartbreakers
Mojo
(Reprise)
Στα 60 χρόνια του, ο Tom Petty κυκλοφορεί το δωδέκατο δίσκο του από το 1976 που ξεκίνησε, ο πρώτος δίσκος δε μαζί με όλους τους Heartbreakers μετά το “Last DJ” του 2002. Το “Mojo” είναι πραγματικά ένα rootsy rock album, παιγμένο μονοκοπανιά στο στούντιο χωρίς overdubs, με μία διαβολεμένη ικανότητα να εγείρει με τα τραγούδια του αληθινές μνήμες και αισθήματα από τα παλιά αλλά ταυτόχρονα να παραμένει πιστά στο σήμερα, ως αναπόσπαστο κομμάτι του παρόντος αλλά και της συνεπούς καριέρας των Heartbreakers. Ο Petty έχει γυμνάσει πολύ την δεξιοτεχνία του στο να φτιάχνει κολλητικά riffs, μέσα στα χρόνια και έχει αποδείξει ότι μόνο “κολλημένος” δεν είναι, συνθετικά, σε δάφνες δικές του ή του… Dylan που πάντα θα υπάρχει ως βασική αναφορά του. Το “Mojo” ακούγεται μονοκοπανιά, έτσι όπως δημιουργήθηκε: έχει αποθέματα ενθουσιασμού στα έγκατά του αυτός ο δίσκος και είναι τρομερά καλοφτιαγμένος και “αριστοκρατικός” όσον αφορά στα rock συστατικά του. To blues rockin’ και η αναπολητική rock μελωδία (ακούστε το αριστουργηματικό και πέρα από κάθε προσδοκία “Trip To Pirate’s Cove“).
8,5/10 (mojo risings)
Ξαν’ άκου με προκατάληψη
Divine Comedy
Bang Goes The Knighthood
(Divine Comedy Records)
Ο Neil Hannon τα βάζει με την ιπποσύνη, σαρκάζει την ίδια την βρετανοπρέπεια που τον ανέδειξε, τιμάει την παράδοσή του δια της ανελέητης ειρωνίας, φτάνει στον ένατο δίσκο του μέσα στα είκοσι τελευταία χρόνια και συνεχίζει να κρατάει τα σκήπτρα του πιο ιδιοσυγκρασιακού βάρδου – τραγουδοποιού της γενιάς του. O vintage αέρας που πνέει στο “Bang Goes The Knighthood” κρατάει το υλικό του Hannon ψηλά. Ακούγεται ως εγγονός του Ray Davies και συνδαιτυμόνας του Michael Caine. Περιηγείται στα μέρη της “κυριακάτικης” πρωινής μελωδίας, φτιάχνει νόστιμα γλυκίσματα, τα πασπαλίζει με πονηρά υλικά που κάνουν τη διαφορά, γράφει στίχους που παραπέμπουν σε μια άχρονη πραγματικότητα με υμίψηλα καπέλα και μονόκλ και από κάτω αφήνει να σιγοβράζουν σε συναισθηματικές φωτιές όλα εκείνα που τον μαραζώνουν ή του δίνουν δύναμη να τα βάλει με το σήμερα. Στο single “At The Indie Disco” κορυφώνει τον φόρο τιμής στην σύγχρονη brit pop περηφάνεια με ένα ακατάσχετο name-dropping. Είναι εντυπωσιακό ότι μια εικοσαετία τώρα δεν έχει χάσει ούτε ίχνος από την κλάση του.
7,5/10 (παπιόν)
The Klaxons
Surfing The Void
(Polydor)
H σημαντικότερη ποιότητα και πηγή απόλαυσης του δεύτερου album των Klaxons είναι αδιαμφισβήτητα η γενναιόδωρη, ολομέτωπη διάχυση ηλεκτρισμού οργανωμένου σε στρώσεις από ψυχεδελικές, αρμονικές, γκαραζοειδείς ή pop συνθέσεις – μερικές από τις οποίες είναι πραγματικά μαεστρικά φτιαγμένες. Και δεν είναι εύκολες. Είναι βασανισμένες και καλοχωνεμένες. Δεν ξέρω ακόμα αν το credit της ηλεκτροφόρας έντασής τους έχει να κάνει περισσότερο με την παραγωγή του Ross Robinson ή με την εξαιρετική φωνή του Jamie Reynolds. Ξέρω όμως ότι αυτό είναι ωραίο, πληθωρικό, αρρενωπό βρετανικό rock που έχει καταπιεί και τους Wire και τους Small Faces και τους Tom Robinson Band στα έγκατά του. Πυκνό και αδιαπέραστο, το “Surfing The Void” ισορροπεί ανάμεσα σε στιλ και ουσία θαυμάσια, ξεπερνάει τον ύφαλο του εφήμερου και μετατρέπει την εμπειρία της ακρόασής του σε έναν αγώνα – πρόκληση από τη μεριά του ακροατή να αφομοιώσει και να ζυμώσει μέσα του την πολυεπίπεδη, υπερενεργητική μουσική επίθεσή του. Απολαυστικό.
7,5/10 (σερφοσανίδες)
Ben Folds & Nick Hornby
Lonely Avenue
(Nonesuch)
Η χημεία των δύο δε λειτουργεί: ο πρώτος είναι πλημμυρισμένος ως το λαιμό με το πιανιστικό rock pop υβρίδιο των 70′s και το διανοουμενίστικο πνεύμα της σύγχρονης αμερικανικής σκηνής, ο δεύτερος είναι σαρδόνιος λογοπλάστης που τον νοιάζει να αναδείξει την πίκρα, την ματαιότητα και το κούφιο της pop κουλτούρας μέσα από μια νευρωτική εμμονή του να παραμείνει πιστός σε αυτήν. Κοινός παρανομαστής τους, το “πνεύμα” και η ιδιαιτερότητα της τέχνης τους, καναλιζαρισμένη σε “έντεχνα” κομμάτια με pop αισθητική. Ωστόσο, το αποτέλεσμα που παράγουν είναι φιλολό, άνευρο, μάλλον άκαβλο και αδιάφορο στην αίσθηση που παράγουν. Η αδρεναλίνη λείπει, το πάθος έχει αντικατασταθεί από μία δεξιοτεχνική αλλά “σπαστική” σοφία (στις μελωδίες και στους στίχους) απέναντι στα πράγματα και το rock που φτιάχνουν συνεργατικά μοιάζει με απωνευρωμένους Weezer, με λυγμόλαλο Paul Simon και βαρετούς 10CC. Τα ιδιαίτερα προσωπικά χαρίσματα του καθένα από τους δύο πάνε περίπατο υπέρ μιας συνεργατικής κομμένης συνταγής που αφήνει νηστικό τον ακροατή τους.
4/10 (αναλόγια)
Aaron
Birds In The Storm
(Cinq 7)
Αν το ντεμπούτο album “Artificial Animals Riding On Neverland” (2007) του Olivier Coursier και του Simon Buret ήταν μια υποβλητική γνωριμία με το μελαγχολικό trip rock τους που κατέβαινε σε downtempo σπείρες σε μέρη που δεν πολυαντέχεις να σταθείς όρθιος, το καινούριο τους “Birds In The Storm” ακούγεται σαν μία φυσική συνέχεια, ένα μείγμα από Elbow, Doves και Blue Nile. Οι γάλλοι Aaron φτιάχνουν τη μουσική τους με τέτοιο τρόπο που αποκλείεται να μη βρει hooks μέσα σου για να σε αφορά: διαπραγματεύονται τον πόνο με απίστευτη κλάση και καρτερία, μελωδικά έχουν ένα knack να μεταφέρουν έντεχνα την σοβαρότητά τους στο απόλυτο εσωτερικό του ακροατή τους. Τα τραγούδια τους μοιάζουν να φέρουν στους ώμους τους, φορτία οδύνης – δεν είναι όμως δυσβάσταχτα. Οι στίχοι τους έχουν μια δραματική αίσθηση σε περιεχόμενο και στιλ που τους κάνει υποψήφιους για την πιο εύστοχη έκφραση “μελαγχολίας” της νέας δεκαετίας και οι ερμηνείες τους κουβαλούν σκόνη από ερημικούς τόπους και επιλεγμένες εξορίες. Δίσκος που γίνεται δικός σου. “Γεια σου σκοτάδι. Ποιο είναι το όνομά σου σήμερα; Άκουσα ότι ξανάρθες στην πόλη…” (“Waiting For The Wind To Come“). Kαταλάβατε;
7/10 (κάρβουνα αναμένα)
Ο Timothy Felton (των Broadcast) και ο Billy Banbridge (των Plone) για δεύτερη φορά μετά το ντεμπούτο τους “Tomorrow Today“, προσπαθούν να βρουν το σταυροδρόμι τους ανάμεσα στο kraut rock των Neu! (από κομμάτι των οποίων βαφτίστηκαν ως Seeland), στην ανέμελη 60′s pop των Saint Etienne και σε μια ακαθόριστη “σοβαροφανή” electronica που παντρεύει τον Alan Parsons με τους Mono In VCF. Η πλοήγησή τους στο αχανές αυτό τοπίο γίνεται με ένα GPS που μάλλον είναι μεθυσμένο ή επίτηδες τους κάνει τρελλά παιχνίδια. Από τη μία τους στέλνει σε μοτορικά μοτίβα να ανταπεξέλθουν και από την άλλη τους γυρίζει αντιδιαμετρικά κατεύθυνση και τους πάει στους Herman’s Hermits και στους… Tornados! To μπέρδεμα είναι απολαυστικό όσο το χαίρονται και οι ίδιοι. Όταν όμως σε κάποια σημεία δείχνουν σοβαρά σαστισμένοι για το πού να πάνε, ένα δίλημμα που σε κάποια τραγούδια τους, παίρνει υπαρξιακή διάσταση, οι Seeland επιδεικνύουν την αδυναμία τους να βρουν λύση. Για κάποιο λόγο ακόμα και στην πλήρη σύγχισή τους ακούγονται γοητευτικοί.
