All Gone

All Forgotten, All Blurred, All… Present

Το έπος της άκαρδης Jolene, 35 χρόνια και 30 εκτελέσεις μετά.

Aυτό που με εντυπωσιάζει πάντα στο “Jolene” είναι ότι η τραγουδίστρια (και σε κάποιες εκκεντρικές περιπτώσεις, ο τραγουδιστής) εκλιπαρεί -σχεδόν γονατιστή- την εν λόγω γυναίκα “να μην της πάρει τον άντρα“. Δεν ήταν τότε η πρώτη φορά που στιχουργικά έπαιξαν έριδες μεταξύ γυναικών με άντρες – τρόπαια. Οι “αντροχωρίστρες” είναι γενικά τα πιο παθιασμένα “αγαπημένα” στιχουργικά πρόσωπα στην pop ιστορία. Πάντα η διεκδίκηση θα είναι ένα “καυτό” θέμα (“The Boy Is Mine”, “Make No Mistake, He’s Mine” κ.λπ.) αλλά προσωπικά δε θυμάμαι άλλη φορά στην δισκογραφία να βγει μια γυναίκα μπροστά και να “πέσει χαμηλά” στα μάτια της ανταγωνίστριάς της προκειμένου να “σώσει το στεφάνι της”. Η αμεσότητα με την οποία είναι γραμμένο αυτό το τραγούδι είναι που το κάνει μοναδικό. Και ανεπανάληπτο. Και πολυδιασκευασμένο.

Η Dolly Parton το 1973 με το “Jolene” έκανε το μεγάλο άλμα της στην pop, έβαζε τις βάσεις για το πολυπόθητο crossover – γεφύρωνε δηλαδή τα ορκισμένα country ακροατηριά της με την μεγάλη μάζα του pop κοινού. Ενώ είχε ήδη μια σειρά μεγάλων επιτυχιών στα country charts, ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στο top 10 του pop chart του Billboard, φτάνοντας στο Νο.8, έχοντας ήδη ανεβεί στο No.1 των country charts. Λίγο αργότερα από τον ίδιο δίσκο της, το lp “Jolene“, έβγαζε άλλο ένα single που θα την έγραφε ανεξίτηλα στην ιστορία, όχι μόνο επειδή το ανέβασε στο Νο.1 του country chart αλλά επειδή δεκαοκτώ χρόνια μετά, διασκευασμένο, θα γινόταν η μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας της Whitney Houston. Το “I Will Always Love You” από το soundtrack του “Bodyguard” του 1992 ήταν ένα τραγούδι που η Dolly είχε γράψει για να τιμήσει τον επί επτά χρόνια συνεργάτη της στην τηλεόραση και σε μια σειρά έξοχων ντουέτων που έκαναν μαζί, Parton Wagoner, έναν από τους πολύ υπολογίσιμους “δυνατούς” της country. (φωτο)

To εξαιρετικά γοητευτικό στοιχείο της Dolly (και ταυτόχρονα στενάχωρο) είναι ότι η βιομηχανία αλλά και το κοινό άργησε να καταλάβει ότι είναι μια θαυμάσια συνθέτιδα. Πίσω από τη φιγούρα της ξανθιάς bimbo με τα τεράστια βυζιά, την λεοντή – “περικεφαλαία”  και τα υπερβολικά μακριά και γαμψά νύχια (“είναι ακριβό χόμπι να δείχνω τόσο φτηνή” είχε πει η ίδια στην Oprah), υπήρχε ένα γνήσιο, φυσικό ταλέντο που έγραφε όμορφες, “λαϊκές” μελωδίες που “αφορούν”. Ο παρορμητικός χαρακτήρας της Dolly και η τάση της για κατακλυσμιαίο, ασυμμάζευτο camp, θόλωναν την εικόνα της και έκαναν το κοινό να πιστεύει ότι είναι μια ακόμα από το σωρό των “όφωνων”. Δεν ήταν.

To “Jolene” γράφτηκε με ένα συνδυασμό βιωματικών συγκυριών της Dolly. Στα τέλη των 60′s, όταν συμμετείχε στο τηλεοπτικό show του Parton Wagoner, η Dolly υπέγραφε αυτόγραφα, μετά το τέλος της μετάδοσης. Ένα από τα παιδιά που την πλησίασαν για αυτόγραφο, μια μέρα, ήταν ένα οκτάχρονο κορίτσι με μακριά κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια. Η Dolly τη βρήκε “αγγελούδι”. Όταν τη ρώτησε πώς τη λένε για να υπογράψει με το όνομά της, η πιτσιρίκα απάντησε “Jolene“. Η Dolly βρήκε το όνομα ασυνήθιστο και εξαιρετικό και της έταξε ότι κάποια μέρα θα την κάνει τραγούδι – η επανάληψη του ονόματος Jolene ακουγόταν σοφά στα αυτιά της, ως ένα πολύ όμορφο μοτίβο.

Αργότερα, παντρεμένη ήδη με τον Carl Thomas Dean, η Dolly αισθάνθηκε ότι μια ψηλή, υπολογίσιμη “γκόμενα” από την τράπεζα κοντά στο σπίτι της, φλερτάρει το σύζυγό της. Αυτός πήγαινε συνέχεια στην τράπεζα γοητευμένος από την προσοχή της ψηλής εντυπωσιακής υπαλλήλου και η Dolly του έλεγε “ε δεν έχουμε πια και τόσα χρήματα για να τρέχεις συνέχεια στην τράπεζα…”

Κάπως έτσι γράφτηκε το τραγούδι. Η Dolly παρακινημένη από το όμορφο όνομα της πιτσιρίκας με το αυτόγραφο και την όμορφη τραπεζική υπάλληλο που φλέρταρε τον σύζυγό της…

Η “Jolene” έγινε τεράστια crossover επιτυχία. Οι στίχοι και η εκφραστικότητα της Dolly άγγιξαν το κοινό αλλά και τον καλλιτεχνικό κόσμο που από τότε το διασκευάζει συνεχώς και ακατάπαυστα. H Dolly παινεύει την ομορφιά της ανταγωνίστριάς της και της λέει ξεκάθαρα ότι δεν μπορεί να την συναγωνιστεί σε χάρη, παρακαλώντας την ταυτόχρονα να την λυπηθεί και να μην της κλέψει τον άντρα, μόνο και μόνο επειδή μπορεί να το κάνει. Της λέει ότι εκείνη μπορεί να έχει όποιον θέλει ενώ η Dolly αν χάσει αυτόν που έχει, χάθηκε…

To “Jolene” έχει διασκευαστεί κατά κόρον. Δικαίως.

Μέσα στα χρόνια, οι ζωντανές -μη επίσημα δισκογραφημένες- εκτελέσεις του τραγουδιού ξεπερνούν κατά πολύ τις διασκευές που έχουν γίνει σε στούντιο. Uptempo και με εντυπωσιακή μελωδία, το τραγούδι προσφέρεται πολύ για live και αυτό σκέφτηκαν όλοι όσοι επιχειρούν -από τους Sisters Of Mercy και την Paula Cole μέχρι τους 10.000 Maniacs και την Norah Jones- να το αποδώσουν ζωντανά. Ωστόσο, εγώ εδώ συγκέντρωσα τις σπουδαιότερες επίσημες διασκευές του τραγουδιού, σε μία Essential Jolene Collection, όχι με κριτήριο μόνο το πόσο μου αρέσουν αλλά και σύμφωνα με το πόσο ενδιαφέρον παρουσιάζουν από άποψη εκκεντρικότητας, πρωτοτυπίας, αφοσίωσης στο πρωτότυπο, πάθους ή ακόμα και γνήσιου χαβαλέ.

Η σειρά παράθεσης είναι χρονολογική.
Η Jolene ωριμάζει με αναπάντεχες μορφές μέσα στα χρόνια αλλά μυαλό δε βάζει…

01.
Artist: Dolly Parton
From: Jolene/Coat Of Many Colours 7″
Label: RCA
Year: 1973
Genre: Country Pop
Possibilities To Win Over Jolene: 86/100
Λαμπερή, αβίαστη φωνή σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια των 70′s. Από τότε, έχει γίνει ένα από τα πιο σταθερά τραγούδια της στις συναυλίες και ένα από τα πιο αγαπημένα των fans της. Η επιτυχία του έγκειται όχι μόνο στο ότι έγινε τεράστια επιτυχία αλλά και στο ότι τελικά δεν κέρδισε η Jolene τον “ξένο άντρα”… Αυτός παρέμεινε στην Dolly έτσι ώστε σε πρόσφατες συναυλίες της να σαρκάζει σχετικά, ότι “έτσι όπως τον βλέπω στον καναπέ, να κάθεται μπροστά στην τηλεόραση, όταν γυρίζω στο σπίτι, σκέφτομαι ότι ίσως έπρεπε να τον κερδίσει τελικά η Jolene, τότε…”

02.
Artist: Olivia Newton John
From:
Come On Over LP
Label: MCA
Year: 1976
Genre: Country Pop
Possibilities To Win Over Jolene: 81/100
Μόλις τρία χρόνια αργότερα η Olivia Newton John προσπαθούσε να διατηρήσει το status της ως μια πετυχημένη country τραγουδίστρια αλλά που έχει την απήχησή της και στα πλατιά pop ακροατήρια. Η διασκευή της, αρκούντως τεταμένη και έντονη, με αρκετό από το λούστρο της discofied εποχής, είναι σπαθάτη, καθαρή και πετυχημένη, τόσο που σίγουρα θα έπειθε την Jolene να αποσυρθεί από την κούρσα της διεκδίκησης του άντρα της. Περισσότερο pop παρά country, με ανήσυχη κιθάρα αλλά και έγχορδα που σουλατσάρουν αρχοντικά στο υπόβαθρο, η φωνή της Olivia να γεφυρώνει το Nashville με τη Νέα Υόρκη, πατώντας σαφώς πάνω στην “αγωνιώδη” ερμηνεία της Dolly. Δύο χρόνια μετά, ο ρόλος της Sandy στο “Grease” θα την εκτόξευε στην στρατόσφαιρα. Η Jolene θα έπρεπε να το σκεφτεί ξανά, πριν…

03.
Artist: Kellee Patterson
From:
Kellee LP
Label: Roadshow
Year: 1976
Genre: Funk
Possibilities To Win Over Jolene: 72/100
Στα μέσα των 70′s η κριτική υποστήριξη στο πρόσωπο της Kellee Patterson ήταν σχεδόν καθολική και μετά το ντεμπούτο album της στην Black Jazz του 1974, φάνηκε ότι θα κάνει μια δυνατή καριέρα στη μαύρη μουσική. Παρότι το δεύτερο album της που περιλάμβανε και την εν λόγω διασκευή στο “Jolene” ήταν συμπαθέστατο, η πορεία της Kellee δεν είχε αναμενόμενα αποτελέσματα. Η Kellee τραγουδάει την “Jolene” με ΄”βρώμικη” groovy διάθεση και με κινητική, ανήσυχη ενορχήστρωση να τη συνοδεύει, στο πνεύμα της εποχής της. Σοβαρή αντίπαλος για την Jolene.

04.
Artist: Patricia Paay
From:
The Lady Is A Champ LP
Label: EMI Holland
Year: 1977
Genre: Disco
Possibilities To Win Over Jolene: 46/100
Ευρωπαϊκή συνθετική disco από την ολλανδή super model και τραγουδίστρια Paay, η οποία ως celebrity του euro jet set ξεκίνησε από τα μέσα των 60′s να τραγουδάει όχι με σπουδαίες επιδόσεις. Φωτογραφήθηκε το 1984 για το ολλανδικό Playboy και στα εξήντα της χρόνια επανέλαβε τολμηρά το εγχείρημα. Η Patricia ερμηνεύει με καθόλου πειστικό τρόπο τα λόγια της Dolly Parton, πλήρως ευθυγραμμισμένη της disco κούκλας της εποχής της. Νιώθεις ότι δεν καταλαβαίνει το νόημα των όσων λέει. Ωστόσο το τραγούδι ακούγεται σαν ένα γνήσιο camp διαμαντάκι τού πώς αντιλαμβάνονταν οι στουντιάνθρωποι της Κεντρικής Ευρώπης, την disco – τίγκα στα oriental βιολιά και στα bleeps των synths που μόλις τότε ανακάλυπταν, γεμάτοι ενθουσιασμό. Σαν Madleen Kane δεύτερης διαλογής, αν υποθέσουμε ότι η Madleen ήταν πρώτης… H Jolene “την είχε εύκολα”…

05.
Artist: Rubber Rodeo
From: Rubber Rodeo EP
Label: Eat
Year: 1981
Genre: Art School New Wave
Possibilities To Win Over Jolene: 63/100
H Trish Milliken και η μπάντα της, οι Rubber Rodeo από την Βοστώνη, σχηματίστηκαν στις αρχές των 80′s και πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν μόλις τρία albums πριν διαλυθούν, όχι επειδή δεν ήταν καλοί αλλά επειδή δεν βρέθηκε κοινό να κατανοήσει τι ακριβώς ήθελαν να παίξουν. (Στο εξώφυλλο, πλαστικά props είναι προσγειωμένα δίπλα σε έναν κάκτο της ερήμου…) Από τα groups εκείνα που δεν μπορείς να περιγράψεις ηχητικά (σημάδι πάντα δυσοίωνο για την εμπορική τους βιωσιμότητα), οι Rubber Rodeo ήθελαν να είναι μοντέρνοι όπως οι καλοτεχνίτες electro glamers αλλά και vintage στην αισθητική τους, καθώς ντύνονταν νεοπαραδοσιακά, σαν country honky tonkers. Το μείγμα απέδωσε συμπαθητικά στη μουσική τους αλλά δεν συγκίνησε ιδιαίτερα το ακροατήριο. Η διασκευή τους στο “Jolene” ήταν το ντεμπούτο single τους, ένα κομμάτι που και σημειολογικά προσπαθούσε να τους προσδώσει ένα στίγμα – μοντέρνοι που παίζουν country με synths και γάργαρες κιθάρες… Η στιλιστική ερμηνεία της Trish είναι αποστασιοποιημένη και μπλαζέ στο σύνηθες κλίμα της εποχής, άρα ακυρώνει από τη ρίζα την αγωνία του τραγουδιού. Μοιάζουν με Blondie, με Motels, με Romeo Void και με Missing Persons. Η Jolene δεν τις σκαμπάζει αυτές τις κουλτουριάρες – η καλύτερη ας κερδίσει…

06.
Artist: Strawberry Switchblade
From:
Jolene EP
Label: Korova
Year: 1985
Genre: Electro Pop
Possibilities To Win Over Jolene: 71/100
H Jill Bryson και η Rose McDowall, δύο τυπικά indie κορίτσια των αρχών των 80′s από την σκηνή της Γλασκώβης, κατάφεραν να κυκλοφορήσουν ως ντουέτο μόλις ένα album και δύο – τρία singles πριν διαλυθούν. Ένα από τα singles τους ήταν η διασκευή τους στο “Jolene” που δεν περιλαμβανόταν στο album τους. Τα κορίτσια το τραγουδούν με την ζαχαρωτή-αλλά-με-ένα-twist, διάθεσή τους, σε ένα επίμονο electro πλαίσιο που μοιάζει με hi-NRG φτιαγμένο, όμως, στη Σκοτία, ή με alternative Erasure. Φυσικά τα λόγια του τραγουδιού δεν παίζουν κανένα ρόλο στην εντύπωση του τραγουδιού – χρησιμοποιούνται απλά, ως στιλ από τις δύο συμπαθέστατες κοπέλες. Η Jolene ίσως έβγαινε μαζί τους για μια μεγάλη νύχτα στα clubs.

07.
Artist: Miss B. Haven
From: Miss B. Haven LP
Label: It’s Magic
Year: 1987
Genre: Power Pop
Possibilities To Win Over Jolene: 58/100
Το γυναικείο κουιντέτο από τη Δανία ντεμπούταρε στα μέσα των 80′s με ένα κράμα από νευρικό new wave και πληθωρικό σκληρό rock με το ομώνυμο album του για να κερδίσει ένα ψήγμα φήμης και εκτός της χώρας του το 1990 με την παραγωγή του Jeff Lynne σε κάποια τραγούδια του album “Νobody’s Angel“. Η Lisa Cabble τραγουδάει την Jolene, “σκανδιναβικά” με κείνο το κρύσταλλο  στη φωνή που το συγκεκριμένο τραγούδι, καθόλου δε χρειάζεται. Οι υπόλοιπες (Anne Vig Skoven, Lene Erikksen, Mete Mathiesen, Minna Groos) στήνουν ένα ημι-παραδοσιακό hard rock με πινελιές από νεοκυματικά “νεύρα” στο υπόβαθρο. Οι Miss B. Haven διήρκεσαν μια δεκαετία, πριν πάρει η καθεμιά το δρόμο της, μια και δεν κατάφεραν να αλλάξουν τα μυαλά της Jolene.

