Caribou – Swim
Ο τριανταδυάχρονος Daniel Victor Snaith – ο περιπετειώδης Manitoba και ο ευφυής Caribou στέλνει φέτος μεταξεταστέα την Warp, την υποχρεώνει να στήνει σιλό στην παγωμένη Ανταρκτική και αυτά να λιώνουν με κάθε πρωινό φως της μέρας, με την κατάρα πάνω τους, ποτέ ο πάγος να μη γίνεται γυαλί. Ο Daniel Snaith στήνει φέτος την αυλαία για το απόλυτο intelligent tech album. Κάποιος θα πίστευε ότι μετά την καταστολή που υπέστη ο Richard D “Aphex Twin” James και την ατέρμονη εσωστρέφεια της οικογένειας των Autechre και των Boards Of Canada, το intelligent techno θα έπνεε τα λοίσθια. Αυτό το ηλεκτρονικό υβρίδιο δηλαδή, που αν παριστανόταν με κάποιο τρόπο, μόνο η γεωμετρία θα μπορούσε να το υπηρετήσει, αυτό που αν χορευόταν, μόνο ο βιτρουβιανός άνθρωπος θα μπορούσε να το ακολουθήσει. Μέχρι και οι Orbital νίπτουν τας χείρας τους, πλέον.
Ο Daniel Smith μόνο “διδακτορικός” μαθηματικός θα μπορούσε να είναι. Και μόνο λονδρέζος βέβαια. Αλλά από το απόκεντρο Λονδίνο του Ontario. Έστησε ένα εξαιρετικά αλφαδιασμένο design σκηνικό και ένα μια βαθιά βουτιά στο matrix του. Άφησε τον εαυτό του να διασπάσει τις ιδέες σε πολλές μικρότερες, να τις ακολουθήσει την καθεμιά στο δικό της δρόμο, να πλέξει τα μοτίβα τους με μοιρογνωμόνιο και χάρακες, να τετραγωνίσει τους κύκλους που δημιουργεί η εντροπία ενός αυθαίρετου μυαλού. Το έκανε. Το κατάφερε. Όχι όμως επειδή είναι τέλειος τεχνίτης. Αλλά επειδή είναι τολμηρός “βιώτης”, ένας τύπος ατρόμητος που δεν σκιάζεται μπροστά στις αναπάντεχες στροφές του ρυθμού, που δεν κοτεύει αντιμέτωπος με τα ρίσκα στα οποία οδηγεί το σώμα, μία μουσική δημιουργία υπέροχα ανυπάκουη.
Το “Swim” καμία σχέση δεν έχει με το ούτως ή άλλως εντυπωσιακό δικό του ”Andorra” πριν τρία χρόνια. Η ψυχεδέλεια εδώ έχει πάει περίπατο με τις πρώτες καναδικές ηλιοφάνειες. Στη θέση τους, ένα διονυσιακό αίσθημα που φέρει το θράσος του αυθεντικού. Μια κατανυκτική ατμόσφαιρα που ωθεί την ψυχή να βγει από το σώμα – ξενιστή της και να πετάξει μακριά – όχι με τίποτα χίπικα υλικά αλλά με οδηγό τον ήλιο που έχει μέσα στο κεφάλι του ο Snaith. Τον ήλιο.
