All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

20+1 Suburban Tales

Με αφορμή το απογοητευτικό album των Arcade Fire έφτιαξα μια συλλογή με είκοσι συν ένα oυσιαστικά, “προαστιακής” θεματολογίας, τραγούδια από τα τελευταία σαράντα χρόνια. Μπορείτε να το ακούσετε κατά αντιπαράσταση με το “Suburbs” των Arcade Fire ή απλά ως μια καλή ευκαιρία για μια απολαυστική βουτιά στο παρελθόν. Έχω μια ιδιαίτερη ευαισθησία στα προάστια – είμαι φανατικός και, τώρα που το σκέφτομαι, αμετακίνητος κάτοικός τους. Μετά βεβαιότητας θέλω να πω, ότι στα προάστια υπάρχει μια ψυχή όχι μόνο προσωπική (βιωματική δική μου) αλλά γενικά, μια ψυχή που γράφει αθόρυβη ιστορία, με συγκινήσεις που το downtown δεν μπορεί να παράγει επειδή είναι απασχολημένο με το εικοσιτετράωρο hangover του.

Τα προάστια εμπνέουν και με διαφορετικούς τρόπους από αυτόν της γλυκερής μιζέριας και της γκρινιάρικης νοσταλγίας όπως θα διαπιστώσετε στο “20+1 Suburban Tales“. Η σειρά είναι χρονολογική.

 01.

Act: Billy Joel
Song: The Great Suburban Showdown
From:
Streetlife Serenade LP
Written: Billy Joel
Produced: Michael Stewart
Label: Columbia
Year: 1974
Genre: American Rock

Στο τρίτο album του, ο Billy Joel έπαιζε ήδη με την νεοϋορκέζικη σιγουριά του βετεράνου, μαζεύοντας πλατίνες από το Billboard. Το “Great Suburban Showdown” θα μπορούσε να είναι γραμμένο από τον Elton John, ένα γλυκό, τρυφερό τραγούδι που αποπνέει ένα αίσθημα υγιούς mainstream που δεν έχει ανάγκη να αναγνωρίσει ξεχωριστές φυλές στο ακροατήριό του.

02.

Act: Japan
Song: Suburban Love
From:
Adolescent Sex LP
Written: David Sylvian
Produced: Ray Singer
Label: Ariola Hansa
Year: 1978
Genre: New Wave

Ο David Sylvian στο ντεμπούτο των Japan δεν είχε ξεπεράσει ακόμα το φάντασμα του Bowie -η εμμονή με τον Ferry ακολούθησε κατόπιν…- και γέμιζε το ντεμπούτο τους με απολαυστικά καλούδια μιας καλοδουλεμένης glam – art – punk αισθητικής. Το συγκεκριμένο διαθέτει ένα “αστικό” (χμ…) funky groove που μου φέρνει στο νου το “Fame” του Bowie αλλά η πρόκληση στη φωνή του Sylvian παραπέμπει κατευθείαν στους glammers όπως ο Marc Bolan και οι κιθάρες του Rob Dean και του Mick Carn στους πρώιμους muzos της τεχνοκρατίας των 80′s.

03.

Act: Siouxsie & The Banshees
Song: Suburban Relapse
From:
The Scream LP
Written: John McKay, Siouxsie Sioux
Produced: Steve Lilywhite
Label: Polydor
Year: 1978
Genre: Punk

Τεταμένο και έξαλλο, με τις αρχετυπικές goth προδιαγραφές και με μια ερμηνεία της Siouxsie στα όρια της νεύρωσης, το “Suburban Relapse” ακούγεται σήμερα, μέσα από το πιο ατμοσφαιρικό ντεμπούτο του αγγλικού punk, ως μια δίνη στην οποία όλο και περισσότερο φαίνεται να έχουμε ανάγκη να ξαναμπούμε. Η Siouxsie τραγουδάει την “Προαστιακή Υποτροπή” της με έναν τρόπο που σε κάθε συλλαβή επικοινωνεί ότι “δεν πάει άλλο”.

04.

Act: Skids
Song: Sweet Suburbia
From:
Sweet Suburbia / Open Sound 7″
Written: Richard Jobson, Stuart Adamson
Produced: David Batcelor
Label: Virgin
Year: 1978
Genre: New Wave

Δυνατό, αγορίστικο, σκοτσέζικο rock με ιαχές, περηφάνεια, μπόλικη αφέλεια αλλά και πυγμή. Οι Skids λίγο μετά τα ξεκινήματά τους και λίγο πριν διαχυθούν σε ονόματα όπως οι Big Country, οι Silk και οι Armoury Show, τραγουδούν παρορμητικά και ιστορικά για το δικό τους, “γλυκό” προάστιο Dunfermline… Λακωνικοί και στοιχισμένοι στην πειθαρχία του punk.

05.

Act: Members
Song: The Sound Of The Suburbs
From:
The Sound Of The Suburbs / Handling The Big Jets 7″
Written: Nicky Tesco, Jean Marie Carroll
Produced: Steve Lilywhite
Label: Virgin
Year: 1979
Genre: Punk

Αρκούντως αγχωτικό και με ακόρντα που μοιάζουν σαν να γράφτηκαν για να γίνουν εμβληματικά μιας πολύ συγκεκριμένης βρετανικής εποχής, το “Sound Of The Suburbs” ακούγεται σήμερα σαν ένα καλό stormer για πάρτι, με τη σκαμένη φωνή του Nicky Tesco να υποδηλώνει το βράχνιασμα της κατάχρησης του τσιγάρου και του αλκοόλ. Αν έτσι ακουγόταν ο ήχος των προαστίων, δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος να κατέβει κανείς downtown…

06.

Act: Nits
Song: Out Of Suburbia
From:
Tent LP
Written: Michiel Peters
Produced: Aad Link, Nits
Label: CBS Grammofoonplaten BV
Year: 1979
Genre: New Wave

Στα ξεκινήματά τους, οι ολλανδοί που αργότερα θα γίνονταν must σε κάποιες χώρες της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, με το -συμπαθές πλην ανεξήγητο hit- “In The Dutch Mountains”, έπαιζαν ένα νευρικό αλλά πολιτισμένο κράμα από νεοκυματικές αναφορές και εναλλακτική pop, με τον Alex Roelofs ως βασικό τραγουδιστή. Θυμίζουν πολύ τους Squeeze και την ελιτίστικη άποψή τους για το “νέο κύμα”.

07.