08.
Artist: Reba McEntire
From:
Reba Live LP
Label: MCA
Year: 1989
Genre: Country Pop
Possibilities To Win Over Jolene: 62/100
Έβδομη στην κατάταξη, δημοφιλέστερη τραγουδίστρια στην Αμερική και δεύετρη ειδικά στην country, η Reba με πωλήσεις πάνω από 55.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως, είναι από μόνη της ένα φαινόμενο της λάϊκής αμερικανικής μουσικής. Με χαρακτηριστική κοντράλτα φωνή και με βιμπράτο που χρησιμοποιεί κατά το δοκούν, βγάζει μια τρυφερότητα στις ερμηνείες της η οποία όχι σπάνια μετατρέπεται σε μελό χάϊδεμα. Μετά την κυκλοφορία του δέκατου τέταρτου στη σειρά album της, το 1989, το παινεμένο “Sweet Sixteen“, έφτασε σε ένα αποκορύφωμα δημοτικότητας και κριτικής αποδοχής μπαίνοντας για πρώτη φορά και στο pop chart της Αμερικής. Ο θρίαμβος του δίσκου της που βγήκε την άνοιξη, ανάγκασε την εταιρία να κυκλοφορήσει το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς το “Reba Live” στο οποίο ερμήνευε μια σειρά από standards (“Cathy’s Clown“, “Sweet Dreams“, “Respect” κ.λπ.) ανάμεσα στα οποία και το “Jolene” που προσφέρει με τη χαρακτηριστική τρυφερότητά της αφού έχει πληροφορήσει το κοινό για το “πόσο αγαπάει την Dolly Parton”. H Jolene θα εξέφραζε το σεβασμό τη, τουλάχιστον για το θεαθήναι.

09.
Artist: Cowgirls In The Sand featuring Jackie Lawry
From:
Kloned! CLP
Label: Klone
Year: 1993
Genre: Euro Dance
Possibilities To Win Over Jolene: 33/100
H Klone Records είναι μια θυγατρική της Rumour Records που από το 1992 ειδικεύεται στις χορευτικές εκτελέσεις γνωστών standards για την club αγορά κυρίως της gay κοινότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η διασκευή του “Jolene” από το σχήμα των Cowgirls In The Sand είναι μια επίπεδη, πανάλαφρη housey εκτέλεση με τα κορίτσια να τραγουδούν σχεδόν σε καθεστώς λοβοτομής. Η πειστικότητά τους απέναντι στα θέλγητρα της Jolene είναι τόσο μηδαμινή που προφανώς, όχι μόνο δεν θα ίδρωνε το αυτί της Jolene αλλά σίγουρα θα κέρδιζε τον άντρα – τρόπαιο χωρίς ιδιαίτερο ανταγωνισμό.

10.
Artist: Matraca Berg
From:
The Speed Of Grace LP
Label: RCA
Year: 1993
Genre: Country
Possibilities To Win Over Jolene: 68/100
Από τις σπουδαίες τραγουδοποιούς του Nashville, η εισηγμένη το 2008, στο Nashville Hall Of Fame, Matraca Berg, πέρα από τα πέντε προσωπικά albums της από τις αρχές των 90′s και μετά, έχει γράψει επιτυχίες για την αφρόκρεμα της αμερικανικής country -από Linda Ronstadt και Dixie Chicks, μέχρι Trisha Yearwood και Faith Hill. Στο δεύτερο album της, διασκεύασε και αυτή την Jolene με μια ερμηνεία μάλλον “ταλαιπωρημένη” και θλιμμένη και ένα μουσικό φόντο που στα δικά μου αυτιά παραπέμπει στο “Harvest” του Neil Young. Συμπαθητική πλην όμως κάπως uneventful απόδοση. Η Jolene ίσως το ξανασκεφτεί, το σίγουρο όμως είναι ότι θα στενοχωρηθεί ακούγοντάς την.

11.
Artist: One Dove
From:
Why Don’t You Take Me / Jolene 12″
Label: Junior Boy’s Own
Year: 1993
Genre: Dub Electronica
Possibilities To Win Over Jolene: 60/100
Μετά από τρία singles και το μοναδικό τους album, “Morning Dove White“, οι σκοτσέζοι One Dove, ηχογράφησαν ένα ακόμα τελευταίο single από όπου και η διασκευή τους στο “Jolene” πριν διαλυθούν. Στην τελευταία περίοδό τους, εκτός από την Dot Allison στα φωνητικά και τους Ian Carmichael και Jim McKinven είχαν προστεθεί στην μπάντα οι Ed Higgins και Colin McIlroy. Ο ήχος τους τεχνολογικά βαθύς και με την ρέμπελη αύρα της μαστούρας δεν βρήκε σπουδαία απήχηση στο κοινό, θεωρήθηκαν όμως τρανοί εκπρόσωποι της balearic αισθητικής που απαντάει στο ερώτημα “τι συμβαίνει όταν οι βόρειοι από Manchester και πάνω, κατεβαίνουν στις Βαλεαρίδες”. Η Dot Allison τραγουδάει με την μπλαζέ αγουροξυπνημένη φιλαρέσκειά της -την οποία εν μέρει, σοφά, απέβαλλε αργότερα στην προσωπική καριέρα της. Η Jolene δεν θα έριχνε δεύτερο βλέμμα.

12.
Artist: Geraldine Fibbers
From:
Get Thee Gone 10″ EP
Label: Sympathy For The Record Industry
Year: 1994
Genre: Roots Rock, Alt.Country
Possibilities To Win Over Jolene: 64/100
Η Carla Bozulich όταν δημιούργησε τους Geraldine Fibbers στην California ήταν ήδη γνωστή για τη δράση της στο χώρο του βιομηχανικού θορύβου. Με το group αυτό αποφάσισε να “στρώσει” λίγο την οργή της και να οργανώσει το rock που είχε στο κεφάλι της, ακουμπώντας με θράσος στην παράδοση της country, φτιάχνοντας έναν ήχο που χαρακτηρίζεται από τα έντονα βιολιά, την boheme ερμηνεία της και μια “εναλλακτική” αντίληψη της κληρονομιάς της. Μέσα από το ντεμπούτο δεκάιντσο ep των Geraldine Fibbers, η Jolene αναδεικνύεται τραχιά και άμεση, με την Carla να της απευθύνεται με ελαφρώς μάγκικη διάθεση. Είναι παράδοξο να διεκδικείς με τσαμπουκά κάτι που δεν είσαι σε θέση να διατηρήσεις – στην προκείμενη περίπτωση, τον άντρα της.

13.
Artist: Darcy Clay

From: Jesus I Was Evil 12″
Label: Antenna
Year: 1997
Genre: Cowpunk
Possibilities To Win Over Jolene: 65/100
Ιδιαίτερη περίπτωση ο Darcy Clay από την Νέα Ζηλανδία που με την αυτοκτονία του το 1998, μόλις στα είκοσι έξι χρόνια του, μπήκε σε μια μακάβρια λίγκα με αυτόχειρες που η επίδρασή τους στο rock πολλαπλασιάζεται μέσα στα χρόνια. Η ειρωνία είναι ότι η επόμενη συναυλία του θα ήταν σε ένα φεστιβάλ κατά της αυτοκτονίας…  Πρόλαβε να ηχογραφήσει δύο eps με d.i.y διάθεση σε μία τετρακάναλη κονσόλα στο δωμάτιο του σπιτιού του. Λάτρευε τους Nirvana και τους Dinosaur Jr. τόσο που είχε ευθαρσώς δηλώσει ότι “αν κατάφερνε να ξεπεράσει την ομοφοβία του θα ήθελε να συμμετάσχει σε ένα όργιο μαζί τους για να τους γνωρίσει καλύτερα“. Τραγουδούσε με απόλυτα “πειραγμένη”, ψυχοπαθητική φωνή και από αυτό το καθεστώς δεν αποτελεί εξαίρεση και η απόδοσή του στην “Jolene“. Αμήχανη η Jolene, ίσως σταυροκοπιόταν.

14.
Artist: James Last

From: Country Roads LP
Label: Spectrum
Year: 1998
Genre: Easy Listening
Possibilities To Win Over Jolene: 48/100
Από την χαοτική δισκογραφική παραγωγή του James Last και της περίφημης μπάντας του, είναι αδύνατον να βγάλει κανείς άκρη, σχετικά με χρονιές, τίτλους και εταιρίες. Η μπάντα του James Last παρήγαγε σχεδόν σε υπεράνθρωπους ρυθμούς, τόνους από muzak για όλη την οικογένεια. Στο concept album του με τα standards της country, τιμήθηκε και το “Jolene” σε μια εκτέλεση εντελώς “James Last”. Φυσικά, είναι ασήμαντη και επίπεδη απόδοση, αλλά είναι και μια πρώτης τάξης ευκαιρία να καταλάβει καθαρά, κάποιος, την θαυμάσια μελωδία του τραγουδιού, καθότι ούτε φωνητικά παρεμβάλλονται ούτε αποψάτες ενορχηστρωτικές ιδιαιτερότητες. H Jolene, εδώ, δεν ταλαιπωρείται από μουρμούρα.

15.
Artist: Queen Adreena

From: Pretty Polly / Jolene 12″
Label: Blanco Y Negro
Year: 2000
Genre: Grunge Rock
Possibilities To Win Over Jolene: 65/100
H Katie Jane Garside στις αρχές των 00′s είχε ήδη μια έτοιμη φήμη ως riot girl από το Λονδίνο και ηχηρή θητεία στους Daisy Chainsaw. Όταν λοιπόν, οι Queen Adreena εξαπέλυσαν οργανωμένα, στιβαρά ντεσιμπέλ με μια γοτθική πινελιά στα σπλάχνα τους, το κοινό ήταν ήδη υποψιασμένο. Στο τέταρτο single που έβγαζαν από το ντεμπούτο τους “Taxidermy” διασκεύαζαν… βαριά τη καρδία την Jolene σε ένα εμβατηριακό σκληρό rock ρυθμό και η Katie Jane από πάνω τραγουδούσε με την “τρέλα στο μάτι” την ικεσία της αλλά και με μια ηδυπάθεια επιπλέον, που μάλλον πάει να συναγωνιστεί αυτήν της Jolene.

16.
Artist: Rhonda Vincent
From:
Back Home Again LP
Label: Rounder
Year: 2000
Genre: Bluegrass
Possibilities To Win Over Jolene: 52/100
Η Rhonda Vincent, πανάγνωστη στην Ευρώπη, bluegrass star από το Missouri, είχε ήδη εγκαθιδρύσει μια γερή φήμη στο αμερικανικό παραδοσιακό κοινό με έξι albums, πριν ηχογραφήσει τη διασκευή της στην Jolene για το έβδομο album της. Παίζει fiddle και μαντολίνο κάνοντας τον γάργαρο ήχο της να μοιάζει πολύ με επτανησιακή μαντολινάτα (…) και τραγουδάει με την αντίστοιχη φωνή της σε ταχύτητες τις οποίες μπορεί να κουμαντάρει και να μπαλαντζάρει με τους ρυθμούς της. Μόνο που η κεκτημένη του bluegrass μετατρέπει ένα τραγούδι με αγωνία στα σπλάχνα του, σε ένα παιχνιδιάρικο και γρήγορο uptempo χάνοντας το νόημά του κάπου στο δρόμο. Η Jolene θα πίστευε ότι τη δουλεύει ψιλό γαζί.

17.
Artist: White Stripes
From:
Hello Operator / Jolene 12″
Label: Sympathy For The Record Industry
Year: 2000
Genre: Alt Roots Rock
Possibilities To Win Over Jolene: 68/100
H Jolene είχε στοιχειώσει από τα ξεκινήματά του τον Jack White, τον είχε γοητεύσει καταρχήν το όνομά της και κατά δεύτερον όλη η εκτυφλωτική ομορφιά της -κόκκινα μαλλιά κ.λπ.- και το συμπεριέλαβε σύντομα ως standard στις εμφανίσεις του. Από το δεύτερο album των White Stripes, τότε που δεν είχαν κάνει ακόμα το άλμα στο crossover, έρχεται το single αυτό. Ο Jack το αποδίδει με την κατήφεια του blues rock και την κιθάρα ενός παραπονεμένου παρία. Η Meg χτυπάει τα τύμπανά της, όπως πάντα δραματικά και παραμένει στο υπόβαθρο, παρακολουθώντας τον Jack να υποδύεται τον πληγωμένο από την Jolene. Η ίδια η Jolene θα τον έβρισκε πολύ ρακένδυτο και κουρασμένο για να μπει στον κόπο να τον ανταγωνιστεί. Το 2004 το ξανακυκλοφόρησαν σε single από το live album τους “Under The Northern Lights“.

18.
Artist: Sherrie Austin
From:
Followin’ A Feelin’ LP
Label: Madacy Entertainment
Year: 2001
Genre: Country
Possibilities To Win Over Jolene: 65/100
H Sherrie από το Sydney της Αυστραλίας είχε την τύχη να παίξει support στον Johnny Cash, όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών και έτσι άνοιξε ένας δρόμος για αυτήν στο Nashville. Mέσα σε μια δεκαετία (1993 – 2003) έχει κυκλοφορήσει πέντε albums, και έχει γράψει από τότε και μετά επιτυχίες για τη νέα γενιά της country (Blake Shelton, Tim McGraw κ.λπ.). Η ερμηνεία της, “ορδόδοξα” καθαρή και στακάτη έχει ένα πολύ ύπουλο μπλαζέ στοιχείο που της μειώνει τις πιθανότητες να “νικήσει” στον αγώνα ενάντια στην Jolene.

19.
Artist: Stone Coyotes
From: Born To Howl LP
Label: Red Cat
Year: 2001
Genre: Hard Rock
Possibilities To Win Over Jolene: 65/100
H Barbara Keith από τη Μασσαχουσέτη έφτιαξε τους Stone Coyotes το 1998 για να παίξει rock των “ριζών” είτε country σημαίνουν αυτές, είτε blues. Εννέα albums είναι η συγκομιδή τους ως σήμερα και μια γερή φήμη στην περιοχή του Texas. Από το τρίτο album τους, η διασκευή αυτή του “Jolene” δεν κομίζει ιδιαίτερα διαφορετική αίσθηση στην απόδοσή του. Η Barbara το ερμηνεύει με τη σιγουριά του standard να τη συνοδεύει και με μια μαγκιά που ακούγεται μια χαρά. Βέβαια, η Jolene δεν θα αισθανόταν να κινδυνεύει.

20.
Artist: Mindy Smith featuring Dolly Parton

From: One Moment More LP
Label: Vanguard
Year: 2004
Genre: Country Rock
Possibilities To Win Over Jolene: 70/100
H νεοϋορκέζα neo-country τραγουδοποιός ντεμπούταρε το 2004, έχοντας σύμμαχο για τη διασκευή της την ίδια την Dolly Parton να τις κάνει δεύτερες φωνές. Η προσέγγισή της στην ερμηνεία της είναι αρκούντως ειλικρινής, ξεφεύγει από την παραδοσιακή αίσθηση της “γυναικείας” ικεσίας και ακουμπάει πιο πολύ στην σκηνή της Shawn Colvin και της Patty Griffin. Ανανεωτική, τρυφερή, θλιμμένη αλλά όχι μελό, η Mindy Smith έκανε καλό ξεκίνημα με την Jolene και συνεχίζει μέχρι σήμερα, κυκλοφορώντας δίσκους – έχει ήδη φτάσει στους τέσσερις. Η Jolene δεν βρίσκει ησυχία με αυτήν την Dolly που επιστρατεύει τώρα και τις μικρές…

21.
Artist: Susanna & The Magical Orchestra
From: List Of Lights And Buoys LP
Label: Rune Grammofon
Year: 2004
Genre: Chamber Pop
Possibilities To Win Over Jolene: 57/100
H Susanna Carolina Wallumrod και η Magical Orchestra (δηλαδή ο πολυοργανίστας Morten Ovenild) ντεμπουτάρισαν στη νορβηγική σκηνή με τη διασκευή τους στη Jolene και στο “Hallelujah” του Leonard Cohen και συνέχισαν την καριέρα τους μετατρέποντας γνωστά rock standards σε ορχηστρική pop δωματίου με πρωταγωνιστικά τα έγχορδα. Η Susanna τραγουδάει την Jolene σαν… σκανδιναβή, με μετρημένη προσμονή και ευλάβεια. Μάλλον το αυτί της καυτής Jolene δεν θα πολυ-ιδρώσει.