Ξέρω πολλούς που λαχταρούν να ζήσουν σε μόνιμη καθημερινή βάση το αίσθημα που επιφυλάσσει η “Jamelia” που κλείνει το δίσκο και άλλους που μνημονεύουν το acid house του “Bowls” με την πικρία που άφηνε ο πονοκέφαλος της επόμενης μέρας. Ξέρω άλλους που ορκίζονται μια επιστροφή στην “Odessa“, επιστροφή συμβολική της διάθεσής τους να αντιπαρατεθούν στα ίσα με τους λογής Μνηστήρες Πηνελόπης και τις πάσης φύσης Σειρήνες των ενστίκτων τους. Ξέρω κάποιους που κάνουν λασπόλουτρα στα “βρώμικα” φαζαρισμένα bleeps του “Kaili” ή χάνονται στις θολές άκρες του “Leave House“. Εγώ μάλλον ανήκω σε αυτούς που στρατεύονται πίσω από το παγανιστικό συμβούλιο του “Sun” – μια τελετουργική επαναλαμβανόμενη λατρευτική λούπα για τον Ήλιο. Τον Ήλιο… Repeat to fade…
Back To the future
Αν υπάρχει μια αναφορά στο “Sun” του Caribou και στo possession με το οποίο επαναλαμβάνεται η λατρεία στο στον ήλιο, αυτή χρονολογείται τριάντα τέσσερα χρόνια πριν, στα χρόνια της έντεχνης underground disco. Οι Jakki ήταν ένα σχήμα με ελάχιστα singles στο ενεργητικό του, το πρώτο από τα οποία, το “Sun… Sun… Sun” του 1976 θεωρείται ένα αξεπέραστο classic της εποχής, σε μια καταπληκτική μίξη του Walter Gibbons και με ρυθμό που μαγικά στοιχειώνει το σώμα, με κείνους τους τρόπους που προτιμούσε να χρησιμοποιεί ο Larry Levan από την κονσόλα του Paradise Garage στη Νέα Υόρκη. Το “Sun…Sun…Sun“, σύνθεση και παραγωγή του αινιγματικού κυρίου Johnnymelfi (που στις αρχές των 70′s εμφανίζεται να κυκλοφορεί comedy δίσκους σχετικά με τα δώδεκα ζώδια και στα τέλη των tennies, εμφανίζεται ως Johnny Melfi, παραγωγός του κινηματογραφικού “Sex And The City”!) πωλείται ως maxi single σήμερα σε πολύ αλμυρές τιμές στο ebay, ένα κομμάτι εννιάμισυ λεπτών – μία σουίτα χωρισμένη σε τρία ευδιάκριτα σημεία. Το πρώτο από τα μέρη της, συμπεριλήφθηκε στο album του Johnnymelfi “Sun… Sun… Sun” στην Pyramid το 1977 αλλά είναι μόνο στην ολότητά του το τραγούδι που δημιουργεί αυτή την αίσθηση της λυτρωτικής παράδοσης στο ήλιο, που αν ακουστεί σε αλληλουχία με το “Sun” του Caribou, δημιουργεί αυτή την εμμονή που πολλοί αποζητούν για να αποδράσουν…
Μη θεωρήσετε καθόλου τυχαία την ομοιότητα στους συνειρμούς που δημιουργούν τα εξώφυλλα του “Swin” και του “Sun… Sun… Sun“
Janelle Monae – The ArchAndroid
Πολυεπίπεδο, φιλόδοξο, επικών διαστάσεων και δέους και περίτεχνο όπως αρμόζει σε ένα λεπτοδουλεμένο concept με δεκάδες layers από κάτω, να ξεδιπλώνονται σαν λερναία κεφάλια, το “ArchAndroid” είναι μια εξαιρετικά ευχάριστη έκπληξη, πληθωρική, πυκνή και αδιαπέραστη. Αξίζει να ευχαριστήσει θερμά, κάποιος, την Janelle για αυτό. Ουσιαστικά, πρόκειται για το δεύτερο και το τρίτο μέρος, σε ένα, της σουίτας που χρονολογείται από τα μέσα των 00′s αλλά τώρα μόλις ξεδιπλώνεται σε πλήρη άνθιση, χάρη στην προνοητικότητα, το μεράκι και τον έρωτα της Bad Boy, της εταιρίας του Sean Puffy Combs, για την εικοσιπεντάχρονη Janelle – ένα κορίτσι θαύμα από κείνα που πετούν από πάνω τους με χαρακτηριστική σβελτάδα, οποιαδήποτε ετικέτα πας να τους κολλήσεις.