6,5/10 (διαστημικά εφέ)
Οι δύο Monarchy περιγράφουν τη μουσική τους ως “ψυχρή άνεση“. Έχουν απόλυτο δίκιο. Κρύβοντας τα πρόσωπά τους και αφήνοντας έξω από τις δημόσιες δηλώσεις τους οποιαδήποτε λεπτομέρεια αφορά τη ζωή τους και τα βιογραφικά τους, αποτελούν ένα “απρόσωπο” ντουέτο γνήσιας ορθόδοξης ηλεκτρονικής pop, από αυτήν που μπορεί να χορευτεί σε disco ή να γίνει hot coockie σε charts του κόσμου. Οι Monarchy με το προκλητικό naive όνομα και τα remix credits τους που ξεκινούν από την εστέτ Kitsune και φτάνουν ως την Lady Gaga, φτιάχνουν τραγούδια καθαρά, ξάστερα, “ευκολοτραγούδιστα”, χαριτωμένα με προθέσεις που δεν υποκρύπτουν καμία σημαντική αλήθεια, έχοντας όμως ταυτόχρονα βρει και έναν τρόπο για να παραμένουν minimum ιδιαίτεροι και να ξεχωρίζουν από τους Empires Of The Sun, Hurts, Mirrors και Villa Nah αυτού του κόσμου. Οι μελωδίες πίσω από τους ρυθμούς τους είναι γερές και το στιλ τους λυγερό και επαρκώς ξεσηκωτικό. Ένα pop sensation με τα όλα του που διεκδικεί τίμια το δικαίωμά του τη φήμη των δεκαπέντε λεπτών ή των έξι δευτερολέπτων.
6,5/10 (φωτάκια neon)
Isobel Campbell & Mark Lanegan
Hawk
(V2)
Μετά το “Ballad Of Broken Seas” του 2006 και το “Sunday At Devil Dirt” του 2008, η συνεργασία του πρώην Screaming Trees, Mark Lanegan και της πρώην Belle & Sebastian, Isobel Campbell, τριτώνει μέσα σε πέντε χρόνια. Συνεχίζω να απορώ για το ποιο ακριβώς είναι εκείνο το στοιχείο που έκανε τους δύο τους να δουν στον καθρέφτη ένα καλλιτεχνικό ζευγάρι με δυνατότητες… Όσο καλοδιάθετα και αν ακούσω τη downtempo, συρτή bluesy “γύρω-από-τη-φωτιά-αλλά-με-ενισχυτές” americana τους, το πρώτο που βλέπω είναι η αυταρέσκειά τους και η εμμονή τους στο στιλ του καταραμένου ζεύγους και το δεύτερο είναι το πολιτιστικό χάσμα μεταξύ Seattle και Γλασκώβης. Φαίνεται να χορταίνουν με αυτή την συνειρμική αλά Bonnie & Clyde εικόνα και για τρίτη συνεχή φορά ξεχνούν να γράψουν τραγούδια που να έχουν μία προκοπή πέραν της στιλιστικής. Δηλαδή, τα κομμάτια που σκαρώνει αφειδώς ο Lanegan (και ένα από αυτά ο Townes Van Zandt, με φωνητικά από τον Willy Mason, το “No Place To Fall“) επικαλούνται μια γενικόλογη αυθεντικότητα και ένα θολό outlaw country παρελθόν χωρίς όμως ψυχή και χωρίς καμία απογειωμένη συναισθηματική φλόγα. Ακούγονται διεκπαιρεωτικά, παγιδευμένα δυσάρεστα σε ένα στιλ και πληκτικά. Όταν λοξοδρομούν στη soul (“Come Undone“) ακούγονται πιο ουσιαστικοί αλλά και πάλι… what’s the fucking point; Προτιμείστε τα ντουέτα του Glenn Campbell και της Bobbie Gentry.
5/10 (πενάκια για κιθάρα)
Ray LaMontagne & The Pariah Dogs
God Willin’ & The Creek Don’t Rise
(Columbia)
Αν πιστεύετε ότι αυτό που πραγματικά λείπει από την επικαιρότητα, αν υπάρχει ένας χαμένος κρίκος της τρέχουσας δισκογραφικής σύγχισης, αν υπάρχει ένα συστατικό που μαράθηκε στα χρόνια και πρέπει να ξανανθίσει, αυτό είναι το έλλειμα που άφησαν οι Band και οι Creedence Clearwater Revival και ο Stephen Stills, τότε το τέταρτο album του Ray Lamontagne και της μπάντας του είναι πράγματι το αντίδοτο στο πλαστικό και στο κορπορατικό, πράγματι είναι το ελιξήριο στην διαιώνιση του roots rock και της παράδοσης του αμερικανικού rock με τις folk ευαισθησίες. Το τρομερό είναι ότι το “God Willin’ & The Creek Don’t Rise” ακούγεται… θαυμάσιο. Έχει τραγούδια που ακυρώνουν το χάσμα του χρόνου ανάμεσα στις τρεις δεκαετίες που μεσολάβησαν από τότε που γεννιόταν η εστία επιρροών του Lamontagne. Αισθάνεσαι ότι ακούς ένα γνησιότατο album παραδοσιακού rock που δεν μιμείται απλά την αγαπημένη μυθική εποχή που το ενέπνευσε αλλά ζει μέσα σε αυτή. Οι μοντερνιστές μπορούν να αποχωρήσουν με συντομευμένες διαδικασίες, οι υπόλοιποι με ανοιχτά αυτιά, ας παραμείνουν να απολαύσουν τραγούδια πραγματικής ψυχής και -ναι!- υψηλής αισθητικής και συναισθηματικής αξίας. Πραγματική έκπληξη.
8,5/10 (slide κιθάρες)
Αeroplane
We Can’t Fly
(Eskimo Recordings)
Όλες εκείνες οι προσδοκίες, όλη η ανεπτυγμένη δυναμική τους, όλο το ιδιαίτερο και ανανεωτικό που υπόσχονταν οι δύο Aeroplane με το καταπληκτικό μπαράζ από remixes τους (Grace Jones, Robbie Williams, Friendly Fires κ.λπ.), ο βέλγος Vito De Luca και ο ιταλός Stephen Fasano, τις εξαερώνουν με ένα ντεμπούτο album σαχλό. Το ντεμπούτο τους “We Can’t Fly” διαθέτει έναν ήχο εξαιρετικά ραφιναρισμένο μεν, πλην όμως εκτεθειμένο να μετεωρίζεται χωρίς συνθετικές ιδέες από κάτω για να τον στηρίξουν. Το “We Can’t Fly” είναι ο ήχος δύο φιλόδοξων τύπων που κατέχουν βαθιά το πρακτικό know how αλλά καθόλου το μελωδικό knack: έτσι φτιάχνουν αντι-Daft Punk υποκατάστατα (“Superstar“), αντι-Alan Parsons αρπαχτές (“London Bridge“), ψευτο-synth rock για επίδειξη τσαγανού από βετεράνες ντίβες (η Merry Clayton στο “I Don’t Feel“), prog new age ανοησίες αλά Rick Wakeman (“The Point Of No Return“), κακό γερμανοπρεπές disco αλά Patrick Hernandez (“My Enemy“) κ.λπ. συν κάποια συμπαθητικά πλην ρηχά τραγουδάκια (“Without Lies“, “Good Riddance“, “Caramellas“) που δεν μπορούν να σηκώσουν όλο το βάρος του ανερμάτιστου και “ό,τι νάναι” συνοθυλεύματος. Καθόλου σοβαρή προσπάθεια και είναι κρίμα.
4/10 (καθίσματα γηπέδου εκσφενδονισμένα)
Orb featuring David Gilmour
Metallic Spheres
(Columbia)
Φαντάζομαι, ένας βασικός λόγος για να βγει κανείς στους δρόμους σήμερα, για να τα σπάσει όλα, πέρα από το μνημόνιο, το φορολογικό πογκρόμ και την ανεργία που αναμένεται να “γλύψει” το 15%, είναι και η συνεργασία του Alex Patterson και του David Gilmour… Στο δέκατο album τους, οι Orb καταφέρνουν να κάνουν το μύχιο όραμά τους πραγματικότητα, από τότε που ξεκινούσαν στις αρχές των 90′s: να γίνουν οι Pink Floyd στη θέση των Pink Floyd, του χαλίφη δηλαδή όλου του prog στερεώματος. Το “Metallic Spheres” χωρίζεται σε δύο ανοικονόμητα μέρη -το “Metallic” και το “Sphere“- και είναι ένα ambient τερατάκι, μία σπαταλημένη νιρβάνα, ένα progressive ταξίδι σε μια συναισθηματική έρημο με την κιθάρα του Gilmour να δείχνει το δρόμο. Πέρα από την σχεδόν ανύπαρκτη μουσική αξία του, το “Metallic Spheres” εγείρει και σοβαρά ηθικά προβλήματα, με την αναίσθητη, πορωμένη συνείδηση που το τρέφει… Καταχωρήστε το δίπλα στο “Metal Machine Music” του Lou Reed ή απλά κάψτε το πανηγυρικά και με περηφάνεια.