22.
Artist: Me First & The Gimme Gimmes
From:
Love Their Country LP
Label: Fat Wreck Chords
Year: 2006
Genre: Punk
Possibilities To Win Over Jolene: 61/100
Στα έξι albums που έχουν κυκλοφορήσει οι καλιφορνέζοι punk rockers κάνουν χαβαλέ δίχως όρια με γνωστά standards τα οποία διασκευάζουν και μάλιστα τα γκρουπάρουν θεματικά ανά ενότητες σε concept albums, υποδυόμενοι κάθε φορά με κοστούμια και ό,τι άλλο χρειάζεται τους δημιουργούς των κομματιών. Στο πέμπτο album τους, την τιμητική της είχε η country και δεν θα μπορούσε να λείπει φυσικά και η Jolene. Με έναν ήχο ανάμεσα σε Green Day και Foo Fighters οι Me First παράγκουν οργανωμένο, στακάτο punk με χαμογελαστή διάθεση -και σε στιγμές, πλήρως ισοπεδωτική- για ένα κοινό που είναι αποφασισμένο να χοροπηδήσει σαν να μην υπάρχει αύριο. Η Jolene νομίζω θα περιφρονούσε.

23.
Artist: Jill Johnson
From: Music Row LP
Label: Lionheart
Year: 2007
Genre: Country
Possibilities To Win Over Jolene: 49/100
Aπό το φεστιβάλ τραγουδιού της Eurovision του 1998 (δέκατη θέση για τη Σουηδία) μέχρι μια πλούσια καριέρα ντόπιας σουηδικής κατανάλωσης, η Jill Johnson έχει κερδίσει τη θέση της στη σκανδιναβική σκηνή με μια φωνή αγέρωχη και αμερικανιζέ, ως εκεί που δεν πάει. Η διασκευή της στην Jolene διαθέτει μια εκ του ασφαλούς ροκιά από αυτές που ακούγονται στις pubs, μια μιμητική αίσθηση του αυθεντικού που μυρίζει μεν επαγγελματική δουλειά αλλά και ευρωπαϊκή “κλινική” προσέγγιση. Η Jolene θα χαμογελούσε ειρωνικά.

24.
Artist: Soraia

From: Shed The Skin LP
Label: Soraia LLC
Year: 2007
Genre: Rock
Possibilities To Win Over Jolene: 42/100
To παραδοσιακό rock των Soraia έχει ρίζες απευθείας από τα 70′s, ένα κουαρτέτο από την Philadelphia για το οποίο το punk και η electronica δεν συνέβη ποτέ. Μπροστάρισα είναι η Sue Mansur, μια τραγουδίστρια που διαθέτει όλες τις προδιαγραφές μιας πλήρους rock γκόμενας, με φωνή μεταξύ Grace Slick και Chrissie Hynde. Η Sue απευθύνεται στην Jolene περισσότερο φιλάρεσκα από όσο της αρμόζει και τραγουδάει μάλλον για να θαυμάσει η ίδια τη βαθιά φωνή της παρά για να πείσει την ανταγωνίστριά της. Η οποία θα είχε φύγει στα μισά.

25.
Artist: Sophie Ellis Bextor
From: Beautiful People TV O.S/T. CLP
Label: Virgin
Year: 2008
Genre: Rock
Possibilities To Win Over Jolene: 65/100
Από το soundtrack του τηλεοπτικού serial του BBC, “Beautiful People“, η Sophie Ellis Bextor δυσκολεύεται να μπει στο ρόλο της γυναίκας που αναγκάζεται να παρακαλέσει την εκθαμβωτική ανταγωνίστριά της, ίσως επειδή η ίδια είναι πολύ πιο λαμπερή και εκθαμβωτική από την Jolene. Και άρα ο άντρας της δεν θα την άφηνε εύκολα για την όποια Jolene. Ωστόσο, η Sophie προσπαθεί να “καμωθεί” την σύζυγο που προσπαθεί να κρατήσει άθικτο το στεφάνι της και ερμηνεύει το τραγούδι με μια “θεατρική” χροια, για να μην ξεχάσει κανένας μας ότι αυτά δεν συμβαίνουν στη δική της ζωή.

Bonus a.
Artist: Μπέσυ Αργυράκη

From: Δική Σου Για Πάντα LP
Label: Wea
Year: 1981
Genre: Pop
Possibilities To Win Over Jolene: H Jolene δεν θα μπορούσε να καταλάβει την Μπέσυ…
Τραγουδάει με διάπλατο χαμόγελο παραποιημένους στίχους: τους απευθύνει σε Εκείνον και αναπολεί τη μέρα που Τον γνώρισε, επαναλαμβάνοντας όλα όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα. Πώς ήπιε δηλαδή τα χείλη της στο ποτήρι του, πώς την αγκάλιασε, πώς μάγεψε τη ζωή της και τελικά πώς την παράτησε Εκείνος και η τσιγγάνικη καρδιά του. Η ενορχήστρωση είναι αυθεντικό greco-disco.

Πέντε από τις πιο ιδιαίτερες εκτελέσεις του “Jolene” δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ, επίσημα, υπάρχουν μόνο σε live bootlegs. Επέλεξα αυτές τις πέντε από τις δεκάδες που υπάρχουν σε bootlegs επειδή πιστεύω ότι προσθέτουν κάτι στο classic, ίσως μάλιστα, περισσότερο από τις επίσημα κυκλοφορημένες διασκευές του τραγουδιού.

Βonus b.
H εκτέλεση των 10.000 Maniacs με καλεσμένο τον David Byrne έρχεται από τα sessions του MTV Unplugged το 1994. Η Νatalie Merchant τραγουδάει την “Jolene” με έναν ιδεατό τρόπο – όπως δηλαδή θα ήθελε να ακούσει η κάθε Jolene μια συγκινητική ικεσία για να την πιάσει στο φιλότιμο. O David Byrne δεν ακούγεται πουθενά στα φωνητικά αλλά εμφανίζεται μαζί της επί σκηνής.

 

H εκτέλεση της Paula Cole στο “Jolene” είναι μακράν η πιο ενδιαφέρουσα, τολμηρή και ιδιαίτερη από όλες τις παραπάνω. Η Paula Cole ερμηνεύει αδιάλειπτα το τραγούδι σε όλα τα live της τα τελευταία χρόνια και αποτελεί ένα σίγουρο highlight της. Οι ανάσες, οι φθόγγοι και τα επιφωνήματά της είναι εξαιρετικά. Μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες επιχειρείται πραγματικά μια διαφορετική απόδοση.

 

Η Ellie Goulding τραγούδησε ζωντανά στην εκπομπή του Dermott O’ Leary στο δεύτερο πρόγραμμα του BBC, την “Jolene”, με ένα σπαθάτο, δικό της τρόπο. Ένα statement ότι η καινούργια pop ξέρει να κάνει φόρο τιμής στο κλασικοποιημένο τραγούδι. Έχει μια folk χροια ιδιαίτερη η φωνή της και μια αθωότητα που λείπει πολύ από την μοντέρνα pop. H Ellie είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη και προς τιμήν της δεν παίζει το παιχνίδι των hipsters.

 

H Νorah Jones με τους Little Willies ακούγεται μια χαρά επίσης, τραγουδώντας την Jolene, αν και όχι ιδιαίτερα παθιασμένη, όσο αιτεί τουλάχιστον το τραγούδι. Είναι ένα δείγμα τού πώς θα ακουγόταν η Norah Jones αν μπορούσε να γράψει μελωδίες που να μένουν στο μυαλό και όχι αναιμικά μοτιβάκια που εξαφανίζονται μετά το πέρας της εκτέλεσής τους. Στα υπέρ της είναι ότι κρατάει ένα mood που μπορει να βγάλει σε πέρας και να το στηρίξει, αρκεί να έχει υλικό στα χέρια της… Κατά προτίμηση, όχι δικό της.

 

Η live εκτέλεση των Sisters Of Mercy στο “Jolene” είναι τόσο δημοφιλής στο κοινό τους, που περιλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε bootleg τους, από καιρό σε καιρό. Είναι τόση η δίψα των goth ακροατών τους για την Jolene που αισθάνεσαι ότι περιμένουν κάθε φορά να ακούσουν αυτό από το στόμα του Andrew Eldritch παρά το “This Corrosion“…

 

H εκτέλεση της Melissa Etheridge στο CMT Crossroads είναι επίσης θαυμάσια, όχι μόνο επειδή η Melissa Etheridge βρίσκεται σε μια από τις σπάνιες φορές που δεν αισθάνεται ψυχαναγκασμένη να τραγουδήσει σύμφωνα με το “ρόλο” της και απελευθερώνει ένα πολύ δυνατό, θετικό πάθος, αλλά και επειδή η Dolly Parton κάνει εξαιρετικές δεύτερες, “συνοδευτικές” φωνές στο κομμάτι. Σπάνια live εκτέλεση που αναδεικνύει το τραγούδι, όπως του πρέπει.

 

Και μία novelty διασκευή από τις Spirella Girls ως φόρο τιμής στον cult ποδοσφαιριστή της Σουηδίας Thomas Brolin, από το Mundial του 1994.

 

Enjoy!

28/06/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 3 σχόλια

Devo – Something For Everybody

Αυτό είναι comeback. Είκοσι χρόνια μετά την τελευταία δισκογραφική δουλειά τους, τα δύο ζεύγη αδελφών -οι Mothersbough και οι Casale μαζί με τον John Freese- επιστρέφουν θεαματικά και αποφασιστικά. Το “Something For Everybody” ακούγεται δυνατό, χωρίς ηλικία χαραγμένη στα kbps του (αυλάκια του ήθελα να πω…), νευρικό σαν λόξυγγας, συναρπαστικό και με ορθάνοιχτα μάτια και αυτιά. Οι Devo του 2010 μοιάζουν με νέοι παραδοσιάρχες ενός υβριδιακού στόλου από όλους τους James Murphy αυτού του κόσμου. Θυμίζουν ότι αν δεν υπήρχαν δεν θα είχε διαστραφεί το new wave, δεν θα είχε παντρευτεί τα keyboards, δεν θα είχε χορέψει ποτέ (και θα είχε πάθει κιθαριστική αγγύλωση), δεν θα την έπεφτε στα clubs, δεν θα έσκαγε ΄τ’ αχείλι του από την στενή σοβαροφάνεια των στενών κοστουμιών του.

Το “Something For Everybody” ακούγεται υπέροχο, σαν μια σύνοψη των επιτευγμάτων τους αλλά και κάτι ακόμα πιο πέρα, πιο αυριανό. Ακούγεται σαν αναζωογωνητικό cocoon που μεταφέρει στο σκάφος του την αδρεναλίνη από τα τέλη των 70′s, την φουτουριστική εμμονή και το αγχωτικό τρεχαλητό της φωνής του Mothersbough κόντρα στην rhythm section που δίνει στον αυτισμό μια καινούρια δημιουργική έννοια. Όλοι οι λόγοι που είχα λατρέψει το “Freedom Of Choice” του 1980 βρίσκονται εδώ, όλη η εστέτ, τολμηρή καυστικότητα του “Q: Are We Not Men?” του 1978 βρίσκεται αυτούσια εδώ, ακόμα και όλα τα συστατικά που έκαναν το “Duty Now For The Future” του 1979 ένα αριστούργημα στη δική μου ατζέντα, βρίσκονται εδώ αναπάντεχα.

Ειλικρινά, δεν το περίμενα.

Σε όλη τη διάρκεια του album, οι Devo παραμένουν γκαζωμένοι, παράγουν ρυθμικά μοτίβα, εντυπωσιακής ποικιλίας, έντασης και ευρηματικότητας, παίζουν τραγούδια που φαινομενικά ακούγονται σαν buddy-καγκουριές ενός “πειραγμένου” τσούρμου αδιόρθωτων τύπων, λειτουργούν όμως κάτω από την επιφάνεια σαν σαρκαστικές ριπές επί παντός επιστητού. Ο σαρκασμός -το απόλυτο πλεονέκτημα των Devo- επιβραβεύει την επιστροφή τους στα δισκογραφικά πράγματα (μετά το μετριότατο και κουρασμένο και nerdy “Smooth Noodle Maps” του 1990) με έναν θεαματικό, λαμπερό τρόπο. Συμπαγείς, πυκνοί και σφιχτά πειθαρχημένοι ακούγονται διασκεδαστικοί σε tilt αλλά και ουσιαστικοί με έναν περίεργο τρόπο και έγκυροι. Ο δίσκος ακούγεται ολόκληρος μονοκοπανιά σε boost ενέργειας, χωρίς κοιλιές και σκαμπανεβάσματα. Iδανικός για party και για προθέρμανση, και για την κυρίως γυμναστική και για την αποθεραπεία. Είναι το απόλυτο outdoors αλλά και προσωπική παρέα – σπαθί. Παίζει ειρωνικά με την φτηνή pop κουλτούρα που οι δημιουργοί του σχημάτισαν πριν από τριάντα τόσα χρόνια στο κεφάλι τους. Επιμένει μόνιμα στα πορτοκαλοκόκκινα και είναι ιδανικό για live απόδοση. Επιπλέον, είναι και εξαιρετικό ως σημείο αναφοράς όλων των uptempo ηλεκτρονικών ονομάτων σας έρχονται στο νου: Was Not Was, Pet Shop Boys, New Order, Depeche Mode, Gary Numan, Goldfrapp, Datarock, LCD Soundsystem, Ladytron, Simian Mobile Disco, Thomas Dolby - όλοι… Οι Devo έριξαν την αποφασιστική ζαριά στα τέλη των 70′s και δεν εξυμνήθηκαν όσο τους έπρεπε…. Συνεχίζουν να ρίχνουν ζαριές σχεδόν παραγγελιές.

Δεν ξέρω πώς διάολο το κάνουν, πετυχαίνουν όμως διάνα.

Όσο διάνα πετυχαίνουν να ντύσουν και το album τους με το εξαιρετικό εξώφυλλο που φέρει ως αισθητική την πλαστικότητα των αμερικανικών 80′s στην επιφάνεια αλλά και δημιουργεί και τον πρέποντα συνειρμό με την κούκλα που ετοιμάζεται να καταπιεί ένα χάπι σε μορφή πυλώνα-καπέλου – το σήμα κατατεθέν τους σε όλη τη διάρκεια της καριέρας τους.

24/06/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 2 σχόλια

Μετά από 35 χρόνια, υποχρεωτικά στον ΑΣΕΠ…

Η εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη μετά από τριάντα πέντε συναπτά έτη παύεται από τον αέρα του Α΄ Προγράμματος της ΕΡΑ, στο πλαίσιο της κατάργησης όλων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το Ραδιομέγαρο, αποψιλώνεται από τους παραγωγούς του στο πλαίσιο της εκκαθάρισης του δημοσίου από το πλεονάζον δυναμικό. Αντίστοιχα το μόνιμο προσωπικό του ραδιομεγάρου παραμένει στις θέσεις του…

Αναρωτιέμαι, αν η κίνηση να απομακρυνθεί ο Πετρίδης (όπως και κάποιοι αληθινοί παραγωγοί – θύματα της γενικευμένης σκούπας) θεωρείται από την κυβέρνηση σοφή. Αν θεωρείται σοφή, ας μας εκθέσει λοιπόν, το πλάνο της για το ποιοι παραγωγοί δικαιούνται να εκπέμπουν. Αν τις περιπτώσεις Πετρίδη, τις θεωρούν παράπλευρες απώλειες, κάθε λεπτό που περνάει και δεν τις ανακαλούν, λειτουργεί κατά τους.

Αυτή η πρωτοφανής γελοιότητα, δε, να περάσουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι από τη διαδικασία του Α.Σ.Ε.Π. προκειμένου να διεκδικήσουν την καρέκλα του παραγωγού ξανά, εκθέτει ανεπανόρθωτα μια κυβέρνηση που θέλει να πιστεύει ότι είναι μοντέρνα και σε συγχρονισμό με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Αν δηλαδή, θεωρούν δίκαιο και τίμιο και έχουν αξιολογήσει ως ορθό να δουν τον Πετρίδη να περνάει από εξετάσεις Α.Σ.Ε.Π. για να συνεχίσει “Από Τις 4 Στις 5“, πραγματικά τους αξίζει να δέσουν μια πέτρα στους λαιμούς τους και να πέσουν να πνιγούν, όπου βρουν εύκαιρο γάργαρο νερό.