Act: Martha & The Muffins
Song: Suburban Dream
From:
Trance Dance LP
Written: Mark Gane 
Produced: Mike Howlett
Label: Dindisc
Year: 1980
Genre: New Wave

Η Martha Ladly, ο Mark Gane και οι Muffins τους από τον Καναδά είχαν ήδη στο ενεργητικό τους ένα θριαμβικό ντεμπούτο με το “Metro Music” όταν το 1980 στο δεύτερο album τους, χρησιμοποίησαν ως βασικό single το “Suburban Dream”. Ανήσυχος, νευρικός αλλά “θετικός” ήχος αυτός των Muffins, με εξαιρετικό σαξόφωνο (μόνο αυτοί και οι X-Ray Spex το τιμούσαν από τους νεοκυματικούς εκείνες τις μέρες).

08.

Act: Μagazine
Song: Suburban Rhonda
From:
Magic, Murder And The Weather LP
Written: Howard Devoto, Dave Formula
Produced: Martin Hannett
Label: Virgin
Year: 1981
Genre: New Wave

To κύκνειο άσμα των Magazine, το πολύ λαμπερό “Magic, Murder And The Weather” διέθετε εκείνη την υπεράνω αίσθηση μουσικών σχολής “καλών τεχνών” και εισήγαγε στη νέα εποχή τα μέλη του group – όλοι τους ακολούθησαν πιο arty κατευθύνσεις. Ο Devoto τραγουδάει μπλαζέ και στιλάτα με μια αίσθηση καταλυτική, σαν να επικοινωνεί ότι το πνεύμα του punk που ένωσε τους Magazine είναι πλέον απών.

09.

Act: Hanoi Rocks
Song: Sweet Home Suburbia

From: Oriental Beat LP
Written: Andy McCoy
Produced: Peter Wolliscroft
Label: Johanna
Year: 1982
Genre: Goth Rock

Οι φινλανδοί glamsters Hanoi Rocks χάραξαν μια πορεία ξεκάθαρη στο ευρωπαϊκό, θεαματικό rock των πρώτων 80′s μέχρι το θάνατο του drummer τους Razzie από αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1985, γεγονός που τους διέλυσε. Παρότι επανενώθηκαν στα πρώτα 00′s, δεν κατάφεραν να ξαναέχουν αυτή την γκροτέσκα ατμόσφαιρα που διέθεταν οι πρώτες δουλειές τους, με εικόνα δανεική από New York Dolls και με ήχο, ακραία στιλιστικό που εκμεταλλευόταν την πρώτη μουσική τηλεόραση της εποχής, συν τη φωνή του Michael Monroe που έμοιαζε με παραμάζωμα όλων των gender benders.

10.

Act: Pet Shop Boys
Song: Suburbia (The Full Horror)
From:
Please LP
Written: Neil Tennant, Chris Lowe
Produced: Julian Mendelhson
Label: Parlophone
Year: 1986
Genre: Electro Pop

Ο Neil Tennant αφηγείται στιγμιότυπα από την προαστιακή ατμόσφαιρα από τη θέση του αστού που παρακολουθεί τις “τρυφερές” ή “σκληρές” μικροαστικές ακηνές μιας καθημερινότητας, που δεν γνωρίζει από πρώτο χέρι. Το electro italo στιλ του τονίζεται από την τεχνολογική επέμβαση του Julian Mendelhson, για να φτιάξουν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά singles των 80′s.

11.

Act: Στέρεο Νόβα
Song: Προάστια

From: Στέρεο Νόβα LP
Written: Κωνσταντίνος Β., Μιχάλης Δ.
Produced: Στέρεο Νόβα
Label: Wipe Out
Year: 1992
Genre: Electro Pop

Εμβληματικό πρωτόλειο ελληνικό δείγμα μοντέρνας electronica που δοξάζει το Περιστέρι, τη λεωφόρο Καβάλας και την αγωνία για το “πιο καλό σημάδι” επειδή είναι “Σάββατο βράδυ” μέχρι την “Κυριακή πρωί”. Ground beat για τις “σχέσεις που συμπίπτουν επειδή είναι Σάββατο βράδυ”. Μέσα από το diy και την θλίψη των δυτικών προαστίων υπάρχει μια όμορφη ελπίδα που και ποτέ να μην πραγματωθεί έχει από μόνη της, μια συγκλονιστική αξία.

12.

Act: Pulp
Song: Styloroc (Nites Of Suburbia)
From:
 Intro LP
Written: Jarvis Cocker
Produced: Ed Buller
Label: Island
Year: 1993
Genre: Alt.Pop

Ο Jarvis, μια ανάσα πριν την ηρωική έξοδό του στο mainstream, συγκεντρώνει τα τρία singles που ηχογράφησαν οι Pulp στην Gift του Sheffield σε ένα απολαυστικό σύνολο. Το κομμάτι αυτό είναι μια θαυμάσια πρόζα για τις “Νύχτες στα Προάστια”, ένα εναλλακτικό boogie για τη γενιά της brit pop νιρβάνας, καμαρωτό, sexy και σύμφωνα με το δικό μου συνειρμό, νυχτερινό, βαθιά.

13.

Act: Terry Hall
Song: Suburban Cemetary

From: Forever J EP
Written: Graig Cannon, Terry Hall
Produced: Terry Hall
Label: Anxious
Year: 1994
Genre: Alt.Pop

Στο ντεμπούτο album του, ο Terry Hall συνδύαζε τον ρομαντισμό της εστετίστικης pop άποψης των Colourfield με την καμπανιστή κιθαριστική indie pop και επιφύλασσε να ενισχύσει την κυκλοφορία του single “Forever J” με αυτό το “ορθόδοξο” χαρακτηριστικό 90′s pop κομμάτι. Αργότερα συμπεριλήφθηκε ως bonus στην ενισχυμένη deluxe έκδοση του album “Home”.

14.

Act: Ben Folds featuring DJ Swamp
Song: Rockin’ The Suburbs

From: Rockin’ The Suburbs LP
Written: Ben Folds
Produced: Ben Folds, Ben Grosse
Label: Epic
Year: 2001
Genre: College Rock

Ευοίωνος και ευρηματικός, στο τέταρτο ουσιαστικά album του (πρώτο solo χωρίς τους Five) ενστερνίζεται το στιλ του αμερικανικού, κολλεγειακού, έξυπνου και εξωστρεφούς pop rock τραγουδιού, κάπου μεταξύ Rentals και Weezer. Πνευματώδης και ιδιαίτερος, βάζει στο ομώνυμο κομμάτι του album του, τον DJ Swamp να δώσει μια πιο groovy hip hop ενότητα μέσα στη διάρκεια της σύνθεσης, παρότι αυτό που στην ουσία δεσπόζει είναι η μεταλλική κιθάρα του Richard Fortus των Love Spit Love. “Θα ταρακουνήσω τα προάστια πιο δυνατά απότι ο Michael Jackson” λέει…

15.