1/10 (μεταλλική σφαίρα)
Τρίτο και εκoφαντικότερο όλων των ως σήμερα δίσκων της, το “Mya” είναι πραγματικά ένας κολοφώνας κακής μουσικής. Ο ορισμός της αχρείαστης κακοφωνίας, μία άνευ προηγουμένου σπατάλη ενέργειας και δουλειάς, ένα ιδρωμένο πτώμα στην ουσία. Δε γίνεται να μη μείνει κανείς άφωνος από το γεγονός ότι η M.I.A. δεν έχει απολύτως τίποτα στη φαρέτρα της (ακυρώνοντας τη συμβολή των φίλων της Blaqstarr, Rusko, Diplo και Switch), παρά ένα εντυπωσιακό κενό να χάσκει, όταν πρόκειται να στήσει ένα -συμβατικά ονομασμένο- τραγούδι. Ντυμένο με ένα μπουρδολογικό concept περί ψηφιακής ανταρσίας και με ένα ακαθόριστο απειλητικό – αντιστασιακό στιλ που προφανώς καταχράται από την Tamil καταγωγή της στη Sri Lanka, το “Mya” είναι μια θλιβερή πιστοποίηση του εύκολου χαβαλέ: όταν δεν έχεις τίποτα να πεις κάνε σαματά και ντύσ’ τον με ακαθόριστα πολιτικοινωνικά συμβολάκια που κάποιοι μπορούν να ταυτιστούν μαζί τους. Έγινα μάρτυρας με τα ίδια μου τα μάτια στο Gothenburg της Σουηδίας, τον Δεκαπενταύγουστο, του live set της και εδραίωσα πλέον την υποψία μου για δαύτην. Αυτό που προσφέρει στο κοινό είναι ένα περισπούδαστο σούργελο που καταλύει κάθε αίσθηση γούστου. Προγκήξτε, αμφισβητήστε βαθιά και ζητήστε αποδείξεις σε όσους προσπαθούν να σας πείσουν για την αξία της…
0/10 (credit)
Chemical Brothers
Further
(Parlophone)
Έβδομη επίθεση των μαστόρων του ηλεκτρονικού climax (…) και αυτή τη φορά μάλιστα ενισχυμένη με οπτική αναπαράσταση των συνθέσεών τους – οι Adam Smith και Marcus Lyal έφτιαξαν τα ταινιάκια που συνοδεύουν τα κομμάτια του “Further” και η Romola Garai πρωταγωνιστεί σε όσα από αυτά χρειάζεται, η ίδια που με τη βουτιά της κοσμεί και το εξώφυλλό τους. Έχω την αίσθηση ότι το “Further” είναι στην ουσία μια άσκηση των Chemicals στο να προκαλέσουν τα όρια της έντασης, της κορύφωσης και της διαδρομής σε μια ηλεκτρονική ανηφόρα, ο προορισμός της οποίας γράφει “ο ουρανός είναι το όριο“. Οι Tom Rowlands και ο Ed Sullivan παίζουν με τις κλιμακώσεις, δοκιμάζουν τα όρια του ανθρώπινου σώματος, προκαλούν το μετρονόμο (ποιος θα τα “φτύσει” πρώτος, εμείς ή αυτός;) και επιδίδονται σε έναν αγώνα δρόμου με τα όρια της αντοχής του ρυθμού. Ως επιστημονικό πείραμα – μελέτη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όπως άλλωστε και οι τεχνικές που έχουν τελειοποιήσει σε εντυπωσιακό βαθμό, αλλά νιώθω ότι θα πρέπει να κατεβώ από το τρένο σύντομα. Αρχίζω να βαριέμαι αλλά δεν θέλω και να το πω ανοιχτά γιατί τους εκτιμώ τους μπαγάσες.
6/10 (wah wah’s)
O Τricky το παλεύει φιλότιμα ακόμη στο να φτάσει κοντά στην αναζήτηση της νιρβάνας εκείνης που προκύπτει από τα παιχνίδια με τους ανάποδους ρυθμούς, τις παράδοξες μελωδίες, τους ελλειπτικούς ρυθμούς, τις ξινές καταστάσεις, το ανορθόδοξο τραγούδισμα, τις βρωμιάρικες πρόζες, την αντίληψη ότι η μαύρη κουλτούρα είναι ένα πεδίο όπου μπορεί να μπει και να αλωνίσει με δικούς τους, ατομικούς όρους. Το ένατο album του είναι το πιο “ρυθμικό” πράγματι, από όλα τα πειράματα που έχει κάνει ως σήμερα. Οι ρυθμοί του παραπέμπουν σε ανορθόδοξα blues και ασπρόμαυρα σασπένς, ακολουθούν έναν ψυχισμό που δεν θέλει να γίνεται τίποτα ίσια, και δημιουργεί ατμόσφαιρες που έχουν πλέον απογαλακτιστεί από τα βιομηχανικά τοπία του trip hop. Τώρα ο Tricky τα έχει βάλει με την παράδοση και κανένας δεν θα τον σταματήσει να βάλει και σε αυτήν το “σημαιάκι του” που θα γράφει “από δω πέρασε ένας αναποδιασμένος τύπος που ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο με το δικό του σκληρό και δύσκολο τρόπο”. Το “Mixed Race” διαθέτει αφροκεντρική ατμόσφαιρα, σκοτεινές προθέσεις που στάζουν ακαθόριστα ζουμιά και τραγούδια που αρέσουν. Παραμένει ανάποδος και κόντρα σε όλον τον κόσμο.
7/10 (ιμάντες τυμπάνων)
Teenage Fanclub
Shadows
(PeMa)
Οι Teenage Fanclub είναι ίσως η πιο un-happening, ενεργή μπάντα αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, μία απόλυτη καλλιτεχνική δημοκρατία από τη Σκοτία που μοιράζεται ακριβώς σε ίσα μερίδια τα credits των τραγουδιών της, ανάμεσα στους Gerald Love, Norman Blake και Raymond McGinley. Το “Shadows“, ένατο album τους στη σειρά και comeback μετά από πέντε χρόνια απουσίας, γιορτάζει την κιθαριστική αφέλεια της anorak – twee – indie κοινοπραξίας με την ίδια θέρμη αλλά όχι με το ίδιο τσαγανό που είχαν στην πρώτη πενταετία των 90′s. Είναι δύσκολο να βρεις ψεγάδι στην απόλυτα τίμια και πιστή ενέργειά τους να υπηρετήσουν την ηλεκτρική επαρχιακή κιθαριστική pop τους, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο επίσης να ανακαλύψεις ζωντανά κίνητρα ή παλμό πίσω από τα μάλλον κατακαθισμένα τραγούδια τους. Είναι πανέμορφος ο ήχος τους πράγματι. Αλλά και παναδιάφορη πια η ψύχα των τραγουδιών τους, έστω και αν ο Gerald Love αναδεικνύεται ως ελαφρώς καλύτερος συνθέτης από τους τρεις τους, κοντύτερα στην παράδοση των Go Betweens.
5/10 (τσάγια με λεμόνι)
Skunk Anansie
Wonderlustre
(V2)
Αυτό που σε κάνει να απορείς πραγματικά με την επιστροφή των Skunk Anansie στα πράγματα, μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια, για έναν πέμπτο δίσκο, είναι η ικανότητά τους να ακυρώσουν οποιαδήποτε φθορά μπορεί να προκάλεσε στη χημεία τους, όλο αυτό το χρονικό διάστημα και να παίξουν το πληθωρικό, σκληρό και εξαιρετικά νευρικό rock τους με το drive και την ρολαριστή αμεσότητα ενός group με κεκτημένη ταχύτητα από μία ζωντανή και αδιάκοπη καριέρα. Το “Wonderlustre” περιέχει τραγούδια που είναι πραγματικά καλοφτιαγμένα και διαθέτουν πρόσθετα guts πέρα από την απειλητική και επικίνδυνη αίσθηση της φωνής της Skin. Αν αυτό το υπερ-δραματικό, σιδερένιας μαχητικότητας rock που παίρνει πραγματικά στα σοβαρά τον εαυτό του βρίσκει τη θέση του μέσα στο μενού της καθημερινότητάς σας, σημαίνει ότι και την κορπορατική φύση του μπορείτε να συγχωρήσετε και το machismo και την αισθητική που φλερτάρει με τις τεράστιες αρένες της υδρογείου. Είναι ωραίος, εντυπωσιακός και καλοφτιαγμένος αυτός ο δίσκος και είναι έκπληξη και για μένα που στο τσακ ήμουν να μην τον ακούσω καν…
7,5/10 (flat tops)
Scissor Sisters
Night Work
(Polydor)
Η pop των Scissor Sisters είναι πολύτιμη χωρίς πάντα να είναι σπουδαία. Ο λόγος της πολυτιμότητάς της, δεν έχει να κάνει τόσο με τις συνθετικές ικανότητές τους -που είναι γερά πιστοποιημένες-, δεν έχει να κάνει με την εξαιρετική παραγωγή τους, που ακυρώνει τους λόγους που υπάρχει ο διαχωρισμός mainstream και indie, δεν έχει να κάνει με τα ανεβαστικά gay ή str8 ή whatever τραγούδια τους, δεν έχει να κάνει με το πόσο χαρισματικός είναι ο Jake Shears ως performer ή η Anna Matronic -αμφότεροι ξεπερνούν το μέσο όρο τραγουδιστών-, δεν έχει να κάνει με το ότι η σύγχρονη Νέα Υόρκη παρήγαγε αυτό που το Λονδίνο εδώ και χρόνια παλεύει αλλά στο τέλος, πάντα τα σκατώνει περίτρανα. Ένα flashy pop group με ταυτότητα, διάρκεια και προοπτικές. Η πολυτιμότητα των Scissor Sisters στην pop κουλτούρα έχει να κάνει με το γεγονός της τρομερά μεγάλης πολιτισμικής μόρφωσής τους. Οι επιρροές και οι αναφορές τους αποτελούν έναν καμβά πρότυπης μαθητείας για όλη τη σύγχρονη pop. Οι 10CC, οι Tavares, οι Bee Gees, ο Bobby Orlando, οι Sylvers, ο Gary Glitter, ο Elton John… και πολλοί άλλοι παρελαύνουν από το τρίτο album τους “Night Work“, που καταναλώνεται μονοκούκι σαν νόστιμο διεγερτικό. Και ας ξεχνιέται μετά από λίγο. Έτσι θέλει. Να πάει να ξεϊδρώσει.