Συγχαρητήρια για μια ακόμα φορά στους φωστήρες: κατάφεραν να καταργήσουν ένα ακόμη αυτονόητο.

Δε με εντυπωσιάζει πλέον τίποτα στο κράτος των ανόητων. Απλά με κάθε καινούρια θεαματική γελοιότητα που αποφασίζεται, απορώ που δεν την είχα προβλέψει, έχοντας επιστρατεύσει ακόμα και το πιο δυσοίωνο σενάριο στη φαντασία μου.

Αλήθεια, συνεχίζετε να πληρώνετε την ΕΡΤ στους λογαριασμούς της ΔΕΗ;

18/06/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 3 σχόλια

Τηλεγράφημα από την πόλη (ούτε e-mail, ούτε SMS)

 Με έχει συγκλονίσει η ιστορία του Mark Boyle. @ The Moneyless Man. @ Αυτόματα μου φέρνει στο νου τον Ghandi και τον Συμεών τον Στυλίτη. @ Μετά μου θυμίζει το “If You Want To Defeat Your Enemy, Sing His Song” των Icicle Works – ένα τίμιο γκρουπάκι που δεν έγινε ποτέ Echo & The Bunnymen. @ Και μου έρχεται κόμπος στο λαιμό. @ Το  βλέμμα του Boyle μου θυμίζει τις εσωτερικά ήρεμες, εκείνες εξαϋλωμένες φιγούρες των ανθρώπων που έκαναν την υπέρβασή τους μάθημα για τους ανόητους των πόλεων. @ Με συγκινεί. @ Με τον ίδιο τρόπο που με συγκινούσαν πάντα οι γιατροί χωρίς σύνορα. @ Και όλοι όσοι βρήκαν τον τρόπο να συνειδητοποιήσουν ότι ανάγκη είναι να προσφέρεις όχι να κολυμπάς στη sauce Jack Daniels. @ Ειδικά αυτές τις μέρες που η προσωπική μου επικαιρότητα έχει γεμίσει επαγγελματικά “πτώματα” φίλων και γνωστών που μένουν χωρίς δουλειά. @ Κάθε μέρα και από λίγοι. @ Πνίγουν όλοι τον πόνο τους στην Καρύτση ή στην Τριπόδων αλλά είναι κάπως ήσυχοι, διάολε. @ Αποκτούν μία σοφία μακριά από τα γραφεία τους. @ Μετρούν τα λόγια τους. @ Συνειδητοποιούν τις παράνοιές τους. @ Ρουφάνε ράθυμα και με μια συναίσθηση τα ποτά τους και ξανασκέφτονται αν θα πάρουν επόμενο. @ Kαι εγώ μαζί. @ Σε εσαεί οικονομική κρίση. @ Και, ω! του θαύματος, δεν λένε “μαλάκα, τι θα τρώμε από τον άλλο μήνα“; @ Όχι, δεν το λένε.  @ Από όλη τη γαμημένη επικαιρότητα με το περιβόητο, απάνθρωπο ασφαλιστικό και τον Χριστοφοράκο (πόσο σεβάσμιος και σχεδόν ιερατικά πράος φαντάζει στις φωτο των κυριακάτικων… ένας γνήσιος χοιρινός αστός), με το greek idol του κώλου και την ξαφνική λύσσα μεταξύ Κιργιζίων και Ουζμπέκων, με το ινδονησιακό 7,1 Ρίχτερ, με το φιλόδοξο πρόγραμμα Αθήνα 2014 που ευαγγελίζεται μια Διαμαντόπτερα Γης σαν Πράγα – τρομάρα της – με την τακτική διάσπαση της Αριστεράς (LOL) εμένα αυτό που με συγκλονίζει είναι η απόφαση του Mark Boyle. @ Η διαβίωση του Mark Boyle. @ Σαν φώτιση τον νιώθω μέσα στην δυσοίωνη μπίχλα της κρίσης. @ Επίσης με συγκλονίζει και με ανακουφίζει το ότι σώπασαν οι hipsters. @ Διάγουν θαρρείς, τελευταία, μία παρατεταμένη “ηχηρή” αποχή. @ Σαν τη σιωπή του χορού πριν την έκρηξη του δράματος στο αρχαίο θέατρο. @ Ακόμα και τα νέα hip ονόματα, σαν τους Delorean και τους Drums δεν περνούν στους “μειονοτικούς” έγκλειστους του Key Bar παρά σαν ασθενικές αντηχήσεις ενός μακρινού indie παρελθόντος. @ Άντε να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους σιγά σιγά. @ Ελπίζω μόλις γυρίσω από την επαγγελία του Gothenburg στα μέσα του Αύγουστου να βρω του κρανίου τον τόπο. @ Στη θέση του αλλά με πλερέζα.

16/06/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 1 σχόλιο

Twist Relief

Φανταστείτε να σηκωθείτε αύριο το πρωί, να βγείτε από το σπίτι και να συμβαίνει αυτό, παντού τριγύρω.

13/06/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 1 σχόλιο

Το τέλος του opinion leading και άλλα δραματικά…

To Muzine έκλεισε και στο τελευταίο τεύχος του έγραψα αυτό. Μού’ρθε να το ανεβάσω κι εδώ στο blog.

 Μέσα στην τελευταία εικοσαετία, τα περιοδικά του ειδικού Τύπου έχουν υποστεί συντριπτική ήττα. Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά γενναίοι στις αποτιμήσεις μας, θα παραδεχτούμε την πραγματικότητα που θέλει τα “ηγετικά” περιοδικά παγκόσμιας φήμης να μετατρέπονται σε γραφικά fanzines –έστω και με όρους mainstream κυκλοφορίας περίπτερου- και την αύρα τους να συρικνώνεται σε ένα θολό αναγνωστικό κοινό που δεν έχει ακριβώς ξεκαθαρισμένα μέσα του τα κίνητρα της αγοράς ενός περιοδικού και της ανάγνωσής τους.

Ρίξτε μια ματιά στα περίπτερα: το Rolling Stone εγκαταλείπει για οικονομικούς λόγους το επαναστατικό, πληθωρικό σχήμα του για το πιο συμβατικό A4 και μειώνει την ωφέλιμη ύλη του δραματικά. Το Paste γεννιέται ως ένα fanzine εναλλακτικής μουσικής με χωνεμένη την πεποίθηση ότι δεν θα αγγίξει ποτέ το mainstream, το Uncut μοιάζει με εξυμνητικό vintage μιας παλιάς μουσικής μυθολογίας και το Mojo “παίζει” δυνατά μόνο στα επετειακά αφιερώματά του. Το Q έχει ενστερνιστεί τη διαδικτυακή πανουργία (“φτιάξε λίστες με καινούρια mp3, εμείς θα σου πούμε πώς”) και Kαινούρια περιοδικά αναδύονται σε μοντέρνα, αγοραία lay out (Classic Rock) για να επιβεβαιώσουν την “φανζινάτη” λογική ως μοναδική βιώσιμη λύση στο αδιέξοδο του μουσικού Τύπου και άλλα (Wired) εντάσσουν τη μουσική στην ύλη τους ως κομμάτι μόνο ενός παζλ μιας ευρύτερης σκέψης και κουλτούρας. Κοινώς τα μουσικά περιοδικά του περίπτερου γίνονται fanzines και τα fanzines γίνονται διαδικτυακά sites. Επίσης, τα sites χάνουν συχνά τον αγώνα απέναντι στα blogs και τις “ιδιωτικές” δημοσιεύσεις άρθρων και κριτικών.

Η συνολική εικόνα για το μουσικό Τύπο είναι απογοητευτική. Εν έτει 2010 πιο πολλά είναι τα εξώφυλλα που μπορεί να έχουν οι Led Zeppelin και ο Dylan παρά οι MGMT και οι National. Πιο μεγάλες πιθανότητες έχουν να πουλήσουν τεύχη αφιερωμένα στο making του “Dark Side Of The Moon”, παρά μια συνέντευξη με τον Bon Iver.

Σε αυτό το σκηνικό, το Muzine κλείνει ένα κύκλο ζωής δέκα τευχών μέσα σε ένα ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο η απαξία της μουσικής είναι γενικευμένη και οι ανάγκες του κοινού για επικοινωνία μέσω της μουσικής περιορίζεται στην τεχνολογία της κινητής τηλεφωνίας. Το κοινό δεν έχει ανάγκη την έντυπη αρθρογραφία πλέον διότι ο καταιγισμός της πληροφορίας ξεπερνάει την ιδιαιτερότητα μιας και μόνο συνεπούς γραμμένης στο χαρτί, γνώμης.

Αυτό που κάποτε θεωρούνταν καυτή παρέμβαση σε ένα μουσικό έντυπο –μια κριτική, μια άποψη διαφοροποιημένη, μια εμπεριστατωμένη έρευνα- σήμερα αποτελεί μια στιγμιαία εκτόνωση ενός γραφιά με ελάχιστες πιθανότητες να διαβαστεί από ένα ευμέγεθες κοινό. Ο λόγος είναι ότι πλέον το κοινό, έχει απαρνηθεί τη διαδικασία διαμόρφωσης του αισθητηρίου του μέσω της συνεπούς έντυπης περιοδικότητας, διότι η τεχνολογία του έχει προσφέρει τόσες πολλές δυνατότητες επιλογών που αν μετρήσουμε σε πραγματικούς χρόνους την ωφελιμότητα που έχει ο μέσος αναγνώστης, από τη μία από το διαδίκτυο και από την άλλη από ένα μηναίο έντυπο, το δεύτερο θα υποστεί συντριπτική ήττα και θα μείνει έτη φωτός πίσω από τις broadband ταχύτητες.

Κοινώς, όσο ιδιαίτερη, καυστική, μοναδική ή πλούσια και αν είναι μία γνώμη ενός γραφιά που εκτίθεται μηνιαία σε ένα περιοδικό, άλλο τόσο γρήγορη, αποτελεσματική και δελεαστική είναι μία πληροφορία που ταξιδεύει σε δευτερόλεπτα, παραμένει φρέσκια ανά πάσα στιγμή και πλαισιώνεται από έναν minimum προσωπικής άποψης ενός γραφιά που μπορεί να ανταποκριθεί στο ελάχιστο, στις ανάγκες μιας καθημερινής, διαδικτυακής επικοινωνίας. Με άλλα λόγια, κανείς πλέον δεν φαίνεται διατεθειμένος να περιμένει ένα ολόκληρο μήνα για να διαβάσει τη γνώμη ενός τύπου σε ένα περιοδικό, τη στιγμή που έχει τόσα πολλά να “κατεβάσει” από το διαδίκτυο, όταν φρέσκα albums διαρρέουν πριν ακόμα “στεγνώσουν” από την κονσόλα του στούντιο ηχογράφησης. Η περιοδική, συνεπής γνώμη απέναντι στην πληθωρική, επιλεκτική πληροφορία εξαφανίζεται σε χρόνο dt.

Αυτός είναι και ο λόγος που το Muzine κλείνει: διότι το πάθος των ανθρώπων που γράφουν αυτά που έχουν ανάγκη να γράψουν για τη μουσική συγκρούεται με το πάθος των ανθρώπων που έχουν ανάγκη, όχι να διαβάσουν αλλά να βουτήξουν στις δελεαστικές προτάσεις του διαδικτύου. Με έναν τρόπο, η συγγραφή κειμένων περί της σύγχρονης μουσικής είναι unhappening. Απλά δεν συμβαίνει στην καθημερινότητα. Η ανάγκη ανάγνωσης κειμένων περί μουσικής έχει υποχωρήσει, έχει απαξιωθεί, δεν υπάρχει στην ατζέντα των ανθρώπων.

Θα ήταν εύκολο να αρχίσουμε πάλι τις λίβελλους περί έκπτωσης πολιτισμού και καλλιτεχνικής αθλιότητας στην εποχή μας. Αλλά, πραγματικά, δεν θα ήταν χρήσιμο. Αυτό που ίσως είναι χρήσιμο και έχει κάποιο λόγο ύπαρξης είναι ίσως να αναρωτηθούμε όλοι αν μας αρκεί η μουσική που ακούμε. Το ερώτημα είναι λίγο ρητορικό: έχω δώσει την προσωπική απάντησή μου σε αυτό. Δεν μου αρκεί να απολαμβάνω το καινούριο album των School ή των Radio Department αν δεν έχω τη δυνατότητα να επικοινωνήσω τα αισθήματα που μου προκαλούνται, να τα “γκελάρω” σε έναν άλλο αποδέκτη (αναγνώστη στη δική μου περίπτωση), να τα διυλήσω μέσα από έναν άλλο ακροατή, ένα διαφορετικό αισθητήριο, έτσι ώστε να μου επιστραφούν διαφοροποιημένα και εποικοδομητικά.

Με άλλα λόγια η ανάγκη της επικοινωνίας (και δη της γραπτής, χάρη στις δυνατότητες ακρίβειας και συνέπειας που προσφέρει ο γραπτός λόγος) είναι ίσως μεγαλύτερη ή τουλάχιστον ίδια με την ανάγκη της ακρόασης, της βίωσης μιας εμπειρίας που έχει να κάνει με τη μουσική.

Στο Muzine, το πάθος για την επικοινωνία και τη βίωση μιας κοινής εμπειρίας με κοινό παρανομαστή, ένα album, ένα τραγούδι ή μια συναυλία, πλεόναζε. Ξεχείλιζε και έπνιγε ακόμα και εμάς που γράφαμε με απίστευτο δέος για το νέο album του Benji Hughes ή το συνολικό εκτόπισμα της Tru Thoughts. Η δική μου αίσθηση είναι ότι μοιάζαμε με μοναχικούς ρομαντικούς που “χειρουργούσαμε” το συκώτι του ψύλλου ενώ εκεί έξω κανείς δεν άκουγε πραγματικά, τι είχαμε να πούμε ή αν είχαμε να πούμε κάτι. Αυτό δεν είναι παράπονο αλλά μια φωναχτή διαπίστωση. Μοιάζει με μια βεβαιότητα που έχει ανάγκη ο καθένας από μας να επαναλάβει απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, προκειμένου να πιστέψει ότι κανένας δε δίνει δεκάρα για το τι νιώθεις για τον κάθε Benji Hughes.

Δεν είναι εύκολο να πιστέψει κανείς ότι η εμπειρία της ακρόασής του δεν αφορά κανέναν. Προσωπικά, ακόμα δεν το πιστεύω. Πολύ απλά, διότι αν πιστέψω αυτό, θα πρέπει μετά να δεχτώ και διάφορα άλλα παράδοξα και εξωφρενικά πράγματα ως αληθινά.

Και δεν έχω καμία ανάγκη ή ένδειξη για κάτι τέτοιο.

12/06/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Human | 6 σχόλια

Eat pussy: Jesus walked on water, i will walk on you…

To απίστευτα αποτελεσματικό show της σαραντατριάχρονης καναδής (με έδρα το Βερολίνο) Peaches ξεπέρασε κάθε προσωπική προσδοκία μου από ένα -όπως θεωρούσα- κουρέλι της electroklash υποκολουλτούρας.  Αυτό που είδα στην κεντρική σκηνή του Synch (μετά τους αναπάντεχα θεοβάρετους και στα όρια της έντεχνης λυγμολαλιάς Get Well Soon) την Παρασκευή 4 Ιουνίου ήταν μια υπερενεργητική γυναίκα που χρησιμοποιεί το σώμα της, τα props της σκηνής, τα κοστούμια και την μπάντα της (τους γερμανούς Sweet Machine) όπως ακριβώς και τη φωνή της.

Ως εργαλεία που με τη χρήση τους, αναπτύσσεται η καλλιτεχνική performance ενός ανθρώπου που έχει να εκφράσει σπουδαία θέματα σχετικά με τη σεξουαλικότητα -κυρίως- και να διαχύσει την ζωική ενέργειά της στους φυσικούς αποδέκτες της. Στο κοινό. Η gay φύση της δεν είναι η κινητήρια δύναμη του show αυτού. H σεξουαλικότητα γενικά είναι η απόλυτη αφετηρία και ο ύστατος στόχος. Η διέγερση είναι το “βούτυρο στο ψωμάκι” της Peaches.

