Το τέλος του opinion leading και άλλα δραματικά…
To Muzine έκλεισε και στο τελευταίο τεύχος του έγραψα αυτό. Μού’ρθε να το ανεβάσω κι εδώ στο blog.
Μέσα στην τελευταία εικοσαετία, τα περιοδικά του ειδικού Τύπου έχουν υποστεί συντριπτική ήττα. Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά γενναίοι στις αποτιμήσεις μας, θα παραδεχτούμε την πραγματικότητα που θέλει τα “ηγετικά” περιοδικά παγκόσμιας φήμης να μετατρέπονται σε γραφικά fanzines –έστω και με όρους mainstream κυκλοφορίας περίπτερου- και την αύρα τους να συρικνώνεται σε ένα θολό αναγνωστικό κοινό που δεν έχει ακριβώς ξεκαθαρισμένα μέσα του τα κίνητρα της αγοράς ενός περιοδικού και της ανάγνωσής τους.
Ρίξτε μια ματιά στα περίπτερα: το Rolling Stone εγκαταλείπει για οικονομικούς λόγους το επαναστατικό, πληθωρικό σχήμα του για το πιο συμβατικό A4 και μειώνει την ωφέλιμη ύλη του δραματικά. Το Paste γεννιέται ως ένα fanzine εναλλακτικής μουσικής με χωνεμένη την πεποίθηση ότι δεν θα αγγίξει ποτέ το mainstream, το Uncut μοιάζει με εξυμνητικό vintage μιας παλιάς μουσικής μυθολογίας και το Mojo “παίζει” δυνατά μόνο στα επετειακά αφιερώματά του. Το Q έχει ενστερνιστεί τη διαδικτυακή πανουργία (“φτιάξε λίστες με καινούρια mp3, εμείς θα σου πούμε πώς”) και Kαινούρια περιοδικά αναδύονται σε μοντέρνα, αγοραία lay out (Classic Rock) για να επιβεβαιώσουν την “φανζινάτη” λογική ως μοναδική βιώσιμη λύση στο αδιέξοδο του μουσικού Τύπου και άλλα (Wired) εντάσσουν τη μουσική στην ύλη τους ως κομμάτι μόνο ενός παζλ μιας ευρύτερης σκέψης και κουλτούρας. Κοινώς τα μουσικά περιοδικά του περίπτερου γίνονται fanzines και τα fanzines γίνονται διαδικτυακά sites. Επίσης, τα sites χάνουν συχνά τον αγώνα απέναντι στα blogs και τις “ιδιωτικές” δημοσιεύσεις άρθρων και κριτικών.
Η συνολική εικόνα για το μουσικό Τύπο είναι απογοητευτική. Εν έτει 2010 πιο πολλά είναι τα εξώφυλλα που μπορεί να έχουν οι Led Zeppelin και ο Dylan παρά οι MGMT και οι National. Πιο μεγάλες πιθανότητες έχουν να πουλήσουν τεύχη αφιερωμένα στο making του “Dark Side Of The Moon”, παρά μια συνέντευξη με τον Bon Iver.
Σε αυτό το σκηνικό, το Muzine κλείνει ένα κύκλο ζωής δέκα τευχών μέσα σε ένα ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο η απαξία της μουσικής είναι γενικευμένη και οι ανάγκες του κοινού για επικοινωνία μέσω της μουσικής περιορίζεται στην τεχνολογία της κινητής τηλεφωνίας. Το κοινό δεν έχει ανάγκη την έντυπη αρθρογραφία πλέον διότι ο καταιγισμός της πληροφορίας ξεπερνάει την ιδιαιτερότητα μιας και μόνο συνεπούς γραμμένης στο χαρτί, γνώμης.
Αυτό που κάποτε θεωρούνταν καυτή παρέμβαση σε ένα μουσικό έντυπο –μια κριτική, μια άποψη διαφοροποιημένη, μια εμπεριστατωμένη έρευνα- σήμερα αποτελεί μια στιγμιαία εκτόνωση ενός γραφιά με ελάχιστες πιθανότητες να διαβαστεί από ένα ευμέγεθες κοινό. Ο λόγος είναι ότι πλέον το κοινό, έχει απαρνηθεί τη διαδικασία διαμόρφωσης του αισθητηρίου του μέσω της συνεπούς έντυπης περιοδικότητας, διότι η τεχνολογία του έχει προσφέρει τόσες πολλές δυνατότητες επιλογών που αν μετρήσουμε σε πραγματικούς χρόνους την ωφελιμότητα που έχει ο μέσος αναγνώστης, από τη μία από το διαδίκτυο και από την άλλη από ένα μηναίο έντυπο, το δεύτερο θα υποστεί συντριπτική ήττα και θα μείνει έτη φωτός πίσω από τις broadband ταχύτητες.