Act: Kottonmouth Kings
Song: Welcome To The Suburbs

From: Hidden Stash II: The Kream Of The Krop LP
Written: Brad Xavier, Dustin Miller, Mike Kumagai, Timothy McNutt
Produced: Daddy X, Kumagai
Label: Cortex
Year: 2001
Genre: Hip Hop

Οι καλιφορνέζοι rap metallers Kottonmouth Kings ακούγονται σαν να “ακονίζουν τα νύχια τους”, καλώντας τον ακροατή στα προάστια… Στην παράδοση των Public Enemy, των Rage Against The Machine και των Linkin Park, φτιάχνουν στιβαρό καλιφορνέζικο μεταλικό rappin’ με τις σειρήνες των jeeps τους να αλυχτάνε ασταμάτητα.

16.

Act: Sparks
Song: Suburban Homeboy
From:
 Lil’ Beethoven LP
Written: Ron Mael, Russell Mael
Produced: Ron Mael, Russell Mael
Label: Lil’ Beethoven
Year: 2002
Genre: Chamber Pop

Από το concept album τους, με τις μεγάλες νεοκλασικού τύπου ενορχηστρώσεις και τις διφωνικές αρμονίες τους, οι Sparks φτιάχνουν ένα σαρδόνειο εκκεντρικό album από όπου αντλείται το “Suburban Homeboy”. Το εκκλησιαστικό όργανο και τα φωνητικά “ίσα” τους αργότερα θα γίνονταν κοινός τόπος από όλη την νεο-παγανιστική indie κοινότητα – από Yeasayer μέχρι Empire Of The Sun.

17.

Act: Tori Amos
Song: Barons Of Suburbia

From: The Beekeeper LP
Written: Tori Amos
Produced: Tori Amos
Label: Epic
Year: 2005
Genre: Alt.Pop

Από τα πιο έντεχνα και λυρικά albums της αλλά όχι από τα πιο δυνατά, το “Beekeeper” είναι το πιο επαρχιακό ή μάλλον μη-αστικό album της Tori. Η φθίνουσα καλλιτεχνική πορεία της δεν είναι τόσο… “φθίνουσα” ακόμα ώστε να κυκλοφορεί δίσκους παντελώς αδιάφορους. Το “Barons Of Suburbia” είναι μια απλή μελωδία της με πολύ εξεζητημένα νοήματα (τίποτα καινούριο…)

18.

Act: Camera Obscura
Song: Horizons Of Suburbia

From: Horizons Of Suburbia LP
Written: Peter Oldroyd, Nigel James
Produced: Camera Obscura
Label: Anna Logue
Year: 2005
Genre: Electro Pop

Ένα βήμα πριν περάσουν για electro κλώνοι των Depeche Mode και του Fad Gadget, οι Camera Obscura σώζονται από τις αυθεντικές μελωδίες τους που αναδύονται κάτω από τις σκελετικές, minimal ενορχηστρώσεις τους. Ηχογραφήθηκε το 1983 αλλά μόλις το 2005 είδε το φως. Ο Nigel James τραγουδάει με την άτεχνη αλλά συγκινητικά αφοσιωμένη φωνή του “πιστού” electrohead.

19.

Act: Green Day
Song: Jesus Of Suburbia
From: American Idiot LP
Written: Billie Joe Armstrong
Produced: Rob Cavallo, Green Day
Label: Reprise
Year: 2005
Genre: Punk

Punk σουίτα σε τέσσερα μέρη, με πολυδάιδαλες περιπέτειες ενός κεντρικού πρωταγωνιστή - του Ιησού των Προαστίων;  Κι όμως, λειτουργεί. Στον καλύτερο δίσκο τους μετά το “Dookie”, οι Green Day απλώνονται φιλόδοξα στον ήχο τους και πέρα από τα τραγανά ακόρντα και την εκτόνωση στη φωνή του Billie Joe, φροντίζουν τα τραγούδια τους με συγκινητική τρυφερότητα.

20.

Act: Kelly Osbourne
Song: Suburbia

From: Sleeping In The Nothing LP
Written: Kelly Osbourne, Linda Perry
Produced: Linda Perry
Label: Sanctuary
Year: 2005
Genre: Electro Pop

Στο τρίτο album της, η κόρη του Ozzy, κάνει τη διαφορά και φτιάχνει όμορφο, προχωρημένο electro με έμφαση στα catch ρεφρέν και στην state of the art παραγωγή που παραπέμπει στους αρχετυπικούς ήρωες των synths. Εξαιρετική η άποψή της για τη Suburbia – ένα τραγούδι για το οποίο θα σκότωναν οι Ladytron αυτού του κόσμου.

21.

Act: Hard Fi
Song: Suburban Knights

From: Once Upon A Time In The West LP
Written: Richard Archer
Produced: Paul P-Dub Walton
Label: Necessary
Year: 2005
Genre: Indie Pop

Στο δύσκολο δεύτερο album τους, οι Hard Fi τα κατάφεραν μια χαρά αν και οριακά. Το “Suburban Knights” έχει αυτή την ωραία “καγκουριά” του γηπέδου και του “κύματος χεριών” που ανεβάζει την αδρεναλίνη, μόνο για όσο διαρκεί συνολικά η σύνθεση. Φαντάζομαι, οι Hard Fi συνειδητά δεν θέλουν να αφήνουν συναισθηματικά κατάλοιπα με τα τραγούδια τους, φροντίζουν να τα καίνε σύντομα…

Enjoy!

30/07/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 1 σχόλιο

Arcade Fire – The Suburbs

To τρίτο album των Arcade Fire ξεκινάει με ένα τραγούδι που ορκίζεσαι ότι έχει ξεφύγει από το “The Way It Is” των Bruce Hornsby & The Range. Ανόητα χαρωπό, πρωτοεπίπεδο, με μελωδία που οι θιασώτες του alternative rock, υπό άλλες συνθήκες θα απέρριπταν ως κορπορατικά, λαϊκά, αμερικανικά 80′s… Ο Will Butler τραγουδάει με μια κρυόκωλη συστολή, διάφορα λόγια που φιλοδοξούν να ακουστούν σοφά και διδακτικά  με την ανήθικη άνεση κάποιου που ξέρει ότι βρίσκεται δώθε του μοντέρνου και του αποδεκτού, κατακρίνοντας τους από κει της όχθης ως συντηρητικούς. Ο Will Butler μας εξομολογείται εκ βαθέων ότι “μερικές φορές δεν μπορεί να το πιστέψει ότι ξεπερνάει το συναίσθημά του” αφού πρώτα μας έχει πει ότι όλα όσα “καυτά” ένιωθαν κάποτε, πνίγηκαν στην προαστειακή λήθη…

Πόσο πνιγηρά βαρετός μπορεί να γίνει κάποιος;

Στη συνέχεια, το album των Arcade Fire, με τον βαθυστόχαστο τίτλο “Τα Προάστια” (πόση πια, κριτική να σηκώσει μια κοινωνική, χωροταξική πραγματικότητα για την “ησυχία” και τον κομφορμισμό της; Έλεος!) έχοντας ντυθεί ήδη την βαρετή, αδιάφορη αύρα του από την ομότιτλη εισαγωγή του, απλώνεται σαν μια γιορτή, την οποία κανένας από τους παρεβρισκόμενούς της δεν ήθελε αλλά όλοι ένιωσαν την ανάγκη να σπεύσουν σε αυτήν, ντυμένοι με μια καλυμμένη, στραβωμένη διάθεση  - κάτι σαν δυσάρεστη υποχρέωση.