Αυτή την κάνει να καβαλάει σκαλωσιές, να φωτίζει το αιδοίο της με λαμπάκια, να φοράει τους μανδύες που σημειολογικά παραπέμπουν σε εξουσιαστικούς δυνάστες, να κάνει crowd surfing (σε ένα ανεκπαίδευτο κοινό που δεν γνωρίζει τι σημαίνει διάδραση), να περπατάει πάνω στις παλάμες του. Η Peaches είναι μια τραγουδοποιός, σε μόνιμη κατάσταση εξαλλοσύνης. Αρνείται πεισματικά τις κιθάρες (ως σύμβολο της κατεστημένης σεξουαλικότητας του rock ‘n’ roll) και επιλέγει τo laser harp, το theremin, το drum machine. H μπάντα της, ένα κράμα από Iggy vs. Poison Ivy vs. Keith Moon σωσίες (αντίστοιχα Cornelius Rapp vs. Saskia Hahn vs. Matthias Brendel) στέργουν πειθήνια την εσωτερική κραυγή της Peaches. Μια κραυγή που έχει να κάνει με το ένστικτο, τους νευρώνες της, το νου της και την καρδιά της.

Η live tech synthpunk εμφάνιση της Peaches είναι αναμφίβολα “μεγαλύτερη” από τους δίσκους της. Όσο και αν ακούσει κανείς με ανοιχτά, έμπειρα, electro αυτιά το “Impeach My Bush” ή το περσινό “I Feel Cream“ (με ποικιλόμορφες παραγωγές μέσα του από Simian Mobile Disco, Soulwax και Digitalism) δεν θα εισπράξει το αίσθημα που εξαπολύει στις συναυλίες της. Ό,τι στο album της απλά ακούγεται ως αντι-μελωδικό και νευρωτικό, στη συναυλία αναδεικνύεται σε πολύπλευρη ρυθμική επίθεση κατά την οποία η έλλειψη των παραμικρών μελωδικών μοτίβων, όχι μόνο δε σε ενοχλεί αλλά σε κάνει να νιώθεις ότι δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Highlights; Tο καταληπτικό “I Feel Cream“, το “Talk To Me” με την επιμονή του να σου σκίζει τα σωθικά, το “Billionaire” με την οργισμένη ερωταπάντηση ανάμεσα σε αυτήν και στον αρσενικό παρτενέρ της (ο Gonzales στο album), το “Lose You” με την καλοκρυμμένη τραγικότητα… Ως γνήσια συνεχίστρια της ζωντανής, εμπειρικής αξίας της ευρύτερης rock ‘n’ roll παράδοσης, η Peaches ακούγεται διαφορετικά στους δίσκους, αν την έχεις “ζήσει”.

Back to the future: Πώς φτάσαμε στην Peaches;
20 μαινάδες για την Peaches Connection

Παρακολουθώντας τη συναυλία της Peaches, το μπαράζ συνειρμών μου σχετικά με τις αναφορές της από το παρελθόν ήταν κατακλυσμιαίο. Ένιωσα να παρελαύνει στη σκηνή μια αλληλουχία από μνήμες και ενέργειες που μοιράζομαι μαζί σας. Μπορείτε να κατεβάσετε εδώ συνολικά το προγονικό κράμα της Peaches που ονομάζω Peaches Connection, ή με κλικ στον κάθε τίτλο ξεχωριστά, το κάθε τραγούδι. Κάπως έτσι φτάσαμε στην Peaches σε μια χρονική ακολουθία από το παρελθόν:

Act: Ike & Tina Turner
Song: River Deep, Mountain High
Album:
River Deep Mountain High / A Lοve Like Yours 7″
Written: Phil Spector, Jeff Barry, Ellie Greenwich
Produced: Phil Spector
Label: Philles
Year: 1966
Genre: Pop, Rhythm ‘N’ Blues
Peaches Connection: Ένα από τα αριστουργήματα της pop παράδοσης των 60′s και της κληρονομιάς του ηχητικού τείχους του Phil Spector. Ερμηνευτικό ρεσιτάλ από την Tina. Από τότε και μετά, όλες εξέφραζαν τα ζόρια τους με γενναιότητα και τόλμη, χωρίς να φοβούνται το τσαλάκωμα της εικόνας τους.

 

Act: Betty Davis
Song: If I’m In Luck I Might Get Picked Up
Album:
Betty Davis
Written: Betty Davis
Produced: Betty Davis
Label: Just Sunshine
Year: 1973
Genre: Funk Rock
Peaches Connection: Η πρώην σύζυγος του Miles Davis και μια από τις θεμελιακές funk μαιτρέσες των 70′s διέθετε εκείνη την μοναδική απαιτητική χροιά που δε συμβάδιζε με το εξομαλυμένο πρότυπο της soul κουλτούρας. Γυναίκα funkster κυνηγός που δε δίσταζε να φτύνει τα λόγια της, κόντρα στην όποια επιβεβελημένη φιλαρέσκεια. Σήμερα τα τρία albums της αναζητώνται με μανία από τους συλλέκτες.

Act: Τhe Runaways
Song: Neon Angels On The Road To Ruin
Album:
Queens Of Noise
Written: Jackie Fox, Kim Fowley, Lita Ford
Produced: Earl Mankey, Kim Fowley
Label: Mercury
Year: 1977
Genre: Glam Hard Rock
Peaches Connection: H Cherrie Currie και όχι η Joan Jett τραγουδάει lead εδώ, σε αυτό το αλλαζονικό, ψευδο-macho hard rock με πρωταγωνιστική την κιθάρα της Lita Ford. Μεταξύ αιλουροειδών του rock και γνήσιων κοριτσιών με τα guts τους στη φόρα, οι Runaways και το πρωτοεπίπεδο boogie τους λειτουργούν πάντα ως σημείο αναφοράς για όσα μεταγενέστερα κορίτσια επιλέγουν μη ζαχαρωτούς ηχητικούς δρόμους.

Act: Χ-Ray Spex
Song: Oh Bondage! Up Yours
Album:
Oh Bondage Up Yours / I Am A Cliche 7″
Written: Poly Styrene
Produced: Falcon Stuart
Label: Virgin
Year: 1977
Genre: Art Punk
Peaches Connection: H Poly Styrene από το πρώτο κύμα του βρετανικού punk τραγουδούσε σε αυτό το ντεμπούτο single του group της, έξαλλη, σαν να διεκδικούσε όλα όσα ήταν δυνατόν να διεκδικηθούν. Παρότι κυκλοφόρησαν ένα album μόνο και πέντε singles έμειναν στην ιστορία για την πολύ συγκεκριμένη fluo-art αισθητική τους και φυσικά για το σαξόφωνο του Rudi Thomson, ένα όργανο που η αρχική punk σκηνή είχε εξορίσει από το πεδίο της.

Act: Genya Ravan
Song: Shot In The Heart
Album:
Urban Desire
Written: Stu Daye
Produced: Genya Ravan
Label: 20th Century
Year: 1978
Genre: Boogie Rock, Power Pop
Peaches Connection: Μια από τις πιο αδικημένες από την ιστορία, γυναίκες rockers των 70′s, πρώην τραγουδίστρια των Escorts και των Ten Wheel Drive, η αμερικάνα τραγουδοποιός και παραγωγός πολωνικής καταγωγής Genya Ravan στο τέταρτο προσωπικό album της, βουτούσε στο πηγάδι του rock ‘n’ roll και δεν ανέβαινε στην επιφάνεια αν δεν έπιανε πρώτα, πάτο. Τραγουδίστρια με guts και εκφραστική γενναιότητα, αγαπημένη του νεοϋορκέζικου κυκλώματος του Lou Reed.

Act: Nina Hagen
Song: Wau Wau
Album:
Unbehagen
Written: Nina Hagen, Bernard Potschka, Herwig Mittergger, Manfred Praeker, Reinhold Heil
Produced: Bernard Potschka, Herwig Mittergger, Manfred Praeker, Reinhold Heil
Label: CBS
Year: 1979
Genre: New Wave, Synth Rock
Peaches Connection: H παράδοξη πριγκίπισσα του γερμανικού new wave στα 70′s προκαλούσε κυριολεκτικό σοκ με τις εμφανίσεις και τους δίσκους της, πριν γίνει μια εκκεντρική προπάτορας της Lady Gaga στα 80′s. Το “Wau Wau” είναι ένα ξαναμμένο, άγριο punk rock στο ρεφρέν του οποίου η Nina ουρλιάζει “Κατουράω Μανιωδώς” από το δεύτερο και σημαντικότερο album της.

Act: The B-52′s
Song: Dance This Mess Around
Album:
The B-52′s
Written: Fred Schneider, Kate Pierson, Cindy Wilson, Ricky Wilson, Keith Strickland
Produced: Chris Blackwell
Label: Island
Year: 1979
Genre: New Wave
Peaches Connection: Η Kate Pierson και η Cindy Wilson στο ντεμπούτο των Αθηναίων της Georgia, κάνουν με τις φωνές τους όλα τα απίθανα να ακούγονται πιθανά, καθώς λαρυγγίζουν, σκούζουν, γουργουρίζουν, λυσσάνε και μιμούνται τη φύση γύρω τους. Εδώ παριστάνουν τους “δεκάξι χορούς” από το camel walk μέχρι το aqua velva… Τα αγόρια γύρω τους ακολουθούν με δέος και τα μαλλιά – κυψέλες καταγράφουν μια νίκη υπέρ τους. Αξεπέραστες και μοναδικές στις φωνές.

Act: The Slits
Song: Typical Girls
Album:
Cut
Written: Palmolive
Produced: Dennis Bovell
Label: Island
Year: 1979
Genre: Avant New Wave
Peaches Connection: Παγανιστικό girl power και φεμινιστικό, προχωρημένο punk attitude αλλά με καλοτεχνίτικες αναφορές και dub – reggae περίβλημα. Από τις αρχετυπικές φιγούρες της βρετανικής πρωτοπορίας του do it yourself. Βέβαια τα τύμπανα τα κοπανάει ο Budgie των Banshees αλλά η φωνή της Ari Up είναι ξεκάθαρη ως προς το ότι κανένα αρσενικό δεν πρόκειται να σηκώσει κεφάλι στον κόσμο τους.

Act: Plasmatics
Song: Butcher Baby
Album:
New Hope For The Wretched
Written: Danny Axeman, Richie Stotts
Produced: Jimmy Miller
Label: Stiff
Year: 1980
Genre: Punk
Peaches Connection: H Wendy O. Williams ήταν μια από τις πιο αυθεντικά “πειραγμένες” rock ‘n’ rollers του ακραίου αμερικανικού punk μέχρι την αυτοκτονία της το 1988 (πυροβόλησε το κεφάλι της με καραμπίνα – κάτι σας θυμίζει;) Η Wendy O στους Plasmatics τραγουδούσε παριστάνοντας τον macho “νταλικέρη”, ανατίναζε αυτοκίνητα επί σκηνής και κατέστρεφε με ηλεκτρικό αλυσοπρίονο ότι υπήρχε πάνω της. Φυσικά οι συλλήψεις της μετά από τις συναυλίες της ήταν ρουτίνα. Μετά τη διάλυση των Plasmatics, μπήκε στο metal κύκλωμα και συνεργάστηκε με τους Motorhead και τον Gene Simmons.

Act: Lydia Lunch
Song: Atomic Bongos
Album:
Queen Of Siam
Written: Lydia Lunch
Produced: Lydia Lunch, Bob Blank
Label: Ze
Year: 1980
Genre: No Wave, Art Punk
Peaches Connection: Kιθαρίστρια, ποιήτρια, ηθοποιός, συγγραφέας του no wave κινήματος της Νέας Υόρκης στα τέλη των 70′s, από τους Teenage Jesus & The Jerks έκανε μια παρορμητική do-it-yourself καριέρα με αμφίβολα αποτελέσματα αλλά με το στοιχείο της πρόκλησης πρωταρχικό στο στιλ της. Από το ντεμπούτο της, το “Atomic Bongos” είναι μια αγχωτική άσκηση πάνω στους Suicide.

Act: Modettes
Song: White Mice
Album:
White Mice / Masochistic Opposite 7″
Written: Ramona Calier, Kate Corus, June Miles Kingston, Jane Crockford
Produced: Roger Lomas
Label: Partsong
Year: 1980
Genre: New Wave
Peaches Connection: Girly κουαρτέτο από αυτά που σημάδεψαν την εποχή τους στο μεταίχμιο των 70′s με τα 80′s. Εξαιρετικό τραγούδι με τσαλακωμένες αρμονίες που προάγονται από το αχνιστό, τότε, post punk do it yourself αίσθημα. Ποτέ αργότερα -ούτε στο μοναδικό album τους ούτε στα τρία singles που ακολούθησαν- δεν το ξεπέρασαν.

Act: Rip, Rig & Panic featuring Neneh Cherry
Song: Constant Drudgery Is Harmful To Soul, Spirit And Health
Album:
God
Written: Dave Flash Wright
Produced: Rip, Rig & Panic
Label: Virgin
Year: 1981
Genre: Art Funk
Peaches Connection: Πολύ πριν η Neneh Cherry αναδειχθεί μέσα από τη σκηνη του brit-house, έπαιζε κοινωνικά συνειδητοποιημένο, πολιτικά σημειολογικό art funk με αυτοσχεδιαστική αξία στους Rip, Rig & Panic, μια μπάντα του brit funk boom, σύγχρονη των Shriekback και των Poison Girls. Η Neneh χρησιμοποιούσε το σώμα της ταυτόχρονα ως μαστίγιο και ως υποκείμενο μαστιγώματος και οι λαρυγγισμοί της είχαν μια βιωματική αξία παραπάνω.

Act: X
Song: Beyond And Back
Album:
Wild Gift
Written: Exene Cervenka
Produced: Ray Manzarek
Label: Slash
Year: 1981
Genre: Punk ‘n’ Roll
Peaches Connection: H Exene Cervenka είναι μια από τις πιο ουσιαστικές ποιήτριες – rock ‘n’ rollers της καλιφορνέζικης σκηνής, σοβαρή, απέριττη και δωρική, όπως και το στιβαρό υποβλητικό punkish rock των X. Ο στακάτος, δραματικός τρόπος ερμηνείας της στο “Beyond And Back” σε συνδυασμό με το cow punk roll στιλ της μπάντας την κάνει μια αυθεντική πρόγονο της Peaches, όχι μόνο στο ερμηνευτικό στιλ αλλά και στην κυνική στάση των στίχων της.

Act: Kate Bush
Song: Sat In Your Lap
Album:
The Dreaming
Written: Kate Bush
Produced: Kate Bush
Label: EMI
Year: 1982
Genre: Avant Garde Pop
Peaches Connection: Με μια κίνηση αποστομωτική η Kate Bush γυρίζει την πλάτη στο χρυσό mainstream και φτιάχνει το πιο στριφνό και αφιλόξενο album της καριέρας της με κάποια singles που μοιάζουν να έχουν έρθει από ένα μέλλον στο οποίο δεν έχουμε φτάσει ακόμα. Όργιο παραγωγής, αναποδιασμένη μελωδία, παράδοξα κρουστά και στην κορυφή μια ερμηνεία που δεν έχει όμοιά της. Θεατρική και αλλόκοσμη.

Act: Eurythmics
Song: No Fear, No Hate, No Pain, No Broken Hearts
Album:
Touch
Written: Dave Stewart, Annie Lennox
Produced: Dave Stewart
Label: RCA
Year: 1983
Genre: Electro Pop
Peaches Connection: H Annie Lennox είχε ήδη κατακτήσει τη θέση της ως το νέο gender bender φρούτο του mainstream και είχε προσδώσει soul γραμμές στα γεωμετρικά, ηλεκτρονικά μοτίβα του Dave Stewart φτάνοντας στο τρίτο album των Ευρυθμιστών. Τραγουδάει εδώ ως η κορυφαία του δράματος αλλά και ως όλος ο χορός μαζί. Φέρει σε ένα ερμηνευτικό ρεσιτάλ συμπιεσμένα σε ένα και τους λόγους της τραγικότητας και την κάθαρσή τους. Ατρόμητη.

Act: Danielle Dax
Song: Flashback
Album:
Inky Bloaters
Written: Danielle Dax
Produced: Danielle Dax
Label: Awesome
Year: 1987
Genre: Avant Garde Pop
Peaches Connection: Πρώην μέλος των Lemon Kittens και μετέπειτα ποιήτρια και solo τραγουδοποιός από τις πιο ανήσυχες της αγγλικής σκηνής, η Dax λειτουργούσε πάντα ως το σκοτεινό alter ego της Kate Bush, μια εκκεντρική pop rocker που πειραματίστηκε με το γοτθισμό και την twisted πλευρά της αγγλικής pop παράδοσης. Στο “Flashback” και σε άλλα τραγούδια της προσωπικής καριέρας της, αλλάζει τονικότητες στη φωνή της, υποδυόμενη δύο και παραπάνω ρόλους ανάλογα με τις ανάγκες των scripts της.