Η Janelle, είναι indie και r’n'b, pop και conceptual artist, ένα κορίτσι που μοιάζει να γεννήθηκε με ενσωμετωμένο μέσα της το manual μιας ευφυούς πολιτισμικής ισορροπίας, την οποία άλλες σύγχρονές της, σπουδάζουν χρόνια για να κατακτήσουν μίνιμουμ. Πρωταγωνιστεί ήδη ως ελίτ σε ένα pop προσκήνιο που τρέφεται με την προσδοκία του επόμενου κοστουμιού – οικοδομήματος της Lady Gaga, παίρνει τα ηνία της σκεπτόμενης, φιλοσοφημένης αλλά και θεαματικά συναρπαστικής μουσικής της Αμερικής για να ξεδιπλώσει άμεσες σκέψεις σαν πυροτεχνήματα ή φιλοσοφημένους στοχασμούς σαν πολύτιμες αλληγορίες δεμένες άρρητα μεταξύ τους, ως μια εξέχουσα καλλιτεχνική πρόταση στο σήμερα. Η Janelle είναι η έκφραση ενός νέου, σύγχρονου πολιτισμού. Γεμάτη αναφορές -στον μητροπολιτικό φουτουρισμό του Fritz Lang ή στην ρομαντική ιδέα της μαμάς Αφρικής και των δυνατοτήτων της, όπως τις ευαγγελίζονται οι soulquarians, η Janelle ακούγεται σαν ένα κορίτσι που ξεστομίζει λόγια που τα σκέφτεσαι πολύ αργότερα από τη στιγμή που τα ακούς αλλά και σαν ένα δαιμονικό goblin που μπορεί να γυρίσει σε σβούρα τη διάθεση, την αδρεναλίνη, τις ορμόνες και την ενέργειά σου. Για αρχή, δεν νιώθει καμία ανάγη να σου τρίψει τα βυζιά της στη μούρη – έχει άλλα συγκλονιστικότερα να τρίψει… To “ArchAndroid” είναι βαθύτατα αναρχικό, ριζοσπαστικό album που οργιαστικά επικοινωνεί τα συναισθήματά του και ακόμα πιο υπέροχα αναδεικνύει τις αισθήσεις του. Ευτυχέστατα.
Όλα στο “Archandroid” ακούγονται μοναδικά και καινούρια επειδή ακριβώς η Janelle είναι “χτισμένη” από τη φύση της με συστατικά άφθαρτα, προηγμένα, καταδεικτικά του αύριο. Στο album της καλεσμένοι είναι ο Saul Williams (στο “Dance Or Die“), ο Big Boi (στο single “Tightrope“), ο Deep Cotton (στο “57821“) και οι Of Montreal (στο “Make The Bus“) – όλοι αυτοί στην εμπροσθοφυλακή. Διότι στο παρασκήνιο, κυριολεκτικά, παλικάρια σφάζονται στην -μεταλλική του ανδροειδούς- ποδιά της, προκειμένου να συμμετάσχουν στην ευόδωση ενός τόσο οραματικού, περιπετειώδους και γεμάτου εκπλήξεις δίσκου, με προεξάρχοντα τον Nate Wonder που σαν Θεά Κάλι κάνει κυριολεκτικά τα πάντα στο υπόβαθρο.
Στο οποίο υπόβαθρο συμβαίνουν τα πάντα: upfront rockers με boogie glam αισθητική (“Come Alive (The War Of The Roses)“), swingin’ soul uptempos που ηγούνται στην κούρσα του μοντέρνου μαύρου στούντιο (“Tightrope“), χορευτική beat pop με ένα northern αίσθημα (“Faster“), φουτουριστικά electro που μάλλον συνταξιοδοτούν για πάντα την Missy Elliott (“Dance Or Die“), ρομαντικά μεσοπολεμικά σπουδάγματα επί Gershwin και John Barry (“Sir Greendown“), avant garde twists (“Neon Gumbo“), trip hop μαζί με acid jazz για το μεθαύριο (“Neon Valley Streets“), έντεχνοι μπητλισμοί περασμένοι από το multi-mulinette (“Make That Bus“), μεταμοντέρνα σκληρά blues (“Mushroom & Roses“), ακουστικές ατμόσφαιρες κάποιου γυάλινου δάσους (“57821“), εγχειρισμένη disco (“Locked Inside“), r’n'b χωρίς καδένες και ξέκωλα (“Oh Maker“) – είναι πραγματικά ανεξάντλητη η παλέτα της Janelle και μάλλον δύσκολο να αποδοθεί περιφραστικά όσο δύσκολο είναι να συνοψίσεις την προσωπικότητά της σε λόγια.