Το “Suburbs”, ένας μέτριος δίσκος πνιγμένος σε μια εντεχνιζέ, στιλιζαρισμένη ατμόσφαιρα, στην οποία τα πάντα αγωνιούν να μεταδώσουν την αίσθηση του “ψαγμένου” και του συνετού, έρχεται να δώσει τροφή στο debate του κατά πόσο ένα group με δύο πραγματικά καλούς δίσκους στο ενεργητικό του έχει τη δυνατότητα να περάσει στη λίγκα των σπουδαίων… Το BBC, το Rolling Stone και το Spin σκίζουν τα ιμάτιά τους ότι πρόκειται περί αποκάλυψης ή περί φωτισμένης καλλιτεχνικότητας, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, “μεγαλύτερο από τη ζωή”. Σε μένα οι συντάκτες τους φαίνονται απλά ως αποπροσανατολισμένοι hipsters που έχουν μια πολύ φιλοσοφημένη αυτοεικόνα για τον εαυτό τους, από κείνους τους τύπους που θέλουν να νιώθουν κομμάτια μιας εστέτ rock κοινότητας που συνάδει με τον Barrack

Πραγματικά, δεν συμβαίνει τίποτα από όλα αυτά τα σπουδαία στο “Suburbs”. Υπάρχει μόνο μια μίζερη αύρα απλωμένη παντού, θανάσιμα αντι-rock ‘n’ roll με κάποιες στιγμές πραγματικά καλές -όσον αφορά στις μελωδίες μόνο, να εξηγούμαι, και όχι ως συνολικά ολοκληρωμένα κομμάτια. To “Ready To Start” είναι συμπαθέστατο -κελαριστά ακόρντα, πλήκτρα με χρυσόσκονη πάνω τους, απλούστατη διάθεση και drive πειθαρχημένο, το “Empty Room” ακούγεται ως σανίδα σωτηρίας για τους ακροατές μιας indie αναγκαιότητας (ανεξήγητης αλλά υπάρχουσας), το punkish “Month Of May” με την τραγανή κιθαριστική ζωηράδα του… και… αυτά!

Κατά τα άλλα, τα πονηρά -όχι περήφανα και καθαρά- δάνεια από το παρελθόν, κάνουν τους Arcade Fire του τρίτου album, να ακούγονται σαν μπάντα που δοκιμάζει τα “επαγγελματικά” demos της σε ένα καλοπληρωμένο, νοικιασμένο στούντιο. Η σουίτα “Half Light” ξεκινάει με shoegazing φόρα (Slowdive) για να καταλήξει σε έπος των ιρλανδικών highlands (Big Country), το “Suburban War” είναι καρυκευμένο το “Turn Turn Turn” των Byrds με μια αναιμική ψυχεδελίζουσα απ-αξία, το “Wasted Hours” ακούγεται σαν τον Neil Young να τραγουδάει στους Silencers αλλά με ανύπαρκτη μελωδική ραχοκοκκαλιά, το “Deep Blue” έχει μια ξεχειλωμένη εμβατηριακή διάθεση από αυτήν που μάλλον λειτουργεί ως αντιπρότυπο για τους MGMT αυτού του κόσμου, το “We Used To Wait” μοιάζει να έχει δραπετεύσει από το “Crime Of The Century” των Supertramp αλλά σαν αποπαίδι, όχι σαν προκομένος γιος, η σουίτα “Sprawl” ξεκινάει σαν ξεκούρδιστος Damien Rice και καταλήγει σε βερμπαλιστικούς Dirty Vegas -με ολίγον από italo glitter- και το “Rococo” παίρνει βραβείο progressive ανοησίας λόγω συνολικού -μελωδικού και στιχουργικού concept, με τον Butler να μιλάει, φαντάζομαι συμβολικά, για τα “μοντέρνα παιδιά της πόλης που τρώνε από το χέρι σου και χρησιμοποιούν μεγάλες λέξεις που δεν καταλαβαίνουν“…

Pleeease…

Λίγο πριν τα όρια του φιάσκου και απέραντα πληκτικό, το “Suburbs” ακούγεται σαν μία μίζερη εντεχνίλα (με potential) από αυτές που με τίποτα δεν θες να ξαναβρείς μπροστά σου επειδή έχεις μαρτυρήσει με ξένες και ντόπιες έντεχνες αλλά κούφιες, κακότροπες, αγάμητες σατραπείες. Kι έχεις επίσης μαρτυρήσει από όσους πιστεύουν ότι οι James είναι το ύψιστο έμβλημα του indie ρομαντισμού…

Ό,τι είναι ο Bregovic για την Βαλκανιάδα είναι τηρουμένων των αναλογιών του στιλ και οι Arcade Fire για την Ομπαμιάδα…

Σύντομα θα ανεβάσω στο blog ένα εναλλακτικό suburb compilation ως απάντηση στο “Suburbs” των Arcade Fire για να θυμηθώ γιατί αγαπάω τα προάστεια.

28/07/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 5 σχόλια

Ζεύγη

Το mp3 player το καλοκαίρι είναι μια πολύ ευαίσθητη ιστορία. Χρειάζεται να αντισταθεί σε κείνες τις σειρήνες που θέλουν να το πείσουν να γεμίσει με ένα σωρό μπουρδολογικά, τάχα μου “καλοκαιρινά” κομμάτια (αυτά του τύπου “ευχάριστα και δροσερά για να συνοδεύουν ανέμελα τις βουτιές σας“)  – αυτά δηλαδή που προτείνουν κατά κόρον τα περιοδικά που “ξεφυλλίζονται” αλλά δε διαβάζονται.