6.5/10 (σπασουάρ)
Shelby Lynne
Tears, Lies And Alibis
(Everso)
Αφού έκανε το φόρο τιμής της στην εμμονή της που λέγεται Dusty Springfield με το προ διετίας “Just A Little Lovin’” και αφού ίδρυσε τη δική της εταιρία για να έχει το κεφάλι της ήσυχο και να βγάζει ό,τι θέλει, η Shelby Lynne φτάνει αισίως στο εντέκατο album της καριέρας της. Διχασμένη όπως πάντα ανάμεσα στην country και στην λευκή γαλανομάτα soul, η Shelby Lynne πετάει όλα τα περιττά στολίδια από τη φωνή της και αφήνεται ολόψυχα να εκτεθεί έτσι όπως πραγματικά επιθυμεί. Φτιάχνει σταράτα τραγούδια ρυθμικής απλότητας, ή σκελετικές μελωδίες στις οποίες δεν παρεμβάλλεται καμία εκζήτηση και δημιουργεί ένα album που ίσως θα έπρεπε να έχει φτιάξει η k.d. lang αν δεν πάλευε να δικαιώσει μέσα της τα αδικαίωτα… Είναι απολαυστική η Shelby Lynne έτσι όπως τραμπαλίζεται με μια ρευστή αφηγηματικότητα, ανάμεσα στην πίκρα του μεσόκοπου και στη γλύκα ενός νέου, έμπειρου οπτιμισμού. Σε καλεί να πατήσεις το repeat μέχρι νεωτέρας.
7,5/10 (σπασμένες χορδές)
Στην μετά-Amy Winehouse εποχή τα κορίτσια στην ουρά κυμαίνονται από το σαντρέ του Hollywood (Pixie Lott), το ξανθό του βορρά (Duffy) μέχρι το σκούρο μελαχρινό (Rox) – όλες έχουν τους λόγους τους να διεκδικούν την πίτα αλλά το κριτήριο που υπεισέρχεται ως βασικό πλέον είναι το ποιος από όλους αυτούς τους ισχυρισμούς πατάει σε πιο στέρεες βάσεις. Η Roxanne Tataei -μισή από τη Jamaica μισή από το Ιράν- έφτιαξε ένα ντεμπούτο με μνήμες μόλις είκοσι ενός χρόνων που είναι η ηλικία της. Μέσα σε αυτό ο κολλητός της ο Al Shux δημιούργησε όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που χρειάζονται για να αναδειχθεί ένα κορίτσι που παραπέμπει στην βρετανοτραφή soul της Sade και στην girl power της Amy. Το αποτέλεσμα είναι συμπαθητικό, καλοστημένο και στρωτό, ωστόσο, κατώτερο από τις προσδοκίες του single της “My Baby Left Me” και σίγουρα πιο στιλιστικό και “μετρημένο” από όσο θα άντεχαν οι connoiseurs της soul.
5,5/10 (dreadlocks)
Cyndi Lauper
Memphis Blues
(Naive)
Μετά το “Bring Ya To The Brink” του 2008 που επαναπροσδιόριζε τη θέση της θεόμουρλης Cyndi Lauper στο προσκήνιο ενός επιθετικού club-μοντερνισμού, το “Memphis Blues” μοιάζει με την απόλυτη στροφή της προς μια στιλιστική ρετρολαγνεία, απολύτως δυσανάλογη με οτιδήποτε σύγχρονο και αστικό πάσχιζε να εδραιώσει ως image και ουσία για τον εαυτό της. Με vintage τραγούδια από το ευρύτερο ρεπερτόριο των blues του Memphis (από Robert Johnson μέχρι Muddy Waters) η Cyndi Lauper φτιάχνει ένα album με σπουδαίους καλεσμένους μαζί της στο μικρόφωνο (Allain Toussaint, Ann Peebles, B.B. King, Charlie Musselwhite, Jonny Lang) και το πραγματικά αξιοπερίεργο είναι ότι… της πάει τρελά. Έστω και ως στιλιστικό τρικ, ή ως ένα προκλητικός για κατάκτηση ρόλος, το blues είναι απόλυτα ταιριαστό στην Lauper: μπήγει βαθιά μέσα στο ψιλό γρέζι της την ασπρόμαυρη ρετρό αισθητική του Tennessee του προηγούμενου αιώνα και βγαίνει μάλλον νικήτρια, αντιμετωπίζοντάς το έστω ως ένα τερέν αισθητικών τερτιπιών.
6/10 (βαμβακοφυτείες)
RPA & The United Nations Of Sound
United Nations Of Sound
(Parlophone)
O Richard Ashcroft δίνει την αίσθηση ενός τύπου που δεν βολεύεται μέσα στα ρούχα του: διαθέτει όλο κι όλο, ένα μονόχορδο στιλ για να επικοινωνήσει, μία μονοσήμαντη έκφανση ενός τρανού βρετανικού rock με μια στάμπα ρέμπελης αλητείας πάνω του, η οποία φαίνεται να ασφυκτιά να βγει προς τα έξω, όποια μορφή και αν πάρει. Είτε τη μορφή των Verve είτε των προσωπικών του albums, ή τώρα το νέο “σχήμα” των RPA & The United Nations Of Sound, αυτό που επικοινωνείται είναι μια ορθόδοξη, έγκριτη brit rock περηφάνεια όχι πολύ διαφορετική στο ύφος από κείνη του Liam Gallagher αλλά σίγουρα πολύ διαφορετική στο ήθος της. Με λίγα λόγια, ο Ashcroft είναι απόλυτα δέσμιος του απόλυτου συγκριτικού πλεονεκτήματός του: πάντα θα εκπέμπει αυτή την ειλικρινή, “ανοιχτή” στάση των βρετανικών rock ριζών και όποια μορφή και αν παίρνει το όχημα αυτής της μουσικής του μονομέρειας, ποτέ δεν θα ακουστεί “λιγότερος” των προσδοκιών του. Με αυτήν την παραδοχή το “United Nations Of Sound” είναι ένα καλό δισκάκι, straight, άμεσο και απολαυστικό, ακόμα και κει που ο Richard ακούγεται σαν Springsteen (“Τhis Thing Called Life“) ή ως φύλαρχος μιας ιδιότυπης έγχρωμης αστικής συμμορίας (“America“). Και αν αυτή τη φορά είπε να ξανοίξει λιγάκι το εύρος του ήχου του, προσλαμβάνοντας τον hip hop παραγωγό Dion Wilson για ένα φλερτ παραπάνω με την αμερικανική soul, πάλι αυτή η αίσθηση των τούβλινων τοίχων του Λονδίνου αποπνέεται στο φόντο του.
7/10 (στιβαρές γροθιές)
Broken Records
Let Me Come Home
(4AD)
Το σεξτέτο πλέον (μετά την αποχώρηση των Arne Colb και David Fothergill και την προσχώρηση του φρέσκου κιθαρίστα Craig Ross) των Broken Records έρχεται να επικυρώσει από το Εδιμβούργο, τις αυξημένες προσδοκίες του ντεμπούτου “Until The Earth Begins To Part“, αλλά και να επιβεβαιώσει ότι το ηρωικό rock του “βουνού και του λόγγου” μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τον αστικό πληθυσμό ως εγχειρίδιο ξυραφιού, παρέας, ανακούφισης ή καρτερίας – ανάλογα το τραύμα ή την απώλεια. Έχω την εντύπωση ότι έτσι όπως οριοθετεί ο ίδιος ο Jamie Sutherland τις επιρροές του για το δεύτερο album των Broken Records -ένα μόρφωμα από “Nebraska” του Springsteen, “Murder Ballads” του Cave, “Feast Of Wire” των Calexico και του πρώιμου καταλόγου των R.E.M. στην I.R.S.- μοιάζει να βαφτίζεται μοιραία στην κολυμπήθρα των “χωρίς σωτηρία” περιπλανώμενων ψυχών, αυτών που βγάζουν φλύκταινες όταν εκτίθενται στο mainstream και παλεύουν να κρατήσουν ψηλά το ταλαιπωρημένο λάβαρο της πίστης τους. Μακριά από οποιαδήποτε καταχώρησή τους στους έντεχνους γραφικούς, οι Broken Records υποστηρίζουν την σοβαρή, αγέλαστη στάση τους, με μερικά πολύ καλά rockers (“A Darkness Rises Up“) και κάποια θαυμάσια ψυχοβγαλτικά downers (“I Used To Dream“).
7/10 (μαντήλια αποχαιρετισμού)
Kula Shaker
Pilgrims Progress
(StrangeF.O.L.K.)