Act: Daisy Chainsaw
Song: I Feel Insane
Album:
Eleventeen
Written: Crispin Gray
Produced: Daisy Chainsaw
Label: One Little Indian
Year: 1991
Genre: Grunge Rock
Peaches Connection: H Katie Jane Garside είναι μια από τις πιο “κουνημένες” τραγουδίστριες της αγγλικής σκληροπυρηνικής rock σκηνής, σχεδόν κλινικά διαταραγμένη και ίσως για αυτό οι ερμηνείες της πάνω στο τραχύ, μεταλλικά θορυβώδες κράμα της μπάντας της να ακούγονται τόσο αυθεντικές και βαθύτατα εκφραστικές. Κραυγές και ψίθυροι σε ένα άρρητο κράμα υψηλών ντεσιμπέλ και σε τραγούδια μηδενιστικής λογικής.

Act: Bikini Kill
Song: Suck My Left One
Album:
Bikini Kill EP
Written: Kathleen Hanna, Kathi Wilcox, Billy Karen, Tobi Vail
Produced: Don Zientara, Ian MacKaye
Label: Kill Rock Stars
Year: 1993
Genre: Punk Rock
Peaches Connection: Aγριεμένα riot grrrls από την Washington, σύγχρονα του grunge των Nirvana καταστρέφουν με χαρά όποια αρμονία είχε απομείνει σώα στο βωμό της ριζοσπαστικής, συγκρουσιακής, φεμινιστικής στάσης τους. Μαζί με τις Huggy Bear αποτελούν τα αρχετυπικά alternative γυναικεία σχήματα των 90′s. Ακούγονται, όσα χρόνια και αν περάσουν, τραγανές, επικίνδυνες και οργιώδεις.

Act: Tori Amos
Song: Raspberry Swirl
Album:
From The Choirgirl Hotel
Written: Tori Amos
Produced: Tori Amos
Label: Eastwest
Year: 1998
Genre: Alt.Pop
Peaches Connection: To πιο κυκλωτικά χαοτικό τραγούδι της αυτού εκκεντρικότητάς της, που προσομοιάζει περήφανα με την εντροπία του μυαλού της. Μελωδικός ανεμοστρόβιλος, ανάποδα μοτίβα, τίποτα δε λειτουργεί σύμφωνα με τις στροφές που όλοι προσδοκούν. Η ίδια τραγουδάει σαν δαίμονας και τίποτα λιγότερα. Όχι σαν fairy. Σαν δαίμονας. Όχι σαν ξωτικό. Σαν δαίμονας λέμε. Από το πιο δαιμονικά κορυφαίο album της παράδοξης καλλιτεχνικά καριέρας της.

Act: Kelis
Song: Caught Out There (I Hate You So Much Right Now)
Album:
Kaleidoscope
Written: Chad Hugo, Pharrell Williams
Produced: The Neptunes
Label: Virgin
Year: 1999
Genre: Hip Hop, R’n'B
Peaches Connection: Eκρηκτικό, ασυμβίβαστο ντεμπούτο girl power αισθητικής σε μαύρο φόντο από μια εκκολαπτόμενη τότε bitch με τσαγανό, μυαλό και θέληση. Οι κραυγές της στο ρεφρέν αντηχούν ακόμα στους τοίχους.

Enjoy!

07/06/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 2 σχόλια

Collector’s Camp Attack! 20+2 Bonus Vintage Movie Divas On Disco.

Αυτή τη φορά το αφιέρωμα είναι επαρκώς kitsch και σκαμπρόζο για να “ξανοίξουμε” λίγο από τα βαριά. Πιο camp δε γίνεται. Προσπάθησα να συγκεντρώσω όλες τις ηθοποιούς που ήταν ενεργές στα 70′s με κοινό άξονά τους τη disco. Οι παρακάτω κυρίες άφησαν λίγο το κινηματογραφικό πλατό για να μπουν στο studio ηχογράφησης και να τραγουδήσουν disco μήπως και προλάβουν το τρένο της discomania που έτρεχε ιλιγγιωδώς στα 70′s μέχρι που κάηκε στις αρχές των 80′s. Σε κάποιες περιπτώσεις συνέβη και το αντίθετο. Κάποιες από αυτές βγήκαν για λίγο από το στούντιο και αναζήτησαν ένα πλατό να τις φιλοξενήσει.

Είτε πρώτα ηθοποιοί, είτε πρώτα τραγουδίστριες οι παρακάτω ladies έχουν εξασφαλίσει μια καλή θέση στην ιστορία των αναμνήσεων από την προ τριακονταετίας διασκέδαση. Στο τέλος του countdown με τα είκοσι τραγούδια, έχω συμπεριλάβει και δύο πορνοντίβες που έσπευσαν να καταθέσουν “ό,τι μπορούν” στην μανία της εποχής εκείνης.

Όπως πάντα ξεκινάμε από το χειρότερο τραγούδι και φτάνουμε στο σχετικά καλύτερο με ένα σχετικό επίσης grooviness rate, σύμφωνα με τη γνώμη αυτού του blog. Με ένα κλικ στους τίτλους των τραγουδιών κατεβαίνουν στο πιάτο σας ή όλα μαζί συγκεντρωμένα εδώ, σε μια συλλογή που θα μπορούσε να ονομαστεί Movie Divas Go Disco Or Disco Divas Go To The Movies. Στα συνοδευτικά κείμενα υπάρχουν κάποια κατατοπιστικά links που παραπέμπουν στους αναφερόμενους τίτλους για μικρές οπτικές γεύσεις.

No.20

Act: Pia Zadora
Song: Those Eyes
From:
Pia LP
Written: Jim Tract, Vince Melamed
Produced: Jim Tract
Label: Curb / Elektra
Year: 1982
Remembered On Film: Ως Kady Tyler στο “Butterfly” (1982), ως Bobbie Warren στο “Fake Out” (1983), ως Dee Dee στο “Voyage Of The Rock Aliens” (1985)
Claim To Fame: Σύμφωνα με τα Χρυσά Βατόμουρα, ή χειρότερη ηθοποιός των 80′s. Ωστόσο έχει και μία Χρυσή Σφαίρα για το “Butterfly” του 1982. Τραγουδίστρια εξίσου άνοστη και camp, με τον ασυμμάζευτο μέσα της, να μην μπορεί ποτέ να της εξασφαλίσει μια καριέρα προκοπής. Πρέπει να είναι η μοναδική καλλιτέχνιδα που της έκαναν δίσκο οι Jam & Lewis και κατόπιν ο Narada Michael Walden, χωρίς να γνωρίσει καμία επιτυχία.  Παντρεμένη με τον εβραίο κροίσο Mashulam Riklis αγόρασε την έπαυλη του Douglas Fairbanks στο Beverly Hills και την μετέτερψε σε kitsch μαυσωλείο.Ο Riklis την επέβαλλε ως το κορίτσι του Dubonait στην καμπάνια του ποτού σε τηλεοπτικά spots και καταχωρήσεις. To 1983 φωτογραφήθηκε για το Penthouse. Μετά παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Jonathan Kaufer. Πρέπει να είναι η μοναδική celebrity που υποστηρίζει ταυτόχρονα αμερικανούς υποψήφιους των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικάνων! Η μεγαλύτερη επιτυχία της είναι το πρωτόλειο hi-NRG “When The Rain Begins To Fall” του 1984, ντουέτο με τον Jermaine Jackson από την τρασαδούρα “Voyage Of The Rock Aliens”. Μετά πήγε και τραγούδησε με την Φιλαρμονική του Λονδίνου. Το “ό,τι νά’ναι” σε όλο το trash μεγαλείο του. Σήμερα 56 χρονών.
Is It Any Good: Υπέροχα ασήμαντη μπαναλαρία με disco υλικά από την εποχή που κανένας δεν έπαιζε disco (γιατί είχαν προχωρήσει στο boogie) με την ίδια να τραγουδάει με το στανιό ρομαντικά. Ιδιαίτερα μη-αναγνωρίσμη η ερμηνεία της από αυτές που γράφουν την ιστορία από τα ανάποδα. Από το ντεμπούτο album της του 1982.
Grooviness Rate: 3,2/10

No.19

Act: Ethel Merman
Song: There’s No Business Like Show Business

From: The Ethel Merman Disco Album LP
Written: Irving Berlin
Produced: Peter Matz
Label: A&M
Year: 1979
Remembered on film: Ως Mrs. Marcus στο ”It’s A Mad Mad Mad World” (1963), ως Molly Donahue στο ”There’s No Business Like Show Business” (1954), ως Υποσμηναγός Hurwitz στο “Airplane!” (1980)
Claim To Fame: Στυλοβάτης του musical του Broadway – φαινόμενο. Το θηριώδες mezzo soprano της και το εκτόπισμά της στη σκηνή, “πέταγε έξω” τους συμπρωταγωνιστές της. Πριν βγουν τα μικρόφωνα, η Merman άστραφτε και βρόνταγε μόνο με τη φωνή της. Αυτοδίδακτη performer. Ο Gershwin την είχε συμβουλέψει να μην παρακολουθήσει ποτέ μαθήματα τραγουδιού. Οι εμφανίσεις της σε εννέα επεισόδια του “Love Boat” είναι αλησμόνητες. Αδιαφιλονίκητη “Λαίδη του Ψυχαγωγικού Musical”. Πέθανε 76 ετών το 1984.
Is It Any Good: Το disco album της θεωρείται από τους κριτικούς ένα από τα χειρότερα albums στην ιστορία της disco και των 70′s γενικότερα. Παρότι το “There’s No Business Like Show Business” ταυτίστηκε με την καλλιτεχνική περσόνα της, η ντισκοποίησή του στα τέλη των 70′s όταν οι πάντες ήθελαν να νιώσουν κομμάτι της discomania, δεν είναι και το καλύτερο που μπορεί να σου συμβεί. Όταν το ηχογράφησε η Ethel Merman ήταν ήδη 71 ετών και έμοιαζε περισσότερο με super granny παρά με δοξασμένη ντίβα του χτες. Στο υπόβαθρο κεντάνε οι μαέστροι αλλά στην εμπροσθοφυλακή ένα απομεινάρι του “ασπρόμαυρου” υποδύεται την άνετη μέσα στην πλουμιστή παγιέτα της. Τίγκα στο στρας εκτέλεση με τραβηγμένη από τα μαλλιά την “ξέφρενη-τρέλλα-για-πάντα”. O ορισμός του camp. Un-cool και un-hip στα άκρα, πλην όμως αστείο.
Grooviness Rate: 3,8/10

No.18

Act: Dolly Parton
Song: Baby I’m Burnin’ (Extended Al Garrison, Warren Schatz Remix)

From: Dance With Dolly 12″
Written: Dolly Parton
Produced: Gary Klein
Label: RCA
Year: 1978
Remembered on film: Ως Mona Stangley στο ”The Best Whorehouse In Texas” (1982), ως Doralee Rhodes στο ”Nine To Five” (1980), ως Truvy Jones στο “Steel Magnolias” (1989)
Claim To Fame: Country φαινόμενο από το Tennessee, με ρεκόρ -25 Νο.1 country singles, 41 top 1- albums, η μοναδική που έχει στις πέντε τελευταίες δεκαετίες τουλάχιστον ένα top 5 single. Μαζί με την Reba McEntire, οι μοναδικές με Νο.1 σε κάθε μία από τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες. Συνθετάρα – τεράστιο ταλέντο. Εκφραστική soprano τραγουδίστρια με τρομερές “ψιλές”. Απερίγραπτο camp – αστραφτερότατο, πλατύ και ειλικρινές χαμόγελο, φανατικό σαντρέ ξανθό. Είναι αυτή που αν έκαιγε το σουτιέν της στα 60′s θα καιγόταν τρεις μέρες. 64 ετών.
Is It Any Good: Αρχοντοβλάχικο country disco με όλα τα κουδούνια της εποχής στη θέση τους και γιορτινή ατμόσφαιρα αλλά με συντηρητικό στιλάκι για να μην προγκήξει το μέσο γελαδάρη που “μπήκε” διστακτικά να χορέψει. “Καίγεται – καίγεται” η Dolly για τον έρωτά του…
Grooviness Rate: 4,2/10

No.17

Act: Cheryl Ladd
Song: Skinnydippin’

From: Cheryl Ladd LP
Written: Ralph Suckett, John Siegler
Produced: Gary Klein
Label: Capitol
Year: 1978
Remembered On Film: Ως Deborah Solomon στο “Purple Hearts” (1984), ως Louise Baltimore στο “Millennium” (1989), ως Georgie Cooper στο “Poison Ivy” (1992)
Claim To Fame: Ουσιαστικά τηλεοπτική ηθοποιός που ταυτίστηκε με το ρόλο της Chris Munroe στο “Charlie’s Angels“. Ποτέ δεν το ξεπέρασε με άλλο της βήμα. Η δεύτερη μεγαλύτερη επιτυχία της -πάλι τηλεοπτική- είναι η ενσάρκωση της Grace Kelly στην ομώνυμη τηλεταινία. Κατά τα άλλα έκανε ό,τι περνάει από το χέρι της για να επιβιώσει στη χολιγουντιανή show biz. Μέχρι και παιδικό βιβλίο έγραψε το 1996. Σήμερα είναι 59 χρονών.
Is It Any Good: Mellow soulful disco, χαμηλόμπιτο και με ντιμαρισμένα φώτα. Άσκηση αισθησιασμού για την Ladd που κάνει ό,τι μπορεί για να περάσει για σαγηνευτική. Ακούει κανείς την προσπάθειά της να θαμπώσει στο ρεφρέν με τα άτεχνα “Oow Oowh”.
Grooviness Rate: 4,6/10

No.16

Act: Jeane Manson
Song: Avant De Nous Dire Adieu

From: Avant De Nous Dire Adieu / Ι Love You 7″
Written: Jean Renard, Michel Mallory
Produced: Jean Renard
Label: CBS Disques
Year: 1976
Remembered On Film: Ως Kitty στο “Young Nurses” (1973), ως Ruby στο “Dirty O’Neil” (1974), ως La Star στο “From Hong Kong With Love”.
Claim To Fame: Αμερικανίδα ενζενί που έμεινε για πάντα ενζενί. Μοντέλο. Τραγουδίστρια στη Γαλλία. Playmate του Αυγούστου 1974 στο Playboy. Απόλυτη ξανθιά του γαλλικού chanson με αρκετή -ψιλοξενέρωτη- δισκογραφία. To 1979 κατέλαβε τη 13η θέση για το Λουξεμβούργο στο διαγωνισμό της Eurovision, με το τραγούδι “J’ai Deja Vous Ca Dans Des Yeux“. Σήμερα 60 ετών.
Is It Any Good: Κλασική 70′s γαλλικούρα με όλα τα συμπαρομαρτούντα -αντρικά φωνητικά στο υπόβαθρο, η ίδια να υποφέρει αλλά να στάζει κιόλας κάβλα κ.λπ. Eνορχήστρωση από το μάστορα Don Ray (τότε προτιμούσε το Raymond Donnez) σε χαμηλόμπιτο “πενταπρόθυμο” disco. Το ξέρετε όλοι από τη διασκευή του Γιάννη Πάριου σε απόδοση ελληνικών στίχων από τον Πυθαγόρα. Ήταν εκείνο το αμίμητο “Μη Φεύγεις Μη (Με Πόνο Σου Φωνάζω)“…
Grooviness Rate: 5,2/10