Έσκαψα λίγο επισταμένα στις αναμνήσεις μου και αποφάσισα το soundtrack του φετινού καλοκαιριού να είναι σε concept “ζευγαρωτό”. Ανέσυρα τραγούδια που μου “απευθύνονται” όταν τα ακούω και μου λένε κάτι παραπάνω στις φωτεινές ώρες της μέρας.  Σας τα παραθέτω σε ζεύγη, προτείνοντας ένα καλοκαιρινό υπόβαθρο που κάποιοι θα ονόμαζαν ελαφρά τη καρδία, free style. Όλα ακούγονται ανά δύο – υπάρχει ένα πρωτότυπο, αυθεντικό -αυτό που συνήθως είναι και προσωπικό αγαπημένο μου- και ένα αντίστοιχο πιο καινούριο, όχι απαραίτητα φρέσκο ή τρέχον, το οποίο πατάει στο πρώτο τραγούδι. Τα τραγούδια που παίρνουν αμπάριζα από τα αρχικά αν δεν είναι εξίσου καλά, σίγουρα είναι απολαυστικά. Όχι ως διασκευές αλλά ως καινούρια με ενσωματωμένα samples στα σπλάχνα τους.

Μπορείτε να τα κατεβάσετε όλα σε αυτή τη συλλογή, που ονομάζω “Summer Pairs“.

Act: Lowrell
Song: Mellow Mellow Right On
From: Lowrell LP
Written: Fred Simon, Gus Redmond, Jeffrey Simon, Larry Brownlee
Produced: Eugene Record, Bruce Hawes, Tom Tom 84
Label: AVI
Year: 1979
Genre: Disco Funk

 

Act: Massive Attack
Song: Lately
From: Blue Lines LP
Written: Andrew Vowles, Grant Marshall, Robert Del Naja, Shara Nelson
Produced: Johnny Dollar, Massive Attack
Label: Virgin
Year: 1991
Genre: Trip Hop

Στο ντεμπούτο των Massive υπάρχει αυτό το κρυμμένο would be single, ένα θαυμάσιο, υποβλητικό trip με την Shara Nelson να ξεκινάει το τραγούδι με την ατάκα “Το καλοκαίρι πάντα με ρίχνει”… εξηγώντας στη συνέχεια των στίχων τους συναισθηματικούς λόγους της. Βασισμένο πάνω στο εξαιρετικό disco funk των Lowrell από τα τέλη των 70′s που κυκλοφόρησε στην εστέτ disco εταιρία AVI, το “Lately” στην ουσία είναι ένα τραγούδι που υπάρχει χάρη στην επανάληψη της αρχικής λούπας της εισαγωγής του “Mellow Mellow Right On”. Είναι τρομερά ενδιαφέρον το πώς ένα χαρούμενο, ηδονικό κομμάτι (των Lowrell) γίνεται στα χέρια των Massive ένα μάλλον σκυθρωπό μοτίβο, γκρίζο σαν το λιμάνι του Bristol. Και τα δύο ακούγονται στην αλληλουχία τους ως δύο όψεις ενός νομίσματος.

Act: Carpenters
Song: Hurting Each Other
From: A Song For You
Written: Gary Geld, Peter Udell
Produced: Jack Daugherty
Label: A&M
Year: 1972
Genre: Chamber Pop

 

Act: Locust
Song: No One In The World
From: Morning Light LP
Written: Mark Van Hoen
Produced: Mark Van Hoen
Label: Apollo
Year: 1996
Genre: Drum ‘n’ Bass

 

O Βέλγος Van Hoen στήνει ένα υπερβατικό ρυθμικό υπόβαθρο βασισμένο πάνω στο classic των Carpenters, μυσταγωγικό, απόλυτα κρυμμένο μέσα στη σκόνη της δεκαπενταετίας που έχει κάτσει πάνω του. Η φωνή της Karen Carpenter τραγουδάει μόνο το πρώτο κουπλέ του κομματιού, κρυστάλλινη και ασφαλής μέσα στην αθανασία της ενώ γύρω της ο Van Hoen φροντίζει να κεντήσει καλαίσθητα με τα πλήκτρα και τα πνευστά του ένα διάκοσμο σχεδόν τελετουργικά πιστό στην ατμόσφαιρα του αυθεντικού κομματιού. Παραμένει το αγαπημένο τραγούδι μου από όλον τον κατάλογο των Carpenters. Και μάλλον έχει κλειδώσει σε αυτή τη θέση.

Act: Dusty Springfield
Song: Windmills Of Your Mind
From: Dusty In Memphis LP
Written: Michel Legrand, Alan Bergman, Marilyn Bergman
Produced: Arif Mardin, Jerry Wexler, Tom Dowd
Label: Mercury
Year: 1968
Genre: Pop

 

Act: Alpha
Song: Nyquil
From: Come From Heaven LP
Written: Wendy Stubbs
Produced: Alpha
Label: Melankolik
Year: 1997
Genre: Drum ‘n’ Bass

 

Ένα από τα πιο μελαγχολικά αλλά και ουσιαστικά albums των 90′s – το trip με το hop σε αγαστή σύμπνοια με τη φωνή της Wendy Stubbs να οδηγεί σε μέρη πραγματικά ψυχοβγαλτικά. Το δάνειο από τη ρυθμική βάση του “Windmills Of Your Mind” όπως το ερμήνευσε η Dusty αλλά και από την ιονισμένη ατμόσφαιρα του “The Enchantment Of The Hour” του Ron Moody, οι Alpha περιηγούνται την χώρα του μελωδικού σασπένς. Η Dusty ερμήνευσε μετά τον Noel Harrison, το οσκαρικό τραγούδι του 1968 (για το “Thomas Crown Affair“) έχοντας επιστρατεύσει το πιο παραπονεμένο ύφος της σε ένα ρεσιτάλ που θα μπορούσε να ονομαστεί “μετά το κλάμα”.

Act: Edwin Starr
Song: Easin’ In
From: Hell Up In Harlem O.S/T LP
Written: Freddie Perren
Produced: Fonce Mizell, Freddie Perren
Label: Motown
Year: 1974
Genre: Soul Funk

 

Act: Mark Ronson featuring Lily Allen
Song: Oh My God
From: Version LP
Written: Andrew White, Nick Baines, Nick Hodgson, Ricky Wilson, Simon Rix
Produced: Mark Ronson
Label: Sony BMG
Year: 2007
Genre: Acid Soul

 

Ένα κλασικό blaxploitation των 70′s – sexy, υπόγειο και ατμοσφαιρικό- τονισμένο ακόμη περισσότερο από την εξαιρετική φωνή του Edwin Starr γίνεται η μαγιά για τους Kaiser Chiefs πάνω στην 0ποία γράφουν ένα αστικό, “λευκό” soul καλούδι για τη φωνή της Lily Allen υπό την θαυματουργή μπαγκέτα του Mark Ronson. Η Lily Allen τραγουδάει αντιδιαμετρικά αντίθετα από την κατεύθυνση του Starr: ακούγεται μπλαζέ, κυνική και ειρωνική πάνω στην ίδια ρυθμική βάση που φιλοξενεί την τρυφερή, ερωτική αλλά και ορκισμένα “αμερικανική” ερμηνεία του “πίσω δρόμου” του Starr.