Στο album της επιστροφής τους, μετά το “Strangefolk” του 2008, οι Kula Shaker προς τιμή τους, φροντίζουν να “σκοτώσουν” από το πρώτο κιόλας κομμάτι του album, τον Peter Pan (“Peter Pan R.I.P.“), κάνοντας έτσι το ύψιστο ψυχαναλυτικό καθήκον τους απέναντι στην brit pop που τους εξέθρεψε. Χωρίς λοιπόν σύνδρομα που τους κρατούν πίσω, ο Crispin Mills και οι φίλοι του, μπορούν αποενοχοποιημένα να επιδοθούν σε ένα αρκετά ειλικρινές μελωδικό brit rock με τρυφερότητα και ευαισθησία και να αναζητήσουν όλα εκείνα τα στοιχεία που πάντρεψε στα 60′s το mersey beat με το paisley underground και να καταλήξουν χωρίς θεαματικά και εντυπωσιακά αποτελέσματα στην διαπίστωση ότι… μέχρι οι Last Shadow Puppets να κυκλοφορήσουν το δεύτερο album τους, η θέση τους θα παραμένει κενή. Μέχρι τότε, οι σπουδές των Kula Shaker πάνω στην θεματολογία των Byrds και των Crazy Horse του Neil Young κρατούν καλά και ζεστά τη θέση τους στο σύγχρονο προσκήνιο, έστω και χωρίς πολλά φώτα στραμμένα πάνω τους. Προσέξτε ιδιαίτερα το σαντούρι και τον αυλό στο camp instrumental “When A Brave Needs A Maid“…
6/10 (λαχούρια)
Sheryl Crow
100 Miles From Memphis
(A&M)
Στο έβδομο album της, η Sheryl Crow -μια τραγουδίστρια που ενσωματώνει στο act της, όλη την αμερικανιά του ντουνιά, από όποια πλευρά και αν την δει κανείς, είτε από εκείνη του επαγγελματισμού είτε από την άλλη της κορπορατίλας- κάνει φόρο τιμής στη νότια soul, και συγκεκριμένα στον ηλιοκαμμένο ήχο του Memphis. Στον αντίποδα της soul της Joss Stone που αντιμετώπισε στο “Colour Me Free“, την νότια soul ως ένα στιλιστικά πρόσφορο πεδίο να ταιριάξει την αχαλίνωτη φωνή της, η Sheryl Crow προσεγγίζει την soul του Memphis ως ένα ακόμα πόδι της παράδοσης των ριζών της και ερμηνεύει στην ουσία “λευκά” και “rocky” τα τραγούδια των 4/4 που επιλέγουν εδώ οι πολύτιμοι συνεργάτες της όπως ο Doyle Branhall II και ο Justin Stanley. Έχοντας εξασφαλίσει πλήρως τα συστατικά που έχουν κάνει brand τον ήχο των Memphis Horns, η Crow τραγουδάει με κείνο τον συντηρητισμό των αμερικανικών macho rodeos που την έκανε γνωστή (και ιδιαίτερα αντιπαθή σε μένα) ένα μενού με όλα τα καλά του αμερικανικού κατεστημένου: διεκπεραιωτική reggae παρέα με τον Keith Richards (“Eye To Eye“), στιβαρή, εσωτερική soul αλά Hi Records μαζί με τον Justin Timberlake (στη διασκευή του “Sign Your Name” του Terence Trent D’ Arby), κουτουρού διασκευές όπως το “I Want You Back” των Jacksons και το μελωδικό, ξυραφάτο “Sideways” του Citizen Cope κ.λπ. Η ίδια η Crow έχει γειωμένο για τα καλά το δίσκο της, δεν τον απογειώνει πουθενά, διότι προφανώς δεν μπορεί να αντλήσει από μέσα της τίποτα που είναι επαρκές για ένα φλογερό soul album. Προτιμήστε πάντα την Bonnie Raitt…
4,5/10 (μίλια μακριά)
Tinie Tempah
Disc Overy
(Parlophone)
Αυτό που χαίρομαι ιδιαίτερα στο ντεμπούτο του εικοσιδυάχρονου βρετανού rapper Tinie Tempah είναι η διαβολεμένη ικανότητά του να ακυρώνει κάθε κόλλημά μου απέναντι στις προζάτες λογοδιάρροιες – μοιάζει να πιάνει από το χέρι τον ακροατή που έχει μεγαλώσει με μελωδίες στα αυτιά του και να τον πηγαίνει βόλτα στα εξαιρετικά φουτουριστικά μέρη της space αισθητικής των σύγχρονων laser studios, να τον καθησυχάζει για τις ανησυχίες του περί “δυσκολίας-να-οικειοποιηθείς-την-πρόζα” και να του αποκαλύπτει έναν παλμό που δεν άκουσε ποτέ από τους αμερικανούς hip hoppers. Ο Tinie Tempah είναι ένα σύγχρονο απότοκο της μοντερνιστικής βρετανικής τεχνολογίας, ένα παιδί που παίρνει το λαϊκό rhyming του δρόμου και το τοποθετεί περίοπτα στο στούντιο όπου του επιφυλλάσει το απόλυτο crossover ανάμεσα στην αμερικανική εφηβική pop του κάθε Chris Brown, Usher και Ne-Yo (τους κάνει όλους τους να μοιάζουν με νιάνιαρα), το grime του Dizzee Rascal και την επικών διαστάσεων pop του Jay-Z. Μαζί του τραγουδούν εδώ κι εκεί η Ellie Goulding, η Kelly Rowland, ο Εric Turner, η Swedish House Mafia και ο Range. Έχει cutting edge, είναι sexy με ασυγκράτητες ιδέες στην τσέπη του και όλη τη μητρόπολη στην αγκαλιά του, όπως στο εξώφυλλο. Σκέφτεστε τίποτα καλύτερο για βρετανικό Νο.1;
7,5/10 (μικρόφωνα knocked out)
Laetitia Sadier
The Trip
(Drag City)
Όσο ιδιόρρυθμη και ελλειπτική είναι η pop των Stereolab, χρόνια τώρα, παγιδευμένη σε μοτιβάκια που ανακαλούν ένα σωρό δοξασίες από το παρελθόν του art deco, του bauhaus, των σουρεαλιστών και των ιμπρεσιονιστών (συχνά ταυτόχρονα), άλλο τόσο διαφαίνεται στο προσωπικό ντεμπούτο album της ψυχής τους, Laetitia Sadier η τάση να γίνει όσο γίνεται πιο συγκεκριμένη και απτή, όσον αφορά στις μελωδίες της. Χωρίς τον Tim Gane απέναντί της, η Laetitia χαλαρώνει, κάπως σαν να ησυχάζει και γίνεται -προς τιμή της- σαφής και τρυφερή, στρογγυλεύει εκείνες τις ατέρμονες γωνίες των Stereolab και φτιάχνει μελωδικά “τρουφάκια” υψηλής ζαχαροπλαστικής δεξιοτεχνίας. Κοινώς είναι πράγματι έντεχνη η Laetitia στο “Trip” αλλά παραμένει και πολύχρωμη και επικοινωνιακή και πολιτιστικά υπερφορτωμένη με ένα σκασμό γνώσεις και εμπειρίες από το σύνολο της pop κουλτούρας. Αξιολάτρευτη και εστέτ.
7/10 (ντεσέν στο φουστάνι)
Cherry Ghost
Beneath This Burning Shoreline
(Heavenly)
Δεύτερο album για τους άγγλους indie rockers μετά το “Thirst For Romance” του 2007, ακόμα καλύτερο, ακόμα πιο λυρικό, ιδιαίτερο και βαθιά συναισθηματικό σε ένα φαντασιακό σταυροδρόμι ανάμεσα στους Coral, τους Last Shadow Puppets και τον Richard Hawley. Hχογραφημένο μεταξύ Ρώμης και Βερολίνου το “Beneath This Burning Shoreline” φέρει έναν σφοδρό παλαιορομαντικό αέρα μέσα του που θες να τον εισπνεύσεις μονορούφι γιατί για κάποιο λόγο εμπιστεύεσαι τυφλά τον Simon Aldred σε ό,τι τον κινητοποιεί, σε ότι τον κάνει να ατενίζει τόσο βαθιά λυρικά τον ορίζοντα και την ψυχή του. Ακόμα και τα στοιχεία που σε διαφοροποιούν ως ακροατή από το δραματικό αλλά χωρίς κραυγές και οιμωγές, rock των Cherry Ghost γίνονται πεδία εξερεύνησης. Είναι πονεμένο album αυτό, με βιολιά που σε σκίζουν εδώ και κει, με μια αδιαπραγμάτευτη αίσθηση αλήθειας και με ζάχαρη όπου πρέπει αλλά κυρίως με ταμπάσκο.
7,5/10 (αναμμένα σπίρτα)
Lloyd Cole
Broken Record
(Tapete)
Πάντα ήταν έντονη η πετριά του Lloyd Cole με την folk ρίζα του – πάντα ένιωθε την ανάγκη να είναι συνδεδεμένος με την παράδοση που ανάθρεψε τη μελωδική φλέβα του, ακόμα και τότε που πειραματίστηκε με την αστική chamber pop στα προχωρημένα 80′s και στις αρχές των 90′s. Σήμερα όμως αυτή η αγάπη για την αμερικανική country παράδοση μοιάζει όψιμη και λίγο καιροσκοπική, παρότι δεν έχει σημαντικά ψεγάδια να καταγγείλει κανείς. Το “Broken Record” είναι ένα album ζεστό και φιλικό, σαν κάλεσμα για ένα ζεστό φλυτζάνι με κάτι ανακουφιστικό. Αποπνέει αίσθηση από “παρεάκι” με κατευνασμένα πνεύματα που τα έχουν βρει μεταξύ τους (Joan As Police Woman, Fred Maher κ.λπ.) και έχει να προτείνει μερικές μελωδίες που δεν θα σου αλλάξουν τη ζωή για πάντα, σίγουρα όμως θα σου προσφέρουν μια πιο ψύχραιμη οπτική να την αντιμετωπίσεις. Ο Lloyd Cole τραγουδάει με μια εξαιρετική ωριμότητα και μια συγκαταβατικότητα που έχεις ανάγκη μετά από τόση τσίτα, τόση πίκρα και τόσο συχτίρι που έχεις φορτωθεί από όλους τους “contras” της americana όλα αυτά τα χρόνια.