No.15

Act: Patti Boulaye
Song: You Stepped Into My Life

From: You Stepped Into My Life LP
Written: Maurice Gibb, Robin Gibb, Barry Gibb
Produced: Philip Swern, John Arthey
Label: Polydor
Year: 1978
Remembered On Film: Ως Claire στο “Music Machine” (1979), ως Tama στο “Hussy” (1980)
Claim To Fame: Ηθοποιός, τραγουδίστρια, μοντέλο και πολιτικός από τη Νιγηρία με πεδίο δράσης την Βρετανία. Διάσημη για την περιβόητη διαφήμιση του σαπουνιού Lux. Αδέξια πολιτικάντισσα με τους Tories στα τέλη των 90′s, δεν ευτύχησε σε πολιτική καριέρα. Οι γκάφες – δηλώσεις της έστρεψαν την κοινή γνώμη εναντίον της κατηγορώντας την για ρατσίστρια και υποστηρίκτρια του apartheid. Πρωταγωνίστησε στο “Music Machine” που θεωρήθηκε η βρετανική απάντηση στο “Saturday Night Fever”. 56 ετών.
Is It Any Good: Η Boulaye ερμηνεύει συμπαθητικά αν και κάργα διεκπεραιωτικά (σαν να μη θέλει να βρεθεί κάποιος που θα την κατηγορήσει για ψεγάδια) το κλασικό κομμάτι που έκανε επιτυχία η Melba Moore, σύνθεση των Bee Gees. Μια εκδοχή του κλασικού disco classic που δεν προσθέτει αλλά και δεν αφαιρεί τίποτα από την αίγλη του. Η παραγωγή συμπαθέστατη, αλλά στιλιστική “αγγλική”.
Grooviness Rate: 5,5/10

No.14

Act: Claudia Cardinale
Song: Love Affair

From: Love Affair / Do It Claudia 7″
Written: Gilbert DiNino
Produced: Leo Carrier
Label: Derby
Year: 1977
Remembered On Film: Ως Princess Dahla στο “Pink Panter” (1963), ως Jill McBain στο “Once Upon A Time In The West” (1968), ως Sandra Dawson στη “Sandra” (1965).
Claim To Fame: Αρχετυπική καυτή μεσογειακή κούκλα. Ηθοποιάρα, φανατική Ευρωπαία, δεν πολυπροσκύνησε το Hollywood. Κλασική ιταλιάνα με στήθος πρότυπο και μελαχρινά χρώματα – λόγω τυνισιακής καταγωγής. Pin-up και icon. Ανθρωπίστρια, ενεργή και glamorous celebrity στα 72 χρόνια της.
Is It Any Good: Ιδρωμένο, καρακιτσάτο euro-disco με την Claudia άξια σε ρόλο disco ντίβας. Απηχεί το hype του ιταλικού Capri ως μια από τις εστίες της disco φρενίτιδας. Αρκούντως camp με έγχορδα που εμφανίζονται ως ριπές στην ενορχήστρωση και τα απαραίτητα “mmm-mmm” της Claudia αφού έχει κορυφώσει στο ρεφρέν με το αλησμόνητο “Oh your love is like a vampire for me”.
Grooviness Rate: 5,9/10

No.13

Act: D.C. LaRue featuring Rita Moreno
Song: Have A Good Time

From: Forces Of The Night LP
Written: D.C. LaRue
Produced: Bob Esty
Label: Casablanca
Year: 1979
Remembered On Film: Ως Anita στο “West Side Story” (1961), ως Googie Gomez στο “Ritz” (1975), ως Vi στο “Night Of The Following Day” (1968).
Claim To Fame: Η απόλυτη πορτορικάνα ως καριέρα (μια από τις δέκα από τη χώρα της που συνολικά έχουν κερδίσει και τα τέσσερα πρεστιζάτα βραβεία στην καριέρα τους – Oscar, Grammy, Tony, Emmy). Ο ρόλος της ως Anita στο “West Side Story” δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Εξαιρετική χορεύτρια και ηθοποιός και τραγουδίστρια – η χαρά του musical. 78 χρονών σήμερα.
Is It Any Good: Συνοδεύει σε ρόλο καυτής πορτορικάνας το ελαφρύ latin disco του D.C. LaRue, με λιτές τσιταριστές πρόζες, διακριτικό backing στο ρεφρέν και καλή παρέα στην τρομπέτα του Steve Madaio και στο φλάουτο του Joel Peskin. Καρναβαλικό disco αλλά με μια άλφα αξιοπρέπεια.
Grooviness Rate: 6,1/10

No.12

Act: Charo & The Salsoul Orchestra
Song: Cuchi Cuchi

From: Cuchi Cuchi LP
Written: Ronnie Walker, Vincent Montana Jr.
Produced: Vincent Montana Jr.
Label: Salsoul
Year: 1977
Remembered On Film: Ως Margarita στο “Concorde Airport ’79″ (1979), ως Madame Loop στο “Moon Over Parador” (1988).
Claim To Fame: Αρχετυπική bimbo λατίνα με πραγματικό όνομα Maria Rosario Pilar Martinez Molina Moquiere De Les Esperades Santa Ana Romanguuera Y De La Najosa Rasten. Φυσικά από την Ισπανία. Έκανε όλα όσα περιμένει κανείς από μία ξανθιά λολίτα με μοναδικό ταλέντο της την αφέλειά της και λίγες σπουδές στην flamenco κιθάρα. Στα 15 χρόνια της παντρεύτηκε τον πατριάρχη του χαβανέζικου latin, Xavier Cugar, όταν αυτός ήταν 66 χρονών. Όταν η Charo πήρε την αμερικανική υποκοότητα χώρισαν. Μετά παντρεύτηκε τον παραγωγό Kjell Rajten. Ακριβοπληρώθηκε ως διασκεδάστρια στο Las Vegas, πήρε σβάρνα τα τηλεοπτικά shows των 70′s (από Osmonds μέχρι Captain & Tenille και Tony Orlando & Dawn), έπαιξε σε οκτώ επεισόδια του “Love Boat“, έγινε gay icon με πολλές μιμήσεις από τις drag queens του San Francisco. Ηχογράφησε στην Salsoul στα τέλη των 70′s υποδυόμενη τον εαυτό της (ζαχαρωτή σεξοβόμβα) και θεωρήθηκε η πιο μαϊντανός starlet – celebrity από όλες τις όμοιές της. 67 ετών.
Is It Any Good: Οτιδήποτε έφτιαχνε ο Vincent Montana στα τέλη των 70′s είχε ένα ηχητικό μεγαλείο που δεν συγκρινόταν με κανενός άλλου εκείνη την περίοδο, σε όγκο και glamour. Στα albums της Charo, η Salsoul Orchestra έφτιαχνε απίστευτους ηχητικούς διάκοσμους. Σε όσους δίσκους συνόδευε την Charo, η ορχήστρα έβαζε τον πολύ καλό εαυτό της για να ”διασκεδάσει” λίγο την εντύπωση της άφωνης τραγουδίστριας. Η βραχνή Charo κάνει μόνο σκέρτσα και νάζια με λόγια που σπάνια ξέφευγαν από το επίπεδο του επιφωνήματος ή του επιπέδου “you’re the rooster, i’m the chicken…” Έτσι κι εδώ: συνοψίζει το λατινοπρεπές kitsch όσο καμία άλλη. Όλο το βράδυ θέλει να κάνει “cuchi cuchi” και κανένας δεν θα την σταματήσει…
Grooviness Rate: 6,4/10

No.11

Act: Liza Minelli
Song: Tropical Nights / Bali Ha’i
From:
Tropical Nights LP
Written: James Paul Grady
Produced: Rik Pekkonen, Steve March
Label: Columbia
Year: 1977
Remembered On Film: Ως Sally Bowles στο “Cabaret” (1972), ως Pookie Adams στο “Sterile Cuckoo” (1975), ως Francine Evans στο “New York, New York” (1977).
Claim To Fame: Ταυτισμένη με το musical, με το νεοϋορκέζικο glamour και το Studio 54, κολλητή του Andy Warhol και του Truman Capote, ηθοποιός – τραγουδίστρια – ηθοποιός, έκτης γενιάς show woman, κόρη του Vincente Minelli και της Judy Garland. Έπαιξε γερά σε Oscar, Grammy, Tony και Emmy. Περιβόητη αλκοολική και βουλιμική στα designer drugs. Απίθανη show woman και εκφραστικότατη φωνή είτε τραγουδάει το “αμερικανικό πεντάγραμμο”, είτε music hall και jazz είτε “χάνει το νου της” με τους Pet Shop Boys. 64 ετών.
Is It Any Good: Πανηδονική, πλουσιότατη, κάργα κυκλοθυμική, glamorous, δραματική disco με έντεχνες απολήξεις και δάνεια από όλη την παράδοση των αμερικανικών show biz. Η φωνή της υπερέχει φυσικά του ρυθμού (του οποιουδήποτε ρυθμού) σε ένα ξεθεωτικό όπως πάντα ρεσιτάλ δεξιότητας. Το μιουζικαλάτο feel δεν μπορεί να το αποφύγει και ούτε χρειάζεται, μάλλον.
Grooviness Rate: 6,7/10

No.10

Act: Ann-Margret
Song: Love Rush

From: Ann Margret LP
Written: Paul Sabu
Produced: Paul Sabu
Label: Ariola
Year: 1979
Remembered On Film: Ως Rusty Martin στο “Viva Las Vegas” (1964), ως Melba στο “Cincinatti Kid” (1975), ως Nora Walker στο “Tommy” (1973).
Claim To Fame: Εκρηκτική Σουηδή μεγαλωμένη στο Illinois. Ταυτσιμένη με το βόρειο sex appeal και μία από τις καλλονές των 60′s. It-girl του Hollywood πλάι στον Elvis. Κάτοχος πέντε Χρυσών Σφαιρών αλλά κανενός Oscar παρά τις δύο υποψηφιότητές της. Ποτέ δεν σκανδάλισε την κοινή γνώμη. Είχε ένα επιπλέον ήθος και ένα τσαγανό παραπάνω από τη μέση χολυγουντιανή ενζενί. 69 ετών σήμερα.
Is It Any Good: Θαυμάσια ενορχήστρωση σε ένα τραγούδι που οριακά ξεπερνάει την ρουτίνα της disco. O Sabu έφτιαξε πολύ γερό διάκοσμο για να απλώσει η ίδια τα μεστωμένα φωνητικά της που κόντευαν να σαρανταρίσουν τότε. Καθόλου χαρισματική ερμηνεία αλλά πολύ συγκεντρωμένη η ”διάθεσή” της να μπει στο ρόλο της ξαναμμένης disco ντίβας. Όλο το ομώνυμο disco album της ακούγεται με την ίδια προσέγγιση που προσφέρει το “Love Rush” .
Grooviness Rate: 6,9/10

No.09

Act: Phylicia Allen
Song: Τwo Loves Have I (J’ai Deux Amours)

From: Josephine Superstar LP
Written: Vincent Scotto, G. Koger, H. Varna
Produced: Jacques Morali
Label: Casablanca
Year: 1979
Remembered On Film: Ως Claire Huxtable στο τηλεοπτικό “Cosby Show“, ως Lena Younger στο τηλεοπτικό “Raisin In The Sun
Claim To Fame: Θεατρική και τηλεοπτική ηθοποιός από το Texas, η πρώτη έγχρωμη ηθοποιός που πήρε Tony στην Αμερική, για το “Raisin In The Sun”. Αδελφή της χορογράφου – τραγουδίστριας και ηθοποιού Debbie Allen. Σύζυγος του Victor Willis των Village People. Θεωρείται μια από τις πιο άξιες τηλεοπτικές ηθοποιούς στην Αμερική. Σήμερα 62 ετών.
Is It Any Good: Από το concept album που της έφτιαξε ο Jacques Morali στην Casablanca, το single αυτό είναι ένα brillante, καρα-χορευτικό disco κάπου ανάμεσα σε Village People και Ritchie Family. Το μοναδικό αυτό album της Phylicia Allen είναι ένα concept σύνολο σχετικά με τη ζωή και την καλλιτεχνική δράση της εξαιρετικής Josephine Baker.
Grooviness Rate: 7,1/10

No.08

Act: Britt Ekland
Song: Do It (Once More With Feeling)

From: Do It (Once More With Feeling)/Private Party 7″
Written: Gloria Nissenson, Gordon Grody, Joseph Delia
Produced: Joel Diamond
Label: Jet
Year: 1979
Remembered On Film: Ως Mary Goodnight στο “Man With The Golden Gun” (1974), ως Anna στο “Get Carter” (1971), ως Mariella Novotny στο “Scandal” (1989).
Claim To Fame: Σουηδή κούκλα των 60′s με λιγότερο ταλέντο και περισσότερη προθυμία. Σύζυγος για τέσσερα χρόνια του Peter Sellers στο swingin’ London (1964 – 1968) και κατόπιν αντικείμενο του πόθου των rock stars (Rod Stewart, Phil Lewis των L.A. Guns, Slim Jim Phantom), κολλητή της Sharon Osborne. Την υποδύθηκε η Charlize Theron στο “Life And Death Of Peter Sellers”. Σήμερα η Britt είναι 68 ετών.
Is It Any Good: Sexy και υποσχόμενο (“Κάντο μου άλλη μια φορά αλλά με αίσθημα…”) disco καλούδι σε παραγωγή του έμπειρου Joel Diamond που φτιάχνει το μουσικό υπόστρωμα άψογα για να ερμηνεύσει η Britt με την μη-φωνή της σε άπταιστη euro-kitsch εκφορά τα λόγια της. Η Britt υποδύεται την disco ντίβα και αυτό είναι το πρόβλημα εδώ. Παριστάνει. Δεν είναι. Ωστόσο λειτουργεί συνολικά ως vintage εκμετάλλευση της μνήμης της disco. Μείγμα αγγλικών – γαλλικών για ακόμη πιο corny αίσθηση.
Grooviness Rate: 7,3/10

No.07

Act: Cher
Song: Take Me Home

From: Take Me Home LP
Written: Bob Esty, Michele Aller
Produced: Bob Esty
Label: Casablanca
Year: 1979
Remembered On Film: Ως Dolly Pelliker στο “Silkwood” (1983), ως Loretta Castorini στο “Moonstruck“, ως Florence Dennis στο “Mask” (1985).
Claim To Fame: Τραγουδοποιός, τραγουδίστρια, ηθοποιός, παραγωγός και κολοφώνας ματαιοδοξίας. Ρεκόρ πλαστικών εγχειρίσεων μέσα στα χρόνια. Από την εποχή που τραγουδούσε με τον Sonny Bono ως Sonny & Cher μέχρι την αστραφτερή διασκεδάστρια του Las Vegas, μιλάμε για μια διαφορετική φιγούρα. Τιμήθηκε με όλα τα βραβεία του ντουνιά (Osacr, Grammy, Tony, Χρυσή Σφαίρα) πούλησε πάνω από 100.000.000 δίσκους παγκοσμίως, σε σαράντα χρόνια καριέρας. Η μοναδική που έχει top 10 τραούδια μέσα σε τέσσερις δεκαετίες. Τεράστιο icon για την gay κοινότητα ακόμα και σήμερα στα 66 χρόνια της.
Ιs It Any Good: Λαμπερότατο και δεξιοτεχνικά φτιαγμένο disco από τον βετεράνο Bob Esty που ανταποκρίνεται ακριβώς στο κοινό και στο glamour του Studio 54. Η Cher τραγουδάει με όση ηδυπάθεια μπορεί να αναβλύσει από μέσα της, ντυμένη για τις ανάγκες της εποχής κάτι ανάμεσα σε Zena και αφρικάνα φύλαρχο.
Grooviness Rate: 7,5/10

No.06

Act: Diana Ross
Song: Lovin’, Livin’ Givin’

From: Ross LP / Thank God It’s Friday O.S/T LP
Written: Kenny Stover, Pamela Davis
Produced: Hal Davis
Label: Motown
Year: 1978
Remembered On Film: Ως Billie Holiday στο “Lady Sings The Blues” (1972), ως Tracy στο “Mahogany” (1975), ως Dorothy στο “Wiz” (1978).
Claim To Fame: Η queen bitch της αμερικανικής show biz. Σιδηροστόμαχη, επίμονη και ακατάβλητη κατάφερνε πάντα να έχει τη μερίδα του λέοντος. Πρώτη στις Supremes με εξαργυρωμένα κολλητιλίκια με τον Berry Gordy, πρώτη σε solo καριέρα στη Motown, πρώτη γυναίκα σε αμερικανικά Νο.1 (δεκαοκτώ συνολικά – δώδεκα με τις Supermes και έξι μόνη της). Και Χρυσή Σφαίρα και Grammy και υποψηφιότητα για Oscar. Κατάφερνε πάντα να συνεργάζεται με τους ”καλύτερους” (σπάνια υπήρχε όμως δεύτερη φορά με τους ίδιους στην προσωπική καριέρα της…). Έπαιρνε με έναν μαγικό τρόπο τα καλύτερα τραγούδια – φιλέτα από όλους. Έχει μείνει στην ιστορία για τα επιτεύγματά της, μεν αλλά και για τον ματαιόδοξο, απαιτητικό χαρακτήρα της. Η φωνή της ποτέ δεν υπήρξε σπουδαία αλλά είναι αναγνωρίσιμη. Σήμερα 66 ετών.
Is It Any Good: Μετά τα μέσα των 70′s και το εξαιρετικό disco standard “Love Hangover” η Ross, μέχρι τα πρώτα 80′s τίμησε το disco φανατικά, βγάζοντας μερικά εξαιρετικά κομμάτια εκείνης της περιόδου (από το “The Boss” μέχρι το “Upside Down”). Το συγκεκριμένο, είναι η βουτιά της στο electro disco, ένα κομψό κομμάτι που πατάει πάνω στην κεφαλαιώδη για τη ρυθμική μουσική, μόδα που ήδη είχε ξεκινήσει ο Giorgio Moroder. Ο Hal Davis επιφυλλάσει μια παραγωγή, λαμπερή και στιλπνή για την ηδυπαθή ερμηνεία της.
Grooviness Rate: 7,7/10