Act: Daryl Hall & John Oates
Song: I Can’t Go For That (No Can Do)
From: Private Eyes LP
Written: Daryl Hall, Joan Oates, Sara Allen
Produced: Daryl Hall, Joan Oates
Label: RCA
Year: 1980
Genre: Blue Eyed Soul

 

Act: Simply Red
Song: Sunrise
From: Home LP
Written: Mick Hucknall
Produced: Andy Wright
Label: SimplyRed.com ltd
Year: 2003
Genre: Blue Eyed Soul

 

O πιο uncool και αντιπαθής soulman της τελευταίας εικοσαετίας για πολλούς, ο Mick Hucknall διαθέτει ένα ακαταμάχητο ταλέντο στις μελωδίες – είναι αχτύπητος. Πόσο μάλλον όταν επεξεργάζεται ένα τραγούδι ήδη χρυσωμένο και άφθαρτο μέσα στα χρόνια δύο άλλων σπουδαίων τραγουδοποιών, των Hall & Oates από την άλλη όχθη του Ατλαντικού. Το καλύτερο τραγούδι, κατά τη γνώμη μου, του ντουέτου, ένα υπέροχο soul κομμάτι, γίνεται στα χέρια του Hucknall ένα ακόμη πιο τελειοποιημένο, κατεργασμένο στολίδι. Εγγυημένη καλοκαιρινή νιρβάνα από δύο ονόματα που έχουν ένα μοιραίο κοινό άξονα: είναι λευκοί soulmen που θα ήθελαν να έχουν γεννηθεί μαύροι…

Act: S.O.S. Band
Song: No One’s Gonna Love You
From: Just The Way You Like It LP
Written: James Harris, Terry Lewis
Produced: James Harris, Terry Lewis
Label: Tabu
Year: 1984
Genre: Synth Soul

 

Act: Maxwell
Song: Ascension – Don’t Ever Wonder
From: Urban Hang Suite LP
Written: Itaal Shur
Produced: Musze
Label: Columbia
Year: 1996
Genre: Nu Soul

 

O πιο ερωτικός soul τραγουδιστής της τελευταίας εικοσαετίας, ο Maxwell “πατάει” πάνω στο χορταστικό classic των S.O.S. Band, από τότε που η rhythm section των Jam & Lewis έκανε θαύματα και δημιουργεί έναν ιδιαίτερο φόρο τιμής στον ηδονικό ήχο της synth soul. Ο Maxwell ερμηνεύει σε ανοιχτή επικοινωνία με το “θεϊκό” ένα τραγούδι που διαπερνά και ξεπερνά την απλή ερωτική μελωδία. Μετά από την ερμηνεία του Maxwell, αν ακούσει κανείς τη φωνή της Mary Davis στο αυθεντικό, νιώθει ότι η ερμηνεία της ακούγεται σαν default του συστήματος. Δοκιμάστε να βάλετε τη συγκεκριμένη δίδυμη αλληλουχία στο repeat και αφήστε την στα αυτιά σας μέχρι τη δύση. Κάπως αλλιώς θα είναι μετά, τα πάντα.

Act: Mildred Bailey
Song: Rockin’ Chair
From: The Incomparable LP
Written: Hoagy Carmichael
Produced: Teddy Wilson
Label: V Disc
Year: 1937
Genre: Jazz

 

Act: Η Ορχήστρα Του Πέμπτου Γαλαξία
Song: Rockin’ Chair
From: Μέχρι Το Τέλος Του Ορίζοντα LP
Written: Πάνος Δουκουμόπουλος
Produced: Πάνος Δουκουμόπουλος
Label: BMG Greece
Year: 2001
Genre: Electronica

 

Μια εξαιρετική ηχογράφηση της Mildred Bailey από την Washington που έγινε σήμα κατατεθέν της, μέσα από τα βάθη του χρόνου, στην εποχή του μεσοπολέμου γίνεται η ψυχή του στακάτου χορευτικού κομματιού του Δουκουμόπουλου που κοντεύει να κλείσει μια δεκαετία χωρίς να έχει επαρκώς ανακαλυφθεί. Το κομμάτι που έσωσε τον Hoagy Carmichael από την οικονομική καταστροφή χάρη στην πρώτη εκτέλεση που του επιφύλαξε ο Louis Armstrong ακούγεται σήμερα σαν ένα τρυφερός αντίλαλος από μια μυθική “ανεπιστρεπτί” εποχή. Και οι δύο εκτελέσεις έχουν μέσα τους με κάποιο ανορθόδοξο τρόπο το φετινό καλοκαίρι. Η πρώτη με έναν ρετρό, γουργουρητό τρόπο, η δεύτερη με ένα γαλαξιακό discofied όχημα.

 Enjoy!

23/07/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 3 σχόλια

To hype του επόμενου εικοσάλεπτου

Το πιθανότερο είναι ότι αυτό το post θα διαβαστεί μετά το πέρας του εικοσάλεπτου στο οποίο θα πρωταγωνιστούν οι Korallreven ως νέοι σουηδοί θεοί του hype. Όση μάταιη μελαγχολία και αν έχει όμως αυτό, έχει και μια αξία να καταγραφεί: οι Korallreven όπως τόσοι συμπατριώτες τους τα τελευταία πέντε χρόνια, παίζουν σαν να ονειρεύονται balearic ηδονές σε αργή κίνηση. Στην προκείμενη ο Marcus και ο Daniel όπως πιο πριν οι Air France, λίγο πιο πριν οι Boat Club και παλιότερα από όλους οι -όχι Σουηδοί-  Beloved γράφουν τραγούδια για την “μετα-κουρασμένη” γενιά τους, αυτήν που ακούει τα πάντα με μια υποψία παραίτησης στο βλέμμα. Ωστόσο, τα τραγούδια τους αναδίδουν αυτή την υπερβατική αίσθηση, μια ανάγκη να φτάσουν πάνω από κει που μετράει το μάτι τους. Όλη η νέα γενιά του άξονα Στοκχόλμης – Gothenburg επικοινωνεί αυτό που έλεγαν τα οπερατικά φωνητικά του “Sun Rising” των Beloved: Feather On The Breath Of God

Ανοιχτές, ευάλωτες μελωδίες. Washes από synths που ανεβοκατεβαίνουν οργασμικά στο υπόβαθρο. Θερμοκρασία ελεγχόμενη – είναι η κούραση που λέγαμε πιο πάνω, αυτή που δεν επιτρέπει τρελές κάψες. Φωνές που προδιαθέτουν – δεν διεκδικούν τίποτα. Αντηχήσεις από γκοθιές που έχουν “ξανοίξει” μέσα στα χρόνια. Νew Order σε συνύπαρξη με τους Cocteau Twins και τον Larry Heard. Και πάνω απ’ όλα μια αγωνία: τίποτα από όλα αυτά να μην είναι ντε και καλά σημαντικό. Η όποια σπουδαιότητα πρέπει να απορρέει από το πώς σε κάνει να νιώθεις. Όχι από το πόσο ηχηρά φωνάζει μέσα στα αυτιά σου.