6/10 (ζεστά φλυτζάνια με κάτι ανακουφιστικό)
Tired Pony
The Place We Ran From
(Fiction)
O Gary Lightbody των Snow Patrol με τους Tired Pony (ένα εντυπωσιακό super group με μέλη που δεν φαίνονται να έχουν τελειωμό στο μέτρημα) έκανε ένα όνειρό του πραγματικότητα: ένα μεγαλειώδες πάνπικρο country rock album που να ενσωματώνει όλη την εμπειρία του από την αμερικανική ήπειρό στα δέκα προηγούμενα χρόνια και να έχει κοντά του όλους τους φίλους και ήρωές του. Μαζί του βρίσκεται ο Iain Archer μετά της συζύγου του Miriam Kaufmann, ο drummer των Belle And Sebastian, Richard Colburn, o Peter Buck των R.E.M. και ο Scott McCoughey από τους Minus 5 (μεταξύ άλλων), ο Troy Stewart, ο M. Ward και ο παραγωγός Jacknife Lee, αλλά και η Zooey Deschannel (που κάνει ντουέτο με τον Lightbody στο “Get On The Road“) και ο Tom Smith των Editors. Ουφ! Αν σταθμίσει κανείς προσεκτικά τους ρόλους και τις ισορροπίες ανάμεσα σε αυτό το ακατάσχετο name dropping θα βρει την χρυσή τομή της ένωσής τους και θα νιώσει τον country rock αέρα που πνέει στο “Place We Ran From” – κάπως σαν να είναι ο Gram Parsons ηγέτης των Waterboys, ή κάτι τέτοιο. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος για την γερή κράση όλων των τραγουδιών του δίσκου -κάποια ακούγονται γαμάτα όπως το “Dead American Writers” και κάποια άλλα σαν στριμμένα αποπαίδια του Johnny Cash όπως το “I Am A Landslide“. Ωστόσο, η αίσθηση του ξεσκάσματος και της ευχαρίστησης “από την εμπειρία” είναι παντού διάχυτη και κάπως σε κάνει να χαίρεσαι.
6/10 (τραγόμαλλα λιαστά)
The Gaslight Anthem
American Slang
(Side One Dummy)
Ο Brian Fallon των Gaslight Anthem από το New Jersey τραγουδάει με έναν τρόπο που σου σκίζει την καρδιά: έχει έναν λεβέντικο ηρωισμό η εκφορά του, μία συνοφρυωμένη ένταση, από αυτό το είδος όμως που δεν ξέρεις αν συνοφρυώνεται από ικεσία ή από τσαντίλα… Το τρίτο album του κουαρτέτου ακούγεται τόσο γυμνασμένο, καλοφτιαγμένο και συγκινητικό με την in yo face τιμιότητά του – αμερικανικό εξημερωμένο punk ‘n’roll χωρίς ίχνος σπαταλημένης καγκουριάς, χωρίς καμία από τις πιωμένες πρώτες ριπές των Green Day ή των Offspring. Αν υπάρχει μια ευθεία αναφορά στον ήχο τους αυτή μάλλον τους Hold Steady δείχνει και το heartland rock του Bruce Springsteen των 70′s ή ακόμα των Clash χωρίς την λονδρέζικη “εκπαίδευση” του δρόμου. Υπάρχει ένα είδος συναγερμού στον ήχο των Gaslight Anthem, ένα κουδουνιστό κάλεσμα στα όπλα από ανθρώπους που είναι αποφασισμένοι να διεκδικήσουν τα συναισθηματικά κεκτημένα τους πρώτα και αργότερα τα κοινωνικά – οικονομικά… Ορθόδοξα δωδεκάμετρα, καλοζωισμένα crescentos για μια γενιά που θέλει να νιώθει υποψιασμένη, τραγούδια που χωράνε από Buddy Holly μέχρι Tom Petty και μία αίσθηση πραγματικής ευδαιμονίας.
7,5/10 (μπαντάνες)
The Black Keys
Brothers
(Nonesuch)
Στο δικό μου νου, η διαφορά ανάμεσα στη σπουδαιότητα των Black Keys και την σπουδαιοφάνεια των White Strips έχει να κάνει με το πώς τα δύο σχήματα διαχειρίζονται το ήθος του γκαραζιέρικου rock με ρίζες στα blues, που καλούνται να υπηρετήσουν. Εκεί που ο Dan Auberach και ο Patrick Carney γράφουν τραγούδια καρικευμένα με θρυμματισμένα κομμάτια της ψυχής τους (όπως soul – μπορείς να το διακρίνεις στην φωνητική ερμηνεία του Dan…) έστω σουλουπωμένα, εδώ από τον Danger Mouse, ο Jack και η Meg παριστάνουν ότι όλο αυτό είναι το φόντο ενός θιάσου για να ξεδιπλώσουν το κοκκινόμαυρο act τους. Οι Black Keys φοράνε την γκαραζιέρικη βρωμιά τους με έναν απόλυτα ταιριαστό τρόπο στα τραγούδια τους, θριαμβεύουν με υψωμένη τη σημαία του “αυθεντικού”, ακούγονται συναρπαστικοί και ανελέητα ρομαντικοί όταν κεντάνε τις αναφορές τους στους Country Joe & The Fish, τους Electric Prunes, τον Al Green και τους Allman Brothers (ναι, αμέ!), μυρίζουν παλιακά jeans και ανάσες από σπιτικά μπαχαρικά και δεν καταχρώνται την εικόνα του αλκοολισμού τους. Είναι απλά ένα εργαλείο και αυτό. Ωραία βαριά, ηλεκτρικά grooves συν μια διασκευή στο “Never Gonna Give You Up” των Gamble & Huff και του Jerry Butler που θα το προτιμώ πάντα από το “Black Moses” του Isaac Hayes.
7,5/10 (μποτίλιες με ό,τι θες)
David Sylvian – Sleepwalkers
O David Sylvian έχει να βγάλει καλό δίσκο εδώ και μια ντουζίνα χρόνια: περιφέρεται την τελευταία δεκαετία σε ένα τοπίο νεκρικής σιγής ανάμεσα σε glongs από ονειροπαγίδες και glings από μινιατούρες – μεταλλόφωνα με εκείνο το μισάνοιχτο βλέμμα που δεν ξέρεις πια αν είναι ξεχασμένη ηδυπάθεια, εσωτερική απειλή η ανυπόφορη νύστα. Ή και τα τρία μαζί; Έχεις, ούτως ή άλλως την αίσθηση ότι έχει εγκαταλείψει το κεντρικό μουσικό προσκήνιο και έχει μετοικήσει σε έναν τόπο αλλόκοτο, μαζί με συνεργάτες που δείχνουν να είναι πρόθυμοι να καταναλώσουν ενέργεια σε projects που είναι αποφασισμένα να την κρύψουν. Έτσι οι Nine Horses, ο Ryuichi Sakamoto, η Joan As The Police Woman, ο αδερφός του ο Steve Jensen αλλά και πρωτοπόροι Γιαπωνέζοι με δέος απέναντι στην πρωτοπορία του minimal (…) όπως ο Dai Fujikura, αλλά και η Jan Berg, o Fennesz και άλλοι, συμπλέουν από καιρό σε καιρό με τα θολά οράματα του Sylvian, παράγοντας θολά αποτελέσματα για θολές ακροάσεις με θολά κίνητρα. Ο David Sylvian είναι ένα κινούμενο τοπίο στην ομίχλη.
Έχοντας από καιρό σταματήσει να εστιάζει σε μια μουσική κατεύθυνση, ο Sylvian πέρα από τις νέες του ηχογραφήσεις την τελευταία δεκαετία, έχει και διάφορα παράπλευρα projects να μουρμουρίζουν δω και κει. Ένα από αυτά τα υπερ-ακαθόριστα projects είναι και το “Sleepwalkers” (πόσο εύγλωττο…), ένα ανεμομάζωμα, με ξαναδουλεμένα (ξανα-τι;) κομμάτια του “Blemish” (2003) και του “Manafon” (2009), επεξεργασίες μισοτελειωμένων ιδεών από το συρτάρι, κάτι ψιλοκαινούργια που ντρέπονται να πουν κιόλας ότι είναι φρέσκα, ανέκδοτα, παραμελημένα και “ορφανά” που έσκαγαν ως ιδέες με πολυομελίτιδα στο άμεσο παρελθόν, κάτι μελωδίες που ξεκινάνε και πάνε χωρίς να μαζεύονται από πουθενά… Τα συγκέντρωσε λοιπόν σε ένα μουντό σύνολο, χωρίς ραχοκοκκαλιά (πρέπει να απεχθάνεται τους “άξονες” γιατί μάλλον τείνουν να τον βάζουν σε τάξη), χωρίς λόγο ύπαρξης, χωρίς ένα παραμικρό όραμα για το ποιος θα μπορούσε να είναι ο δυνητικός ακροατής τους και τα ονόμασε “Υπνοβάτες“.
Νομίζω ότι η φράση του Aldus Huxley με την οποία επιλέγει να κλείσει το κείμενό του στο microsite του “Sleepwalkers” βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή της στο album αυτό και ας αποτελεί την πιο δραματική παρερμηνεία που θα μπορούσε να συμβεί. “Η συνέχεια είναι αντίθετη στη φύση, αντίθετη στη ζωή“. Πέρα από την ποιητική διάσταση της φράσης που δίνει και άτρωτο άλλοθι στο θρήνο κάθε είδους απώλειας, μπορεί να ερμηνευτεί και ως δικαίωμα στην αυθαιρεσία.
Ο Sylvian απαλλαγμένος έτσι, από κάθε είδους σκοπό και “λόγο”, κάνει το “ό,τι νάναι” πράξη. Φλυαρεί με αυτή την καταπραϋντική φωνή σε ήπιους ρυθμούς, τρεμοπαιχνιδίζει ανάμεσα σε γιαπωνέζικα έγχορδα, γίνεται performance artist του καναπέ, απαγγέλοντας ακούραστες πλην ανυποχώρητα πλαδαρές πάρλες, επικαλείται μια avant garde που έχει μηδενική παρεμβατικότητα πια στα πράγματα και συστηματικά αποφεύγει (μπορεί και δεν θέλει ή είναι παντελώς αδύναμος να το κάνει;) να γράψει ένα τραγούδι που να έχει τη στοιχειώδη δύναμη να “απευθυνθεί”.