Κοινώς, όσο ιδιαίτερη, καυστική, μοναδική ή πλούσια και αν είναι μία γνώμη ενός γραφιά που εκτίθεται μηνιαία σε ένα περιοδικό, άλλο τόσο γρήγορη, αποτελεσματική και δελεαστική είναι μία πληροφορία που ταξιδεύει σε δευτερόλεπτα, παραμένει φρέσκια ανά πάσα στιγμή και πλαισιώνεται από έναν minimum προσωπικής άποψης ενός γραφιά που μπορεί να ανταποκριθεί στο ελάχιστο, στις ανάγκες μιας καθημερινής, διαδικτυακής επικοινωνίας. Με άλλα λόγια, κανείς πλέον δεν φαίνεται διατεθειμένος να περιμένει ένα ολόκληρο μήνα για να διαβάσει τη γνώμη ενός τύπου σε ένα περιοδικό, τη στιγμή που έχει τόσα πολλά να “κατεβάσει” από το διαδίκτυο, όταν φρέσκα albums διαρρέουν πριν ακόμα “στεγνώσουν” από την κονσόλα του στούντιο ηχογράφησης. Η περιοδική, συνεπής γνώμη απέναντι στην πληθωρική, επιλεκτική πληροφορία εξαφανίζεται σε χρόνο dt.
Αυτός είναι και ο λόγος που το Muzine κλείνει: διότι το πάθος των ανθρώπων που γράφουν αυτά που έχουν ανάγκη να γράψουν για τη μουσική συγκρούεται με το πάθος των ανθρώπων που έχουν ανάγκη, όχι να διαβάσουν αλλά να βουτήξουν στις δελεαστικές προτάσεις του διαδικτύου. Με έναν τρόπο, η συγγραφή κειμένων περί της σύγχρονης μουσικής είναι unhappening. Απλά δεν συμβαίνει στην καθημερινότητα. Η ανάγκη ανάγνωσης κειμένων περί μουσικής έχει υποχωρήσει, έχει απαξιωθεί, δεν υπάρχει στην ατζέντα των ανθρώπων.
Θα ήταν εύκολο να αρχίσουμε πάλι τις λίβελλους περί έκπτωσης πολιτισμού και καλλιτεχνικής αθλιότητας στην εποχή μας. Αλλά, πραγματικά, δεν θα ήταν χρήσιμο. Αυτό που ίσως είναι χρήσιμο και έχει κάποιο λόγο ύπαρξης είναι ίσως να αναρωτηθούμε όλοι αν μας αρκεί η μουσική που ακούμε. Το ερώτημα είναι λίγο ρητορικό: έχω δώσει την προσωπική απάντησή μου σε αυτό. Δεν μου αρκεί να απολαμβάνω το καινούριο album των School ή των Radio Department αν δεν έχω τη δυνατότητα να επικοινωνήσω τα αισθήματα που μου προκαλούνται, να τα “γκελάρω” σε έναν άλλο αποδέκτη (αναγνώστη στη δική μου περίπτωση), να τα διυλήσω μέσα από έναν άλλο ακροατή, ένα διαφορετικό αισθητήριο, έτσι ώστε να μου επιστραφούν διαφοροποιημένα και εποικοδομητικά.
Με άλλα λόγια η ανάγκη της επικοινωνίας (και δη της γραπτής, χάρη στις δυνατότητες ακρίβειας και συνέπειας που προσφέρει ο γραπτός λόγος) είναι ίσως μεγαλύτερη ή τουλάχιστον ίδια με την ανάγκη της ακρόασης, της βίωσης μιας εμπειρίας που έχει να κάνει με τη μουσική.
Στο Muzine, το πάθος για την επικοινωνία και τη βίωση μιας κοινής εμπειρίας με κοινό παρανομαστή, ένα album, ένα τραγούδι ή μια συναυλία, πλεόναζε. Ξεχείλιζε και έπνιγε ακόμα και εμάς που γράφαμε με απίστευτο δέος για το νέο album του Benji Hughes ή το συνολικό εκτόπισμα της Tru Thoughts. Η δική μου αίσθηση είναι ότι μοιάζαμε με μοναχικούς ρομαντικούς που “χειρουργούσαμε” το συκώτι του ψύλλου ενώ εκεί έξω κανείς δεν άκουγε πραγματικά, τι είχαμε να πούμε ή αν είχαμε να πούμε κάτι. Αυτό δεν είναι παράπονο αλλά μια φωναχτή διαπίστωση. Μοιάζει με μια βεβαιότητα που έχει ανάγκη ο καθένας από μας να επαναλάβει απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, προκειμένου να πιστέψει ότι κανένας δε δίνει δεκάρα για το τι νιώθεις για τον κάθε Benji Hughes.
Δεν είναι εύκολο να πιστέψει κανείς ότι η εμπειρία της ακρόασής του δεν αφορά κανέναν. Προσωπικά, ακόμα δεν το πιστεύω. Πολύ απλά, διότι αν πιστέψω αυτό, θα πρέπει μετά να δεχτώ και διάφορα άλλα παράδοξα και εξωφρενικά πράγματα ως αληθινά.
Και δεν έχω καμία ανάγκη ή ένδειξη για κάτι τέτοιο.