Είναι έξυπνα ασήμαντοι οι Σουηδοί. Έχουν πιάσει γερά το νόημα ότι στη νέα pop με τα γκρεμισμένα formats και την τρεκλίζουσα μουσική βιομηχανία που προσπαθεί να στριμωχτεί στα κινητά τηλέφωνα, σημασία έχει όχι το πώς λες κάτι αλλά μόνο -ρητά και αδιαπραγμάτευτα- η συναισθηματική επίγευσή του. Γι’ αυτό δεν ανεβαίνουν στα charts, δεν είναι “μούρες” και δεν πολυδίνουν δεκάρα για την φρενίτιδα των αμερικέν pop κοστουμιών της Lady Gaga και της Rihanna. Φτιάχνουν τραγούδια που εμπεριέχουν παραλυτικά οξέα για τις αισθήσεις, τέτοια που σε κάνουν να αισθάνεσαι. Που σε κάνουν να χορεύεις χωρίς να “ακούς” χορευτική μουσική. Σαν το “Truest Faith” των Korallreven, ένα λαμπερό κόσμημα που αστράφτει για ένα εικοσάλεπτο περίπου, στο hype που του αναλογεί, πριν προλάβει να το ρουφήξει το χρονοντούλαπο του ήδη “παλιού”.

Τώρα πέρασε το εικοσάλεπτο, σειρά έχουν άλλοι.

15/07/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | Γράψτε ένα σχόλιο

Thanks

Αυτή τη φορά με έσκισε με αυτό. @ Πάντα βρίσκει τρόπους να με σκίζει. @ Ή για να είμαι πιο ακριβής, πάντα βρίσκω τρόπους να σκίζομαι μαζί του. @ Με διέλυσε αυτή τη φορά. @ Σαν το συμπαγές σώμα των ντέξιον που κρατούσαν τους φορείς της “αναζήτησης της αγάπης” του. @ Που ράγισε και έγινε παζλ με ρωγμές ανάμεσα. @ Δεν με έσκισε γιατί πούλησε. @ Καλό είναι τα φετίχ να αλλάζουν χέρια και μαζί τους οι μυρωδιές. @ Με έσκισε με το πώς το ατένισε. @ Αγέρωχα. @ Με το υπαρξιακό, χλευασμένο στο καλάθι των αχρήστων. @ Boost ενέργειας - αντίδοτο στη μετριότητα (αρχικά τη δική μου). @ Για όσους λόγους μπορεί να φανταστεί κανείς, διαβάζοντάς τον και για άλλους τόσους που υποκειμενικά, σε μένα, έχουν κεφαλαιοποιηθεί μέσα στα χρόνια, είναι ο καλύτερος γραφιάς της γενιάς του. @ Αγαπώ αυτό που στέλνει όταν γράφει, αγαπώ αυτό που με κάνει να νιώθω όταν τον διαβάζω, αγαπώ αυτό που αναβλύζει όταν βουρλίζεται για να γράψει και όταν τον νιώθω να ιδρώνει με το τριγωνικό -”πανικοβάλ”- βλέμμα του καρφωμένο στο λευκό της σελίδας. @ Με παρηγορεί ότι υπάρχουν απόλυτα. @ Με ανακουφίζει ότι υπάρχει ακόμα έστω ένας που παντρεύει αίσθηση, αίσθημα, συναίσθημα και πληροφορία και ταυτόχρονα αισθάνεσαι ότι σου στέλνει επιστολές. @ Προσωπικές. @ Νένε, δεν παλεύσαι ρε γαμώτο. @ Αλήθεια, μου Γράφεις. @ Ευτυχώς. @ Νομίζω ότι εγώ πήρα όλους τους δίσκους σου. @ Κι αυτούς που κράτησες.
(Ένας ταπεινός εγκυκλοπαιδιστής που νιώθει έτσι.)

06/07/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | Γράψτε ένα σχόλιο

Drake – Thank Me Later

H περίπτωση του ντεμπούτου album του καναδού (από το Toronto) Aubrey Graham είναι μία από αυτές που για μια ακόμα φορά φέρνει “στο τραπέζι” το ζήτημα του “τι είναι mainstream” σε μία εποχή που όλα έχουν αλωθεί από τα “τοπικιστικά” ιδιώματα. Ο Drake στα είκοσι τέσσερα χρόνια του, κυκλοφόρησε ένα album που ακούγεται τρανό, μαζικό και με έναν τρόπο ιδιαίτερο που αψηφά πολλές από τις βαρετές συμβάσεις του hip hop. Ο Drake με τις 500.000 κόπιες που πούλησε όταν κυκλοφόρησε καταδεικνύει για μια ακόμη φορά, ότι “η ψαγμένη” άποψη, οι ιδιαιτερότητες και το ξεχωριστό από τη νόρμα, βρίσκει το κοινό του. Σε μία εποχή λοιπόν που ο Drake αποτελεί ένα γερό, υπολογίσιμο όνομα του μαζικού μουσικού γούστου, στην Ελλάδα, δεν υπάρχει κανένας “φορέας” να κομίσει αυτό που “έξω” είναι αυτονόητο…

Το “Thank Me Later” είναι ένα απολαυστικό album από όλες τις πλευρές του. Είναι τρομερά sexy (όχι όμως  με την επιδεικτική καγκουριά του μέσου rapper), είναι περιπετειώδες μουσικά, τολμηρό, σκεπτόμενο, με hooks και στιχάκια που σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη χωρίς να σου ξύνουν το θυμό, είναι έξυπνο και αυριανό στη θεώρησή του, είναι “υγιές”, παλλόμενο και ζωντανό. Η hip hop κοινότητα στην Αμερική αγκάλιασε τον Drake ως σπουδαίο ταλέντο και αναγνώρισε τη διαφορετικότητά του, ενθαρρύνοντας την έκφρασή του που δεν έχει καμία σχέση με την μέση rap μουτσούνα που έχει αλώσει τις ψηλότερες θέσεις του Billboard.