Έτσι, το “Sleepwalkers” γίνεται ένα μαλθακό, καλοζωισμένο τίποτα με το κενό μισάνοιχτο βλέμμα του David να μην μπορεί να πάρει από πουθενά περιεχόμενο: θα μας μαστουρώσει; Θα μας διαλύσει; Θα κοιμηθεί εκεί που στέκεται; Κανείς δεν ξέρει. Το πιθανότερο είναι ότι του χρόνου, θα κυκλοφορήσει ξανά ένα περισπούδαστο, ψιλοαισθησιακό και κάργα ατμοσφαιρικό album chamber αμπελοφιλοσοφίας χωρίς καθόλου τραγούδια και θα το βαφτίσει “ακρογωνιαία” συνεργασία με κάτι προχωρημένους γιαπωνέζους που δεν γελάνε ποτέ στις φωτογραφίες. Και θα είναι φυσικά υπερβατικά υπερβαρετό. Δεν το ‘χω καθόλου.
3/10 (glongs)
Άκου με προκατάληψη
Belle & Sebastian
Write About Love
(Rough Trade)
Το καλύτερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί αυτές τις μέρες είναι να αφεθείς να… βαρεθείς με το καινούριο album των Belle & Sebastian. Πρώτη φορά κάνουν τέσσερα χρόνια να εμφανιστούν ξανά και πάνω που το προηγούμενό τους “Life Pursuit” σημείωσε μετά από μια ντουζίνα ετών ύπαρξής τους, το πιο εμπορικό κατόρθωμά τους, οι Belle & Sebastian επιμένουν στην κιτρινισμένη αθωότητα σαν ένα είδος αυτιστικής εμμονής. Νομίζω πολύ καλά κάνουν. Και ακόμα καλύτερα που πλέον τα εξώφυλλά τους μοιάζουν με branded cheesiness που φέρνει ειρωνικά χαμογελάκια για τις με στο στανιό διχρωμίες τους. Η άσπιλη pop τους μοιάζει με θαλασσινή αύρα, ή ελαφρύ χειμωνιάτικο κρύο, ή με διστακτικό ήλιο – κάτι αντιθετικό τέλος πάντων- και κερδίζουν θριαμβευτικά σε κάποια σημεία (“I Want The World To Stop”, “Come On Sister”, “Write About Love“) και ψιλο-συμβατικά ok σε κάποια άλλα (όπως η muzak του “Little Lou, Uncle Jack, Prophet John” με καλεσμένη την Norah Jones). Album με όλα τα υποκοριστικούλια του ντουνιά (του ντουνιούλη) στην πλατουλίτσα του. Συχνά σε κάνει να βαριέσαι αλλά με κείνον τον ωραίο εσωτερικά ζεστό τρόπο που παραμένει ζητούμενο αυτές τις μέρες.
6,5/10 (στεκάκια)
Sufjan Stevens
The Age Of Adz
(Asthmatic Kitty)
Στον ένατο δίσκο του ο Sufjan έφτιαξε ένα λεπτούργημα κιμπάρικο και τόσο μα τόσο έντεχνο, που το ακούς αποκλειστικά καθιστός – δε θες να σηκωθείς να ακολουθήσεις ρυθμούς ή να γείρεις το κεφάλι, τρυφερά στις μελωδίες. Το ακούς προσηλωμένος και ακίνητος και αφήνεις τη φαντασία σου να κάνει surf στους υπερθετικούς βαθμούς του Sufjan που απέχει ένα βηματάκι μόλις από το να ακουστεί σχεδόν θριαμβευτικά… αφελής. Όπου αφέλεια, ο ρομαντισμός, μια ψυχεδελική πλουμιστή διάθεση, ένας ηδονισμός με εξαιρεμένες τις προστυχιές και ένας πολύπλευρος φιλοσοφικός στοχασμός που έχει να κάνει με πεταρίσματα βλεφάρων και πεταλούδες στο στομάχι. Α ναι, και βέβαια μια ακύρωση του μύθου τού “νεανικού”. Δεν έχει σημασία η αδρεναλίνη, η ευελιξία και το σφρίγος εδώ. Μόνο τα διαχρονικά, συναρπαστικά ερεθίσματα. Αν δεν ήταν κόκκινο πανί ο όρος “progressive” θα τον τολμούσα, αλλά προτιμώ το “ελευθεριάζον”. Ο πιο ιονισμένος αντι-rock ‘n’rawl δίσκος της χρονιάς μέσα σε νερά που σ’ αγκαλιάζουν σαν ζακέτα μερσεριζέ.
8/10 (μανιτάρια)
Κολοφώνας κακής μουσικής το τέταρτο ομότιτλο album των νεοϋορκέζων που ήδη τρεκλίζουν από το “Our Love To Admire” του 2007. Φορμαλιστικό, κοιμισμένο, με αρνητική ενέργεια (όχι αυτή που παράγει ο κίνδυνος αλλά η αμηχανία και η ανία), γκρινιάρικο, κακοφτιαγμένο στις γραμμές του, εκτελεσμένο σαν αγκαρία μέγιστη, με σπηλαιώδη παραγωγή από λασπωμένα τρίσβαθα και αντιπρότυπα τραγούδια, το… “ευφάνταστα” τιτλοφορημένο “Interpol” άνευ Julian Plenti ακούγεται σαν καταληψία υποσιτισμένων έγκλειστων σε mall μεγαλούπολης με τα μαγαζιά όλα κλειστά. Η απόγνωση του πληκτικού. Έχω θυμό με αυτό το album: το άκουσα δεκάδες φορές για να διαψεύσω τον εαυτό μου αλλά δεν μπορώ να ξεφύγω από την προδοσία που φοράει με ειρωνικό χαμόγελο σε όλη τη διάρκειά του. Προτιμήστε χωρίς καμία ενοχή το “Octoberon” των Barclay James Harvest. Θα αποζημιωθείτε τα μάλλα μετά την ύψιστη αυτή μαλακία.
1/10 (τσακισμένο καπάκι μπίρας)
Τhe Coral
Butterfly House
(Deltasonic)
Στον έβδομο δίσκο τους οι Coral (συνεπείς πάντα, συγκινητικά ορθοί και τίμιοι σε αυτά που γουστάρουν να ακούν και να αναπαράγουν) ακούγονται σαν ένα κινηματογραφικό Paisley παραμύθι: λαχούρια ζωντανεύουν στο δρόμο για το Shangri La και συμβολικοί σχηματισμοί ζωντανεύουν πάνω από τα παρτέρια που όχι μόνο δείχνουν το δρόμο αλλά παρέχουν και tips για την καλύτερη πορεία σας σε αυτόν. Δηλαδή, στους Byrds, στους Animals, στο mersey beat της βρετανικής εισβολής και στους Zombies, προσθέστε τώρα και τον Lee Hazlewood και ίσως τον Glenn Campbell για μια πανηγυρική επικράτηση του vintage ως μοναδική λύση στα αδιέξοδα. Ο James Skelly τραγουδάει απολαυστικά καθώς ωριμάζει μέσα στις συγχορδίες του Paul Duffy και του Lee Southall. Επίσης πουθενά δεν φαίνεται ότι έφυγε ο Bill Ryder Jones αλλά φαίνεται ευτυχέστατα παντού, ότι η παραγωγή του John Leckie κεντάει γνησιότητα στους αρμούς των τραγουδιών τους. Μοιάζουν με δωδεκάρα μπίρα Rochefort: την απολαμβάνεις όταν την πίνεις αλλά σε γιαίνει όταν τη ρεύεσαι, τρεκλίζοντας.
8/10 (φιούμπες στα πουκάμισα)
Edwyn Collins
Losing Sleep
(Heavenly)
Αν εξαιρέσεις ότι πλέον, ο καημένος δεν μπορεί να τραγουδήσει (ακούγεται σαν muppet που παριστάνει τον Edwyn Collins και αυτό παρακαλώ δεν είναι αστείο) ο Edwyn Collins ακούγεται στο καινούργιο του album σαν να πασχίζει να αποδείξει σε όσους τον τιμούν ότι το soul beat κυλάει στο αίμα του, εφαρμοσμένο σε διεκπεραιωτικά αλλά κάπως ειλικρινή τραγούδια uptempo pub περηφάνειας. Δεν ξέρω αν είναι σοφό πλέον να “βρωμίζει” τις παραγωγές του (μάλλον για να αισθανθούν οικεία οι καλεσμένοι του – Alex Kapranos των Franz Ferdinand, η παλιοσειρά του Roddy Frame των Aztec Camera από τις μέρες της Postcard, ο Johnny Marr και ο Ryan Jarman των Cribs) είναι σίγουρα όμως συγκινητικό. Έτσι, η μετριότητα στα τραγούδια του “Losing Sleep” (μια ποικιλία από ενήλικα northern soul που παριστάνουν τα νεανικά φρεσκούδια) αποκτάει μια άλλη διάσταση, γίνεται μια άγραφη συνθήκη ανοχής, ένα φιλικό πατ – πατ στην πλάτη, ένα χαμόγελο αποδοχής για έναν μουσικό πάντα αγαπητό αλλά και έναν performer που από τη μια μέρα στην άλλη μοιάζει να μεταλλάχθηκε από μάχιμος ακρίτας της Σκοτίας σε σοφό, παροπλισμένο δημογέροντα – βετεράνο που όλοι σέβονται αλλά κανένας δεν πιστεύει στο cutting edge του πια.