Πιο πολλά νιώθει κανείς, απλά κοιτάζοντας την “σημειολογία” του εξωφύλλου της – ένα μεσσιανικό γκρο πλαν με την αστραφτερή Μητρόπολη στο κεφάλι και ως στολή στο σώμα και με ένα διακριτό αλλά όχι αλλαζονικό, αφροκεντρικό φως στα χρώματα. Όπως η Erykah Badu χώρεσε όλη τη μαύρη “Νέα Αμερική” στο afro του προηγούμενου album της και όλο τον νυχτερινό, “υγρό” μυστικισμό στο φετινό της, έτσι και η Janelle ως Νεφερτίτη από το μέλλον χωράει όλη τη φουτουριστική γυαλάδα του Νέου Κόσμου στο δικό της εικοσιπεντάχρονο, μόλις κεφάλι. Αισιόδοξο, ε;
Το σίγουρο είναι ότι άμεσα δεν θυμίζει καμία από αυτές που ξέρετε, ίσως μόνο σαν αντίστιξη μπορεί να λειτουργήσει πιο εύστοχα κάποια περιγραφή της. Αν π.χ. το “Fame Monster” της Lady Gaga είναι το απόλυτα αντιπροσωπευτικό pop κράμα της σημερινής εποχής, αυτό που προσδιορίζει το σημερινό mainstream και τις ανάγκες του, το “ArchAndroid” μοιάζει με την επαναστατική ανατροπή του, σαν ρομφαία πεφωτισμένου μειονοτικού πυρήνα που δρα με guerilla πρακτικές στην πόλη. Με μια δράση ανακουφιστική που σου επαναφέρει κρυφά το χαμόγελο στα χείλη, αυτό που κρατάς μυστικό από τις ορδές γύρω σου που πέφτουν σε καταληψία με την φονική διαστροφή του “Bad Romance“…
Tracey Thorn – Love And Its Opposite
Περίμενα με σχετική ανυπομονησία το τρίτο album της Tracey Thorn, μετά το απολαυστικό “Out Of The Woods” και την teaser συνεργασία της με τον Jens Lekman στη διασκευή του “Yeah Oh Yeah” των Magnetic Fields. Πίστευα, επιπλέον, ότι η όψιμη παρέα της με τον Ewan Person (που ξανακάνει την παραγωγή εδώ) θα προχωρούσε ακόμα παραπέρα την ανανεωτική στροφή της στη χορευτική μουσική και θα έκανε τις μελωδίες της να ανασάνουν ακόμα πιο βαθιά, μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας με τον Ben Watt.
Αυτό που άκουσα -πολλές φορές- στο “Love And Its Opposite” είναι μια απονευρωμένη “μοντέρνα θεία” με στρογγυλάδες full αλλά με αιχμές μηδέν, μία μικρομέγαλη singer songwriter που γράφει μελωδίες σαν να ανακαλύπτει εκ νέου τον τροχό. Το ανέμπνευστα τιτλοφορημένο “Love And Its Opposite” (ναι, ok…) είναι όλο glongs γεμάτα τήλιο και glings γεμάτα φλυσκούνι. Το σπίτι μυρίζει αφέψημα του λειβαδιού τόσο έντονα, που ξεχνάς την ευεργετική επίδραση των βoτάνων και δεν έχεις παρά να καγχάσεις που στον καναπέ στρογγυλοκάθεται μια μεγαλοκοπέλα που καμώνεται την αποστασιοποιημένη από τη βοή της πόλης και καμαρώνει κομψά για τις εκλεκτικές συνεργασίες της.
Θεοβάρετο album, προδοτικό και εμμηνοπαυμένο σε σχεδόν εγκληματικό βαθμό. Η Tracey βαφτίζει τα τραγούδια της με τίτλους που -φαντάζομαι- κάποια “ασπόμαυρη” τηλεοπτική παρουσιάστρια της δεκαετίας του ’70 -να την πούμε Έλλη Ευαγγελίδου;- θα έκανε τρελό μεσημεριανό σουξέ με αυτά: “Αχ, Τα Διαζύγια”, “Ορμόνες”, “Γιατί Ο Άνεμος”, “Αργά Το Απόγευμα”, “Μακρύ Λευκό Φόρεμα”… Duh… Δύο φορές λοξοκοιτάζει σε αγόρια και διασκευάζει Unbending Trees (σκοτώνει το “You Are A Lover“: από ένα βαθιά συναισθηματικό μελαγχολικό κομμάτι γίνεται ροζουλί, τάχα μου, βρετανικό ditty) και Lee Hazlewood (το πικραμένο “αντρικό” ”Come On Home To Me” από το 1971, και το album του “Song For An Almost Lady” που μετατρέπεται εδώ σε ένα άνευρο, τύπου ατμοσφαιρικό κάλεσμα – νανούρισμα). Σε άλλα σημεία, όπως στο “Singles Bar” ακούγεται σαν country ανθυποντίβα που δεν έχει αποφασίσει αν θα μείνει ή θα φύγει από το Nashville και στο “Child Star” ακούγεται σαν όλα τα θλιβερά μαζί, προβλήματα μιας γλυκερής μητρότητας. H Tracey Thorn του 2010 είναι η καλλιτέχνιδα που κάνει την Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου να φαντάζει rock ‘n’roll. Όπως καταδεικνύει και το εξώφυλλο -φωνάζει για λεζάντα…- smile and say prozac…
Επιστροφή στο “Distant Shore” του 1982 για πολλές επαναλήψεις. Κυρίως από την ίδια. Και για εμπέδωση, ενισχυτικές ακροάσεις από Marine Girls.