Στα δικά μου αυτιά, το “Thank Me Later” αποτελεί την αφομοίωση του μπριστολιανού trip hop από την μέση hip hop φατρία της Αμερικής. Ο ήχος του βασίζεται στις ατμοσφαιρικές πλάτες των keyboards και στους μεσόρυθμους αφηγηματικούς άξονες που έκαναν τον Tricky και τους Portishead, ονόματα – μαμμούθ στις δύο προηγούμενες δεκαετίες. Αν υπάρχει ένα αντίστοιχο στη μουσική του Drake, αυτό είναι ο Kid Cudi και όχι ο Kanye West με τον οποίο τον συγκρίνουν, κακώς κατά τη γνώμη μου. Αν ο Kanye ξεκινάει από φόρμες πιο ηλεκτρονικές και εστέτ για το μέσο rapper αυτό δεν τον κάνει και πραγματικά γόνιμο, γιατί απλά χρειάζεται να αποβάλλει την νοοτροπία του μαζικού πάτρωνα για να μπορέσει να δημιουργήσει. Αντίθετα, ο Drake ξεκινάει από τις εστέτ φόρμες και τις ανακινεί, τις ψάχνει και τις παραδίδει με ένα twist στο κοινό του, διατηρώντας ταυτόχρονα και την οικεία εκείνη αίσθηση στο flow του που κάνει έναν hip hopper μυθικό στα αυτιά του κοινού του.

Το “Thank Me Later” έχει εξαιρετικά πολυπρόσωπο αλλά πολύ πειθαρχημένο επιτελείο στην αίσθηση του σκοπού του: οι συμμετέχοντες μπαίνουν στην ατμόσφαιρα του δίσκου και ευθυγραμμίζονται με αυτήν αντί να βρουν άλλη μια ευκαιρία να κάνουν ένα ego trippin’. Με δεδομένο αυτό, η Alicia Keys ακούγεται μυσταγωγική στο ντουέτο της με τον Drake στο “Fireworks“, ένα κομμάτι που βρίσκεται πολύ κοντά στα όρια της μπριστολιανής αισθητικής με τα gimmicks των πυροτεχνημάτων να “λεκιάζουν” την “καθαρή” παραγωγή των Noah Shebib, Boi-1da και Crada. Ο τελευταίος είναι αυτός που έδωσε αυτήν την ευρωπαϊκή χροια και στο album του Kid Cudi, “Man On The Moon: The End Of Day“. Ο Jay Z στο “Light Up” ακούγεται σαν προφήτης της συντέλειας σε ένα ζοφερό, σκελετικό μουσικό υπόβαθρο για το οποίο απορείς πώς γίνεται να απηχήσει σε Αμερικανούς… Λιτό, ιδιαίτερο, σκοτεινό. Ο Young Jeezy στο “Unforgettable” είναι απολαυστικός – έχει μια γοητευτική χροια το flow του και λίγο παράδοξη, καθώς αισθάνεσαι ξεκάθαρα ότι δεν έχει πρωτεραιότητα να ακούγεται ευχάριστος. Στο “Fancy“, ο T.I. και οι Swizz Beatz προσφέρουν το πιο “αμερικέν” τραγούδι του δίσκου, πολύ κοντύτερα σε ό,τι έχουν συνηθίσει να ακούνε τα αντίστοιχα ακροατήρια, αλλά με ένα macho που βρίσκεται μερικά βήματα μπροστά και τη φωνή της Mary J. Blige να δίνει ένα branded στιλ στην ατμόσφαιρα. Ο Dream στο “Shut You Down” ακούγεται με την βελούδινη nu-soul φωνή του, τρυφερός και ειρηνικός- όπως θα έπρεπε να ακούγεται ο R. Kelly αν δεν είχε τόσο γιγάντια αίσθηση της περσόνας του. Ακόμα και ο Timbaland σοβαρεύεται στα ξωπίσω για το τελευταίο τραγούδι του album, “Thank Me Now“, σε μία παραγωγή, συμβατική μεν αλλά πάντα συντονισμένη με το ηχητικό concept του album

Το ντεμπούτο του Drake, ηχογραφημένο σε μια πλειάδα από studios, ακούγεται σαν γέφυρα ανάμεσα στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία και στο νέο αμερικανικό κατεστημένο. Τίποτα λιγότερο από εξαιρετικό και -πώς να σας το πω…- “κανονικό”.

Back To The Future
Τα τρία original τραγούδια που χρησιμοποίησε ως samples ο Drake στο album του.

Artist: Aaliyah
Song: At Your Best (You Are Love)
Sampled in “Unforgettable
From:
Age Ain’t Nothin’ But A Number LP
Written: Isley Brothers
Produced: R. Kelly
Label: Jive
Year: 1994
Genre: R’n'B
To δεύτερο single της αδικοχαμένης Aaliyah, από το ντεμπούτο album της είναι μία διασκευή στο soul standard που είχαν γράψει οι Isleys για το album τους “Harvest For The World“. Μία από τις πιο νεαρές τραγουδίστριες του αμερικανικού r’n'b των 90′s που υπέγραψε συμβόλαιο σε προεφηβική ηλικία και πρόλαβε να κυκλοφορήσει μόλις τρία albums. Σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα το 2001, σε ηλικία είκοσι δύο ετών.

Artist: Ace Spectrum
Song: I Don’t Want To Play Around
Sampled in “Fancy
From:
Inner Spectrum LP
Written: Aubrey Johnson, Ed Zant
Produced: Ed Zant, Tony Silvester
Label: Atlantic
Year: 1974
Genre: Soul
Εξαιρετική νεοϋορκέζικη στόφα από ένα από τα πιο απολαυστικά κουαρτέτα της βελούδινης φωνητικής soul της Atlantic των μεσαίων 70′s, δημιούργημα του “πολύ” Patrick Adams. Henry Zant, Aubrey Johnson, Elliot Isaac, Rudy Gray μοιράζονταν εξίσου τα φωνητικά στα τραγούδια, χωρίς συγκεκριμένο leader. Κυκλοφόρησαν τρία albums την τριετία 1974 και 1976.

Artist: Hank Crawford
Song: Wildflower
Sampled in “Miss Me

From: Wildflower LP
Written: Hank Crawford
Produced: Creed Taylor
Label: Kudu
Year: 1973
Genre: Soul Jazz
Mε τον Bob James στις ενορχηστρώσεις, τον Richard Tee στο πιάνο, τον Ralph MacDonald μεταξύ άλλων στα κρουστά  και τον Idris Muhammad στα drums συν το έμπειρο βλέμμα του Creed Taylor, δεν θα μπορούσε ο Crawford να βγάλει κάτι λιγότερο από αριστούργημα, στη χρυσή εποχή της CTI στα πρώτα 70′s. Μετά τα χρόνια του ’60 που ηχογραφούσε στην Atlantic, ο χαρισματικός σαξοφωνίστας παρήγαγε δημιουργική jazz στα 70′s στην Kudu. Πέθανε 75 ετών το 2009.

Enjoy!

03/07/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | Γράψτε ένα σχόλιο

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 42 other followers