5/10 (σκοροφαγωμένα σκήπτρα)
Fenech Soler
Fenech Soler
(Moda)
Τετραμελείς από το Northampton, μεταμοντέρνοι electroheads με πληθωρικό μούσκουλο στον ήχο και λεπτότητα στα τραγούδια τους, με αιχμή του δόρατός τους, τον ικανό τραγουδιστή τους Ben Duffy. Ακούγονται όπως περίπου θα ακούγονταν οι Beloved αν κυκλοφορούσαν σήμερα το ντεμπούτο τους “Happiness” ή σαν Frankmusik χωρίς το gender bendering. Οι Fenech Soler οργανώνουν ωραία τον κλαμπίστικο θόρυβο της παράδοσης που τους έδωσε το κίνητρο να γίνουν group και να παίξουν μουσική: αγαπούν την αρμονία στα φωνητικά, την pop στις μελωδίες, τα big beats των Basement Jaxx και των Groove Armada, το ρίσκο στους ρυθμούς, τις αιχμηρές κλιμακώσεις, τα τεταμένα ιδρωμένα t-shirts με τις ευφυείς σαρκαστικές στάμπες, τις χορευτικές φιγούρες που καταδεικνύουν προσωπική εφευρετικότητα από τον χορευτή και τα τραγούδια που σε χτυπάνε μέσα και έξω σα χταπόδι. Κάνουν μοιραία, περισσότερο θόρυβο από όσο επιτρέπει το ύψος των τραγουδιών τους. Έχουν όμως σπουδαία υποσχόμενο knack, ακούγονται δυνατά και ο Ben Duffy είναι η πιο έξοχη drama queen της γενιάς του.
6/10 (strobe lights)
Antony & The Johsons
Swanlights
(Secretly Canadian)
Η μελαγχολία της κρεβατοκάμαρας απέχει μόλις ένα κλείσιμο διακόπτη από την ξεθωριασμένη μπορντώ μιζέρεια του λευκώματος με τις μύχιες σκέψεις ενός στερημένου παιδιού. Ο Antony στο τέταρτο album του επιβεβαιώνει τις υποψίες του δακρύβρεχτου ep του “Thank You For The Music” και φτιάχνει ένα σύνολο τραγουδιών σαν τσαλακωμένα με άχαρο τρόπο χαρτομάντηλα βασισμένος στην ψυχαναγκαστική σκέψη ότι “κανείς δεν θα κατηγορήσει κάποιον που κλαίει από την καρδιά του” λες και το θέμα εδώ είναι αν το κίνητρό του να κλάψει είναι αυθεντικό ή όχι. Το “Swanlights” μοιάζει με την σπαραξικάρδια κατάθεση της κραταιάς και αδέκαστης θείας Γλυκερίνης που αποφασίζει να κάνει τους καημούς της λεύκωμα (όντως το “Swanlights” συνοδεύεται από κολάζ “προσωπικών μικροκαλλιτεχνικών στιγμών”…) και να πει όλα αυτά που την πίκραναν. Το κλισέ κουνάει το άσχημο κεφάλι του και ο Antony αντί να αντλήσει ποικιλία από την χοάνη της αδιαμφισβήτητα πολύπαθης ψυχής του, επιμένει στη ζαχαρούχα κλάψα διεκπεραιωτικών “γλυκουλίνικων κουδουνισμάτων” ενόσω ξορκίζει φαντάσματα (“φάντασμα, φύγε από την καρδιά μου και βρες το δρόμο σου” λέει στο “Ghost”…) Oh dear…
4/10 (μιξομάντηλα, έστω αρωματικά)
Royksopp
Senior
(Wall Of Sound)
Εντάξει, μετά το ξεμπούρλεμα του “Junior” (του “ανοιξιάτικου” album τους, σύμφωνα με τους ίδιους) η ισορροπία αιτεί μία “χειμωνιάτικη” (πάντα σύμφωνα με τους ίδιους) ανασυγκρότηση, έστω και αν είναι σε όλη τη διάρκειά της instrumental. Η επιτυχία είναι ότι δεν σου λείπουν πουθενά τα φωνητικά, έτσι όπως έχουν στήσει τις κλιμακώσεις των πολικών τεχνολογικών τους γραμμών. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν έχεις και πολλούς λόγους να μην κάτσεις αντ’ αυτού, να ξεσκονίσεις τη δισκογραφία του Alan Parsons (από το “Tales Of Mystery And Imagination” μέχρι και το “Stereotomy“) και να μην έχεις στο τέλος καθόλου την έλλειψη των Royksopp από τα αυτιά σου. Aν ξεπεράσεις την τυραννία του αχρείαστου που σε τρώει σαν σαράκι (ψάχνοντας απεγνωσμένα ένα λόγο που χρειάζεσαι το “Senior” στο i-pod σου) ίσως και να το απολαύσεις: ένα ρηχό, ταξιδιάρικο, ελαφρύ, τεχνικά άρτιο, ηλεκτρονικό easy listening που δεν έχεις τίποτα να του προσάψεις. Απολύτως τίποτα.
5/10 (φελλοί για σημάδι στο βαρέλι του Jack Daniels)
Ariel Pink’s Haunted Graffiti
Before Today
(4AD)
Είναι ανεξήγητο το ότι το χάος που συμβαίνει στο νου του καλιφορνέζου Ariel Pink , δεν καταλήγει σε ένα κουφό “ό,τι νάναι” αλλά παίρνει σχήμα, μορφή, μια ενέργεια απολαυστική και μια δυναμική που δεν μπορεί να συνοψιστεί με τίποτα. Αλλιώς τι χάος θα ήταν; Μόνο σημειολογικά μπορεί κανείς να αποδώσει το τι συμβαίνει για μια ακόμη φορά σε δίσκο του Ariel Pink: από τη μία διασκευάζει γκαραζιέρηδες του 1966 (τους Rockin’ Ramrods και το “Right Lit Blue Skies“) και από την άλλη πατάει πάνω στο italo disco διαμάντι “For You” των ιταλών Ago από το 1982 για το “Beverly Kills“. Δεν βγαίνει κανένας κανονικός ειρμός στη μουσική του Ariel Pink και αυτή είναι η γοητεία του. Η ευφυία αυτού του τύπου είναι θαμένη κάτω από δεκάδες στρώματα ενστικτώδους έκφρασης και πρωτοβουλίας. Δεν είμαι σίγουρος ότι τον έχει ανάγκη κανένας. Είμαι όμως σχεδόν σίγουρος ότι περνάς υπέροχα ακούγοντας το freak folk, anti-A.O.R., ψυχεδελίζον, τσαλαπατημένο με ευχαρίστηση pop ίσωμά του.
8/10 (feaux βραχιολάκια)
Villa Nah
Origin
(Keys Of Life)
Ο Juho Paalosmaa και ο Tomi Hyyppa (ποτέ δεν θα καταλάβω πού διάολο τονίζονται τα φινλανδικά) και μόνο που έβαλαν στο εξώφυλλό τους μια γεωμετρική σύνθεση που θυμίζει Peter Saville, αρκεί για να τραβήξουν την προσοχή. Αν ακούσεις και το album τους, νιώθεις ότι είναι ένα θέμα το να εμπνευστείς, της προκοπής, μελωδίες από τα ακούσματά σου στα 80′s και αυτές οι μελωδίες να πιάσουν τόπο. Δηλαδή ένα album που δεν ντρέπεσαι να πεις ότι σου αρέσει. Το “Origin” έχει πανέμορφα τραγούδια που ξεκινούν από τα ζεστά έγκατα των δύο αυτών τύπων και δεν έχεις παρά να εκτιμήσεις τη στοργική electro ματιά τους στον Gary Numan, τους Ultravox και τους… εμ… Information Society. Όταν τελειώσει όμως ο δίσκος και έχεις ψιλοτραγουδήσει μαζί τους, τα καλοφτιαγμένα ρεφρέν τους, σου λείπει πολύ όλο το κίνητρο που έκανε αυτά τα τραγούδια να υπάρξουν σήμερα. Και αυτό διότι πολύ απλά το φουτουριστικό τοτέμ έχει στηθεί πριν από τριάντα χρόνια και πλέον το έχει φθείρει ή φτύσει ο χρόνος.
6,5/10 (μπλιπάκια)
Manic Street Preachers
Postcards From A Young Man
(Columbia)
Πριν από οτιδήποτε άλλο, εντυπωσιάζει πρώτα εμένα που μου αρέσουν ακόμα οι Manic Street Preachers παρότι διαθέτουν πλέον όλα τα χαρακτηριστικά που θα με προγκούσαν ταχύτατα από κοντά τους: παραγωγή του Dave Eringa, ομογενοποιημένος ήχος σαν αποπαίδι αλλοτριωμένου Μεγαλοβρετανού μπροστά στο αμερικανικό όνειρο που κομπάζει για τη γυαλιστερή πραμάτεια του, μελωδίες με τη στρογγυλή στρωτή macho σπουδαιοφάνεια των Journey και των Boston, ντε και καλά, κοινωνική ανησυχία για τα “στραβά”, δευτεροεπίπεδες επιθέσεις στο αστικό τοπίο του μεγάλου αδελφού, αναπτήρες στις αρένες, κρεσέντα με κορώνες, μαντολίνο – μπουζούκι στο “I Think I’ve Found It“ κ.λπ. Ωστόσο, υπάρχει κάτι ακόμα άφθαρτο στους Manics, στον James Dean Bradfield και στον Nicky Wire δηλαδή: η αίσθηση ότι γράφουν έχοντας εσένα και μόνο στο νου τους και κανέναν άλλον. Αυτό λέγεται ψηλός δείκτης ενσυναίσθησης, που μεταφράζεται εδώ σε καλό γούστο, άμεση συναισθηματική ανταπόκριση, τίμιο φωναχτό rock (έστω ενισχυμένο δραματικά με χορωδίες), παγκόσμια γλώσσα και live που τα συζητάς. Kαι ένα επιχείρημα γιατί δεν έχεις πρόβλημα να τους ακούσεις μετά τους Foghat και να απολαύσεις την μπαναλαρία αμφότερων χωρίς ενοχές.
6/10 (λεντάκια)