Τηλεγράφημα από την πόλη
Λάβα, μάγμα, τέφρα. @ Ήρθε ο καιρός να ξαναμπούν στο λεξιλόγιο. @ Όμορφες λέξεις με σημειολογικούς συνειρμούς πάθους ή ”απόλυτου” και με μια πρόσθετη κλασικιστική, άφθαρτη αίσθηση στα σωθικά τους. @ Από τα πιο εύστοχα τραγούδια ever, αυτό των B-52′s, το “Lava“, σχετικά με την ηφαιστειακή τέφρα που καθηλώνουν τα αεροπλάνα στο έδαφος. @ Μόνο που εκείνοι αναφέρονταν στο Krakatoa, δυτικά της Ιάβας. @ Όχι στο Eyjafjallajoekull της Ισλανδίας που γεωχωρικά στέκεται σε σημείο που μοιάζει να έχει βάλει στο μάτι όλη την Ευρώπη. @ Λαβαγονία. @ Τρεις νεκροί – δέκα εκατομμύρια σε κατάθλιψη. @ Η Ντόρα εκτός “πολυκατοικίας”, η αλμπίνα Τζούλια συνεχίζει να βγαίνει από τα ρούχα της, η Μαριάννα Ντούβλη πάει να της κλέψει τη δόξα με λιπαρά όπλα. @ Τα κακοβαλμένα ταγέρ της Μέρκελ, το πακέτο βαριών αμυντικών εξοπλισμών του Σαρκοζί, αντάλλαγμα για τη περιβόητη βοήθεια. @ Η επιστροφή της Ρούλας, σχεδόν μείζον εθνικό θέμα. @ Η οικονομική κρίση – ο θρίαμβος των ανεπάγγελτων τιποτένιων. @ Η αποχώρηση της Αριστεράς από τα συμβούλια και το Π.Α.Μ.Ε. @ Όλη η Ελλάδα, μια κοχλάζουσα χύτρα εμετού. @ Όλη η επικαιρότητα μια συγκλονιστική ναυτία. @ Πλέον αρχίζω και θαυμάζω τα προσωπικά κουκούλια του καθένα. @ Με πιάνει δέος απέναντι σε αυτούς μόνο, που καταφέρνουν να οχυρώνονται μέσα στα προσωπικά τους pads. @ Όχι τα i-pads απαραίτητα. @ Όταν συναναστρέφομαι πια, όσους αποπνέουν αυτή την απόσταση από το περιβάλλον στο οποίο είναι αναγκασμένοι να ζουν, νιώθω ότι υπάρχει ακόμα δύναμη. @ Αλλιώς όλα πλέουν στον αφρό της μοσχομυριστής φτηνοσαμπάνιας της Τζούλιας. @ Η οποία για κάποιο λόγο πρωταγωνιστεί. @ Με το στανιό celebrity. @ Ντε και καλά. @ Έτσι, επειδή θέλει. @ Πτώχευση, Δ.Ν.Τ., πρόσθετα μέτρα, πουταναριό. @ Αντάρτικο πόλεων -σε μια άλλη πραγματικότητα ίσως- και περιορισμοί. @ Αποδόμηση. @ Μόνο που ο φοίνικας αυτή τη φορά, δεν θα αναδυθεί από τις στάχτες του. @ Κάνε μια ευχή. @ Φρόντισε να είναι σωστή.