No.05

Act: Barbara Law
Song: Take All Of Me (John Luongo, Michael Barbiero Mix)

From: Take All Of Me LP
Written: Chris Lord-Alge, C. Jackson
Produced: Harry Hinde
Label: Pavillion
Year: 1979
Remembered On Film: Ως Maggie Simpson στο “Surrogate” (1984), ως Jobeth στο “Bedroom Eyes” (1984).
Claim To Fame: Τραγουδίστρια από τα τέλη των 60′s στο γυναικείο ιρλανδικό τρίο των Maxi, Dick & Twinke με μεγαλύτερη επιτυχία τους, το “Things You Hear About Me” του 1970. Τότε ήταν γνωστή με το όνομα Barbara Dixon . Παντρεύτηκε το Peter Law των Pacific Showband και πήγε Καναδά. Έγινε ηθοποιός και τσίμπησε μια υποψηφιότητα για βραβείο Genie για το ρόλο της στο “Bedroom Eyes”. Μέχρι τα τέλη των 90′s “έκανε” πετυχημένα, πολύ τηλεόραση.
Is It Any Good: Απολαυστικότατη, δουλεμένη disco σε καναδικά στούντιο της εποχής, προσεγμένη σε ερμηνεία, ενορχήστρωση και παραγωγή και με πολύ γερή μελωδία στο υπόβαθρο. Η Law τραγουδάει με αυτοπεποίθηση και με sexiness που δεν ξεβρακώνεται στην πρώτη ευκαιρία, παρότι φωνάζει αποφασισμένη “πάρε με ολάκερη“… Στα βοηθητικά φωνητικά, η Cissy Houston, η Maeretha Stewart και η Yvonne Lewis είναι εξαιρετικές και δύο από τους ξεχωριστούς Funk Brothers της Motown αναλαμβάνουν τα έγχορδα – ο David Van De Pitte (ενορχήστρωση εγχόρδων) και ο Bob Babbitt (μπάσο).
Grooviness Rate: 7,8/10

No.04

Act: Olivia Newton John & Electric Light Orchestra
Song: Xanadu
From:
Xanadu O.S/T LP
Written: Jeff Lynne
Produced:  Jeff Lynne
Label: Jet
Year: 1980
Remembered On Film: Ως Sandy Olsson στο “Grease” (1978), ως Kira στο “Xanadu” (1980), ως Debbie στο “Two Of A Kind” (1983).
Claim To Fame: Country, pop και adult contemporary τραφουδίστρια αγγλίδα με αυστραλέζικη καταγωγή. Τέσσερα Grammies, πέντε No.1 singles, δεκατέσσερα χρυσά albums, σε μια καριέρα που ξεκινάει το 1966. Aνθεκτική star, με συνεπή πορεία, φανατικό κοινό και παραδόξως με τις μεγαλύτερες επιτυχίες της μουσικής καριέρας της να έρχονται από τον κινηματογράφο. Το “Grease”, ορόσημο στην ζωή της. Ήρθε τέταρτη στο διαγωνισμό της Eurovision το 1974 όταν εκπροσώπησε την Μεγάλη Βρετανία με το “Long Live Love“. Συχνά έτεινε στην περσόνα ζαχαρομπουμπούς αλλά πάντα το έσωζε. Έχει ηχογραφήσει θαυμάσια κομμάτια -και country και pop- αλλά και ανυπόφορες μελούρες. Αναγνωρίσιμη φωνή – δεν την μπερδεύεις με καμία. Οικολόγος και ενεργή στον αγώνα κατά του καρκίνου του στήθους. 62 ετών σήμερα.
Is It Any Good: Στο κλίμα της ταινίας, το “Xanadu” είναι μια σπιντάτη disco φαντασίωση με τα όλα της: κορυφώνεται σαν πυροτέχνημα, έχει πυκνή γιορτινή ενορχήστρωση που αστράφτει, η Olivia το φωνάζει όσο μπορεί και οι Electric Light Orchestra έμπειροι στο υπόβαθρο, από το album τους “Discovery” ένα χρόνο πριν, φτιάχνουν μια disco που δεν της βρίσκεις μουσικά ψεγάδια. Συμφωνικός ήχος σαν “τοίχος” με τις αρμονίες προσεκτικά τοποθετημένες. Τεράστιο εκτόπισμα ως αναμνηστικό μιας εποχής ανεξίτηλης αλλά και μιας ταινίας μνημειώδους kitsch.
Grooviness Rate: 8,2/10

No.03

Act: Bette Midler
Song: Married Men
From:
 Thighs And Whispers LP
Written: Dominic Bugatti, Frank Masker
Produced: Arif Mardin
Label: Atlantic
Year: 1979
Remembered On Film: Ως Mary Rose Foster στο “Rose” (1979), ως Barbara Whiteman στο “Down And Out In Beverly Hills” (1986), ως Cecilia Carol Bloom στο “Beaches” (1988).
Claim To Fame: Ασχημούλα σγουρή τρελοχαβανέζα. Ταλεντάρα κωμική, μουσική και δραματική. Χαμόγελο τρελής και στο επόμενο δευτερόλεπτο ξεκάρδισμα. Ηγερία του musical και του music hall, αρχικά έπαιζε με τον Barry Manilow (στο πιάνο) σε gay bars και σάουνες. Άρα το gay κοινό τής είναι αφοσιωμένο και αμετάπειστο περί Divine Miss M. Εύστοχες επιλογές με ψυχή μέσα στα χρόνια και τεράστιο μουσικό εύρος, από jazz και swing μέχρι tech-pop και μπαλάντας του χαρακώματος. Αράδα βραβεία Grammy, Tony, Emmy και υποψηφιότητες Oscar. Σήμερα, 65 ετών.
Is It Any Good: Ο πολύπειρος Arif Mardin πρόσεξε ιδιαίτερα το disco ξεμπούρλεμα της Bette: την πλασιίωσε με μια πάνοπλη ενορχήστρωση και έδωσε στο “έξαλλο” κομμάτι των Bugatti & Musker μια soulful διάσταση, παρότι τα bpms τρέχουν τρελά. Πυκνό, αδιαπέραστο και νυχτερινό, ανασαίνει καλύτερα ανάμεσα σε ιδρωμένους τοίχους. Λαμπερό και σαρκαστικό με μια “αλήθεια” παραπάνω. Η Bette αφήνει όλο το μπούχτισμά της να βγει στη φόρα όταν φωνάζει “ο κόσμος γέμισε παντρεμένους”. Όταν το ερμήνευσε η Bonnie Tyler κάτι μήνες αργότερα, μόνο το γρέζι βρέθηκε ως κοινό ανάμεσά τους…
Grooviness Rate: 8,6/10

No.02

Act: Barbra Streisand
Song: The Main Event

From: The Main Event O.S/T LP
Written: Bob Esty, Paul Jabara, Bruce Roberts
Produced: Bob Esty
Label: Columbia
Year: 1979
Remembered On Film: Ως Funny Brice στο “Funny Girl” (1968), ως Judy Maxwell στο “What”s Up Doc” (1972), ως Esther Hoffman στο “A Star Is Born” (1975)
Claim To Fame: Η φήμη η ίδια προσωπικά. Έχει πουλήσει παγκοσμίως κοντά στα 150.000.000 albums – τη συναγωνίζεται μόνο η Nάνα Μούσχουρη…΄Η μοναδική που έχει από τουλάχιστον ένα Νο.1 album σε πέντε δεκαετίες, με μια διψήφια συλλογή βραβείων -Grammy, Oscar, Emmy, Tony. Έχει τραγουδήσει τα πάντα – κυριολεκτικά- από μουσικά στιλ, ύφη και χρώματα. Μιουζικαλάτη, ηθοποιός, παραγωγός, ισχυρή στο Hollywoood, ανεβοκατεβάζει έμμεσα πλην σαφώς κυβερνήσεις. Με σήμα τη μύτη – ράμφος. Έχει κάνει δουλειές για να τη λατρέψεις και άλλες για να τη μισήσεις. Έχει αγγίξει αισθητικό πάτο αλλά και απόλυτα ζενίθ. Αναμφίβολα η διασημότερη και διαρκέστερη διασκεδάστρια του προηγούμενου αιώνα που μπήκε και στον τρέχοντα. 68 ετών.
Is It Any Good: Φρενήρες και πυρετώδες disco παρανάλωμα, φτιαγμένο υποδειγματικά από τον Bob Esty για να μην “αγριέψει” το mainstream της εποχής του αλλά και να ανάψει και τον φανατικό disco θαμώνα. Η Babs τραγουδάει με άνεση και με τον κατακτημένο αέρα του Broadway που ανεβαίνει στην πίστα για να πετάξει από πάνω του το βαρύ θεατρικό κοστούμι. Πολυδαίδαλη και χορταστική μελωδία που ντύνεται την επίμονη ενορχήστρωση με πυγμή και ζέστη. Από το soundtrack της ταινίας που έκανε με τον Ryan O’Neal – η χημεία μεταξύ τους ήταν πάντα εκρηκτική. Ακουγόταν στο φινάλε της ταινίας και στους τίτλους του τέλους.
Grooviness Rate: 8,8/10

No.01

Act: Blondie
Song: Live It Up (Special Disco Mix)

From: Rapture / Live It Up 12″
Written: Debbie Harry, Chris Stein
Produced: Mike Chapman
Label: Chrysalis
Year: 1980
Remembered On Film: Ως Nicki Brand στο “Videodrome” (1980), ως Velma Von Tussle στο “Hairspray” (1988), ως Wendy στο “Deuces Wild” (2002).
Claim To Fame: Απόλυτο νεοϋορκέζικο new wave icon των 70′s, αρχετυπική ξανθιά τραγουδίστρια των Blondie. Τεθλασμένη solo καριέρα – πάνω κάτω. Επηρέασε κάθε front woman από τότε και κάθε ξανθιά γενικότερα. Αμάσητη, δεν κόλλαγε σε περιορισμούς στιλ. Από disco μέχρι punk και avant funk. Κινηματογραφική φιγούρα από τις πλέον cult. 65 ετών.
Is It Any Good: Πέρα από το πρωτόλειο disco rap του “Rapture” και το “Heart Of Glass” η Debbie Harry με τους Blondie έβγαλαν και πιο κρυμμένα disco αριστουργήματα που δεν τα έβαλαν σε singles. Το “Do The Dark” είναι ένα από αυτά. Το “Live It Up” είναι άλλο ένα. Και τα δύο συμπεριλήφθηκαν στο τέταρτο album των Blondie που κυκλοφόρησε τη χρονιά της μεγαλύτερης επιτυχίας τους “Call Me” από το “American Gigolo”. Κεντημένο με τα χρώματα της εποχής αλλά και με έντονη την αίσθηση του δρόμου μέσα του. Η Debbie τραγουδάει με πραγματικό high, υποδειγματική σε όλα της. Γνήσια απόλαυση.
Grooviness Rate: 9,2/10

Συν δύο bonus εκτός συναγωνισμού…

Bonus A

Act: Ilona Staler
Song: I Was Made For Dancing

From: Ilona Staler LP
Written: Michael Lloyd
Produced: Olimpio Petrossi, Riccardo Schicci
Label: RCA Italiana
Year: 1979
Remembered On Film: Ως Monica στο “Teasers” (1975), ως Cicciolina στο “Telefono Rosso“, ως Anita στο “Dedicato Al Mar Egeo” (1979).
Claim To Fame: Διάσημη πορνοντίβα με έμβλημα το αρκουδάκι κολλημένο στο ένα βυζί. To άλλο βυζί το πετάει έξω όταν βλέπει κάμερα.  Ουγγρικής καταγωγής, περήφανη και ξύπνια πουτάνα με ιταλική έδρα και ψευδώνυμο Cicciolina. Πολιτικά δραστήρια αρχικά με τους Πράσινους της Ιταλίας και μετά με τους Ριζοσπάστες για τους οποίους εκλέχθηκε βουλευτής το 1987. Παντρεύτηκε τον εικαστικό pop artist Jeff Koons το 1991, χωρίσανε ένα χρόνο μετά αφού έκαναν την installation έκθεση “Made In Heaven” -στην ουσία μια σειρά από καρέ στα οποία φαίνονται να κάνουν sex- και μετά τρέχανε στα δικαστήρια επί χρόνια για το ποιος θα συντηρήσει το παιδί που κάνανε. Σήμερα είναι 59 ετών.
Is It Any Good: Διασκευή της επιτυχίας του δεκαεπτάχρονου Leif Garrett του 1978. Η Ilona φυσικά δεν μπορεί να τραγουδήσει και αυτό κάνει το κομμάτι ακόμα πιο κορυφαία kitsch. Σαν κακό karaoke.  Τυπικότατη εμβατηριακή ιταλική disco με πιατίνια σαν σκουπάκια και έγχορδα που παραπέμπουν σε εφιαλτική τουρκομπαρόκ επική τσόντα. Ασύλληπτη και ανεκτίμητη τσιγγαναρία, μέσα από το disco album της στα τέλη των 70′s.
Grooviness Rate:  Kinky Barbie

Bonus B

Act: Marilyn Chambers
Song: Benihana

From: Benihana / So I Cried A Little Bit 12″
Written: Michael Zager, Barbara Soehner
Produced: Michael Zager
Label: Roulette
Year: 1977
Remembered On Film: Ως Gloria στο “Behind Green Door” (1973), ως Rose στο “Rabid” (1977), ως Sandra Chase στο “Insatiable” (1980).
Claim To Fame: Super-porno star τιμημένη για τις βαθιές υπηρεσίες της από το XRCO Hall Of Fame (το αντίστοιχο της πορνοβιομηχανίας). Στις αρχές των 70′s ήταν καθιερωμένη ως το κορίτσι της διαφήμισης του σαπουνιού Ivory. Όταν η Procter & Gamble συνειδητοποίησε ότι έκανε τσόντες κρυφά, φρόντισε να την αντικαταστήσει αμέσως. Υπήρξε η πρώτη που έκανε sex στην οθόνη με έγχρωμο παρτενέρ (τον boxer Johnny Keyes) στο ιστορικό “Beehind Green Door” που μετά το “Deep Throat” ήταν η πιο διάσημη τσόντα των 70′s. Το “Insatiable” του 1980 ήταν η τσόντα με τα περισσότερα έσοδα απ’ όλες στα πρώτα 80′s. Προσπάθησε να παίξει στον mainstream κινηματογράφο αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να την επιλέξει το 1977 ο David Cronenberg για το ασύλληπτο b-movie του “Rabid”. Προσπάθησε να γίνει και πολιτικός το 2004 όταν έβαλε υποψηφιότητα για αντιπρόεδρος στο φιλελεύθερο Κόμμα Προσωπικής Επιλογής. Πήρε συνολικά 926 ψήφους. Πέθανε 57 ετών το 2009.
Is It Any Good: Ο Michael Zager έφτιαξε ένα απλοϊκό disco για να μη δυσκολέψει την Chambers στο να τραγουδήσει. Η οποία λέει όλα τα λόγια της με αναστεναγμούς στις λήγουσες – μετά από κάποιο σημείο γίνεται αστείο γιατί το παρακάνει. Tα βογκητά και τα ζουζουνιστά καλέσματα πλεονάζουν ενώ κάθε τόσο του λέει ότι “oh honey… it feels so good”. Στο τέλος φυσικά κορυφώνει τον οργασμό ουρλιάζοντας και ρουφώντας ό,τι ρουφιέται. Συλλεκτικό disco καλούδι, σκαμπρόζικης τσοντόβιας κάβλας.
Grooviness Rate: Αγκομαχόμενο!

Enjoy!

01/06/2010 Αναρτήθηκε από τον/την | Music | 6 σχόλια

   

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 42 other followers